, της ὀπισθιου κοιλιας πεπονθυιας του ἐγκεφαλου ἑπεται , ἠτοι ποιας τινος δυσκρασιας , ἠ τινος χυμου ἐκει που συρρυεντος
ἐπιστημας ἐν ταις πολεσιν εἰναι προσηκει , και τινας ἀνθρωπους ποιας ἐπιστημας δεον μανθανειν και μεχρι τινος , μονης της
9999995 χρειας
. ὁ δ ' ἀποκρινασθαι του γενους ἁμα και της χρειας ἀξιως : “ εἰθε Μηνοδωρον ἠν ἐργασασθαι ταυτα χωρις
ἐξεληλυθεναι μεν νυκτος ἐκ του φρουριου τον πατερα αὑτης ἐφη χρειας τινος ἑνεκα , τας δε κλεις αὐτη φυλαττειν των
9999995 παντοιας
ὀρχησεις ἠ κατα μελῳδιας , μητε τις αὐτους πεισῃ προσαγων παντοιας ἡδονας ; Ὀρθοτατα λεγεις . Ἐχει τις οὐν ἡμων
ὀρος , ἀμυθητον μεν ἀναφαινον της περιμετρου το μεγεθος , παντοιας δε ὑλης δρυμοις διεζωσμενον . Ὁτι την ἀστυγειτονα της
9999994 διανοιας
αἰτια ποιητικα προαιρεσεως , δηλον ἐκ του ἀνευ νου και διανοιας και ἠθικης ἑξεως μη εἰναι προαιρεσιν . εἰ μη
την πολιν τα γραμματα και ὡς οὐκ ἐκβεβλημαι της σης διανοιας και μνημης , ἀλλ ' ἐν τῳ καταλογῳ των
9999993 γενομενος
ὑπο συγκλητου ᾑρημενους . ὁ δε Μαξιμος ἐν τῃ Ἀκυληιᾳ γενομενος πρωτης μεν και δευτερας ἡμερας ἱερουργιαις ἐσχολαζε , τῃ
δυο και δεκα των προμαχων ἰσαριθμους βελεσι κατηγωνισατο . Και γενομενος ἐπι της βασιλειας οὑτως ἠν κοινος και μετριος ,
9999993 πατον
ὁλον τον γυρον ἀποτου αὐγου λευκον . Εἰτα τρυπησον τον πατον του ἐπανω καυκιου με τιποτας ὁπου να ποιησῃς τρυπαν
. ταχιστα : γραφεται ἀγεσθαι . ἀρδμον : ποτισμον . πατον : περιπατον . διωλυγιης : σκοτεινης . ἠ διωλυγιης
9999993 ἐπειγομενος
την ἀσπιδα Πατροκλον ἀνελων : ἐπει δε τῳ φιλῳ τιμωρειν ἐπειγομενος ὁπλων ἐδειτο , ὁ μεν την τεκουσαν , ἡ
, οὐτε το βαρος ὡν ἐπηγετο ποιησαμενος ἐνθυμιον οὐτ ' ἐπειγομενος διαπονειν ἠ γυμναζειν ὁδοιποριαις ἐτι τον στρατον , οὐκ
9999993 δυναμενος
διατριβων λογους τινας διαλεκτικους ἠρωτηθη προς Στιλπωνος : και μη δυναμενος παραχρημα διαλυσασθαι , ὑπο του βασιλεως τα τε ἀλλα
λογου χρειαν ἐχει . ἐπιτηδειοτατος προς φιλιαν ὁ πλειστα ἀδικεισθαι δυναμενος και φερειν . ταχος και ἐπειξις ἀπεστω του ἐσθιειν
9999992 πον
καθικνεισθαι της κεφαλης . ληρος : χαριεντως και σκο - πον ἠνυσε και ὑβριζειν οὐκ ἐδοξε καιπερ λυπουμενος : ἐπει
! ! ! ! ! ! ! ! ! ] πον [ ! ! ! ! ! ! ! !
9999992 ἐπειγομενον
' ὀνοματι της ΘεομητοροςἈλυπος ὀνομα τῃ μονῃ προς την ἐξοδον ἐπειγομενον . Βοης δ ' ἐπι τῃ ταυτης εἰσελευσει γενομενης
τις οὐκ ἀν τον κοσσυφον ἐλεησειε , πασας μεν ὁραν ἐπειγομενον , νικωντα δε τοις ὑπερ αὐτων πονοις ἑκαστην και
9999992 γενομενον
γαρ το ϲωμα και ἱδρωταϲ κινει : χαμαιμηλου ἀνθοϲ λειον γενομενον και ἀναπλαϲθεν εἰϲ τροχιϲκουϲ και ξηραινομενον ἐν ϲκιᾳ και
πλειστοι Κορινθιοι δε και Μεσσηνιοι . Λεγουσι δ ' Ὀγχηστου γενομενον ἐγκρατη Μεγαρε ' ἀφ ' αὑτου τουτο θεσθαι τοὐνομα
9999992 προτεινεται
τον Ὁμηρου Φοινικα . και γαρ ἐκεινος ἐν ταις Λιταις προτεινεται την ὑποθεσιν των λογων του Ἀχιλλεως , ὡς οὐ
δει ἐπι τουτοις κρινεσθαι : οὐδεις γαρ ἀπολογιαν προτεινων ἀμφιβολον προτεινεται αὐτην , ἀλλα καθολικην ἀποφασιν : τουτο δε ἐστι
