τεκος οὐκ ὠφειλεν ἀπο του ἐλαττωματος προσφωνειν . . . ἀργεσταο Νοτοιο : του λεγομενου λευκονοτου . . εἰσομαι ἐξ
μνηστηρων εἱς Ἀγελαος . . ὡς ὁποτε νεφεα Ζεφυρος στυφελιξῃ ἀργεσταο Νοτοιο , βαθειῃ λαιλαπι τυπτων : προς το σημαινομενον
9999896 ἐτυραννησεν
ᾐτησεν εἰς το γερας ἀναιρεσιν της γραφης και ἐλαβεν : ἐτυραννησεν ἐκεινος και καθελων αὐτον οὑτος συνειδοτος φευγει : τῃ
. ἠκμαζε δε περι την τριακοστην ὀγδοην Ὀλυμπιαδα , και ἐτυραννησεν ἐτη τετταρακοντα . Σωτιων δε και Ἡρακλειδης και Παμφιλη
9999896 ἰσχυσεν
ὠν ἀδικειν με , καταψευδομενος κἀμου και της βουλης , ἰσχυσεν ἀν το ψευδος της ἀληθειας μαλλον , ⌈ εἰ
δει λδʹ ἐτος . ὑφαιρουμενων δυοδεκαδων δυο ὑπολειπονται ιʹ : ἰσχυσεν ἡ παραδοσις ἡ ἀπο Σεληνης ἐπι Ἀρεα δια το
9999896 σταχυες
κριθη και λευκη και μελαινα ἐρυσιβωδης , ὀρθοι γαρ οἱ σταχυες , ἡ δ ' ἐτεοκριθος ἀσφαλης , ἀπονευει γαρ
, το σημαινον το ἀθροισμα : ἐκει γαρ συναθροιζονται οἱ σταχυες . ἠ παρα το ἁλις , ὁ ἐστιν ἱκανως
9999894 ἀδικημα
καταπραξεται , δημοσιᾳ την πολιν ἀδικει : ἀλλα καθολου το ἀδικημα θεις ἐπι τοις πασχουσιν ὡρισε την διακρισιν : τι
πεμπουσιν ὑπατους και ἱερεας και μητερα και γυναικα το τε ἀδικημα ἰωνται ἀμνηστιᾳ και καθοδῳ . “ συ δε μη
9999894 ποιοτητοϲ
ὑπαρχουϲα και το ἀλιμον , πλειονοϲ δε μετεχον τηϲ ἁλυκηϲ ποιοτητοϲ ὑπαγει γαϲτερα , κραμβηϲ δε μαλλον εὐϲτομαχον ὡϲ ἀν
τηϲ δε δριμειαϲ και ζεουϲηϲ του χυμου κα - τακρατουϲηϲ ποιοτητοϲ τοιϲ ἐμψυχουϲι παραμυθουνται : και οὐδεν θαυμαϲτον και την
9999893 πισσης
μηδενι τροπῳ ἐρεθιζων : ἠ θειον ἀπυρον ἠ λιβανωτον μετα πισσης ὑγρας εἰς σπληνιον ἐπιτιθει . Ἐφ ' ὡν δε
ὑδατος οὐγγιας θ , και ἑνωσας χρω . Κηρου , πισσης , κολοφωνιας , στεατος ταυρειου , ἀσβεστου ἰσα τηξας
9999893 ἐνεδεχετο
Πισσουθνην : στρατηγος του βασιλεως , περι την Ἰωνιαν διατριβων ἐνεδεχετο : ἐν ἑαυτῳ ἐδεχετο . το πλειστον της γνωμης
ἐπλεονασεν , ἁπερ ἐκ των τηρησεων εὐκατανοητα γινεσθαι πανταπασιν οὐκ ἐνεδεχετο . παλιν ὑποκεισθω το μεγιστον ἀποστημα του του Ἑρμου
9999892 ἐστεφανωτο
δε μιν θυοεν νεφος ἐστεφανωτο : ἡ διπλη ὁτι . ἐστεφανωτο . . : ἰστεον δε ὁτι σημειουνται οἱ παλαιοι
αὐτον ὁ Ὁμηρος τῃ δ ' ἐπι μεν Γοργω βλοσυρωπις ἐστεφανωτο δεινον δερκομενη , περι δε Δειμος τε Φοβος τε
9999892 γεννημα
: και ὁ λογος δε ὁ προφορικος , ὁστις ἐστι γεννημα ἡμων , δια του στοματος προφερεται . σνηʹ Αὐτῳ
τον Ὀρεστην λεγει . τιμαορος ] βοηθος . φιτυμα ] γεννημα . ποινατωρ ] τιμωρος , ἐκδικητης . κατεισιν ]
9999891 ἐπολεμησε
. ὑπο γαρ μονου του Ἐτεοκλεους ἀδικηθεις πασι τοις Θηβαιοις ἐπολεμησε . . ἁπαντας ] τους πολιτας . ἀνθ '
θυουσι ταις χαρισι . μετ ' οὐ πολυ δε θαλασσοκρατων ἐπολεμησε στολῳ τας Ἀθηνας , και Μεγαρα εἱλε Νισου βασιλευοντος
9999891 ἀνεστησε
τε πολλοις ἐχρησατο , και χαλκους ἐλεφαντας ἀντι των σφαγεντων ἀνεστησε τεσσαρας . . . : Ἡ δε των ἐλεφαντων
ἐνεδρευων και ἀει τι ἐνοχλων ἀπο τε Περγαμου τον Σελευκον ἀνεστησε και ἀπο της ἀλλης Εὐμενους χωρας ἐξηλασε . Πολυξενιδᾳ
9999891 κατεσκευασατο
, τουτῳ δωρα ἀμεμπτως ἐδιδου , ὡστε λαμπροτατα το ξενικον κατεσκευασατο . συνεστρατευετο δε τῳ Φαρναβαζῳ και ὁποτε εἰς Μυσους
προϊοντος γνωσθεις , εἰς το χαλεπον γηρας ἐρημιαν αὑτῳ πασαν κατεσκευασατο ἐπι τελει του βιου , ὡστε ζωντων και μη
9999891 ξυμπασης
ποιειν ἡγεμων τοις ἀλλοις και συμβουλος ἐστιν ἀσφαλης , και ξυμπασης ὡς εἰπειν της οἰκουμενης τα τοιαυτα δημαγωγος και προφητης
