της ὀγδοαδος , ὁτι ἀτελεσιουργητοι αἱ κατα τον ὀγδοον μηνα ὠδινες , ἠλιτομηνοι πως δια τουτο λεγομεναι . ὁτι του
και αἰδοιον πυριῃν , και ἐνιζεσθαι δε , ὁταν αἱ ὠδινες σφοδρα ὀχλεωσι μαλιστα , και μηδεν ἐν νοῳ ἑτερον
9999964 ὠφελεια
ἐργαζεσθαι και καταμηχανασθαι , ἐξ ὡν αὐτοις οὐδ ' ἡτισουν ὠφελεια ἀν γιγνοιτο . Εἰ οὐν μητε σωματικαις αἰτιαις ἀναθησομεν
ἀν ἀπατηθειη . . ὠ κοινον ὠφελημα ] ὠ κοινη ὠφελεια γεγονως ὁλου του γενους των ἀνθρωπων , ἀθλιε Προμηθευ
9999964 θινες
ἐτι ἐκπαιδευεται και αὐξεται τα δεινα . . . οἱ θινες δε και οἱ σωροι των νεκρων καιπερ φωνην μη
ἀκται μεν γαρ εἰσιν οἱ πετρωδεις τοποι της θαλασσης , θινες δε οἱ ἀμμωδεις . ἀκοντιον δορατος διαφερει . ἀκοντιον
9999964 παρεκελευσατο
ἐπειθε , τοις Ἑλλησι ἐφρασε κρυφα τα πραττομενα , και παρεκελευσατο φυλαττεσθαι . Οἱ δε , θυσιαν τινα παρασκευασαμενοι και
χωριων και ἐδει κατα ταχος βοηθειν , ἐξορμων ὁ Ἱππαρινος παρεκελευσατο τῳ παιδι , εἰτις ἐντος της αὐλης βιαζοιτο ,
9999964 σπουδας
φρονουντων τα των πολλων ἀνθρωπων ἰδων ἐργα και τας ὑπερβαλλουσας σπουδας , αἱς ἠ προς ἀργυρισμον ἠ δοξαν ἠ την
ὡρισμενης ὡρας ἡκουσης . ἰδοις δ ' ἀν και τας σπουδας τας περι τινα μεχρι των ὑπνων ἐπακολουθουσας : ὁ
9999964 Μαντινευσι
ἁπασι , κρυφα δε Δημοσθενης μετα των ξυστρατηγων Ἀκαρνανων σπενδονται Μαντινευσι και Μενεδαϊῳ και τοις ἀλλοις ἀρχουσι των Πελοποννησιων και
, ἀλλα και γενομενης προ τουτου Ἠλειοις και Ἀργειοις και Μαντινευσι ξυμμαχιας , τοις αὐτοις πολεμειν και εἰρηνην ἀγειν ,
9999962 καθαρωτερα
το ἀγελαιαν εἰναι : τα γαρ ἐν τοις ὀρεσι διατριβοντα καθαρωτερα και ὑγιεινοτερα των ἀλλων . ἠ ἁγνης της ἀσινους
ζητων ἀντιστροφον ἐνταυθα προβεβληκεναι σκοπων ἀρα ἐστι τις ἑτερας ἀλλη καθαρωτερα ἐπιστημης ἐπιστημη , καθαπερ ἡδονης ἡδονη . Και μαλα
9999962 κρατουσης
τυχῃ αὐτην εἰναι θερμοτεραν , ψυχρον ὑδωρ προς λογον της κρατουσης δυσκρασιας ἐπιβαλειν τῃ κεφαλῃ συμμετρως . ἀλλα τουτο γε
. δοξης μεν οὐν ἐπι το ἀριστον λογῳ ἀγουσης και κρατουσης τῳ κρατει σωφροσυνη ὀνομα : ἐπιθυμιας δε ἀλογως ἑλκουσης
9999962 Καρχηδονος
' ἑκαστον ἐθνος ἰδειν ἐθελοντα ἀπεφερεν ἡ γραφη πολλακις ἀπο Καρχηδονος ἐπι Ἰβηρας και ἐξ Ἰβηρων ἐπι Σικελιαν ἠ Μακεδονιαν
Ἡφαιστου χωραν , την καταντικρυ κειμενην της Φοινικης της τε Καρχηδονος , ἱνα λεγῃ την Λιβυφοινικων χωραν , μητερα δε
9999962 ἐτιθεντο
παλαιους φυσικους , ἐπειδη ἐκεινοι την ὑλην και μονην αἰτιαν ἐτιθεντο και τα ταυτης παθη κατα συμβεβηκος ἐτιθεντο αἰτια .