9999992 ἐπιτεινεται
ἐπιδεχομενος . Τουτ ' ἐστι μελαν ἠ λευκον εἰναι : ἐπιτεινεται γαρ και ἀνιεται : ἐστι γαρ ἀλλο ἀλλου λευκοτερον
μεν ταις ἡλικιαις οἱ παιδες προβαινουσι , τα μεν χρωματα ἐπιτεινεται των οὐρων , των δε ὑποστασεων ὑφαιρειται το πληθος
9999992 κακιας
κολακειαν , οὐδε φευγει μαρτυριαν ἀληθους ἀρετης , ἀλλα θωπειαν κακιας . σε δε , ὠ βασιλευ , και Πλατων
ἀποπεμψαντες , ἁτε ἀμφιβολον ὀν και ἐν μεταιχμιῳ ἀρετης και κακιας καθωρμισμενον , θεασωμεθα ὑπο των ἐπιτηδευματων ἑκατερον ὑπο ἑκατερου
9999992 τους
τῳ τροπαιῳ μετα την χαριν φιλοτιμησασθαι , και τῃ τρυφῃ τους πονους ἀντεξετασαι του πενητος , ταυτ ' ἐνοουν ,
ἐλευθερους δ ' ὑπαρχοντας την ἰσοτητα τιμαν ἐν πασι . τους γαρ μαθοντας μηθ ' ὑπερεχειν μηθ ' ὑποπιπτειν ἀλλοις
9999992 παιομενος
γραμματα οὐκ οἰδεν και ἀναιρει με ; Δειλος πυκτης συνεχως παιομενος ὑπο του ἀντιδικου ἀνεβοησε : Δεομαι ὑμων , μη
και ἀπο μηχανης βεβλημαι , και λιθοις πολλαχῃ και ξυλοις παιομενος ὑπερ ὑμων και της ὑμετερας δοξης και του ὑμετερου
9999992 ὑμενος
του σωματος την ψυχην ἐχοντα : τα δε πορρω του ὑμενος θνητα , πλεον ἐχοντα της ψυχης το σωμα :
μεταξυ του δερματος και του περικρανιου μυος και του περικρανιου ὑμενος ἠ ὑπο τον περικρανιον ὑμενα , μεταξυ αὐτου και
9999992 παντος
ἡδυ αὐτῳ δοκει και μεγα φρονει ἠν λεγηται ὡς οὐ παντος ἀνδρος ἐστι συνιδειν ἁ περι των ἰδεων ὀξυδορκει .
κακιαν λεγοι εὐπαθη γουν και εὐκινητον εἰναι την κακην ἀπο παντος εἰς ἁπαν κακον φερομενην , εὐκινητον μεν εἰς ἐπιθυμιας
9999992 δυναμενον
Θνητοι γεγωτες μη φρονειθ ' ὑπερ θεους . Θεραπευε τον δυναμενον , ἀνπερ νουν ἐχῃς . Θυμῳ χαριζου μηδεν ,
ἡ μετοχη ἀκταινων και ἀκταινον μενος , το ἀναγον και δυναμενον ἀνορθουν . . . . ἀκταιωρος : παρα το
9999992 περιεχονται
πινακων ὑπογραφειν ἁρμοζει ; Ἐκθεσις πασων των ὑπογραφων , αἱς περιεχονται Εὐρωπης πινακες ι , χωραι λδ πολεις ριη ,
του Μελανθου , οἱ δε και συναμφοτερους . Ἀλλα γαρ περιεχονται του οὐνοματος μαλλον τι των ἀλλων Ἰωνων , ἐστωσαν
9999992 ποιειται
ἁψαμενος διηγησεως . εἰτα ἀναλαμβανει τα προειρημενα και οἱονει ἀναγνωρισμον ποιειται της Αἰγυπτου και λεγει προς την Ἰω ὁτι πολις
πραξεως Ὑδροχοος . ἐχων γαρ ἑστηκεν οἰνοχοην και ἐκχυσιν πολλην ποιειται ὑγρου . λεγουσι δε τινες αὐτον εἰναι τον Γανυμηδην
9999991 καλουμενος
Μηστρας θυγατρος Ἐρυσιχθονος . Ἐρυσιχθων τις Θετταλος ὁ και Αἰθων καλουμενος υἱος Τριοπα ἐξετεμε το ἀλσος της Δημητρος , ἡ
ὀλεθριοις τουτον τιθεμεν ὡς προσημαινοντα τον ὀλεθρον . Ὁ διαλειπων καλουμενος σφυγμος παντελη μεν ἀφανισμον οὐ ποιει της κατα την
9999991 αὐτοματος
πειραν εἰληφως οὑτως ὑπερδιατεινῃ ; ἰσως ἐπιπνοια τις μοι γεγονεν αὐτοματος και φορα της ψυχης τοιαυτη προς ὑμας : ἐκεινο
ὁ κοὐκ ἀφελκουσι . πλην ἐκεινο γε φανερον ὁτι ὡν αὐτοματος ἡ πηξις τουτων πλειων ἡ ἐπιρροη της ὑγροτητος .
9999991 κατα
ὡς Ἀριστοφανης ὁ γραμματικος φησιν ὁτι πριν φαγειν οἱ Ἀττικοι κατα χειρος ἐλεγον , μετα δε το δειπνησαι ἀπονιψασθαι .