τα δεοντα μαλιστ ' εἰπειν , ἐχομενῳ ὁτι ἐγγυτατα της ξυμπασης γνωμης των ἀληθως λεχθεντων , οὑτως εἰρηται . τα
9999890 ὑπεθετο
μη ὀν μηδε ζητειν συγχωρουντων οὑτος ἀπειρα και ἀει κινουμενα ὑπεθετο στοιχεια τας ἀτομους . . ὁ δε Θεοφραστος [
, ἀλλα το βουλευσασθαι και λελογισθαι δια την ὑποθεσιν : ὑπεθετο γαρ γινομενα . Και οὑτω μεν ἡ βουλησις και
9999890 συγγραμμασι
ἀδελφου βελτιω γενησεσθαι και λογοις λεγομενοις και ἐργοις πραττομενοις και συγγραμμασι ποιουμενοις και δοξῃ τῃ μεν αὐξομενῃ , τῃ δε
ἐληλυθος περι ὁτουουν παρα ἀνθρωποις , ὁ μη ἐν τοις συγγραμμασι τουτοις διηκριβωται . εἰ τοινυν ὁμολογειται τα μεν Πυθαγορου
9999890 Πειραιως
ἐν Ἀθηναις δηλονοτι . ʃ του κρατειν τον πλουν του Πειραιως αὐτοι : οἱ Σαμιοι ἐκεινους : τους τετρακοσιους ἐποριζοντο
δε ἱππεις ἐστιν ὁτε και λῃστας ἐχειρουντο των ἐκ του Πειραιως , και την φαλαγγα αὐτων ἐκακουργουν . περιετυχον δε
9999890 ἐπιμαρτυρησῃ
Ἑρμης τον περι γαμου τοπον ἐχῃ , Κρονος δε τουτοις ἐπιμαρτυρησῃ , πολυκοινοι γινονται ἠ ἐπι τεγαις σταθησονται . και
δε πολλους ἐχθρους οὑς και ἐποψεται , εἰ δε ἀγαθος ἐπιμαρτυρησῃ ἀστηρ γαμη - σει μετα ταυτα καλην γυναικα και
9999890 Κυρηνην
ὁτι ἐνθηρου της Λιβυης οὐσης , ὁ Βαττος οἰκισας την Κυρηνην παρεσκευασε φυγειν τους λεοντας , δεει τῳ ἀπ '
θρασυν ἀποκαλουντες . και γαρ και Δημητριου του πλευσαντος εἰς Κυρηνην ἐπι πλεον ἐρασθηναι λεγεται , και Κλεοχαρους του Μυρλεανου
9999890 τραγημα
οἱ παρα Τιμοθεῳ . θαττον πλεκειν κελευε πορκων πυκνοτερους . τραγημα , μυρτιδες , πλακους , ἀμυγδαλα . ἐγω δε
ἐδει . το δε περιαγομενον ποτηριον οὐ μειζον κοτυλιαιου , τραγημα δε θερμος μεν ἠ κυαμος συνεχως , ποτε δε
9999888 ἀργητι
οὐδε δην ἠεν ἀπυστος Ζευς , ὁς μιν κατεπεφνε βαλων ἀργητι κεραυνῳ . ὡς δ ' αὐ νυν μοι ἀγασθε
, ὁ λευκος ἠ λαμπρος . κλινεται δε ἀργης ἀργητος ἀργητι : βη δε κατασχομενη ἑανῳ ἀργητι φαεινῳ : ἡ
9999888 συνεβαλλετο
ἐλεγε τα περ ὀπωπεε , ὁ δε ἐννωσας τα λεγομενα συνεβαλλετο τον Ὀρεστην κατα το θεοπροπιον τουτον εἰναι , τῃδε
ποιησωμεθα της εἰς τα πολιτικα ἀγαθα ὠφελειας αὐτου , ἡν συνεβαλλετο τοις ἀνθρωποις . Το δη μετα τουτο μηκεθ '
9999888 συγγενεσι
ἐπιμεριζει ὁ Ἡλιος ἐν τῃ γεροντικῃ ἡλικιᾳ , εὐφρανθησεται ἐπι συγγενεσι και τεκνοις και τευξεται ἀξιολογων εὐτυχιων : ἐπιμεριζει δε
Λατινους ἐπι παντα ἐκαλει τα Ῥωμαιων , ὡς οὐκ εὐπρεπως συγγενεσι της βουλης ἀντιστηναι δυναμενης : των τε ἑτερων συμμαχων
9999887 πεισθεισα
βουλη δε σοι παντα ἀπληκτος ποιησει το ὡς οὐ πεπληξεται πεισθεισα . αἰσχυνθητι δε αὐτων , ὠ ' γαθε ,
ἡ βουλη μεν ἐψηφισατο Ποπλικολᾳ θατερῳ των ὑπα - των πεισθεισα παντα συγχωρειν , ὁσα ὁ Τυρρηνος ἠξιου , καμνειν
9999887 τελευτωσα
οὐν ἐς αὐτην πηγνυμενων μαλκιει τε και ἀπαγορευει , και τελευτωσα παρειμενη κειται : ὁ δε την ἀντιπαλον ποιειται δειπνον
προελθειν γενεας , ἀσθενης αὐτη δι ' ἑαυτης ἐγενετο και τελευτωσα ὑπο Ῥωμαιων ἠφανισθη . και οὐδε αὑτη μεντοι πασαν
9999887 ἐβαλεν
] ῥιψον . ἐξηπατηται κτλ . ] ἀπατηθεις ὁ πατηρ ἐβαλεν εἰς τον του ἐλεου ἀκων . φερ ' ἐξερασω
ἡμερων ἐπιγνους την σφραγιδα της ὁμαιμου , δια λυπης ὑπερβολην ἐβαλεν ἑαυτον εἰς ποταμον Ἀδουρον , ὁς ἀπ ' αὐτου
9999887 ἀκρατη
ἐνιϲταται την αἰτιαν , ἀλλα την εἰϲ τα ϲιτια λυουϲιν ἀκρατη ὁρμην , ἡ δε τουτων ἐνδεια μειοι την ἐν
δικαιων , ὡστε οὐ φρονιμος . τον δε δεινον ἐνδεχεται ἀκρατη εἰναι : διο και δοκει φρονιμος ἀκρατης εἰναι .
