' Αἰολου τον των ἀνεμων ἀσκον ἀπεπλεον ἐν ζεφυρῳ θʹ νυξι και ἡμεραις , τῃ δεκατῃ δε ἀνθρωπους και πυρ
. Το δ ' αὐτο και ἐν ταις χειμεριοις ἐπετηδευον νυξι , φιλολογιᾳ προσαγρυπνουντες , ἁτε μητε πορισμου ποιουμενοι φροντιδα
9999329 κολοκυνθιδοϲ
φλεγματοϲ και μελαγχολιαϲ και των λοιπων κοινον καθαρτηριον . Λαθυριδων κολοκυνθιδοϲ ἐντεριωνηϲ χαμελαιαϲ φυλλων ξηρων ϲκαμμωνιαϲ ἐπιθυμου πολυποδιου ἀνιϲου ἀνα
μελικρατῳ : και διαϲτηϲαντα παλιν κλυζειν τῳ δια κενταυριου και κολοκυνθιδοϲ : εἰτα την ἱεραν αὐθιϲ διδοναι και ἐφεξηϲ ἀποφλεγματιϲμοιϲ
9999297 Χρυσηιδα
. ὁ Ἰλιακος δι ' Ἑλενην , ὁ λοιμος δια Χρυσηιδα , Ἀχιλλεως μηνις δια Βρισηιδα , και ὁ ἱερος
: ὁ Ἰλιακος δι ' Ἑλενην , ὁ λοιμος δια Χρυσηιδα , Ἀχιλλεως μηνις δια Βρισηιδα , και ὁ ἱερος
9999283 λινῳ
μυουρα δε κατα το σχημα , και κροκυδι περιελισσειν ἠ λινῳ ἐπιμηκει , ὁπως μετα το αὐταρκη μειναι χρονον ἐπισπασθῃ
ἐπειτα πεισεται ἁσσα οἱ Αἰσα Κατακλωθες τε βαρειαι γεινομενῳ νησαντο λινῳ , ὁτε μιν τεκε μητηρ . και τας ἐν
9999276 ιβʹ
προς Ϛʹ ἐκ του ἡμιολιου θʹ προς Ϛʹ και ἐπιτριτου ιβʹ προς θʹ και παλιν ἡμιολιου ιβʹ προς ηʹ και
ιδ μ , τας δε τοσαυτας μοιρας και ἐτι το ιβʹ αὐτων ἡ σεληνη κινειται μεσως ἐν ἡμερᾳ μιᾳ και
9999244 εὐπρεπη
καταλιπῃ : οὐδε γαρ ἀλλως αὐτῳ την ἐπι Ῥωμην ὁδον εὐπρεπη και ἐνδοξον ἐσεσθαι , μη της πρωτης ἐν Ἰταλιᾳ
δε και τινες των ἀλλων συγγραφεων φασιν αὐτην ἑταιραν γεγονεναι εὐπρεπη , και δια το καλλος ἐρωτικως ἐχειν αὐτης τον
9999242 φαρυγγι
διετελει : προ τριων ἡμερων της τελευτης , ῥεγχωδης ἐν φαρυγγι , και παλιν ἐπανιετο , ἐτελευτησεν . Ἡγησιπολιος παιδιον
προϊῃ ὁ πλευμων , ἀλλα πληρης ἐων ζεῃ ἐν τῃ φαρυγγι . Κορυζας δε και πταρμους ἐπι πασι τοισι περι
9999231 Μινῳ
ταις ναυσιν ἐς Τροιαν ἀναχθηναι και τουτου προτερον Θησεα δωσοντα Μινῳ δικας της Ἀνδρογεω τελευτης . Θεμιστοκλης δε ὡς ἠρξετοις
καταφιλειν . ἐκεινοι μεν οὐν ἠνιωντο ἀκουοντες . Τῳ δε Μινῳ μια τις και προς χαριν ἐδικασθη : τον γαρ
9999211 σκορπιῳ
το πλατος αὐτης κατα τον δια μεσων ἐν χηλαις και σκορπιῳ και κριῳ και ταυρῳ , ὡς οἱ περι τον
φθινοπωρον ἐνυδρον εἰναι . Ὁτε δε ἐν οἰκῳ Ἀρεως τῳ σκορπιῳ γενηται ὁ Ζευς , ὁ χειμων ἀρχομενος ἐσται μετα
9999208 Θετταλιᾳ
Ἡρακλει κεκμηκοτι . ταυτην ἐπειραθη καταδραμειν ὁ Φιλιππος ὠν ἐν Θετταλιᾳ , μαθοντες δε Ἀθηναιοι και περιπλευσαντες τον τοπον ἀπεωσαντο
κυων ἐς την ἀγοραν παραβαλῃ , ἀναιρουσιν αὐτον . ἐν Θετταλιᾳ δε ὁ μελλων γαμειν θυων τα γαμοδαισια ἱππον ἐσαγει
9999199 θριδαξ
ἀγαγειν ἐστιν . οἱ στυφοντες φοινικες ψυχρον ἐχουσι χυμον : θριδαξ , ἰντυβοι μετριωτερον , ἀνδραχνη , μηκωνος σπερμα :
ἐστιν : ἐν μεσῳ δ ' εὐχυμων τε και κακοχυμων θριδαξ ἐστι και ἰντυβοι , και μετα ταυτα μαλαχη ,
9999189 Εὐριπιδῃ
τις συγγενειος ὁ τα της συγγενειας δικαια ἐφορων παρ ' Εὐριπιδῃ . διακριτεον δ ' αὐτους τῳ τους μεν ἀπο
? [ ] ? [ ] [ παρ ] ' Εὐριπιδῃ Νεοπτολεμο ] ? [ ] Φιλοκτη ? [ Ὀδυσσευς
9999187 Πελοπα
Τανταλιδων και ἀπ ' αὐτου καταγεσθαι Τανταλον , ἀπο Τανταλου Πελοπα , ἀπο Πελοπος Ἀτρεα , ἀπο Ἀτρεως Ἀγαμεμνονα ,
ἐστιν εἰκων χαλκη , ταινιαν τε ἐχουσα και ἀναδειν τον Πελοπα μελλουσα ἐπι τῃ νικῃ . το δε ἑτερον του
9999186 Ὀλυμπιαδι
Μηδαν γημας την του Θρᾳκων βασιλεως ἐπεισηγαγε και ταυτην τῃ Ὀλυμπιαδι , ἐπι πασαις δε Κλεοπατραν την Ἀτταλου ἀδελφιδην ἐπεισαγων
