ἀλλα θεοι δυοωσι πολυπλαγκτους ἀνθρωπους , ὁπποτε και βασιλευσιν ἐπικλωσωνται ὀϊζυν . ” ἠ , και δεξιτερῃ δειδισκετο χειρι παραστας
και ὠμους εἰρερον εἰσαναγουσι , πονον τ ' ἐχεμεν και ὀϊζυν : της δ ' ἐλεεινοτατῳ ἀχεϊ φθινυθουσι παρειαι :
9999728 Ἑλλαδ
τι παρα σου : και γαρ Ἀγαμεμνων πατηρ ἀδικως ἀθροισας Ἑλλαδ ' ἠλθ ' ὑπ ' Ἰλιον , οὐκ ἐξαμαρτων
θεου γ ' ἐξενευσας εἰκοτως . πασαν γε μισους ' Ἑλλαδ ' , ἡ μ ' ἀπωλεσεν . τι δητα
9999724 πεντεκαιδεκατῃ
, ὠχρον ἀπεχρεμψατο , και ῥεγχωδης ἠν , και τῃ πεντεκαιδεκατῃ , ἐμφρων δε παντα τον χρονον ἐων , ἐτελευτησεν
των Ὑαδων , τεσσαρεισκαιδεκατῃ τε αὐθις ἀστρον προσδυνει , τῃ πεντεκαιδεκατῃ τε Ὑαδων δυσις πελει , την ἑξ δε και
9999720 κρατηρ
ἐν δαιτι θεων , κισσοφοροις δ ' ἐν θαλιαις ἀνδρασι κρατηρ ὑπνον ἀμφιβαλληι . ἀχαλινων στοματων ἀνομου τ ' ἀφροσυνας
ὡστε κατα λογον τριτον τῳ Διι σπενδεται τε και ὁ κρατηρ τριτος τιθεται . Σοφοκλης Ναυπλιῳ και Διος σωτηρος σπονδη
9999714 δεκατῃ
προσταξει δεκατῃ μηνος ἀει . δια τι δε ἐν τῃ δεκατῃ ; ὡς ἐν τοις περι αὐτης λογοις ἠκριβωσαμεν ,
Συριᾳ και Φοινικῃ και Λιβυῃ και Αἰγυπτῳ ἀνεσιν ποιησαι , δεκατῃ δε ὡρᾳ και ἑνδεκατῃ ἐκλειπουσαν τοις παραθαλασσιοις τοποις θορυβον
9999704 Κυκλωπας
χρωνται νομοις . ὁ γαρ Ἀρισταρχος λεγει δικαιους εἰναι τους Κυκλωπας ἐκτος του Πολυφημου : φησι γουν περι αὐτων “
μ ' ὁ φορτος εὐφρων ἐπι κωμον ἠρος ὡραις ἐπι Κυκλωπας ἀδελφους . φερε μοι , ξεινε , φερ '
9999704 ἠκμαζεν
Λεπιδου πολεμιων : οὑς ὁτε ἐνθυμηθειεν Καισαρι συναλλαγησεσθαι , παμπαν ἠκμαζεν ὁ φοβος . Κικερων τε , ὁς τεως αὐτοις
Καισαρι δε ἐς την Ῥωμην ἐπανιοντι ἡ τε νοσος αὐθις ἠκμαζεν ἐν Βρεντεσιῳ μαλιστα ἐπικινδυνως , και φημη διηνεγκεν αὐτον
9999703 πλατανῳ
ὁδοιποροι δυο θερους ὡρᾳ περι μεσημβριαν ὑπο καυματος ἐνοχλουμενοι ὡς πλατανῳ περιετυχον ὑπο την αὐτης κλινθεντες σκιαν ἀνεπαυοντο . ἀναβλεψαντες
τῃ πηγῃ πλατανος : ὑπο ταυτῃ την ὑδραν τραφηναι τῃ πλατανῳ φασιν . ἐγω δε το θηριον πειθομαι τουτο και
9999701 Ἀργοναυτικα
οἱ δε μεσσαβα καλουσιν . οὑτως σχολιον εὑρον εἰς τα Ἀργοναυτικα , . , . . . . Αὐτως :
σημαινει τεταραγμενους , ὁλκους τας ἐκχυσεις . Ἀπολλωνιος ὁ τα Ἀργοναυτικα , . , . . . Ἀνταξιον : ἰσοτιμον
9999701 φιλονεικιᾳ
πιστιν ἐχωρησεν , ἱνα μη παντα αὐτος ἐνθυμουμενος και ἀποδεικνυς φιλονεικιᾳ τῃ προς Φιλιππον μαλλον δοκῃ λεγειν ἠ ὡς αὐτην
ἀγωνοθετων οὐκ ἐπ ' ἀνδραγαθιᾳ , ὑβρεως δε και στασεως φιλονεικιᾳ , και τον μαλλον πληκτην στεφανουμενον . και ταυτα
9999700 ξυνθημα
Πλατωνος στρατιωτην ἠ ἰστοριογραφος ἠ ποιητης ; τι γαρ ἀσπιδι ξυνθημα και βακτηριᾳ ; ποιας δε μαχης ἀριστεια Σωκρατης λαβων
ὀλωλαμεν . ἐπει γαρ ἡμας ηὐνας ' Ἑκτορεια χειρ , ξυνθημα λεξας , ηὑδομεν πεδοστιβει κοπωι δαμεντε , οὐδ '
9999700 ἐκινησε
αὐτου πληρωσωμεν . “ ἐπιτιθεασιν οὐν αὐτῳ τον γοργαθον και ἐκινησε διακλονουμενος . ὁ δε ἐμπορος ἰδων αὐτον ἐθαυμασε και
τοσουτον φειδονται των θηριων χρονον , ὁσον ἐτι παρασκευαζονται . ἐκινησε δε ἡμας οὐδεν , οὐδε ἀντιλαβεσθαι των πραγματων ἠναγκασεν
9999699 ἐκρατησε
μετα πολλης δυναμεως , ἐπειδηπερ ἀφεστωτας αὐτους ἐπυθετο , παντων ἐκρατησε , και τον ναον ἐνεπρησε τον ἐν Ἱεροσολυμοις ,
τε Ὠρειτων και των πλησιον τουτων ᾠκισμενων τῃ τε μαχῃ ἐκρατησε και τα ἀλλα καλως ἐδοξε τα ἐν Ὠροις κοσμησαι
9999699 κρατηρι
αὐτῳ : τουτον δε φησι την ψυχην ποιειν ἐν τῳ κρατηρι ἐκεινῳ . Του αἰτιου δε νου ὀντος πατερα φησι
πασσε , τα δε ποτα , ὁπου ἡ Ἑλενη τῳ κρατηρι μισγει φαρμακον νηπενθες τ ' ἀχολον τε , κακων
9999699 πρεσβειᾳ
πεποιθοτες ἐσμεν , ἀλλα το παν ἀνεθεμεθα τῃ δυνατῃ σου πρεσβειᾳ , της σης προνοιας και αὐθις ἐπιτυχειν ἐπελπιζοντες .
