φαινεται αἰτια : το γαρ περι των ἐφ ' Ἡρακλειαις στηλαις ἠ των ἐν Βορυσθενει προοραν τινα ὑπερ την ἡμετεραν
και οἱ προφηται , φησι , των Αἰγυπτιων , ἐν στηλαις ταις ἐτι σωζομεναις ταυτα γεγραφθαι λεγοντες . Οἱ δε
9999984 ἀναγραφαις
ἀγαθον νενομισται . και ταυτην ηὐξατο τις ἐν ταις ἱεραις ἀναγραφαις πατηρ υἱῳ , τῳ ἀφρονι Ἠσαυ ὁ ἀριστος Ἰσαακ
Ἱεροσολυμα τον νεων κατασκευασασθαι , μεχρι μεν τουτων ἠκολουθησε ταις ἀναγραφαις , ἐπειτα δε δους ἐξουσιαν αὑτῳ , δια του
9999984 γραφαις
πραγματικου , το λεγομενον μεν οἰκονομικον , ἐν ἁπασαις δε γραφαις ἐπιζητουμενον , ἐαν τε φιλοσοφους προεληται τις ὑποθεσεις ἐαν
και ῥᾳδιως ὀχλον ἀγοντες , ἠν ἀντιπεσῃ καιρος , ἐν γραφαις τε και εἰσαγγελιαις και τιμηματι και τῳ ξυλῳ .
9999984 διδακτον
χαλασον , και συγχωρησον ἐξ ὑποθεσεως αὐτο σκοπεισθαι , εἰτε διδακτον ἐστιν εἰτε ὁπωσουν . λεγω δε το ἐξ ὑποθεσεως
σωζομεναι δι ' ἑης ἀλκης . . . τοις δε διδακτον ἐδωκε φαους γνωρισμα λαβεσθαι : τους δε και ὑπνωοντας
9999984 θεραπειαις
θυμον , ποταπον ; ἀταλον , ἠγουν ἱλαρυνων αὐτον ταις θεραπειαις και προσηνη ποιων : Διος κορινθος . παροιμια ἐστιν
δε και τουτοις οὑς ἀγασθειη ἠ ἐν φυλακαις ἠ ἐν θεραπειαις ἠ ἐν αἱστισινουν πραξεσιν , ἐνσημαινομενος τουτο , ὁτι
9999983 δικαστηριοις
γαρ ἡ ῥητορικη δοκει ἐν ταις βουλαις και ἐν τοις δικαστηριοις λυσιτελειν . Ποτε δε χρη το ὀνομα του γενους
ὑμας νομους ἀναγκαζουσι λυειν , τους μεν κεκριμενους ἐν τοις δικαστηριοις ἀφιεντες , ἑτερα δε παμπληθη τοιαυτα βιαζομενοι παρανομειν .
9999983 φυλαις
διθυραμβοποιον . εἰρηται γαρ ὁτι ἐγκυκλια διδασκουσιν . ὡς ταισι φυλαις : Ἑκαστη γαρ φυλη Διονυσου τρεφει διθυραμβοποιον . Λεωτροφιδῃ
ὑπερ νικης θαυμαστη , οὐχ ὑπερ μεγαλων μεν των ταις φυλαις εἰς αὐτους ἀνηλωμενων , μανιᾳ δε το πραγμα ἐοικε
9999983 ἀποκλεισαι
και εἰς τας ναυς ἐμβηναι , και Λακεδαιμονιους βασιλει πυλας ἀποκλεισαι . μεγαλα γαρ ταυτα και σεμνοτητος ἐργα και [
. . Ἀλκιβ . ; ἀποτειχισαι το ἀπολαβειν τειχει και ἀποκλεισαι της ἐξοδου , ἀποτετειχισμενος δε ὁ ἀπειλημμενος και ἀποκεκλεισμενος
9999983 αὐτοδιδακτον
τῳ δε κατ ' εὐμοιριαν φυσεως αὐτηκοον και αὐτομαθη και αὐτοδιδακτον κτησαμενῳ την ἀρετην βραβειον ἀναδιδοται χαρα : του δ
εἱνεκα , χαριν . Ἐσσεται : ἐγκειται , ἀκολουθει . αὐτοδιδακτον : φυσικον , αὐτοφυες . Μαλακη : μαλακη ἀπο
9999983 αἰσχυνομενοι
ποιουντες ἁ πραττουσιν ὡστ ' εἰναι φανεροι και φυλαττομενοι και αἰσχυνομενοι . ἐκ δε τουτων ἡ κοινη και παντων των
, διακειται δε , ὡσπερ οἱ καταψηφισασθαι μεν ἐπιθυμουντες , αἰσχυνομενοι δε το μη ἐπ ' ἀληθεσι , και προφασιν
9999982 κρατουντα
βασιλειων ἐπεδυετο , μαργαροις ὀντα και λιθοις καταστικτα προς τον κρατουντα ἐξεπεμπε , μηνυων αὐτῳ την ἐκεινου κατασχεσιν . Ὁ
ἡ δε γυνη του πειθειν ἀπογνουσα καθαπαξ καταφευγει προς τον κρατουντα : και πεμπει δη πρεσβιν τε και ἱκετην τον
9999982 νοσουντα
Πανι , κτημα δε τερπνον πασιν ἀνθρωποις , ὁ και νοσουντα ἰασεται , και λυπουμενον παραμυθησεται , τον ἐρασθεντα ἀναμνησει
μαλιστα εἰ παραληφθειη οὐκ ἀπο του ὑγιαινοντος τοπου ἐπι τα νοσουντα , τοτε γαρ ἐπισυρεται , ἀλλ ' ἀπο του
9999981 κελευθους
ἀν και πετρον ὀριναις . τις σε πολυπλανεων ἐπεων ἐδιδαξε κελευθους ; ὠμοι , τις σε κομισσεν ἐμην εἰς πατριδα
! ] ! ! ! ! ! τας ἐναλους ἀπεβα κελευθους [ ] ! ! ! [ ! ! !
