πλέον , οὕτως ἐνδεὴς τροφῆς ὥστε καὶ ἐπὶ πεπυκνωμένον καὶ ἠσφαλισμένον δόμον ἐλθεῖν . δόμον δὲ τὴν ἔπαυλιν . .
ἄλλως : ὑπέγγυον : δίκαιον . ὧδε ὑποστικτέον . τὸ ἠσφαλισμένον , φησὶ , τῇ δίκῃ καὶ παρὰ θεοῖς οὐ
5841356 καθικνειται
ὅτι καὶ ὄφεις ποτὲ ἀκινητοῦσι χειμερινῷ κρύει παγέντες , βακτηρίᾳ καθικνεῖται τοῦ σπειράματος , καὶ τότε οὕτως ἐκπεριοδεύσας τὴν προσπίπτουσαν
ἐστι κρείττων ἡ εὐυδρία παντός , ὥστ ' οὐδὲ λιμὸς καθικνεῖται τῶν ἀνθρώπων τούτων οὐδ ' ἅπαξ : τοσαύτην δ
5635256 ἀτερθεν
? [ [ ] ση καλεῖν [ ] ει τις ἄτερθεν [ [ ] κασ ? [ ! ! !
Πελασγός , τὴν δὲ καὶ πόλις διδοῖ , οἰκεῖν λάτρων ἄτερθεν : εὐπετῆ τάδε . μόνον φύλαξαι τάσδ ' ἐπιστολὰς
5607986 ἀποθνῃσκων
μηκέτι σπῶ : οὐ δέδοται . ἀλλ ' ὡς ἤδη ἀποθνῄσκων ὧδε ἐπινοήθητι : γέρων εἶ : μηκέτι τοῦτο ἐάσῃς
ἢ ὅτι αὐτὴν ἀναλαβὼν ὁ ἰατρὸς Νικόστρατος [ καὶ ] ἀποθνῄσκων κατέλιπεν αὐτῇ πολὺν ἐλλέβορον , ἄλλο δὲ οὐδέν .
5591538 συσχεθεισα
ἐγένοντο , οἱ δὲ σφόδρα ἐμπιστευθέντες προδόται . ἔλαφος δίψει συσχεθεῖσα παρεγένετο ἐπί τινα πηγὴν τοῦ πιεῖν . πιοῦσα δὲ
οἳ τὴν ἀλήθειαν οὐκ εἰδότες ἀπατᾶν νομίζουσιν . ἔλαφος δίψῃ συσχεθεῖσα παρεγένετο ἐπί τινα πηγήν . πιοῦσα δὲ ὡς ἐθεάσατο
5490585 αὐτοκελευστος
τοῦτο καὶ προλέγει τὰ συνοίσοντα καὶ συμβάντος τινὸς ἀβουλήτου πάρεστιν αὐτοκέλευστος βοηθήσων , οὐ τὴν ἑτέραν φέρων μόνον ὠφέλειαν ,
τὰ ὅπλα ὥρμησαν : καὶ φθάνει τῷ Σερουιλίῳ συναχθεῖσα δύναμις αὐτοκέλευστος ἱκανή , ἣν ἐκεῖνος ἔχων συντεταγμένην , προσπίπτει τοῖς
5429253 θεληματι
τῶν πτερύγων οἰωνὸν ] τὸν γῦπα ᾧ ἐπωχεῖτο γνώμῃ ] θελήματι ἐμῷ στομίων ] χαλινῶν ἄτερ ] χωρίς εὐθύνων ]
, ὃ ζητῶ , βουλῇ τῇ σῇ ἀναπέπαυμαι . εἶδον θελήματι τῷ σῷ τὴν εὐλογίαν ταύτην λεγομένην . Ὦ πάτερ
5406584 μοχθου
, οὐκ ἔνι . Ἑρμηνεία . Οὐκ εὐπόριστος ἡ τροφὴ μόχθου δίχα , Κἂν τὸ ποτὸν ἀφθόνως | ἡ φύσις