ποιουμεθα . Τουτων οὐδεν Αἰσχινης εἰπε προς αὑτον ἐν τῃ πρεσβειᾳ , ἀλλ ' ἀντι μεν της πολεως την Φιλιππου
9999699 σφοδροτητι
το λεπτον και την χαριν τῳ διηρμενῳ προς μεγεθος , σφοδροτητι δε την ἀφελειαν και τῃ τραχυτητι το μεθ '
διαχεομενον ῥᾳδιως , ὁ δε ἀνθραξ ἐπαναλισκει πολυ ὑπερτηκων τῃ σφοδροτητι και ἐξαιρων . ἐν δε τοις ῥειθροις συρεται και
9999699 πισυρες
* ζαμενες : λιαν ἰσχυρως * κοτεουσα : ὀργιζομενη * πισυρες : τεσσαρες * κοιλοι : ταπεινοι * ὑπενερθεν :
ἡβωωσα , τεθηλει δε σταφυλῃσι . κρηναι δ ' ἑξειης πισυρες ῥεον ὑδατι λευκῳ , πλησιαι ἀλληλων τετραμμεναι ἀλλυδις ἀλλη
9999698 ὑγροτητι
του ἀφανης ἠν . . Βρεχετο ] τα γαρ ἐν ὑγροτητι και ἀσθενεστερα . ὁσῳ δε μαλλον ἐξικμαζονται , τοσουτῳ
θερμοτητι ὡς ἐπι το πλειστον κεκραται , ἡ δε ἀρκτος ὑγροτητι και ψυχροτητι : τα δε ἀλλα χωρια , καθοσον
9999698 κεφαλαλγια
ὡν λυεται το νοσημα . και φησιν ὁτι ἡ τοιαυτη κεφαλαλγια ἠ δι ' ἐμπυηματων ἠ δι ' αἱμορραγιας .
φερεται ἡ γαστηρ και πλεον δια την ξηροτητα φερεται ἡ κεφαλαλγια , σπουδασον δια τροφης και ποματων αὐτην ἐπισχειν και
9999696 λαμβανω
τουτο αὐτο ἐπιδειξιν ἡγησαντο . ὁμως δε και αὐτος ἑτεραν λαμβανω ὁδον . ὁταν μεν γαρ εἰς ἐμαυτον ἀπιδω και
οὐτε ψευδος . εἰ δε τις λεγει ὁτι συμπεπλεγμενα αὐτα λαμβανω και λεγω ὁτι Σωκρατης υἱος ἐστι , Σωκρατης μελας
9999695 πληθη
Περγαμῳ ἐν ἱερῃ : συν δε τῳ Τελαμωνι ἀνειλε τα πληθη των ἐν τῃ Κῳ ἐθνων . ταυτης δε της
του θερους ἐπικειμενας τοις τους σταχυας τεμνουσιν . στιχες : πληθη , ταξεις . ἀμφιπετονται : περικεχυνται , περι ,
9999695 μελιτοϲ
δε Κρητικου ἠ δι ' ἑψηματοϲ καλλιον αὐτο ἀντι του μελιτοϲ ϲκευαζεϲθαι , ὁταν ᾐ το ῥευμα πανυ λεπτον :
, ὀροβινου ἀλευρου ⋖ ι : ξηρῳ χρω και μετα μελιτοϲ . ἐτι δε προϲ τα ῥυπαρα των ἑλκων ἡ
9999695 ἡγεμονικα
οὐτε το φρονειν ἐν μονῳ τῳ δικαιοπραγειν τιθεμενος . Τα ἡγεμονικα αὐτων διαβλεπε και τους φρονιμους , οἱα μεν φευγουσιν
γαρ εἰ ὁτι μαλιστα ἀλληλων ἑνεκεν γεγοναμεν , ὁμως τα ἡγεμονικα ἡμων ἑκαστον την ἰδιαν κυριαν ἐχει : ἐπει τοι
9999694 πεντεκαιδεκα
δρεπανηφορα διακοσια , ἐλεφαντες δε οὐ πολλοι , ἀλλα ἐς πεντεκαιδεκα μαλιστα Ἰνδοις τοις ἐπι ταδε του Ἰνδου ἠσαν .