, οἱ δε και ἐπι τα τεγη ἀνιοντες ἐν μεγαλῳ ἐτιθεντο ἀκριβως ἑωρακεναι το ζευγος , την ἐφεστριδα , το
9999962 ἀνθρωποειδες
οὑ δηλον , ὁτι τον δυσελπιν οὐκ ἀνθρωπον ἀλλ ' ἀνθρωποειδες ἡγειται θηριον το οἰκειοτατον ἀνθρωπινης ψυχης , ἐλπιδα ,
] ντ ' απερ τεθριππον ? [ . . . ἀνθρωποειδες θηριον ὑδατι συζων δαυλος δ ' ὑπηνη και γενειαδος
9999962 Πυθαγορικος
μη μοι βαιων : κακος ἰχθυς . ΒΟΥΓΛΩΣΣΟΣ . ὁ Πυθαγορικος δε δι ' ἐγκρατειαν Ἀρχεστρατος φησιν : εἰτα λαβειν
νυκτι μιῃ . Γεγονασι δε Λυκωνες και ἀλλοι : πρωτος Πυθαγορικος , δευτερος αὐτος οὑτος , τριτος ἐπων ποιητης ,
9999962 φιλοπονως
ἀσσιου ἀνθους γο δʹ . τριβε τα ξηρα ἑκαστον ἰδιᾳ φιλοπονως και την τρυγα ἐπιβαλων και λεανας ἐπιβαλε τοις λεανθεισιν
πιτυρον προσεμβαλλουσιν : ἁρμοστον δ ' ἐπιθημα ποιησαντες και πηλῳ φιλοπονως περιχρισαντες ὀπτωσιν ἐν καμινῳ πεντε ἡμερας και νυκτας ἰσας
9999962 δριμειαι
. αἱ δε ῥιζαι των λαχανωδων φυτων κακοχυμοι μεν ὁσαι δριμειαι , καθαπερ ἡ των κρομμυων και πρασων και σκοροδων
και προς τας ἐκκρισεις εὐ ἐχουσιν . σαλπαι αἱ πελαγιαι δριμειαι , εὐστομοι , δυσφθαρτοι , δυσδιαχωρητοι , τροφωδεις ,
9999961 Ἀριστοτελες
ὁρων φανερον . νυν μονον ἐχεις ὁρους , φασιν , Ἀριστοτελες : δια τι γαρ μη και προτερον , ὁτε
, αἱ αὐται εἰσιν . ὁταν οὐν λεγῃς , ὠ Ἀριστοτελες , των δε γε ὑπ ' ἀλληλα τεταγμενων οὐδεν
9999961 Ἑλληνες
τερα Ἀττικοι , τερατα Ἑλληνες . τυφω Ἀττικοι , τυφωνα Ἑλληνες . τωθαζειν Ἀττικοι , σκωπτειν Ἑλληνες . τιμησεται Ἀττικοι
και ἐς θεων τιμην οὐ φειδωλοι χρηματων γενεσθαι δοκουσιν οἱ Ἑλληνες , οἱς γε παρα Ἰνδων ἠγετο και ἐξ Αἰθιοπιας
9999961 Καλλιππος
ναυν τους ναυτας . ἐπει δε πληρης ἠν , ἀναβαινει Καλλιππος ὁ Φιλωνος ὁ Αἰξωνευς , και φραζει προς τον
δε ἐστιν ἁπασι . και γαρ οὐδε εἱς ἐστιν ὁ Καλλιππος οὑτος , ἀλλα και των οἰκετων ἑκαστος , πολλοι
9999961 παρελαμβανετο
. Ἐπι πασι δε τοις κατειλεγμενοις ὁ τουτων συνδετικος συνδεσμος παρελαμβανετο , οὐδεν δυναμενος ἰδιᾳ παραστησαι χωρις της των λεξεων
' ἀν τουτο πιθανον , εἰ παντοτε ἀντι του και παρελαμβανετο ὁ κατα . και φαινεται ὁτι , δι '
9999961 τεσσαρεσκαιδεκατον
, ἐμετος χολωδων ἠ φλεγματωδων . τουτων προφαινομενων περι το τεσσαρεσκαιδεκατον ἐτος , δει τον ἰατρον τεκμαιρεσθαι ὡς ἐπειγει ἡ
παιδι Κλεοδαμου νικησαντι την οϚʹ Ὀλυμπιαδα . . . Το τεσσαρεσκαιδεκατον εἰδος μονοστροφικον ἐστιν ἐκ ιηʹ κωλων και ιζʹ .
9999961 διειλοντο
πλημυριδος , ἐπικλυσθεισα ἡ Κυρβη ἐρημος ἐγενετο , αὐτοι δε διειλοντο την χωραν , και ἑκαστος ἑαυτου πολιν ὁμωνυμον ἐκτισε
δεινοτατοι ὀντες των βαρβαρων ; ἐξ ὁλοσφυρου γαρ ἰσον μερισμον διειλοντο , και πρωτοι χαρακτηρα ἐβαλον , † εἰς τον
9999960 μελλοντοϲ
. ἐαν τυφθωμεν ἐαν τυφθητε ἐαν τυφθωϲι Μεϲου ἀοριϲτου και μελλοντοϲ αʹ Ἑν . ἐαν τυψωμαι τυψῃ τυψηται Δυ .
Δυ . τυψαϲθον τυψαϲθων Πληθ . τυψαϲθε τυψαϲθωϲαν Ἀοριϲτου και μελλοντοϲ βʹ Ἑν . τυπηθι τυπητω Δυ . τυπητον τυπητων
9999960 ἀμελεια
„ Πλεθρον . ἑκτον μερος σταδιου . Πλημμελεια . πολλη ἀμελεια . Πλημμελειν , το ἀτακτειν και ὑβριζειν και ῥᾳθυμειν
ἐρων , ἡ του τοιουτου ἀπληστια και ἡ των ἀλλων ἀμελεια και ταυτην την πολιτειαν μεθιστησιν τε και παρασκευαζει τυραννιδος
9999960 ἐξανδραποδισασθαι
και ταυτα προς τοις βωμοις , παιδας δε και γυναικας ἐξανδραποδισασθαι περα , εἰ βουλει , Γαδειρων , τα δε
ἀλλο στρατοπεδον , οὐκ ἐδικαιου ἐντυχων ἀπεστεωσι Ποτειδαιητῃσι μη οὐκ ἐξανδραποδισασθαι σφεας . Οἱ γαρ Ποτειδαιηται , ὡς βασιλευς παρεξεληλακεε
9999959 θεραπευουσι
, ἱνα μητε φθειρ μητε ἀλλο μυσαρον μηδεν ἐγγινηται σφι θεραπευουσι τους θεους . Ἐσθητα δε φορεουσι οἱ ἱρεες λινεην
κυουσαν βουν , τεκουσαν δε ἀρα αὐτην οἱα δηπου λεχω θεραπευουσι . το δε ἀρτιγενες βρεφος καταθυουσιν ὑποδησαντες κοθορνους .
