διπλα δ ' οὐ δυνησονται . ἠν δε ταυτ ' ἐνεδρα μετα χλευασιας και κατασκευασμος ὑπερ του λαθειν τονδε τον
πεζοις των Ἀσσυριων ἐγενοντο . ἐνταυθα μεντοι δεισαντες μη και ἐνεδρα τις μειζων ὑπειη , ἐπεσχον . ἐκ τουτου δη
9999954 ἐτυραννησεν
ᾐτησεν εἰς το γερας ἀναιρεσιν της γραφης και ἐλαβεν : ἐτυραννησεν ἐκεινος και καθελων αὐτον οὑτος συνειδοτος φευγει : τῃ
. ἠκμαζε δε περι την τριακοστην ὀγδοην Ὀλυμπιαδα , και ἐτυραννησεν ἐτη τετταρακοντα . Σωτιων δε και Ἡρακλειδης και Παμφιλη
9999953 Καρχηδονιων
Καρχηδονα . , . . ) Ὑπηρχον γαρ οἱ μετα Καρχηδονιων στρατευσαμενοι Ἰβηρες , Κελτοι , Βαλεαρεις , Λιβυες ,
τῃ ἀποικιᾳ την πολιν διεγραφον , ἐνθα ποτε ἠν ἡ Καρχηδονιων , οὐδεν φροντισαντες , ὁτι Σκιπιων αὐτην , ὁτε
9999952 ἐνεδυσατο
μεγεθος δε τουτο λεγει ἠ δια την ποικιλην ἐσθητα ἡν ἐνεδυσατο . Ἀλλως . ἐπαιξε το γενικον εἰπων , εἰτα
- ] , ἑτερος ? [ δε αὐτην - ] ἐνεδυσατο : [ ἐγω γαρ ] τοι Μαννιχαιος ? ?
9999952 ἐνεργημα
. οὐδεν οὐν ἐσται ἀπολυτον παθημα , ὡσπερ ἠν ἀπολυτον ἐνεργημα το βαδιζειν . τα μεν γαρ κρειττονα και ἀπολελυμενα
: τελος δε , του προκειμενου τευξις . Βουλονται γαρ ἐνεργημα ἡμετερον εἰναι προς το τελος . Ὑποτελες δ '
9999951 Διογενες
ἡγειτο , οὐκ ἀν ποτε ἀπελιπεν . Ἰσως , ὠ Διογενες , κακος αὐτος ὠν . Ἐπειτα ἐκεινος μεν ,
μοι τουτων ἐδει , ἀλλ ' οὐδε σοι , ὠ Διογενες : ἁ γαρ ἐχρην , συ τε Ἀντισθενους ἐκληρονομησας
9999951 βουλευτηρια
, βασιλευ : τουτο γαρ , τουτο ἐστιν ὁ τα βουλευτηρια κεκενωκε μαλιστα . ἰσως μεν γαρ τι και ἀλλο
ἁρμονιαν ἀπταιστον : ἀλλα πολιτικης και της περι δημους και βουλευτηρια παρασκευης ἡκεις ἐνδεης ὠν ; συ μεν και πεφωρακας
9999951 πικροτατα
ἀναθεωρησεως , μισοπονηρος μεν φαινεται δια το παντων των νομοθετων πικροτατα προστιμα θειναι κατα παντων των ἀδικουντων , δικαιος δ
ὑπο δε της προς τους ἀκληρουντας ὀργης ἡττασθαι , και πικροτατα μισουντας τους ὑπερ ἀνθρωπον φρονουντας , ἐν ταις εὐτυχιαις
9999950 συνεβουλευσε
εἰς τοὐναντιον . Ὁτι Δαρειος μελλων νυκτωρ τοις πολεμιοις ἐπιθεσθαι συνεβουλευσε το τιαροδεσμιον , ὁ της κεφαλης ὀπιθεν ἀποσφιγγει την
οὐτε την κατηγοριαν Φιλιππου , ἀλλα της πολεως το συμφερον συνεβουλευσε , καλως ἀν τον λογον εἰποιμεν εἰδους εἰναι συμβουλευτικου
9999950 ἀκοντισε
του γαρ πεσεν ἀγχι μαλιστα . καρπαλιμως δ ' ἀπιοντος ἀκοντισε δουρι φαεινῳ . Πουλυδαμας δ ' αὐτος μεν ἀλευατο
' ὀξυ κραδαινομενον λυε γυια . Ἑκτωρ δ ' Αὐτομεδοντος ἀκοντισε δουρι φαεινῳ : ἀλλ ' ὁ μεν ἀντα ἰδων
9999950 ἀκολουθια
τον αὐτον δε τροπον και ἐπι των προσδιωρισμενων προτασεων ἡ ἀκολουθια : πλην γε αἱ κατα διαμετρον κειμεναι προτασεις οὐχ
τινες των ἐξηγητων ὑπελαβον αὐτον λεγειν , ὁτι ὡσπερ ἐγενετο ἀκολουθια και ταξις των προτασεων , αἱς ἠν το ἐστι
9999950 Πελοποννησιων
διηγουμενον πραγματα ἀρκουντως εἰπειν ὁ πολεμος οὑτος : ὁ των Πελοποννησιων ʃ λειπει το τοινυν : και ὁ πολεμος τοινυν
μυριασι δε ἑξ στρατιας των πολεμιων εἰσβεβληκοτων , και τουτων Πελοποννησιων , οὐδε γαρ τουτο φαυλον εἰς προσθηκην , ἀνθρωπων
9999950 ἀσημα
, ὡσπερ οἱ νυμφιοι , τα δε ὁπλα κατεσκευασθαι μεν ἀσημα και σωφρονα , συγκεκρασθαι δε αὐτοις ποικιλμα ὑλης μεθισταμενον
χειρας τῳ φονῳ , θυμου πνεοντες , φονικον βλεποντες , ἀσημα φθεγγομενοι , ἀπηρυθριασμενοι προς παντα τα χειριστα ἁτε πληθος
9999949 ἀπεδρα
, καταγνωσθεντα Αἰγυπτιων ἀνδρας ἐπι τον βασιλεα συνισταναι . και ἀπεδρα μεν ἐκ του δεσμωτηριου και τοις Ἀλεξανδρευσιν ἀρχην θορυβου
και βραδεως ὁδευοντα και οὐ μακραν ἀπο του τοπου οὑ ἀπεδρα ἐσομενον σημαινει , ἐαν δε ἐν χερσαιοις και λοξοις
9999949 Ἀρχιλοχου
τους κηρυκας . περι δε της σκυταλης και ἐν τοις Ἀρχιλοχου ὑπομνημασιν εἰρηται : ἀχνυμενη σκυταλη . . . .