9999981 ἀπαραιτητος
και την συνουσιαν οὐκ ἠνεγκεν . ἀλλ ' εἰδως ὁτι ἀπαραιτητος ἐστιν ὁ πατηρ , και προς τα τοιαυτα ἀσυγγνωστος
Νεμεσεως ἐστιν ἱερον , ἡ θεων μαλιστα ἀνθρωποις ὑβρισταις ἐστιν ἀπαραιτητος . δοκει δε και τοις ἀποβασιν ἐς Μαραθωνα των
9999981 τελευτησαντα
των ἐλευθερων . το δε ζωντα μεν φαινεσθαι πενητα , τελευτησαντα δε καταφωραθηναι πλουσιον , ἀλλα τουτο των ἐν ἀνθρωποις
, ἀλλ ' ἐσοιτο αὐτῳ ὁστις ζωντα τε γηροτροφησοι και τελευτησαντα θαψοι αὐτον και εἰς τον ἐπειτα χρονον τα νομιζομενα
9999981 Ἑλληνικαις
ἐκεινου μεχρι και νυν τῃ διαδοχῃ του χρονου παραδοθεντα ταις Ἑλληνικαις ἱστοριαις και ξυγγραφαις ᾀδεσθαι και θαυμαζεσθαι παρα πασι και
ἀνδρειαν των Ἑλληνων ἀγνοεις : τους γαρ ἀφισταμενους των βαρβαρων Ἑλληνικαις δυναμεσι καταπολεμεις : ὡστε μη νομιζε τους ὑπερ της
9999981 παρεγενηθησαν
δια το μισος ὑπειληπτο . ὡς δε παντες οἱ συμμαχοι παρεγενηθησαν εἰς Κροτωνα , [ και ] κατα την ἑαυτου
του της Ἀσιας βασιλεως περι τον της Λυσιμαχειας πολεως ἀνοικισμον παρεγενηθησαν οἱ παρα Φλαμινιου πρεσβεις . εἰσαχθεντες δε εἰς το
9999981 Πολυκρατους
προς λυραν ὁ Πινδαρος : ἠιδε δε ὁ Ἀνακρεων την Πολυκρατους τυχην Σαμιων τηι θεαι πεμπουσαν ἱερα : και Ἀλκαιος
δια Χερρονησου τῃ στρατιᾳ , των μεν κληρουχων κατα το Πολυκρατους δογμα πολεμουντων ἡμιν , ὑμων δε τοιαυτα ψηφιζομενων ,
9999981 κολακος
ἀπειλητικως . δειπνοπιθηκος : ὁ δειπνου ἑνεκα πιθηκιζων και ὑποθωπευων κολακος τροπον . διατοιχειν : το εἰς τον ἑτερον τοιχον
, οὐτε ἀγροικος τροπος εἰς ὁμιλιαν . Πιθηκου ὀργην και κολακος ἀπειλην ἐν ἰσῳ θετεον . Του βιου καθαπερ δραματος
9999981 ἐρωτησεις
ὁτε οὐχ οὑτως , ἀλλ ' ἑτερως ἀποκρινομεθα προς τας ἐρωτησεις , οἱον : ἡμερα ἐστιν ; και οὑτως :
θαυμαζεις εἰ ἐπι μεγα ἠρθη το χρηστηριον , ὁρων τας ἐρωτησεις των προσιοντων συνετας και πεπαιδευμενας ; Ὁλως δε ἀσπονδος
9999981 σκηναις
της γης ὑπ ' αὐτου δεδῃωμενης . μενοντες δε ὑπο σκηναις αὐτοσχεδιοις , οἱ δε πλειστοι ὑπο γυμνῳ τῳ ἀερι
διπτυχους νεκρους στειχουσα θαπτε : δεσποτων δ ' ὑμας χρεων σκηναις πελαζειν , Τρωιαδες : και γαρ πνοας προς οἰκον
9999981 συνειδοτα
, φησιν Εὐβουλος . τι δει λεγειν με πολλα προς συνειδοτα ; ἐμος εἰ μαθητης , σος δ ' ἐγω
των θυρων εὐνουστεραν : τι δει λεγειν με πολλα προς συνειδοτα ; ἐμος εἰ μαθητης , σος δ ' ἐγω
9999981 ὁπλαις
ἀπο μερους σχημα : ποσι γαρ ὀφειλων εἰπειν ἰσην ἁρπυιαις ὁπλαις εἰπεν . Ἁρπυιαι δε μυθικως δαιμονες τινες Ἀελλω και
Ἁρπιννα ἱπποι Οἰνομαου , ὡν ἠν Μυρτιλος ἡνιοχος . * ὁπλαις ταις ὀνυξιν * ἰσην ἁρπυιαις . κακως δε εἰπε
9999981 ὀνομασθεντα
δε τηι μεσογαιαι των Ἁλικαρνασεων τα Πηδασα ὑπ ' αὐτων ὀνομασθεντα ἠν πολις , και ἡ νυν χωρα Πηδασις λεγεται
δε τῃ μεσογαιᾳ των Ἁλικαρνασεων τα Πηδασα ὑπ ' αὐτων ὀνομασθεντα ἠν πολις , και νυν ἡ χωρα Πηδασις λεγεται
9999981 καθαρτηριον
ὁλως λαβειν φαρμακον ὑπηλατον . μετα δε το ληφθηναι το καθαρτηριον συμφερει της πτισανης ἐπιρροφειν , ὡς φησιν Ἱπποκρατης :
νιτρου και λιβανωτου βαλανον ποιησας ἐν μελιτι προσθες . Προσθετον καθαρτηριον μαλθακτικον : ἰσχαδα λαβων , ἑψησας , ἑως ἀν
9999981 νεωτεριζειν
γενοιτ ' ἀν , ὁπως μηδενι ἑτοιμα ᾐ των βουλομενων νεωτεριζειν . Εὐηθες γαρ των μεν ἀφικνουμενων ἀνδρων παραιρεισθαι τα
ἁπτεα του ἐργου πριν και των λοιπων ἐπαρθηναι εἰς το νεωτεριζειν τας γνωμας . . . . ἀτασθαλα . .