9999959 γεγενημενη
. καθολου μεν οὐν σχεδον παρ ' ἁπαν μερος † γεγενημενη † διορθωσις : τα μεν γαρ περιῃρηται , τα
συνοικει αὐτῳ ; ἀλλα μεμαρτυρηται ἑταιρα οὐσα και δουλη Νικαρετης γεγενημενη . ἀλλ ' οὐ γυναικα εἰναι αὐτου , ἀλλα
9999959 ῥητορικας
ποιητας και νομοθετας γενεσθαι . τας τε γαρ τεχνας τας ῥητορικας και τους λογους τους ἐπιδεικτικους και τους νομους τους
της πραγματειας , ὡς οὐ μειρακιον ἠν , ὁτε τας ῥητορικας συνεταττετο τεχνας , ἀλλ ' ἐν τῃ κρατιστῃ γεγονως
9999959 φιλανθρωποι
των αὑτοις οἰκειων ὁσηνπερ των ἀλλοτριων ποιεισθαι , ἱνα μη φιλανθρωποι μονον , ἀλλα και νουν ἐχοντες φαινησθε . Ἰσως
προς αὐτους ὁτι εἰσιν Ἑλληνες τινες ἀνθρωποι οὑτως ἡμεροι και φιλανθρωποι τους τροπους ὡστε πολλ ' ὑφ ' ὑμων ἠδικημενοι
9999959 κατειχετο
ἐς δεσποτας τους ἡμετερους . Οἰκος μεν πας Ἁρπαγου κλαυθμῳ κατειχετο : ἐγω δε ἐκπλαγεις ἠια ἐσω . Ὡς δε
ἐθνος αὐθιγενες : τα δε προ τουτων οὐθ ' ὡς κατειχετο προς ἑτερων οὐθ ' ὡς ἐρημος ἠν οὐδεις ἐχει
9999959 κοσμηθεν
ἠλομεν και ἀλομεν και κατα συγκοπην ἀλεν ὡς το κοσμηθημεν κοσμηθεν , οἱον : οἱ δη τοι εἰς ἀστυ ἀλεν
οἱον ἐκοσμηθημεν , ἐκοσμηθησαν , ὡς το : αὐταρ ἐπει κοσμηθεν και φυλασσει την παραληγουσαν της γενικης των μετοχων :
9999959 παραγωγη
ἐκληθη δε δια το ἐμπεριεχεσθαι τοις ὀρεσι τοις παρακειμενοις . παραγωγη δε , ὡς ἐκ της ἀντι Ἀντισσα και ἐκ
ἡφι βιηφιν ὁλοκληρος ἡ παραγωγη . εἰ γαρ αὐ ἡ παραγωγη στοιχειου γινεται ἀφαιρετικη , ὡς ἐπι γενικης του υ
9999959 Βοιωτιαν
αὑτους πολιτευεσθαι , μετα δε ταυτα δοντες πολιτειαν την χωραν Βοιωτιαν ἐποιησαντο . Τουτων δε πραττομενων Λακεδαιμονιοι και ἀλλα μεν
ταξιαρχον ἐστεφανου και τοις ἀλλοις ἀριστεια ἐδιδου . και την Βοιωτιαν , συνεχως μετατιθεμενην , διηρπαζε και ἐς Θεσσαλιαν ἐλθων
9999959 ἀπολοιτο
ἀντι ἀγαθων και ὁπως αὐτος μεν ἐκκοπειη τους ὀφθαλμους και ἀπολοιτο , συνεκτριβειη δε τουτῳ και ὁ πορφυρογεννητος , οὐκ
τουτεστιν ὁ μη κεκορεσμενος : και νυ κεν ἐνθ ' ἀπολοιτο Ἀρης ἀτος πολεμοιο . ἐστι δε τοιουτον περι του
9999959 ἀπωλοντο
παιδος αὑτην ὠσεν εἰς κεφαλην : και ἀμφω κατα ταὐτον ἀπωλοντο , ὁ μεν τῳ βαρει της μητρος ἐκπιεσθεις ,
δε οἱ πυρφοροι ὡς ἱεροι του θεου και εἰ παντες ἀπωλοντο : ὁθεν παροιμια ἐπι των ἀρδην ἀπολομενων : οὐδε
9999959 Αἰγυπτιου
δε μεθ ' ὑδρομελιτος εἰς νυκτα , κυαμου το μεγεθος Αἰγυπτιου . ὁμοιως και προς τους ἐμπνευματουμενους στομαχους ἠ στροφουμενους
οἰνῳ γλυκει , ἠ κλυζειν αὐτον ἐν τουτοισι : νιτρου Αἰγυπτιου ὁκοσον ἀστραγαλον ὀϊος , τουτο τριψαι λειον , και
9999959 κατεστρατοπεδευσαν
ἐκ της ἐν Φεραις τυραννιδος : συστησαμενοι δε δυναμιν ἀξιομαχον κατεστρατοπεδευσαν περι Μαντινειαν . μετα δε ταυτα ἐπι πολιν Ὀρνεας
περι Ἀγαθοκλεα και βραχυ διαχωρισαντες ἀπ ' ἀλληλων την δυναμιν κατεστρατοπεδευσαν . εἰθ ' οἱ μεν Καρχηδονιοι πυθομενοι την τουτων
9999959 Συρακουσσων
τα κατα την δυναστειαν , μελλοντος δ ' ἐκ των Συρακουσσων ἐξιππευειν προς ἑκουσιον φυγην Ἑλωρις ὁ πρεσβυτατος των φιλων
