ἠνεμωμενη πτεροις . σκυμνος δε πατρος κηρα μαστευων φονου εἰς σπλαγχν ' ἐχιδνης αὐτοχειρ βαψει ξιφος , κακον μιασμ '
συμπλεουσιν ὁποσον ἐπιβαλλει μερος τιθεις , τα θ ' αὑτου σπλαγχν ' ἑκαστος ἐσθιει . ἀλλ ' ἑτερος εἰσπεπλευκεν ἐκ
9999519 Αἰσχυλῳ
γυμνος ἀληλιμμενος τοις παιανιζουσι των ἐπινικιων ἐξηρχε . Παρ ' Αἰσχυλῳ δε την τραγῳδιαν ἐμαθε . και πολλα ἐκαινουργησεν ἐν
ἐπιφυσεις παραγωγως κοτυληδονες . και τα κυμβαλα δε παρ ' Αἰσχυλῳ κοτυλαι : χαλκοδετοις κοτυλαις ὀτοβει . Μαρσυας δε το
9999494 κολοκυνθιδοϲ
φλεγματοϲ και μελαγχολιαϲ και των λοιπων κοινον καθαρτηριον . Λαθυριδων κολοκυνθιδοϲ ἐντεριωνηϲ χαμελαιαϲ φυλλων ξηρων ϲκαμμωνιαϲ ἐπιθυμου πολυποδιου ἀνιϲου ἀνα
μελικρατῳ : και διαϲτηϲαντα παλιν κλυζειν τῳ δια κενταυριου και κολοκυνθιδοϲ : εἰτα την ἱεραν αὐθιϲ διδοναι και ἐφεξηϲ ἀποφλεγματιϲμοιϲ
9999445 Θετταλιᾳ
Ἡρακλει κεκμηκοτι . ταυτην ἐπειραθη καταδραμειν ὁ Φιλιππος ὠν ἐν Θετταλιᾳ , μαθοντες δε Ἀθηναιοι και περιπλευσαντες τον τοπον ἀπεωσαντο
κυων ἐς την ἀγοραν παραβαλῃ , ἀναιρουσιν αὐτον . ἐν Θετταλιᾳ δε ὁ μελλων γαμειν θυων τα γαμοδαισια ἱππον ἐσαγει
9999429 χονδροϲ
ὁ ϲεμιδαλιτηϲ και τριτοϲ ὁ ϲυγκομιϲτοϲ . πυροι ἐφθοι ϲεμιδαλιϲ χονδροϲ . κυαμοι ϲαρκουϲι την ἑξιν οὐκ ἐϲφιγμενῃ και πυκνῃ
γλιϲχρον χυμον . ἐϲτι δε και ἡ ϲεμιδαλιϲ και ὁ χονδροϲ ἱκανωϲ γλιϲχρα . τενοντεϲ και ἀπονευρωϲειϲ και τα περι
9999418 σκορπιῳ
το πλατος αὐτης κατα τον δια μεσων ἐν χηλαις και σκορπιῳ και κριῳ και ταυρῳ , ὡς οἱ περι τον
φθινοπωρον ἐνυδρον εἰναι . Ὁτε δε ἐν οἰκῳ Ἀρεως τῳ σκορπιῳ γενηται ὁ Ζευς , ὁ χειμων ἀρχομενος ἐσται μετα
9999404 εὐπρεπη
καταλιπῃ : οὐδε γαρ ἀλλως αὐτῳ την ἐπι Ῥωμην ὁδον εὐπρεπη και ἐνδοξον ἐσεσθαι , μη της πρωτης ἐν Ἰταλιᾳ
δε και τινες των ἀλλων συγγραφεων φασιν αὐτην ἑταιραν γεγονεναι εὐπρεπη , και δια το καλλος ἐρωτικως ἐχειν αὐτης τον
9999399 σαρξ
χολης , ᾑ ἀν τυχῃ ἁλισθεντα : ταυτῃ γαρ ἡ σαρξ σηπεται και ἑλκουται , και προσκατασηπει το ἐσελθον του
πληθος σαρκων , ὁταν ἀρξωμεθα αὐτο τηκειν , μειουται ἡ σαρξ , ἡ προτερον διατεινουσα το δερμα : ἐντευθεν χαλαρωτερον
9999394 ιβʹ
προς Ϛʹ ἐκ του ἡμιολιου θʹ προς Ϛʹ και ἐπιτριτου ιβʹ προς θʹ και παλιν ἡμιολιου ιβʹ προς ηʹ και
ιδ μ , τας δε τοσαυτας μοιρας και ἐτι το ιβʹ αὐτων ἡ σεληνη κινειται μεσως ἐν ἡμερᾳ μιᾳ και
9999393 ἐτρεψε
ἀνηρ ἀγαθος γινεται ἐν πολεμωι . αἰψα δε δυσμενεων ἀνδρων ἐτρεψε φαλαγγας τρηχειας : σπουδηι δ ' ἐσχεθε κυμα μαχης
εἰπειν φοβεισθαι και ἀποτρεπεσθαι , ὁ δε ἀλλως την συνταξιν ἐτρεψε , φοβουμαι και ἀποτρεπομαι εἰπων . θ κἀποτρεπομαι ]
9999391 πηδαλιῳ
πρεσβυτῃ γυνη . ὡσπερ γαρ ἀκατος οὐδε μικρον πειθεται ἑνι πηδαλιῳ , το πεισμ ' ἀπορρηξασα δε ἐκ νυκτος ἑτερον
λεχθησεται : το γαρ πηδαλιον πηδαλιωτου πηδαλιον και το πηδαλιωτον πηδαλιῳ πηδαλιωτον , και ἡ κεφαλη κεφαλωτου κεφαλη και το
9999385 ᾐσχυνθη