9999980 παρειχοντο
την ἐπωνυμιην . Δωριεες δε οἱ ἐκ της Ἀσιης τριηκοντα παρειχοντο νεας , ἐχοντες τε Ἑλληνικα ὁπλα και γεγονοτες ἀπο
χρηματ ' εἰσεφερον , οἱ δε τεχνιται τας αὑτων ἐπιστημας παρειχοντο προς την των ὁπλων κατασκευην , ἁπας δ '
9999980 θεραπευοντα
δε μη ἀνυστα εἰδεναι , διοτι οὐκ ἀνυστα , και θεραπευοντα τους τα τοιαυτα ἐχοντας ὠφελεειν ἀπο της θεραπειης ἐς
μαραινομενα , και τα μεγαλα και τα σμικρα , και θεραπευοντα τα μεν ἀνυστα ἐκθερα - πευειν , τα δε
9999980 βλαστησεις
προς ἑκαστην ὡραν συμμετρον ἐχοντα την κρασιν ταυτα και τας βλαστησεις ἐν ἑκαστῃ και τας τελεωσεις των καρπων ἀποδιδωσιν .
ἀνω συνεχες εἰναι αὐτων , ἀφ ' οὑ και αἱ βλαστησεις αὐτων των καυλων : ἀναβλαστανει δε ὁ καυλος ἐκ
9999980 κατεμεινεν
Λυγκεως παιδες την βασιλειαν ἐνειμαντο , και Ἀκρισιος μεν αὐτου κατεμεινεν ἐν τῳ Ἀργει , Προιτος δε το Ἡραιον και
την Ἑλλαδα και την βαρβαρον αὐθις ἐσκεδασθη , ὀλιγον δε κατεμεινεν ἐν Ἰταλιᾳ των Ἀβοριγινων προνοιᾳ . πρωτον μεν οὐν
9999980 Ἀριστοτελικων
αἱ κατα φιλοσοφιαν αἱρεσεις . δευτερον τις ἡ διαιρεσις των Ἀριστοτελικων συγγραμματων πολλων ὀντων , χιλιων τον ἀριθμον , ὡς
φιλοσοφων αἱρεσεις ὠνομασθησαν , φερε δευτερον και την διαιρεσιν των Ἀριστοτελικων συγγραμματων ποιησωμεθα . τουτων οὐν τα μεν ἐστι μερικα
9999980 πιστευσαντας
δια το και πλειους διεψευσθαι της ἀληθειας ἐν τουτοις , πιστευσαντας τῃ Φιλινου γραφῃ . Οὐ μην ἀλλ ' εἰ
δε μηνυσεως ὑπο του Μηνυκιου τους παροντας ἐν τῳ συνεδριῳ πιστευσαντας ἀληθη τα λεγομενα εἰναι , γνωμην ἀποδειξαμενου των πρεσβυτερων
9999980 ὁρισμους
τι πραγμα ἐστιν , οὐ δυνατον δε ἑνος πραγματος δυο ὁρισμους ἀποδουναι . ὁ γαρ κυριως ὁρισμος , ὡς εἰρηται
γενους ὁρισμος ἠτοι ὑπογραφη των δυο ἀπηλλακται των κακυνοντων τους ὁρισμους : οὐτε γαρ περιττευει οὐτε ἐλλειπει . Εἰρηται ὁτι
9999980 ἀσθενεστεραι
και προ του παθειν ἀποσκευαζονται την ἀλογιαν , αἱ δε ἀσθενεστεραι μολις ἐκ της προς αὐτην την γενεσιν κοινωνιας εἰς
δ ' ἀν αὐτο μαλακισθεν ἀπαγορευσῃ την οἰκειαν ἐνεργειαν , ἀσθενεστεραι μεν αἱ πεψεις γινονται : πεψεων δε ἀσθενων οὐρα
9999980 φλεγμοναις
χωρις συμπτωματων . οὐκουν ἐνταυθα οὐ διαλεξεται περι των ἐπι φλεγμοναις γινομενων πυρετων , ἀλλα περι των ἀλ - λων
μονον τοις ἐρυσιπελασιν , ἀλλα και τοις ἑκτικοις πυρετοις και φλεγμοναις ταις ἐν αἰδοιοις κατ ' ἀρχας πριν νομωδη τινα
9999980 εὐδοκιμουντας
ἁπλοτητα και την φιλομυθιαν . Ὁρωντες γαρ τους φανερως μυθογραφους εὐδοκιμουντας ᾠηθησαν και αὐτοι παρεξεσθαι την γραφην ἡδειαν , ἐαν
ἁπλοτητα και την φιλομυθιαν . ὁρωντες γαρ τους φανερως μυθογραφους εὐδοκιμουντας ὠιηθησαν και αὐτοι παρεξεσθαι την γραφην ἡδειαν , ἐαν
9999980 μακαριον
κατασκευαζει δε το θειον εἰναι την εὐδαιμονιαν και ἀριστον και μακαριον ἐκ του ἀθλον εἰναι της ἀρετης . δια σπουδης
ὠ Δαματερ : Ὁτι ἁπλως και ἀσυνηθως κατεχρησατο ἀντι του μακαριον : εἰ μη ἀρα παιζει , οἱον νεκρου βιον
9999980 μαχομενην
φιλονεικων , την περι ὑμας ὀψεται δοξαν μετα ἀληθειας αὐτῳ μαχομενην και νικηθηναι μηδαμου δυναμενην : εἰ δε ἀκων μεν