οὑ και τον Πινδαρον μνημονευειν δια τουτων : το μεν Ἀρχιλοχου μελος φωναεν , και τα ἑξης . μεταβαντος οὐν
9999949 συγγραμμασι
ἀδελφου βελτιω γενησεσθαι και λογοις λεγομενοις και ἐργοις πραττομενοις και συγγραμμασι ποιουμενοις και δοξῃ τῃ μεν αὐξομενῃ , τῃ δε
ἐληλυθος περι ὁτουουν παρα ἀνθρωποις , ὁ μη ἐν τοις συγγραμμασι τουτοις διηκριβωται . εἰ τοινυν ὁμολογειται τα μεν Πυθαγορου
9999949 δωδεκαεδρου
πολυεδροτερον ἀει και μειζον . οἱον το μεν εἰκοσαεδρον του δωδεκαεδρου , το δε δωδεκαεδρον του ὀκταεδρου , και ὁμοιως
ὑπο δε Ἀπολλωνιου ἐν τῃ δευτερᾳ ἐκδοσει της συγκρισεως του δωδεκαεδρου προς το εἰκοσαεδρον , ὁτι ἐστιν ὡς ἡ του
9999949 μετωνομασθη
δ ' ὀρος κατα προνοιαν θεων ἀπ ' αὐτου Μυηνον μετωνομασθη . Γενναται δ ' ἐν αὐτῳ λευκοϊον ἀνθος ,
ἁπαξ δ ' ἀρσενικως τον Δατον Θεοπομπος γʹ Φιλιππικων . μετωνομασθη μεν - τοι ἡ πολις των Δατηνων Φιλιπποι ,
9999948 γεννημα
: και ὁ λογος δε ὁ προφορικος , ὁστις ἐστι γεννημα ἡμων , δια του στοματος προφερεται . σνηʹ Αὐτῳ
τον Ὀρεστην λεγει . τιμαορος ] βοηθος . φιτυμα ] γεννημα . ποινατωρ ] τιμωρος , ἐκδικητης . κατεισιν ]
9999947 συνεβαλλετο
ἐλεγε τα περ ὀπωπεε , ὁ δε ἐννωσας τα λεγομενα συνεβαλλετο τον Ὀρεστην κατα το θεοπροπιον τουτον εἰναι , τῃδε
ποιησωμεθα της εἰς τα πολιτικα ἀγαθα ὠφελειας αὐτου , ἡν συνεβαλλετο τοις ἀνθρωποις . Το δη μετα τουτο μηκεθ '
9999947 ἀγορησατο
και προσθεν ἀριστη φαινετο βουλη : ὁ σφιν ἐϋ φρονεων ἀγορησατο και μετεειπεν : ἰσχεσθ ' , Ἀργειοι , μη
ἠγερθεν ὁμηγερεες τ ' ἐγενοντο , τοισιν δ ' Ἀλκινοος ἀγορησατο και μετεειπε : “ κεκλυτε , Φαιηκων ἡγητορες ἠδε
9999947 τεταρταιῳ
τῃ ἡμερῃ ταυτῃ , μακροτερον ξυμπιπτει . Ὁκοταν δε πυρεσσοντι τεταρταιῳ ἡ γλωσσα ἐκτεταραγμενα διαλεγηται , και ἡ κοιλιη χολωδεα
τεταρταιῳ . λεγει δε οὑτωϲ : ” πρωτον μεν τῳ τεταρταιῳ πυρετῳ διϲ ωὑτοϲ ἀνθρωποϲ οὐτε ἁλιϲκεται οὐτε ἑαλωκε που
9999947 Πελοποννησιακων
προτερου , ὁς ἐπεκληθη Μελικερτης . γεγονε δε προ των Πελοποννησιακων : και γεγραφε Γενεαλογιαν ἐν βιβλιοις τρισιν : Εὑρηματα
, ὡς το σαν . Καλλιστρατος δε Σαμιος ἐπι των Πελοποννησιακων μετηνεγκε την γραμματικην και παρεδωκεν Ἀθηναιοις ἐπι ἀρχοντος Εὐκλειδου
9999947 διαιρετικῃ
ἐλαττονα κατα γενος ἐστι τα ζητουμενα , ἠδη δεικνυσι τῃ διαιρετικῃ μεθοδῳ χρωμενος . τι δε τουτων ἑκαστον δηλοι ,
την των ζητουμενων τοις ἀλλοις ζητημασιν εὑρεσιν , οἱον τυχον διαιρετικῃ ἠ ἀναλυτικῃ το εἰναι εὑρισκουσαις και τι εἰναι ,
9999947 τεσσαρες
ὁλως το κακον και το ἀγαθον . οὑτοι δε οἱ τεσσαρες τροποι εἰς δυο ἀναφερονται τους καθολικωτατους , και τουτων
εὐνης . ἀμφιπολοι δ ' ἀρα τειος ἐνι μεγαροισι πενοντο τεσσαρες , αἱ οἱ δωμα κατα δρηστειραι ἐασι . γινονται
9999947 ἐντεροιϲ
μη ϲφοδρα πολλη δοθειη , την δε παρακειμενην ἐν τοιϲ ἐντεροιϲ κοιλιᾳ τε και ϲτομαχῳ χολην ἀγουϲα . ἁρμοζει δε
. Ἁλατια ὑπακτικα κενουντα το παρακειμενον ἐν τῃ γαϲτρι και ἐντεροιϲ φλεγμα και τουϲ λοιπουϲ χυμουϲ : καθαιρει μετριωϲ και
9999946 τεσσαρεσκαιδεκατην
, τοιαυτα οὐρει , οἱα κἀγω εἰδον . Περι δε τεσσαρεσκαιδεκατην ἐουσῃ , παλμοι δι ' ὁλου του σωματος :