φιλοσοφοι κατεχουσι . . . . ἀφ ' οὑ Ἱερων Συρακουσσων ἐτυραννευσεν ἐτη ΗΗΓΙΙΙ ἀρχοντος Ἀθηνησι Χαρητος [ / ]
9999959 ἀπεχρησεν
ταξιαρχος οὐ λοχαγος οὐχ ἱππευς οὐ τοξοτης , ἀλλ ' ἀπεχρησεν οἱ και ὁ εἱς ὁπλιτης οὑτος πληρωσαι την της
βασιλειαν μεγαλην οὐδαμου μαχης ἐδεηθη και φονων , ἀλλ ' ἀπεχρησεν ἡ φρονησις και το ποθεισθαι τον ἀρχοντα . μεγιστη
9999959 ἁρμονικης
τοιουτον οἱον ἐν πρωτοις ὑπο της αἰσθησεως συνορασθαι των της ἁρμονικης πραγματειας μερων : το γαρ πως ἀπαιτουν ἀποδειξιν οὐκ
του μουσικου ἑξις . Τους μεν οὐν ἐμπροσθεν ἡμμενους της ἁρμονικης πραγματειας συμβεβηκεν ὡς ἀληθως ἁρμονικους εἰναι βουλεσθαι μονον ,
9999959 λιθαργυρον
. ξεστ . δʹ . ἑψε το ἐλαιον και την λιθαργυρον και το ὀξος ἑως ἀμολυντου , εἰτα θες χαμαι
, ψιμμυθιου δραχμας κε , ἐλαιου λιτραν ἡμισειαν . Ἑψε λιθαργυρον , ἐλαιον , ἑως συστῃ , εἰτα κηρον ,
9999959 Τινες
ὑδατι την καλουμενην ἀμμοκονιαν , ἐπιμελως τα ἐνδον χριε . Τινες δε εἰς την κονιασιν και κτηνων οὐρον μιγνυουσιν ,
. ιθʹ . Ὀλιγον σιτιον , ἀκοπον , ἀδιψον . Τινες τουτον τον λογον του ἀνωτερω χωριζουσιν , ὁτι περι
9999959 περιμηκεα
ἀνηρ . Ὁ δ ' ἀρ ' οὐ τι τρεσας περιμηκεα πετρην αὐτικα οἱ σχεδον ἠλθε μακρον δορυ προσθε τιταινων
' ἀνιοντος ἠελιου φλογερῃσιν ἐρευθεται ἀκτινεσσιν : αὐταρ ὁ ἀντικρυ περιμηκεα τεινετο δειρην ὀξυς ἀυπνοισι προϊδων ὀφις ὀφθαλμοισιν νισσομενους ,
9999958 ἐπικρατειᾳ
' ὁλα τα ὀντα τῃ της αἰτιας δυναμει και τῃ ἐπικρατειᾳ εὐλογως ἀν ἀποδοιη τις , ἡ δ ' ἐχει
ὀξει ἐν Σικανοις της Σικελιας : ἐν τῃ Καρχηδονιων δε ἐπικρατειᾳ κρηνη ἐστιν ᾑ το ἐφισταμενον ἐλαιῳ ἐστιν ὁμοιον ,
9999958 ἐξαιρετου
προθετικους ἐκαλουν συνδεσμους τας προθεσεις , ἀμεινον ἡγησαμενοι ἀπο της ἐξαιρετου συν - ταξεως την ὀνομασιαν θεσθαι ἠπερ ἀπο της
ἑκαστα και πραπιδων πλουτον και τα ἐοικοτα ἐμφαντικα μαλιστα της ἐξαιρετου και ἀκριβεστερας παρα τους ἀλλους διοργανωσεως ἠν ἐν τε
9999958 αἰσχυνθηναι
ἡν ἐποιησε δηπου μακραν το μη γραψαι μεν εὐθυς , αἰσχυνθηναι δε ὑστερον τῳ μη πριν ἐπεσταλκεναι . πασχομεν δε
δε των νυν ἀμφισβητηματα και τα αἰτια της ἀπεχθειας κἀν αἰσχυνθηναι μοι δοκει τις ἀν ἰδων . ἐστι γαρ ὁμοδουλων
9999958 φιλανθρωπιαν
φοβων , νυν δε πειθων , νυν δε ἐναγων εἰς φιλανθρωπιαν , νυν δε το δικαιον ἀπαιτων . και οὐκ
την στασιν τεκμηριον ἠν . Ἐχει σου και τριτην λεγειν φιλανθρωπιαν ὁ δημος ὁ Καισαρεων . σιτοδειας γαρ ἐναγχος ἐκεινοις
9999958 ἀσυλλογιστοι
ἐχωσι κατα τε το ποιον και τους τροπους , πασαι ἀσυλλογιστοι εἰσιν . ἀποδειξις δε του ἀσυλλογιστους αὐτας εἰναι ἡ
την ἐνδεχομενην ἀντιστροφην ἀλλα και ἀναπαλιν , οὐδεν μαλλον αἱ ἀσυλλογιστοι συλλογιστικαι εἰσιν ἠ ἐμπαλιν . ἠ ἀποφασιν εἰς καταφασιν
9999958 σπουδαστεον
τε και αἰτιας και των ἀρχων ὁ θεος ἐξηγειται , σπουδαστεον ἐν τουτῳ μαλιστα ἐκεινην την ἐπιστημην κτησασθαι , δι
εἰ δε ἐν τουτῳ μαλιστα ἐστιν ἡ ὀντως εὐδαιμονια , σπουδαστεον περι αὐτην , εἰπερ ὀντως βουλομεθα μακαριοι εἰναι .