' , εἰ μηδενα των ἀλλων , την αὑτου μητερα ᾐσχυνθη τοις ἀπ ' ἐκεινης οἰκειοις της ἐσχατης ἐνδειας αἰτιος
. Ὁ δε οὐδεν δι ' αὐτο ἐδεισεν , οὐδε ᾐσχυνθη τοις πεπραγμενοις , ἀλλα μυθους ἐπεβαλλετο λεγειν μακρους ,
9999376 λινῳ
μυουρα δε κατα το σχημα , και κροκυδι περιελισσειν ἠ λινῳ ἐπιμηκει , ὁπως μετα το αὐταρκη μειναι χρονον ἐπισπασθῃ
ἐπειτα πεισεται ἁσσα οἱ Αἰσα Κατακλωθες τε βαρειαι γεινομενῳ νησαντο λινῳ , ὁτε μιν τεκε μητηρ . και τας ἐν
9999372 Ὀλυμπιαδι
Μηδαν γημας την του Θρᾳκων βασιλεως ἐπεισηγαγε και ταυτην τῃ Ὀλυμπιαδι , ἐπι πασαις δε Κλεοπατραν την Ἀτταλου ἀδελφιδην ἐπεισαγων
, το πελαγος . Διονυσιος : ὁς προτερον ἐπι τῃ Ὀλυμπιαδι πολιν ἐκτισεν Ἀδριαν ἐν τῳ Ἰωνικῳ κολπῳ , ἀφ
9999356 Εὐριπιδῃ
τις συγγενειος ὁ τα της συγγενειας δικαια ἐφορων παρ ' Εὐριπιδῃ . διακριτεον δ ' αὐτους τῳ τους μεν ἀπο
? [ ] ? [ ] [ παρ ] ' Εὐριπιδῃ Νεοπτολεμο ] ? [ ] Φιλοκτη ? [ Ὀδυσσευς
9999353 Πελοπα
Τανταλιδων και ἀπ ' αὐτου καταγεσθαι Τανταλον , ἀπο Τανταλου Πελοπα , ἀπο Πελοπος Ἀτρεα , ἀπο Ἀτρεως Ἀγαμεμνονα ,
ἐστιν εἰκων χαλκη , ταινιαν τε ἐχουσα και ἀναδειν τον Πελοπα μελλουσα ἐπι τῃ νικῃ . το δε ἑτερον του
9999353 χερσῳ
γαρ ἀνθρωποις ᾑ ἀνθρωποις και χερσαιοις οὐσι ζῳοις το ἐν χερσῳ διαγειν , ἰχθυσι δε ὑδρηλοις οὐσι το διατριβειν ἐν
' ἀρουραις , και τας ἐργασιας της μοσχειας κομιζεται τῃ χερσῳ παραπλησιως : την τε ἀροσιμον ὑπερ κεφαλης εἰναι των
9999348 Κολχιδα
γενεσθαι . Καταπλωσαντας γαρ μακρῃ νηϊ ἐς Αἰαν τε την Κολχιδα και ἐπι Φασιν ποταμον , ἐνθευτεν , διαπρηξαμενους και
Θεσπιου παιδας και αὐτον τον στελλομενον τον πλουν ἐπι την Κολχιδα . 〚 την δε ναυν Ἀργω προσαγορευθηναι κατα μεν
9999336 Κυπρι
τῳ σῳ βουλομαι κολπῳ πληκτιζεσθαι μετα της σης πυγης . Κυπρι , τι μ ' ἐκμαινεις ἐπι ταυτῃ ; μεθες
. Γλυκυ Θησεως το τεκνον βαλε και λογοις με , Κυπρι , ἱνα παν μελος συνᾳδῃ , ἀκοη , φρενες
9999328 Κυρῳ
τα θηρια και φιλονικουντας και διωκοντας και ἀκοντιζοντας . και Κυρῳ ἡδετο οὐ δυναμενῳ σιγαν ὑπο της ἡδονης , ἀλλ
. ἀλλους δε τινας ἐφασαν λεγειν ὑπομαλακιζομενους , ὡς και Κυρῳ πιστοι ἐγενοντο και βασιλει ἀν πολλου ἀξιοι γενοιντο ,
9999323 φαρυγγι
διετελει : προ τριων ἡμερων της τελευτης , ῥεγχωδης ἐν φαρυγγι , και παλιν ἐπανιετο , ἐτελευτησεν . Ἡγησιπολιος παιδιον
προϊῃ ὁ πλευμων , ἀλλα πληρης ἐων ζεῃ ἐν τῃ φαρυγγι . Κορυζας δε και πταρμους ἐπι πασι τοισι περι
9999322 σποδῳ
. δουλειαν ] δουλικην . δουλειαν ] δουλην . ψαφαρᾳ σποδῳ ] λεπτῃ κονει . ψαφαρᾳ σποδῳ ] γῃ ,
και δυσχερως , ἀλλ ' ἀληθως και ἀναμφιβολως εἰσι τῃ σποδῳ κεκονιαμενοι , κατακεχωσμενοι , ἀνῃρημενοι . οὐδ ' ἀμφιλεκτως
9999321 κηρυκι
! ! ! ! ! ! ! ! ] α κηρυκι [ ! ! ] ! ! ? [ !
κηρυκι των θεων και ὑπηρετῃ : ἠ ἡ γλωττα τῳ κηρυκι τουτων των ἀγγελιων , τουτεστι σοι τεμνεται : ἀντι
9999313 ξηροϲ
θερμοϲ και ξηροϲ , ἐν δε τῃ φθινοπωρινῃ ψυχροϲ και ξηροϲ , ἐν δε τῃ χειμερινῃ ὑγροϲ και ψυχροϲ .