, και σελινου σπερμα το ἰσον , και σηπιης ὠα πεντεκαιδεκα ἐπ ' οἰνῳ γλυκει κεκρημενῳ προσθειναι , και ἐπην
9999694 σκευοφορα
μετα τουτων ἐσθητα τε καλην και ἐκπωματα . και τα σκευοφορα των Ἑλληνων και ὁ ὀχλος ἀκμην διεβαινε , Ξενοφων
οἱ πολεμιοι τας σκηνας ὁρωντες και αὐτοι κατεσκηνωσαν και τα σκευοφορα τ ' ἐλυσαν και τους ἱππους ἀφηκαν ἐπι νομην
9999694 ἀκριβες
ἀποτισαι και ἁπαντα τα κλεινα και πατρια ἐργα ἐς το ἀκριβες ἀναγραψαι . νυν δε ἡ μεν εὐμενης και ἱλαος
διαθηκας ἀμφισβητουντες ὁμολογουμενως Νικοστρατῳ ἐπιτηδειοι ὀντες ἐτυγχανον , το μεν ἀκριβες οὐδ ' ἀν οὑτως , ὁμως μεντοι μαλλον εἰκος
9999694 ἐνεργητικη
Τυπεσθε , τυπεσθωσαν . Ἑνικα . Τυπτοιμι : πασα μετοχη ἐνεργητικη , το τελος της γενικης τρεψασα εἰς μι και
, προσθετεον , το συμβαν μνημης ἐτυχεν . εἰ δε ἐνεργητικη , το πραχθεν μνημης ἐτυχεν , ὁμοιως δε και
9999693 ἐμελλετε
, τα ἐσχατα παθειν , ἁτε δη και αὐτοι πραττειν ἐμελλετε , εἰ κατωρθωσατε ἁς πολλακις ἠλθετε ἐπ ' †
ὁτι ἐγγυτατα . . . : εἰς ἐννοιαν ἐλθοντες ὡν ἐμελλετε πασχειν ὑπο Λεσβιων μη μαλακισθεντες . . . :
9999691 δακρυουσα
περι λυσεως , ἡ γυνη συνεχως ἐντυγχανουσα τοις γραμμασι και δακρυουσα των ὀψεων ἐστερηθη , καταλιπων ὁ παις παρα τῃ
ὁσῳ θαλερωτερον , τοσουτῳ και γοητοτερον . ἐαν δε ἡ δακρυουσα ᾐ και καλη και ὁ θεατης ἐραστης , οὐδ
9999690 δασυς
ξηροτητος τοσουτον κεκακωμεναι , ὡς μη διαρθρουν τα λεγομενα . δασυς γουν ἠχος και φωνη δασεια λεγεται ἡ πεπαχυμενῳ τῳ
ὑπερβαινουσαν : Ἐπι το βημα ἀναβαινουσαν . Φορμισιος : οὑτος δασυς . αἰνιττεται δε το αἰδοιον . ἀντι του ὁτε
9999689 εὐφροσυνη
κατα την ἀνατολην του Κυνος ἀναβασις ἐσται κατα λογον και εὐφροσυνη τοις δημοις , και ὁ βασιλευς ἐπικρατησει , ἐν
Ἀφροδιτη κατα την ἐναλλαγην ἐν ἀποκλιματι , δηλοι ὡς ἡ εὐφροσυνη του την ἐναλλαγην ἐχοντος συγχυθησεται και βλαβησεται δια βρωματων
9999688 Ὀλυμπιοι
διθυραμβος τις οὑ ἐστιν ἀρχη : Δευτ ' ἐν χορον Ὀλυμπιοι ἐπι τε κλυταν πεμπετε χαριν θεοι , πολυβατον οἱ
μεταστησαι , ὡς και Ὁμηρος μνημονευει : ὁπποτε μιν ξυνδησαι Ὀλυμπιοι ἠθελον ἀλλοι , Ἡρη τ ' ἠδε Ποσειδαων και
9999688 Ἀττικα
ἐκ λαγονων σπειρας της μητρος εἰχεν , οὐπω την γλωτταν Ἀττικα φθεγγομενην , το σον δε ἀρα ἐκ τινος φυσεως
. ἁπαξαπασαι : ἀντι του πασαι . τα δε τοιαυτα Ἀττικα . μεταπειρωμενας : μεταβαινουσας , μεταβαλλομενας ἀπο πραγματος εἰς
9999687 ἐμπειριᾳ
σωφροσυνῃ μεμιγμενος ἐσται , ὁ δε του πρεσβυτερου συνεσει και ἐμπειριᾳ : και δια φυσιν γυναικι και ἀνδρι ἑτεροι λογοι
δε ἡμας εἰκος ἐπικρατησαι , πρωτον μεν πληθει προυχοντας και ἐμπειριᾳ πολεμικῃ , ἐπειτα ὁμοιως παντας ἐς τα παραγγελλομενα ἰοντας
9999686 πορευσῃ
Λαοδαμαντα . ” ἐϊσης προς ἰσον ἑκαστῳ διδομενης . εἰσθα πορευσῃ : “ εἰτε και ὑστερον εἰσθα θοας . ”
των πραττοντων γινεται . 〛 οὐδεποτε ζωντος ἐμου ] οὐτε πορευσῃ οὐτε γραψῃ . οὐκ ἐστι παρα ταυτ ' ἀλλα
9999686 Ὀδυσσευς
της τρυγονος και μετα θανατον : ἐξ αὐτου γαρ και Ὀδυσσευς ἀπωλετο . οὐ ξιφιαι : περισσον το πρωτον οὐ
Κρητης ἐποικοι γεγονασιν , ὡς φησιν Ὁμηρος : λεγει γουν Ὀδυσσευς προς Πηνελοπην „ ἀλλη δ ' ἀλλων ” γλωσσα
9999685 ἡλικες
ὠ πιστων πατερων πιστα ἐμοι τεκνα , πιστοι υἱοι , ἡλικες τε και ἰσηλικες της ἐμης ἡλικιας , τινα πονον
, εὐταξιας . μεμηλοτες : φροντιζοντες , φροντιδα ἐχοντες . ἡλικες : συνομηλικοι . Κλητοι : καλεστοι . αὐτομολοι :
9999685 ἐφυλαξεν
Λυκοθοας Λυκοθοαντος ὠ Λυκοθοαν , του γαρ Θοας την κλισιν ἐφυλαξεν , και παλιν παμμελας παμμελανος ὠ παμμελαν , τριταλας
δικαιοσυνην , ἐλεγχου δε ποιησας κυριους ὁμως αὑτῳ το λοιπον ἐφυλαξεν , ὁπως ὁποσον ἀφησει , ἁπασιν εἰη καταφανες .