9999958 ἐπραξεν
ἠρχε του πληθους νομιμως και πολλα προς αὐξησιν της πατριδος ἐπραξεν . ἐπιφανεστατον δε συνετελεσθη το τους δημους , ὀντας
, ὡσπερ εἰωθει , και οὐκ ἐξημεσεν . τουτο δε ἐπραξεν ἐν πολυχρονιῳ συνηθειᾳ γεγονως , ἀρξαμενος ἀπο ὀλιγων ἑως
9999958 ἀναθημα
σφισιν ἐφασαν οἱ Μαντινεις , και τουδε ἑνεκα τροπαιον ἐποιησαντο ἀναθημα τῳ Ποσειδωνι . πολεμῳ δε και ἀνθρωπων φονοις παρειναι
' ἀνθεντων δημοσιᾳ Σαμιων : τουτο μεν δη τους το ἀναθημα ἀναθεντας μηνυει , το δ ' ἐφεξης ἐς αὐτον
9999958 ἀθροισθηναι
χαιροντων ταις ἁρπαγαις , ὡς ἐν βραχει τῳ χρονῳ δυναμιν ἀθροισθηναι μεγιστην περι αὐτον , οὐκ ἐλαττω των πεντε μυριαδων
ὁτι ἐν παντι μοριῳ διαφορος τικτεται κακοχυμια : ἐνδεχεται οὐν ἀθροισθηναι χολωδη ὑλην ἐν τῳ ὑπεζωκοτι και ἐμφραγηναι και ποιησαι
9999958 πεντακοσια
ἑξηκοντα ναυς ἐπληρωσε , τα δε φορτηγα πλοια περι χιλια πεντακοσια παρεσκευασατο . ἐν τουτοις την τε δυναμιν διεκομιζε και
δ ' ἐναγχος οὐχ ἁπαντες ἡμεις ὠμνυμεν ταλαντ ' ἐσεσθαι πεντακοσια τῃ πολει της τετταρακοστης , ἡν ἐπορις ' Εὐριπιδης
9999958 κατεταξεν
ξανθην χολην ἐν τοις σιμοις του ἡπατος ἐν ἀγγειῳ τινι κατεταξεν , ὁ κεκληται χοληδοχος κυστις . και τα μεν
των συζυγιων , ἁς ὁ τεχνικος ἐν τῃ αὐτου βιβλῳ κατεταξεν , κατα μερος ἐπισκοπησωμεν ἀπο του τυπτω και λειβω
9999958 τετραπλασιοι
, παντως οἱ διαγωνιοι ἐσονται τετραπλασιοι , εἰ δε ἐκεινοι τετραπλασιοι , εὐθυς οὑτοι πενταπλασιοι , και τουτο μεχρις ἀει
οἱ ἐπι πλατος εἰεν τριπλασιοι , παντως οἱ διαγωνιοι ἐσονται τετραπλασιοι , εἰ δε ἐκεινοι τετραπλασιοι , εὐθυς οὑτοι πενταπλασιοι
9999958 Μουσης
. Ἀλλ ' εἰτε νεα των μετρων ἡ θεωρια εἰτε Μουσης εὑρημα παλαιας ἑκατερον ἑξει καλως . ἀρχαια μεν γαρ
ἀνευθε χορδης . Ἀγε , ζωγραφων ἀριστε , λυρικης ἀκουε Μουσης * * * * * * * * *
9999958 ἐσπουδακοτας
συνεπεσεν ἐρις , ὁς ἀναβησεται πρωτος . ἐδοξεν ἀν τις ἐσπουδακοτας ἰδων οὐ προς ἀγωνα και κινδυνον αὐτους ἀναβαινειν ,
Ἀδαμ „ , τους γηϊνους ἁπαντας τροπους οὐρανιον οὐδεν ἀγαθον ἐσπουδακοτας ἰδειν ἠλασεν , ἀοικους και ἀπολιδας και σποραδας ὀντως
9999958 ὀγδοος
. ἑπτα μεν ἠσαν συγγενεις μου ἐπισκοποι , ἐγω δε ὀγδοος : και παντοτε την ἡμεραν ἠγαγον οἱ συγγενεις μου
ἑκκαιδεκατος ὠν ἐκ Δαρειου του Ὑστασπου , Περσων βασιλεως , ὀγδοος δ ' ἀπο Μιθριδατου , του Μακεδονων ἀποσταντος τε
9999958 ὑπετιθεντο
εἰ μεν και καθ ' ὑποστασιν ἐχωριζον , ἀδυνατα ἀν ὑπετιθεντο : οὐ γαρ ἐστιν ὑποστασις των περατων καθ '
περι δε του διδαξαι ἡμας οὐδεν ἐφροντισαν : θεους γαρ ὑπετιθεντο εἰναι τας ἀρχας και ἐκ θεων γεγονεναι , και
9999958 θαυμασθηναι
ἐκαθημεθα δε ἐν τῃ στοᾳ . και ἀποβλεφθηναι ἐπι του θαυμασθηναι Αἰσχινης εἰπεν ὁ Σωκρατικος . γλωττας δε τας των
. ῥηθεντων δε τουτων των ἐπων , οὑτω σφοδρως φασι θαυμασθηναι τους στιχους ὑπο των Ἑλληνων ὡστε χρυσους αὐτους προσαγορευθηναι
9999958 συγγενεια
τοις πολεμιοις σχεδον , ἐξ οὑπερ γεγονεν ὁ πολεμος , συγγενεια ἀρχει μια δια τελους , ἡν ποτε κατεστησαν οἱ
γενησεται και νυν πανταχου γινεται : του , ὁση ἡ συγγενεια ἀνθρωπου προς παν το ἀνθρωπειον γενος : οὐ γαρ
9999958 ὑπεμεινα
, εἰ ἐγω μεν τα ἐργα των ὑπερ ὑμων πονων ὑπεμεινα , ὑμεις δε μηδε τους λογους αὐτων ἀνεξεσθε .