9999886 πεισθειη
πορευεται . . τις οὐν τα ] τις ἀν οὐν πεισθειη εἰς τα και εἰς ταυτα τῃ πολει , και
ἐπειτα ὡς αὐτη τελευτωσα εἰσαγγειλειε και ὡς ἐκεινη τῳ χρονῳ πεισθειη , και τας εἰσοδους οἱς τροποις προσιειτο , και
9999886 ἐστεφανωσατο
και βωμος ἐν αὐτῳ τῳ τοπῳ , ἐν ᾡ και ἐστεφανωσατο και τον κλαδον ἀφειλε . και ἐτι και νυν
πομπα και κρισις ἀμφ ' ἀεθλοις . των ἀνθεσι Διαγορας ἐστεφανωσατο δις , κλεινᾳ τ ' ἐν Ἰσθμῳ τετˈρακις εὐτυχεων
9999886 τεσσαρεσκαιδεκατην
, τοιαυτα οὐρει , οἱα κἀγω εἰδον . Περι δε τεσσαρεσκαιδεκατην ἐουσῃ , παλμοι δι ' ὁλου του σωματος :
: ἠν δ ' ἑβδομαιος ἐων πυρετηνῃ , ἐς την τεσσαρεσκαιδεκατην ἠ ἑπτακαιδεκατην : ἠν δε τῃ ἑνδεκατῃ ἀρξηται πυρεταινειν
9999886 ἐβουλοντο
καταλυσαι , μικραν και εὐτελη προφασιν τοις στρατιωταις ἐς ἁ ἐβουλοντο της τυχης παρασχουσης . Μαισα ἠν τις ὀνομα ,
γεγονεναι , συνετους δε τινας και νομοθετικους . : οὐκ ἐβουλοντο οἱ παλαιοι Ῥωμαιων , ὠ Σηβωσε ἀνδρων ἀριστε ,
9999885 ἑστωσαν
ἐναντιαι ἀλληλαις : ἡ δε ἐναντιωσις την ἀντερεισιν της κινησεως ἑστωσαν ἐχει : ἡ γαρ ἀντιτυπια στασις φορας . αἱ
, ἀει θεωρων ἀνεμποδιστως και ἀπλανως του ἀληθους ἐφαπτομενος , ἑστωσαν ἐχων την οὐσιαν και ἀμεταβλητον και τελειαν την ἐνεργειαν
9999885 ἐκελευσα
και γραμματα προς τους ξενους του πατρος του ἐμου , ἐκελευσα μοι αὐτον ναυτας μισθωσασθαι ὡς ἀν δυνηται ἀριστους :
ἐπ ' αὐτῳ δε γλαγος ἀμνης . Ἡρωας δ ' ἐκελευσα περισταδον ἀμφιχυθεντας δουρατ ' ἐπαμπηξασθαι ἰδ ' ἀορα κωπηεντα
9999885 προδοσιᾳ
οὐκ ἐπι τουτῳ κωλυει ἀνελθειν , ἐπι βλαβῃ , ἐπι προδοσιᾳ της πολεως , ἀλλ ' οὐκ ἐπι τῳ εὐ
Πανακτον Ἀθηναιων ἐν μεθοριοις τειχος Βοιωτοι ὑπο τον αὐτον χρονον προδοσιᾳ . και ὁ μεν Κλεων φυλακην καταστησαμενος της Τορωνης
9999885 σκευασια
και τονουν τον στομαχον . ἐχει δ ' αὐτου ἡ σκευασια οὑτω : στυρακος καλαμιτου . . . . .
