διθυραμβοποιον . εἰρηται γαρ ὁτι ἐγκυκλια διδασκουσιν . ὡς ταισι φυλαις : Ἑκαστη γαρ φυλη Διονυσου τρεφει διθυραμβοποιον . Λεωτροφιδῃ
ὑπερ νικης θαυμαστη , οὐχ ὑπερ μεγαλων μεν των ταις φυλαις εἰς αὐτους ἀνηλωμενων , μανιᾳ δε το πραγμα ἐοικε
9999984 φυλακος
προ των πυλων ἱστασαν ἀγαλματα του Ἀπολλωνος ὡς ἀλεξικακου και φυλακος των ὁδων . δια γαρ τουτο Ἀγυιευς : τα
δε τοις προφυλαξιν μη πορρωτερω προενεγκειν την σκυταλιδα του ἐχομενου φυλακος . Ἐαν δ ' ὁ ἐλθων καταλαβῃ τοπον ἐρημον
9999983 στηλαις
φαινεται αἰτια : το γαρ περι των ἐφ ' Ἡρακλειαις στηλαις ἠ των ἐν Βορυσθενει προοραν τινα ὑπερ την ἡμετεραν
και οἱ προφηται , φησι , των Αἰγυπτιων , ἐν στηλαις ταις ἐτι σωζομεναις ταυτα γεγραφθαι λεγοντες . Οἱ δε
9999981 κελευθους
ἀν και πετρον ὀριναις . τις σε πολυπλανεων ἐπεων ἐδιδαξε κελευθους ; ὠμοι , τις σε κομισσεν ἐμην εἰς πατριδα
! ] ! ! ! ! ! τας ἐναλους ἀπεβα κελευθους [ ] ! ! ! [ ! ! !
9999981 σκηναις
της γης ὑπ ' αὐτου δεδῃωμενης . μενοντες δε ὑπο σκηναις αὐτοσχεδιοις , οἱ δε πλειστοι ὑπο γυμνῳ τῳ ἀερι
διπτυχους νεκρους στειχουσα θαπτε : δεσποτων δ ' ὑμας χρεων σκηναις πελαζειν , Τρωιαδες : και γαρ πνοας προς οἰκον
9999981 γεγενημενην
λαμπροτεραν οὐχ ὁτι Καρχηδονιοις ἀλλ ' οὐδ ' ἀλλοις τοιαυτην γεγενημενην ῥᾳδιως ἀν εὑροις περι τουτους τους χρονους , και
παρακαλων μητε την Ἑλλαδα χωλην μητε την πολιν ἑτεροζυγα περιιδειν γεγενημενην . . . , : ὁ δε ποιητης Ἰων
9999981 φυλαττου
, ἐνδυσον ἐν ἐλαφειῳ δερματι και περιαπτε ἀριστερῳ βραχιονι και φυλαττου μη χαμαι πεσῃ : και κορεως δε του σπερματος
ἀριθμοις προστιθεισαν και τῳ πλατει και μαρτυρουμενην ὑπο ἀγαθοποιων , φυλαττου δε των κακοποιων τας προς αὐτην τε και τον
9999980 συμπληρουντα
ἐκεινα , ὡσπερ ὁ οἰκος εἱς λεγεται τῳ παντα τα συμπληρουντα αὐτον περιεχειν . τουτο δε διχως λεγεται : ἠ
το της ψυχης εἰδος ἀπομαξαμενης εἰς αὐτην της τεχνης τα συμπληρουντα την ψυχην : και γαρ λογισμου κατηγορειτο δηλωμα και
9999980 καθαιρεσει
φιλεριν και λογων πιθανοτητας ὡσπερ τινας συμβολας και ἐρανους ἐπι καθαιρεσει του καλου ποριζοντα και ἀκρατῳ φλεγομενον και καταμεθυοντα ἀρετης
, ὁσα δη ἐγκωμιαζομεν ἠ ψεγομεν . δει δε μη καθαιρεσει των ἐξεταζομενων αὐξειν τα ἡμετερα , οὑτω γαρ οὐ
9999980 ὑπηρετουντα
„ Ὁ αὐτος ἰδων τινα πασιν ἑξης προχειρως χαριζομενον και ὑπηρετουντα ” κακος κακως ” εἰπεν „ ἀπολοιο , ὁτι
και τα διακοσμουμενα τοις διακοσμουσι , τοις χρωμενοις τε τα ὑπηρετουντα ὡς ὀργανα ἐστιν οὐκ ἀναρμοστα . Διοπερ τοις μεν
9999980 βλαστησεις
προς ἑκαστην ὡραν συμμετρον ἐχοντα την κρασιν ταυτα και τας βλαστησεις ἐν ἑκαστῃ και τας τελεωσεις των καρπων ἀποδιδωσιν .
ἀνω συνεχες εἰναι αὐτων , ἀφ ' οὑ και αἱ βλαστησεις αὐτων των καυλων : ἀναβλαστανει δε ὁ καυλος ἐκ
9999980 γραφαις
πραγματικου , το λεγομενον μεν οἰκονομικον , ἐν ἁπασαις δε γραφαις ἐπιζητουμενον , ἐαν τε φιλοσοφους προεληται τις ὑποθεσεις ἐαν
και ῥᾳδιως ὀχλον ἀγοντες , ἠν ἀντιπεσῃ καιρος , ἐν γραφαις τε και εἰσαγγελιαις και τιμηματι και τῳ ξυλῳ .
