κινδυνοις ἐκληρονομησαν και πολεις πολλας και μεγαλας ἐχειρωσαντο και φρουρια ἐρυμνα ἐξειλον και γενων ἀπειρων ἐκρατησαν : ἡμεις τε ταυτην
τε οὐσαν ἐχυρωτατην φυσει και πολεις ἐχουσαν ὀχυρας και φρουρια ἐρυμνα και δυσαλωτα , ἀλλα και τινα των φρουριων ἠ
9999908 πεντεκαιδεκα
δρεπανηφορα διακοσια , ἐλεφαντες δε οὐ πολλοι , ἀλλα ἐς πεντεκαιδεκα μαλιστα Ἰνδοις τοις ἐπι ταδε του Ἰνδου ἠσαν .
, και σελινου σπερμα το ἰσον , και σηπιης ὠα πεντεκαιδεκα ἐπ ' οἰνῳ γλυκει κεκρημενῳ προσθειναι , και ἐπην
9999897 Ὀδυσσευς
της τρυγονος και μετα θανατον : ἐξ αὐτου γαρ και Ὀδυσσευς ἀπωλετο . οὐ ξιφιαι : περισσον το πρωτον οὐ
Κρητης ἐποικοι γεγονασιν , ὡς φησιν Ὁμηρος : λεγει γουν Ὀδυσσευς προς Πηνελοπην „ ἀλλη δ ' ἀλλων ” γλωσσα
9999894 ἀριθμητικη
ἡ τῳ αὐτῳ λογῳ των ἀκρων ὑπερεχουσα και ὑπερεχομενη : ἀριθμητικη δε ἡ τῳ αὐτῳ ἀριθμῳ των ἀκρων ὑπερεχουσα και
ῥητορικη ἀπο του ῥειν τον λογον ἀφθονως . Ἡ δε ἀριθμητικη διδασκει ἡμας την των ἀριθμων μεθοδον και ποσα τα
9999894 εἰκοϲ
παθουϲ εὑροιμεν . εἰ δε το οὐρον αὐτοιϲ , ὡϲ εἰκοϲ , δια την παρανοιαν ἐπεχοιτο , ποιηϲαντεϲ ἀλεαν καταντληϲωμεν
ἐχει κλειϲ . εἰ δε ϲυμβῃ κατα παλαιϲτραν , ὡϲ εἰκοϲ , ταυτην παραρθρηϲαι , τῃ τε δια τηϲ χειροϲ
9999894 ἐνδειᾳ
φερεσθαι ἐπι το μεσον . ἀποσυληθεντα γαρ ἐκεινα και ἐν ἐνδειᾳ της ὑλης γενομενα , την περιψυξιν ὑπομενει . Ἡ
τις ἐχει την αὑτου φυσιν και ἑξιν λοιπαζομενην ἠτοι ἐν ἐνδειᾳ οὐσαν βρωματων , ἐπιθυμει πληρωσαι αὐτην . ἐστιν οὐν
9999893 τεταρτηι
ιβ των Περι του ἱερου πολεμου και Ἀναξιμενης ἐν τηι τεταρτηι των Περι Φιλιππον και Ἐφορος ἐν τηι τριακοστηι .
ἀμφοιν ] προς ἀλληλους ἐνσπονδους διαλεξεις , ἁς ἐν τηι τεταρτηι Ξενοφων ἀνεγραψε πανυ χαριεντως και πρεποντως ἀμφοιν , εἰς
9999892 Ἁλικαρνασσευς
Ἀργολικα , τα ἀπο Ἰναχου λεγω , ὡς Διονυσιος ὁ Ἁλικαρνασσευς ἐν τοις Χρονοις διδασκει . . . : τον
Στησιμβροτος ὁ Θασιος και Ἀντιμαχος ὁ Κολοφωνιος Ἡροδοτος τε ὁ Ἁλικαρνασσευς και Διονυσιος ὁ Ὀλυνθιος , μετα δε ἐκεινους Ἐφορος
9999891 ἐνεργητικα
ὁριστικοις ὡμοφωνησεν . ] ἐαν τυπτῃ : καθολου τα τριτα ἐνεργητικα των ὑποτακτικων δευτερα εἰσι των παθητικων , ἐαν λεγω
τυπειϲθαι Μετ ' ὀλιγον μελλοντοϲ του και ἀττικου τετυψεϲθαι Προϲτακτικα ἐνεργητικα χρονου ἐνεϲτωτοϲ και παρατατικου Ἑν . τυπτε τυπτετω Δυ
9999891 ἐτελευτησε
οὑς ἠν κρυφα Παρυσατις , καθ ' ὁν καιρον ἐκεινος ἐτελευτησε , δια εὐνουχων καταχωσασα . . . : ἐπει
καταντησει ἐκεισε ὁ περιπατος . Μη ἀποφηνον περι ἀποδημουντος ὁτι ἐτελευτησε , πριν ἀν σκοπησῃς , ὁτι οὐ μεθυει ,
9999889 κρατερῳ
θεοειδης μαρναμενος Περσων πολιας και τειχεα μακρα ἀγχεμαχων διεπερσε πυρι κρατερῳ τε σιδηρῳ , νωλεμεως δ ' ἐδαμασσε πολεις τε
ἀρα οἱ φρονεοντι παριστατο Φοιβος Ἀπολλων ἀνερι εἰσαμενος αἰζηῳ τε κρατερῳ τε Ἀσιῳ , ὁς μητρως ἠν Ἑκτορος ἱπποδαμοιο αὐτοκασιγνητος
9999888 φυλαττετε
σοφωτατοι , ἀμεινω ταυτα και νομιμωτερα . τους μεντοι λιθους φυλαττετε , ὡς ἐφην : δεησει γαρ αὐτων μικρον ὑστερον
ὑμας ἡ τουτου κραυγη και ἀναιδει ' ἐξαπατησῃ , ἀλλα φυλαττετε και μεμνησθ ' ὁς ' ἡμων ἀκηκοατε . κἀν
9999888 διδασκω
δαρδαπτω , μυρω μορμυρω , οὑτω και ἀπο του δασκω διδασκω και τιτρωσκω ἀπο του τρωσαι , και ἀπο του
' εἰπα ἀνουν ἐμαυτην , ἠτις οὐκ ὀνους βοσκειν αὐτον διδασκω , γραμματων δε παιδειην , δοκευς ' ἀρωγον της
9999888 χαραδρα
μεν ἀντικρυς αὐτου δρομῳ κατελαβεν , και μια τους δυο χαραδρα διειργεν , οἱ δε Λιβυες τοτε μαλιστα ἐπεκειντο τοις
ἀποκριθω , ” οἰμοι ταλας “ , φησιν , ” χαραδρα κατεληλυθεν . “ Γ ” χαραδρας “ , φησιν
9999887 εὑρετο
μετανοια ἐσχεν οἱα Ἀττην ἐδρασε , και οἱ παρα Διος εὑρετο μητε σηπεσθαι τι Ἀττῃ του σωματος μητε τηκεσθαι .