: ἠν δ ' ἑβδομαιος ἐων πυρετηνῃ , ἐς την τεσσαρεσκαιδεκατην ἠ ἑπτακαιδεκατην : ἠν δε τῃ ἑνδεκατῃ ἀρξηται πυρεταινειν
9999946 Καρχηδονιοις
Καρχηδονα τοις Ἀκραγαντινοις μετα των ἀλλων των διαμειναντων παρα τοις Καρχηδονιοις ἀποκατεστησε τον ταυρον , ὁς και τωνδε των ἱστοριων
αἰχμαλωτους ναυς , και ἀνελκυσαντες αὐτας ἐθεραπευον , ὡστε τοις Καρχηδονιοις μη μονον ἀκουστον , ἀλλα και θεωρητον ποιησαι το
9999946 Φιλιππου
” και λεγε ἐς τοδε : ὁ Δημοσθενης ἐπι του Φιλιππου ἐκπεσων και δειλιας φευγων . „ μελετωντι δε οὐ
μου κατηγορει ] ἠ ὁτι πλουτον ἐχει πολυν , του Φιλιππου δοντος και Ἀλεξανδρου , και οὐ πανυ φοβειται κἀν
9999946 ἐνεδεχετο
Πισσουθνην : στρατηγος του βασιλεως , περι την Ἰωνιαν διατριβων ἐνεδεχετο : ἐν ἑαυτῳ ἐδεχετο . το πλειστον της γνωμης
ἐπλεονασεν , ἁπερ ἐκ των τηρησεων εὐκατανοητα γινεσθαι πανταπασιν οὐκ ἐνεδεχετο . παλιν ὑποκεισθω το μεγιστον ἀποστημα του του Ἑρμου
9999946 Ἀννιβας
ἠν Ζακανθαιοις , πολει τε μεγαλῃ και δυνατῃ γενομενῃ . Ἀννιβας δ ' , ὡς ἐμαθε περι του χρυσου ,
ὑπατοις πασαι Βρουττων αἱ πολεις ὑπο των οἰκουντων παρεδοθησαν . Ἀννιβας μεν οὐν τεταρτον και δεκατον ἠγεν ἐπι της Ἰταλιας
9999946 ἱστορησεν
ὑποθεσεως , ἀλλ ' Ἀναξαγορας τουτο πρωτος ὑπελαβεν , ὡς ἱστορησεν Εὐδημος . . . , : και πρωτος των
μυθευουσι τας θεας ἀπολουσασθαι . και περι τουτων δε Ἀντικλειδης ἱστορησεν : ἐβαν δε προς τον Πριαμιδαν Ἀλεξανδρον ἐπαγγελιαις λογων
9999946 θαυμασιοι
προσγινεσθαι . Ἀλλ ' ὑμας γε οὐκ ἀξιον , ὠ θαυμασιοι . τα τε γαρ ἀλλα ἀγαθα ὑμιν ὑπερ τους
πολλων ἀνθρωπων ὀρθως μοι ἐδοκει μεμφεσθαι . Ὠ Κριτων , θαυμασιοι εἰσιν οἱ τοιουτοι ἀνδρες . ἀταρ οὐπω οἰδα ὁτι
9999946 θαυμασιωτερα
εἰ τας στηλας ἀνελοιεν . και ἡ λυσις δε ἐτι θαυμασιωτερα : γινωσκων γαρ ὁπως ἐχουσι γνωμης Ἀρκαδες προσποιειται ἀγνοειν
ἡ περι την φυλακην αὐτου προνοια και οἰκονομια πολυ μαλλον θαυμασιωτερα . πεπιστευμεναι γαρ , ὡς εἰκος , παρα θεων
9999946 ἐρωτημα
δηλονοτι φ ἐκσπονδοι ἠδη : γενομενοι . το αὐτο : ἐρωτημα δηλονοτι . ἐξαιρετον : ἐκβεβλημενον του φονου . τα
ἀλλ ' οὐ τουτον : οὐ γαρ ἐξελληνιζει οὑτω το ἐρωτημα λεχθεν ἐστι τουτον . ἐτι ποτερον ἐπιστασαι τουτο ;
9999946 Κλεαρχου
τετρακοσιους και χιλιους , πελτασται δε εἰς ἑπτακοσιους , οἱ Κλεαρχου Θρᾳκες , Ξενοφωντι δε ὁπλιται μεν εἰς ἑπτακοσιους και
στρατηγου δεκα εἰς τον Ἑλλησποντον διασωθεισαι , Βυζαντιον ἀφιστασι μετα Κλεαρχου : οὐσαι . ἠρχεν : του στολου του λοιπου
9999945 ἐρασθεισαν
τον ὀνον τον ἀγαπηθεντα νυν γενομενον ἀνθρωπον ὑπερτρυφαν και την ἐρασθεισαν ὑπεροραν : και δειπνω συν αὐτῃ και πολυ ἐκ
, Ἀργυραν δε εἰναι μεν των ἐν θαλασσῃ νυμφων , ἐρασθεισαν δε αὐτην Σελεμνου φοιταν τε ὡς αὐτον φασιν ἐκ
9999945 κολοκυντης
ἀμφιβολως λαλουντων . Ἠ κρινον ἠ κολοκυντην : το της κολοκυντης ἀνθος καλειται κρινον : ἀδηλον δε , εἰ οἰσει
, γενυων δολος , ἀντι δε ῥινων αἰγοδορων ἁψιδες ἀναπτομεναι κολοκυντης ἀζαλεης θηρειον ἀνω δεμας αὐ ἐρυουσι . Λαμνης δε
9999945 διετελεσε
νοσου γενησεται : πυρεξας γαρ τις ἐπι τρισιν ἡμεραις κοιμωμενος διετελεσε , τα τε βρεφη και ὁσοι την διαιταν ἠ
ἐπηλθεν . ὁρκιων ] οἱον ἐνορκους δικαστας . θησω ] διετελεσε γαρ το Ἀρειοπαγιτικον συνεδριον . ὑμεις δε ὁρκους αὐτους