γιγνωσκειν ὑμας ἡγουμαι και αὐτους παρεσκευασθαι , οἱσπερ ἐγω πιστευσας ὑπεμεινα , ὁρων ὑμας και ἐν τοις ἰδιοις και ἐν
9999958 τελευτωσι
θασσους αἱ ἀπαλλαγαι : ἠν δε ὑστερον , σχολαιτεραι : τελευτωσι δε και ῥηγνυται ἡ γλωσσα : κἠν προσθῃς τον
' ὑγιες οὐδεν ἐχοντες της διανοιας εἰς ἀνδρας ἐκ μειρακιων τελευτωσι , δεινοι τε και σοφοι γεγονοτες , ὡς οἰονται
9999958 κατεφιλησεν
Ταυτα εἰπων ἐντιθησι τοις κολποις : ἡ δε ἐγγυς γενομενον κατεφιλησεν , ὡστε ὁ Δαφνις οὐ μετεγνω τολμησας ἀνελθειν εἰς
ἑκυρα ἡ μητηρ του ἀνδρος . ἐκυρσεν ἐπετυχεν . ἐκυσεν κατεφιλησεν τῳ στοματι : ἀφ ' οὑ και ἡμεις το
9999958 οἰκοδομιαις
ἑκαστον ἐν μερει και ῥυομενος και χειρα ὀρεγων και κοσμων οἰκοδομιαις την πολιν διατελεις , μη διαφθειρῃς πολλας και λαμπρας
ἐαν ὁ χαραξ , τουτεστιν το φοσσατον , ταφρῳ ἠ οἰκοδομιαις ὠχυρωται , ἐδοξε δε ἐν τῳ χαρακι εἰσελθειν τους
9999958 χρυσειοι
ἀρ ' ὠμοισιν βαλετο ξιφος : ἐν δε οἱ ἡλοι χρυσειοι παμφαινον : ἀταρ περι κουλεον ἠεν ἀργυρεον . Ἀπελλης
ἀρ ' ὠμοισιν βαλετο ξιφος : ἐν δε οἱ ἡλοι χρυσειοι παμφαινον , ἀταρ περι κουλεον ἠεν ἀργυρεον χρυσεοισιν ἀορτηρεσσιν
9999958 διαφορᾳ
: δια τι γαρ ὡς ἡ καθολου διαφορα τῃ καθολου διαφορᾳ μιγνυται , μη και το καθολου εἰδος τῳ καθολου
θεμενων και οὐδεμιαν ἐχει τοιαυτην φωνην σημαινουσαν αὐτο , τῃ διαφορᾳ φησι μη κεισθαι ὀνομα ἐν τῃ συνηθειᾳ , τουτ
9999958 δεινῳ
τοις ἑτεροις ἠ κατορθωσαντες πλειον ἑξειν ἠ σφαλεντες ἐν μηδενι δεινῳ ἐσεσθαι δια το συγγενες , καθ ' ὡν δ
την συγκρουσιν των φωνηεντων γραμματων , οὐ μαλα ἐπιτηδεια ἐστι δεινῳ λογῳ : πολλα γαρ [ τα ] ἐκ της
9999958 τετρακισχιλιων
τους ὁρους τους της Καρμανιας και της Περσιδος πλειοσι των τετρακισχιλιων και τετρακοσιων : σχεδον δη τι προς την δια
μετα ταυτα γενομενους εὐδαιμονας , ἐκδεκατευσαι τας οὐσιας οὐσας ταλαντων τετρακισχιλιων . Λευκολλος γαρ ὁ των καθ ' αὑτον Ῥωμαιων
9999957 Θεσσαλικων
Παραποταμιος . Παραυαιοι , ἐθνος Θεσπρωτικον . Ῥιανος ἐν τεταρτῳ Θεσσαλικων „ συν δε Παραυαιους και ἀμυμονας Ὀμφαλιηας ” .
. . Παραυαιοι : ἐθνος Θεσπρωτικον : Ῥιανος ἐν δ Θεσσαλικων συν δε Παραυαιους και ἀμυμονας Ὀμφαλιηας . καλουνται δε
9999957 κομιζουσι
ἐπειδαν δε ἀνηρ ἐρχηται παρα τον Τροφωνιον , κλιμακα αὐτῳ κομιζουσι στενην και ἐλαφραν . καταβαντι δε ἐστιν ὀπη μεταξυ
οὐν ἐσχηματισται : ἀρριχος λεγεται ὁ κοφινος , ἐν ᾠ κομιζουσι τους βοτρυς , και ἐξ αὐτου ἀρριχω και ἀναρριχω
9999957 ῥητορικου
Ἑρμογενους ὁρου πιπτοντας εὑρησομεν . ἐτι δε οὐ μονον του ῥητορικου ὁρου οἰκειος ἐστιν ὁ ὁρος , ἀλλα και τοις
δοκεις ἀληθη εἰρηκεναι : ἀλλα δη την του τῳ ὀντι ῥητορικου τε και πιθανου τεχνην πως και ποθεν ἀν τις
9999957 πεπονες
, κιναρα , και μαλλον ὁταν σκληροτερα γενηται , σικυοι πεπονες , μηλοπεπονες δ ' ἡττον . κολοκυνθη τουτων μεν
χυμον ψυχροι και ὑγροι ἱκανως τυγχανοντες και δυσπεπτοι . οἱ πεπονες δε ὡς πεπανσιν λαβοντες πολλῳ γ ' ἀμεινους :
9999957 δριμυτητος
Τἀναντια δ ' αὐ ὡδε ὁσα και εἰς ξηροτητα μετα δριμυτητος ὁ χολωδης αἱματικου πεπλεονεκτηκε χυμου και ταις μεν πεψεσι
ὠ Παφλαγων ] προς τον Κλεωνα . Γ ἐσκοροδισας ] δριμυτητος ἐνεπλησας . τον δακτυλιον ] την σφραγιδα , της
9999957 ἑλκουσι
ἠ ἡτταν ἐκ βιας ἐπιθυμιων , αἱ προσελθουσαι ἀγουσι και ἑλκουσι και οὐκετι ἐργα ἐωσιν εἰναι , ἀλλα παθηματα παρ
διογενεις δε τους θεους λεγει ὁτι ἐκ Διος το γενος ἑλκουσι : πατηρ γαρ ἀνδρων τε θεων τε ὁ Ζευς
9999957 συνηθες
ὀθονιων : ἐφεξης δε δι ' ἐλαιου τριβεσθω , καθοτι συνηθες ἠν αὐτῳ , κἀπειτα γυμναζεσθω πληθει μεν ἰσα γυμνασια