9999980 οἰκειοτερα
ἐστι και πολιαις κατηρτυμενης ἡλικιας [ ἡ τουτων καταληψις ] οἰκειοτερα , πολλῃ μεν ἱστοριᾳ λογων τε και ἐργων ,
ᾡ θεωρειται ἀληθεια ἠ ψευδος . Ῥητορικης γαρ ἠ ποιητικης οἰκειοτερα ἡ σκεψις . οὐ γαρ περι λογους ἡ φιλοσοφια
9999980 ἀγοραις
ὁτε της ἀρχης ἐγκρατης ἐγενετο , μετεπεμπετο τους ἐν ταις ἀγοραις ἀποσχολαζοντας , και ἐπυνθανετο τι δη ποτε εἰη το
το „ ἱνα τ ' ἀνδρες ἀριπρεπεες τελεθουσι „ ταις ἀγοραις προσεθηκεν , οὐ τῳ πολεμῳ , ὡς ἀμεινω τον
9999980 κοινωνιαις
νομους και θεων ἱερα , κηδειας τε συναψαντες ἀλληλοις και κοινωνιαις πολεμων ἀνακερασθεντες , οἱ συμπαντες κοινῃ ὀνομασιᾳ προσαγορευοντες ἑαυτους
' αὐτην ἐνεργειαι ἀνθρωπικαι ἐν ταις προς ἀλληλους των ἀνθρωπων κοινωνιαις συνισταμεναι . δικαια γαρ και ἀνδρεια και τα ἀλλα
9999980 κληρονομησεις
, ὡς ἡ τυχη θελει . εἰτ ' ἀν εἰπῃ κληρονομησεις , ὡς παρ ' αὐτου την κληρονομιαν εἰληφοτες εὐχαριστουμεν
ὀψει θανατον ἐπικερδη θ νικησεις . ἀγωνιζου ἑως τελους ι κληρονομησεις ταχεως α οὐχ εὑρησεις δανεισασθαι β τεξεται καλον και
9999980 ἁρμονικους
. Ἡ δε τετρας ἐτιματο , ὁτι περιειχε παντας τους ἁρμονικους λογους : ὁ γαρ τεσσαρα ἁμα ἐπιτριτος , και
αὐτο συνεστηκυιαν ἐκ των ἐκκειμενων στοιχειων και μεμερισμενην κατα τους ἁρμονικους ἀριθμους τῃ ἑαυτης κινησει και το σωμα συμπεριαγειν ,
9999980 Ἑλλανικον
ἀρχ . : ἡ δε κατα τον Ἱερωνυμον φερομενη και Ἑλλανικον , εἰπερ μη και ὁ αὐτος ἐστιν , οὑτως
ταυτης αἰτιας . . . οἱ μεν γαρ περι τον Ἑλλανικον και Καδμον , ἐτι δ ' Ἑκαταιον και παντες
9999980 ἀμαρακον
και μελιλωτινον λαλων και ῥοδα προσσεσηρως : ὠ φιλων μεν ἀμαρακον , προσκυνων δε σελινα , γελων δ ' ἱπποσελινα
κεκαυμενον ἐλαια αἰγειρου τα ἀνθη και ἡ ῥητινη ἀκορον ἀμωμον ἀμαρακον ἀμμι ἀνηθον κεκαυμενον ἀνιϲον ἀρκευθοϲ ἀϲαρου ἡ ῥιζα βραθυ
9999979 γραμματικοις
, καθαπερ και τας ἀντωνυμιας και την καλουμενην παρα τοις γραμματικοις προσηγοριαν . οὐ μεντοι φαινεται τουτο λογον τινα ἐχειν
ταυτα μεν εἰρηται περι των ῥηματων της ἀπαρεμφατου παρα τοις γραμματικοις λεγομενης ἐγκλισεως , δι ' ὡν και μονων εἰωθαμεν
9999979 νομισαντα
ἐς κορακας . ὁ δε Αἰσωπος μυθικως κολοιον μεγαν , νομισαντα τοις κοραξιν ὁμοιον εἰναι , προς αὐτους πολευθηναι :
πολλοις κεχρημενον και το δια τους τροπους εὐδοκιμειν οὐ χειρον νομισαντα του δια τους λογους . καιτοι συ πεμπειν αὐτον
9999979 βουλευτηριον
ὁμονοουντων τινα βοηθειαν εὑρασθε ὑμεις περι μεσας νυκτας εἰς το βουλευτηριον συνελθοντες ; ἡπερ ὠνησεν ὁμολογουμενως παντα τα πραγματα και
. . . . . ἀλλ ' ἐστιν εὐστοχον τι βουλευτηριον ταὐτοματον . ἐπηρεαστικον γε τι ταὐτοματον ἐστι τῳ βιῳ
9999979 μνημονικον
ἀνεγιγνωσκον , πλειστα δε ἐς μνημην ἀνελεγοντο : το τοι μνημονικον ἑκατοντουτης γενομενος και ὑπερ τον Σιμωνιδην ἐρρωτο , και
τουτο των ἐν τῳ λογῳ μερων ταττομεν . ἐστι δε μνημονικον ποιειν ἐν κεφαλαιῳ ἠ διαλογιζομενον ἠ ἀπολογιζομενον περι των
9999979 αἰσχυνομενοι
ποιουντες ἁ πραττουσιν ὡστ ' εἰναι φανεροι και φυλαττομενοι και αἰσχυνομενοι . ἐκ δε τουτων ἡ κοινη και παντων των
, διακειται δε , ὡσπερ οἱ καταψηφισασθαι μεν ἐπιθυμουντες , αἰσχυνομενοι δε το μη ἐπ ' ἀληθεσι , και προφασιν
9999979 ἀναγκασθεις
νηπιων καταλειφθεντων οὐχ ἑκων , ἀλλ ' ὑπο των πραγματων ἀναγκασθεις : ἐπειδη τον μεν παππον ὑμων οἱ της βασιλειας