μη ἁρμοττει ἠ ὁ κατηγορουμενος , την δε ἀποφασιν ἁτε μαχομενην τῃ καταφασει ψευδεσθαι μεν ἐφ ' ὡν ἐκεινη ἀληθης
9999980 σημαινουσης
ἐχειν τουβατορας τε και βουκινατορας : και της τουβας τρισσακις σημαινουσης περι ἑσπεραν παυεσθαι των πονων και δειπνουντας ψαλλειν τον
το εἰναι τι λεκτον ἀσωματον , ὁ κεχωρισται της τε σημαινουσης φωνης , οἱον της ” Διων “ , και
9999980 δαιμονιου
των δικαστων κατεγνωσθη θανατος , οἰεται αὐτον ἐλεγχεσθαι περι του δαιμονιου ψευδομενον , ἐννοησατω πρωτον μεν ὁτι οὑτως ἠδη τοτε
' αὐτοις και των κακων ἀρχη ἐγενετο , μηνισαντος του δαιμονιου . ἐδοξαν γουν οἱ ἀρχοντες αὐτων μετ ' ὀλιγον
9999980 Μελιτος
ἑψησας το μελι και ἀπαφρισας ἑνωσον και ἀναδησας ἐα . Μελιτος ξεστην α , οἰνου ξεστια ε , πεπερεως #
ὀστρακου , σμυρνης ἀνα # α . λειοις χρω . Μελιτος # α , των μορων του χυλου # ε
9999980 βουλευτηριον
ὁμονοουντων τινα βοηθειαν εὑρασθε ὑμεις περι μεσας νυκτας εἰς το βουλευτηριον συνελθοντες ; ἡπερ ὠνησεν ὁμολογουμενως παντα τα πραγματα και
. . . . . ἀλλ ' ἐστιν εὐστοχον τι βουλευτηριον ταὐτοματον . ἐπηρεαστικον γε τι ταὐτοματον ἐστι τῳ βιῳ
9999980 πληρωσεις
κενουται ῥᾳστα . κενωσεις μεν δη φυσικαι των ἀρκτων και πληρωσεις ἐς δεον εἰρηνται μοι μητε ἰατρων μητε συγκραματων ,
κενουται ῥᾳστα . κενωσεις μεν δη φυσικαι των ἀρκτων και πληρωσεις εἰς δεον εἰς τοσουτον εἰρηνται μοι , μητε ἰατρων
9999980 ἀκαταληκτων
] αἱ ἑξης αὑται συστηματων περιοδοι στιχων εἰσιν ἰαμβικων τριμετρων ἀκαταληκτων ἐνενηκοντα ἑπτα , ὡν τελευταιος χαρις γαρ οὐκ ἀτιμος
ἐρωτω : ἡ μονοστροφικη αὑτη περιοδος στιχων ἐστιν ἰαμβικων τριμετρων ἀκαταληκτων καʹ ὡν τελευταιος : ἠκουσας οὐκ ἠκουσας ἠ κωφῃ
9999980 συμπληρουντα
ἐκεινα , ὡσπερ ὁ οἰκος εἱς λεγεται τῳ παντα τα συμπληρουντα αὐτον περιεχειν . τουτο δε διχως λεγεται : ἠ
το της ψυχης εἰδος ἀπομαξαμενης εἰς αὐτην της τεχνης τα συμπληρουντα την ψυχην : και γαρ λογισμου κατηγορειτο δηλωμα και
9999980 θεραπευϲομεν
τηϲ τριτηϲ οἰνελαιῳ ἐπιβρεχομεν : μεθ ' ἡν λυϲαντεϲ ἐμμοτῳ θεραπευϲομεν ἀγωγῃ και , εἰ χρονιζοι το ὀϲτεον μη ϲαρκουμενον
' ἐμβροχων τε και καταπλαϲματων και των ὁμοιων την φλεγμονην θεραπευϲομεν . ἐπι δε των πεφαρμαγμενων βελων ἁπαϲαν την ἠδη
9999980 θαυμαζοντος
παντες οἱ συνομοιοι σου . και ἑστωτος του Ἁβρααμ και θαυμαζοντος , ἰδου ἀγγελος κυριου ἐλαυνων ἑξ μυριαδας ψυχας ἁμαρτωλων
ἐκειρεν μου την τριχα ἐν τῃ ἀγορᾳ παρεστωτος ὀχλου και θαυμαζοντος . Τις οὐκ ἐξεπλαγη ὁτι αὑτη ἐστιν Σιτιδος ἡ
9999980 ἀφροντιστως
ἐπηγαγοντο : και συνεχης δ ' ὡσαυτως , οὐ μην ἀφροντιστως , ἀλλ ' ὡστε δεισαι περι τῳ ἀνθρωπῳ ,
ἐργα ταυτα σωφρονος . ὑμιν δε , παιδες , οὐκ ἀφροντιστως πατηρ πολλην ἐθηκε συν θεοις σωτηριαν : οἰμαι γαρ
9999980 μετωνομασαν
. εὐθυ δε βασιλεα κατεστησαν τον Φιλιππου υἱον Ἀρριδαιον και μετωνομασαν Φιλιππον , ἐπιμελητην δε της βασιλειας Περδικκαν , ᾡ
„ δεξαμενοι τον οἰωνον οἱ Τυρρηνοι τουτον ἁλουσαν την πολιν μετωνομασαν . ἡ δε οὑτω λαμπρα και ἐπιφανης πολις νυν
9999980 ἀνακως
ἐχειν λεγουσιν : και Ἀνακας ἐντευθεν τους Διοσκουρους , ὁτι ἀνακως αὐτοις ἐχρησαντο δια την Ἑλενην τας Ἀφιδνας ἐκπορθουντες .