9999685 κραμα
πονων λιμος και το διψος ἱκανον ὀψον ἐστιν και γλυκυ κραμα , και στερροτερα τε τα σωματα σφισι γιγνεται και
τινων ἐπιφωνησεων κρυπτων ἑνωσας το παν οὑτως εὐ μαλα διεκινησε κραμα , ἑως ἐπεγελασε τις ὑλη τῳ μιγματι λεπτοτερα τε
9999685 ἠρεσκετο
παις . Βασιλευων δε Σκυθεων ὁ Σκυλης διαιτῃ μεν οὐδαμως ἠρεσκετο Σκυθικῃ , ἀλλα πολλον προς τα Ἑλληνικα μαλλον τετραμμενος
βλεπειν . οἱσπερ και ὁ Σεβηρος ἀγγελλομενοις οὐ πανυ τι ἠρεσκετο , ἀλλ ' ἐπαχθης ἠδη και βαρυς κἀκεινῳ ἐγενετο
9999684 ἐρωτικη
τα μετρα ἀπονεμει , ὡς ἀν εἰποις , ἡ ἐσχατη ἐρωτικη φιλια αὑτη ἐστιν ἡ δια των σωματων . Το
δυνανται εἰναι : ἰσως οὐν και δια τουτο θειοτερα ἡ ἐρωτικη . Το δ ' ὑπερβατον τουτο ἐστιν : ἐστι
9999683 μνα
οὐ μετριωϲ ἐξαλλαϲϲεται κατα την τηϲ ὑληϲ διαφοραν . Ἡ μνα ὀνομα ϲταθμου ἐχει οὐγγιαϲ ιϚʹ , ⋖ ρκηʹ ,
τε και νεαν “ συναπτε . εἰρηται , ὁτι ἡ μνα ἐχει ἰταλικους στατηρας μʹ , οὐγγιας κʹ . οὐκ
9999683 ἐδακρυσεν
ἀν εὐνους και δικαιος πολιτης ἐσχε την γνωμην οὐδ ' ἐδακρυσεν , οὐδ ' ἐπαθεν τοιουτον οὐδεν τῃ ψυχῃ ,
μητερα και ἀδελφους και την ἑαυτου γυναικα αἰχμαλωτους γεγενημενους , ἐδακρυσεν , ὡσπερ εἰκος . ὁ δε Κυρος ἰδων αὐτον
9999683 μαντικῃ
το ἀν ἐχῃ φερομενος ἐξ οἰκου . Ὁρκιοισι δε και μαντικῃ χρεωνται τοιῃδε . Ὀμνυουσι μεν τους παρα σφισι ἀνδρας
προσορμισαμενος τῃ Λεσβῳ . φασι δε ἐνταυθα ποτε τον Ὀρφεα μαντικῃ χαιρειν , ἐστε τον Ἀπολλω ἐπιμεμελησθαι αὐτον . ἐπειδη
9999683 στυπτηρια
ἐπιχρισθεις γλυκει , ἀνηθου σπερματος κεκαυμενου ἡ τεφρα καταπλασσομενη , στυπτηρια σχιστη λεια συν ὀξει , στυπτηρια ἡ ὑγρα μετ
το τεταρτον μερος , διακλυζομενων των πεπονθοτων , ὑγρα τε στυπτηρια . πεπερι δ ' ἐντιθεμενον τῳ διακενῳ του ὀδοντος
9999682 μικροτητι
ἀναλογιᾳ νομιστεον και το ἐν τῃ ἀτομῳ ἐλαχιστον κεχρησθαι : μικροτητι γαρ ἐκεινο δηλον ὡς διαφερει του κατα την αἰσθησιν
ἀναλογιᾳ νομιστεον και το ἐν τῃ ἀτομῳ ἐλαχιστον κεχρησθαι : μικροτητι γαρ ἐκεινο δηλον ὡς διαφερει του κατα την αἰσθησιν
9999682 κρατερῳ
θεοειδης μαρναμενος Περσων πολιας και τειχεα μακρα ἀγχεμαχων διεπερσε πυρι κρατερῳ τε σιδηρῳ , νωλεμεως δ ' ἐδαμασσε πολεις τε
ἀρα οἱ φρονεοντι παριστατο Φοιβος Ἀπολλων ἀνερι εἰσαμενος αἰζηῳ τε κρατερῳ τε Ἀσιῳ , ὁς μητρως ἠν Ἑκτορος ἱπποδαμοιο αὐτοκασιγνητος
9999682 πλανη
Συρακουσιος ἐστι . δοκει δε τισιν , ὁτι και ἡ πλανη του Ὀδυσσεως περι Σικελιαν που γεγονε . διαγ '
ῥηματικα ἀλλα παρωνυμα , ἀπο γαρ του πεδη πεδητης και πλανη πλανητης και κομη κομητης , οὑτως και παρα το
9999681 εὐκτικα
αων ἐκφερουσι : νυμφαι νυμφαων , πυλαι πυλαων . Τα εὐκτικα του πρωτου ἀοριστου δια του εια προφερουσιν , οἱον
τα γαρ της πρωτης συζυγιας και τριτης των περισπωμενων ῥηματων εὐκτικα δια της οι διφθογγου λεγεται , οἰον τελοιη :
9999681 βακτηρια
Συκινη μαχαιρα : ἐπι των ἀσθενεστατων και εὐτελων . Συκινη βακτηρια : και : Συκινη ἐπικουρια : ἐπι των ἀσθενως
αἱ δε δη Λακωνικαι ᾠχοντο μετα σου κατα τι χἠ βακτηρια ; ἱνα θοἰματιον σωσαιμι , μεθυπεδησαμην μιμουμενη σε και
9999681 κολακειᾳ
τἀλλα οὐ καρτα φρενηρης τις ὠν , ἀλλ ' ἐν κολακειᾳ δεσποτικῃ τεθραμμενος , οὑτως ἐξεκαυθη και συνεταραχθη προς της
δε κολαξ Σωσιπατρος ἀνθρωπος γοης . διαβοητος δε γεγονεν ἐπι κολακειᾳ και ὁ Ἀθηναιων δημος . Δημοχαρης οὐν ὁ Δημοσθενους
9999681 δρομημα
: ἐγενηθη δε τις ὡρᾳ νυκτερινῃ τριτῃ . το δε δρομημα της Σεληνης ἐστι μοιρων ιβʹ ∠ ʹ ιεʹ .