ἠ ἐν κινησει . ἡ δε μεταβολη παντων γλυκυτατον , κατα τον ποιητην , οὐ τῃ ἀριστῃ και ἀγαθῃ φυσει
9999991 πολλος
οὐνομα Θωνιτις , ἡς ἑλκεται ἐς μυχα Τιγρις , δυνων πολλος ἐνερθε : παλιν δ ' ἐξαυτις ἀνασχων , ὀξυτερον
ᾠδον ἐξειλεν , ἐπιτεμων τα ποιηματα τον τροπον τουτον : πολλος δ ' ἱμεροεντα χορον περιισταθ ' ὁμιλος τερπομενος :
9999991 καματος
πρωτῳ ἐννατῳ . Εἰ δε ἠν ὁ ὡροσκοπος ἠ ὁ καματος ἐν τῳ δευτερῳ ἐννατῳ του Κριου ἐν τῃ πρωτῃ
βαλε : τειρε γαρ ἱδρως φευγοντ ' ἐκ ποταμου , καματος δ ' ὑπο γουνατ ' ἐδαμνα : ὀχθησας δ
9999991 τεινεται
πεπονθοτων ἀγανακτειν . ἡ δικη δε ὡν τινες ἀδικουσι πολλακις τεινεται και ἐφ ' ἁπασαν πολιν . ἐνοσησαν μεν Ἀθηναιοι
τα παρισθμια παραλυσαντες μυς , ὑφ ' ὡν ἡ φαρυγξ τεινεται , προπαραλελυμενων δηλονοτι των κλειοντων τον λαρυγγα . κἀν
9999991 καμνουσιν
ταυτα και ἐν ὑγιαινουσι τοισιν ἀνθρωποισιν ἀπεργαζεται , και ἐν καμνουσιν . Τουτο μεν , εἰ τις θελει ὑγιαινων χειμωνος
τῃ ἀκμῃ ἀναπαυεται ἡ φυσις και αἱ δυναμεις , ἐπειδη καμνουσιν ἐν τῃ ἀρχῃ και ἐν τῃ ἀναβασει , ἐν
9999991 μετρειται
ἑτερα καλλη : σχεδον γαρ ἡ ἀπειρια των ἀριθμων ταυτῃ μετρειται , διοτι οἱ συστησαντες αὐτην ὁροι τεσσαρες εἰσιν ,
ὑπο ἑκαστον των Β ἑκατοντας ἡ αʹ , και καθο μετρειται ἑκαστος των Β ὑπο της ἑκατονταδος ἐστωσαν οἱ ἐφ
9999991 ἑκασται
ὑποζυγιοις και βοσκημασιν , ὁδων τε ἐπιμελουμενους ὁπως ὡς ἡμερωταται ἑκασται γιγνωνται , και των ἐκ Διος ὑδατων , ἱνα
και ἐν ἑαυταις κατα την ψυχην , ὠ Τελεσικρατες , ἑκασται των παρθενων ηὐχοντο σε ἀνδρα εὐτυχησαι , αἱ δε
9999991 ᾑρημενος
Και αὐτῳ Μετελλος Καικιλιος ὁ Εὐσεβης , ἐκ πολλου τε ᾑρημενος ἐς τα λοιπα του συμμαχικου πολεμου και δια Κινναν
δ ' ὁς οὐτε γεωργων ἐγγυς τυγχανει οὐτ ' ἐπιμελητης ᾑρημενος οὐθ ' ἡλικιαν ἐχων εἰδεναι περι των τοιουτων ,
9999991 περικεινται
οἱ ἀφαυροτατοι , ὁτε Καρκινος ἀντελλῃσιν , ἀστερες ἀμφοτερωθεν ἑλισσομενοι περικεινται , τοι μεν δυνοντες , τοι δ ' ἐξ
ἐκεινοις πραγμα παντος ἀξιον θαυματος : ἐπιλαθομενοι γαρ ὁτι σωμα περικεινται προς καιριαν πληγην ἀντισχειν δυναμενον οὐδαμως και θανατον ἐχον
9999991 περιερχονται
καλουμενοι των κοχλιων ἀρειονες , οὑτοι μεν και ἀπατωσι και περιερχονται τινι φυσικῃ σοφιᾳ τους προειρημενους . των γαρ συμφυων
: και οἱ τα ἱερα καθαιροντες περιστιαρχοι : ἐξωθεν γαρ περιερχονται μαχαιροφορουντες , ἑκαστου των ἱερων , οἰκιας περιλημμενοι δημοσιας
9999991 ἐπεισιν
δ ' αἰνως Αἰνειαν ἐπιοντα ποδας ταχυν , ὁς μοι ἐπεισιν , ὁς μαλα καρτερος ἐστι μαχῃ ἐνι φωτας ἐναιρειν
ἀλλ ' ἐπει οὐν ἱκομεσθα και οὐ νυ τις ἀλλος ἐπεισιν , εἰ δ ' ἀγε μολπῃ θυμον ἀφειδειως κορεσωμεν
9999991 ἐπιβασιν
ὑποτροχον . οὑτως ἐκ της κατα βραχυ συναυξησεως μελετησει την ἐπιβασιν . και ταυτα μεν περι κινησεως , ἑξης δε
μεν δη και Δρουσος ἀνῃρητο δημαρχων . και οἱ ἱππεις ἐπιβασιν ἐς συκοφαντιαν των ἐχθρων το πολιτευμα αὐτου τιθεμενοι ,
9999991 κασιν
του πυρος . αἰολην δε την εὐκινητον και ταχειαν . κασιν δε εἰπεν ἐπει συνεστι τῳ πυρι ὁ καπνος .
. ἀπο του ἀελλα ἡ πνοη και ἀελλοπους . Ξ κασιν ] ἀδελφον . κασιν ] ἀδελφον : ὁ γαρ
9999990 τος
ἀπτως του ἀπτωτος ὠ ἀπτως . Προσκειται δια καθαρου του τος κλινομενα δια το τιμης τιμηντος και φθογγης φθογγηντος :
συστελλει το α και τῳ μ παραληγεται και δια του τος κλινεται , θεμα θεματος , δωμα δωματος : το
9999990 χειται
χειμα σφοδρον οὐτε θαλπος ἐγγιγνεται , ἀλλ ' εὐκρατος ἀηρ χειται ἁπαλαις ἡλιου ἀκτισιν ἀνακιρναμενος . ἐνταυθα τοις μεμυημενοις ἐστιν
κἀκει Διι εὐξαμενη την μορφην εἰς λιθον μετεβαλε , και χειται δακρυα νυκτωρ και μεθ ' ἡμεραν του λιθου .