ἀλλ ' ἀκων , δια την συμφοραν την του στρατοπεδου ἀναγκασθεις καταμειναι και βοηθησαι : ἁ δε ὁ Ὀδυσσευς ,
9999979 βεβαιοτητος
. ἠθους γαρ κρισιν οὐδεμιαν ἀκριβεστεραν ἡγουμαι της ἐν φιλιᾳ βεβαιοτητος , ἡς ὑμας αἰσθανομαι και παρα την ἡλικιαν ἐπιμελουμενους
ἡ συν τῃ δυαδι τα παντα ὑφιστασα , ταὐτοτητος και βεβαιοτητος και συνοχης και διαιωνιας ζωης ἐξηγουμενη τοις ὁλοις ,
9999979 κατοπισθεν
' ἀν ἐν οἰκοισιν Κυθερεια φαινηται συν Ζηνι , Κρονου κατοπισθεν ἰοντος , δεχνυμενης αὐτου συναφην καλης Ἀφροδιτης , Κυπριδι
μισθους παρα θεων : παιδας γαρ παιδων φασι και γενος κατοπισθεν λειπεσθαι του ὁσιου και εὐορκου . ταυτα δη και
9999979 Σικανων
βλαβην , καθιερωσει Μυνδιας ἀνακτοροις . Ἀλλοι δ ' ἐνοικησουσι Σικανων χθονα πλαγκτοι μολοντες , ἐνθα Λαυμεδων τριπλας ναυταις ἐδωκε
ῥηθεισιν . 〛 περι δε των κατοικησαντων ἐν αὐτηι πρωτων Σικανων 〚 ἐπειδη τινες των συγγραφεων διαφωνουσιν , ἀναγκαιον ἐστι
9999979 φυλας
, και τας ἀστικας προστιθεις αὐταις τετταρας , τριακοντα πεποιηκε φυλας ἀμφοτερων . , : , , , , ,
τον δημον οἱ Λακεδαιμονιοι εἰς δεκα μορας ὡσπερ εἰς δεκα φυλας οἱ Ἀθηναιοι . καλουσι δε μοραν οἱον γενος ἑν
9999979 γυμνικους
Ὁ μεν δη ἁμαρτων του χρηστηριου προσειχε γυμνασιοισι ὡς ἀναιρησομενος γυμνικους ἀγωνας , ἀσκεων δε πενταεθλον παρα ἑν παλαισμα ἐδραμε
, ἀλλ ' ἐπειδη ἐθος ἠν τοις παλαιοις κατα τους γυμνικους ἀγωνας ἐλαιῳ ἀλειφεσθαι προτερον , κἀντευθεν το ἀλειφεσθαι συμβολον
9999979 βουλαις
χαριν τουτον τον πλουν ὑπεστημεν τον χαλεπον , εὐκολως ταις βουλαις της κορης τετελεσται . ἑζομενος πηδοισι : τοις πλατεσι
πριν δε τους ὁρκους γενεσθαι οἱ βοιωταρχαι ἐκοινωσαν ταις τεσσαρσι βουλαις των Βοιωτων ταυτα , αἱπερ ἁπαν το κυρος ἐχουσιν
9999978 κρατησεις
, οὐ λογῳ τυχον , ἀλλ ' ἐργῳ : και κρατησεις οὐ μονον των ἀνδρων ἁπαντων , ἀλλα και των
οὐ περικρατεις , ἀπιθι θαρρων εἰς γωνιαν τινα , ὁπου κρατησεις , ἠ και πανταπασιν ἐξιθι του βιου , μη
9999978 ἀναγραφαις
ἀγαθον νενομισται . και ταυτην ηὐξατο τις ἐν ταις ἱεραις ἀναγραφαις πατηρ υἱῳ , τῳ ἀφρονι Ἠσαυ ὁ ἀριστος Ἰσαακ
Ἱεροσολυμα τον νεων κατασκευασασθαι , μεχρι μεν τουτων ἠκολουθησε ταις ἀναγραφαις , ἐπειτα δε δους ἐξουσιαν αὑτῳ , δια του
9999978 ὀνειδιζειν
γε τι πλημμελουνθ ' ὡς φασιν : ὁπερ οὐδ ' ὀνειδιζειν ἀξιον . τους Ἑρμας περιεκοπτεν . ἁπαντα μεν ,
την ἀλκην ἐπι του παροντος , μηδενα των παροντων ὡς ὀνειδιζειν μελλοντα φυλασσομενος : γαμου γαρ παιδες ἁπαντες , και
9999978 ξηραινουσι
και στομωματος , ὀνομαζουσι δε τινα και ἡλιτιν λεπιδα . ξηραινουσι μεν οὐν ἰσχυρως ἁπασαι , διαφερουσι δ ' ἀλληλων
ἐκπνεει , το δε ψυχρον ἐπαγεται . Ἀρτοι θερμοι μεν ξηραινουσι , ψυχροι δε ἡσσον , ἑωλοι δε τι ἡσσον
9999978 ἐρωτησεις
ὁτε οὐχ οὑτως , ἀλλ ' ἑτερως ἀποκρινομεθα προς τας ἐρωτησεις , οἱον : ἡμερα ἐστιν ; και οὑτως :
θαυμαζεις εἰ ἐπι μεγα ἠρθη το χρηστηριον , ὁρων τας ἐρωτησεις των προσιοντων συνετας και πεπαιδευμενας ; Ὁλως δε ἀσπονδος
9999978 ἁρμονικος
„ . κρουμα , διασχεσιν . εἰσουμενα ἐπι Ἀριστοξενους λεπτοετι ἁρμονικος . Ἐνεπισκηψασθαι και Ἐγγυην καταβολης . καταδικασθεντων τινων δημευεσθαι
και τἀποβαινον : ὀξυ το περικομμ ' , ἀφες . ἁρμονικος , οὐ μαγειρος . ἐπιτεινον το πυρ . ὁμαλιζετω
9999978 ξηροτεροι
ἀφροδισιαστην και φιλητον ἀνδρα και ἐρωτικον σημαινουσιν . εἰ δε ξηροτεροι εἰσιν και ἀνεῳγμενοι μη ἐνυπαρχοντος τρομου , νοσον σημαινει