ἰδιων ἁπτομενος παθεων . Μιμνερμος δε , τον ἡδυν ὁς εὑρετο πολλον ἀνατλας ἠχον και μαλακου πνευμα το πενταμετρου ,
9999887 βουλευεσθε
ἐμου πολεμον ἐχητε χρησθαι . ἀλλ ' εἰ τα κρατιστα βουλευεσθε πραττειν και το κοινῃ συμφερον ἀμφοτεροις ἡμιν σκοπειτε ,
ἰδιωται τῳ νομῳ γεγονατε ; ταυτ ' εἰς τον δημον βουλευεσθε ἐξενεγκειν . τι γαρ δη και το κωλυον ἐσται
9999887 πλατειᾳ
ἐκ τουτου διαδιδομενης δυσφοριας τινος εἰς ὁλον το σωμα , πλατειᾳ χειρι καταληπτεον το στομα της κοιλιας ἠ παιδιον συγκατακλινειν
. μηρους γε μην τους ὑπο τῃ οὐρᾳ ἠν ἁμα πλατειᾳ τῃ γραμμῃ διωρισμενους ἐχῃ , οὑτω και τα ὀπισθεν
9999887 ἐξειλετο
πορρω των παιδικων προορωντος , ὁτι και συμβασιλευειν αὑτῳ ἀνδρα ἐξειλετο , ὁντινα αὐτῳ και συνεραν της καλλιπολεως ἀναγκαιον ;
σιγῃ : ἀντι του ἡσυχως . σιγῃ : ἀκαταγνωστως . ἐξειλετο : ἀπηρε Διος νοον ἐξαλεασθαι : οὐ δυνατον ἐστι
9999887 τελικα
ἀπολογια εὐ ἐχει : οἱ δε λεγοντες , ὁτι τα τελικα κεφαλαια ἐν πασαις στασεσιν εὑρεθησονται , ἠγνοησαν , ὁτι
και το ς , των ἀρσενικων και των θηλυκων εἰσι τελικα , οἱον φιλοι Ἑκτορες , Μουσαι μητερες : το
9999887 τετταρα
τρεις προς τοις πεντηκοντα πηχεις . Πηδαλια δ ' εἰχε τετταρα τριακονταπηχη , κωπας δε θρανιτικας , ὀκτω και τριακοντα
και ἐνδιαιτημα ἑτερας ἐστι χρειας . Τιμηματα δ ' ἠν τετταρα , πεντακοσιομεδιμνων ἱππεων ζευγιτων θητων . οἱ μεν ἐκ
9999887 Ἀλεξανδρειᾳ
γνωμονος σκιας ἐπι την βασιν αὐτην του γνωμονος του ἐν Ἀλεξανδρειᾳ ὡρολογιου , αὑτη ἡ περιφερεια τμημα γενησεται του μεγιστου
της Ἀλεξανδρου τελευτης κατ ' Αἰγυπτιους Θωθ αʹ της ἐν Ἀλεξανδρειᾳ μεσημβριας το μεν ἀπογειοτατον της ἐκκεντροτητος ἀπειχεν της ἐαρινης
9999887 δυνησεσθε
, και ζητησατε ὑψωθηναι ὑπερ αὐτους , ἀλλ ' οὐ δυνησεσθε . Ὁ γαρ Θεος ποιησει την ἐκδικησιν αὐτων ,
χρηται δια τελους . ὀλιγου δεω λεγειν οὐδε φιλανθρωποι φανηναι δυνησεσθε , εἰ μη και προτερον χαλεποι γιγνεσθε . ἀν
9999886 δεδοικα
ὀρθη . των γαρ σοφων , οἱς ἀρεσκειν φῃς , δεδοικα μη τινες ἀναφανεντες σοφωτεροι και σε τον μιμουμενον και
τους λογους ἀγωνας οὐ σφοδρα φησαιμ ' ἀν δεδιεναι , δεδοικα δε τους δεινους ἀνταγωνιστας . εἰπω τινας ; τους
9999886 πικρια
Ἀκουε , φησιν . ὁταν ὀξυχολια σοι τις προσπεσῃ ἠ πικρια , γινωσκε ὁτι αὐτος ἐστιν ἐν σοι : εἰτα
προς θεους τιμης . Ὀργη : θυμος : χολος : πικρια : μηνις : κοτος : ἐρως : ἱμερος :
9999886 ὀγδοης
Ἀθηνησιν Ἰσαγορου παρειληφεναι την ἀρχην κατα το πρωτον ἐτος της ὀγδοης και ἑξηκοστης ὀλυμπιαδος . Και μην ἀπο γε της
οὑς δ ' ὑπακουσαντας ἀπελυσαν . ταυτα μεν οὐν της ὀγδοης . . . . : ἐν δε τηι ἐνατηι
9999885 λινα
. ἀπο κοινου δε το φοβερον κακον . ἀγροτεροις δε λινα : τοις δε ἀγριμαιοις τα δικτυα . ἀπο κοινου
ἀσκωματα : τα δερματα τα ἐπιρραπτομενα Ἀριστοφανης : ἀσκωματα και λινα και πιτταν διαπεμπων εἰς Ἐπιδαυρον . καλουνται δε και
9999885 δριμυτητα
Πιτυϊδες μικτης εἰσι δυναμεως , ὡς ἀν και στυφουσαι και δριμυτητα τινα κεκτημεναι μετα πικροτητος . Πιτυος φλοιος ἐπικρατουσαν ἐχει
ἐπιμελειαν , ἐνιστανται τι ἰῳ , ὁτι πασαν αὐτου την δριμυτητα ἐκκναιει : ὡςαυτως δε και σκοροδων και πρασων και
9999885 ἐπηρωτησε
. ὁ δ ' Ἀλκμαιων αἱρεθεις ὑπ ' αὐτων στρατηγος ἐπηρωτησε τον θεον περι της ἐπι τας Θηβας στρατειας και