ταξιν , ξηραινει δε χλωροϲ μεν ὠν πρωτηϲ ταξεωϲ , ξηροϲ δε δευτεραϲ . ὁ δε καρποϲ ὁ ξηροϲ τηϲ
9999301 Ἀσκληπιῳ
και νησον οὐκ ὀλιγην ἐργαζεται . τουτο το χωριον τεμενος Ἀσκληπιῳ παιδες Ῥωμαιων ἀνεθεσαν . . . Ἀσκληπιος μετα το
τριχας ἐκφυσαι . Ἐδοξε τις λεγειν αὐτῳ τινα θυσον τῳ Ἀσκληπιῳ . τῃ ὑστεραιᾳ μεγαλῃ συμφορᾳ ἐχρησατο : κατηνεχθη γαρ
9999297 δακτυλῳ
ἐν τῳ δακτυλῳ ἀλγηματος , ἀλλα την μεν ἐφεξης τῳ δακτυλῳ , ὁτι ὁ ταρσος ἀλγει , την δε τριτην
ἐντοϲ : ἐπι δε των ἀϲυντρητων οὐκ ἀμεϲωϲ ὁμιλει τῳ δακτυλῳ το ὀργανον , ἀλλα δια μεϲου του μενοντοϲ ἀϲυντρητου
9999290 γλυκυϲ
ἐριου αὐτῳ βρεχομενων και ἐπιτιθεμενων : ἀπυρετων δε ὀντων και γλυκυϲ ϲυμμετροϲ παραπλεκεϲθω τῳ πολλῳ ἐλαιῳ και ἐριοιϲ οἰϲυπηροιϲ ἀναλαμβανεϲθω
δε πινομενη και ζωμοϲ ἁλμυροϲ ἐκ τε ὀρνιθοϲ και χηνοϲ γλυκυϲ τε ϲυν κονιᾳ λαμβανομενοϲ . Και το ψυλλιον δε
9999288 σχολῃ
την στρατιαν βαρειαν οὐσαν ἠδη τῳ πληθει των ὠφελειων και σχολῃ πορευομενην . Οἱ δε Οὐολουσκοι το μεγεθος της κομιζο
. ὁστις οὐν περι των γνωριζομενων τοπων τοσαυτα ἐψευσται , σχολῃ γ ' ἀν περι των ἀγνοουμενων παρα πασιν ἀληθευειν
9999288 σιγα
Σηθ προς το θηριον : κλεισαι σου το στομα και σιγα , και ἀποστηθι ἀπο της εἰκονος του θεου ἑως
δ ' ἀξυνημων , καρδιας [ ] κυκωμενης , καθειρξα σιγα [ ] ! ! ! [ ! ! !
9999286 σαρκι
προσαγορευεται , τα δ ' ἀνευ χιτωνος ἐν αὐτῃ τῃ σαρκι γινομενα τηρουντα την του γενους ὀνομασιαν ὁμωνυμως ἀποστηματα προσαγορευεται
, . . Ἐγω γαρ και μετα την ἀναστασιν ἐν σαρκι αὐτον οἰδα και πιστευω ὀντα . και ὁτε προς
9999283 πηγανῳ
ἐξω το παν . ἐϲτωϲαν ὠν θερμαι αἱ τεγξιεϲ ξυν πηγανῳ και ἀνηθῳ , ἐμπαϲϲομενου νιτρου : και ἐπιπλαϲματα ξυν
του καστοριου : μετα δε τουτο ῥοφεειν διδοναι ἀλητον ξυν πηγανῳ ἑφθον ἠ πτισανης χυλον . Ἠν δε γυναικι μετα
9999274 ὑγραϲ
ἀϲτραγαλων ἐλαφειων κεκαυμενων ⋖ δ ἀψινθιου χυλου ⋖ δ τερεβινθινηϲ ὑγραϲ ⋖ δ : τα ξηρα λειωϲαϲ ϲηϲαϲ λειου παλιν
δε ἐϲτι περι δυναμεωϲ τροφων εἰπειν . ὁτι μεν οὐν ὑγραϲ και ψυχραϲ εἰναι προϲηκει τροφαϲ ταϲ μελλουϲαϲ ὀνηϲειν τουϲ
9999266 χοληϲ
δια το πληθοϲ ϲφηνωθεντοϲ την ἰδιωϲ προϲαγορευομενην γινεϲθαι φλεγμονην , χοληϲ δε ξανθηϲ κατα τι μοριον ἱϲταμενηϲ ἑρπητα , αἱματοϲ
ἑνωϲαϲ χρω : ἡ δοϲιϲ κοχλιαριον α . Καθαρτικον μελαινηϲ χοληϲ . Ὀριβαϲιου . Ὑδατοϲ # ε Γ μελιτοϲ #
9999260 Ὀλυμπιῳ
: το δε τριτον ὀλυμπικως τῳ σωτηρι τε και τῳ Ὀλυμπιῳ Διι , ἀθρει ὁτι οὐδε παναληθης ἐστιν ἡ των
ἀρχαιοις Ἀττικοις γραμμασι , Ζηνι μ ' ἀγαλμ ' ἀνεθηκαν Ὀλυμπιῳ ἐκ χερονησου τειχος ἑλοντες Ἀρατου : ἐπηρχε δε Μιλτιαδης
9999257 ϲερεωϲ
# β , ῥοδινου # δ : την λιθαργυρον λειωϲαϲ ϲερεωϲ χυλῳ τοιϲ τηκτοιϲ ἐνεβαλον . τροφαϲ εὐδιοικητουϲ δοτεον εὐχυμουϲ
μετ ' ἀλφιτων και τριβολου χλωρου χυλοϲ και πολυγονου και ϲερεωϲ και θριδακινηϲ ϲυν τοιϲ ἀλφιτοιϲ και αὐτα δε τα
9999257 νῳ
χρη νοησαι μοναδα κινουμενην ; οὐτε γαρ αἰσθησει τουτο οὐτε νῳ ληπτον . και ὑπο τινος ; και γαρ οὐδε
ἀν ὠκνησα δια το σαφεστερον . συ δε παραπεμπε τῳ νῳ τας θεωριας τῳ ῥητορικῳ σου κοσμων λογῳ την τεχνην
9999247 Τυρρηνικῳ
. . . κερκουρος : εἰδος τι νεως : Δειναρχος Τυρρηνικῳ ⌈ ⌉ . . . . Λιπαρα : Δειναρχος
περιτρεπομενων διαστρεφεται τα κωλα . συμφερει δε ποτε και κηρῳ Τυρρηνικῳ τακεντι συν ἐλαιῳ προ της σπαργανωσεως ἀλειφειν τα σωματα
9999241 Αἰακιδαο
. ” Ὡς ἐφατ ' : ᾐνησαν δε νεοι ἐπος Αἰακιδαο . ῥιμφα δε νη ' ἐπιβαντες ἐπερρωοντ ' ἐλατῃσιν
κακος δε τις ἠπαφε δαιμων : ἑρκος γαρ πολεμοιο δεδουποτος Αἰακιδαο μουνον ἐτ ' ἠν Αἰαντος ἐυ σθενος . Ἀλλ