' ἑψησεως τακεροι γενηθεντες , εἰτα λειωθεντες και ἐπιτεθεντες : ξηροτεροι δ ' εἰ φανειεν κατα την συστασιν , της
9999978 αἰσθητικον
πνευματικου : ἐκ τεταρτου τινος ἀκατονομαστου , ὁ ἠν αὐτῳ αἰσθητικον . Ἡρακλειτος την μεν του κοσμου ψυχην ἀναθυμιασιν ἐκ
' ἀφ ' οὑ ἀν ἠι χρονου ζωιον , εὐθυς αἰσθητικον ἐστι . μετα ταυτα τοινυν οὐκ ἀν μοι δοκει
9999978 τολμησαντα
αὐτον κατα Δημοσθενους , ὡς κατα της πολιτειας την ἱεροσυλιαν τολμησαντα . τριτον : θαῤῥει μεν οὐν , ὡς ἐοικεν
οὑτω νενομικα των δικαιων καταμελειν , ὡς ἀθῳον τουτον τηλικαυτα τολμησαντα διαδραναι την δικην . ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ . Οὐ νυν δε
9999978 ἐγχειρησιν
γενομενου του σκληρωματος πλησιον της ἑδρας , ὑπερτιθεσθαι δει την ἐγχειρησιν : προς δε τῳ ὀσχεῳ [ της ἑδρας ]
ἀναλεξαμενος . δια την ἐξ ἀγνοιας τοινυν συμβασαν τῳ νεῳ ἐγχειρησιν ἐπισκεπτεον ἀν εἰη , τι ποτε βουλεται ἡ ῥηθεισα
9999978 ὀνομασθεντα
δε τηι μεσογαιαι των Ἁλικαρνασεων τα Πηδασα ὑπ ' αὐτων ὀνομασθεντα ἠν πολις , και ἡ νυν χωρα Πηδασις λεγεται
δε τῃ μεσογαιᾳ των Ἁλικαρνασεων τα Πηδασα ὑπ ' αὐτων ὀνομασθεντα ἠν πολις , και νυν ἡ χωρα Πηδασις λεγεται
9999978 μετονομασθηναι
μεν Σικυωνος την Ἀσωπιαν , ἀπο δε Κορινθου την Ἐφυραιαν μετονομασθηναι . Κορινθον δε οἰκουσι Κορινθιων μεν οὐδεις ἐτι των
ὁτ ' οὐπω τελειος ἐγεγενητο , ἀλλ ' ἐτι πριν μετονομασθηναι τα μετεωρα ἐφιλοσοφει , ἐπισταμενη ὁτι οὐκ ἀν δυναιτο
9999978 ἐθνικον
Ἰδαιοις ἐν ὀρεσσιν , ἁτε κλειουσι Πανακρα „ . το ἐθνικον Πανακραιος . το θηλυκον Πανακρις . ἐστι δε και
. Ἑκαταιος Εὐρωπηι . ἀπο Κρισου Φωκου ὑιου . το ἐθνικον Κρισαιος και Κρισαιον πεδιον . . . τινες δε
9999978 ἀναγραφης
ἐναπο - γραφεται . πρωτος δε [ ὁ ] της ἀναγραφης τροπος ὁ δια των αἰσθησεων : αἰσθανομενοι γαρ τινος
διασωθηναι . ὁ δε Ἰαμβουλος [ οὑτος ] ταυτα τε ἀναγραφης ἠξιωσε και περι των κατα την Ἰνδικην οὐκ ὀλιγα
9999978 ἐξαναστηναι
βασταζων διεβαινε τινα λιμνην . ὀλισθησας δε ὡς κατεπεσεν , ἐξαναστηναι μη δυναμενος ὠδυρετο τε και ἐστενεν . οἱ δε
αὐτον οὐσαν την θηραν την ἀτιμον . λεοντος δε προοφθεντος ἐξαναστηναι , γνωρισαντα τον ὀντα ἀξιον ἀνταγωνιστην . κἀπειδη συμπλακεις
9999978 φυλαχθηναι
το πληθος των αἰτιων και την ὑπεροχην εἰς το ἀδιαμαρτητον φυλαχθηναι . και ταυτα δε παντα ἐξ οὐρων τε και
την καρδιαν σου ἠδη ἀναβῃ μη δυνασθαι αὐτας ὑπο ἀνθρωπου φυλαχθηναι , οὐ φυλαξεις αὐτας . νυν δε σοι λεγω
9999978 δουλαις
και ἐφη μεν της Πηνελοπης ἐραν , ἐμιγνυτο δε ταις δουλαις ταις του Ὀδυσσεως και τἀλλα ἠν ἀκολαστος , οὐχ
αἱ θεραπαιναι πασαι περι αὐτην : και τοινυν ὁμοιαν ταις δουλαις εἰχε την ἐσθητα : ἐπει δε γνωναι βουλομενοι ποια
9999978 μεταγενεστεροι
δια των θεωρηματων ἐκματτομενη το παραδειγμα , ὡς δε οἱ μεταγενεστεροι λογος [ ἠ πραξις ] ὁμοιωσιν εὐ ἐχουσαν του
, ἐπιεικως και φιλανθρωπως προσφερομενοι τοις ὑποτεταγμενοις : οἱ δε μεταγενεστεροι βιαιως και χαλεπως χρωμενοι τοις συμμαχοις , ἐτι δε
9999977 κατεμεινεν
Λυγκεως παιδες την βασιλειαν ἐνειμαντο , και Ἀκρισιος μεν αὐτου κατεμεινεν ἐν τῳ Ἀργει , Προιτος δε το Ἡραιον και
την Ἑλλαδα και την βαρβαρον αὐθις ἐσκεδασθη , ὀλιγον δε κατεμεινεν ἐν Ἰταλιᾳ των Ἀβοριγινων προνοιᾳ . πρωτον μεν οὐν
9999977 ἐναρμονιου