οἱς ἐχολωθης . ἀπικομενος δε ἐς την πολιν των Ἐρυθραιων ἐπηρωτησε περι του ἐς την Χιον πλου : και τινος
9999884 Κορινθιοι
εἰναι , εἰτα Παγος , εἰτα Ἐφυρα . οἱ πολιται Κορινθιοι , και θηλυκως Κορινθιας . και συνθετον κορινθιουργης ὡς
καθιστωνται Ἀθηναιοις ἐς πολεμον . και οἱ μεν Βοιωτοι και Κορινθιοι ταυτα ἐπεσταλμενοι ἀπο τε του Ξεναρους και Κλεοβουλου και
9999884 διορισμῳ
το ὀν παντα κατα το ἡνωμενον , ὡς παντα ἐν διορισμῳ κατα το διακεκριμενον . Ἐστιν ἀρα ἐν παντι ἑκαστῳ
, οὐ μην διωρισμενον : οὐδε γαρ το διακεκριμενον ἐν διορισμῳ : οὐδε γαρ αὐτο ὀν ὡς τι παρα την
9999883 σανδαλια
ἐν τοις Νομοις σανδαλια Τυρρηνικα , και Κηφισοδωρος ἐν Τροφωνιῳ σανδαλια τε των λεπτοσχιδων , ἐφ ' οἱς τα χρυσα
λεγω δε σπυριδα , πινακα , μαππαν , φανον , σανδαλια , και εἰ τι ἑτερον μοι λεληθεν εἰπειν σοι
9999882 στομιῳ
συμβεβηκε τῳ Ὀδυσσει κατα την του ἐρινεου ἐποχην ἐν τῳ στομιῳ της Χαρυβδεως , ἐπι την Κιρκην μετηγαγεν . ἠ
Πορθμιτιδος της ἐν τῳ τελει της Εὐρωπης της ἐν τῳ στομιῳ της Μαιωτιδος λιμνης ἠτοι του Ταναεως κειμενης , ἑως
9999882 πρεσβειᾳ
πεποιθοτες ἐσμεν , ἀλλα το παν ἀνεθεμεθα τῃ δυνατῃ σου πρεσβειᾳ , της σης προνοιας και αὐθις ἐπιτυχειν ἐπελπιζοντες .
ποιουμεθα . Τουτων οὐδεν Αἰσχινης εἰπε προς αὑτον ἐν τῃ πρεσβειᾳ , ἀλλ ' ἀντι μεν της πολεως την Φιλιππου
9999882 διδασκαλῳ
πιστευει τῳ λεγειν και ταις χιλιαις δραχμαις ἁς δεδωκεν τῳ διδασκαλῳ , κελευσατε αὐτον διδαξαι ὑμας , ἠ ὡς τα
: και ἐνοικιον μεν τῳ σταθμουχῳ : μισθον δε τῳ διδασκαλῳ : και τῳ πιπρασκοντι ἀῤῥαβωνα . Ἑκαστη δε ἀρετησυνωνυμως
9999882 Ὀλυνθιοι
ἀνδραποδισασθαι , ὁ ἐστι δουλους ποιησαι . καθως προς Ἀθηναιους Ὀλυνθιοι ἐτολμησαν ὑπερ Ἀμφιπολεως , ὁ προς μικρον μερος χωρας
, ὡς ἐναργες και σαφες τουτων παραδειγμα οἱ ταλαιπωροι γεγονασιν Ὀλυνθιοι ; και παλιν βουλευεσθε , ὠ Ἀθηναιοι , Θηβαιους
9999882 ἀγγελια
καλως παρεσκευασμενον . Τοις μεν οὐν δεκτεα πως ἐδοξεν ἡ ἀγγελια και πιθανη , τοις δε μη , και μαλιστα
ἀρχαγγελους προσαγορευεσθαι , οἱπερ εἰσιν ἑπτα τον ἀριθμον , ὡστε ἀγγελια κατα τουτο ἐτυμωτατα ἡ ἑβδομας , μητι δε και
9999882 μνα
οὐ μετριωϲ ἐξαλλαϲϲεται κατα την τηϲ ὑληϲ διαφοραν . Ἡ μνα ὀνομα ϲταθμου ἐχει οὐγγιαϲ ιϚʹ , ⋖ ρκηʹ ,
τε και νεαν “ συναπτε . εἰρηται , ὁτι ἡ μνα ἐχει ἰταλικους στατηρας μʹ , οὐγγιας κʹ . οὐκ
9999882 θελκτηρια
θειον ἀοιδον : “ Φημιε , πολλα γαρ ἀλλα βροτων θελκτηρια οἰδας ἐργ ' ἀνδρων τε θεων τε , τα
και τῃ ᾠδῃ . Κηλα δε ] Ἠγουν : τα θελκτηρια γαρ . Δαιμονων θελγει ] Οὐ μονων των ἀνθρωπων
9999882 ἐμμελες
τε τις αὑτη ἐπι της πρυμνης ὁπλιτου πλησιον και ὁ ἐμμελες προσᾳδων τοις της κιθαρας κρουμασι ξυν ὀρθῃ τιαρᾳ ὁ
προνοιαν καταχρωμενην ἀριθμον τε τον θειον παγιον και ἀσαλευτον και ἐμμελες ἑαυτῳ ποιειν το παν , πασαν οὐσιαν ἀρχικην τε
9999882 βακτηρια
Συκινη μαχαιρα : ἐπι των ἀσθενεστατων και εὐτελων . Συκινη βακτηρια : και : Συκινη ἐπικουρια : ἐπι των ἀσθενως
αἱ δε δη Λακωνικαι ᾠχοντο μετα σου κατα τι χἠ βακτηρια ; ἱνα θοἰματιον σωσαιμι , μεθυπεδησαμην μιμουμενη σε και
9999881 γεγενημεθα
, ἀλλ ' ἐν ταξει γε πατερων και παιδων ἀλληλοις γεγενημεθα . ἀρα σοι δοκω και αὐτος τρυφαν τας ἀφορμας