τονωτικην και εὐστομαχον κεκτηνται δυναμιν . ἐχει δε τουτων ἡ σκευασια οὑτως . Ἀκμαζοντος του καρπου των καρυων περιαιρειν δει
9999885 ἐργαστηρια
σμηνη μη φαρμακουσθαι μηδε ἀγρους μηδε οἰκιας μηδε κτηνοτροφεια μηδε ἐργαστηρια . θʹ . προς το ἀνελειν κηφηνας . ιʹ
τεχναις ἀποβαινουσιν . αὐτοις δε και ταις τεχναις ὁμοιως τα ἐργαστηρια αὐτων ὁρωμενα ἀποβαινει χωρις ἑταιρας και πορνειου : αὐτη
9999885 σωφροσυνης
μαινεται , εἰ μη και μαλλον ὁ τι περ κεφαλαιον σωφροσυνης ὁ αὐτος ἀν και φρονησεως εἰη . ὁμοιως δε
: περι των μεγιστων γαρ ἐστιν ἡ αἱρεσις , ἠ σωφροσυνης ἠ τεκνου . ” παλιν τουτο ἐπῃνεσεν ἡ Πλαγγων
9999885 Φιλωνιδης
πορνιδιον . πορνευτριαν δε ἐν τοις Γεωργοις Ἀριστοφανης ἐφη , Φιλωνιδης δε ἐν τοις Κοθορνοις πορνοτελωνας . Ἑρμιππος δε ἐν
και Ἀλκιδαμας ὁ Γοργιου μαθητης Ναιδος . ταυτης δε και Φιλωνιδης ἠρα . μηποτε οὐν και ἐν τῳ Ἀριστοφανους Πλουτῳ
9999885 κομιδης
, παραινεε τε προειπειν τοισι ἑωυτων ἑκαστους πυρα ἀνακαιειν : κομιδης δε περι την ὡρην αὐτῳ μελησειν ὡστε ἀσινεας ἀπικεσθαι
θαλατταν , αἰσθοισθε δ ' ἀν αὐτοι της ῥᾳονος αὐτων κομιδης . εἰ μεντοι βραδυτερον ἠ δει ἡμιν ἐλθοι ,
9999884 παρεληφθη
τοις δραμασι λεγεσθαι τον Ξενοκλεα προς τας της γυναικος μηχανας παρεληφθη . χλευαζων δε λεγει οὐκ ἀπο σπουδης , ὡς
γινεται ὑποκειμενον , φαμεν προς τουτο ὁτι ἀντ ' ὀνοματος παρεληφθη , δηλοι δε και το το ἀρθρον συνταττομενον ,
9999884 σμικροι
γινομενων εἰρηται : εἰσι δε οἱ κινδυνοι ἐν αὐτοισιν οὐ σμικροι : ὀξεα γαρ ἐστι και ταχυ μεταλλασσοντα , και
και ἠνεχθη παρ ' αὐτον τα παιδιαδυο γαρ αὐτῳ ὑεις σμικροι ἠσαν , εἱς δε μεγαςκαι αἱ οἰκειαι γυναικες ἀφικοντο
9999884 ἐναλλαγην
ζῳδιῳ ἐν ᾡ ἐχει λογον , ποιει τον ἐχοντα την ἐναλλαγην ἐνδυναμον την ψυχην και ἀποτρεπει παντα ὀκνον και ῥαθυμιαν
ἐπιμονῃ ἡ προσεπαναδοσις , τῃ ἀντιληψει ἡ ἐφοδος κατ ' ἐναλλαγην και ἡ ἐπιτομη και ἡ παροδος και τα καλουμενα
9999884 παθεοϲ
ὑγιαινουϲι καρτα οὐκ ἀηθεα : ἐπι δε τῃϲι αὐξηϲεϲι του παθεοϲ ἀναπνοη βρωμωδηϲ ἐκ τηϲ ἐνδον ἀναφορηϲ του πνευματοϲ .
. χρεων γαρ αἱμα πολλακιϲ και πολλον ἐκχεαι , του παθεοϲ την τροφην . ϲμικρον δε ἐν αὐτεῳ το χρηϲτον
9999884 ἐνεδρα
διπλα δ ' οὐ δυνησονται . ἠν δε ταυτ ' ἐνεδρα μετα χλευασιας και κατασκευασμος ὑπερ του λαθειν τονδε τον
πεζοις των Ἀσσυριων ἐγενοντο . ἐνταυθα μεντοι δεισαντες μη και ἐνεδρα τις μειζων ὑπειη , ἐπεσχον . ἐκ τουτου δη
9999884 θαυμασιωτερα
εἰ τας στηλας ἀνελοιεν . και ἡ λυσις δε ἐτι θαυμασιωτερα : γινωσκων γαρ ὁπως ἐχουσι γνωμης Ἀρκαδες προσποιειται ἀγνοειν
ἡ περι την φυλακην αὐτου προνοια και οἰκονομια πολυ μαλλον θαυμασιωτερα . πεπιστευμεναι γαρ , ὡς εἰκος , παρα θεων
9999884 ἐποιηθη
Ἡγουμην μεν , ὠ ἀνδρες , εἰ τις και ἀλλος ἐποιηθη ὑπο τινος κατα τους νομους , και ἐγω ποιηθηναι
. παρ ' οὐδετερῳ κειται ἡ μυθοποιια . το δραμα ἐποιηθη ιζ . ἐδιδαχθη ἐπι Γλαυκινου ἀρχοντος ὀλυμπιαδος πε ἐτει
9999884 ἐτρεφοντο
τους συνερχομενους ἐν αὐτῳ δικαστας . οἱτινες ὑπο των δημαγωγων ἐτρεφοντο , τριωβολον λαμβανοντες μισθον δικαστικον μετα το κριναι .
χειμωνος τραφησεσθαι . χειμωνος δε ἐπιγεγονοτος μυρμηκες μεν οἱς ἐπονουν ἐτρεφοντο , τοις δε ἡ τερψις ἐτελευτα προς ἐνδειαν .