της ἡμιολιου ἐπι την ἐναρμονιον διεσις , ἀπο δε της ἐναρμονιου ἐπι την βαρυτατην χρωματικην ἑκτημοριον , ἀπο δε της
ποτερον διτονος ἐστιν ἡ λιχανος ἠ συντονωτερα ὡς μιας οὐσης ἐναρμονιου : ἡμεις δ ' οὐ μονον πλειους ἐν ἑκαστῳ
9999977 συμπληρωτικον
ἀν εἰη ἀτοπον ; Ἡ λαλια κεφαλης μεν ἐχει τι συμπληρωτικον και βαρους ἐμποιητικον : ἐστι δε και δυναμεως καταλυτικη
δε κυμινον και δια την πληκτικην ἀποφοραν της κεφαλης ἐστι συμπληρωτικον . Ἀφθης δε γενομενης μικρας μεν ἐσχαρας οὐσης μελιτι
9999977 πινομενη
προσαγορευουσιν . αὑτη ξηραντικης μετεχει φυσεως . και συν οἰνῳ πινομενη ἰσχιαδικους και δυσεντερικους ἰαται , και σπληνα ἐσκιρωμενον θεραπευει
σμυρνης σπερματος ἰσον : και ἀριστολοχια δε μαλιστα ἡ στρογγυλη πινομενη ὁσον δραχμης πληθος πνευματα διαλυει και τους βραδυπεπτουντας ὠφελει
9999977 ἑψηθεντα
και ϲκορδα και πραϲα ὠμα μεν οὐδολωϲ τροφην διδωϲιν , ἑψηθεντα δε διϲ ἠ τριϲ ὀλιγιϲτην : ῥοαι ὀλιγοτροφοι :
μετεχων οὐϲιαϲ χλιαραϲ ὁ γε χλωροϲ : οὑ τα φυλλα ἑψηθεντα ϲυν οἰνῳ τραυματων ἐϲτι κολλητικα πυρικαυτα τε και ϲπληνικουϲ
9999977 Λευκιον
, Γαιον Σερουιλιον , Λευκιον Κοϊνκτιον , Λευκιον Κορνηλιον , Λευκιον Οὐαλεριον Αὐλον Μαλλιον . ἐπι δε τουτων Καρχηδονιοι στρατευσαντες
, δια δε Φουλβιαν ὁμως και δια Μανιον ἐς τον Λευκιον ἰοντων και τους ἀποκλειοντας βιαζομενων , ὁ Καισαρ ὑπηντα
9999977 θεν
την θε συλλαβην . ἡ γουν καταληξις ἡ δια του θεν οὐδεποτε το ν ἀποβαλλει : το γαρ Λεσβοθεν οὐκετι
σημασιας ὡδε ἐχει . τα παρα προθεσιν παραγομενα των εἰς θεν ληγοντων κοινῃ χρηται σημασιᾳ κατα την τοπικην ἐκφοραν ,
9999977 ἀτιμαζειν
και λυπας και ὀργας την παρ ' αὐτοις δυναμιν μη ἀτιμαζειν , ἀλλ ' ἐφαπτεσθαι του νοητου λεγειν ἐξειναι ,
διωθεισθαι την πατρικην ἐπιταξιν , μηδε το του Πλατωνος ἀξιωμα ἀτιμαζειν . , . . κατανωτισασθαι μηδε την του Πλουταρχου
9999977 τελευτησαντα
των ἐλευθερων . το δε ζωντα μεν φαινεσθαι πενητα , τελευτησαντα δε καταφωραθηναι πλουσιον , ἀλλα τουτο των ἐν ἀνθρωποις
, ἀλλ ' ἐσοιτο αὐτῳ ὁστις ζωντα τε γηροτροφησοι και τελευτησαντα θαψοι αὐτον και εἰς τον ἐπειτα χρονον τα νομιζομενα
9999977 ἐλπιζειν
θεων . . : Καλον το ἀπο ἀγαθου συνειδοτος ἀγαθον ἐλπιζειν πεισεσθαι ὑπο θεων . * : ἡδυ ] Τουτο
δυναισθε ; παθος ἐστιν ἀνθρωπειον τοις μεμνημενοις της ποτε τυχης ἐλπιζειν την τυχην ἐπανελευσεσθαι , φαρμακον δε κακων ἀκεστηριον ληθη
9999977 δαιμονιου
των δικαστων κατεγνωσθη θανατος , οἰεται αὐτον ἐλεγχεσθαι περι του δαιμονιου ψευδομενον , ἐννοησατω πρωτον μεν ὁτι οὑτως ἠδη τοτε
' αὐτοις και των κακων ἀρχη ἐγενετο , μηνισαντος του δαιμονιου . ἐδοξαν γουν οἱ ἀρχοντες αὐτων μετ ' ὀλιγον
9999977 αὐτοδιδακτον
τῳ δε κατ ' εὐμοιριαν φυσεως αὐτηκοον και αὐτομαθη και αὐτοδιδακτον κτησαμενῳ την ἀρετην βραβειον ἀναδιδοται χαρα : του δ
εἱνεκα , χαριν . Ἐσσεται : ἐγκειται , ἀκολουθει . αὐτοδιδακτον : φυσικον , αὐτοφυες . Μαλακη : μαλακη ἀπο
9999977 ἀναιδης
ἐρεις περι τουτων ? ? ? διαλεγομενον : ἐγω δε ἀναιδης ἀν ἠμην λαθραι πειρων και κλεπτομενην ἀπολαυσιν ἁρπαζων και
: κυνωπιδος , ἀναιδους : κυνειρον ἁπαλον : κυνοθρασυς , ἀναιδης : σεσημειωται το κοιλον , ἐξ οὑ και το
9999977 φιλοτιμεισθαι
αὐτων διεφερετε , οὐδεν ἰσως ἐδει καθ ' ἑν τουτο φιλοτιμεισθαι και σκοπειν ὁπως κρειττους δοξετε . νυν δε οὐθεν
ἀνθρωπινον τι πεπονθοτα , ἀποτρεπετε δ ' ἐπι τοις αὐτοις φιλοτιμεισθαι ὡς ἀνηκεστα ἡμαρτηκοτα . Νικοκλης ὁ Συρακουσιος γυναικος ἀποθανουσης