. Σχοινους λαβων ἀνειρε τα κρεα . Και τας θυρας ἀνακως ἐχειν . παιδες γεροντες μειρακια παλλακια . αὐτη δ
9999980 ἀθλιωτατος
. οὐτε ὁ κατειργασμενος κτλ . ►ὁ ἀδικων και διαφευγων ἀθλιωτατος ὡς ὁ Ἀρχελαος ὁ ἀδικων και διδους δικην ἀθλιος
τοιγαρτοι νυν , ἁτε μεγιστα ἠδικηκως των ἐν Μακεδονιᾳ , ἀθλιωτατος ἐστιν παντων Μακεδονων , ἀλλ ' οὐκ εὐδαιμονεστατος ,
9999980 ἀντιστρεφει
, οὐτε ἀναγκαιον ἐστιν οὐτε ὑπαρχον . εἰ τοινυν οὐκ ἀντιστρεφει κατα την του εἰναι ἀκολουθιαν το ὀν , ἐπι
ἐξ ἀμφοτερων ἐχοντων των μερων ταν ἀντιστροφαν τα μεν ἀδιαφορως ἀντιστρεφει ἀλλαλοις , ὡς το ὁμοιον και το ἰσον και
9999980 ἀποστροφην
Ὁταν δε προς το σημαινον ἀπο του σημαινομενου πραγματος την ἀποστροφην ποιηται ἠ προς το σημαινομενον ἀπο του σημαινοντος ,
προκειμενα ὀσσε ; διο και το σημειον . ἠ νοητεον ἀποστροφην λογου ἀπο του προς τον Μενελαον εἰς τον περι
9999980 βελτιστος
ᾡ καλειται ἠ της χαριτος ἐπιλαθοιτο . οὑτω δε ἐστι βελτιστος ὡστ ' , ἐπειδη δεομενῳ γραμματα λαβειν προς τους
' ἁ προτερον ἰσχυσειν . ἠν δε ἀρα ὁ Ἑρμογενης βελτιστος ἀρχοντων και οὐ πολλοις μεν ὁμιλειν ἀξιων , πρᾳος
9999980 θεραπευσαντες
κατεμεμψαμεθα , ὁτι γε δη ὀργιζεται οὐκ ἀδικουσιν οὐδεν . θεραπευσαντες οὐν αὐτον και ἐπι ἑστιασιν καλεσαντες ἐξωρμησαμεν . και
, ἐφη , οὑτως . Οὐκουν εἰ την διανοιαν ἱκανως θεραπευσαντες παραδοιμεν αὐτῃ τα περι το σωμα ἀκριβολογεισθαι , ἡμεις
9999980 στρατευσαντα
δε της ἐπιβολης καθικομενου . Καμβυσην μεν γαρ μεγαλῃ δυναμει στρατευσαντα την τε στρατιαν ἀποβαλειν ἁπασαν και αὐτον τοις ὁλοις
' οὐ φησι συστρατευσαι : Ἀλκμαιωνα γαρ τον Ἀμφιαρεω , στρατευσαντα μετα Διομηδους και των ἀλλων Ἐπιγονων και κατορθωσαντα τον
9999980 μαλακωτεραν
ἑνεκεν ταυτῃ τῃ ταξει ἐχρησατο ; φαμεν ὁτι ἀπο των μαλακωτεραν ἐχοντων την ἀντιθεσιν , λεγω δη των προς τι
και ϲφοδροϲ και την ϲυϲταϲιν τηϲ ἀρτηριαϲ οὐτε ϲκληροτεραν οὐτε μαλακωτεραν του κατα φυϲιν ἐχων , ταχουϲ δε εἰϲ τοϲουτον
9999980 τολμησαντα
αὐτον κατα Δημοσθενους , ὡς κατα της πολιτειας την ἱεροσυλιαν τολμησαντα . τριτον : θαῤῥει μεν οὐν , ὡς ἐοικεν
οὑτω νενομικα των δικαιων καταμελειν , ὡς ἀθῳον τουτον τηλικαυτα τολμησαντα διαδραναι την δικην . ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ . Οὐ νυν δε
9999980 Θηβαις
, χαλκασπιδων λοχος , ὁς γαν τεκνων τεκνοις μεταμειβει , Θηβαις ἱερον φως . ὠ λεκτρων δυο συγγενεις εὐναι ,
ἡμετεροις ὁριοις . ὁτι μεντοι ἱν ' ἑτοιμα ποιησηται τἀν Θηβαις ἡκει , σαφως ἐπισταμαι . ὡς δ ' ἐχει
9999980 ὑδρομελιτος
, πυρεσσουσι δ ' ἐν ἀνεσει ἠ διαλειμματι δι ' ὑδρομελιτος ἐπι τρεις ἡμερας . ποιει και ἀρθριτικοις , ἀγει
κοπεισα , και μετα οἰνου γλυκεος πινομενη , ἠ μετα ὑδρομελιτος , προς ἐμετους θαυμαστον ἐστι βοηθημα . Ἐαν δε
9999980 σατραπειαν
εὐθυς της ἀρχης και παραδιδωσι τον τε στολον και την σατραπειαν Καλλιουπολεως Χαμουζᾳ , των ἑταιρων τινι και ᾡ μαλιστα
οὐκ ἀξιον παραδραμειν ἀνεπισημαντον . κειται γαρ κατα μεσην την σατραπειαν της Ἰδουμαιας , τῳ μεν μηκει παρεκτεινουσα σταδιους μαλιστα
9999980 ἀποδοκιμαζειν
διδασκει ἡ τεχνη : μαλλον δε τεχνῃ ἀνεγκλητον το ἐπιτηδειως ἀποδοκιμαζειν τα μη ὀφειλοντα ἑπεσθαι . ἐκρατιστευσεν ] σημειωσαι ὡς
γεγενημενην , δι ' ἡν οὐ δυναμενοι αἱρεισθαι τι ἠ ἀποδοκιμαζειν καταληγομεν εἰς ἐποχην . ὁ δε ἀπο της εἰς
9999980 κατεχομενη
ἑτερου , φοβῳ δε του ἀνδρος και ἐρωτι του μοιχου κατεχομενη ἀγωνιᾳς . δυναται και ὡς του Θησεως ἐχοντος ἑτεραν