μολεῖν ] ἐλθεῖν δεῦρ ' ] ἐνταῦθα ἐκμεμόχθηκε ] μετὰ μόχθου καὶ κόπου ὑπέμεινεν φράσω ] λέξω τεκμήριον ] σημεῖον
5388233 ταμιᾳ
' ἔν τινι καταγωγῇ περὶ ξενίας ἔριδος αὐτῷ καὶ τῷ ταμίᾳ γενομένης ὁ Φλάκκος διαιτῶν οὐδὲν ἐς τιμὴν ἐπεσήμηνε τοῦ
. Ὄφρα μὴ ταμία ] * ὅς γέ τις οὐ ταμίᾳ χρὴ γράφειν , ἵν ' ᾖ τὸ κῶλον ὅμοιον
5379706 λησεσθαι
ἵλεω . διὰ τί ; ὅτι , ἐὰν ὑπολαβοῦσα διάνοια λήσεσθαι τὸ θεῖον ἀδικοῦσα , ὡς μὴ πάντα καθορᾶν δυνάμενον
τοῦ φανεροῦ ποιησάμενος τὴν ἔξοδον , ἀλλ ' ὡς μάλιστα λήσεσθαι αὐτοὺς ἔμελλε . προελθὼν γὰρ ἐκ τῆς Ῥώμης περὶ
5371504 φιλοδοξια
διότι πολλὰ μὲν τῷ φαύλῳ τὰ ἐμποδών , φιλαργυρία , φιλοδοξία , φιληδονία , τῷ δ ' ἀστείῳ τὸ παράπαν
, οἷον ποδάγρα καὶ ἀρθρίτιδες , οὕτω κἀπὶ τῆς ψυχῆς φιλοδοξία καὶ φιληδονία καὶ τὰ παραπλήσια . τὸ γὰρ ἀρρώστημά
5370531 ἀλγων
τῶν σκύμνων , ὃς ὑπ ' ὀδύνης ἐπειγόμενος καὶ πλεῖστον ἀλγῶν εἰς τὸν βυθὸν καταδύεται τῶν ναυτῶν ἐνδιδόντων καί τινος
ὅσου περ ἦν τὸ σωθῆναι . καὶ δὴ καὶ ὀδόντας ἀλγῶν ποτε ἔτυχον καὶ οὔτε διᾶραι τὸ στόμα οἷός τ
5348493 ἀναλωσιν
τὸν ἄλλον χρόνον τῇ συλλογῇ χαίροντες τότε ἐν κέρδει τὴν ἀνάλωσιν ποιοῦνται , πρότερον δὲ εἰωθότες τὴν γαστέρα κολάζειν τότε
τοῦ ἀστέρος . ὁ δὲ τοῦ Διὸς ἐπιπαρὼν τῷ τόπῳ ἀνάλωσιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων μέχρι τέλους , ὥστε μηδὲν αὐτῷ
5337735 ἀκαθεκτῳ
ἦν . ἐννέπω ] λέγω . . ἀναυδάτῳ μένει ] ἀκαθέκτῳ ὀργῇ ἀνῄρηνται ὑπ ' ἀλλήλων , ἰσχύϊ μεγάλῃ καὶ
φορὰς μεγάλων ἐξευμαρίζειν κακῶν . ἢ κἂν μεμηνότες τινὲς ᾄττωσιν ἀκαθέκτῳ καὶ ἀπαρηγορήτῳ χρώμενοι τῇ τοῦ πολεμεῖν ἐπιθυμίᾳ , μέχρι
5308551 δολιχῳ
γάρ τε κέλευθος ὁμῶς κατ ' ἐναντίον ἕρπει ἀτραπὸν ὁλκαίην δολιχῷ μηρύγματι γαστρός . ] ἣ καὶ σμερδαλέον μὲν ἔχει
καὶ οὐκ τῇδε κἀκεῖσε * ἀτραπόν : κατὰ τὴν ὁδόν δολιχῷ δὲ μηρύγματι γαστρός , οἱονεὶ τῷ ὁλκῷ ἢ τῷ
5301011 λυμας