9999977 ἀπονεμουσι
κλεψωσιν ἠ ἀρνησωνται ἠ χρεωκοπησωσιν ἠ ἁρπασωσιν ἠ λεηλατησωσι μοιρας ἀπονεμουσι τοις βωμοις , οἱ δυσκαθαρτοι , το μη δουναι
μυθος προς ἀνδρας οἱτινες ἀπο κινδυνου διασωθεντες τοις εὐεργεταις τοιαυτας ἀπονεμουσι χαριτας . Λυκος δε ποτ ' ἀρας ἀρνιον ἐκ
9999977 Ἑλληνικαις
ἐκεινου μεχρι και νυν τῃ διαδοχῃ του χρονου παραδοθεντα ταις Ἑλληνικαις ἱστοριαις και ξυγγραφαις ᾀδεσθαι και θαυμαζεσθαι παρα πασι και
ἀνδρειαν των Ἑλληνων ἀγνοεις : τους γαρ ἀφισταμενους των βαρβαρων Ἑλληνικαις δυναμεσι καταπολεμεις : ὡστε μη νομιζε τους ὑπερ της
9999977 διαιρετικης
το λογικον εἰναι συνελογιζοντο . Ἐπει δε προειπομεν περι της διαιρετικης τινα , ὁτι τε μικρον μοριον ἐστι της συλλογιστικης
τουτων διαφορα : νυνι δε προκειται δειξαι , πως της διαιρετικης τεχνης ὑποβαλλομενης των κεφαλαιων ἑκαστον ἡμεις ἐκλαβοντες αὐτο κατασκευασομεν
9999977 βουλευσαι
εἰπειν δ ' ἐν τῳ δημῳ οὐκ ἐξην αὐτοις οὐδε βουλευσαι . Τουτων ἠσαν οὑτοι ἀτιμοι : αὑτη γαρ ἠν
εἰς χρειαν της σης καταστησαι βοηθειας , ὁπως ἀφεις το βουλευσαι γνωμην ἐχῃ το κηδος συναψασθαι . θορυβου γαρ ἡκοντος
9999977 ἀμφις
αὐταρ ὁ Κυκλωπας μεγαλ ' ἠπυεν , οἱ ῥα μιν ἀμφις ᾠκεον ἐν σπηεσσι δι ' ἀκριας ἠνεμοεσσας . οἱ
αὐ κατα γαιαν ἀπειριτον , ὁσσα τ ' ἐρεξε Τηλεφον ἀμφις ἀνακτα και ὀβριμον Ἠετιωνα ὡς τε Κυκνον κατεπεφνεν ὑπερβιον
9999977 κοραις
ῥυπαρον * αἰκιζεται . ἀφανιζει ? ? ? * ξηραις κοραις . ταις κατεσκληκυιαις * ηγζης ? ? ! ?
θεοις μονας λαθετ ' ἠπιοδωρου Κυπριδος : κεινα δε Τυνδαρεου κοραις χολωσαμενα διγαμους τε και τριγαμους τιθησι και λιπεσανορας .
9999977 ἀποτυγχανειν
τουτο ποιει , ” μελετω , “ εἰπεν , ” ἀποτυγχανειν . “ αἰτων τινακαι γαρ τουτο πρωτον ἐποιησε δια
ἀργαλεωτατῃ νοσῳ , ἐπαιρομενοι . προς γαρ τῳ του τελους ἀποτυγχανειν ἐτι μετ ' οὐ μικρας βλαβης μεγαλην αἰσχυνην ὑπομενουσιν
9999977 ἀμετοχον
, ὡι ἐοικεν ⌋ : ἐπει δε το κατασκευαζον [ ἀμετοχον ] ? ⌈ ⌋ ψυχρου και ὁ τοπος ⌈
τοὐνομα . οὐδεν γαρ των εἰς λη ληγοντων θηλυκων ὀνοματων ἀμετοχον γενους του οὐδετερου , παρατελευτωντος του υ , ὀξυτονειται
9999977 φυλης
ὡσπερ και πτυειν και ἀπομυττεσθαι . Κοθωκιδαι δημος της Οἰνηιδος φυλης . οἱ μη δυναμενοι τι λεγειν τοιαυτα λεγουσιν .
δε του Ἀγυιεως τα ἀγαλματα τεσσαρα εἰσιν ἀριθμον , ὑπο φυλης ἑν ἑκαστης ἱδρυμενον . ὀνοματα δε αἱ φυλαι παρεχονται
9999977 μαλαξας
λαβῃ , καθελων ἀπο του πυρος και βαλων εἰς θυιαν μαλαξας χρω . το δ ' ἀποσυρεν δερμα οὐ χρη
πυρος , ἐπιπασσε μανναν : και ἑνωσας , ψυξας και μαλαξας χρω . Εὑρισκεται γαρ ἐν τῃ ἐμπλαστρῳ πυον παχυτατον
9999977 μαχομενην
φιλονεικων , την περι ὑμας ὀψεται δοξαν μετα ἀληθειας αὐτῳ μαχομενην και νικηθηναι μηδαμου δυναμενην : εἰ δε ἀκων μεν
μη ἁρμοττει ἠ ὁ κατηγορουμενος , την δε ἀποφασιν ἁτε μαχομενην τῃ καταφασει ψευδεσθαι μεν ἐφ ' ὡν ἐκεινη ἀληθης
9999977 τειχισαντες
τε και ἐλευθερουν τας Ἀθηνας , Λειψυδριον το ὑπερ Παιονιης τειχισαντες , ἐνθαυτα οἱ Ἀλκμεωνιδαι παν ἐπι τοισι Πεισιστρατιδῃσι μηχανωμενοι
Σχεδιος και Ἐπιστροφος οἱ του Ἰφιτου του Ναυβολου παιδες ᾠκησαν τειχισαντες αὐτην . των Ναυβολειων : Ναυβολου παις Ἰφιτος ,
9999977 πιστευσαντες
ὡσπερ ἐνεχυρον αὐτο τουτ ' ἐχοντες ἐπαρθηναι και τουτῳ μαλιστα πιστευσαντες ἁμαρτειν , οὐ τῳ δια τελους κρατησειν της πολεως