9999884 ἰσοσυλλαβως
τα ὁμοια . Καν . ιζʹ . Ὁ Μενελαος Μενελαου ἰσοσυλλαβως κλινεται : παντα γαρ ἁπλως τα εἰς ος μικρον
Μηριονου , και Ἀττικοι συναιρουντες την Δημοσθενεος γενικην Δημοσθενους φασιν ἰσοσυλλαβως : ἐπειδη δε πασα εὐθεια εἰς ς ληγουσα ,
9999884 ἐκρινα
κωμῳδια . ἠξιως ' ] ἀξιον ἐκρινα . , ἀξιους ἐκρινα . ⌈ ἀναγευς ' [ ἀναγευσαι ] ] φαγειν
ἐκεινου : ἐνταυθα γαρ , ἐπει μωρον ἐστι το λεγειν ἐκρινα ἀν σε , εἰ και ἐδακρυες συνεχως , ἐρεις
9999884 ἑβδομαδας
. εἰ γαρ δη τας τετραδας δια την προς τας ἑβδομαδας συμπαθειαν ἰσχυν ἐχειν κρινειν φαμεν , ᾑπου δυναμικωταται ἀν
συνεχειαν . και αἱ μεν ἑβδομαδικαι περιοδοι τας δυο ἐχουσιν ἑβδομαδας κατα διεχειαν , την δε τριτην ἀει κατα συνεχειαν
9999884 βουληθεισα
εἰς ἐννοιαν και εἰς ζηλοτυπιαν ἐκινηθη ἡ Δηϊανειρα , και βουληθεισα τον ἐρωτα μεταστησαι εἰς ἑαυτην , τον χιτωνα του
βουληθεισα εἰναι ἠ ἑν , ὡς γε οὐδε εἰναι οὐδε βουληθεισα . Διοπερ ἡ τριτη πρωτη συστασα και ὑποστηναι σπουδασασα
9999883 ἀκολουθουν
, ἠ λημμασι προσχρηται ψευδεσιν , ἠ ἐπιφερει το μη ἀκολουθουν . οὐτε γαρ τῳ ἀπο Βαβυλωνος εἰς Θαψακον εἰναι
και ποθεν ἐχομεν , ἐρει τις , δειξαι ὁτι το ἀκολουθουν τῳ ἐξ ὑποθεσεως ληφθεντι ἀληθες ἐστιν ; ἀρα γε
9999883 ἐμελησεν
κατηγορησαι : εἰ δ ' ἐλεγχθησονται ψευδομενοι , οὐδεν αὐτοις ἐμελησεν . Ὡσπερ οὐν , εἰ ἀληθη ἠν ταυτα ἁ
ὁ βασιλευς : ἑτεροις δε ἐν ταις τηλικαυταις των Ἀφροδιτης ἐμελησεν . ὁ δε τοσουτον ἀπεσχε του ζητειν , εἰ
9999883 πικροτατα
ἀναθεωρησεως , μισοπονηρος μεν φαινεται δια το παντων των νομοθετων πικροτατα προστιμα θειναι κατα παντων των ἀδικουντων , δικαιος δ
ὑπο δε της προς τους ἀκληρουντας ὀργης ἡττασθαι , και πικροτατα μισουντας τους ὑπερ ἀνθρωπον φρονουντας , ἐν ταις εὐτυχιαις
9999882 διεθετο
Φορμιων , μητε παραγενομενους ἐκεινῳ διατιθεμενῳ μητ ' εἰδοτας εἰ διεθετο , πως οὐ περιφανως ἀναισχυντια δοκει ὑμιν εἰναι ;
διαθηκας , ἐκ τινος ἀν τροπου , εἰ τις παρανοων διεθετο , γνοιητε , πριν περι αὐτου του διαθεσθαι πιστευσαι
9999882 ληφθεισαν
φυλαττοντα της τροφης τεταγμενην , ἀλλα και πριν την πρωτην ληφθεισαν πεφθηναι ἑτεραν προσφερονται : κινουμενων δε αὐτων σφοδροτερον μετα
την δ ' ὡς και προ χρονων παρα των Τουρκων ληφθεισαν και εἰς συναγωγας αὐτων τουτους μετημειψε και ὁτι περιφανες
9999882 δωδεκαεδρου
πολυεδροτερον ἀει και μειζον . οἱον το μεν εἰκοσαεδρον του δωδεκαεδρου , το δε δωδεκαεδρον του ὀκταεδρου , και ὁμοιως
ὑπο δε Ἀπολλωνιου ἐν τῃ δευτερᾳ ἐκδοσει της συγκρισεως του δωδεκαεδρου προς το εἰκοσαεδρον , ὁτι ἐστιν ὡς ἡ του
9999882 ἑκατερῳ
ἠσαν τα μερη : στροφικον και ἀντιστροφικον λογια , ἑκατερον ἑκατερῳ ἰσαριθμους ἐχον τους στιχους , και μετρων δε των
' ἠδη πορευσομαι , τας ἀριστα δοκουσας ἐχειν παρ ' ἑκατερῳ των ἀνδρων λεξεις προχειρισαμενος και ἀντιπαραθεις αὐταις τας Δημοσθενους
9999882 ἐνεστη
* . ἀφ ' οὑ ὁ Πελοποννησιακος πολεμος [ ] ἐνεστη , και Θουκυδιδης ἠν , ἐτη * . ἀφ
δε τοτε μεν ἡσυχαζεν , ὑστερον δε , ὁτε χειμων ἐνεστη της κοπρου ὑπο του ὀμβρου ἐκλυθεισης ὁ κανθαρος ἡκε
9999882 πιστευσειεν
, : ῥαιον δ ' ἀν τις Ἡσιοδωι και Ὁμηρωι πιστευσειεν ἡρωολογουσι και τοις τραγικοις ποιηταις ἠ Κτησιαι τε και
ὡδε ἐπισκοποιμεν , τῳ ποτερως παιδι φιληθεντι μαλλον ἀν τις πιστευσειεν ἠ χρηματα ἠ τεκνα ἠ χαριτας παρακατατιθεσθαι . ἐγω
9999882 δακρυσας
ὑπατος ἐς μεσους τας τε ῥαβδους καθειλεν οἱα ἰδιωτης και δακρυσας ἐφη : ” παρα μεν ὑμων , ὠ πολιται
ὁ δεινος εἰπειν κἀν τῳ προτερῳ σχηματι κἀν τῳ νυν δακρυσας μεν ἀπων ἠβουληθη και παρων . θρηνησας δε και
9999882 διαιρετικῃ
ἐλαττονα κατα γενος ἐστι τα ζητουμενα , ἠδη δεικνυσι τῃ διαιρετικῃ μεθοδῳ χρωμενος . τι δε τουτων ἑκαστον δηλοι ,
την των ζητουμενων τοις ἀλλοις ζητημασιν εὑρεσιν , οἱον τυχον διαιρετικῃ ἠ ἀναλυτικῃ το εἰναι εὑρισκουσαις και τι εἰναι ,
9999882 βλαβης
κειται , ἀστοχιαν δηλοι . ἐστι γαρ κατα παντα αἰτιον βλαβης μεγαλης . Ὑδρος ὀφις ἐστι τα πολλα ἐν τοις
ᾐθαλωμενοι φλογι συν καλινοισι τειχεων προβλημασι , τον χρησμολεσχην αἰτιασονται βλαβης , ψαινυνθα θεσπιζοντα Πλουτωνος λατριν . στρατῳ δ '
9999881 ἐτιθετο