ἐλεον ὀξυτονως σημαινει το ἐλεεινον ] . ὑπο των ὀνυχων κατεχομενη φωνην ἀφιησιν ἐλεεινην , ὡς οἱ ἀδικουμενοι ὑπο των
9999980 παρασημα
. ἀπο δε των ἐκτος . † οἱ θεοι ἐχουσι παρασημα . οἱ τα αὐτα ἐχοντες , † ἱνα μη
το κωλυσον τας βουλομενας ἀποθεισας τα στεμματα και τα λοιπα παρασημα της ἱερωσυνης γαμεισθαι . και ἐποιησαν τινες τουτο πανυ
9999980 αὐτοδιδακτος
και μετα ἀλλων μερων λογου ἐν ἀρχῃ , αὐταρεσκος , αὐτοδιδακτος . και δια τουτο ἐσημειουτο το φιλαυτος : εἰρηται
ὡραν τοις ἀναγκαιοις χρωμενων . Ἑνος χανοντος μετεσχηκεν ἁτερος : αὐτοδιδακτος . Ἑνος φιλιη ξυνετου κρεσσων ἀσυνετων παντων : ἐκ
9999980 συμπληρωτικον
ἀν εἰη ἀτοπον ; Ἡ λαλια κεφαλης μεν ἐχει τι συμπληρωτικον και βαρους ἐμποιητικον : ἐστι δε και δυναμεως καταλυτικη
δε κυμινον και δια την πληκτικην ἀποφοραν της κεφαλης ἐστι συμπληρωτικον . Ἀφθης δε γενομενης μικρας μεν ἐσχαρας οὐσης μελιτι
9999980 προσηγορευσαν
κωμῃ τινι κατεκαυσεν , ἡν Αἰγυπτιοι δια το συμπτωμα τουτο προσηγορευσαν ἱεραν βωλον : τῳ δ ' ἐν Ἡλιουπολει θεῳ
, Ἑστιαν ἁτε δη μενουσαν ἐν θεων οἰκωι † κλιτα προσηγορευσαν οἱ παλαιοι δια την στασιν και πηξιν : ἡς
9999980 ἀγοραις
ὁτε της ἀρχης ἐγκρατης ἐγενετο , μετεπεμπετο τους ἐν ταις ἀγοραις ἀποσχολαζοντας , και ἐπυνθανετο τι δη ποτε εἰη το
το „ ἱνα τ ' ἀνδρες ἀριπρεπεες τελεθουσι „ ταις ἀγοραις προσεθηκεν , οὐ τῳ πολεμῳ , ὡς ἀμεινω τον
9999980 Ταυρομενιτης
μασσαι ὠνομασται . . , , . : Τιμαιος ὁ Ταυρομενιτης τους ἐμβαλλοντας ποταμους εἰς την Ἀτλαντικην δια της Κελτικης
τους περιπατους ἐν τοις ἰχθυσι . Τιμαιος δ ' ὁ Ταυρομενιτης και Ἀριστοτελη τον φιλοσοφον ὀψοφαγον φησι γεγονεναι . και
9999979 ἀξιολογους
το μεν παλαιον ἀνδρειᾳ διενεγκοντες χωραν πολλην κατεκτησαντο και πολεις ἀξιολογους και πολλας ἐκτισαν . ὁμοιως δε και ναυτικαις δυναμεσιν
ἐν ἡμεραις ταις πασαις τεσσαρακοντα καταπολεμησας το ἐθνος και πολεις ἀξιολογους ἐν ταις δυσχωριαις κτισας ἀνελαμβανε την δυναμιν . *
9999979 δεισιδαιμονιαν
γενομενην ὁπλα λαβειν οὐ θελησαντες , ἀλλα δια την ἀκαιρον δεισιδαιμονιαν χαλεπον ὑπεμειναν ἐχειν δεσποτην . . : , ,
τας θυσιας , ὁπως ἁμα ταυτῃ ἑσμον κακων εἰσηγαγον , δεισιδαιμονιαν , τρυφην , ὑποληψιν του δεκαζειν δυνασθαι το θειον
9999979 κεκαυμενης
και προς την ἀναληψιν ὠων λβʹ τα λευκα . Καδμιας κεκαυμενης και πεπλυμενης δραχ . βʹ ψιμμιθιου πεπλυμενου . .
. ἐστι δ ' ἡ δυναμις αὐτης ἀκαυστου τε και κεκαυμενης ῥυπτικη τε και διαφορητικη , και οὐδε βραχυ το
9999979 κρατησεις
, οὐ λογῳ τυχον , ἀλλ ' ἐργῳ : και κρατησεις οὐ μονον των ἀνδρων ἁπαντων , ἀλλα και των
οὐ περικρατεις , ἀπιθι θαρρων εἰς γωνιαν τινα , ὁπου κρατησεις , ἠ και πανταπασιν ἐξιθι του βιου , μη
9999979 ἐρωτας
ταυτης γαρ ἐφιεμενοι μαλιστα ἐνδιδοασι προς τους των εὐ πεφυκοτων ἐρωτας . γραφεται δε και οὑτως : ἐρωτικοι γαρ οἱ
του Ἠλειου , ὁν Θεοφραστος ἐν τῳ Ἐρωτικῳ περι τους ἐρωτας δεινον γεγονεναι λεγει . οὐκ ἀν ἁμαρτοι δε τις
9999979 σωφρονισμον
Σπαρτης νικης γνωρισματα . Κρισαιον δε κολπον , και Κορινθιων σωφρονισμον , και καρτεριας ἐπι της ἑσπερας και καθ '
χρησμοις : ἁτε γαρ παιδευτικος ὠν και προς νουθεσιαν και σωφρονισμον ἑτοιμοτατος των οἱων τε νουθετεισθαι και σωφρονιζεσθαι παντα της
9999979 ζητουσι
σε : Δυναται μεν ἐπι του ἐποπος λεγειν , οὑτοι ζητουσι σε ἐπιτριψαι δια την ὀψιν : δυναται δε και