9999990 περιφερεται
ὀκλαζουσα δε τῃ ὑγροτητι κλαται και μεσην ποιουμενη φοραν λοξην περιφερεται , την μαχην των γεννησαντων τῳ τροπῳ δεικνυσα της
περι γαρ τον μενοντα πολον ἑκαστον αὐτων το ἰσον ἐχον περιφερεται τηι ἰδιαι διαστασει : ὡστε κυκλον ἀν περιφεροιτο ἑκαστον
9999990 ἐχεται
δρωσιν , ἀλλα παρα της καρδιας λαμβανουσων , ἡς γνωμης ἐχεται και Ἡροφιλος . Ἐρασιστρατῳ δε οὐδετερον ἀρεσκει : βουλεται
ἐν οἱς ἐλπις ἐστι πολλη τα ἐργα , ὁσα σωματος ἐχεται , εὐ ἀπεργασασθαι . Ἐστι ταυτα . Ποτερον οὐν
9999990 των
βλεψον προς ἡμας . ὁστις εὐγενης βροτων φερει † τα των θεων γε † πτωματ ' οὐδ ' ἀναινεται .
ποησαμενος ταχυ , ἱνα τας ἀφυας ὠνοιντο πολλας τοὐβολου , των δημιουργων ξυλλαβειν τα τρυβλια . Οἱ δ ' ἀνεκροτησαν
9999990 ἐρχονται
του πραγματος καλουσιν , ἀλλοι δε εὐθυς ἐπι τα συγκριτικα ἐρχονται . ἐπειδη δε οἱ καλως διαιρουντες οὐκ ἐδοκιμασαν οὐδεμιαν
: παντα Περσικα ἐθη : οἱ συγγενεις : ἀντι του ἐρχονται : ἐπεχει κωλυει , αὐτους δηλονοτι : οὐδεις νομος
9999990 περιοψεται
' εἰς κορακας ἐκ της οἰκιας . ἀλλ ' οὐ περιοψεται μ ' ὁ θειος Μεγακλεης ἀνιππον . ἀλλ '
μαλθακων ἠ τι τῳδε ἐοικος εὐτρεπιζειν ὁσον την κλινην οὐ περιοψεται ἐπι την γην ῥιπτευμενην , ὡστε ψαυσαι τοισι προς
9999990 οἰκειται
ὀρεσι και τῃ Λιγυστικῃ , περαν δε το λοιπον . οἰκειται δε το μεν ὑπο των Λιγυστικων ἐθνων και των
μεμνησθαι : ὡν δ ' Ὁμηρος μεμνηται Καλλιαρος μεν οὐκετι οἰκειται , [ εὐηροτον δε νυν ἐστι ] πεδιον :
9999990 πολλον
χωρη ἐσχατη των οἰκεομενων : αὑτη δε χρυσον τε φερει πολλον και ἐλεφαντας ἀμφιλαφεας και δενδρεα παντοια ἀγρια και ἐβενον
δε διαδιδρηϲκουϲι την ἐκ τηϲ ἀπορρηξιοϲ πνιγα , ἑλκοϲ οἱδε πολλον ἰϲχουϲι ἐν πνευμονι και ἐϲ φθοην μεθιϲτανται . και
9999990 ὑποκεινται
ἐπειδη τα γενη και τα εἰδη των ἀτομων συμβεβηκοτων οὐχ ὑποκεινται τοις καθολου συμ - βεβηκοσι , τα τοις καθολου
∠ ʹʹδʹʹ νδʹ Παλιν τοις μεν Ἀτρεβατιοις και τοις Καντιοις ὑποκεινται Ῥηγνοι και πολις Νοιομαγος ιθʹ ∠ ʹʹδʹʹ νγʹ ιβʹʹ
9999990 συνουσιν
τῳ λογῳ προσβιβαζοντας . οἰδα δε και Σωκρατην δεικνυντα τοις συνουσιν ἑαυτον καλον κἀγαθον ὀντα και διαλεγομενον καλλιστα περι ἀρετης
πολιν , λῃζομενῳ τε παντα και διαρπαζοντι και μεριζομενῳ τοις συνουσιν : ὁθεν αὐτῳ πολλοι των Νομαδων ἐπεφοιτων , μισθους
9999990 ἐπειτα
ἀν σφοδρα εὑροις περι πλειστου ποιησαμενους τα δικαια κατασχειν , ἐπειτα ἀποτισαντας οὐχ ἑκουσιως , ἀλλ ' ἀναγκῃ και φοβῳ
και ὁπως ἐπισιτισασθαι , ὡς ἀν ταχιστα διανυσαι δυνηθειης . ἐπειτα καὐτος ἁ μεν προϊοντι ἐπιδεικνυς κατα την ὁδον ,
9999990 δυνατος
λεγομεν . και μοι δι ' εἰκονος ἀποδεξασθε ἐαν πως δυνατος ὑμιν γενωμαι δηλωσαι το τοιουτον . Λεγε μονον .
ἐφ ' οἱς ἀν οὑτος ἐπικαθεζηται μονον . Ἐγω τοσαυτα δυνατος εἰμ ' εἱς ὠν ποειν ; Και ναι μα
9999990 ἀρισται
ἀγαθων , ἀλλ ' ἐν ἐλαττωσει βλαβης : αἱ δε ἀρισται ψυχης φυσεις ἀμφισβητησιμοι , ἐν μεθοριᾳ της ἀκρας ἀρετης
τε οὑτω παντας τους ἡγεμονας ἀθροως ἐμπιπτειν τοις πολεμιοις . ἀρισται δε εἰσιν αἱ διπλασιον τον ἀριθμον των ἐν τῳ
9999990 ον
] ροτωνκ [ [ ] νβιαει : [ [ ] ον ? ? [ . . . . . .