9999945 φοβεοντο
ἀλληλους ἀνεμιμνον . οἱ δ ' ἐτι καμ μεσσον πεδιον φοβεοντο βοες ὡς , ἁς τε λεων ἐφοβησε μολων ἐν
δε χαρμα πεσων μεγα Τρωσιν ἐθηκας , οἱ σε παρος φοβεοντο , λεονθ ' ὡς αἰολα μηλα : νυν δ
9999945 μαλαγμα
σκευαζειν , και την δια χυλων ἐπιτιθεναι ἠ το Μνασαιου μαλαγμα , ἐπειτα σικυας μετα καταχασμου προσαγειν , τροφας δε
' ἐνιοις δε ἐννεα . ἐκ δε της ῥιζης σκευαζεται μαλαγμα προς χοιραδας και ἀθερωματα και στεατωματα και εἰς ἀποστηματα
9999945 ἐκυριευσαν
ὑπο τινων δικην θανατου οὐ παρων ὠφλεν . οὐ μην ἐκυριευσαν του σωματος αὐτου , ἀλλα τον ἰον ἀπηρυγον εἰς
Βοιωτους τε και Χαλκιδεις , εὐθυς ἀπο της μαχης Χαλκιδος ἐκυριευσαν . ἐκ της ὠφελειας της των Βοιωτων δεκατην ἁρμα
9999944 Πλειαδες
ἐν τῳ Σκορπιῳ λαμπρος ἀστηρ ἀνατελλει : ἐπισημαινει : και Πλειαδες δυνουσι φανεραι . Ἐν δε τῃ ιηῃ Εὐδοξῳ Σκορπιος
Σκορπιος ἀρχεται ἐπιτελλειν ἑῳος . Ἐν δε τῃ ιθῃ Εὐδοξῳ Πλειαδες ἑῳαι δυνουσι , και Ὠριων ἀρχεται δυνειν : και
9999944 ἐμελησεν
κατηγορησαι : εἰ δ ' ἐλεγχθησονται ψευδομενοι , οὐδεν αὐτοις ἐμελησεν . Ὡσπερ οὐν , εἰ ἀληθη ἠν ταυτα ἁ
ὁ βασιλευς : ἑτεροις δε ἐν ταις τηλικαυταις των Ἀφροδιτης ἐμελησεν . ὁ δε τοσουτον ἀπεσχε του ζητειν , εἰ
9999944 ῥημα
, συμπαραλαμβανομενης μεν της ἐμαυτον ἀντωνυμιας , ἐαν και το ῥημα ἐπι πλαγιαν φερηται , οὐ συμπαραλαμβανομενης δε , εἰ
Εἰλυφαζει . παρα το εἰλω και το φω , ὁπερ ῥημα λυφω , και παραγωγον εἰλυφαζω . Ἐπιουρος . φυλαξ
9999944 ἀνεβαλλετο
οὐν τουτο το κομμα : τηνελλα , οὑτως τα ἑξης ἀνεβαλλετο , και αὐτος μεν το μελος της κιθαρας ἐν
λυσιτελησον τῳ παθει . Ἐπει δ ' οὐκ οἰδα ὁπως ἀνεβαλλετο περισχεθεισα δεει . οὐπω γαρ τοι ἐτυχε και ὀνομα
9999944 ἐθαρρησαν
ἱεραι μελιτται , τροφοι του Διος . εἰς τουτο παρελθειν ἐθαρρησαν Λαιος και Κελεος και Κερβερος και Αἰγωλιος , ὁπως
ἐτολμησαν , μηδε τι περι της ἐς Ῥωμην ἀφοδου βουλευσασθαι ἐθαρρησαν , ἀγαπητως ἐκει μενοντες , και την ἐφημερον τρυφην
9999944 κρυσταλλοειδους
κερατοειδους και ἐπιπεφυκοτος . και ὑγρων τριων , ὑελοειδους , κρυσταλλοειδους και ὠοειδους ὡς ἠδη ἐπιπεφυκοτος νευρωδους ἠ νευρων ὀπτικων
αὐτα κατα θατερον μερος το ἐνδον το οἱον ἡμισφαιριον του κρυσταλλοειδους ἀσφαλειας ἑνεκα και κυκλος εἱς ὁ προειρημενος ὁ μεγιστος
9999944 βουλευμα
ἡ γνωμη , καθαπερ το τοιουτο , σοφον γαρ ἑν βουλευμα τας πολλας χερας νικᾳ , συν ὀχλῳ δ '
ἀν ἀσπιδος κυτει καλως ὁμιλησειας οὐτ ' ἀλλων ὑπερ νεανικον βουλευμα βουλευσαιο τι ἀλλ ' ἐμοι πιθου : παυσαι ματαιζων
9999944 συνηθη
. οἱ δε Δωριεις , ἁπερ τοις Ἀττικοις ἐπι δοτικην συνηθη , ταυτα ἐπι γενικην μεταγουσι , μεμφομαι σου λεγοντες
ὀλιγων ὁμου και σπουδαιων προς ἐκεινας ῥηματων ἐπιλαθομενοι , ταυτα συνηθη τοις ἐρα - σταις . τουτων οὐδεν ἐγω ποιησαι
9999944 ἀκολουθουν
, ἠ λημμασι προσχρηται ψευδεσιν , ἠ ἐπιφερει το μη ἀκολουθουν . οὐτε γαρ τῳ ἀπο Βαβυλωνος εἰς Θαψακον εἰναι
και ποθεν ἐχομεν , ἐρει τις , δειξαι ὁτι το ἀκολουθουν τῳ ἐξ ὑποθεσεως ληφθεντι ἀληθες ἐστιν ; ἀρα γε
9999944 ἀποκατεστησε
τοις Ἀκραγαντινοις μετα των ἀλλων των διαμειναντων παρα τοις Καρχηδονιοις ἀποκατεστησε τον ταυρον , ὁς και τωνδε των ἱστοριων γραφομενων