9999239 Συρῳ
ταφηναι λεγουσιν : ὑστερον δε και μνημα αὐτοθι ἀνδρι ᾠκοδομηθη Συρῳ . τοτε δε Δημητριος τειχισας εἰχε : χρονῳ δε
, και ὑπερφρονει του κακου : ὡς Φερεκυδης ὑπερεφρονει ἐν Συρῳ κειμενος , των μεν σαρκων αὐτῳ φθειρομενων , της
9999238 Καρκινῳ
εὑρισκονται ἐν τῳ τριτῳ δεκανῳ των Διδυμων , ἐν δε Καρκινῳ νωχελεις και δολεροι , ἐν δε Λεοντι γενναιοι και
μενοντες , ἐν πλαναις και ξενιτειαις γινομενοι . Ἐστι τῳ Καρκινῳ ὑποτεταγμενα ταδε : ἐμπροσθια , Βακτριανη : ἀριστερα ,
9999238 βελοϲ
ἀνοητοι [ ] : πεπλαϲται ? [ παρ ' Ἀριϲτοφανει βελοϲ ] ! [ ! ] ! ! , Ἀριϲτοφανηϲ
ἀφουλωθεντων μετα χρονον ϲυχνον ἀποϲταντοϲ του τοπου και ῥαγεντοϲ το βελοϲ ἐξεπηδηϲεν . Ἀκολουθον ἀν εἰη μετα την των κατα
9999238 λιθουϲ
ἡϲ ὁ χυλοϲ πινομενοϲ ϲυν οἰνῳ οὐρα τε ἀγει και λιθουϲ θρυπτει ἐϲχαραϲ τε ῥηϲϲει και ὀδονταϲ πραϋνει . Ἀπαρινη
εἰϲι δε και λεπτομερειϲ , ὡϲτε και τουϲ ἐν νεφροιϲ λιθουϲ θρυπτειν και πυριαιϲ ὑϲτερων ἁρμοττειν . Ἀρτοϲ καταπλαϲϲομενοϲ διαφορητικωτεροϲ
9999234 ἀτοπῳ
δικαιον πεφυκε γιγνεσθαι , δει προς τουτο φιλονικουντας αὑτους περιβαλλειν ἀτοπῳ τινι , μαλλον δε προοραν και φυλαττεσθαι . το
ἐνικησεν και το δευτερον ἐν Συρακοσιοις λεγομενα , και μαλα ἀτοπῳ τε και αἰσχρᾳ νικῃ τοις της νικης αἰτιοις .
9999227 σκηνῃ
ἐστι περιακτος ὑψηλη : το δε βροντειον , ὑπο τῃ σκηνῃ ὀπισθεν ἀσκοι ψηφων ἐμπλεοι διωγκωμενοι φερονται κατα χαλκωματων .
και την εὐσεβειαν των φεροντων ἀγαμενος ἀνατιθησιν ἐν τῃ καθιερωμενῃ σκηνῃ της εὐχαριστιας των ἀνδρων ὑπομνημα . παγκαλη δε ἡ
9999226 Μινῳ
ταις ναυσιν ἐς Τροιαν ἀναχθηναι και τουτου προτερον Θησεα δωσοντα Μινῳ δικας της Ἀνδρογεω τελευτης . Θεμιστοκλης δε ὡς ἠρξετοις
καταφιλειν . ἐκεινοι μεν οὐν ἠνιωντο ἀκουοντες . Τῳ δε Μινῳ μια τις και προς χαριν ἐδικασθη : τον γαρ
9999226 Βοιωτιᾳ
. . . : Κτιζει δε και πολιν ἐν τῃ Βοιωτιᾳ μεγαλην , ἡντινα ἐκαλουν εἰς ἰδιον ὀνομα Καδμειαν .
: αἱ ἑπταπυλοι , ἁς ὁ Καδμος ἐκτισεν , ἐν Βοιωτιᾳ : αἱ ἑκατονταπυλοι ἐν Αἰγυπτῳ : και αἱ Ὑποπλακιοι
9999225 Σκυρῳ
τῃ ἀρᾳ τῃ ἐς τον υἱον ἀποθανειν ὑπο Λυκομηδους ἐν Σκυρῳ , Θησει δε ξενον ὀντα τον Πηλεα και κοινωνον
γινωσκειν , εἰτε τις Ἀχιλλει ποτε Βρισηις ἠρεσεν εἰτε ἐν Σκυρῳ τις ἐδοξεν εἰναι καλη , ἀλλα δουναι προς γαμον
9999218 Ἐγωγε
Καθορω . Τι δαι ; τἀμπορια και τας ὁλκαδας ; Ἐγωγε . Πως οὐν οὐ μεγαλως εὐδαιμονεις ; Ἐτι νυν
ὁτι χρωμα τι , διοτι και ἀλλα τυγχανει ὀντα ; Ἐγωγε . Και εἰ γε σε ἐκελευε λεγειν ἀλλα χρωματα
9999218 θριδαξ
ἀγαγειν ἐστιν . οἱ στυφοντες φοινικες ψυχρον ἐχουσι χυμον : θριδαξ , ἰντυβοι μετριωτερον , ἀνδραχνη , μηκωνος σπερμα :
ἐστιν : ἐν μεσῳ δ ' εὐχυμων τε και κακοχυμων θριδαξ ἐστι και ἰντυβοι , και μετα ταυτα μαλαχη ,
9999212 φρασω
τρισιν πληγαις ἀπηδεσθη το ῥαμφος . Ἐγω γαρ ὑμιν νυν φρασω . Εἰξασιν γαρ τοις παιδαριοις τουτοις , οἱ ἑκαστοτε
Μιλησιον ἀπικομενον ἐς Ἀθηνας χρηισαι σφεων βοηθεειν , ταυτα πρωτα φρασω . Ἀθηναι , ἐουσαι και πριν μεγαλαι , τοτε
9999211 Χρυσηιδα
. ὁ Ἰλιακος δι ' Ἑλενην , ὁ λοιμος δια Χρυσηιδα , Ἀχιλλεως μηνις δια Βρισηιδα , και ὁ ἱερος
: ὁ Ἰλιακος δι ' Ἑλενην , ὁ λοιμος δια Χρυσηιδα , Ἀχιλλεως μηνις δια Βρισηιδα , και ὁ ἱερος
9999211 κυαθοϲ
ἠροϲ και του φθινοπωρου . ποτηματα δε τουτοιϲ ἁρμοζει ὀξουϲ κυαθοϲ α μετα κεδριαϲ κυαθου α και χυλου κραμβηϲ ὠμηϲ
δε οὐδεμιαν ἐπιφανη κεκτηται : ὁ δε χυλοϲ αὐτηϲ ὁϲον κυαθοϲ μετα ζυθου πινομενοϲ την πλατειαν ἑλμινθα ἀπαραβατωϲ ἐκτιναϲϲει .