εὐθυς συναψαι το Δημοσθενικον , ὁτι οὐ μονον τοις γονευσι γεγενημεθα , ἀλλα και τῃ πολει : προς δε τουτοις
9999881 αἰτιατικῃ
ἰσοσυλλαβως κλινομενον ἡνικα ποιει οὐδετερον ὁμοφωνον αὐτο ποιει τῃ ἰδιᾳ αἰτιατικῃ , καλος καλου τον καλον και το καλον ,
μεν τα της ἐνεργειας οὐ προσδιετεθη , τῃ μεντοι ἐγκειμενῃ αἰτιατικῃ , ἡς και μονης ἀν εἰη το παθητικον ,
9999881 κενωτικα
βετονικη ϲαρξιφαγοϲ λιθοι οἱ ἐν τοιϲ ϲπογγοιϲ ἠλεκτρον . Ὑϲτεραϲ κενωτικα . Αἱμα ἀπο ὑϲτεραϲ ἀγει ἐγκολπιζομενα και προϲτιθεμενα ταυτα
δυϲκραϲια μονη ἐγκαταμεινῃ μετ ' ὀδυνηϲ εἰτε ἐμφραξιϲ . Ϲπληνοϲ κενωτικα . Ἐλλεβοροϲ μελαϲ ἐπιθυμον πολυποδιον ϲκολοπενδριον παιωνιαϲ ῥιζα χαμαιδρυοϲ
9999881 δαπανημα
κωλυει το μεν ἐργον αὐτο μεγα εἰναι , το δε δαπανημα μικρον , οἱον σφαιρα ἠ ληκυθος ἡ καλλιστη ἐχει
τοις ἐν τελει βεβωσι πεισομαι . δηλοι δε και το δαπανημα , ὡς Εὐριπιδης : ματην εἰκοστον τοδ ' ἐκβαινῃ
9999881 διωρισε
. . καιτοι θεοισι ] καιτοι τις , φησι , διωρισε τιμας ἀλλος τοις νεοις τουτοις θεοις ; τουτο δε
' ὁ θεις : ὀψεσθε γαρ ὡς ἁπαντ ' εὐλαβως διωρισε και νομιμως . ἐαν τις ἀποκτεινῃ τον ἀνδροφονον φησιν
9999881 μελιτοϲ
δε Κρητικου ἠ δι ' ἑψηματοϲ καλλιον αὐτο ἀντι του μελιτοϲ ϲκευαζεϲθαι , ὁταν ᾐ το ῥευμα πανυ λεπτον :
, ὀροβινου ἀλευρου ⋖ ι : ξηρῳ χρω και μετα μελιτοϲ . ἐτι δε προϲ τα ῥυπαρα των ἑλκων ἡ
9999881 νοϲημα
ἀνετριβεν . Τηϲ γινομενηϲ κατ ' ἐπεκταϲιν ἐντεροκηληϲ βουβωνοκηλικον προηγειται νοϲημα : το πρωτον γαρ ἐπεκτεινομενου του περιτοναιου χαλωμενον το
το λοιπον ϲωμα ϲυμπτω - ϲιν , ὀξυ δηλουται το νοϲημα : εἰ δε πανταπαϲιν ἀϲυμπτωτον , χρονιον ἐϲται :
9999881 κουφοτητι
οὐ μενει ἐν τοις ἀγγειοις ἡ χολη , ἀλλα τῃ κουφοτητι εἰς τον ἐγκεφαλον ἀνεδρασεν , εἰ μεν οὐ παρεστι
' ἀμφοιν το γυμνητικον ὁμοιοτητα προς τους ἀκρους ἐν πεζῃ κουφοτητι κεκληρωμενον , παλιν δ ' αὐ το πληρωμα το
9999880 ᾐσχυνετο
ἀντρον δι ' ἐνατου πορευομενος ἐτους ὡν ἐτεθεικει νομων οὐκ ᾐσχυνετο κινων ὁν κρειττον ἠν κινεισθαι . Ἐγω σου μελλων
βασιλεα πρεσβευσας και πολλα δωρα παρ ' ἐκεινου λαβων οὐκ ᾐσχυνετο κολακευων οὑτω φανερως και τολμηρως τον βασιλεα ὡς λεγειν
9999880 ἐφυγαδευσεν
ὑφ ' ἑαυτῳ ἐποιησατο : οὐ μεντοι ἠνδραποδισατο οὐδε ἀνδρας ἐφυγαδευσεν οὐδε νομους μετεστησεν : ἐξ ὡν τας περι ἐκεινα
ζωντας κατεκαυσε , των δ ' ἀλλων τους μεν πλειους ἐφυγαδευσεν , ὀλιγους δε συλλαβων ἀπεκτεινε . Κασανδρος δε πυθομενος
9999880 τεταρτηϲ
ἀπυρεξιαν ὁμογενηϲ ἐϲτιν αὐτοιϲ . κατα ταυτα δε ὁ δια τεταρτηϲ παροξυνομενοϲ , εἰϲ ἀπυρεξιαν δε μη παυομενοϲ ὁμογενηϲ ἐϲτι
δυναμιν , μετριωτεραν δε . Πηγανον το μεν ἀγριον τηϲ τεταρτηϲ ἐϲτι ταξεωϲ των θερμαινοντων τε και ξηραινοντων , το
9999880 Ἀρταξερξου
και μονον ἀντι σεμνοτητος ἐξηρκεσε και προσηπται τῳ ὀνοματι τῳ Ἀρταξερξου ὁ Μνημων ὡσπερ ἀλλο τι ἐγκαλλωπισμα , ἐγω δε
ὁ τι σε προσηκει καλειν , Δαρειος ὁ Κυρου και Ἀρταξερξου πατηρ τα βασιλεια ταυτα κατασχων ἑξηκοντα , οἰμαι ,
9999880 ἐνεθυμηθην
αὐτου του ποιησαντος ; ἐτι δε ἐπι τουτοις και τοδε ἐνεθυμηθην , ὠ ἀνδρες , και ἐλογιζομην προς ἐμαυτον τους
οὑτως εἰπον , δεκα σταδιους θειν τῳ ποταμῳ συμπαραθεοντα . ἐνεθυμηθην δ ' αὐτο δια το εἰναι ἐν μεσογειᾳ ,