ὀλιγαρχιαν ἐν τῃ πολει , τῳ μεν δημῳ την ἐλευθεριαν ἀποκατεστησε , παρα δε των ἁψαμενων της ὀλιγαρχιας χρηματων πληθος
9999944 ἑστωσαν
ἐναντιαι ἀλληλαις : ἡ δε ἐναντιωσις την ἀντερεισιν της κινησεως ἑστωσαν ἐχει : ἡ γαρ ἀντιτυπια στασις φορας . αἱ
, ἀει θεωρων ἀνεμποδιστως και ἀπλανως του ἀληθους ἐφαπτομενος , ἑστωσαν ἐχων την οὐσιαν και ἀμεταβλητον και τελειαν την ἐνεργειαν
9999944 Πελοποννησον
ἀπαγειν την στρατιην ἑκατον τε ἐτεων μη ζητησαι κατοδον ἐς Πελοποννησον . Προεκριθη τε δη ἐκ παντων των συμμαχων ἐθελοντης
ἐν Ἱκετισιν ἠ Δαναισι το γενος αὐτων . και την Πελοποννησον δε Πελασγιαν φησιν Ἐφορος κληθηναι : και Εὐριπιδης δ
9999944 Πελοποννησιους
ἡλιαιᾳ λαβειν της Ἀττικης πεντωβολον ἐν τῃ Ἀρκαδιᾳ νικησαντα τους Πελοποννησιους . Γ τουτον ] δημον . Γ δει ]
ἐν τῃ Νισαιᾳ δεισαντες , σιτου τε ἀποριᾳ και τους Πελοποννησιους οὐ νομιζοντες ταχυ ἐπιβοηθησειν , τους τε Μεγαρεας πολεμιους
9999944 κινησεσι
προτερον και το ὑστερον προδιατεταγμενα και τοις πραξεσι και ταις κινησεσι την ταξιν παρεχεται . και περι μεν του ποτε
τας ἐνεργειας , αὑται προτερον οὐσαι χωρισται παρεχουσι και ταις κινησεσι και ἐνεργειαις και τοις παρεπομενοις το διιστασθαι : και
9999944 ἐνικησεν
οὐσα του Ἁγνιου . ἐπειδαν οὐν λεγῃ Μακαρτατος , ὁτι ἐνικησεν ὁ πατηρ αὐτου Θεοπομπος του κληρου τουτου , ὑπολαμβανετε
ἐς τους ἐπειτα ὁσων τε και οἱων τον Οἰνομαον κρατησαντα ἐνικησεν αὐτος . ἀπεθανον δε ὑπο του Οἰνομαου κατα τα
9999944 διηνεκες
εἰη τῳ φιλοσοφῳ δραμα , ἀληθεστερον μεν τῃ ὑποθεσει , διηνεκες δε τῳ χρονῳ , διδασκομενον δε ὑπο ποιητῃ τῳ
πολυπυροις τοποις : βοηθει γαρ ἐν ταις σιτοδειαις δια το διηνεκες του καρπου : ἐστι δ ' εὐκοιλιος ὁ καρπος
9999943 Πελοποννησιακον
παλιν ἐπ ' ἐκεινου . ἐδοξε τοις Ἑλλησι καταλυσαι τον Πελοποννησιακον πολεμον : γραφει τις και τα τροπαια ἀναιρειν :
την κοινην της φυσεως ὁμοπαθειαν . Ἀθηναιοι γαρ κατα τον Πελοποννησιακον πολεμον εἰς την Σφακτηριαν νησον πολλους των Λακεδαιμονιων κατακλεισαντες
9999943 σμικροι
γινομενων εἰρηται : εἰσι δε οἱ κινδυνοι ἐν αὐτοισιν οὐ σμικροι : ὀξεα γαρ ἐστι και ταχυ μεταλλασσοντα , και
και ἠνεχθη παρ ' αὐτον τα παιδιαδυο γαρ αὐτῳ ὑεις σμικροι ἠσαν , εἱς δε μεγαςκαι αἱ οἰκειαι γυναικες ἀφικοντο
9999943 εὐδαιμονες
ἀρχωμεθα και τουτου ἐντευθεν . ὀρθως λεγονται οἱ μηδενος δεομενοι εὐδαιμονες εἰναι , και ὡς των ἀπεραντους ἐχοντων τας ἐπιθυμιας
ἐπιμισγεται , ἀλλοτε δ ' ἐσθλῳ . δοκουσι γαρ οἱ εὐδαιμονες συγκεκραμενον ἐχειν τοις ἀγαθοις και φαυλον : οἱ δε
9999943 ἐβιαζοντο
Μακεδονες ἠσαν ἐπαχθεις αὐτῳ και βαρεις και παντα σφισιν αὐτοις ἐβιαζοντο παρ ' αὐτου γιγνεσθαι . ὁ δε προσ -
γενομενης οἱ μεν ἐδεισαν , οἱ δε πανταχοθεν ἠδη καταφρονουντες ἐβιαζοντο την ἀναβασιν , ξυλα και μηχανηματα και σανιδας ἐπι
9999943 ἐνεκειτο
ἐς τι ῥευμα καταβαντας ἐχρην ἀναβαινειν ἐπι τον Ἀσρουβαν , ἐνεκειτο δη τοτε και συνεβουλευε στραφηναι ὡς ἀλλου καιρου και
παρανομει , δι ' ἐκεινων και κολαζεται . Ἐπει οὐν ἐνεκειτο τα ἡπατα μου ἀνιλεως κατα του Ἰωσηφ , τῳ
9999943 αὐταρκη