' ἀγνοησαιεν ὁσῳ λαμπροτερος και μειζων ἀνηρ , τοσουτῳ προχειροτερον πιστευσαντες αὐτῳ , μηδε ἡν οὐ θεμις οὐδεν φλαυρον ἀκουσαι
9999977 Ὑπερβολος
βαρος ἀπο του τραχηλου αὐτων ἐκρεμων . φαινεται δε ὁ Ὑπερβολος ἠδη εἰσβας εἰς την πολιτειαν . λεγεται δε και
, ὡς ἐοικεν , ἠν ἐν ταις Ἀθηναις . . Ὑπερβολος : Ἀ . ἐν τῳ προς Νικοκλεα . ἠν
9999977 πληρωσεις
κενουται ῥᾳστα . κενωσεις μεν δη φυσικαι των ἀρκτων και πληρωσεις ἐς δεον εἰρηνται μοι μητε ἰατρων μητε συγκραματων ,
κενουται ῥᾳστα . κενωσεις μεν δη φυσικαι των ἀρκτων και πληρωσεις εἰς δεον εἰς τοσουτον εἰρηνται μοι , μητε ἰατρων
9999977 καταγελαστως
, και τα ὀρνεα ἐρχονται ὡς ὑγροτεραν την γην . καταγελαστως δε ἐνταυθα ὁ Ἱπποκρατης ἐχρησατο , ὁτι περι σωματων
εὐδαιμον των ἡγουμενων και ἑπομενων θεων . Τινες μεν οὐν καταγελαστως εἰπον ὁτι και γαρ εὐφραινονται ἀποβλεποντες εἰς τας ἀνθρωπων
9999977 νοσουντα
Πανι , κτημα δε τερπνον πασιν ἀνθρωποις , ὁ και νοσουντα ἰασεται , και λυπουμενον παραμυθησεται , τον ἐρασθεντα ἀναμνησει
μαλιστα εἰ παραληφθειη οὐκ ἀπο του ὑγιαινοντος τοπου ἐπι τα νοσουντα , τοτε γαρ ἐπισυρεται , ἀλλ ' ἀπο του
9999977 Ταυρομενιτης
μασσαι ὠνομασται . . , , . : Τιμαιος ὁ Ταυρομενιτης τους ἐμβαλλοντας ποταμους εἰς την Ἀτλαντικην δια της Κελτικης
τους περιπατους ἐν τοις ἰχθυσι . Τιμαιος δ ' ὁ Ταυρομενιτης και Ἀριστοτελη τον φιλοσοφον ὀψοφαγον φησι γεγονεναι . και
9999977 ἀφαιρεισθαι
οὑς λεγεις μονους κακιζων , ἀλλα κοινῃ πασι βασκαινων παντας ἀφαιρεισθαι πειρασθαι τας δωρεας . μαλλον δε οὐκ εἰκαζειν ,
ἀπο μερους ἠ μερος ἀπο ὁλου . ὁλον μεν οὐν ἀφαιρεισθαι λεγειν ἠτοι ἀπο ὁλου ἠ ἀπο μερους ἀπεμφαινει προδηλως
9999977 ἀστερα
' ἀπο του Μ ἀπογειου ἐπι τον κατα το Κ ἀστερα των λοιπων εἰς το ἡμικυκλιον , ὡς προκειται ,
οἱς κουρη Θειαντις ἐναισιμα ἐργα προφαινει , αὐτις δ ' ἀστερα καλον ἐρισθενεος Κρονιωνος ἠ Παφιης ἠ φαιδρον ἐυσκοπον Ἑρμαωνα
9999977 οἰχομενοιο
ἐεικοσιν , ἡ τις ἀριστη , ἐρχεο πευσομενος πατρος δην οἰχομενοιο , ἠν τις τοι εἰπῃσι βροτων , ἠ ὀσσαν
ἐεικοσιν , ἡ τις ἀριστη , ἐρχεο πευσομενος πατρος δην οἰχομενοιο : Πρωτος εὐσεβης και δικαιος ἐκ βαθειας της δια
9999977 μακαριον
κατασκευαζει δε το θειον εἰναι την εὐδαιμονιαν και ἀριστον και μακαριον ἐκ του ἀθλον εἰναι της ἀρετης . δια σπουδης
ὠ Δαματερ : Ὁτι ἁπλως και ἀσυνηθως κατεχρησατο ἀντι του μακαριον : εἰ μη ἀρα παιζει , οἱον νεκρου βιον
9999977 καθαροι
διαφοροι στοχοι κδʹ , κεντροι και ἰσοι και πλαγιοι , καθαροι τε και ἀηχοι και παραηχοι : και ἀδυνατον ἀλλως
καθαρσια , καθαρτηρια , καθαρται . και οἱ τουτοις χρησαμενοι καθαροι , ὡσπερ οἱ ἐναντιοι ἀκαθαρτοι . καθαρως ὁσιως ὡσιωμεμως
9999977 θεραπειαις
θυμον , ποταπον ; ἀταλον , ἠγουν ἱλαρυνων αὐτον ταις θεραπειαις και προσηνη ποιων : Διος κορινθος . παροιμια ἐστιν
δε και τουτοις οὑς ἀγασθειη ἠ ἐν φυλακαις ἠ ἐν θεραπειαις ἠ ἐν αἱστισινουν πραξεσιν , ἐνσημαινομενος τουτο , ὁτι
9999977 ζωτικου
μοριων συμπαθειας ἐξεταζοις , προ παντων δε και τα του ζωτικου τονου σκοποιης μετρα , ὡς παντων των παθων ἐκει
ἀρτηρια ἐστι σωμα κοιλον διχιτωνον , ἐκ καρδιας ὁρμωμενον πνευματος ζωτικου χορηγον . δεχεται δε καθαρον ἀερα ἐν τῃ συστολῃ
9999977 κεφαλαις
Γ † ὁ δε εἰπεν † ὡσει ἐλεγε δρακοντων ἑκατον κεφαλαις αὐτον καθωπλισθαι . Γ ὡσει ἐλεγεν ὀφεων . Γ