γεγονότα πήματα ] ἤγουν τιμωρίας , βλάβας λύματα ] ἤγουν λύμας , βλάβας δείματ ' ] φοβήματα ἀμφήκει ] διστόμῳ
πέφυκεν ἀρετάς , καὶ καθ ' ἑκούσιον γνώμην ἐνδεδεγμένοι τὰς λύμας , ὅμως ἱερουργεῖν τολμῶσι νομίζοντες τὸν τοῦ θεοῦ ὀφθαλμὸν
5293951 ἐσῃει
' ἑαυτὴν ὡς κατεῖδ ' ἐγκύμονα , εἰς θαῦμ ' ἐσῄει κἀξεπέπληκτο σφοδρῶς , ὡς εἰς τόδ ' ἦλθε μέμψιν
αὐτόν , τὰς πύλας ἀνέῳξαν , καὶ ὁ μὲν Νικομήδης ἐσῄει μετὰ τοῦ στρατοῦ , τὸν δὲ Προυσίαν ἐς ἱερὸν
5280961 μετατιθεμενων
. ἐν δὲ ταύταις τῶν ὑπηκόων αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἀνίκιον μετατιθεμένων ἠξίωσεν ἐντυχεῖν τῷ Ἀνικίῳ καὶ γονυπετὴς ἐδεῖτο αὐτοῦ πάνυ
, πάλιν κατείληπται προνοίᾳ , ὡς πανταχοῦ ἀρετὴν κρατεῖν καὶ μετατιθεμένων καὶ διορθώσεως τυγχανόντων τῶν ἡμαρτημένων , οἷον ἐν ἑνὶ
5265644 ἀβουλητοις
ἀλλὰ συνεπικουφίσαι καὶ συνεγεῖραι , πόρρωθεν ἀναδιδάσκων τὸ μὴ τοῖς ἀβουλήτοις τῶν ἐχθρανάντων ἐφήδεσθαι , βαρύμηνι πάθος ἐπιχαιρεκακίαν εἰδώς ,
τὸν θεὸν ἀναφέροντος τὰ τέλη τῶν κατορθουμένων καὶ μηκέτι ταῖς ἀβουλήτοις ἀρχαῖς καὶ πρώταις ἐνστάσεσι τῶν μὴ κατὰ γνώμην δυσχεράναντος
5262745 ἐπαιρομενη
ἀριθμῆται κινδύνους τῳ συμπάντων ἄρχειν ἀξιοῦντι , τοτὲ δ ' ἐπαιρομένη , ἐπειδὰν τὸ μέγεθος τῆς ἐξουσίας τε καὶ τιμῆς
ἔννοιαν , ὡς ἡ μὲν ὑφ ' ὧν ἐπάγεται χρημάτων ἐπαιρομένη τὰ πολλὰ κρατεῖν ἀξιώσει τοῦ συνοικοῦντος , ἡ δὲ
5259572 οἰομενη
, ἀλλὰ θεωρεῖσθαι μᾶλλον ἐθέλειν . γυνὴ δὲ καλὴν ἑαυτὴν οἰομένη καὶ μέγα τούτῳ φρονοῦσα περιέργοις τε σχήμασι καὶ θρυπτομένῳ
διατρίβων ἐπὶ πλέον ἐν ταῖς ἀντιλογίαις . γέγονέ τις δόξα οἰομένη κατὰ σῆψιν ἀλλοιοῦσθαι ἐν γαστέρι τὰ σιτία , ἐκ
5232004 Οἰβαρης
Δαρείῳ δὲ ἦν ἱπποκόμος ἀνὴρ σοφός , τῷ οὔνομα ἦν Οἰβάρης . Πρὸς τοῦτον τὸν ἄνδρα , ἐπείτε διελύθησαν ,
σχῶμεν τοῦτο τὸ γέρας καὶ μὴ ἄλλος τις . Ἀμείβεται Οἰβάρης τοῖσδε : Εἰ μὲν δή , ὦ δέσποτα ,
5231951 ἐωσα