τους εὐψυχους ἁμα και δικαιους . . . , . αὐταρκη τ ' εἰναι τον σοφον : παντα γαρ αὐτου
τα γε δοξαντα προθυμως [ ὑμας ] . εἰ γαρ αὐταρκη τα ψηφισματ ' ἠν ἠ ὑμας ἀναγκαζειν ἁ προσηκει
9999943 ἐνεργειαϲ
ϲτυφουϲα φαινεται μετα τινοϲ βραχειαϲ γλυκυτητοϲ , κατα δε ταϲ ἐνεργειαϲ ἡ μεν δριμυτηϲ τα τηϲ θερμοτητοϲ ἐργα διαδεικνυται ,
ποϲον ϲυμμετρον : ἐγειρει τε ἑαυτηϲ ἡ φυϲιϲ ἀναζυπυρουϲα ταϲ ἐνεργειαϲ τεταλαιπωρημεναϲ πολλακιϲ ὑπο τηϲ ἀγριοτητοϲ των παθων , ἀπομαχεται
9999943 ἐλειπετο
Μονον τοινυν και ὑπομνημα της παλαιας εὐδαιμονιας ἁμα και σεμνοτητος ἐλειπετο τουτο τῃ τε πολει και τῃ Ἑλλαδι . ναυμαχιαι
εὑροντος δοθηναι τῳ Ἀπολλωνι . τουτων των ἀναθηματων οὐδεν ἐτι ἐλειπετο , συγκατεκαυθη γαρ ἐμπιπραμενῳ τῳ ναῳ : τον δε
9999943 ἐνεπλησεν
, οἰμαι , ἀνατειλας ἡλιος τον ζοφον του ἀερος φωτος ἐνεπλησεν , οὑτως και ἀρετη ἀνατειλασα ἐν ψυχῃ την ἀχλυν
τας ἀφ ' ἑαυτου προσβαλον κηρας ἀσης και ἀδημονιας αὐτον ἐνεπλησεν ἠ πιανθεν ἀμετρως ἀπολαυσει ἡδονων ἀμβλυτερας τας εἰς το
9999943 ἐπολεμησε
. ὑπο γαρ μονου του Ἐτεοκλεους ἀδικηθεις πασι τοις Θηβαιοις ἐπολεμησε . . ἁπαντας ] τους πολιτας . ἀνθ '
θυουσι ταις χαρισι . μετ ' οὐ πολυ δε θαλασσοκρατων ἐπολεμησε στολῳ τας Ἀθηνας , και Μεγαρα εἱλε Νισου βασιλευοντος
9999942 εἰλικρινες
ἀχροωτερα δε , διοτι οὐκ ἀποκαθαιρει προσπιπτον το πνευμα το εἰλικρινες , ἀλλ ' ἐν τῳ αὐτῳ ἐγγυμναζεται πνευματι :
πιθανωτερον ἐστιν ἐν τῳ ἀερι , πολυ το καθαρον και εἰλικρινες ἐχοντι παρα την γην και το ὑδωρ , ἐμψυχα
9999942 αἰσθανομεθα
τα ἀλλα ὁσα ζῳου παθη εἰρηται . Ἀλλα πως ἡμεις αἰσθανομεθα ; Ἠ , ὁτι οὐκ ἀπηλλαγημεν του τοιουτου ζῳου
ἐν αὐτῳ διαφορας , τουτο ἀνωθεν ἀναλαβοντες ἀκριβεστερον ἐπισκεψομεθα . αἰσθανομεθα τοινυν οὐ μονον το λευκον του μελανος διαφερον ,
9999942 Θετταλιαν
τριακοντα πολεις ἐπι Θρᾳκης ὑπερ ὑμων ἀνῃρηκεναι φησει , και Θετταλιαν ἁπασαν ἐχειν φρουραις και τετραδαρχιαις κατειληφως , ἱν '
Ἀσωπον . Πηνειος μεν οὐν κατοικησας περι την νυν οὐσαν Θετταλιαν ἐπωνυμον ἑαυτου τον προειρημενον ποταμον ἐποιη - σεν :
9999942 Ὀλυμπιαν
σε ἐφη οὐκ ἐς μυλην ἐμβαλω , ἀλλ ' ἐς Ὀλυμπιαν ἀξω . πολλῳ γαρ ᾠετο πικροτεραν ὡς το εἰκος
ξυντονου κατασχουσης το Ἑλληνικον ζην τον ἀνδρα και ἀφιχθαι ἐς Ὀλυμπιαν , καταρχας μεν ἐδοκει μη ἐρρωσθαι ὁ λογος ,
9999942 θανατοιο
, εἰς ὁτε κεν μιν μοιρ ' ὀλοη καθελῃσι τανηλεγεος θανατοιο , μη τις μοι κατα δημον Ἀχαιϊαδων νεμεσησῃ ,
δεξηται στυγερης τ ' ἐνοπης κωκυτον ἀκουσῃ , οὐ τηλου θανατοιο ταχ ' ἐσσεται , ἀλλα οἱ ἀτην και μορον
9999942 χαλεπης
και εἰς φιλιαν μετατρεπει . ῥυεται δε ἀπο πασης ἀναγκης χαλεπης και κεραυνου και κινδυνου και πασης ζαλης και περιστασεως
γε αὐτος αἰτιος ἐγενομην καταλειφθηναι , ὁτε δηχθεις ἐτυχεν ὑπο χαλεπης και ἀνιατου ἐχιδνης . οὐκ ἀν οὐν ᾠμην οὐδε
9999942 εἰλικρινως
ἐπικρατειαν προηγεισθαι της κατ ' εἰλικρινειαν . ἱνα γαρ τι εἰλικρινως κινηθῃ , τουτεστιν ὁλον δι ' ὁλου , προτερον
μεταξυ που κυλινδειται του τε μη ὀντος και του ὀντος εἰλικρινως . Ηὑρηκαμεν . Προωμολογησαμεν δε γε , εἰ τι
9999942 ἀδικημα
καταπραξεται , δημοσιᾳ την πολιν ἀδικει : ἀλλα καθολου το ἀδικημα θεις ἐπι τοις πασχουσιν ὡρισε την διακρισιν : τι