πασαις ταις Κατηγοριαις συμβαλλεται , εἰ και ταις Ἀριστοτελους . ζητουσι δε δια τι το πλειστον μερος του χρησιμου προεταξε
9999979 πιστευσαντες
ὡσπερ ἐνεχυρον αὐτο τουτ ' ἐχοντες ἐπαρθηναι και τουτῳ μαλιστα πιστευσαντες ἁμαρτειν , οὐ τῳ δια τελους κρατησειν της πολεως
' ἀγνοησαιεν ὁσῳ λαμπροτερος και μειζων ἀνηρ , τοσουτῳ προχειροτερον πιστευσαντες αὐτῳ , μηδε ἡν οὐ θεμις οὐδεν φλαυρον ἀκουσαι
9999979 ἐπακολουθησαι
και διψησωσιν αἱ ἀρουραι , οὐδεμια μηχανη μη οὐχι λιμον ἐπακολουθησαι τῳ διψει αὐτων : και ὁτι οὐ μεσουντος θερους
του θωρακος ἐξαιρεθῃ το δορυ , συμβησεται και τον θανατον ἐπακολουθησαι , εὐψυχοτατα την του βιου καταστροφην ἐποιησατο . πρωτον
9999979 φοβερωτερος
δια το πληθος ἐνδοιασαντα . ὁποτερως δ ' ἐπραξε , φοβερωτερος αὐτοις της των πολεμιων ἡττης φανεις αὐτικα μυριων Σπαρτακειων
πραος ἰδεσθαι κατεφαινετο , ἀλλα διεγηγερμενος τῃ σχεσει και ἰδεσθαι φοβερωτερος : εἱποντο δε αὐτῳ δρακοντες , χρημα τι ἑρπετων
9999979 δοξαζομεν
, και τῳ τυπῳ μη κωνοειδη φαινεσθαι , καθαπερ ἡμεις δοξαζομεν , ἀλλα κιονι τον τυπον ἐχειν ἐμφερη , μικρον
και περι των ἐσομενων οὐκ ἀπεικοτως προς τοις εἰρημενοις χρηστα δοξαζομεν . Ἡ μεν γαρ ἐπ ' εὐπραγιᾳ ἐλπις θαρσος
9999979 ἐνθυμηθεις
ἀμφοτεροις τοις στρατευμασι την φιλοτιμιαν ὁ των Ἀλβανων ἐπαυσε στρατηγος ἐνθυμηθεις , ὁτι θεια τις προνοια ἐκ πολλου προορωμενη τον
ἀναγκαιοτατον . γνοιη δ ' ἀν τις αὐτου τον πονον ἐνθυμηθεις το πολυμορφον της γραφης : και γαρ ἐθνων εἰρηκεν
9999979 δουλαις
και ἐφη μεν της Πηνελοπης ἐραν , ἐμιγνυτο δε ταις δουλαις ταις του Ὀδυσσεως και τἀλλα ἠν ἀκολαστος , οὐχ
αἱ θεραπαιναι πασαι περι αὐτην : και τοινυν ὁμοιαν ταις δουλαις εἰχε την ἐσθητα : ἐπει δε γνωναι βουλομενοι ποια
9999979 παρεκρουσεν
διεθερμανθη : ἱδρωσε δι ' ὁλου : ἀκρεα ψυχρα : παρεκρουσεν : πνευμα μεγα , ἀραιον : μετ ' ὀλιγον
οὐχ ἱδρυτο : ἀπο δε κοιλιης ἐξεκοπρισεν ἀθροα : πολλα παρεκρουσεν : οὐδεν ὑπνωσεν . Δευτερῃ , πρωϊ ἀφωνος :
9999979 βεβαιοτητος
. ἠθους γαρ κρισιν οὐδεμιαν ἀκριβεστεραν ἡγουμαι της ἐν φιλιᾳ βεβαιοτητος , ἡς ὑμας αἰσθανομαι και παρα την ἡλικιαν ἐπιμελουμενους
ἡ συν τῃ δυαδι τα παντα ὑφιστασα , ταὐτοτητος και βεβαιοτητος και συνοχης και διαιωνιας ζωης ἐξηγουμενη τοις ὁλοις ,
9999979 μελισσαις
οἱ ποιηται τας μεν ἰδιας φυσεις λειμωσιν ἠ ποταμοις ἠ μελισσαις εἰκαζουσι , την δε ποιησιν στεφανοις , δια μεν
τα θεια και μυστικα μελισσας και ἑτερωθι : ταις ἱεραις μελισσαις τερπεται . ὁτι δε τας περι τα ἱερα διατελουσας
9999979 κομιζομενοι
το πλειστον της χωρας ἐλαιαις καταφυτον , ἐξ ἡς παμπληθη κομιζομενοι καρπον ἐπωλουν εἰς Καρχηδονα : οὐπω γαρ κατ '
τινες των ὀγκων οἱον προσηρτημενοι εὑρισκονται και εὐμετακινητοι και ῥᾳδιως κομιζομενοι , τινες δε προσφυεις και δυσμετακινητοι και προσοχης δεομενοι
9999979 συντεθεν
, τις δε το ψευδος , οἱον το ἀσυμμετρον μεν συντεθεν τῃ διαμετρῳ το ἀληθες , το συμμετρον δε το
: ἑτερος δε εἰ χωρις μεν ἑκαστον ἁπλουν ἐστι , συντεθεν δε πλειω σημαινει , ὡς το ἐπισταται γραμματα :
9999979 ποιησαμενη
, βραδυτερον φανησεται την εἰς τα ἑπομενα των ζῳδιων μεταβασιν ποιησαμενη τοις αὐτοις κε ἑξηκοστοις Και δια ταυτην την αἰτιαν
, ἡ δε προφητις προεισιν ἐπικλησιν ὡς ἐθος των θεων ποιησαμενη : ἀπροοπτως δε ἰδουσα τας Ἐριννυας κυκλωι του Ὀρεστου
9999979 δρομαιος
τολμησαι και ἀναβηναι αὐτον . ὡς δε τουτο ἐγενετο , δρομαιος μεν ὁ Ζευς ὡρμησεν ἐπι την θαλασσαν φερων αὐτην