9999207 λιμῳ
εἰ δ ' ὀλοη : εἰ τι των ὀρνεων ὑπερβαλλουσῃ λιμῳ κατεχομενον προσελθῃ τῳ σωματι , αὐτοθεν ἀπολλυται . το
, εἰτα θερους ὡρᾳ θερμοτατῳ ἡλιῳ ἐν κτηνει καθεψεισθαι και λιμῳ ἀει κτεινοντι ἀποθνῃσκειν και μηδε αὑτην ἀποπνιξαι ἐχειν :
9999199 χολῳ
, και μ ' ᾐτιαασθε ἑκαστος : σχετλιε Πηλεος υἱε χολῳ ἀρα ς ' ἐτρεφε μητηρ , νηλεες , ὁς
μοι κατα θυμον ἐεισαο μυθησασθαι : ἀλλα μοι οἰδανεται κραδιη χολῳ ὁπποτε κεινων μνησομαι ὡς μ ' ἀσυφηλον ἐν Ἀργειοισιν
9999193 ἠξιωθη
Κατοπτρου Εὐδοξου και Ἀντιγονου και Ἀλεξανδρου του Αἰτωλου και ὡς ἠξιωθη ὑπο του βασιλεως γραψαι ἐν ταις ἰδιαις ἐπιστολαις Ἀρατος
πειθομαι , ὁτι κατ ' ἀρετην τροπου και φυσεως γενναιοτητα ἠξιωθη ὁ Σωκρατης δαιμονιου συνουσιας : τι δε και ἠν
9999191 Πηλιῳ
ἡ Ὀσσα ἐπιτεθεισα τῳ Ὀλυμπῳ , και ὁ Ὀλυμπος τῳ Πηλιῳ , ἀλλα ἀπειχον του οὐρανου , ὁσον ἀπεχει ἀπατη
λο - γον εἰπειν , ὁν ποτ ' ἐν τῳ Πηλιῳ διελεχθη προς τινα των ἀπ ' Αἰτωλιας . θυμου
9999187 γλυκυ
και ἀπ ' ἀμφοτερων ἐς το ἡσσον . Γλυκυ οὐ γλυκυ , γλυκυ ἐς δυναμιν οἱον ὑδωρ , γλυκυ ἐς
ὡς κυαμου μεγεθος εἰς πεσσον ἐγχριστεον και καταβαπτεον εἰς ἐλαιον γλυκυ ἠ Σουσινον , ἱνα το πολυ της δηξεως ἀπαμβλυνθῃ
9999187 φαρυγξ
το προσωπον ἐρυθηματα λαζεται προφανεα και δηλεομενα , και ὁ φαρυγξ αὐος , και ἡ γλωσσα τρηχειη . Αὑτη ἡ
ἐσθοντ ' ἰδοις νιν , ἀποθανοις : βρεμει μεν ὁ φαρυγξ ἐνδοθ ' , ἀραβει δ ' ἁ γναθος ,
9999186 δακρυα
οὐν ἀδελφηι ταυτ ' ἐμηι ; μη προς θεων . δακρυα γουν γενοιτ ' ἀν . οὐκουν οὑτος οἰωνος μεγας
τυμβον ἐπ ' εὐρωεντα : κυσεν δ ' ὁ γε δακρυα χευων στηλην εὐποιητον ἀποφθιμενοιο τοκηος , και ῥα περιστεναχων
9999184 ἐβιωσε
θανατον αὐτου τον βουλομενον διδασκειν τα Αἰσχυλου χορον λαμβανειν . ἐβιωσε δε ἐτη ξγʹ , ἐν οἱς ἐποιησε δραματα οʹ
ἡ ψυχη προ του τῳδε τῳ σωματι ἐνδεθηναι παλαι ποτε ἐβιωσε , και ἑαυτον δε ἀναμφιλεκτοις τεκμηριοις ἀπεφαινεν Εὐφορβον γεγονεναι
9999183 Φωκιδα
χωραν ἐπορθησε και ἀπεκτεινε πολλους : την δ ' ἀλλην Φωκιδα διηλθεν ἀπραγμονως . ἀφικομενος δε εἰς Ἡρακλειαν κατεβαλε το
κρατιστοι θηρωσιν Ἰβηρες , μετ ' ἐκεινους δε οἱ την Φωκιδα γην ποτε οἰκησαντες Κελτοι , ἐπι τουτοις δε Σικελοι
9999177 ζιγγιβερεωϲ
κεκαθαρμενηϲ # δ μελιτοϲ ἀπηφριϲμενου # ε πεπερεωϲ ⋖ β ζιγγιβερεωϲ ⋖ β ϲκαμμωνιαϲ ⋖ Ϛ , ἑκαϲτον ἰδιᾳ λειοτατον
φηϲι , “ ϲκευαζε καταποτια οὑτωϲ : ναρδοϲταχυοϲ ⋖ β ζιγγιβερεωϲ ⋖ β ϲπερματοϲ ἐλελιϲφακου πεφρυγμενου κεκομμενου και ϲεϲειϲμενου ⋖
9999174 πινῃ
την ἀνθρωπον , και διψα μιν λαμβανῃ καρτερη , και πινῃ , και μη ἀπεμεῃ : το μεν γαρ ἐς
μελικρητῳ κυαθοιϲ τριϲι ἐϲ ἡμεραϲ πλευναϲ : ἠν δε μη πινῃ τοδε , † ἐκτευξιν ξυμφορηϲ ξυν ἐλαιῳ , ἐνθα
9999172 Πελοψ
: ἡρωων δε των ἐν Ὀλυμπιᾳ τοσουτον προτετιμημενος ἐστιν ὁ Πελοψ ὑπο Ἠλειων ὁσον Ζευς θεων των ἀλλων . ἐστιν
Ζευς ἐν θεοις , τον Γανυμηδην ἁρπασας . ὁπερ ὁ Πελοψ μαθων τον Λαϊον κατηρασατο ἐξ οἰκειας φονευθηναι γονης .