ι [ ] ν [ ] ! ε [ ] ον ? [ ] ! , [ ἀνερχεται ] οὐν
9999990 καιομενον
εἰ δε χρονιϲοι , και αὐτου του δερματοϲ ἁπτεται , καιομενον δε λεπτομερεϲτερον γινεται . Ἀρτεμιϲιαι ἀμφοτεραι θερμαινουϲι μεν κατα
οὑ ἀπαγγελθεντος αὐτῳ , μεσουσης της θυσιας , το μεν καιομενον ἱερειον καταλιπειν λεγεται , ἐλθειν δε προς θαλασσαν ταραχθεντα
9999990 ποματος
χρονωι παλιν ἀπεκατεστησαν εἰς το κατα φυσιν ὁσοι περιεσωθησαν οἰνελαιου ποματος εὐπορησαντες : τουτο γαρ ἐκ περιπτωσεως ηὑρεθη του παθους
ἐσχε πρωτως . και γαρ οὐ τοσουτον ὑπο τροφης και ποματος ἐμψυχοντος ὀνινανται , ὁσον ὑπο της του ψυχρου ἀερος
9999990 ἐπερχεται
το ἐπισσυτος . ἑκατερως γαρ δυναται ὑποστιζεσθαι : ἐφορμωσα : ἐπερχεται : συ παρα κλῃθρα : παραιτειται την ἀκοην πολλακις
προστριβεται ] προσκολλαται . γρ . προσγινεται , ἐφεπεται , ἐπερχεται . . ζηλω ς ' ὁθουνεκα ] θαυμαζω σε
9999990 τεινονται
καταταθεντα μαλλον ἠ ὡς ἐδει , οἱ δε πλειστοι ἡσσον τεινονται ἠ ὡς δει . Χρη δ ' , ἐπην
ἐν τῳ λουτρῳ χρησιμος ἐστιν ἡ του καμνοντος ἡσυχια : τεινονται γαρ ἐν ταις κινησεσιν οἱ μυες , τεινομενοι δ
9999990 περικειται
δ ' εἰναι χαλαρον εἰποντος , ὡς ὁτι μηδε εἰ περικειται γινωσκειν , ἐπαυξησαι . δει δε κἀκεινο προσεννοειν ,
, ὡν τα περατα ἐστιν ἁμα , τοις δε ὑγροις περικειται παντως ὑγροτης και τοις διεροις , πως ἀν ἁπτοιτο
9999990 πολλην
τον δ ' ἀθλιον εἰναι , μηδε γεωργειν τον μεν πολλην , τῳ δ ' εἰναι μηδε ταφηναι , μηδ
ὁδον δεινος γινομαι φυλαξ των ὀντων . οὐκουν ἠρεμειν την πολλην δυναμαι νυκτα κλοπην ὑφορωμενος και παντα θορυβον λῃστας ὑποπτευων
9999990 περιεσται
ἀλλα τι δαπανηθησεται , οὐδε τι περιεσται ἀλλα τι οὐ περιεσται , ἐν τῃ νεοτητι τα του γηρως ἐφοδια προκαταναλισκοντες
διαφυγουσα ἀνθρωπου προσψαυσειεν ἐλθουσα μελεσι : οὐδε γαρ ἀν ποτε περιεσται ὁ τῳ χολῳ τῳ ταυτης και τῃ ἀναγκῃ περιπεσων
9999990 σοφισται
, ἀθυρματα γαρ των Ἑλληνων μαλλον οὑτοι προσρηθειεν ἀν ἠ σοφισται λογου ἀξιοι . Δαμιανῳ τοινυν ἐλλογιμωτατον μεν και το
ποιουσιν ἀντιφασιν συλλογιζομεναι της του ἀποκρινομενου θεσεως , οἱ μεντοι σοφισται ἀν ποτε και συλλογιζονται την ἀντιφασιν , οὐ ποιουσι
9999990 ὀνοματος
ἑαυτου , τι καλον ἡμιν ἐργον ἀπεργαζεται και ἀξιον του ὀνοματος ; “ ἰθι οὐν , εἰπε . Ἀλλ '
εἰσπορευομενων των περι τον Ξισουθρον , ἐκβαντας ζητειν αὐτον ἐπι ὀνοματος βοωντας : τον δε Ξισουθρον αὐτον μεν αὐτοις οὐκ
9999990 δυνασται
. και βασιλεις μεν αὐτον Ἀρμενιων και Περσων δορυφορουσι , δυνασται δε των περι την Μαιωτιν και τον ὁλον Ποντον
μεγιστων τιμων . οἱ δ ' εὐγενεις και πλουσιοι ἠ δυνασται ἀλλην εὐτυχιαν ἐχοντες ἀξιουσι τιμασθαι και τιμωνται ὡς ἐν
9999990 καλλισται
μετα λαχανων λιτῃ ἀρτυσει σκευαζονται . ἀκμαιαι δε βρωθεισαι ἐαρος καλλισται . των δε χημων τας τραχειας γλυκυμαριδας ἐνιοι καλουσιν
συμπλεωσιν : το μεν γαρ αὐτης βασιλεια ἠν , οἱα καλλισται πασταδες , και εὐναι , και δρομοι : ἐκτοσθεν
9999990 ἁμματος
, ἀπ ' ἰνιου μετωπιαια κυκλοτερης περιειλησις , παλιν του ἁμματος γινομενου κατα τα ἀποληγοντα του βρεγματος . οὑτος ὁ
του ἐπιδεσμου πιλουμενου σφοδροτερον ὑπ ' αὐτου , δεομενου του ἁμματος ἐσφιγχθαι βιαιοτερον , εἰ μελλοι κρατησειν τον ἐπιδεσμον .