, το πελαγος . Διονυσιος : ὁς προτερον ἐπι τῃ Ὀλυμπιαδι πολιν ἐκτισεν Ἀδριαν ἐν τῳ Ἰωνικῳ κολπῳ , ἀφ
9999186 χονδροϲ
ὁ ϲεμιδαλιτηϲ και τριτοϲ ὁ ϲυγκομιϲτοϲ . πυροι ἐφθοι ϲεμιδαλιϲ χονδροϲ . κυαμοι ϲαρκουϲι την ἑξιν οὐκ ἐϲφιγμενῃ και πυκνῃ
γλιϲχρον χυμον . ἐϲτι δε και ἡ ϲεμιδαλιϲ και ὁ χονδροϲ ἱκανωϲ γλιϲχρα . τενοντεϲ και ἀπονευρωϲειϲ και τα περι
9999185 σποδῳ
. δουλειαν ] δουλικην . δουλειαν ] δουλην . ψαφαρᾳ σποδῳ ] λεπτῃ κονει . ψαφαρᾳ σποδῳ ] γῃ ,
και δυσχερως , ἀλλ ' ἀληθως και ἀναμφιβολως εἰσι τῃ σποδῳ κεκονιαμενοι , κατακεχωσμενοι , ἀνῃρημενοι . οὐδ ' ἀμφιλεκτως
9999170 φαρυγξ
το προσωπον ἐρυθηματα λαζεται προφανεα και δηλεομενα , και ὁ φαρυγξ αὐος , και ἡ γλωσσα τρηχειη . Αὑτη ἡ
ἐσθοντ ' ἰδοις νιν , ἀποθανοις : βρεμει μεν ὁ φαρυγξ ἐνδοθ ' , ἀραβει δ ' ἁ γναθος ,
9999170 Κολχιδα
γενεσθαι . Καταπλωσαντας γαρ μακρῃ νηϊ ἐς Αἰαν τε την Κολχιδα και ἐπι Φασιν ποταμον , ἐνθευτεν , διαπρηξαμενους και
Θεσπιου παιδας και αὐτον τον στελλομενον τον πλουν ἐπι την Κολχιδα . 〚 την δε ναυν Ἀργω προσαγορευθηναι κατα μεν
9999166 Ὀλυμπιῳ
: το δε τριτον ὀλυμπικως τῳ σωτηρι τε και τῳ Ὀλυμπιῳ Διι , ἀθρει ὁτι οὐδε παναληθης ἐστιν ἡ των
ἀρχαιοις Ἀττικοις γραμμασι , Ζηνι μ ' ἀγαλμ ' ἀνεθηκαν Ὀλυμπιῳ ἐκ χερονησου τειχος ἑλοντες Ἀρατου : ἐπηρχε δε Μιλτιαδης
9999154 νῳ
χρη νοησαι μοναδα κινουμενην ; οὐτε γαρ αἰσθησει τουτο οὐτε νῳ ληπτον . και ὑπο τινος ; και γαρ οὐδε
ἀν ὠκνησα δια το σαφεστερον . συ δε παραπεμπε τῳ νῳ τας θεωριας τῳ ῥητορικῳ σου κοσμων λογῳ την τεχνην
9999146 φοινιξ
οὐσαν νησον Δηλον , ἐν ᾑ και δυο κλαδοι ἐβλαστησαν φοινιξ και δαφνη , ἁτινα κρατησασα ἡ Λητω ἐν τῳ
τῃ τε Νασαμωνικῃ και παρ ' Ἀμμωνι και ἀλλοις ὁ φοινιξ : ἐν δε τῃ Κυρηναιᾳ κυπαρισσος και ἐλααι τε
9999139 Αἰσχυλῳ
γυμνος ἀληλιμμενος τοις παιανιζουσι των ἐπινικιων ἐξηρχε . Παρ ' Αἰσχυλῳ δε την τραγῳδιαν ἐμαθε . και πολλα ἐκαινουργησεν ἐν
ἐπιφυσεις παραγωγως κοτυληδονες . και τα κυμβαλα δε παρ ' Αἰσχυλῳ κοτυλαι : χαλκοδετοις κοτυλαις ὀτοβει . Μαρσυας δε το
9999132 πικρῳ
, ἐγνων χρηναι την κακοχυμιαν καθαιρειν τῳ δια της ἀλοης πικρῳ φαρμακῳ : ἀθροως μεν οὐν οὐκ ἐτολμησα καθαιρειν τον
τραγικος Αἱμων ὁ του Σοφοκλεους ἀπεδειξατο της Ἀντιγονης ἐρων και πικρῳ ζυγομαχων πατρι τῳ Κρεοντι : και γαρ τοι και
9999128 ϲκελοϲ
ἐπι το ὑγιεϲ πλευρον κειμενου του ἀνθρωπου το μεν ὑγιεϲ ϲκελοϲ μεταξυ των φλιων τουτων ἀγαγωμεν ὑπο την οἱον βαθμιδα
εἰ δε μετα χρονον , ἀπο του κατα το πεπονθοϲ ϲκελοϲ ϲφυρου την ἀφαιρεϲιν ποιηϲωμεθα . και κατα μεν τουϲ
9999124 Θεοπομπωι
αὐτοις προβαλειν , τας μεν ἀνω των χρονων Ἐφορωι , Θεοπομπωι δε τας μετα Θουκυδιδην Ἑλληνικας , προς την ἑκατερου
. το ἐθνικον ἐδει Βρεατης . ἐστι δε Βρεαιος παρα Θεοπομπωι κγ . . . . Βαιτιον : πολις Μακεδονιας
9999118 Κυπρι
τῳ σῳ βουλομαι κολπῳ πληκτιζεσθαι μετα της σης πυγης . Κυπρι , τι μ ' ἐκμαινεις ἐπι ταυτῃ ; μεθες
. Γλυκυ Θησεως το τεκνον βαλε και λογοις με , Κυπρι , ἱνα παν μελος συνᾳδῃ , ἀκοη , φρενες
9999117 ϲερεωϲ
# β , ῥοδινου # δ : την λιθαργυρον λειωϲαϲ ϲερεωϲ χυλῳ τοιϲ τηκτοιϲ ἐνεβαλον . τροφαϲ εὐδιοικητουϲ δοτεον εὐχυμουϲ
μετ ' ἀλφιτων και τριβολου χλωρου χυλοϲ και πολυγονου και ϲερεωϲ και θριδακινηϲ ϲυν τοιϲ ἀλφιτοιϲ και αὐτα δε τα
9999115 ξηροϲ
θερμοϲ και ξηροϲ , ἐν δε τῃ φθινοπωρινῃ ψυχροϲ και ξηροϲ , ἐν δε τῃ χειμερινῃ ὑγροϲ και ψυχροϲ .