μοιρᾳ ζʹ , Σεληνη Παρθενου μοιρᾳ λʹ : ἑως ὀψε δρομημα μοιρων ιδʹ ιεʹ . το δ ' ἐκ της
9999680 να
τροπικον , ἡ δε ΖΕ περιφερεια των ἀποδεδειγμενων μοιρων κγ να ἐγγιστα . και ὁλη μεν ἀρα ἡ ΖΕΔ περιφερεια
. . . . . . . Ζυγου ι νο να Ϛʹ βʹ ὁ ἐν τῳ σφυρῳ του αὐτου ποδος
9999680 θαλαττιῳ
τρια μερη διαιρεθεισας , ἐγχυτεον : και την κοιλιαν ὑδατι θαλαττιῳ ἠ μυρτων ἀφεψηθεντων τῳ ὑδατι θερμαντεον . και πολιου
. και ἀψινθιον , ἠ σικυου ἀγριου ῥιζα βραχεισα ὑδατι θαλαττιῳ , και ῥανθεισα , ταυτας διαφθειρει . Διαφθειρει δε
9999680 σημειωδες
οὐν ἐπι τῳ στοματι νησιδια ἐχοντα το εὐπεριγραφον τε και σημειωδες οὐ φαυλως στηλαις ἀπεικαζοι τις ἀν : ὡς δ
. το μεν γαρ παντας ἠ πολλους ὑπολαμβανειν ἐχειν τι σημειωδες και των μελλοντων προμαντευμα τα ἐνυπνια παρεχεται πιστιν ὡς
9999680 ἐξηνεγκαν
προυτιμησαν ὑμνοπολων , δι ' ὡν μελη και χορους ἀνθρωποις ἐξηνεγκαν . λογισασθε δε ὡς , ὁπου ποτ ' ἀν
, οὑτως ἠδη παντας ὁσους οἱοι τε ἠσαν παραλαβοντες πολεμον ἐξηνεγκαν , μικρα μεν των ὁρκων και των ξυνθηκων φροντισαντες
9999680 Ἀντωνιῳ
ἐφαινοντο και ἀλληλαις προσεπλεον : και των ῥαβδουχων ὁ ἡγουμενος Ἀντωνιῳ , κατα την πρῳραν , ὡσπερ ἐθος ἐστιν ,
ἐν δε τοις τραχεσιν ἀνθ ' ἱππεων πεζοι διαμαχονται . Ἀντωνιῳ δε χαλεπην την στρατειαν ἐποιησεν οὐχ ἡ της χωρας
9999680 ἀφεψηματοϲ
χρηϲτεον φαρμακοιϲ , οἱον ἐϲτι το ϲιτινον ἀλευρον μετα ἰϲχαδων ἀφεψηματοϲ και ἐλαιου το τε δια γυρεωϲ και το δια
, ἐπαλειπτεον τῳ ναρδινῳ , πυριᾳ δε χρηϲθαι δι ' ἀφεψηματοϲ μελιλωτου τε και τηλεωϲ . παχεοϲ δε ὀντοϲ του
9999680 Σκυλλα
' ᾡ ἐστι κατω ἡ καλουμενη Χαρυβδις , ἡ δε Σκυλλα παλιν ἐν τῃ Ἰταλιᾳ ἀντικρυ του Πελωρου . αὑτη
ἐνεβαλε φαρμακα τῃ πηγῃ , ἐφ ' ἡς εἰωθει ἡ Σκυλλα λουεσθαι , και ἀπεθηριωσεν αὐτην εἰς θηριον ἑξ κεφαλας
9999680 ἀνωτατω
τῳ θεῳ , αἱ δε ἀνθρωποις , θεῳ μεν αἱ ἀνωτατω και μεγισταιἱλεως γαρ οὐ γινεται τοις οὑτως ἀσεβουσιν ,
προ κατηγοριας και ἀπολογιας ἠδη τῃ ψυχῃ κατεγνωκοτος και τας ἀνωτατω τιμωριας ὡρικοτος ἐπ ' αὐτῳ . χαλεπον δ '
9999679 Φαρναβαζος
ὁπως προς ἀλληλους ὡς πλειστον χρονον διαφερωνται . ὁθεν ὁ Φαρναβαζος διαλαβων εὐ λεγειν τον Ἀλκιβιαδην , παλιν τον στολον
εἰπων τῳ Φαρακι ὡς ὀκνοιη μη ὁ Τισσαφερνης και ὁ Φαρναβαζος ἐρημην οὐσαν καταθεοντες φερωσι και ἀγωσι την χωραν ,
9999679 πλεονασμῳ
. , . . . Ἀρεπυιαι : Ἁρπυιαι , και πλεονασμῳ του ε Ἀρεπυιαι . οὑτως Ἡρωδιανος ἐν τοις Περι
χρονικον ἐπιρρημα και ἀναφορικον ἠν το ὁτε , ὁ δη πλεονασμῳ του υ , κατα μεταθεσιν του ο εἰς το
9999679 τριοδῳ
δε πεπλανησθαι , ἐπειδη δοκει ὁ ἀπ ' εὐθειας ἐν τριοδῳ παραγενομενος ἀπορειν , ὁποιαν ὀφειλει βαδισαι . ἠ με
' ὑπο πληγῃσι θοας βεμβικας ἐχοντες ἐστρεφον εὐρειῃ παιδες ἐνι τριοδῳ . Κεινων ἐρχεο , φησι , μετ ' ἰχνια
9999679 κελευσε
νομευσι . Τοὐνεκ ' ἀρ ' ᾑσιν ἑκαστος ἐνι κλισιῃσι κελευσε νηας ἀμοιβαιῃσι φυλασσεμεν ἀχρις ἐς ἠω , μη σφεας