9999990 Βιας
δε ἐπεδωκε τις αὐτῳ την ἐπιστολην : “ Στρατηγος Πριηνεων Βιας εὐεργετῃ Διονυσιῳ χαιρειν : δωρα και γραμματα κομιζομενα σοι
εἰπε τους ἀπαιδευτους μονῃ τῃ μορφῃ των θηριων διαφερειν . Βιας ὁ σοφος ἐρωτηθεις ὑπο τινος τι ἀν εἰη [
9999990 ὀντος
των σκυλοδεψων : ἠν δ ' ἀποκλῃῃ τῃ θυρᾳ χειμωνος ὀντος , τρεις σισυρας ὀφειλετω . ” νη τον Διονυσον
ὁτι τα ἐναντια φθαρτικα ἐστιν ἀλληλων και οὐδεποτε του ἑνος ὀντος το ἑτερον ὑποσταιη τῳ ὑποκειμενῳ κατα το αὐτο μερος
9999990 προσγινεται
και ἑνος , και δυας οὐ γενησεται . εἰ δε προσγινεται τι , τα δυο οὐ γενησεται δυο ἀλλα τεσσαρα
παιδευσις : δια τουτο οὐδε μια χορηγια ἀπο του προσωπου προσγινεται : ἰστεον δε ὡς ἀπο του ὑποκειμενου πραγματος δυναμεθα
9999990 δυνανται
λεγομενῳ παρολκῳ : οἱ γαρ παρα γην αὐτην πλεοντες οὐ δυνανται ἐρεττειν προσβαλοντες : τοις Συρακουσιοις δηλονοτι . ἀποσιμωσαντων :
τοις κεκρατημενοις μη ἐγχειρειν . οὐ γαρ ἐξ ὡν μη δυνανται αἱ τεχναι , ἀλλ ' ἐξ ὡν δυνανται οἱ
9999990 δυνατον
τῳ μειζονι Α προς τας ἰδεας ἐλεγχοντες ὁτι οὐτε ἀριθμους δυνατον λεγειν αὐτας οὐτε ἑτερον τι τοιουτο , και ὁσα
Α , Β ἐφαπτομεναι των τομων ἠχθωσαν και , εἰ δυνατον , συμπιπτετωσαν κατα το Λ , και ἡ ΑΒ
9999990 καλουμενον
τινα θραυϲματα του φλοιου . ῥυπτικον δε τι και το καλουμενον Ἀρμενιον ἐχει , ᾡ χρωνται οἱ ζωγραφοι , και
τῃ κλητικῃ χρωμεθα , ἀλλ ' ἱνα προς ἡμας τον καλουμενον ὑποστρεψωμεν : ὁθεν πολλακις οὐδε τοὐνομα λεγομεν , ἀλλ
9999990 ἐντασιν
ἐστι πασι γνωστον . τουτου ἡ κοπρος χριομενη και πινομενη ἐντασιν ποιει . το δε στεαρ αὐτου τετανικους πανυ ὠφελει
και τας ῥινας : κατα γαρ την γινομενην του πνευματος ἐντασιν ἐκριπτεται το ἐνδον σφηνωθεν . ποιει δε τουτο συνεχως
9999990 ἀγονται
ἐναυσασθαι . ὁσοις δε το ζην δια κακουργηματων ἠλαθη , ἀγονται προς Ἐρινυων ἐπ ' ἐρεβος και χαος δια Ταρταρου
πλεγμα σκευοφορον στρατιωτικον ὁ γυλιος , εἰς ὁ τας τροφας ἀγονται οἱ στρατιωται . ἐστι δε και ζῳον , ὁ
9999990 λυμαινεται
τον δ ' ἀνω τε και κατω λογοις ταρασσων πολλακις λυμαινεται οὐκουν το μη ζην κρεισσον ἐστ ' ἠ ζην
ἀδικον . Και ἡ ἀντιπροτασις μεντοι λειπουσα οὐδεν τῳ νοηματι λυμαινεται , ἀλλα την αὐτην ἐχει δυναμιν τῃ προτασει ,
9999990 ἀνεται
“ μνησαμενος δ ' ἀδινως ἀνενηκατο φωνησεν τε . ” ἀνεται κατανυεται , καταναλουται : “ τα δε πολλα κατανεται
Ἀργειοις ἀγορευεις . ἀλλ ' ἰομεν : μαλα γαρ νυξ ἀνεται , ἐγγυθι δ ' ἠως , ἀστρα δε δη
9999990 νηχονται
κυμασιν ὁραται , ὁσον ἀντικριναι τριηρους τελειας αὐτο μεγεθει . νηχονται δε ἀρα πολλοις τοις ποσι και κατα στοιχον ἐντευθεν
παλαι Βαμβυκην ἰχθυες εἰσιν ἱεροι , και κατ ' ἰλας νηχονται και ἐχουσιν ἡγεμονας , και των ἐμβαλλομενων αὐτοις τροφων
9999990 περιισταται
Ἀβοριγινων οἰκησις ἐν τοις πανυ ἐπιφανης . Ἐνιαυτῳ δε ἑκτῳ περιισταται παλιν εἰς ἑνα Ῥωμυλον ἡ της πολεως ἀρχη Τατιου