ἐκει γαρ εὑρησει Ἀττικας χιλιας . και ὁς περιχαρης γενομενος δρομαιος ἡκεν ἐπι την ἠιονα . ἐνθα δη λῃσταις περιπεσων
9999979 πινομενη
προσαγορευουσιν . αὑτη ξηραντικης μετεχει φυσεως . και συν οἰνῳ πινομενη ἰσχιαδικους και δυσεντερικους ἰαται , και σπληνα ἐσκιρωμενον θεραπευει
σμυρνης σπερματος ἰσον : και ἀριστολοχια δε μαλιστα ἡ στρογγυλη πινομενη ὁσον δραχμης πληθος πνευματα διαλυει και τους βραδυπεπτουντας ὠφελει
9999979 Σικανων
βλαβην , καθιερωσει Μυνδιας ἀνακτοροις . Ἀλλοι δ ' ἐνοικησουσι Σικανων χθονα πλαγκτοι μολοντες , ἐνθα Λαυμεδων τριπλας ναυταις ἐδωκε
ῥηθεισιν . 〛 περι δε των κατοικησαντων ἐν αὐτηι πρωτων Σικανων 〚 ἐπειδη τινες των συγγραφεων διαφωνουσιν , ἀναγκαιον ἐστι
9999979 διηρπασαν
ἀνεστροφοτων , ἀγοραν Σκιπιωνος ὑπ ' ἀνεμων κατενεχθεισαν ἐς Καρχηδονα διηρπασαν και τους παραπεμ - ποντας αὐτην ἐδησαν , πολλα
τουτου τους φυλακας οὐ πολλους ὀντας ἐκρατησαν του στρατοπεδου και διηρπασαν : ὠφελειας μεντοι οὐ πολλας εὑρον , ὁτι μη
9999979 τρισχιλιας
Ζηνωνα δε κωλυσαι λαβειν . φασι δε και Ἀντιγονον αὐτῳ τρισχιλιας δουναι . ἡγουμενον τε των ἐφηβων ἐπι τινα θεαν
νυμφιοις ἐκδοθηναι δημοσιαι της πολεως τον γαμον ἐγγυωσης και προικα τρισχιλιας δραχμας ἑκατεραι ψηφισαμενης : Λυσιμαχωι δε τωι υἱωι μνας
9999979 ἀποδεικτικου
λογων , του τε συνακτικου και του ἀληθους και του ἀποδεικτικου , εἰ μεν τις ἐστιν ἀποδεικτικος , οὑτος πολυ
ἀποδεικτικον , διαλεκτικον , σοφιστικον , και περι μεν του ἀποδεικτικου διδασκει ἐν τοις Ὑστεροις ἀναλυτικοις , περι δε διαλεκτικου
9999979 Βοιωτους
Φερας Φωκεων ἐγενοντο συμμαχοι . λʹ . Μαχη Φωκεων προς Βοιωτους περι Ὀρχομενον και ἡττα Φωκεων . λαʹ . Ἀλλαι
τα τειχη των Ἀθηναιων ἀνῳκοδομησεν . Ὡς περι Κορινθον Λακεδαιμονιοι Βοιωτους ἐνικησαν και ὁ πολεμος οὑτος ἐκληθη Κορινθιακος . Ὡς
9999979 τρισχιλιους
και το ἀπο Βυζαντιου διαστημα ἐπι τον Βορυσθενη σταδιους εἰναι τρισχιλιους ἑπτακοσιους , τοσουτοι ἀν εἰεν και οἱ ἀπο Μασσαλιας
ταυτης και της ἀλλης Καριας φυλακην ἐγκαταλιπων ξενους μεν πεζους τρισχιλιους , ἱππεας δε ἐς διακοσιους και Πτολεμαιον ἡγεμονα αὐτων
9999979 ἀναγραφει
δε ἀμφοτερους Ἐτεοκλεους γενεαλογουσι , Διονυσιος δε τον Μινυαν Ἀρεος ἀναγραφει , Ἀριστοδημος δε Ἀλεου τον Μινυαν , και τους
ὁρισθεισας ἀρας ἐπισκεπτεον . | Πρωτην ἀραν ὡς κουφοτατον κακον ἀναγραφει πενιαν και ἐνδειαν και σπανιν των ἀναγκαιων και μετουσιαν
9999979 γραφομενα
† ὑειος καρα και χρυσειος σταυρος δια της ει διφθογγου γραφομενα , . , . + . . . Ἀμβροσιην
αὐτον οἰμωγων τε ἀφορμαι και δακρυων , ὡν ἐπι τα γραφομενα ῥει τα πλειω . Καλως σοι τεθρηνηται τἀμα κακα
9999978 οἰκητηριον
, Ζωστηριου τε κλιτυν , ἐνθα παρθενου στυγνον Σιβυλλης ἐστιν οἰκητηριον , γρονῳ βερεθρῳ συγκατηρεφες στεγης . Τοσαυτα μεν δυστλητα
ἡκει δευρ ' ἐχουσα Τρωϊκας ; ὡς Ἑλλας αὐτηι σμικρον οἰκητηριον . οὐδεν το δουλον προς το μη δουλον γενος
9999978 κοινωνησας
ἐστι . δηλον δε και ἐνθενδε . Ἀφροδιτῃ μεν γαρ κοινωνησας θεατρα τε ἀνοιγνυσι και συμποσιων και θιασων ἐξαρχος γιγνεται
σε ἀφικεσθαι βουλοιμην ἀν : συ δε και ἐμπιων και κοινωνησας σπονδων ἐσῃ τι και πραοτερος . ὁ γαρ τοι
9999978 ἀμετακινητον
ὡσπερ το ἀγγειον τοπος μεταφορητος , οὑτως ὁ τοπος ἀγγειον ἀμετακινητον : διοπερ ἐπειδαν ἐν κινουμενῳ τι κινηται ὡς πλοιον
ἀληθειης εὐπειθεος ἀτρεμες ἠτορ , ὁπερ ἐστι το της ἐπιστημης ἀμετακινητον βημα , ἑτερον δε βροτων δοξας . . .

Back