ἐσημειωσατο : ἡγεμονες δε μαλιστα δαημονες ἐστιχοωντο νωλεμεως πολεμονδε , κελευσε δε οἱσιν ἑκαστος ἡγεμονων , οἱ δ ' ἀλλοι
9999679 ἁρμονικη
κιθαριζει , ὁ δε πολιτευεται . ἡ δε γεωμετρικη και ἁρμονικη και ἀστρολογικη θεωρητικαι : οὐτε γαρ πραττουσιν οὐτε ποιουσιν
οὐκετι δε και τῃ γεωμετρικῃ . ἰδιον δε ἐχει ἡ ἁρμονικη το ὑπο μεσου και συναμφω των ἀκρων εἰναι διπλασιον
9999677 κοινωϲ
ὁ χιτων και παχοϲ ἑτερον ἐπικτητον λαμβανει . βοηθηματα δε κοινωϲ και τοιϲ ἀμβλυωττουϲι ϲυντιθεται ἐκ τηϲ αὐτηϲ ὑληϲ ,
ὑδριαϲ ε ἠ Ϛ δια μελικρατου κυαθων γ ποτιζε : κοινωϲ δε και των προϲ δυϲπνοϊκουϲ ἀναγεγραμμενων αὐτοιϲ ἁρμοϲει τινα
9999677 ὠλετο
βασιλευεν . ἀλλ ' ὁ μεν ὠλεσε λαον ἀτασθαλον , ὠλετο δ ' αὐτος : τῃ δε Ποσειδαων ἐμιγη και
δυσσεβει . Οὐ γαρ τι δουλος . ἀλλ ' ἀδελφος ὠλετο . Πορθων δε τηνδε γην : ὁ δ '
9999677 ἐρρωτο
ἠν , ἐφηβου δε ἀρτι ὑπαπῃει και την ὡραν ἐτι ἐρρωτο . σωφρονουντι δε αὐτῳ μητρυια ἐρωσα ἐνεκειτο και χαλεπον
κυριῳ . και ἡ τροφος εὐθυς ἀνειστηκει και ἀπηντα και ἐρρωτο και ἠν ἁπερ εἰκος ἐν τοις τοιουτοις . ἐπειτα
9999677 θυμια
ὡς πλειστον ἐπι ἀνθρακιην , και περικαθισας αὐτην και περιστειλας θυμια , φυλασσομενος μη κατακαυσῃς . Ἠν δε γυνη μη
ὁ φιαλας ἐξ ἱερων ὑφαιρουμενος , ὁ στεφανους , ὁ θυμια - τηρια και ὁσα τοιαυτα [ εἰδικα ὀνομαζων ἀπολογησεται
9999677 ἐστεφανωσε
ἀνεσειεν ἐπιδεικνυς . ὁ δε ἡσθη μαλιστα και τον λοχαγον ἐστεφανωσε και πλεοσι των ἀθλων ἐδωρησατο πεντε και εἰκοσι μυριασιν
τον πατερα ἀναζητειν χρη . Ὁτι Ἀλεξανδρος τον Ἀχιλλεως ταφον ἐστεφανωσε και Ἡφαιστιων τον του Πατροκλου , αἰνιττομενος ὁτι και
9999677 ἐμοιο
ἐνθα τε Μινως ἐννεωρος βασιλευε Διος μεγαλου ὀαριστης , πατρος ἐμοιο πατηρ , μεγαθυμου Δευκαλιωνος . Δευκαλιων δ ' ἐμε
οὐ μα Ζην ' , Ἀγελαε , και ἀλγεα πατρος ἐμοιο . και Δημοσθενης : μα τους ἐν Μαραθωνι προκινδυνευσαντας
9999677 λιγνυς
, ἐλλυχνιον ἀναψαι και ἀποσβεσαι ὑπο τας ῥινας , ὡς λιγνυς και αἰθαλος εἰσιῃ : και πισσαν και καστοριον και
ἐλασσον , λαδανον μετριως , κλινοποδιον , κοκκυμηλεας κομμι , λιγνυς ἁπασα , λωτος το δενδρον , μαστιχη , μελανθιον
9999677 δουλα
καθεστηκ ' οὐς ' ἐλευθερων ἀπο : τα βαρβαρων γαρ δουλα παντα πλην ἑνος . ἀγκυρα δ ' ἡ μου
κρειττω και ἀμεινω δεσποζοντα , τα δε ἡττω και χειρω δουλα : των οὐν αὑτου τα δεσποζοντα ἀει προτιμητεον των
9999677 μεμνημεθα
τῃ σαυτου δοξῃ περιθεις . ἀει μεν οὐν σου και μεμνημεθα και συν ἐπαινοις , το γραφειν δε ἡμιν ὑπο
ὑπο σεισμου , ὁς αὐτοις ἐτυχε μεγιστος γε δη ὡν μεμνημεθα γενομενος , ξυμπεπτωκυιαν ἐκπορθει , των ἀνθρωπων ἐς τα
9999677 χαιρετε
ἑστια πατρῳα και δαιμονες οἱ κατεχοντες τουτον τον τοπον , χαιρετε . ὡς δε ταυτ ' εἰπεν , ἡμεις μεν
λικμητου δεκατευεται : ἀλλα και οὑτως , ἡρῳσσαι , Λιβυων χαιρετε δεσποτιδες . Ἠριον εἰμι Βιτωνος , ὁδοιπορε : εἰ
9999677 Κενταυρῳ
ἀνεῳξε . τουτον γαρ μυθολογουσι το παλαιον Διονυσον παρατεθεισθαι τινι Κενταυρῳ , και προσταξαι τοτε ἀνοιξαι ὁταν Ἡρακλης παραγενηται .