ἡ κάμπτουσα τῶν κολαζομένων τοὺς πόδας καὶ συμποδίζουσα καὶ μὴ ἐῶσα φυγεῖν , ἢ ἡ τοὺς ἑαυτῆς πόδας ἐπικλίνουσα καὶ
ἡ κάμπτουσα τῶν κολαζομένων τοὺς πόδας καὶ συμποδίζουσα καὶ μὴ ἐῶσα φυγεῖν . ἢ τοὺς ἑαυτῆς πόδας ἐπικλίνουσα καὶ πρὸς
5227261 ἀθλιας
ἴδοις ἂν καὶ νέας δούλας ἄρτι πρῶτον δυστυχησάσας τλήμονας καὶ ἀθλίας τὴν αὐτῶν εὐνὴν αἰχμάλωτον , ζώντων τῶν οἰκείων ἀν
] ἐγεννήθημεν . μητρὸς ταλαίνης : ἤτοι τῆς Ἰοκάστης τῆς ἀθλίας ὅτι συνεμίγη τῷ υἱῷ αὐτῆς Οἰδίποδι . ταλαίνης ]
5223128 πτοιαν
ἐστὶ βιαία καὶ αἰφνίδιος ἀνέμου ἔμπτωσις . πτοιώδεσι : τὴν πτοίαν οἱ μὲν δέχονται τὸν κίνδυνον , οἱ δὲ τὴν
δὲ πολλοῖς : καὶ τὸν μὲν τούτων δρόμον καὶ τὴν πτοίαν τοῦ παντὸς ἐδέησεν ὁ Ἀνάχαρσις ἐπαινέσαι . Περιῄει δὲ
5222336 ἀπολειφθεις
ὁ τοῦ Ἰωάννου τῆς γυναικὸς ἀδελφός , ὕπαρχος τοῦ Πελωγράδου ἀπολειφθεὶς πρὸς αὐτοῦ ἐνεκότει τῷ Λαζάρῳ δεινῶς καὶ πάντα τρόπον
ὦ πάτερ , εἰς ἀφασίαν με ἤνεγκας : τῶν πρὶν ἀπολειφθεὶς φρενῶν , τὸ γὰρ μέγεθος βλέπω τὸ σὸν τὸ
5221248 ἐμποδιζει
, μὴ προσενέγκῃς τὸ τί : αὐτὸ γὰρ τοῦτό σε ἐμποδίζει πρὸς τὴν ἐκείνου γνῶσιν , ὅτι οἴει τι ἀκούσεσθαι
συμμέτρῳ . καὶ οὕτω κείμενα ἕκαστα κατενόησα ὡς οὔτε ἄλληλα ἐμποδίζει οὔτε μαστευτοῦ δεῖται οὔτε ἀσυσκεύαστά ἐστιν οὔτε δυσλύτως ἔχει
5212764 ἐμαλακισθη
ἐπὶ ἀρρώστου ἔκαμεν , ἠρρώστησεν , ἐνόσησεν , ἠσθένησεν , ἐμαλακίσθη , μαλακῶς ἔσχεν : καὶ κάμνων , ἀρρωστήσας ,
γάρ , ὅτι παρὰ γνώμην αὐτοῦ τοῦτο πεποιήκαμεν : καίγε ἐμαλακίσθη ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ . Ἀλλ ' ἐγὼ εἶδον
5208030 μηχαρ
τορῶς τέκμηρον ὅ τι μ ' ἐπαμμένει παθεῖν : τί μῆχαρ , ἢ τί φάρμακον νόσου ; δεῖξον , εἴπερ
αὐτόχειρ ἄναξ , γένους παλαιόφρων μέγας τέκτων , τὸ πᾶν μῆχαρ οὔριος Ζεύς . ὑπ ' ἀρχᾶς δ ' οὔτινος
5190307 θυμοειδει
καὶ ᾧ ἐπιθυμοῦμεν τῶν ἐπιθυμητῶν , καὶ τῶν ὀργιστῶν τῷ θυμοειδεῖ ; Οὐ γὰρ ἄλλο μὲν ἀπολαύσει , φήσει τις