ταξιν , ξηραινει δε χλωροϲ μεν ὠν πρωτηϲ ταξεωϲ , ξηροϲ δε δευτεραϲ . ὁ δε καρποϲ ὁ ξηροϲ τηϲ
9999114 βελοϲ
ἀνοητοι [ ] : πεπλαϲται ? [ παρ ' Ἀριϲτοφανει βελοϲ ] ! [ ! ] ! ! , Ἀριϲτοφανηϲ
ἀφουλωθεντων μετα χρονον ϲυχνον ἀποϲταντοϲ του τοπου και ῥαγεντοϲ το βελοϲ ἐξεπηδηϲεν . Ἀκολουθον ἀν εἰη μετα την των κατα
9999112 χοληϲ
δια το πληθοϲ ϲφηνωθεντοϲ την ἰδιωϲ προϲαγορευομενην γινεϲθαι φλεγμονην , χοληϲ δε ξανθηϲ κατα τι μοριον ἱϲταμενηϲ ἑρπητα , αἱματοϲ
ἑνωϲαϲ χρω : ἡ δοϲιϲ κοχλιαριον α . Καθαρτικον μελαινηϲ χοληϲ . Ὀριβαϲιου . Ὑδατοϲ # ε Γ μελιτοϲ #
9999109 ἀψυχα
των ὁρωνταν . οὑτος ἐστιν ὁ γοης , ὁ τα ἀψυχα θεοπλαστων , ὁ μεγας και δυσαλωτος ἐπιτειχισμος , οὑ
ἐστι του αἰτιου ὀνομα , ἱνα εἰδῃς ὁτι και τα ἀψυχα οὐκ ἐξουσιᾳ πεποιηκεν ἀλλ ' ἀγαθοτητι , ᾑ και
9999108 χολῳ
, και μ ' ᾐτιαασθε ἑκαστος : σχετλιε Πηλεος υἱε χολῳ ἀρα ς ' ἐτρεφε μητηρ , νηλεες , ὁς
μοι κατα θυμον ἐεισαο μυθησασθαι : ἀλλα μοι οἰδανεται κραδιη χολῳ ὁπποτε κεινων μνησομαι ὡς μ ' ἀσυφηλον ἐν Ἀργειοισιν
9999100 λιπα
δε Μοισαι ω ? [ πεδοθεν εφυν ? [ ποτμοιο λιπα [ ανηνικοντελε ? ? [ το βιοτωι ? ?
ταις ἐμβασεσι τας των μυων συντασεις , εἰτ ' ἐπαλειφοντες λιπα προς το μη ξηρανθεντος του ὑδατος ἀπεσκληρυμμενα γινεσθαι τα
9999099 ὁρμῃ
δ ' αὐτον : ποτε μεν ὡς πυρ φαινεται ἀπλατος ὁρμῃ , ποτε δ ' ὑδωρ , ποτε γνοφος :
των δε Κυντιλιων παθοντων τι προς τον δημον και ξυν ὁρμῃ ἀναπεμψαντων ἁ ἠκουσαν , ἐπιβουλευεσθαι παρ ' αὐτων ὁ
9999097 Τυρρηνικῳ
. . . κερκουρος : εἰδος τι νεως : Δειναρχος Τυρρηνικῳ ⌈ ⌉ . . . . Λιπαρα : Δειναρχος
περιτρεπομενων διαστρεφεται τα κωλα . συμφερει δε ποτε και κηρῳ Τυρρηνικῳ τακεντι συν ἐλαιῳ προ της σπαργανωσεως ἀλειφειν τα σωματα
9999092 λιθουϲ
ἡϲ ὁ χυλοϲ πινομενοϲ ϲυν οἰνῳ οὐρα τε ἀγει και λιθουϲ θρυπτει ἐϲχαραϲ τε ῥηϲϲει και ὀδονταϲ πραϋνει . Ἀπαρινη
εἰϲι δε και λεπτομερειϲ , ὡϲτε και τουϲ ἐν νεφροιϲ λιθουϲ θρυπτειν και πυριαιϲ ὑϲτερων ἁρμοττειν . Ἀρτοϲ καταπλαϲϲομενοϲ διαφορητικωτεροϲ
9999084 ἐτρεψε
ἀνηρ ἀγαθος γινεται ἐν πολεμωι . αἰψα δε δυσμενεων ἀνδρων ἐτρεψε φαλαγγας τρηχειας : σπουδηι δ ' ἐσχεθε κυμα μαχης
εἰπειν φοβεισθαι και ἀποτρεπεσθαι , ὁ δε ἀλλως την συνταξιν ἐτρεψε , φοβουμαι και ἀποτρεπομαι εἰπων . θ κἀποτρεπομαι ]
9999079 σπλαγχν
ἠνεμωμενη πτεροις . σκυμνος δε πατρος κηρα μαστευων φονου εἰς σπλαγχν ' ἐχιδνης αὐτοχειρ βαψει ξιφος , κακον μιασμ '
συμπλεουσιν ὁποσον ἐπιβαλλει μερος τιθεις , τα θ ' αὑτου σπλαγχν ' ἑκαστος ἐσθιει . ἀλλ ' ἑτερος εἰσπεπλευκεν ἐκ
9999075 λιπε
πεδιον , τοθι περ νυν αἰσυλα ῥεζεις . Ὡς φαμενον λιπε θυμος , ἐβη δ ' ἀφαρ Ἀιδος εἰσω .