τιθεσθε , τιθενται . Ἑνικα . Ἐτιθεμην , ἐτιθεσο , ἐτιθετο : πας ἐνεστως παθητικος τρεπων την μαι εἰς μην
παιδα και τις ἐρως ἐπῃει τον Περιανδρον , ἠδη σπουδην ἐτιθετο γνωρισαι την ἀνθρωπον ἡτις ἠν . και ἑως μεν
9999881 Θεμιστοκλης
τους πρεσβεις , ὡσπερ ἐπεσταλη , κατειχον , και ὁ Θεμιστοκλης ἐπελθων τοις Λακεδαιμονιοις ἐνταυθα δη φανερως εἰπεν ὁτι ἡ
ὑπερ του στρατοπεδου ὑστερον ἀφικνειται ἐς Ἐφεσον . και ὁ Θεμιστοκλης ἐκεινον τε ἐθεραπευσε χρηματων δοσει και μετα των κατω
9999881 δακτυλικου
και ἀμφιμακρον δεχεται , καθαρουϲ μεντοι και ἐν ταξει † δακτυλικου κειμενουϲ . καθαροι δε εἰϲιν ὁτ ' ἀν ἀπαρτιζωϲιν
εἰς ἀνομοια μερη διαιρουν το μετρον . του δε γενικου δακτυλικου πεποιηκασιν οἱ μεν ταυτα εἰδη : διμετρον τριμετρον τετραμετρον
9999881 ἑβδομηκοστης
τριτον , και Οὐοπισκος Ἰουλιος , ἐπι της ἑβδομης και ἑβδομηκοστης ὀλυμπιαδος , ἡν ἐνικα σταδιον Δανδης Ἀργειος , Ἀθηνησι
παραλαμβανουσι την ὑπατειαν Γαιος Ὁρατιος και Τιτος Μενηνιος ἐπι της ἑβδομηκοστης και ἑκτης ὀλυμπιαδος , ἡν ἐνικα σταδιον Σκαμανδρος Μιτυληναιος
9999881 γινωσκουσα
σχολην ] βραδυτητα . ἀξυνημων ] ἠγουν μη συνιεισα και γινωσκουσα τα λεγομενα . δεχηι ] ἠγουν νοεις . λογον
ἀγνοουσα , οὐδεις ἐσται ταυτῃ προσεχων , εἰ δε ὡς γινωσκουσα , τῳ περιττῳ και τῳ ἀδυνατῳ ἐκβληθησεται τοιαυτα φαμεν
9999881 ἐπιφωνημα
των ἐργων ἐθελησαντι προσλαβειν . οἱς ἐπιτιθησιν οὐδε μειρακιῳ προσηκον ἐπιφωνημα : λογῳ μεν γαρ την ἡμετεραν δυναμιν σῳζοι ἀν
σ βαρυνεται : σεσημειωται το πρωϊ ὀξυνομενον : το γιγγρι ἐπιφωνημα τι ὀν ἐν καταμωκησει λεγομενον , εἰ ὀξυνετο ,
9999881 μυραιναν
δε ἰχθυς θαλασσιος . ἀντι δε του εἰπειν ἐχιδναν , μυραιναν εἰπε . Γοργονες Τιθρασιαι : Ἀπο δημου της Ἀττικης
ἐδοξεν εἰναι , ἡν δαιονται μακαρες θεοι αἰεν ἐοντες . μυραιναν δ ' ἐπεθηκε φερων το καλυμμα τραπεζης , ζωνην
9999881 ἠδικησεν
, κἀκεινου δοντος τῳ Θεμιστοκλει λογον και μαθοντος ὡς οὐδεν ἠδικησεν , ἀπελυθη της τιμωριας . δοξας δε παραδοξως ὑπ
του Κηφεως θυγατερα την Ἀνδρομεδαν ἐπεμψατε , οὐτε την παιδα ἠδικησεν , ὡς οἰεσθε , και αὐτο ἠδη τεθνηκεν .
9999881 γινοιτο
και περι παντος ποιεισθαι ψυχρον διαμενειν τον σπογγον , ὁ γινοιτο ἀν εὐκολως , εἰ συνεχως αὐτου καταντλοι τις ὑδωρ
ἀλλ ' ἑκαστον , ὁ τι καθ ' ἡδονην αὐτῳ γινοιτο , και ποιουντα και λεγοντα , και την ἀκαιρον
9999881 Ὀλυμπου
τῳ αἰγιαλῳ του Θερμαιου κολπου ἐστιν ἐν ταις ὑπωρειαις του Ὀλυμπου , ἀλλ ' ὁσον ἑπτα ἀπεχει σταδιους : ἐχει
ἀλση : νυν δε το μεταξυ της Ὀσσης και του Ὀλυμπου χωριον , ὁ ἐστι περικαλλες και ὡσπερ ὑπο θειας
9999881 ἀκολουθια
τον αὐτον δε τροπον και ἐπι των προσδιωρισμενων προτασεων ἡ ἀκολουθια : πλην γε αἱ κατα διαμετρον κειμεναι προτασεις οὐχ
τινες των ἐξηγητων ὑπελαβον αὐτον λεγειν , ὁτι ὡσπερ ἐγενετο ἀκολουθια και ταξις των προτασεων , αἱς ἠν το ἐστι
9999881 θαυμασιοι
προσγινεσθαι . Ἀλλ ' ὑμας γε οὐκ ἀξιον , ὠ θαυμασιοι . τα τε γαρ ἀλλα ἀγαθα ὑμιν ὑπερ τους
πολλων ἀνθρωπων ὀρθως μοι ἐδοκει μεμφεσθαι . Ὠ Κριτων , θαυμασιοι εἰσιν οἱ τοιουτοι ἀνδρες . ἀταρ οὐπω οἰδα ὁτι
9999881 αἰσθανομεθα
τα ἀλλα ὁσα ζῳου παθη εἰρηται . Ἀλλα πως ἡμεις αἰσθανομεθα ; Ἠ , ὁτι οὐκ ἀπηλλαγημεν του τοιουτου ζῳου
ἐν αὐτῳ διαφορας , τουτο ἀνωθεν ἀναλαβοντες ἀκριβεστερον ἐπισκεψομεθα . αἰσθανομεθα τοινυν οὐ μονον το λευκον του μελανος διαφερον ,
9999881 Καρχηδονιοις
Καρχηδονα τοις Ἀκραγαντινοις μετα των ἀλλων των διαμειναντων παρα τοις Καρχηδονιοις ἀποκατεστησε τον ταυρον , ὁς και τωνδε των ἱστοριων
αἰχμαλωτους ναυς , και ἀνελκυσαντες αὐτας ἐθεραπευον , ὡστε τοις Καρχηδονιοις μη μονον ἀκουστον , ἀλλα και θεωρητον ποιησαι το
9999881 ἀμεταστρεπτι
προθυμιᾳ συντονῳ χρωμενος ὁ νους την τε ἀπο των παθων ἀμεταστρεπτι ποιηται διαβασιν και την προς τον σωτηρα θεον εὐχαριστιαν
νησιν , ἀμεταστροφα τα ἐπικλωσθεντα ποιουντα : ἐντευθεν δε δη ἀμεταστρεπτι ὑπο τον της Ἀναγκης ἰεναι θρονον , και δι
9999881 δωρημα
Το δε νουν ἐχειν ὀξυν και δυνασθαι κρινειν ἑκαστα θεου δωρημα καλον ἐστιν : ὡς συ τουτο κεκτησαι , βασιλευ
σῃ προθυμιᾳ ἰσαισι τιμαις ἀντισηκωσω χαριν . ἐστω δε σοι δωρημα θυμηρες τοδε , ἑξης τριετιας πειρασῃ κουφων πονων .