: ἀντὶ τοῦ σωφρόνει καὶ τὸν εὖ λέγοντα μηδαμῶς τῷ θυμοειδεῖ μέρει τῆς ψυχῆς σου ποιοῦ δυσμενῆ : † ἄλλως
5168852 ἀσκηθης
παρὰ τὸ σχέθω κατὰ σύνθεσιν καὶ ἔκτασιν , καὶ τροπῇ ἀσκηθής , ὁ ὑγιής . . . . ἀσκαλαβώτης :
δὲ τῆς παιδιᾶς “ ἀμφ ' ἀστραγάλοισι χολωθείς . ” ἀσκηθής ὑγιής , ἀσινής . ἀσύφηλος ἀμαθής , οὐδενός ,
5167985 ταχυπους
Γαῖα δὲ τὰν μαντείων ἀφείλετο τιμὰν Φοῖβον φθόνωι θυγατρός . ταχύπους δ ' ἐς Ὄλυμπον ὁρμαθεὶς ἄναξ χέρα παιδνὸν ἕλιξεν
, ἀφροσύνᾳ πρόσω βιοτὰν τεκμαιρόμενοι . ὁ δ ' ἀμφιβάλλει ταχύπους κέλευθον ἕρπων σκοτίαν , ἄφνω δ ' ἄφαντος προσέβα
5167718 εὑδοντ
Τότ ' ἄσμενοί μ ' ὡς εἶδον ἐκ πολλοῦ σάλου εὕδοντ ' ἐπ ' ἀκτῆς ἐν κατηρεφεῖ πέτρῳ , ῥάκη
μήτ ' ἀέκοντα μένειν κατέρυκε παρ ' ἡμῖν μήθ ' εὕδοντ ' ἐπέγειρε , Σιμωνίδη „ . οὐ γὰρ ἐπ
5166116 ἀντλῳ
τοῦ ὕδατος , ἣν ἡ ἄμπωτις ἀνεξήρανε . Ὅμηρος : ἄντλῳ δ ' ἐνδούπησε πεσοῦσα . ἄντλον : τὸ πλῆθος
ὅ ἐστι πολέμους ἐπιστήσασα , τιθεῖς αὐτοῦ τὴν ὕβριν ἐν ἄντλῳ , τουτέστι βαπτίζεις αὐτοῦ τὴν ὕβριν . ἐν ἄντλῳ
5164124 παγεισα
ὄξους πινόμενος ἐπιληπτικοὺς ἰᾶται . ἡ δὲ χολὴ τῆς καμήλου παγεῖσα ἐν μολυβδίνῳ ἀγγείῳ ἔως οὗ γλυκανθῇ αὐθημερὸν κοσμεῖ ἐν
τὸ ῥεῦμα καὶ ἐπίθετον κύματος , ῥόθιον εἶδος πλεύσεως . παγεῖσα : ῥιζωθεῖσα , στᾶσα . Μίμνει : μένει ,
5163095 ἐστενε
ἀγνοῶν ἕκαστος τὸ τοῦ πλησίον κακὸν ἐπὶ τῷ ἑαυτοῦ μόνον ἔστενε , προελθὼν δὲ καὶ γνοὺς τὰ τῶν ἄλλων διπλοῦν
κινυρομένη κενεῷ ἐπαΰτεε τύμβῳ ἐλπομένη τι καὶ ἄλλο κακώτερον : ἔστενε δ ' ἄτην ἀνέρος ἀφραδίῃ , μακάρων δ '
5162241 ἐφελκων
τῶν αὑτοῦ νεῶν , αὐλούμενος κατέπλει , τὰς ἰδίας ναῦς ἐφέλκων , τὴν καταγωγὴν ὀψὲ ποιούμενος . Καρδιανοὶ μὲν πρὸς
χρυσὸς ἅ τ ' εὐτυχία φρενῶν βροτοὺς ἐξάγεται δύνασιν ἄδικον ἐφέλκων . † χρόνου γὰρ οὔτις ἔτλα τὸ πάλιν εἰσορᾶν
5161316 ἀγχομενος
καὶ τῶν ὀφθαλμῶν τὰ λευκὰ πελιδνὰ , καὶ ἐξορᾷ ὡς ἀγχόμενος : ἐνίοτε καὶ τὴν χροιὴν μεταβάλλει , καὶ ἐκ