νυν κατα τον ἀρχαιον της διαλεκτου τροπον Οὐελια ὀνομαζεται . συνηθες γαρ ἠν τοις ἀρχαιοις Ἑλλησιν ὡς τα πολλα προτιθεναι
9999957 φλεγματωδεις
και τους ἀλλους ἁπαντας , ὁσοι τε μελαγχολικοι και ὁσοι φλεγματωδεις εἰσι και σπλαγχνων φλεγμονης ἐκγονοι : και γαρ οὐν
οὐδ ' ἐκφυσαν ἠ πινειν ψυχρον . γινονται δε και φλεγματωδεις ἐμετοι . και ὁσα δια γαστρος ἐκκενουται , ψυχροτερα
9999957 γλυκυτητος
εἰ και βραχυ , ἀλλ ' οὐν ἐχειν τι και γλυκυτητος , δηλον γε μην , ὁπερ ἐφην , ὁτι
δυο , μεστη χυλου , δριμεια μετα ποσης στυψεως και γλυκυτητος , ὑπερυθρος : ὁμοιως δε και ὁ χυλος ἐρυθρος
9999956 ποτερῳ
, ὁκως μηδε [ τον ] ἀσθενη λεληθῃ , ὡς ποτερῳ τουτων ἐνιαχου χρηστεον : εὐρυθμους δε ἐπιδεσιας και θεητρικας
εἰ και ἐξεστιν οὐχ οὑτως οὐδ ' ἐπι τοιουτοις , ποτερῳ δε προτερον χρηστεον , τῃ ἐνστασει ἠ τῃ ἀντιπαραστασει
9999956 συνελθουσης
τῳ κρατυναντι τον θηρα την δοραν δωσειν ἀριστειον ὑπεσχετο , συνελθουσης δε μετα των ἀριστεων και Ἀταλαντης της Σχοινεως ,
Ῥεας Σιλβιας , οὑτω καλουμενης Ἑστιακης παρθενου , τῳ Ἀρεϊ συνελθουσης , ὡς ὁ πολυς κατειχε λογος , ἐκ διδυμου
9999956 δριμεων
βλεφαρα καθευδειν μελλοντεϲ : ἀπεχεϲθωϲαν δε ὀξεων και ἁλμυρων και δριμεων . Ἡ μεν ϲκληροφθαλμια ϲκληροτηϲ και δυϲκινηϲια ἐϲτι του
συνιστανται . φειδεσθαι οὐν χρη της συνεχους ἐδωδης ἁπαντων των δριμεων , και μαλιστα ὁταν ὁ προσφερομενος αὐτα χολωδεστερος ᾐ
9999956 παραφροσυνη
νοσειν με κατα σε κριτην , ἐαν νοσημα ἐστι και παραφροσυνη και μανια το μισειν τους ἐμους ἐχθρους . .
, ἐμετος , και λειποψυχιη γινεται . Ἐπι αἱματος ῥυσει παραφροσυνη ἠ σπασμος , κακον . Ἐπι εἰλεῳ ἐμετος ,
9999956 ἐπραγματευσατο
κατηγορημενα . τουτο και Δημοσθενης ἐν τῳ περι του στεφανου ἐπραγματευσατο . ἐγκωμιον αὑτου ἠθελησεν γραψαι , και την ἀπολογιαν
κατα την οἰκιαν , εὑρον λογον γεγραμμενον πολυτελως , ὁν ἐπραγματευσατο προς τα πληθη , πεισων ἐξ ἁπαντων των πολιτων
9999956 ἀναποδιζει
την ἐναλλαγην ἐχων ἐπιτηδευσεται ψευδη και πλαστογραφιας . εἰ δε ἀναποδιζει τις αὐτων , δηλοι και κλοπας . εἰ δε
την Σεληνην , δηλοι κακιαν του ἐτους . ὁτε δε ἀναποδιζει ὁ κυριος τινος των κατα πηξιν τοπων ἠ των
9999956 ἀπολογια
ἡ ἀντιληψις , ἡ μεταθεσις της αἰτιας , ἡ πιθανη ἀπολογια : ἐχοντων οὐν ἀμφοτερων τα ἀπ ' ἀρχης ἀχρι
παριων ἐς Πελοποννησον τῳ λογῳ . ἡ γαρ ἐμοι προσηκουσα ἀπολογια τις ; οὐκ ἐθυσα οὐ θυω οὐ θιγγανω αἱματος
9999956 Τροφωνιος
κορωνην . λαβοντι δε αὐτῳ νεαν γυναικα κατα το μαντευμα Τροφωνιος γινεται και Ἀγαμηδης . λεγεται δε ὁ Τροφωνιος Ἀπολλωνος
το μαντευμα Τροφωνιος γινεται και Ἀγαμηδης . λεγεται δε ὁ Τροφωνιος Ἀπολλωνος εἰναι και οὐκ Ἐργινου : και ἐγω τε
9999956 κατελειπετο
παραγ - γελλειν τι , οὐδ ' ὡς οὐδεν ἀναρχον κατελειπετο , ἀλλα δωδεκαδαρχοις και ἑξαδαρχοις παντα τα καταλειπομενα διεκοσμειτο
δεκα : ἀφ ' ἑκαστης δε της πεμπαδος εἱς ἡμεροφυλαξ κατελειπετο : και ἑνα μεν ἐτι καθευδοντα ἀπεκτειναν , ἀλλον
9999956 διανοεισθε
ὀνειδιζειν τινα ὑμιν ὁτι οὐκ ὀρθως ζητε , οὐ καλως διανοεισθε : οὐ γαρ ἐσθ ' αὑτη ἡ ἀπαλλαγη οὐτε
. τι δ ' , εἰ γενοιτο οὑ ἑνεκα πραττειν διανοεισθε , ἰστε ὁτι συνοισει τουτο ὑμιν ; οὐδε τουτο
9999956 Πυθαγορικους
: εἰ αὐταρκειαν ἀσπαζῃ , φιλοσοφε , τι οὐ τους Πυθαγορικους ἐκεινους ζηλοις , περι ὡν φησιν Ἀντιφανης μεν ἐν
το δεχομενον αὐτην οὐκετι προσδιοριζουσιν , ὡσπερ ἐνδεχομενον κατα τους Πυθαγορικους μυθους , οἱς ἐκεινος μεν ἐχρητο πολιτικως , οὑτοι
9999956 ἀνεβοησεν