συνηθειαν τον δεσποτην αὐτον κεκληκεν , εἰπων ἐν Δραμασιν ἠ Κενταυρῳ ἀνοιγετω τις δωματ ' : αὐτος ἐρχεται . δουλος
9999676 ἠριστευσε
φασι τελευτησαι κατιοντα εἰς Πελοποννησον . Ἐχεμος : προσυπακουστεον το ἠριστευσε : την δε παλην ἐνικησεν Ἐχεμος Ἀρκας το γενος
ὁ δε παλᾳ κυδαινων Ἐχεμος Τεγεαν : ὁ δε Ἐχεμος ἠριστευσε παλῃ κυδαινων , ὁ ἐστι δοξαζων την πολιν αὐτου
9999676 ξυνηθες
ἀνιῳτο ἡ παις εἰ μη ἑξει ἐν τῳ οὐρανῳ το ξυνηθες ἐκεινο και ὁπερ ἠγαπα κυνιδιον . ταυτα οὐχ ὑβρις
σιωπην τοσαυτην ἐν τῃ στρατιᾳ και ἠρεμιαν ὁρωντες παρα το ξυνηθες ἐθαυμαζον τε το πραγμα και ἐς διαφορους λογισμους και
9999676 χρυσοειδες
οἰκηματα . ἑλιχρυσοιο : εἰδος φυτου , οὑ το ἀνθος χρυσοειδες . ὡς ἀπο γυμνασιοιο καλον : ὑγιεινον γαρ ἐστιν
γομφοις ] ἐν καρφιοις . . ἡλοις . λαμπρον ] χρυσοειδες . ἐκκρουστον ] καταπληκτον τῃ αἰγλῃ . . φερει
9999676 πηλικοτητι
ὁ μεν γαρ κατηγορος ἀει τοις πεπραγμενοις ἰσχυριζομενος ἐν τῃ πηλικοτητι και τα λειποντα ὑπο του πεπραγμενου δειξει περιεχομενα και
: προβολῃ ῥητου , διανοιᾳ , περιεχοντι και περιεχομενῳ , πηλικοτητι , προς τι , γνωμῃ νομοθετου , γνωμης αἰτησει
9999676 ἀηδονα
, ἡκε το θαττον ἡμιν : και γαρ ἀτοπον την ἀηδονα μεν πανταχου φερομενην ὁραν , την δε σην εὐψυχιαν
ἐρεω , νοεουσι και αὐτοις : ὡδ ' ἱρηξ προσεειπεν ἀηδονα ποικιλοδειρον . ἀπο δε φυτων : ὡς ἐχει το
9999676 οἰνομελιτοϲ
των πτερων και των ποδων και οἱ τηκολιθοι δι ' οἰνομελιτοϲ ἐν τῃ του λουτρου θερμῃ δεξαμενῃ διδοϲθωϲαν και τα
με ἰατροϲ και τοιϲ χρονιοιϲ κωλικοιϲ αὐτην ἐδιδου δι ' οἰνομελιτοϲ , τινεϲ δε και τοιϲ ϲυναγχικοιϲ αὐτην διδοαϲι πινειν
9999676 βραχυτητι
οὐχ ὁμοιως ἰσχυροι : και ἐκ των προσειλων ἁμα τῃ βραχυτητι πυκνοτεροι τε ἐκεινων και ἰσχυροτεροι γινονται . Χαιρει δε
οἱ των θεων . εἰ δ ' ὁ χρονος τῃ βραχυτητι λυπει , φερετω παραμυθιαν ὑμιν Ἀλεξανδρος ὁ Διος .
9999676 ἐγραψεν
Αἰθωνος . φλυαρει δε και το γραφαις : οὐ γαρ ἐγραψεν Ὀδυσσευς , ἀλλ ' ἀπελθων εἰς Ἰθακην ἀγνωστος ἐλεγε
κριθεντα και ἑαλωκοτα ὁτι δει κολαζειν ἐγραψεν , ἠ αὐτος ἐγραψεν κρισιν εἰ πεποιηκεν ἠ οὐ και εἰ δικαιως ἠ
9999676 Κιμωνα
. . . , : Ἐπειτα δυνατωτεροι γενομενοι και τον Κιμωνα τοις Σπαρτιαταις οὐκ ἠρεμα προσκειμενον ὁρωντες ἠχθοντο . Και
' ἐαν κεισθαι και πατηθηναι το φρονημα της Σπαρτης , Κιμωνα φησι Κ . την της πατριδος αὐξησιν ἐν ὑστερωι
9999676 ἀκολουθιᾳ
μεν ἐτι , τῃ δε μεχρι νυν ἀπο των προγονων ἀκολουθιᾳ καλως οἰωνιζεται . Τι προς ταυτα λεγεις , θεσπεσια
Ἀμαληκ ἐμπαλιν του ἀσκητου ” την οὐραγιαν κοπτειν ” , ἀκολουθιᾳ φυσεως : ἐχθρα γαρ | τα ἐναντια και τον
9999676 σπαργανα
λουουσαν παιδιον ἐν σκαφῃ , και πρωτον μεν ὑπολυουσαν τα σπαργανα , εἰτα ἐκ του λουτρου κατειλουσαν αὐτο , παραφυλαξας
γενετας και σος † ἀμαθης † οἰωνοις ἐρρει συλαθεις , σπαργανα ματερος ἐξαλλαξας . μισει ς ' ἁ Δαλος και
9999675 Ξανθιππην
αἱ ἐν Αἰτωλιᾳ πολεις ὠνομασθησαν . Πλευρων μεν οὐν γημας Ξανθιππην την Δωρου παιδα ἐγεννησεν Ἀγηνορα , θυγατερας δε Στεροπην
ἀποριᾳ δυο γυναικας ἐχων ἐν ταὐτῳ οἰκιδιῳ συνουσας αὐτῳ , Ξανθιππην τε και Μυρτω , την μεν ἑταιριστριαν , την
9999675 τρισκαιδεκατῳ