αἰὲν ὀρούων , ὁπποῖος περὶ νύσσαν ἀεθλοφόρος θοὸς ἵππος , ἀγχόμενος παλάμῃσι καὶ ἡνιόχοιο χαλινῷ . οἱ δ ' ἄρ
5160128 ἀτῃ
χαλκείαις ἀκίδεσσι καταΐγδην ἐλάσαντες παῖδά τε καὶ γενέτειραν ὁμῇ συναπέφθισαν ἄτῃ : ἔφθισαν οὐκ ἀέκουσαν , ἐπεὶ περὶ παιδὶ θανόντι
δὲ Λοκρῶν λαός , ὅτ ' ἔδρακον ἄνδρα κακῇ δεδμημένον ἄτῃ : δὴ γάρ οἱ λασίοιο καρήατος ἄλλυδις ἄλλῃ ἐγκέφαλος
5159946 λυπηρῳ
κλάγξαντος , ἢ λέοντος βρυχησαμένου , γνωρίσαι ἄν τις τῷ λυπηρῷ τῆς ἀκοῆς τὴν ῥώμην τοῦ φθεγγομένου . Εἰ δὲ
. καταψήχων : καταμαλάττων . ἀδινῷ : νῦν οἰκτρῷ , λυπηρῷ . συνημοσύνας : συγγενείας . πορσανέουσι : νῦν ἀντὶ
5157060 εἰκε
: τοὺς γὰρ μέλλοντας περισπῶσιν οἱ Δωριεῖς . αἴκα : εἴκε τροπῇ τῆς ει εἰς αι . τὸ δὲ α
: τοὺς γὰρ μέλλοντας περισπῶσιν οἱ Δωριεῖς . αἴκα : εἴκε τροπῇ τῆς ει εἰς αι . τὸ δὲ α
5152159 κεκτημενῳ
δὲ σώματι καὶ πλείστην , ὡς εἴρηται , μοχθηρίαν χυμῶν κεκτημένῳ , τοὺς ἀπὸ τοῦ ἑτέρου γένους τῶν πυρετῶν ἀπεργάζεται
. σατραποπλούτῳ δ ' , ὡς λέγουσι , νυμφίῳ , κεκτημένῳ τάλαντα , παῖδας , ἐπιτρόπους , ζεύγη , καμήλους
5151711 θανοντι
μέγα στενάξας , ἐκεῖνος συνάχθεσθαι ἀμφοτέροις ἔφη , τῷ μὲν θανόντι , ὅτι ὑπὸ τἀδελφοῦ πάθοι ταῦτα , ἐκείνῳ δ
θ ' ὑπένερθεν δαίμονες , οἳ † μηδ ' ὧδε θανόντι περ εὐμενέοιεν , ὡς οὔ τις θεόθεν χόλος ἔσσεται
5149035 περιποιειται
κυρίων ὀνομάτων παραλαμβάνεται : ἀλλὰ καὶ ἡ δοτική , ἣν περιποιεῖται ἡ τοῦ λόγου σύνταξις , οὐ δυναμένη τὴν προστακτικὴν
τε καὶ τούτοις τὰ ἐπιτήδεια δύναται παρέχειν , ἀλλὰ καὶ περιποιεῖται τοσαῦτα ὥστε καὶ πλουτεῖν , σὺ δὲ πολλοὺς τρέφων
5137495 καταφρονει
παρ ' αὐτῶν τιμάς . καὶ ὁ μὲν δικαίως αὐτῶν καταφρονεῖ : δοξάζει γὰρ ἀληθῶς ὅτι κρείττων ἐστὶ τῶν ἄλλων
Κυαξάρῃ : νῦν δὲ ὡς ᾔσθετο τοὺς πολεμίους ἐπιόντας , καταφρονεῖ καὶ οὔτε τὸ στράτευμα πέμπει ἡμῖν οὔτε τὸν δασμὸν
5121756 ἀκουοντι