και ἐπι του προκειμενου ταὐτον παρακολουθησει , και ἡ ἀπολογια περιισταται εἰς σολοικισμονἀμεινον . οὐν παραδεξασθαι Δωρικην μεταθεσιν του ε
9999990 προερχονται
' αὐτου θωρησσοντο . μετα γαρ την ἀνατολην εὐθυς δειπνοποιησαμενοι προερχονται εἰς την μαχην . εὐωχουνται δε παρ ' Ὁμηρῳ
. τα δε ἀνακαμπτοντα φανερον ὁτι οὐκ ἐπ ' ἀπειρον προερχονται . τα δε ἐκ του γεγονοτος ἠδη και ὑπομενοντος
9999990 μενοντα
ὡς τροφη ἐστιν αὐτοις : τα δε τρεφομενα και μη μενοντα , εἰ μη τρεφοιτο , πως οἱον τε λεγειν
την αὐτης ἀναλαμβανουσα ῥωμην . Ἐπι τοις αὐτοις δε εἰδεσι μενοντα δυσθυμιας μεν και σκοτοδινας , ἰλιγγας τε και ἐπιληψιας
9999990 ἀχθονται
πλεον τι ἐχειν του δημου : ὡστε οὐδε τους τοιουτους ἀχθονται κωμῳδουμενους . φημι οὐν ἐγωγε τον δημον τον Ἀθηνησι
των κηριων τελειοτητι . πριν γαρ ἐξυφηναι εἰ τρυγηθειεν , ἀχθονται και παυονται πονουσαι . Το δ ' αὐτο δρωσι
9999990 ὠχρον
ὡς ἐπι πολυ . κενουται δε λευκον ἀπο φλεγματος , ὠχρον δ ' ἐνιοτε της πικρας χολης πλεοναζουσης , και
δε παρα φυσιν περι ὡν ἐρωμεν μελαν ἠ πελιδνον ἠ ὠχρον ἠ ἐρυθρον . Το μεν οὐν ἐρυθρον ἀπο ἰχωροειδους
9999990 ἀνεχονται
ὡς Λακεδαιμονιοι , οἱ δε τους μακροτερους τε των λογων ἀνεχονται και μαλλον ἀνειμενοι τας γνωμας ὑπαρχουσιν , ὡς Ἀθηναιοι
εὐδιη και γαληναιη περικεαται , οὐδε των του ἐτεος τροπεων ἀνεχονται , ἀλλ ' ἐν μιῃ ὡρῃ οἰκεουσιν . ἰδοντες
9999990 περιγιγνονται
κοινωνοϲ ἀλγεων : ἀταρ και αἱ τουδε διαδεξιεϲ οὐ μαλα περιγιγνονται : περιεϲτηκυια δε πλευριτιϲ ἀπο περιπνευμονιηϲ εὐηθεϲτερον . χρη
ἐν τῃσιν αὐτεῃσιν ἡμερῃσι τον ἀριθμον , ἐξ ὡν τε περιγιγνονται οἱ ἀνθρωποι και ἐξ ὡν ἀπολλυνται . Οἱ τε
9999990 καλειν
δε και σαιρειν φησεις τον θυρωρον , τι κωλυει κἀκεινο καλειν σαρον ; ἡ χρησις γαρ ἀπο της ἁλω και
οἱον καππαρις και θερμος . ἡμερον δε και ἀγριον δικαιον καλειν ἀναφεροντα προς τε ταυτα και ὁλως προς το ἡμερωτατον
9999990 περας
ἀπεραντον ] ἀπληρωτον . , οὑ περας οὐκ ἐστιν , περας μη ἐχουσαι , μη τελος ἐχουσαι , μη ἐχον
παντα σωματα , εἰπερ παντα κεχρωσται , το δε χρωμα περας του διαφανους . λεγω δη οὐ παθος οὐδε διαθεσιν
9999990 Χιας
γ ἠ # β , κηρου , στυρακος , μαστιχης Χιας ἀνα # γ , ὀποβαλσαμου # α . ὁ
ἐπικαταγονται , και μειναντες ἡμεραν μιαν τῃ ὑστεραιᾳ και τας Χιας ναυς προσλαβοντες τας μετα Χαλκιδεως το πρωτον ξυγκαταδιωχθεισας ἐβουλοντο
9999990 προσδεχονται
μαλλον . αἰφνιδιοι δε ἠν προσπεσωσιν , ἑως ἐτι περιδεεις προσδεχονται , μαλιστ ' ἀν σφεις περιγενεσθαι και κατα παντα
ἐξ αὐτου σκευη τα ἐπιτραπεζα . οἱ μεν τοιουτοι παντες προσδεχονται την του σιδηρου δυναμιν : ἐνιοι δε λιθοις ἀλλοις
9999990 μεριζονται
, ἠτοι μαλλον κατατρωγουσι : τα γαρ μασωμενα και κατατρωγομενα μεριζονται : ἐφη κακως , αἱ δαμαλεις και οἱ μοσχοι
ἀλληλα κατα το πληθος τουτο ἐνδεικνυται , πως πολλαπλασιαζονται και μεριζονται παρ ' ἀλληλους κατα το ἐν αὐτοις ποσον .
9999990 Ἰρον
ἀντι του χαιρειν , ὡς το ” ἠ ἀλυεις ὁτι Ἰρον ἐνικησας „ . μεση γαρ ἡ λεξις . .