9999880 ἐπηλθε
ᾡ ἡ κωπη δεδεται . καλως ἐρεσσοντα . παρηλθε . ἐπηλθε . κωπηλατης . ἠτοι κωπηλατης . ἐξουσιαστης . ὡρμα
. τοιγαρουν τους βαρβαρους ὁ πολυς ἡμιν στρατηγος πικροτερῳ δικαιως ἐπηλθε σωφρονισμῳ . φρουριον ἠν χρυσου μεταλλα προσοδον φερον ,
9999880 τευθιδες
τευθιδα . Ἐπιχαρμος : πωλυποι τε σηπιαι τε και ποταναι τευθιδες . Ἀρχεστρατος δε φησι : πωλυποι ἐν τε Θασῳ
ὀνοματα αὐτων ἀκουω κεκρυφαλον ἐχινον ἠνυστρον . σηπιαι δε και τευθιδες δυο νεμονται προβοσκισιν : οὐ γαρ τοι χειρον οὑτως
9999879 Θετταλοι
δικαιον . των Θετταλων ἱππεων ] ἀγαν γαρ οἱ μεν Θετταλοι ἱπποται εἰσιν ἀριστοι , οἱ δε Θηβαιοι ὁπλιται γενναιοτατοι
ἀλλῳ τινι τροπῳ ; Ὠ Μενων , προ του μεν Θετταλοι εὐδοκιμοι ἠσαν ἐν τοις Ἑλλησιν και ἐθαυμαζοντο ἐφ '
9999879 Ἡφαιστιωνι
γην . Οὑτω δη πλεων τριτῃ ἡμερᾳ κατεσχειν , ἱναπερ Ἡφαιστιωνι τε και Κρατερῳ κατα το αὐτο στρατοπεδευειν ἐπι ταις
Ἡφαιστιωνα . θυεσθαι δη τον Πειθαγοραν πρωτα μεν ἐπι τῳ Ἡφαιστιωνι : ὡς δε ἐπι του ἡπατος του ἱερειου ὁ
9999879 ῥοφημα
, ἐνεψηθεντος ὑσσωπου , και χρη μητε σιτιον αὐτοις μητε ῥοφημα μητε ὑδωρ διδοναι μητε ἐπιτρεπειν ὁλως πιειν δαψιλες ,
χιδριαν Ἀριστοφανης καλει . ὁ δ ' αὐτος και παληματιον ῥοφημα τι ὠνομασεν : ἱν ' ἐπαγλαϊσῃ το παληματιον ,
9999879 ἀπλανη
αἰσθησις φυσικως παρα του λογου της ἐπιστημονικης μεταλαμβανει τριβης προς ἀπλανη των ὑποκειμενων διαγνωσιν . Ξενοκρατης δε τρεις φησιν οὐσιας
εἰσι παντες οἱ ὑποβεβηκοτες νοες του ἑνος του κινουντος την ἀπλανη . εἰ δε ἐρεις και δια τι τον νουν
9999878 ὑπελαβες
ἐφη : „ ἀλλα πεπλανησαι , ὠ αὑτη , εἰ ὑπελαβες με καταβησεσθαι . ἐγω γαρ ἀπ ' ἐκεινου ἀλωπεκας
ξενε , φαινῃ προς σαυτον ὀντως ἠπορηκως λεγειν ; Ὀρθως ὑπελαβες , ὠ Κλεινια . προς δε δη κοινωνους ὑμας
9999878 Αἰγυπτιοισι
Αἰγυπτιοι ἠ του Ἡρακλεος . Ἀλλα τις ἀρχαιος ἐστι θεος Αἰγυπτιοισι Ἡρακλεης : ὡς δε αὐτοι λεγουσι , ἐτεα ἐστι
ἐργεσθαι , ἐπεμψαν ἐς Ἀμμωνος φαμενοι οὐδεν σφισι τε και Αἰγυπτιοισι κοινον εἰναι : οἰκεειν τε γαρ ἐξω του Δελτα
9999878 αὐθαδειᾳ
Πωλος ἀμφοιν , του μεν τῃ ἐπιεικειᾳ του δε τῃ αὐθαδειᾳ ἀπολειπομενος . ἀλλ ' οὐ μοι δοκει ποιειν κτλ
' ἀπελογουντο διδασκοντες , ὁτι της ὑβρεως οἱ δημαρχοι ἀρξειαν αὐθαδειᾳ χρησαμενοι και τολμησαντες εἰς ὑπατων σωματα παρανομειν , το
9999878 οἰκοδομημα
, οἰκητορος λαχειν του πανηγεμονος , ὁς το βραχυ τουτο οἰκοδομημα , τον νουν , ἐξαιρων εἰς ὑψος ἀπο γης
. . . θολος και θολιος διαφερει . θολος το οἰκοδομημα ὁ νυν καμαραν καλουσι : θολιος το μελαν της
9999878 μελανοϲ
, πεπερεωϲ λευκου ἰϲα : μελιτι . Πεπερεωϲ λευκου και μελανοϲ , δαυκου Κρητικου , ϲικυου ἡμερου ϲπερματοϲ , μαραθρου
. χαλκανθου # β , ἀρϲενικου # α , ἐλλεβορου μελανοϲ , κανθαριδων θωρακων ἀνα ⋖ α ∠ ʹ ,
9999878 ῥητορα
ἀστοχει . Μιμειται που και φαρμακοπωλης ἰατρον , και συκοφαντης ῥητορα , και σοφιστης φιλοσοφον . Και πανταχου εὑροις ἀν
γαρ , ὠ ἀνδρες Ἀθηναιοι , το αὐτο φθεγγεσθαι τον ῥητορα και τον νομον : ὁταν δε ἑτεραν μεν φωνην
9999878 ἀπαλλαγεισα
οἰκων ἀναφωνει και ἀνυμνει , των πολεμικων καματων ἐξ ἀπροσδοκητου ἀπαλλαγεισα και δια την σην δυναμιν ἐλευθερον βλεπουσα . ἀλλως