προγενεστερους Φλαμινας ἀπο των περικρανιων πιλων , οὑς περι ταις κεφαλαις φορουσι , πιλαμενας τινας ὀντας , ὡς ἱστορουσι ,
9999977 κρατουντα
βασιλειων ἐπεδυετο , μαργαροις ὀντα και λιθοις καταστικτα προς τον κρατουντα ἐξεπεμπε , μηνυων αὐτῳ την ἐκεινου κατασχεσιν . Ὁ
ἡ δε γυνη του πειθειν ἀπογνουσα καθαπαξ καταφευγει προς τον κρατουντα : και πεμπει δη πρεσβιν τε και ἱκετην τον
9999977 ἀνακτησασθαι
ἀπο της χθεσινης διαρροιας τον στομαχον ἡμων θελει τῳ ὀξει ἀνακτησασθαι . ” και μετα το πιειν αὐτους προς δυο
λοφου τους τοτε κατοικουντας Σικελους : διο δη φασκοντες πατρῳαν ἀνακτησασθαι χωραν και περι ὡν εἰς τους ἑαυτων προγονους ἐξημαρτον
9999977 μακαριας
και της του παραδεισου διαγωγης ἐξορισαντα και της ἐκεισε στερησαντα μακαριας ζωης , ἀλλα και μετα την ἀπορρητον οἰκονομιαν και
τριχῃ δε διειλε και αὐτος τας ἀνοδους και εὐδαιμονας και μακαριας θεας : τας μεν ἐντος του οὐρανου εἰπων αἱτινες
9999977 ἐρωτικοις
. ἡ γαρ γυνη πολλοις τοις φιλημασι , και τουτοις ἐρωτικοις , προσκαλουμενη ὡς εἰδεν οὐ κατεχοντα , ὡσπερ ἀνδρι
θεον των γαμων : χαιρει δε διηγημασιν ἐπαφροδιτοις τε και ἐρωτικοις : ταυτα γαρ οἰκεια τῃ ὑποθεσει . μετεχειρισαντο δε
9999977 χαιρουσι
εἰ μηδεπω γελω , ἐγω δε τους γελωντας ὁτι ἀδικουντες χαιρουσι , σκυθρωπαζειν δεον οὐ δικαιοπραγουντας . δοτε μοι καιρον
ἐσθητος χρυσῳ δε και λιθοις πολυτιμοις κεκοσμημενων , οἱς ἀει χαιρουσι Ῥωμαιων οἱ τρυφωντες . ὑπερηγαπα δε ὁ Κομοδος αὐτο
9999976 κυαμινου
ϲαμψυχου λι . α , ἀγνου ϲπερματοϲ , γληχωνοϲ , κυαμινου ἀλευρου και θερμινου ἀνα # Ϛ , χαμαιλεοντοϲ μελανοϲ
και ἡμερου ἠ πτιϲανηϲ , ϲυν τουτοιϲ δε και ἀλευρου κυαμινου ἠ θερμινου ἠ μυροβαλανινου ἠ του πεπονατου ϲκευαζομενου .
9999976 Καθαρτικον
γ , σκαμμωνιας ⋖ α , κολοκυνθιδος ⋖ δ . Καθαρτικον ὀξυπορον . Πεπερεως , κυμινου , πηγανου , σκαμμωνιας
: λουσαμενη δε και ἀφαιρεομενη , διανιζεσθω ὑδατι εὐωδει . Καθαρτικον μαλθακον , ὁπερ ὑδωρ ἀγει και φλεγματα , χλωρα
9999976 βουλευσεως
και βουλευεται , ἡ δε φυσις ἀπο της ἀρχης ἀπροσδεης βουλευσεως . Και δει του παντος την διοικησιν και τον
, δωροξενιας δωρων , συκοφαντιας , ψευδοκλητειας , ψευδεγγραφης , βουλευσεως , ἀγραφιου , μοιχειας . εἰσαγουσι δε και δοκιμασιας
9999976 ἐπακολουθησαι
και διψησωσιν αἱ ἀρουραι , οὐδεμια μηχανη μη οὐχι λιμον ἐπακολουθησαι τῳ διψει αὐτων : και ὁτι οὐ μεσουντος θερους
του θωρακος ἐξαιρεθῃ το δορυ , συμβησεται και τον θανατον ἐπακολουθησαι , εὐψυχοτατα την του βιου καταστροφην ἐποιησατο . πρωτον
9999976 πληρουσι
ἀγγειον κεραμεουν οἰνηρον συκων ἐμβαλλουσι προς ἡμισυ μερος , εἰτα πληρουσι το ἀγγειον ὑδατος καθαρου , και συνεχως ἀπογευονται .
Γοργιας μεν και Πωλος σφοδρα του καλλους πεφροντικοτες παντοδαπων παρισωσεων πληρουσι τους λογους , Ἰσοκρατης δε ἐπ ' ἐλαττον ,
9999976 δυσουριαν
πεφυκε : και το σπερμα δε αὐτου ἁμα γλυκει ποτιζομενον δυσουριαν ἰαται . Συνεχως δε ἐσθιομενον ἀμαυροι τας ὀψεις ,
και ἡπατος και σπληνος και νεφρων , ἰαται δε και δυσουριαν και τυλους ἐμπαγεντας ἐν ἀρθροις ἀκρως λυει . ἐστι
9999976 αἰσθησεως
, αὑτη και σοφιᾳ συνοικος και οἰκειως ἀν ὑποκεοιτο . αἰσθησεως μεν οὐν και νου ἀφαιρεθεις ἀνθρωπος φυτῳ γιγνεται παραπλησιος
εἰς ἐπιστασιν δ ' ἐρχονται τουτων , και ἠ ἀπο αἰσθησεως ἠ ἀπο λογου ποδηγουνται ὡσπερ ἐξυπνιζομεναι . ἀλλ '

Back