αἰτιωδως παραλαμβανομενον , ἐχειν χρονικον παρακειμενον ἐπιρρημα , ἐπει δη λιπε δωμα Καλυψους ἠυκομοιο , ἐπει Τροιης ἱερον πτολιεθρον ἐπερσεν
9999074 λοχῳ
δε βωμον τονδε και πυρος σελας κυκλῳ περιστητ ' ἐν λοχῳ τ ' ἀπειρονι εὐξασθε ὁπου γαρ ἰσχυς συζυγουσι και
ἑπτα λοχοι γινονται τετρακοσιοι τεσσαρακοντα ὀκτω ἐν δ ' ἑκαστῳ λοχῳ πεντηκοστυες ἠσαν τεσσαρες : πεντηκοστυες , τα ἐκ πεντηκοντα
9999062 Φωκιδα
χωραν ἐπορθησε και ἀπεκτεινε πολλους : την δ ' ἀλλην Φωκιδα διηλθεν ἀπραγμονως . ἀφικομενος δε εἰς Ἡρακλειαν κατεβαλε το
κρατιστοι θηρωσιν Ἰβηρες , μετ ' ἐκεινους δε οἱ την Φωκιδα γην ποτε οἰκησαντες Κελτοι , ἐπι τουτοις δε Σικελοι
9999059 σκηνῃ
ἐστι περιακτος ὑψηλη : το δε βροντειον , ὑπο τῃ σκηνῃ ὀπισθεν ἀσκοι ψηφων ἐμπλεοι διωγκωμενοι φερονται κατα χαλκωματων .
και την εὐσεβειαν των φεροντων ἀγαμενος ἀνατιθησιν ἐν τῃ καθιερωμενῃ σκηνῃ της εὐχαριστιας των ἀνδρων ὑπομνημα . παγκαλη δε ἡ
9999058 Βοιωτιᾳ
. . . : Κτιζει δε και πολιν ἐν τῃ Βοιωτιᾳ μεγαλην , ἡντινα ἐκαλουν εἰς ἰδιον ὀνομα Καδμειαν .
: αἱ ἑπταπυλοι , ἁς ὁ Καδμος ἐκτισεν , ἐν Βοιωτιᾳ : αἱ ἑκατονταπυλοι ἐν Αἰγυπτῳ : και αἱ Ὑποπλακιοι
9999055 βελτισθ
των γιγνομενων ἐλλειπειν . ὡστε ἑως ἀν ᾐ το τα βελτισθ ' αἱρεισθαι , οὐδ ' ἀν εἱς ἑκων ἀπατωμενος
: ἰδιωτης μεγας αὐτοις ὁ Σευθης : οἰσθας , ὠ βελτισθ ' , ὁτι ἀγαθου στρατηγου διαφερειν οὐθεν δοκει .
9999052 Αἰακιδαο
. ” Ὡς ἐφατ ' : ᾐνησαν δε νεοι ἐπος Αἰακιδαο . ῥιμφα δε νη ' ἐπιβαντες ἐπερρωοντ ' ἐλατῃσιν
κακος δε τις ἠπαφε δαιμων : ἑρκος γαρ πολεμοιο δεδουποτος Αἰακιδαο μουνον ἐτ ' ἠν Αἰαντος ἐυ σθενος . Ἀλλ
9999047 Συρῳ
ταφηναι λεγουσιν : ὑστερον δε και μνημα αὐτοθι ἀνδρι ᾠκοδομηθη Συρῳ . τοτε δε Δημητριος τειχισας εἰχε : χρονῳ δε
, και ὑπερφρονει του κακου : ὡς Φερεκυδης ὑπερεφρονει ἐν Συρῳ κειμενος , των μεν σαρκων αὐτῳ φθειρομενων , της
9999047 Καρκινῳ
εὑρισκονται ἐν τῳ τριτῳ δεκανῳ των Διδυμων , ἐν δε Καρκινῳ νωχελεις και δολεροι , ἐν δε Λεοντι γενναιοι και
μενοντες , ἐν πλαναις και ξενιτειαις γινομενοι . Ἐστι τῳ Καρκινῳ ὑποτεταγμενα ταδε : ἐμπροσθια , Βακτριανη : ἀριστερα ,
9999047 ἀτοπῳ
δικαιον πεφυκε γιγνεσθαι , δει προς τουτο φιλονικουντας αὑτους περιβαλλειν ἀτοπῳ τινι , μαλλον δε προοραν και φυλαττεσθαι . το
ἐνικησεν και το δευτερον ἐν Συρακοσιοις λεγομενα , και μαλα ἀτοπῳ τε και αἰσχρᾳ νικῃ τοις της νικης αἰτιοις .