και ὀνομα αὐτῳ θεσθαι Ἰσσαχαρ . Και παλιν Λειαν τῳ τρισκαιδεκατῳ ἐτει , μηνι δεκατῳ υἱον ἀλλον τεκειν ᾡ ὀνομα
διχα του ι . Λαμπετεια , πολις Βρεττιας . Πολυβιος τρισκαιδεκατῳ . το ἐθνικον Λαμπετειατης ἠ και Λαμπετειανος τῳ ἐπιχωριῳ
9999675 ἐξεθετο
ὠδυνατο . Ἐν τουτῳ τῳ τμηματι ὁ Ἱπποκρατης και φυσικους ἐξεθετο λογους και θεραπευτικους ὀδυνων . τοιγαρουν ὑποτιθεται νοσημα ,
συνεπισχυσει . Ταυτα παντα και ὁ Ὠριων ἐν τῳ βιβλιῳ ἐξεθετο . Ἐπει δε τινες φθονῳ φερομενοι ἠ ἀπειριᾳ μονομερως
9999675 ῥητορες
ἐδικασε : και εἰ ἁλῳ , ἀτιμος ἐγινετο . Ἐθαδες ῥητορες . Οἱ ἐξ ἐθους παρενοχλουντες . Ἐπιστατης . Οὑτος
' ἐαν τις ἐξαμαρτανῃ , κολαζουσιν : οἱ δε ὑμετεροι ῥητορες τρυφωσι . Παλιν την βουλην τους πεντακοσιους ὑπευθυνον πεποιηκεν
9999675 σφαλμα
Δημοκριτον και διχα ἰησιος : εἰ δ ' ἀρα τι σφαλμα φυσιος ἠ καιρου ἠ ἀλλη τις αἰτιη γενοιτο ,
δε του ἐξελκυσμου , ἡ ἐντασις ἀνιεσθω , το δε σφαλμα ὡς ὁτι ταχιστα συντελεισθω προς την του ἀρθρου ἐμβολην
9999675 ἀπαλλαγεισα
οἰκων ἀναφωνει και ἀνυμνει , των πολεμικων καματων ἐξ ἀπροσδοκητου ἀπαλλαγεισα και δια την σην δυναμιν ἐλευθερον βλεπουσα . ἀλλως
ἀνδρος ἀπο των του σωματος ἡδονων και παθηματων , ὁταν ἀπαλλαγεισα του περι ἐκεινο ταραχου , και ἐπιστρεψασα εἰς ἑαυτην
9999675 ἐκομιζετο
εἰ τερπομενος οἱς ἐπραξας και οὐδε παυσομενος . οὑτω τις ἐκομιζετο δια των γραμματων του πεποιηκοτος ἡδονη . πως οὐν
ἀνεθετο ὡς αὐθις βασανισων . μετα τρεις ἡμερας την Ἐπιχαριν ἐκομιζετο ἐν φορειῳ , ἡ δε λυσαμενη την ζωνην ἀπεβροχισεν
9999674 θρασυς
σωτηριας το προς χαριν ὑμιν λεγειν και πολιτευεσθαι , ἀσφαλως θρασυς ἐστιν : ὁστις δ ' ὑπερ του βελτιστου πολλα
δε κατα την ὑπερβολην τεταγμενος τα μεν πολλα εἰωθε λεγεσθαι θρασυς , νυν δε τινας δυο λεγει τους ὑπερβαλλοντας ,
9999674 ἐκωλυετο
ὑπερ εἰρηνης . Προτερον μεν γαρ και αὐτο τουτ ' ἐκωλυετο ὑπο τινων , οἱς ἠν τουτ ' ἐπιμελες ,
ἀποδρασασα ἐκ της του οἰκοδεσποτου δουλειας ᾡ ἐδουλευεν , ἐπει ἐκωλυετο ἐξελθειν ἱνα μη ἰδοντες οἱ συμβασιλεις ἁρπασωσιν αὐτην :
9999674 εὐνοιᾳ
„ νυν σοι καιρος „ ἐφη ” τελος γενναιον ἐπιθειναι εὐνοιᾳ τε και ὑπηρεσιᾳ ἡν προς με ἐπεδειξω , ἐμοι
ὁτ ' ἀν ὁ ἐνισταμενος διαβαλλῃ λεγων , ὁτι οὐκ εὐνοιᾳ οὐδε τῃ χαριτι περι την πολιν ἐπι το πεισαι
9999673 ἐφυλαττετο
ὁτε και ἐκνικαται ἐμπεσειν ἐς την ταφρον , ἡν τεως ἐφυλαττετο . Ἡγημων ἐν τοις Δαρδανικοις μετροις περι Ἀλευα του
. ταυτα δε προτερον μεν εἰς τας του πολεμου χρειας ἐφυλαττετο , και ἐκαλειτο στρατιωτικα , ὑστερον δε κατετιθετο εἰς
9999673 ἐπηγγελλετο
, πριν εἰς ἀστυ το δεινον εἰσιεναι , διαλυειν ὑμιν ἐπηγγελλετο , ποτερος ἀν , ὠ παροντες , ἡδιων ἐφανη
μεν νεωτεριζουσι λογῳ χαλεπος ἠν , τοις δε δημοταις ἐλευθεριαν ἐπηγγελλετο , ᾡ και πιστευσας ὁ δημος ἀπαρασκευος ἠλπιζε τα
9999672 θαυμαστη
ἡ πηρα ἀργυρη . . . ΘΑΥΜΑ ΙΔΕΣΘΑΙ . Ἠγουν θαυμαστη εἰς το ἰδεσθαι και θεασασθαι αὐτην τινα . .
οὐδε προς αὐτην την προσοψιν ἀντισχειν , οὑτω μοι δοκει θαυμαστη τις εἰναι και κρειττων ἠ κατ ' ἀνθρωπον .
9999671 δρατω
ἁ λεγουσι . . πιθοιτο ] τοις ἀρχουσι . . δρατω πολις ] λειπει το κακως , ἱν ' ᾐ
† ὀλιγον μηδεν ] οὐδεν μελει ] † φροντις ἐστι δρατω ] † πραττετω ὁ βουλεται κρατειτω ] ἀρχετω τονδε

Back