ἐναρμόνιοι περιφοραί . μὴ δὴ τοιαῦτα λέγων ἀπολείπῃς ἥδιστά γε ἀκούοντί μοι . Ὁ θεόςὦ Θωμάσιεἀγαθὸς καὶ σοφὸς καὶ δυνατὸς
δ ' ἀρετᾶν δρόσῳ μαλθακᾷ ῥανθεισᾶν κώμων ὑπὸ χεύμασιν , ἀκούοντί ποι χθονίᾳ φρενί , σφὸν ὄλβον υἱῷ τε κοινὰν
5115148 καματῳ
: τοῦ πλοίου τὴν ὁλκὴν ποιοῦντος , ἴσος ἐν τῷ καμάτῳ τουτέστι τῷ βαδίσματι . ὥσπερ γὰρ τὸ πλοῖόν ,
κόψαις χλωρά , νέον πετάλοισι περιβρίθοντα κολούσας : ἠὲ μελισσάων καμάτῳ ἔνι παῦρα μορύξαις σκορπιόεντα χαδὼν ψαθυρῆς ἐκ ῥίζεα γαίης
5114706 χαλκοπαραον
. ἄνδρα δ ' ἐγὼ κεῖνον αἰνῆσαι μενοινῶν ἔλπομαι μὴ χαλκοπάραον ἄκονθ ' ὡσείτ ' ἀγῶνος βαλεῖν ἔξω παλάμᾳ δονέων
πάτραθε Σώγενες , ἀπομνύω μὴ τέρμα προβαὶς ἄκονθ ' ὥτε χαλκοπάραον ὄρσαι θοὰν γλῶσσαν , ὃς ἐξέπεμψεν παλαισμάτων αὐχένα καὶ
5108232 ἐξεφυγε
βελῶν εἴς τε τὴν ἀσπίδα καὶ τὸ κράνος ταῦτα μὲν ἐξέφυγε διὰ τὴν τῶν ὅπλων κατασκευήν , εἰς δὲ τὸν
πικρίας τοῖς ἀπὸ τῆς ἀληθείας . ὅμως δ ' οὐκ ἐξέφυγε τὸ μὴ οὐ τὰ πρῶτα δοῦναι τῷ ἀνδρὶ ,
5108009 ἁδοναν
τᾶς ἑκατέρων συναρμογᾶς ἀρετά , αὕτα δὲ καὶ ἀπὸ τᾶν ἁδονᾶν καὶ ἀπὸ τᾶν λυπᾶν εἰς ἀρεμίαν καὶ ἀπάθειαν ἀπάγει
γὰρ ἀντέχεν μὲν δύνασθαι τοῖς πόνοις , ἐπικρατεῖν δὲ τᾶν ἁδονᾶν , οἰκεῖόν ἐντι τῶ ἀλόγω μέρεος τᾶς ψυχᾶς .
5105572 ἀφρονι
ἥκιστα γὰρ ἐπιτίθενται αὐτῷ αἱ αἰσθήσεις : τῷ δ ' ἄφρονι περιττεύει τὸ πάθος οὐδὲν ἔχοντι ἀλεξιφάρμακον ἐν τῇ ψυχῇ
Ζελείης . Ὣς φάτ ' Ἀθηναίη , τῷ δὲ φρένας ἄφρονι πεῖθεν : αὐτίκ ' ἐσύλα τόξον ἐΰξοον ἰξάλου αἰγὸς
5103181 ῥᾳθυμιᾳ
οἱ στρατηγοὶ τύχῃ μᾶλλον ἡττήθησαν ἢ τῇ περὶ τὸν πόλεμον ῥᾳθυμίᾳ . Ὑπὸ δὲ τούτους αὐτοὺς τοὺς χρόνους Μάρκελλος τὸ
ὁμολογίας . ἀλλ ' εὐτυχοῦσιν , ὅτι ἐναποχρῶνται τῇ ὑμετέρᾳ ῥᾳθυμίᾳ τῇ οὐδὲ τῶν δικαίων ἀπολαύειν προαιρουμένῃ . ὃ καὶ
5089798 πεπωκως
ἀγαθέ ] ὡς ἐνθυμηθείς φησιν , ὡς ἐμπνευσθεὶς καὶ ἤδη πεπωκώς . ὦ δαῖμον ἀγαθέ : τοῦτο εἶπεν ὡς πιὼν