9999043 γλυκυϲ
ἐριου αὐτῳ βρεχομενων και ἐπιτιθεμενων : ἀπυρετων δε ὀντων και γλυκυϲ ϲυμμετροϲ παραπλεκεϲθω τῳ πολλῳ ἐλαιῳ και ἐριοιϲ οἰϲυπηροιϲ ἀναλαμβανεϲθω
δε πινομενη και ζωμοϲ ἁλμυροϲ ἐκ τε ὀρνιθοϲ και χηνοϲ γλυκυϲ τε ϲυν κονιᾳ λαμβανομενοϲ . Και το ψυλλιον δε
9999040 πηδαλιῳ
πρεσβυτῃ γυνη . ὡσπερ γαρ ἀκατος οὐδε μικρον πειθεται ἑνι πηδαλιῳ , το πεισμ ' ἀπορρηξασα δε ἐκ νυκτος ἑτερον
λεχθησεται : το γαρ πηδαλιον πηδαλιωτου πηδαλιον και το πηδαλιωτον πηδαλιῳ πηδαλιωτον , και ἡ κεφαλη κεφαλωτου κεφαλη και το
9999038 ἱππικῃ
' ἀπο του ἀναβαινειν ἐπι τους ἱππους παντα τα ἐν ἱππικῃ μελεταν „ . το δ ' ἀναβας τον ἱππον
εὐδοκιμους μεν ἱππους ἐχειν , εὐδοκιμειν δε αὐτον ἐν τῃ ἱππικῃ , ἠν μη τι δαιμονιον κωλυῃ ; Γραψαι δε
9999038 σαρκι
προσαγορευεται , τα δ ' ἀνευ χιτωνος ἐν αὐτῃ τῃ σαρκι γινομενα τηρουντα την του γενους ὀνομασιαν ὁμωνυμως ἀποστηματα προσαγορευεται
, . . Ἐγω γαρ και μετα την ἀναστασιν ἐν σαρκι αὐτον οἰδα και πιστευω ὀντα . και ὁτε προς
9999031 ῥιζα
του ἀκορου και το λευκον και της λευκης ἀμπελου ἡ ῥιζα ἠ λαπαθου ἀγριου της ῥιζης μετα σκιλλης τριωβολον ἠ
ὑποδασυς : ἀνθη λευκα , ὑποχλωρα : σπερμα μελαν : ῥιζα μακρα , στρυφνη , παχος ἐχουσα δακτυλου . φυεται
9999031 λιμῳ
εἰ δ ' ὀλοη : εἰ τι των ὀρνεων ὑπερβαλλουσῃ λιμῳ κατεχομενον προσελθῃ τῳ σωματι , αὐτοθεν ἀπολλυται . το
, εἰτα θερους ὡρᾳ θερμοτατῳ ἡλιῳ ἐν κτηνει καθεψεισθαι και λιμῳ ἀει κτεινοντι ἀποθνῃσκειν και μηδε αὑτην ἀποπνιξαι ἐχειν :
9999026 ᾐσχυνθη
' , εἰ μηδενα των ἀλλων , την αὑτου μητερα ᾐσχυνθη τοις ἀπ ' ἐκεινης οἰκειοις της ἐσχατης ἐνδειας αἰτιος
. Ὁ δε οὐδεν δι ' αὐτο ἐδεισεν , οὐδε ᾐσχυνθη τοις πεπραγμενοις , ἀλλα μυθους ἐπεβαλλετο λεγειν μακρους ,
9999025 δακτυλῳ
ἐν τῳ δακτυλῳ ἀλγηματος , ἀλλα την μεν ἐφεξης τῳ δακτυλῳ , ὁτι ὁ ταρσος ἀλγει , την δε τριτην
ἐντοϲ : ἐπι δε των ἀϲυντρητων οὐκ ἀμεϲωϲ ὁμιλει τῳ δακτυλῳ το ὀργανον , ἀλλα δια μεϲου του μενοντοϲ ἀϲυντρητου
9999024 ξυνεβη
και οὐχι ἐς ναυμαχιαν μαλλον ἠ ἐπι στρατειαν ἐπλεομεν : ξυνεβη δε και τα ἀπο της τυχης οὐκ ὀλιγα ἐναντιωθηναι
και διεφθειραν τας πασας ἐς διακοσιας . χρονῳ δε ὑστερον ξυνεβη Θασιους αὐτων ἀποστηναι , διενεχθεντας περι των ἐν τῃ
9999022 σαρξ
χολης , ᾑ ἀν τυχῃ ἁλισθεντα : ταυτῃ γαρ ἡ σαρξ σηπεται και ἑλκουται , και προσκατασηπει το ἐσελθον του
πληθος σαρκων , ὁταν ἀρξωμεθα αὐτο τηκειν , μειουται ἡ σαρξ , ἡ προτερον διατεινουσα το δερμα : ἐντευθεν χαλαρωτερον
9999019 Κυρῳ
τα θηρια και φιλονικουντας και διωκοντας και ἀκοντιζοντας . και Κυρῳ ἡδετο οὐ δυναμενῳ σιγαν ὑπο της ἡδονης , ἀλλ
. ἀλλους δε τινας ἐφασαν λεγειν ὑπομαλακιζομενους , ὡς και Κυρῳ πιστοι ἐγενοντο και βασιλει ἀν πολλου ἀξιοι γενοιντο ,
9999017 ἐβλεπε
δε ἡ χρωμενη ἐνετιθει αὐτον εἰς την κεφαλην και οὑτως ἐβλεπε : και οὑτως , μιας αὐτων ἀποδιδουσης τῃ ἑτερᾳ
την ἀποδημιαν : και γαρ Ἑλλαδος ἠκουε φωνης και θαλασσαν ἐβλεπε την ἀγουσαν εἰς Συρακουσας : ὡς δ ' ἡκεν
9999014 χερσῳ
γαρ ἀνθρωποις ᾑ ἀνθρωποις και χερσαιοις οὐσι ζῳοις το ἐν χερσῳ διαγειν , ἰχθυσι δε ὑδρηλοις οὐσι το διατριβειν ἐν
' ἀρουραις , και τας ἐργασιας της μοσχειας κομιζεται τῃ χερσῳ παραπλησιως : την τε ἀροσιμον ὑπερ κεφαλης εἰναι των
9999013 κηρυκι
! ! ! ! ! ! ! ! ] α κηρυκι [ ! ! ] ! ! ? [ !