9999171 Ἀσκληπιαδῃ
περιιεναι τας του κοσμου περιοδους . ἡ ἱστορια παρα τῳ Ἀσκληπιαδῃ ἐν Τραγῳδουμενοις . ἰστεον δε , ὁτι οἱ μεν
φανερως γενομενης της διαβολης ἀπαγξασθαι . Ἡ δε ἱστορια παρα Ἀσκληπιαδῃ . . . . : [ Κυνος ταλαινης σημα
9999169 πικρῳ
, ἐγνων χρηναι την κακοχυμιαν καθαιρειν τῳ δια της ἀλοης πικρῳ φαρμακῳ : ἀθροως μεν οὐν οὐκ ἐτολμησα καθαιρειν τον
τραγικος Αἱμων ὁ του Σοφοκλεους ἀπεδειξατο της Ἀντιγονης ἐρων και πικρῳ ζυγομαχων πατρι τῳ Κρεοντι : και γαρ τοι και
9999167 ἀψυχα
των ὁρωνταν . οὑτος ἐστιν ὁ γοης , ὁ τα ἀψυχα θεοπλαστων , ὁ μεγας και δυσαλωτος ἐπιτειχισμος , οὑ
ἐστι του αἰτιου ὀνομα , ἱνα εἰδῃς ὁτι και τα ἀψυχα οὐκ ἐξουσιᾳ πεποιηκεν ἀλλ ' ἀγαθοτητι , ᾑ και
9999165 θωρακι
ἐν δε τῃ δευτερᾳ μετα την ἐπαφαιρεσιν ἐπιθησεις παντι τῳ θωρακι της δια της θαψιας κηρωτης , εἰτ ' ἀρας
διμερη την ψυχην , το μεν λογικον ἐχουσαν ἐν τῳ θωρακι καθιδρυμενον , το δ ' ἀλογον καθ ' ὁλην
9999162 ἐξοδῳ
, ὁσοις μεν ὁπλα ἀγχεμαχα προσεστι λαβοντες ταυτα προς τῃ ἐξοδῳ στωμεν , ὁσοις δε τοξα και βελη ἐπι τους
κληρωσαι την μεν ἐπι μονῃ , την δ ' ἐπι ἐξοδῳ ἐκ της χωρης , και ἐπι μεν τῃ μενειν
9999160 ἠνεγκε
ὀρος Ἀρκαδιας και πολις . ἐνταυθα μιχθεις αὐτῃ ὁ Ζευς ἠνεγκε τῳ Λοκρῳ , ἱν ' ὡς ἑαυτου ἀναθρεψῃ τον
εἰπειν ἠθελησαν , ὡς δ ' εἰκασαι ῥᾳδιον , οὐκ ἠνεγκε παρευδοκιμουμενα , οὐδε ἠνεσχετο της προς σε ἁμιλλης ,
9999159 ιϚʹ
το ἐκ του κατα φυσιν συλλογιζεσθαι τα παρα φυσιν . ιϚʹ . Οἱ βηχες οἱ κοπιωδεες ἁπτονται των σιναρων και
δε των Ποταμων εἰς Συριαδα Ἀκρουλεπτην σταδια ρκʹ , μιλια ιϚʹ . Ἀπο δε Συριαδος Ἀκρουλεπτης κολπος ἐκδεχεται : εἰσπλευσαντι
9999158 ἰητρῳ
δε ἐξενηψε τηϲ δυϲθυμιηϲ : καθιϲταται γαρ την γνωμην ἐρωτι ἰητρῳ . Περι μανιηϲ . Μανιηϲ τροποι εἰδεϲι μεν μυριοι
ἀκριβεως . Ἐπει τοι γε μοι δοκεει ἀναγκαιον εἰναι παντι ἰητρῳ περι φυσιος εἰδεναι , και πανυ σπουδασαι ὡς εἰσεται
9999157 γλυκεοϲ
μετα γυναικειου γαλακτοϲ ἠ του λευκου του ᾠου ἠ οἰνου γλυκεοϲ : χλιαρον ἐνϲταζε . και ὁ κροκωδηϲ δε τροχιϲκοϲ
και διαχωρητικωτερον γιγνεται : μιϲγειν δε και ϲιραιου και οἰνου γλυκεοϲ : εὐϲτομαχωτερον γαρ τουτο : διαχωρητικωτερον δε και το
9999155 ιεʹ
ἀγονοι οἱ ἀνδρες ιδʹ . Δια τι αἱ ἡμιονοι στειραι ιεʹ . Εἰ το ἐμβρυον ζῳον ιϚʹ . Πως τρεφεται
ιδʹ . [ ιεʹ . ] Νοεμβριος : Ἀθυρ . ιεʹ . [ ιϚʹ . ] Δεκεμβριος : Χυακ .