θαλασσης παρετασσετο : γενομενος δε κατα ἀλσος βαθυ και συσκιον ἀνεβοησεν ἐξανιστασθαι τους ἐγκαθημενους . οἱ πολεμιοι φοβηθεντες ἐνεδραν μεγαλην
Φιλωτεραν ἀποκτεινας ὡρμησεν ἐπ ' αὐτην ὡπλισμενος . ἡ δε ἀνεβοησεν : ὁ μητροφοντης ἐπι φονῳ πρασσει φονον . τουτο
9999956 κοπιδας
στροβεις σεαυτον , ζων κοχλιου βιον . εἰς ματρυλεια και κοπιδας και φαρμακα οἱαν ἀδικω γυναιχ ' ὁ δυσδαιμων ἐγω
τεταρτηι των Ἱστοριων . . . . . . : κοπιδας δε τας των λογων τεχνας ἀλλοι τε και ὁ
9999956 ἐχετωσαν
! ] ? [ ! ! ! ! ] μη ἐχετωσαν ? μητε [ ] ἀρετης στεφανον ? [ ]
ἡ ΒΓΔ της ΑΒ ἐφαπτεσθω κατα το Β , και ἐχετωσαν ἀντεστραμμενα τα κυρτα , και συμπιπτετω πρωτον ἡ ΒΓΔ
9999956 βελτιστην
το μελι : και σμυρναν την στακτην και ἀλλως ὡς βελτιστην τριψας λειην , διεσθαι του οἰνου του αὐτου παρεγχεοντα
ἱεραν οἱ ναυτιλλομενοι φασιν , καθιεναι , και ἐπι την βελτιστην ἀπονοιαν ὁρμησαντες , ἐτι τε και τολμαν και ἀμαθιαν
9999956 κατηγορῳ
Ἰωνιᾳ του Ἀπολλωνιου διαλεξεων στειλαι ὁμου χρημασιν , ἁ τῳ κατηγορῳ ἐπεδοθη . Τοιαυτα ἠκροβολισαντο προ της δικης , τα
Εἰκοτως ἀφηκας ἐμοι το προτερῳ γραψαι . τῳ μεν γαρ κατηγορῳ τουτο δεδοται , κατηγορω δε ἐγω : δει δε
9999956 ἐντυγχανει
δε ἐπι την θηραν του Καλυδωνιου καπρου ἐλθων , Εὐρυτῳ ἐντυγχανει και κτεινει τουτον ἀκων . Παλιν οὐν ὁ Πηλευς
ὑποστρεφῃ , ἐπι τα ὑψηλοτερα του κοσμου ἀνατρεχων ἀει κυκλοις ἐντυγχανει μειζονα του χειμερινου τμηματα ὑπερ γης ἐχουσι : και
9999956 Πυθαγορειος
, : ποσωι δε βελτιων Κελσου . . . ὁ Πυθαγορειος Νουμηνιος , ὁστις ἐν τωι πρωτωι Περι τἀγαθου λεγων
ἀν ἐφερε τῃ μεθοδῳ : ἐπει δε Πρωρος μεν ὁ Πυθαγορειος πολλα και σεμνα και θεοπρεπη περι ἑπταδος εἰπων οὐδεμιᾳ
9999956 δωρεας
σε και τον πατερα μη ἀδικειν ἡμας , ἀλλα λαβοντας δωρεας παρ ' ἡμων ἀπαγαγειν το στρατοπεδον και φιλους νομιζειν
τον μαγον γεγενησθαι : μη εἰναι μεντοι αὐτον ἀξιον της δωρεας ὡς μη ἀνῃρηκοτα ξιφει τον τυραννον : ὁμοιως δε
9999956 ναυμαχιαν
τις : ἀττα γαρ ὁ Φαλαρις ἠνωχλει τοις Ἀκραγαντινοις . ναυμαχιαν γαρ τοσαυτην και τυραννου ὠμοτητα οὐχι τῳ ἀττα ὀνοματι
προς ἱστοριας τελος εἰδεναι και γιγνωσκειν ὁτι την ἐν Σαλαμινι ναυμαχιαν ἐνικων οἱ Ἑλληνες κυνος ἐπιτελλοντος ; τι δ '
9999956 διαφορῳ
ἐλλειποντος ἠ πλεοναζοντος συμπτωματος , ὡς ἀλλασσομενης της συνδρομης , διαφορῳ θεραπειᾳ χρησασθαι ὀφειλει , ἀγνοων , ὁτι ἐπι μεν
δρακων τε , πυρ , ὑδωρ . ὁτι δε τῳ διαφορῳ της μορφης ἡ Θετις ὑπεκλεπτε τους προς τον Πηλεα
9999956 λαμπροτατα
οἱ παλαιοι ᾀδοντες και γραφοντες ποιηματα . ἠ τῃ Λητοι λαμπροτατα ὀμματα λεγει . παλιν δε φως ἐγενετο αὐτοις ἀπο
δει τα ἰδια ἐργα δια των ποιηματων και παραδιδοναι ἐπειτα λαμπροτατα . ἀλλως . ἐσοπτρον φησι των καλων ἐργων τον
9999956 ἐναυμαχησαν
. και τελος ἐκπλευσαντες εἰς Ὠρωπον ἀπαρασκευοι προς τους Πελοποννησιους ἐναυμαχησαν : κακως δε και την μαχην ἐνστησαμενοι και τον
και τριακοντα ἐπι τας των Ἀθηναιων δυο και τριακοντα ἀναγαγομενων ἐναυμαχησαν : και καρτερας γενομενης ναυμαχιας οὐκ ἐλασσον ἐχοντες ἐν
9999956 ἐλαττονες
πηχων ἑκκαιδεκα , καταργυρος ὠν ὁλος , οἱ δε τρεις ἐλαττονες ὀντες διαλιθοι κατα μεσον ὑπηρχον . Μετα τουτους ἐφεροντο
τῃ κατεψυγμενῃ ζωνῃ . Ἀναπαλιν δε τοις προς μεσημβριαν οἰκουσιν ἐλαττονες ἀει μαλλον και ἐλαττονες αἱ ἡμεραι γινονται . Παρ
9999956 θυγατερα
πολις ἐν Θεσσαλιᾳ . Τινες δε φασι την Κυρηνην Πηνειου θυγατερα γενεσθαι , κακως . Ἐνεμεν γαρ παρ ' αὐτῳ
δε κἀκεινο προς τουτοις , ὁτι ἀρα ἀπορων ἐκδουναι την θυγατερα , ἐδωκεν αὐτῃ προικα ἐχειν τα ἐπη τα Κυπρια

Back