κηρυκι των θεων και ὑπηρετῃ : ἠ ἡ γλωττα τῳ κηρυκι τουτων των ἀγγελιων , τουτεστι σοι τεμνεται : ἀντι
9999002 φθορᾳ
δ ' ἐξ ὑποθεσεως και τοις ἐν γενεσει τε και φθορᾳ πασι . διο και ἐπ ' ἐκεινων μεν ἀντιστρεφει
ὀντα . Ἰστεον ὁτι πασα οὐσια των ἐν γενεσει και φθορᾳ δια γενεσεως ἐρχεται ἐκ του μη ὀντος εἰς το
9999000 Ἀλκιβιαδῃ
εἰρημενον τεινειν και προς το ὑπο Πλατωνος εἰρημενον ἐν τῳ Ἀλκιβιαδῃ , το ὁπερ τις οἰδε , μαθων ἠ εὑρων
ἐνθα ἀνεκειτο πινακιον ἐχον γης περιοδον , και προσεταξε τῳ Ἀλκιβιαδῃ την Ἀττικην ἐνταυθ ' ἀναζητειν . ὡς δ '
9999000 Εἰπε
πολλας καταπεπωκως δικας . Τουτι γαρ ἐργαζει συ τοὐργον ; Εἰπε μοι , νεανιας ὠν συκοφαντεις τους ξενους ; Τι
, ὡς παρακελευστικος ὁ λογος ἠν ἐπ ' ἀρετην . Εἰπε μοι , ἐφη , ὠ Σωκρατες τε και ὑμεις
9998999 σχολῃ
την στρατιαν βαρειαν οὐσαν ἠδη τῳ πληθει των ὠφελειων και σχολῃ πορευομενην . Οἱ δε Οὐολουσκοι το μεγεθος της κομιζο
. ὁστις οὐν περι των γνωριζομενων τοπων τοσαυτα ἐψευσται , σχολῃ γ ' ἀν περι των ἀγνοουμενων παρα πασιν ἀληθευειν
9998998 δακρυα
οὐν ἀδελφηι ταυτ ' ἐμηι ; μη προς θεων . δακρυα γουν γενοιτ ' ἀν . οὐκουν οὑτος οἰωνος μεγας
τυμβον ἐπ ' εὐρωεντα : κυσεν δ ' ὁ γε δακρυα χευων στηλην εὐποιητον ἀποφθιμενοιο τοκηος , και ῥα περιστεναχων
9998997 Πελοψ
: ἡρωων δε των ἐν Ὀλυμπιᾳ τοσουτον προτετιμημενος ἐστιν ὁ Πελοψ ὑπο Ἠλειων ὁσον Ζευς θεων των ἀλλων . ἐστιν
Ζευς ἐν θεοις , τον Γανυμηδην ἁρπασας . ὁπερ ὁ Πελοψ μαθων τον Λαϊον κατηρασατο ἐξ οἰκειας φονευθηναι γονης .
9998996 ἐβιωσε
θανατον αὐτου τον βουλομενον διδασκειν τα Αἰσχυλου χορον λαμβανειν . ἐβιωσε δε ἐτη ξγʹ , ἐν οἱς ἐποιησε δραματα οʹ
ἡ ψυχη προ του τῳδε τῳ σωματι ἐνδεθηναι παλαι ποτε ἐβιωσε , και ἑαυτον δε ἀναμφιλεκτοις τεκμηριοις ἀπεφαινεν Εὐφορβον γεγονεναι
9998993 Σκυρῳ
τῃ ἀρᾳ τῃ ἐς τον υἱον ἀποθανειν ὑπο Λυκομηδους ἐν Σκυρῳ , Θησει δε ξενον ὀντα τον Πηλεα και κοινωνον
γινωσκειν , εἰτε τις Ἀχιλλει ποτε Βρισηις ἠρεσεν εἰτε ἐν Σκυρῳ τις ἐδοξεν εἰναι καλη , ἀλλα δουναι προς γαμον
9998992 ρκε
. μαϲτιχινον ρκγ Ἐλ . ϲτυρακινον ρκδ Ἐλ . ϲικυωνιον ρκε Ἐλ . μετωπιον ρκϚ Ἐλ . μενδηϲιον ρκζ Ἐλ
μδ λδ , ἡ δ ' ἐπι της ΓΘ μοιρων ρκε κϚ ι . ἀκολουθως δε και ἡ μεν ὑπο
9998991 ἡσυχιᾳ
ἡσυχιαν ἀγουσα , ὡς μεχρι γε του ἐκει εἰναι ἐν ἡσυχιᾳ , οὐδεν ἐτι πολυπραγμονουσα εἰς ἑν γενομενη βλεπει ,
ἀρχην διετελεσαν , εἰρηνην μεν ἀγοντες ἀπο των ἐξωθεν πολεμωνἐν ἡσυχιᾳ γαρ ἠν παντα τα διαφοραὑπο δε των ἐν τῃ
9998987 ρκη
δ , η , ιϚ , λβ , ξδ , ρκη , σνϚ , τριπλασιῳ δε α , γ ,
. . . . . . . . . . ρκη κθ γʹ : Μοδουρα ἡ των Θεων . .