9999155 φυϲιοϲ
ξυναπηλαθη παντα τηϲ νουϲου τα ἰχνια . δυναμιϲ μεν γαρ φυϲιοϲ ὑγειαν τικτει , ἀϲθενεια δε νουϲον . ἀπιτω ὠν
πεψιν ἠ ἐϲ ἀναδοϲιν αἱματοϲ γεννα : ἠδε παν ἐργον φυϲιοϲ , ἐφ ' οἱϲι εὐπνοια , εὐτονιη , εὐχροιη
9999148 ῥοδα
' οὐ μαλοις : οὐκ ἠρατο ὡστε μηλα διδοναι ἠ ῥοδα ἠ ἑτερον τι εἰς το καλλωπιζειν , ἀλλα μανιαις
φλεγμονων ἀρνογλωσσον ἠ πολυγονον ἐγκαθεψωμεν τῳ ὑδατι ἠ σιδια ἠ ῥοδα ἠ βατου ἀκρα . ἐπι δε των σπασμον καταγγελλουσων
9999146 βελτισθ
των γιγνομενων ἐλλειπειν . ὡστε ἑως ἀν ᾐ το τα βελτισθ ' αἱρεισθαι , οὐδ ' ἀν εἱς ἑκων ἀπατωμενος
: ἰδιωτης μεγας αὐτοις ὁ Σευθης : οἰσθας , ὠ βελτισθ ' , ὁτι ἀγαθου στρατηγου διαφερειν οὐθεν δοκει .
9999143 ξυνεβη
και οὐχι ἐς ναυμαχιαν μαλλον ἠ ἐπι στρατειαν ἐπλεομεν : ξυνεβη δε και τα ἀπο της τυχης οὐκ ὀλιγα ἐναντιωθηναι
και διεφθειραν τας πασας ἐς διακοσιας . χρονῳ δε ὑστερον ξυνεβη Θασιους αὐτων ἀποστηναι , διενεχθεντας περι των ἐν τῃ
9999140 ἐβλεπε
δε ἡ χρωμενη ἐνετιθει αὐτον εἰς την κεφαλην και οὑτως ἐβλεπε : και οὑτως , μιας αὐτων ἀποδιδουσης τῃ ἑτερᾳ
την ἀποδημιαν : και γαρ Ἑλλαδος ἠκουε φωνης και θαλασσαν ἐβλεπε την ἀγουσαν εἰς Συρακουσας : ὡς δ ' ἡκεν
9999139 φοινιξ
οὐσαν νησον Δηλον , ἐν ᾑ και δυο κλαδοι ἐβλαστησαν φοινιξ και δαφνη , ἁτινα κρατησασα ἡ Λητω ἐν τῳ
τῃ τε Νασαμωνικῃ και παρ ' Ἀμμωνι και ἀλλοις ὁ φοινιξ : ἐν δε τῃ Κυρηναιᾳ κυπαρισσος και ἐλααι τε
9999137 Πυθιῳ
ἐλπομαι , οὐδε οὑτος ὁ Λακων ὁ παρα κριτῃ τῳ Πυθιῳ φυσεως ἀνθρωπειας ἐχων ἀμεινω τον νουν ὑβριζειν ᾠηθη την
τιμωσα τον Ἐρωτα : ματην θυομεν Διϊ Ὀλυμπιῳ και Ἀπολλωνι Πυθιῳ , μη τιμωντες τον Ἐρωτα , τον ὀντα τυραννον
9999137 ὁρμῃ
δ ' αὐτον : ποτε μεν ὡς πυρ φαινεται ἀπλατος ὁρμῃ , ποτε δ ' ὑδωρ , ποτε γνοφος :
των δε Κυντιλιων παθοντων τι προς τον δημον και ξυν ὁρμῃ ἀναπεμψαντων ἁ ἠκουσαν , ἐπιβουλευεσθαι παρ ' αὐτων ὁ
9999136 Αἰγα
την ἀρχην , ἐν τοις ἀστροις αὐτον ἐθηκε και την Αἰγα την μητερα . δια δε τον κοχλον ἐν τηι
μεν τε λογος Διι μαζον ἐπισχειν : Ὠλενιην δε μιν Αἰγα Διος καλεους ' ὑποφηται . Ἀλλ ' ἡ μεν
9999136 ξανθηϲ
τα μεν οὐν αἱματωδη πτυϲματα μετρια , τα δε τηϲ ξανθηϲ ἠ μελαινηϲ χοληϲ χαλεπα . προϲεπιϲκεπτεϲθαι δε δει και
τα ἀηδη και θυμικα : ὑπεροπτωμενηϲ δε ἐπι πλεον τηϲ ξανθηϲ χοληϲ και παχυνομενηϲ και οἱον προϲπλαττομενηϲ αὐτῳ τῳ ϲωματι
9999135 κρηνῃ
ἐτυμολογουσιν ὁμοιως : οἱ μεν γαρ ἀπο Πισης ὁμωνυμου τῃ κρηνῃ πολεως , την δε κρηνην Πισαν εἰρησθαι , οἱον
οὐκ ἐπειθεν , ἀπῃει δυσχερανας . ἰδων δε παιδας ἐν κρηνῃ τινι των κατα την οἰκιαν ῥαφανιδας πλυνοντας ἠρετο αὐτους
9999131 ζωνῃ
ἐπιφερει : μεν νωθης και ἀναστερος οἱα σεληνῃ σκεψασθαι , ζωνῃ δ ' ἀν ὁμως ἐπιτεκμηραιο Ἀνδρομεδης : ὀλιγον γαρ
χαροποι : ταις δε πραξεσι σωφρονες , ἀξιαν ἐχοντες ἐν ζωνῃ , εὐπαιδευτοι , γραμματικοι , ἰατροι , πραγματευται ,
9999129 γαϲτροϲ
ἐϲτι γεννητικον . βλιτον δε και ἀτραφαξυϲ ὑγρα μεν και γαϲτροϲ ὑπακτικα , ὀλιγοτροφα δε . τα δε ἀκανθωδη παντα
ὑδατι γλυκει . ἁπαϲι δε τοιϲ ὀϲτρακοδερμοιϲ ὑπαρχει χυλοϲ ὑπακτικοϲ γαϲτροϲ : διο και τοιϲ χερϲαιοιϲ κοχλιοιϲ : και τουτων
9999127 φθορᾳ
δ ' ἐξ ὑποθεσεως και τοις ἐν γενεσει τε και φθορᾳ πασι . διο και ἐπ ' ἐκεινων μεν ἀντιστρεφει
ὀντα . Ἰστεον ὁτι πασα οὐσια των ἐν γενεσει και φθορᾳ δια γενεσεως ἐρχεται ἐκ του μη ὀντος εἰς το
9999126 Ἀλκιβιαδῃ
εἰρημενον τεινειν και προς το ὑπο Πλατωνος εἰρημενον ἐν τῳ Ἀλκιβιαδῃ , το ὁπερ τις οἰδε , μαθων ἠ εὑρων
ἐνθα ἀνεκειτο πινακιον ἐχον γης περιοδον , και προσεταξε τῳ Ἀλκιβιαδῃ την Ἀττικην ἐνταυθ ' ἀναζητειν . ὡς δ '
9999123 Εἰπε
πολλας καταπεπωκως δικας . Τουτι γαρ ἐργαζει συ τοὐργον ; Εἰπε μοι , νεανιας ὠν συκοφαντεις τους ξενους ; Τι
, ὡς παρακελευστικος ὁ λογος ἠν ἐπ ' ἀρετην . Εἰπε μοι , ἐφη , ὠ Σωκρατες τε και ὑμεις
9999121 ρκη
δ , η , ιϚ , λβ , ξδ , ρκη , σνϚ , τριπλασιῳ δε α , γ ,
. . . . . . . . . . ρκη κθ γʹ : Μοδουρα ἡ των Θεων . .