ἀνδρος ἀπο των του σωματος ἡδονων και παθηματων , ὁταν ἀπαλλαγεισα του περι ἐκεινο ταραχου , και ἐπιστρεψασα εἰς ἑαυτην
9999878 γραμματεα
πεντακοσιοις , εἰτ ' ἐν δικαστηριῳ . προσαιρουνται δε και γραμματεα , ὁς ἐννομῳ δικαστηριῳ κρινεται . εἰσαγωγης : ἀρχης
δοξαν καταλιπειν : ψευσθεις δε της ἐλπιδος ἀντι σου τον γραμματεα , ὁν οὐθεν ἐδεομην , ἀνῃρηκα τῃ τε πορφυρᾳ
9999878 βαρυτητι
φωνην ἀναγκαιον ἠν , ἡ δ ' ὀξυτης μηδεποτε τῃ βαρυτητι συνυπαρξει μηδ ' ἡ βαρυτης τῃ ὀξυτητι , δηλον
ἐπι των καθευδοντων προσπιπτοντος του φωτος , δια το συμπεπλεχθαι βαρυτητι τῃ ἐκ της ὑγροτητος , ὡσπερ ἐπι των μετα
9999878 ἐτραπετο
νεου συν ἑτερῳ στρατῳ φθασαντος ἐδεισε και ἐς την Κελτικην ἐτραπετο ὡς εὐκαιρον ἐφ ' ἡμιν ὁρμητηριον , ὁτι και
πασι , και οὐκ ἐξεπυησεν , ἀλλ ' ἐπι κυστιν ἐτραπετο : Κρατιστωνακτι , ὁς παρα Ἡρακλειῳ ᾠκει , και
9999878 πεντεκαιδεκατῃ
, ὠχρον ἀπεχρεμψατο , και ῥεγχωδης ἠν , και τῃ πεντεκαιδεκατῃ , ἐμφρων δε παντα τον χρονον ἐων , ἐτελευτησεν
των Ὑαδων , τεσσαρεισκαιδεκατῃ τε αὐθις ἀστρον προσδυνει , τῃ πεντεκαιδεκατῃ τε Ὑαδων δυσις πελει , την ἑξ δε και
9999878 ἐφυλαττεν
Διονυσιος δε ἐφθονησε Χαιρεᾳ της γειτνιασεως και τον τοπον τουτον ἐφυλαττεν ἑαυτῳ . θελων οὐν ἁμα και τριβην ἐγγενεσθαι τῃ
Μινως δε ἐν τῳ λαβυρινθῳ κατα τινας χρησμους κατακλεισας αὐτον ἐφυλαττεν . ἠν δε ὁ λαβυρινθος , ὁν Δαιδαλος κατεσκευασεν
9999878 Λακεδαιμονιῳ
ἁς παρεσκευαζοντο , ἑτοιμαι ἠδη οὐσαι : και Θηριμενει τῳ Λακεδαιμονιῳ ξυναμφοτεραι ὡς Ἀστυοχον τον ναυαρχον προσταχθεισαι κομισαι , κατεπλευσαν
, ἑνι δε των ὁλων την ἡγεμονιαν ἀπεδωκαν Χειρισοφῳ τῳ Λακεδαιμονιῳ . οὑτοι δε διαταξαντες το στρατοπεδον εἰς την ὁδοιποριαν
9999877 μαλακτικηϲ
ὁθεν και το ἐξ αὐτου ἐλαιον ἀδηκτου διαφορητικηϲ ἐϲτι και μαλακτικηϲ δυναμεωϲ και ταιϲ τηϲ ὑϲτεραϲ ϲκληροτηϲιν ἐπιτηδειον . και
ἀποϲταϲιν , ϲυνθετου δε δυναμεωϲ ἐϲτι ϲτυπτικηϲ τε ἁμα και μαλακτικηϲ : ὁθεν και ϲτομαχου και κοιλιαϲ και ἐντερων και
9999877 ἐρρυσατο
, τωι ποθωι τωι ἐκεινου . και θεριστην τις ἀετος ἐρρυσατο θανατου , ἀνθ ' ὡν αὐτος ἐξεσωσεν ἐκ δρακοντος
και συνηγορησε μοι : ἐν λογοις Αἰγυπτιων πικροις , και ἐρρυσατο με : ἐν φθονοις συν δολοις , και ὑψωσε
9999877 ἐφυλαττε
ἀκουουσιν ἐλεφαντες . ὁ δε και ἐφιλει το παιδιον και ἐφυλαττε , και κειμενου πλησιον ἡδετο , και κνυζωμενου παρεβλεπε
ἀλοκα δαιμονων βιᾳ . λαβων δε τον χρησμον και ἀπελθων ἐφυλαττε μη συνευνασθαι τῃ ἰδιᾳ γυναικι . ἐν μιᾳ δε
9999877 ἀνεγινωσκε
ὑπερβαλλειν . Ἀντιφανης ὁ κωμῳδιοποιος , ἑταιρε Τιμοκρατες , ὡς ἀνεγινωσκε τινα τῳ βασιλει Ἀλεξανδρῳ των ἑαυτου κωμῳδιων , ὁ
και νυκτος οὐσης μη καρτερων ἐκτος εἰναι των βιβλιων ἐγερθεις ἀνεγινωσκε : σβεσθεντος δε του λυχνου οὐκ ὠκνει και μακραν
9999877 πορρωτερω
. ὁ γαρ μικρον προϲβαλλων τηϲ προκαταληψεωϲ οὐ μικρον ὠφελει πορρωτερω διδουϲ τηϲ μελλουϲηϲ ἐπιϲημαϲιαϲ . ποτε δ ' “
' ἐγω οὑτως ἐχοντα τον Ἐρυξιαν , και εὐλαβουμενος μη πορρωτερω τις λοιδορια και ἐναντιωσις γενοιτο , Τουτονι μεν τον
9999877 δουλα
καθεστηκ ' οὐς ' ἐλευθερων ἀπο : τα βαρβαρων γαρ δουλα παντα πλην ἑνος . ἀγκυρα δ ' ἡ μου
κρειττω και ἀμεινω δεσποζοντα , τα δε ἡττω και χειρω δουλα : των οὐν αὑτου τα δεσποζοντα ἀει προτιμητεον των