9998979 ζωνῃ
ἐπιφερει : μεν νωθης και ἀναστερος οἱα σεληνῃ σκεψασθαι , ζωνῃ δ ' ἀν ὁμως ἐπιτεκμηραιο Ἀνδρομεδης : ὀλιγον γαρ
χαροποι : ταις δε πραξεσι σωφρονες , ἀξιαν ἐχοντες ἐν ζωνῃ , εὐπαιδευτοι , γραμματικοι , ἰατροι , πραγματευται ,
9998979 γλωσσηι
δομοισιν εἰ . λεγε και σημαιν ' , ἱνα και γλωσσηι συντονα τοις σοις γραμμασιν αὐδω . πεμπω σοι προς
, οὑς ναυς μη μια παντας ἀγοι , οἱσιν ἐπι γλωσσηι τε και ὀφθαλμοισιν ἐπεστιν αἰδως , οὐδ ' αἰσχρον
9998978 θωρακι
ἐν δε τῃ δευτερᾳ μετα την ἐπαφαιρεσιν ἐπιθησεις παντι τῳ θωρακι της δια της θαψιας κηρωτης , εἰτ ' ἀρας
διμερη την ψυχην , το μεν λογικον ἐχουσαν ἐν τῳ θωρακι καθιδρυμενον , το δ ' ἀλογον καθ ' ὁλην
9998974 πηγανῳ
ἐξω το παν . ἐϲτωϲαν ὠν θερμαι αἱ τεγξιεϲ ξυν πηγανῳ και ἀνηθῳ , ἐμπαϲϲομενου νιτρου : και ἐπιπλαϲματα ξυν
του καστοριου : μετα δε τουτο ῥοφεειν διδοναι ἀλητον ξυν πηγανῳ ἑφθον ἠ πτισανης χυλον . Ἠν δε γυναικι μετα
9998974 ὑγραϲ
ἀϲτραγαλων ἐλαφειων κεκαυμενων ⋖ δ ἀψινθιου χυλου ⋖ δ τερεβινθινηϲ ὑγραϲ ⋖ δ : τα ξηρα λειωϲαϲ ϲηϲαϲ λειου παλιν
δε ἐϲτι περι δυναμεωϲ τροφων εἰπειν . ὁτι μεν οὐν ὑγραϲ και ψυχραϲ εἰναι προϲηκει τροφαϲ ταϲ μελλουϲαϲ ὀνηϲειν τουϲ
9998966 κρυψω
' ἠλυθες . διαχαλατε μοι μελαθρα , δμωες , ὡς κρυψω δεμας . τι δε , τεκνον , φευγεις ;
” ἡ δ ' εἰπε “ και πως ἐργον ἐμφανες κρυψω ; το κερας κεκραγε , κἀν ἐγω σιωπησω .
9998965 Ἀσκληπιῳ
και νησον οὐκ ὀλιγην ἐργαζεται . τουτο το χωριον τεμενος Ἀσκληπιῳ παιδες Ῥωμαιων ἀνεθεσαν . . . Ἀσκληπιος μετα το
τριχας ἐκφυσαι . Ἐδοξε τις λεγειν αὐτῳ τινα θυσον τῳ Ἀσκληπιῳ . τῃ ὑστεραιᾳ μεγαλῃ συμφορᾳ ἐχρησατο : κατηνεχθη γαρ
9998960 φρασω
τρισιν πληγαις ἀπηδεσθη το ῥαμφος . Ἐγω γαρ ὑμιν νυν φρασω . Εἰξασιν γαρ τοις παιδαριοις τουτοις , οἱ ἑκαστοτε
Μιλησιον ἀπικομενον ἐς Ἀθηνας χρηισαι σφεων βοηθεειν , ταυτα πρωτα φρασω . Ἀθηναι , ἐουσαι και πριν μεγαλαι , τοτε
9998959 δριμεα
ταϲ ἐπιϲημουϲ εὐωδιαϲ τε και ἀρτυϲειϲ και τα ἀλλα τα δριμεα . ἀπεχεϲθω δε ἡ τιτθη και λαγνειων και πονειτω
δ ' οἰνον ἐπι τουτων ἀνακουφιζειν δει και παντα τα δριμεα ἀποζεματα , τῳ δ ' εὐκρατῳ καταχρηστεον και ἀρτῳ
9998957 κυαθοϲ
ἠροϲ και του φθινοπωρου . ποτηματα δε τουτοιϲ ἁρμοζει ὀξουϲ κυαθοϲ α μετα κεδριαϲ κυαθου α και χυλου κραμβηϲ ὠμηϲ
δε οὐδεμιαν ἐπιφανη κεκτηται : ὁ δε χυλοϲ αὐτηϲ ὁϲον κυαθοϲ μετα ζυθου πινομενοϲ την πλατειαν ἑλμινθα ἀπαραβατωϲ ἐκτιναϲϲει .
9998953 σκηπτρῳ
διετυπωσεν , ὁτι δη ὁ ἀετος ἐπικαθημενος τῳ του Διος σκηπτρῳ και κατακηλουμενος ταις μουσικαις ᾠδαις εἰς ὑπνον καταγεται ,
ἑκαστος ἐχει και σκηπτρον χειροποιητον : ἐπ ' ἑκαστῳ δε σκηπτρῳ ἐπεστι πεποιημενον ἠ μηλον ἠ ῥοδον ἠ κρινον ἠ
9998937 ἐασῃ
παχυτητι κατασχῃ κατα την θερμασιαν του οἰνου , και μη ἐασῃ αὐτον εὐαναδοτον γενεσθαι . ὁ οὐν ἐκει ἐποιει το
ἐμνησθη των προς τι , ἱνα μη ἐπι πολυν χρονον ἐασῃ τον ἀκροατην ἀγνοουντα περι αὐτων , δια τουτο εὐθεως
9998937 πινῃ
την ἀνθρωπον , και διψα μιν λαμβανῃ καρτερη , και πινῃ , και μη ἀπεμεῃ : το μεν γαρ ἐς
μελικρητῳ κυαθοιϲ τριϲι ἐϲ ἡμεραϲ πλευναϲ : ἠν δε μη πινῃ τοδε , † ἐκτευξιν ξυμφορηϲ ξυν ἐλαιῳ , ἐνθα
9998932 γαϲτροϲ
ἐϲτι γεννητικον . βλιτον δε και ἀτραφαξυϲ ὑγρα μεν και γαϲτροϲ ὑπακτικα , ὀλιγοτροφα δε . τα δε ἀκανθωδη παντα