και ὁτι ἐνθαδε μηδεν ἐθρασυνθη . ἠ ἀλυεις , ὁτι Ἰρον ἐνικησας . ἀλυεις νυν ἀντι του χαιρεις , γαυριᾳς
9999990 διαπραττονται
δ ' οἱ λογοι αὐτοι ἐφ ' αὑτων τουτο οὐ διαπραττονται , τυχον μεν ἐγω αἰτιος , τυχον δε και
περι μεν οὐν ὡν οἰονται ἐν τεχνῃ εἰναι , οὑτω διαπραττονται : ἐπειδαν δε τι περι των της πολεως διοικησεως
9999990 ματος
ἀνθιστᾳ ἑτερον τι εὐεργετημα δι ' αὐτου του ἀδικη - ματος πεπραγμενον . ἀν δε εἰς τι των ἐξωθεν ,
: περιφραστικως τον μανδραγοραν . ματεισθαι : ζητεισθαι . και ματος ἡ ζητησις λεγεται . μωμητεον : μεμπτεον . και
9999990 Ὠρον
σεμνυνοντες εἰπερ και ἀλλοι τινες τα ἐγχωρια : φασι δε Ὠρον γενεσθαι σφισιν ἐν τῃ γῃ πρωτον . ἐμοι μεν
, Δικαιαρχος δε ἐν αʹ μετα τον Ἰσιδος και Ὀσιριδος Ὠρον βασιλεα γεγονεναι Σεσογχωσιν . γινεται δε ἀπο Σεσογχωσεως ἐπι
9999990 προφασιν
κατα τον πολεμον . αὐτην μοι λεγεις του πολεμου την προφασιν , και μαχης μαλλον ἠ διαλλαγης μοι ἀναγινωσκεις συνθηματα
φησιν , ἐχω προς τας ἐπενεχθεισας μοι μεμψεις παρα σου προφασιν εὐλογον ἀντεισαγειν , δι ' ἡν εὐλογως δοκω μοι
9999990 σον
, πληρωσεις τον βιον : † τυμβῳ δ ' ὀνομα σον κεκλησεται : ὁ ταφος σου , φησιν , το
Προς ταυθ ' ὁρα μη τοὐμον , ἀλλα και το σον : ὡς εἰ με πημανεις τι , βουλησῃ ποτε
9999990 κειμενον
ἀντιτυπον , τον δε ἐξελαυνομενον σιδηρον το πημα ἐπι πηματι κειμενον , κατα τοιονδε τι εἰκαζων , ὡς ἐπι κακῳ
. Ἡ λεγομενη νυμφη οἱον μυωδες ἠ δερματωδες ἐστι συγκριματιον κειμενον κατα την ἀνωθεν των πτερυγωματων συμβολην , καθ '
9999990 ἐπεχουσιν
Σινδοι και οἱ Κιμμεριοι πυκνοι και συνεχεις ὀντες τους Σαυροματας ἐπεχουσιν , οἱ τε πλησιον του Εὐξεινου ὀντες Κερκετιοι τε
περιγραφην τοιαυτην : μετα τας του Βορυσθενους ἐκβολας , αἱ ἐπεχουσιν , ὡς εἰρηται , μοιρας νζʹ ∠ ʹʹ μηʹ
9999990 πινεται
μιγνυται δε αὐτων Γρʹ γ ϲυν ἀλφιτοιϲ ἐν ὑδατι και πινεται : τα γαρ ξηρανθεντα κλωνια ἀδυναμωτερα εἰϲι . του
: και συν τῳ ὀροβινῳ ἀλευρῳ ἐν τῳ αὐτῳ κοπεισα πινεται ἐν οἰνῳ κεκραμενῳ ὁσον τρισι κοτυλαις και μελιτι ,
9999990 Γενομενος
ἱλαρος εἰς την Ἀλεξανδρειαν και την πατριδα κατελθειν δυνηθω . Γενομενος οὐν ἐν Διος πολειἀρχαιοτατην λεγω της Αἰγυπτου πολιν και
Ῥωμαϊκας δυναμεις συνηθροιζε και προς τον πολεμον αὐτας ἐξηρτυετο . Γενομενος δε περι την Καππαδοκων , τους ἀριστους ἁμα των
9999990 καλουνται
ζητουμενον . πηλικοτητες δε λεγονται αἱ ἀφ ' ὡν παρωνυμως καλουνται ἀριθμοι : οἱον του διπλασιου αἱ β μοναδες ,
ἀγροται και κυνηγοι . οὑτοι δε και Ἀληται και Τιτανες καλουνται . ἀπο τουτων γενεσθαι Ἀμυνον και Μαγον , οἱ
9999990 ποιευνται
και ὀρυγες , των τα κερεα τοισι φοινιξι οἱ πηχεες ποιευνται , και βασσαρια και ὑαιναι και ὑστριχες και κριοι
, οὑτοι φυλασσουσι ἐνιαυτον ἑκαστος : περι πολλου γαρ δη ποιευνται Ἀπολλωνιηται τα προβατα ταυτα ἐκ θεοπροπιου τινος : ἐν
9999990 κειμενος
ὁ νοτιωτερος των ἑπομενων λαμπρων , και ὁ προς μεσημβριαν κειμενος αὐτου ἀκατονομαστος και λαμπρος . Δυνει δε ὁ Ἐνγονασιν
τῳ θυρσῳ , και της Παρθενου ὁ ἀπ ' ἀρκτου κειμενος του δεξιου γονατος και του ποδος , ὡς ἡμιπηχιον
9999989 ἀλλοισιν
. τιμαισιν , ὠ παι , δαιμονων χρησθαι χρεων . ἀλλοισιν ἀλλος θεων τε κἀνθρωπων μελει . εὐδαιμονοιης , νουν
πονῳ , ἠ βαρει , ἠ ἀλλῳ τινι ῥυονται : ἀλλοισιν αἱ κοινωνιαι . Δια την ῥοπην οὐκ ἐτι αἱμα
9999989 προεχειν
ἐπιστατευειν τε και ἐπιτασσειν , ἀλλ ' ἀξιῃ και γνωμῃ προεχειν των ἐπιτασσομενων . Προς τους παρα δικην ζωοντας ,
πολλους μεν εἰναι παιδας , ἐννεα και εἰκοσι παντας , προεχειν δε ἐν αὐτοις Προμηθεα και Ἐπιμηθεα και Ἀτλαντα ,

Back