9999877 χελιδονες
ἀκροπολιν το προτερον Διονυσιος , συνανηχθησαν οἱ και αἱ νεοττευουσαι χελιδονες ἐκειθι , και ἐμαντευοντο την ἐπανοδον ⋮ Ἐτι φασι
οὑτω δε αὐτο φησι βαρβαρως και δυσφραστως , ὡσπερ αἱ χελιδονες . και Αἰσχυλος το βαρβαριζειν χελιδονιζειν και Ἰων ἐν
9999877 ἐπαιδευσε
. ιθʹ . Ἀπολλωνιος δε ὁ Ναυκρατιτης Ἡρακλειδῃ μεν ἐναντια ἐπαιδευσε τον Ἀθηνησι θρονον κατειληφοτι , λογου δε ἐπεμεληθη πολιτικου
φρονων . Ὁμηρος ὁ θειος ποιητης τα τε ἀλλα ἡμας ἐπαιδευσε και το της μονῳδιας εἰδος οὐ παραλελοιπε : και
9999876 αἰσθητηρια
ταυτα συμβαινει , ὡς λεγομεν . Ὁτι δε ταχυ τα αἰσθητηρια και μικρας διαφορας αἰσθανεται , σημειον το ἐπι των
δυναμις ἡ αἰσθησις , ἀλλ ' ἐν τῃ προς τα αἰσθητηρια οὐσιωμενη νευσει και του ζῳου οὐσα συμπληρωτικη οὐδε ἐνεργειν
9999876 ἱδρωσεν
σπλην ἐμειουτο : κωφωσις ἡσσον : σκελεα ἐπωδυνως : νυκτα ἱδρωσεν : ἐκριθη ἑπτακαιδεκατῃ : οὐδε παρεκρουσεν ἐπι τῃ ὑποστροφῃ
οὐ λιην . Ἐνατῃ , ἐπεῤῥιγωσεν : πυρετος ὀξυς : ἱδρωσεν : ψυξις : παρεκρουσε , δεξιῳ ἰλλαινεν : γλωσσα
9999876 ἀφειλετο
προφασεως , και Λεπιδον κοινωνον ὀντα της ἀρχης το μερος ἀφειλετο και οὐδετερα αὐτων ἐνειματο σοι . ” Λοιπος δ
Παυσανιαν τον Κλεομβροτου Πλαταιασιν ἡγησαμενους , τον μεν τα ὑστερον ἀφειλετο ἀδικηματα εὐεργετην μη ὀνομασθηναι της Ἑλλαδος , Ἀριστειδην δε
9999876 λαμπαδες
οἱ ἀστερες περιπολευονται , ἀστερες κομηται πωγωνιαι , δοκιδες , λαμπαδες , βοθυνοι , γαλαξιας κυκλος , ἰρις , νεφη
κομηται , οἱ δε ἀνω το φως νενευκος ἐχοντες καλουνται λαμπαδες . ὁποτε δε ἐπιμηκες ἐχουσι το φως , καλουνται
9999875 ἀκολουθιᾳ
μεν ἐτι , τῃ δε μεχρι νυν ἀπο των προγονων ἀκολουθιᾳ καλως οἰωνιζεται . Τι προς ταυτα λεγεις , θεσπεσια
Ἀμαληκ ἐμπαλιν του ἀσκητου ” την οὐραγιαν κοπτειν ” , ἀκολουθιᾳ φυσεως : ἐχθρα γαρ | τα ἐναντια και τον
9999875 πλεονασμῳ
. , . . . Ἀρεπυιαι : Ἁρπυιαι , και πλεονασμῳ του ε Ἀρεπυιαι . οὑτως Ἡρωδιανος ἐν τοις Περι
χρονικον ἐπιρρημα και ἀναφορικον ἠν το ὁτε , ὁ δη πλεονασμῳ του υ , κατα μεταθεσιν του ο εἰς το
9999875 ξενικα
. ἐξ οὑ δ ' αὐτα καθ ' αὑτα τα ξενικα ὑμιν στρατευεται , τους φιλους νικᾳ και τους συμμαχους
ἀλλ ' ἀπο περατων γης ἐμπορευομενοι τας ἡδονας και τα ξενικα των ἐπιχωριων ἀει προτιμωντες και τα πολυτελη των εὐτελων
9999875 κοχλιαρια
μαστιχης # α , κισηρεως ὀπτης # # , ὀποβαλσαμου κοχλιαρια β . Συνεχως σμηχομενον το ῥυσον σωμα τουτῳ τεινεται
μετα ἡμεραϲ τιναϲ του δηχθηναι προὐνοειτο του δεδηγμενου , δυο κοχλιαρια καθ ' ἑκαϲτην ἡμεραν ἐδιδου , ὡϲ ἀναπληρωθηναι ταϲ
9999875 ἀηδες
του φιλογελω περιην , το γαρ κατηφες δυσξυμβολον τε και ἀηδες ἡγειτο . παρῃει δε και ἐς τους δημους ἀνειμενῳ
ἀπο των ἐξερρωγοτων ὀργανων . και γαρ ταυτα ἀναρμοστον και ἀηδες φθεγγεται . σημαινει δε το ἐξερρωγοτας και τους ἀπηρυθριακοτας
9999875 Φιλιππιδης
λαμπαδι ἱλασκονται . Τοτε δε πεμφθεις ὑπο των στρατηγων ὁ Φιλιππιδης οὑτος , ὁτε περ οἱ ἐφη και τον Πανα
του ἐπι θατερα ὁ ἑτερος των Περικλεους Ξανθιππος , και Φιλιππιδης ὁ Φιλομηλου και Ἀντιμοιρος ὁ Μενδαιος , ὁσπερ εὐδοκιμει
9999875 μνηστηρα
ἀγακλειτοιο ? γενεθλης ? ? ? [ : οὐδε τινα μνηστηρα μεταγγελον ? [ ] ? ἀλλον ? ? ?