9999881 τριποδες
την τελευτην λεγουσι . τουτου τε οὐν ἐστιν εἰκων και τριποδες χαλκοι : τους δε ἀρχαιοτερους δεκατην του προς Μεσσηνιους
τον Διονυσον τεχνιται . Τουτων δ ' ἐφεξης ἐφεροντο Δελφικοι τριποδες , ἀθλα τοις των ἀθλητων χορηγοις : ὁ μεν
9999881 γιγνοιντο
εἰναι τα περι την ἐπιτροπην προτρεψειεν , ἠ εἰ κακοι γιγνοιντο , μηδεμιας συγγνωμης παρ ' ὑμων τυγχανοιεν , εἰ
τε εἰτην . εἰ γαρ γενοιντο , οὐκ ἀν ἐτι γιγνοιντο , ἀλλ ' εἰεν ἀν . νυν δε γιγνονται
9999881 Καρχηδονιων
Καρχηδονα . , . . ) Ὑπηρχον γαρ οἱ μετα Καρχηδονιων στρατευσαμενοι Ἰβηρες , Κελτοι , Βαλεαρεις , Λιβυες ,
τῃ ἀποικιᾳ την πολιν διεγραφον , ἐνθα ποτε ἠν ἡ Καρχηδονιων , οὐδεν φροντισαντες , ὁτι Σκιπιων αὐτην , ὁτε
9999881 σκολιοτητα
καλουσι κερατα , δρακοντι δε δια το μηκος και την σκολιοτητα , βουπρῳρον δε δια την αὐτην αἰτιαν δι '
ἐθελοι : ὁς γαρ εἰδως τα δικαια μη ἀποκρυπτει δια σκολιοτητα ἠθους ἀλλ ' ἀγορευει , τουτῳ και ὁ παρα
9999880 ἀνεπεισε
ὀν και ἀνθος και φαρμακον και μυρον . ταυτα Ἀγχισην ἀνεπεισε , ταυτα Ἀρην ἀπεδυσε , ταυτα Ἀδωνιν ἐλθειν ἀνεμνησε
μικρον μετα τουτ ' ἐπος εἰπον : μνεα μ ' ἀνεπεισε γεροντα και οὐκ ἐθελοντ ' ἀναβηναι και σπανις ,
9999880 κυαμοι
καλωϲ ἐϲκευαϲμενοϲ εὐχυμοϲ : χονδροϲ , πτιϲανη καλωϲ ἐϲκευαϲμενη , κυαμοι . καϲτανα οὐ κακοχυμα , ϲυκα πεπειρα και ϲταφυλη
πτεον : * * Σοφοκλης δε πτυον . πυανοι : κυαμοι , ἀφ ' ὡν Πυανοψια . Πυανοψια : ἑορτη
9999880 ἱστορησεν
ὑποθεσεως , ἀλλ ' Ἀναξαγορας τουτο πρωτος ὑπελαβεν , ὡς ἱστορησεν Εὐδημος . . . , : και πρωτος των
μυθευουσι τας θεας ἀπολουσασθαι . και περι τουτων δε Ἀντικλειδης ἱστορησεν : ἐβαν δε προς τον Πριαμιδαν Ἀλεξανδρον ἐπαγγελιαις λογων
9999880 Μυρωνιδης
των Ἀθηναιων ἐργα δοκει μηδεν προεχειν της μαχης ἡς ἐνικησε Μυρωνιδης τους Βοιωτους . ἐκεινων γαρ αἱ μεν ἐγενοντο προς
νικαν ἐλπιδες . οὑτως ἀρα πειθονται μενειν : και προηλθε Μυρωνιδης κρατων ἀχρι Φωκιδος και Λοκρων . Λακεδαιμονιοι την Ἀττικην
9999880 διεγειρω
τι ἐχει ποιησαι . . . ΩΡΤΟ . Ὀῤῥω το διεγειρω , ὁ μελλων ὀρω , ὁ παρακειμενος ὠρκα ,
τουτοις και ποιω χυλους ἐχομενους δριμυτητος την φυσιν , ἱνα διεγειρω . και παρα Διονυσιῳ ἀλλος μαγειρος φησι : σκευασαι
9999880 ὠνησατο
Δημαρατον παυσειε βασιλευοντα , και την τε ἐν Δελφοις προμαντιν ὠνησατο , Λακεδαιμονιοις αὐτην ὁποσα αὐτος ἐδιδασκεν ἐς Δημαρατον χρησαι
ἐν δευτερῳ Ἀπομνημονευματων ὡς Ἀριστοτελης αὐτου τα βιβλια τριων ταλαντων ὠνησατο . . . φησι δε Φαβωρινος ἐν τῳ δευτερῳ
9999880 διηλλαξεν
Ὀδρυσων βασιλεα και Σευθην τον ἐπι θαλαττῃ ἀρχοντα ἀλληλοις μεν διηλλαξεν αὐτους , Ἀθηναιοις δε φιλους και συμμαχους ἐποιησε ,
και θαλλει τα φυτα . οὐδεν τε , φασι , διηλλαξεν ἡ φυσις ἐπι των φυτων και ἐπι των ζῳων
9999880 Ἀννιβας