ὑδατι γλυκει . ἁπαϲι δε τοιϲ ὀϲτρακοδερμοιϲ ὑπαρχει χυλοϲ ὑπακτικοϲ γαϲτροϲ : διο και τοιϲ χερϲαιοιϲ κοχλιοιϲ : και τουτων
9998931 σφωι
τι ὀρθοτονειται , τουτο και προς τι . το ὁς σφωι προϊει κατ ' ὀρθον τονον , και το νοουμενον
ἐκ του σοι και σοι και ἐκεινῳ . ὁθεν το σφωι . . συ και κρατερος Λυκομηδης εἰ συλληψιν ἐχει
9998929 ῥοδα
' οὐ μαλοις : οὐκ ἠρατο ὡστε μηλα διδοναι ἠ ῥοδα ἠ ἑτερον τι εἰς το καλλωπιζειν , ἀλλα μανιαις
φλεγμονων ἀρνογλωσσον ἠ πολυγονον ἐγκαθεψωμεν τῳ ὑδατι ἠ σιδια ἠ ῥοδα ἠ βατου ἀκρα . ἐπι δε των σπασμον καταγγελλουσων
9998925 Πηλιῳ
ἡ Ὀσσα ἐπιτεθεισα τῳ Ὀλυμπῳ , και ὁ Ὀλυμπος τῳ Πηλιῳ , ἀλλα ἀπειχον του οὐρανου , ὁσον ἀπεχει ἀπατη
λο - γον εἰπειν , ὁν ποτ ' ἐν τῳ Πηλιῳ διελεχθη προς τινα των ἀπ ' Αἰτωλιας . θυμου
9998924 Ἀγε
Αἰαντος πολιν . Ὡς ὀνος ἀπωτερω καθηνται της λυρας . Ἀγε δη προς ἑω πρωτον ἁπαντων ἱστω και λαμβανε χερσιν
πανυ . Πρωτον δε μοι τον ἐξ Ὀρεστειας λεγε . Ἀγε δη σιωπα πας ἀνηρ . Λεγ ' , Αἰσχυλε
9998922 κρηνῃ
ἐτυμολογουσιν ὁμοιως : οἱ μεν γαρ ἀπο Πισης ὁμωνυμου τῃ κρηνῃ πολεως , την δε κρηνην Πισαν εἰρησθαι , οἱον
οὐκ ἐπειθεν , ἀπῃει δυσχερανας . ἰδων δε παιδας ἐν κρηνῃ τινι των κατα την οἰκιαν ῥαφανιδας πλυνοντας ἠρετο αὐτους
9998918 Ἐγωγε
Καθορω . Τι δαι ; τἀμπορια και τας ὁλκαδας ; Ἐγωγε . Πως οὐν οὐ μεγαλως εὐδαιμονεις ; Ἐτι νυν
ὁτι χρωμα τι , διοτι και ἀλλα τυγχανει ὀντα ; Ἐγωγε . Και εἰ γε σε ἐκελευε λεγειν ἀλλα χρωματα
9998918 ιεʹ
ἀγονοι οἱ ἀνδρες ιδʹ . Δια τι αἱ ἡμιονοι στειραι ιεʹ . Εἰ το ἐμβρυον ζῳον ιϚʹ . Πως τρεφεται
ιδʹ . [ ιεʹ . ] Νοεμβριος : Ἀθυρ . ιεʹ . [ ιϚʹ . ] Δεκεμβριος : Χυακ .
9998910 ξυλῳ
διαφυγοιεν θηραν , ἡς τοιοσδε τις ὁ τροπος ἐστι : ξυλῳ παχει και κατα πηχυν ἑνα βραχει μολυβδον οἱ ἁλιεις
τα ἐπι των γενειων ἐξανθηματα . ] Σιδηρον πεπυρακτωμενον ἐπιβαλε ξυλῳ καλουμενῳ παλιουρῳ , και το ἐπιγιγνομενον ὑγρον λαβων καταχριε
9998907 γιγνωσκω
μεν ταυτα οὐκ εἰθισμενοι ποιειν οἱ ἱππεις εἰσιν οἰδα : γιγνωσκω δε ὁτι ἀγαθα και καλα και τοις θεαταις ἡδεα
. ἐγω δε ἁμα τε αὐτον ὁρω εὐ πραττοντα και γιγνωσκω δη αὐτου την γνωμην . εἰποι δη τις ἀν
9998900 Ἀτθιδι
και ταυτα , ὁποια λεγεται , προτερον ἐτι ἐν τῃ Ἀτθιδι συγγραφῃ . Περσει δ ' ἐς Λιβυην και ἐπι
ὑπο Νηλεως του Κοδρου κτισθεισων , ὡς φησιν Ἑλλανικος ἐν Ἀτθιδι . . . : οὐκετι Κολαινις ] φησι δε
9998898 ΑΒΓΔΕΖ
ἑξαγωνου ἐγγραφεντος εἰς τον ἐντος κυκλον του ἐφ ' οὑ ΑΒΓΔΕΖ αἱ τε ἐφ ' ὡν ΚΑ ΚΒ ΚΓ ἐκ
ὁ δοθεις κυκλος ὁ ΑΒΓΔΕΖ : δει δη εἰς τον ΑΒΓΔΕΖ κυκλον ἑξαγωνον ἰσοπλευρον τε και ἰσογωνιον ἐγγραψαι . Ἠχθω
9998896 γλυκυ
και ἀπ ' ἀμφοτερων ἐς το ἡσσον . Γλυκυ οὐ γλυκυ , γλυκυ ἐς δυναμιν οἱον ὑδωρ , γλυκυ ἐς
ὡς κυαμου μεγεθος εἰς πεσσον ἐγχριστεον και καταβαπτεον εἰς ἐλαιον γλυκυ ἠ Σουσινον , ἱνα το πολυ της δηξεως ἀπαμβλυνθῃ
9998893 ζηλῳ
τις κτησαιτο , λεγειν τε δυνασθαι και πραττειν τα δεοντα ζηλῳ των ἀριστων και φυγῃ των χειρονων , ὁταν μητε
† ἀρχων ἐσται Δεον θεων εἰπειν , θεοις εἰπεν Ὁμηρικῳ ζηλῳ ἐκεινος γαρ ἠνασσε τοις Ἀχαιοις λεγει . ἐστι δε
9998893 μισθῳ
ὑπερφρονες δια την ἀνδριαν . ὁ ἀπατησας τον Ἡρακλην τῳ μισθῳ . * Αὐγειας . * των Ἠλειων . εἰς
. λογογραφον . λογογραφους γαρ ἐκαλουν οἱ παλαιοι τους ἐπι μισθῳ λογους γραφοντας και πιπρασκοντας αὐτους εἰς δικαστηρια , ῥητορας

Back