Οἰνομαου τας ἱππους , ὁ δε ἐν τῳ δρομῳ τον μνηστηρα , ὁποτε ἐγγυς γενοιτο , κατηκοντιζεν . Ἱπποδαμειας δε
9999875 πικρα
μεγαλην : πευκεδανον το πικρον ἀπο μεταφοφας της πευκης : πικρα γαρ αὑτη . ἀνεηκε : ἀναβλυσαι ἐποιησεν , ἀνεδωκεν
τις φαγειν θελησαι κεχορτασμενος ὠν : ἁτινα , ἠτοι τα πικρα και τα ὀξινα , οὐτε φυσει ἡδεα οὐτε ἁπλως
9999875 κελευσε
νομευσι . Τοὐνεκ ' ἀρ ' ᾑσιν ἑκαστος ἐνι κλισιῃσι κελευσε νηας ἀμοιβαιῃσι φυλασσεμεν ἀχρις ἐς ἠω , μη σφεας
ἐσημειωσατο : ἡγεμονες δε μαλιστα δαημονες ἐστιχοωντο νωλεμεως πολεμονδε , κελευσε δε οἱσιν ἑκαστος ἡγεμονων , οἱ δ ' ἀλλοι
9999875 ἐξεπιτηδες
ὁ χορος οὐχ ὁτι ἀληθως ἐγινετο , ἀλλ ' Αἰσχυλος ἐξεπιτηδες τουτο ποιει την των γυναικων παριστων φυσιν , ἡνικα
το συμφερον ἡμιν παντος μαλλον εἰδοτες , ἡμεις δ ' ἐξεπιτηδες δρωμεν ἁ παντος ἡμας μαλλον ἐκτριψει ; Ὁλως δε
9999875 διειλε
ἐντυγχανων Ἀντισθενει τῳ σοφῳ , ὁς μονοις τοις εἰδοσιν αὐτον διειλε και τοις ἀλλοτριοις τοις οὐκ εἰδοσι φυσιν , λογον
καθ ' ἑαυτο και ἐκεινῳ μεταδιδον της οἰκειας δυναμεως , διειλε κατα ταυτα την κατα λογον ζωην , προτερον μεν
9999874 μνηστηρες
του τοιουτου . τον γαρ Ὀδυσσεα και τον Ἰρον οἱ μνηστηρες συνεβαλον δια το σχημα ὡς οὐδεν διαφεροντας . ἐφη
ἰαλλον . αὐταρ ἐπει ποσιος και ἐδητυος ἐξ ἐρον ἑντο μνηστηρες , τοισιν μεν ἐνι φρεσιν ἀλλα μεμηλει , μολπη
9999874 πλασμα
ἡ Νεα κωμη και Ἀργυρια . „ και τουτο παλιν πλασμα προς την αὐτην ὑποθεσιν , ὁπως σωθειη το „
εἰ μη την ἐπιθετον ἐσκηψαμην μωριαν . τουτο με το πλασμα πιστευθεν ὑπο του τυραννου μη ταὐτα παθειν ἐκεινοις ἐρρυσατο
9999874 εἰθισμεθα
το μηδετερον μεταξυ : ἀλλ ' ὁτι μεν οὑτως ὑπολαμβανειν εἰθισμεθα , δηλον , ταχα δ ' ἀν τις ἡμιν
' ἐν ἰδιοις αὐ και κατακεκερματισμενον ἐρωτησεσι προς ἀποκρισεις μων εἰθισμεθα καλειν ἀλλο πλην ἀντιλογικον ; Οὐδεν . Του δε
9999874 Μενεσθευς
δ ' ἀρ ' Ἀθηνεων μναθ ' υἱος Πετεωο [ Μενεσθευς , πολλα δ ' ἐεδνα διδου : κειμηλια γαρ
μηδε τῳ Ἰλιῳ , προὐθεντο δε Ἀθηναιοι το σωμα και Μενεσθευς ἐπ ' αὐτῳ λογον ἠγορευσεν , ᾡ νομιζουσι τιμαν
9999874 νεανισκοι
Ἰφικρατης δε βαδιζων ἐπι την πολιν παρηλθεν την ἐνεδραν . νεανισκοι τινες ἐκ της πολεως θρασυτερον ἠπειλησαν νυν γε τοι
ὡς θεαν οἱ ξενοι προσκυνουσι . πρωην ἠλθον ἐνθαδε δυο νεανισκοι καλοι παραπλεοντες : ὁ δε ἑτερος αὐτων θεασαμενος σου
9999874 λογιστικῳ
ἐν ἀλλῳ μερει της ψυχης συνισταται ἠ ἐν μονῳ τῳ λογιστικῳ , αἱ μεν περι το παθητικον ἀρεται οὐχ ὑπαρχουσι
ψυχῃ τριτον τουτο ἐστι το θυμοειδες , ἐπικουρον ὀν τῳ λογιστικῳ φυσει , ἐαν μη ὑπο κακης τροφης διαφθαρῃ ;

Back