πεμπουσιν ὑπατους και ἱερεας και μητερα και γυναικα το τε ἀδικημα ἰωνται ἀμνηστιᾳ και καθοδῳ . “ συ δε μη
9999942 γλωσσαν
το αὐτο την ψυχην το σωμα , τας ἀκοας την γλωσσαν , τας ὀψεις την χροαν , πανθ ' ὡς
οὐρανον και γην ὑδωρ βλυζουσαντο ] μεν ὑδρειον ὁμοιουντες καρδιᾳ γλωσσαν ἐχουσῃ : καρδιᾳ μεν , ἐπειδη παρ ' αὐτοις
9999942 Πατροκλης
της Ἰνδικης ἐπι την Ὑρκανιαν : ὁτι δε δυνατον , Πατροκλης εἰρηκε . : Φησι δε και εὐπλουν εἰναι και
Ἰνδικης δυνατον , ὡς φησιν ὁ των τοπων ἡγησαμενος τουτων Πατροκλης . : Οὐχ ὁμολογουσι δ ' ὁτι περιεπλευσαν τινες
9999942 σταχυες
κριθη και λευκη και μελαινα ἐρυσιβωδης , ὀρθοι γαρ οἱ σταχυες , ἡ δ ' ἐτεοκριθος ἀσφαλης , ἀπονευει γαρ
, το σημαινον το ἀθροισμα : ἐκει γαρ συναθροιζονται οἱ σταχυες . ἠ παρα το ἁλις , ὁ ἐστιν ἱκανως
9999942 διεθετο
Φορμιων , μητε παραγενομενους ἐκεινῳ διατιθεμενῳ μητ ' εἰδοτας εἰ διεθετο , πως οὐ περιφανως ἀναισχυντια δοκει ὑμιν εἰναι ;
διαθηκας , ἐκ τινος ἀν τροπου , εἰ τις παρανοων διεθετο , γνοιητε , πριν περι αὐτου του διαθεσθαι πιστευσαι
9999941 σοφωτατοι
. . : ᾠδη και στροφη κωλων ιβʹ . ὠ σοφωτατοι θεαται : τουτο . . . καταληκτικων , ὡν
ἐστι , και ἐλεγχος ἐστιν ἀκριβης . . Το μαρτυρες σοφωτατοι ἀντι του : το γαρ συνεχως λεχθεν λεγεται και
9999941 θεμελιοι
τοιχοι , και εἰ τοιχοι , θεμελιοι , και εἰ θεμελιοι , ὀρυγη . και εἰ ὁ Μηδικος Ἀθηναιοις ἐπενηνεκται
λιθων ἐπηκολουθησε τμησεως , ἠ μαλλον εἰπειν προηγησατο , ὁτι θεμελιοι γεγονασιν , εἰ δε τουτο , και λιθοι τετμηνται
9999941 γενησομεθα
ἀνδρες , παραπεσουσης τινος δια της τυχης σωτηριας , και γενησομεθα παλιν ἰσοι ὑμιν , εἰτε και ἐκπολιορκηθεντες παρ '
ζητουμενον τῳ λογῳ . ζητουμεν δε δη τινα τροπον σοφοι γενησομεθα , ὡς οὐσης τινος ἑκαστοις ταυτης της δυναμεως :
9999941 ἀκουσε
ἀποδειξις ; ἡ ἐπιφερομενη . ἐν Τροιᾳ μαν Ἑκτωρ Αἰαντος ἀκουσε : τουτῳ γαρ μονομαχησας ἐλειφθη . δυνατος : ἀντι
ὀρος πολει ἀμφικαλυψαι . ” αὐταρ ἐπει το γ ' ἀκουσε Ποσειδαων ἐνοσιχθων , βη ῥ ' ἰμεν ἐς Σχεριην
9999941 ἐπεταξε
' ἐπιβουλην . πιστευσας δε τοις γεγραμμενοις τον μεν Ἱππολυτον ἐπεταξε φευγειν , αὐτος δε τῳ Ποσειδωνι ἀρας ἐθετο ,
Ἀλεξανδρος δε σατραπην μεν Συριᾳ τῃ κοιλῃ Μενωνα τον Κερδιμμα ἐπεταξε δους αὐτῳ εἰς φυλακην της χωρας τους των ξυμμαχων
9999941 βουλευσαιτο
' ἡμων πραχθηναι , τις ἀν περι τουτων νουν ἐχων βουλευσαιτο ; ἀλλα βουλευομεθα περι των ἐφ ' ἡμιν και
ἐξ ἑτερου ἀνδρος , ἱνα μη χωρισθεισης περι των αὑτου βουλευσαιτο καθαπερ προσηκεν , ἐπειθε δε μενειν φασκουσαν ἐξ αὐτου
9999941 ἀπιστω
Κρατυλε , θαυμαζω και αὐτος παλαι την ἐμαυτου σοφιαν και ἀπιστω . δοκει οὐν μοι χρηναι ἐπανασκεψασθαι τι και λεγω
. Και ὁ Βαβυλωνιος : Ἀλλ ' ἐγωγε σοι οὐκ ἀπιστω : τοδε μοι λεξον : εἰ βασιλευς εἰης ἁπασης
9999941 ἐκτησατο
ᾠηθη ἀν εἰναι . Ἀριστοφανης τοινυν γην μεν και οἰκιαν ἐκτησατο πλειν ἠ πεντε ταλαντων , κατεχορηγησε δε ὑπερ αὑτου
των της ἀρετης μοριων , ἀλλ ' ἀπο παντων συλληβδην ἐκτησατο ; ὁτι γαρ οὐκ ἀτιμαστεον αὐ τους πολλους οὐδε
9999941 σωματοειδες
κοσμου ἐκ πυρος και γης . δει δε το γενησομενον σωματοειδες ἀντιτυπικον εἰναι και ὁρατον . . . Θεοφραστος φησιν