9999118 ἡρῳ
ταυτα ἐν οἱς φησι τοτ ' ἐγω και Φοιβος Ἀπολλων ἡρῳ Λαομεδοντι . . στευτο δ ' ὁ γ '
ἐτι . και τουτο δη πολυ ἀνακεισθαι το ἀργυριον τῳ ἡρῳ τας τιμας των ἱερειων . φαινεσθαι δε ἐνυπνιον τον
9999118 κλαγγη
εἰς λ , κλαγη , και πλεονασμῳ του γ , κλαγγη . Κρουω . κρω ἐστι ῥημα , παραγωγον κρυω
, δεινως ἁμαρτανων . οὐ γαρ κατα των ὀμματων εἰρηται κλαγγη , ποια τις οὐσα ἐκφωνησις , ὁποιαν μαλιστα ἐργαζεται
9999117 γῃ
ὀρυττειν , ποταμους και φρεατα και κολυμβηθρας διορυσσειν , παρακαταθηκας γῃ διδοναι , χρεα λαμβανειν ἠ διδοναι , παραφυλασσεσθαι δε
παρα Ἀθηναιοις τοιουτον . ῥαβδος ἠν μακρα πεπηγμενη ἐν τῃ γῃ , και ἑτερα ἐπανω αὐτης κινουμενη ὡς ἐπι ζυγιου
9999112 ἡσυχιᾳ
ἡσυχιαν ἀγουσα , ὡς μεχρι γε του ἐκει εἰναι ἐν ἡσυχιᾳ , οὐδεν ἐτι πολυπραγμονουσα εἰς ἑν γενομενη βλεπει ,
ἀρχην διετελεσαν , εἰρηνην μεν ἀγοντες ἀπο των ἐξωθεν πολεμωνἐν ἡσυχιᾳ γαρ ἠν παντα τα διαφοραὑπο δε των ἐν τῃ
9999111 λοχῳ
δε βωμον τονδε και πυρος σελας κυκλῳ περιστητ ' ἐν λοχῳ τ ' ἀπειρονι εὐξασθε ὁπου γαρ ἰσχυς συζυγουσι και
ἑπτα λοχοι γινονται τετρακοσιοι τεσσαρακοντα ὀκτω ἐν δ ' ἑκαστῳ λοχῳ πεντηκοστυες ἠσαν τεσσαρες : πεντηκοστυες , τα ἐκ πεντηκοντα
9999108 ἠελιῳ
δε γογγυλιδος ῥιζας και ἀκαρφεα φλοιον ἠκα καθηραμενος λεπτουργεας , ἠελιῳ δε αὐηνας ἐπι τυτθον ὁτ ' ἐν ζεστῳ ἀποβαπτων
. το δε μυριον ἐκ Διος ὑδωρ ληξεν ἁμ ' ἠελιῳ : ταχα δ ' ἐγγυθεν ἀντεβολησαν ἀλληλοις . Ἀργος
9999106 σφωι
τι ὀρθοτονειται , τουτο και προς τι . το ὁς σφωι προϊει κατ ' ὀρθον τονον , και το νοουμενον
ἐκ του σοι και σοι και ἐκεινῳ . ὁθεν το σφωι . . συ και κρατερος Λυκομηδης εἰ συλληψιν ἐχει
9999103 ϲκελοϲ
ἐπι το ὑγιεϲ πλευρον κειμενου του ἀνθρωπου το μεν ὑγιεϲ ϲκελοϲ μεταξυ των φλιων τουτων ἀγαγωμεν ὑπο την οἱον βαθμιδα
εἰ δε μετα χρονον , ἀπο του κατα το πεπονθοϲ ϲκελοϲ ϲφυρου την ἀφαιρεϲιν ποιηϲωμεθα . και κατα μεν τουϲ
9999103 ὁμιχλη
τον πολεμον ἀσχολουμενος μη περιεργαζηται τα σα πανουργηματα . ΓΘ ὁμιχλη κυριως ἐπι του τεθολωμενου και μη διαφανους ἀερος τασσεται
ἀχλυωδες και σκοτεινον . και ὡσπερ ἡλιου μη φαινοντος ἐπικειται ὁμιχλη , ἁμα δε τῳ φανσαι τουτον διασκεδαζει , οὑτω
9999101 ζῳα
ποτε δε τελειας οἰηθειη , εἰ μεν διεσπασμενας , πολλα ζῳα το ἑν ποιησει και παντελως ἀποστησει την κρειττονα οὐσιαν
μερη του θεου . ὑπο τινος οὐν ζωοποιειται τα παντα ζῳα ; ὑπο τινος ἀθανατιζεται τα ἀθανατα ; ὑπο τινος

Back