ἠν Ζακανθαιοις , πολει τε μεγαλῃ και δυνατῃ γενομενῃ . Ἀννιβας δ ' , ὡς ἐμαθε περι του χρυσου ,
ὑπατοις πασαι Βρουττων αἱ πολεις ὑπο των οἰκουντων παρεδοθησαν . Ἀννιβας μεν οὐν τεταρτον και δεκατον ἠγεν ἐπι της Ἰταλιας
9999880 κρισιες
νουσου : και γαρ των παραχρημα ἀπολλυμενων , ταχυτεραι αἱ κρισιες , ὁτι ταχεες οἱ πονοι , και ξυνεχεες και
ὁ πλουτος ὁρον τινα βαιον ἐπισχει , αἱ δε κεναι κρισιες ταν ἀπεραντον ὁδον . τουτο Νεοκληος πινυτον τεκος ἠ
9999880 χρησομεθα
τηλεως καθεψομενων . ἐπι δε σκληριας χωρις φλεγμονης τοις αὐτοις χρησομεθα τοις ἐπι των διαφορησεως δεομενων . ψυχει δε και
. των μεν δη ἐς το θειον ἡκοντων τοις εἰρημενοις χρησομεθα : Μαντινεων δε ἡ πολις σταδιους μαλιστα που δωδεκα
9999880 ἠκολουθησεν
ταυτα , καθαπερ ἐστι παρα τοις γεωμετραις , οὐδεν ἀν ἠκολουθησεν ἀτοπον : νυνι δε ἐπειδη ἐν αἰσθητοις και φυσικοις
της παραληγουσης λογῳ , πῃ δε τῳ της προπαραληγουσης λογῳ ἠκολουθησεν . Ἐτι δε σεσημειωται το εἰπον δια μονης της
9999880 ἀπεδωκαν
βουλης δεομενον εἰς το συνεδριον ἐπεχειρησαν εἰσφερειν , και λογον ἀπεδωκαν ὑπερ αὐτου τοις προαιρουμενοις , εἰρωνειαν εἰσαγοντες οὐτε ταις
χρηματων , ἁ τον προ του χρονον οἱ λαβοντες οὐκ ἀπεδωκαν , εἰπον προς τον ἀρχοντα και προσθεις ὡς τῳ
9999880 ἱστορηκεν
. . περι μεν των Ἰουδαιων Ἑκαταιος ὁ Μιλησιος ταυτα ἱστορηκεν . Καθολικη προσωιδια , . . . . .
πολεων , ὡν ἐστι και Πανδοσια , Θεοπομπος ἐν μγ ἱστορηκεν . . . τετραρχια : Δημοσθενης Φιλιππικοις . τετταρων
9999880 ἐφεισατο
ἡμιν Εὐριπιδου εἰρηται . σπαρτων ] ἠγουν των γιγαντων . ἐφεισατο ] φειδω ἐλαβεν . ἐφεισατο ] ἠλεησεν . ῥιζωμ
και παρακαλουμενου ὑπο της Νυμφης μη τεμειν , ὁμως οὐκ ἐφεισατο , ἀλλ ' ἐτεμε και ἐμεινε ποινηλατουμενος και των
9999880 γιγνωσκουσι
τι ὑμας διαφεροντως δει γιγνωσκειν περι αὐτου ἠ οἱ οἰκειοι γιγνωσκουσι : τοιαυτα γαρ ἐστιν , ὡστ ' εἰ και
και ἀλλο παθημα , ὠ Σιμωνιδη , των τυραννων . γιγνωσκουσι μεν γαρ οὐδεν ἡττον των ἰδιωτων τους ἀλκιμους τε
9999880 Πελοποννησιακον
παλιν ἐπ ' ἐκεινου . ἐδοξε τοις Ἑλλησι καταλυσαι τον Πελοποννησιακον πολεμον : γραφει τις και τα τροπαια ἀναιρειν :
την κοινην της φυσεως ὁμοπαθειαν . Ἀθηναιοι γαρ κατα τον Πελοποννησιακον πολεμον εἰς την Σφακτηριαν νησον πολλους των Λακεδαιμονιων κατακλεισαντες
9999880 ἀποκατεστησε
τοις Ἀκραγαντινοις μετα των ἀλλων των διαμειναντων παρα τοις Καρχηδονιοις ἀποκατεστησε τον ταυρον , ὁς και τωνδε των ἱστοριων γραφομενων
ὀλιγαρχιαν ἐν τῃ πολει , τῳ μεν δημῳ την ἐλευθεριαν ἀποκατεστησε , παρα δε των ἁψαμενων της ὀλιγαρχιας χρηματων πληθος
9999880 ὡρισατο
κρειττονος ὡρισατο ἠγουν ἀπο του λογικου ; διοτι , εἰ ὡρισατο ἀπο του κρειττονος την γραμματικην ἐλανθανεν ἀν το χειρον
. Φαινεται γαρ ὁτι ὁ μεν Ἀρισταρχος οὐ την φωνην ὡρισατο της ἀντωνυμιας , ἀλλα το ἐξ αὐτης παρυφισταμενον ,

Back