προτεραν μεν εἰναι την ψυχην , μετα δε ταυτην το σωματοειδες το ἐκ πυρος μεν και γης πρωτον , ὑδατος
9999941 ἐναλλαγην
ζῳδιῳ ἐν ᾡ ἐχει λογον , ποιει τον ἐχοντα την ἐναλλαγην ἐνδυναμον την ψυχην και ἀποτρεπει παντα ὀκνον και ῥαθυμιαν
ἐπιμονῃ ἡ προσεπαναδοσις , τῃ ἀντιληψει ἡ ἐφοδος κατ ' ἐναλλαγην και ἡ ἐπιτομη και ἡ παροδος και τα καλουμενα
9999941 συγγενεσι
ἐπιμεριζει ὁ Ἡλιος ἐν τῃ γεροντικῃ ἡλικιᾳ , εὐφρανθησεται ἐπι συγγενεσι και τεκνοις και τευξεται ἀξιολογων εὐτυχιων : ἐπιμεριζει δε
Λατινους ἐπι παντα ἐκαλει τα Ῥωμαιων , ὡς οὐκ εὐπρεπως συγγενεσι της βουλης ἀντιστηναι δυναμενης : των τε ἑτερων συμμαχων
9999941 παραβεβλησθω
, και τῳ ἀπο της ΑΓ ἰσον παρα την ΔΕ παραβεβλησθω το ΔΖ πλατος ποιουν την ΔΗ . και ἐπει
μεν ἀπο της ΑΒ ἰσον παρα την ΕΖ παραλληλογραμμον ὀρθογωνιον παραβεβλησθω το ΕΚ , τοις δε ἀπο των ΑΓ ,
9999941 τοπικα
ἀριθμου δηλωτικα , οἱον διϲ τριϲ τετρακιϲ . Τα δε τοπικα , οἱον ἀνω κατω : ὡν ϲχεϲειϲ εἰϲι τρειϲ
δημος της Ἐρεχθηιδος φυλης . ὁ δημοτης Συβριδης . τα τοπικα ἐκ Συβριδων [ εἰς Συβριδων ] ἐν Συβριδων .
9999941 σκολιοτητα
καλουσι κερατα , δρακοντι δε δια το μηκος και την σκολιοτητα , βουπρῳρον δε δια την αὐτην αἰτιαν δι '
ἐθελοι : ὁς γαρ εἰδως τα δικαια μη ἀποκρυπτει δια σκολιοτητα ἠθους ἀλλ ' ἀγορευει , τουτῳ και ὁ παρα
9999941 οἰκοδομης
της ἀρχης ἐκπεσων , τους τε θεμελιους κατεβαλετο και της οἰκοδομης τα πολλα εἰργασατο . οὐ μην ἐτελειωσε το ἐργον
Κεραμεικου δημοσιᾳ : της δε ποιησεως του στεφανου και της οἰκοδομης του ταφου χειροτονησαι τον δημον ἠδη τους ἐπιμελησομενους πεντε
9999941 φοβερωτερα
μικρον ἀναγκαζονται καταφρονειν : οὑτως ἐνιοτε τα πρωτα και ἀρχομενα φοβερωτερα των χρονιζομενων εἰναι δοκει . διο πολλακις ἠδη τινες
ὑπηρετουντας του Παυσανιου και μαλλον το μηδενα ἀπονοστησαι των πεμπομενων φοβερωτερα μηνυσις ἐγενετο τοις μηπω ἀπεσταλμενοις . και ἐπει το
9999941 ἀκουσομεθα
, των νυν εἰρημενων λογων οὐ χειρους οὐδ ' ἐλαττους ἀκουσομεθα , μακραν ἀν ἐλθοιμι ἐγωγε . “ δηλονοτι εἰκασμῳ
ἡ ὀψις σημειολυτου ; ἐκ του σαπρου τουτου τι ἀγαθον ἀκουσομεθα ; ” και ἠρξαντο γελαν . ὁ δε Αἰσωπος
9999941 τετολμηκεν
οὐκ ἐνουσης γενεσθαι διομολογιας , οὑτως ἀλογως πραγμα τηλικουτον ψευσασθαι τετολμηκεν . Οὐ μονον δε τουτο πεποιηκεν , ἀλλα και
ἀδιαπαυστους ἀνεξομαι . ὁ δε παντων δεινοτατον ἠδη και ἀφορητοτατον τετολμηκεν , ὑπερ οὑ και γνωμην βουλομενη λαβειν τι μοι
9999940 κολοκυντην
αὐτα λαμβανειν ἑφθα μαλλον . Ἀττικοι δε μονως καλουσιν αὐτην κολοκυντην . Ἑρμιππος : την κεφαλην ὁσην ἐχει : ὁσην
Οἱ οὐν διαφυγοντες ἐλεγον τουτο . Ἠ κρινον , ἠ κολοκυντην : το της κολοκυντης ἀνθος καλειται κρινον . Ἐταττον
9999940 ἐνεστ
Αἰσχινη , ἁπερ πιστοτατ ' ἐστιν ἁπαντων , και οὐκ ἐνεστ ' εἰπειν οὐδ ' αἰτιασασθαι ὡς ἠ πεπεισμεν '
? [ ; σημηνατ ' , εἰπαθ ' ὡς [ ἐνεστ ] [ ' ] αὐτους ἑλειν [ . δεινον
9999940 ἐρωτι
τῳ μεν λογῳ φραζοντι ᾑ χρη ἰεναι : τῳ δε ἐρωτι ἐπισταμενῳ , και τους πονους της πορειας πειθοι και
ταὐτα και ὡσαυτως ἐχουσης φυσεως ἀμοιρησασα , ζηλῳ δε και ἐρωτι του βελτιονος ἐξαιφνης κατασχεθεισα και σπευδουσα καταλιπειν μεν την

Back