οὐκ εὔφωνος : οὐ γὰρ εὖ λέγει . καὶ μὴν πεπωκώς γ ' , ὡς θρασύνεσθαι πλέον , βρότειον αἷμα
5089055 ψευσθεις
μὲν οὕτως παραβόλως διεσώζετο , Ἀννίβας δέ , τῆς χρείας ψευσθείς , ἐφ ' ἣν ἐς Λευκανοὺς μετεκέκλητο , ἀνέστρεφεν
, ἀπομάσσεται τὴν σφραγῖδα τοῦ Παυσανίου , ὅπως ἔχοι σημήνασθαι ψευσθείς . λύσας δὲ τὰς ἐπιστολὰς καὶ τὰ πολλὰ περὶ
5087891 ἀναισθητῳ
. τί γὰρ κάλλιον ψυχῇ καὶ σώματι νοῦν ἐλλάμπειν ἐν ἀναισθήτῳ σώματι ἢ ἐν αἰσθητικῷ ; καὶ εἰ τὸ πρῶτον
κλᾶε τοὺς θανόντας : οὐ γὰρ ὠφελεῖ τὰ δάκρυ ' ἀναισθήτῳ γεγονότι καὶ νεκρῷ . τί τῷ θανόντι δῶρα λαμπρὰ
5087790 ἐνουσα
ἤ τι ποιέειν εἰς ἔργον αὐτοῦ ἐκτὸς ὡς ἀποστᾶσα , ἐνοῦσα δ ' αὖ εἰς αὐτὸ σὺν τῷ ὀργάνῳ ἐργάζεται
εἰ δ ' οὐκ ἔστι μὲν βλάστημα ἡ ψυχή , ἐνοῦσα δὲ ἐν τῷ σώματι κρατεῖται , πλασματῶδές πᾶν καὶ
5086988 ἠνυσεν
εἰς ἄβατον ὄρος . Κἀνταῦθ ' Ἀπόλλων οὔτ ' ἐκεῖνον ἤνυσεν φονέα γενέσθαι πατρός , οὔτε Λάϊον , τὸ δεινὸν
φίλοις . παῖς δ ' ἐμὸς τάδ ' οὐ κατειδὼς ἤνυσεν νέῳ θράσει : ὅστις Ἑλλήσποντον ἱρὸν δοῦλον ὣς δεσμώμασιν
5080765 θηρωμενη
χρυσοϋφῶν ἱματίων γαλακτοτροφίας ὑπομιμνήσκουσα καὶ παρὰ σοῦ ἔλεον διὰ τούτου θηρωμένη , σὺ δὲ πρὸς τοῦτο ἀπιδὼν οὐκ ἠλέησας τὴν
καὶ τραγήματ ' ἐξώκειλεν , ἐπιδορπισμάτων εὑροῦσα πλῆθος , παντοδαπὰς θηρωμένη . ἅπαντ ' ἀφανίζει γῆρας , ἰσχὺν σώματος ,
5070163 ἀκατασχετον
καὶ μεστὴν παντοδαπῶν ἐπιθυμημάτων , ἀκόλαστον μὲν ἐν ἡδοναῖς , ἀκατάσχετον δὲ ἐν ὀργαῖς , ἄμετρον δὲ ἐν τιμαῖς ,
τοῦ α ἀασάμην . . . , . ἀάσχετον : ἀκατάσχετον : ἀπὸ τοῦ σχῶ σχήσω ἔσχηκα ἔσχεμαι ἔσχεσαι ἔσχεται
5069814 κεραιομενον
, συνημμένην τῷ ὄξει ψυχρὰν πόσιν δεπάεσσι ] τοῖς ποτηρίοις κεραιόμενον ] κιρνώμενον συνήρεα ] ἀντὶ τοῦ συνηρμοσμένην συνήρεα ]
ἐχθομένοιο πυρὸς κατὰ θεσμὸν ἀκούει . ναὶ μὴν ἀτμένιόν τε κεραιόμενον λίπος οἴνῃ ἢ χιόνι γλυκέος μίγδην πόσις ἄλγος ἐρύξει
5069529 ἀτελει
καὶ ὁ νυμφίος ἠκολούθει τῇ κλίνῃ βοῶν ὁπόσα ἐπ ' ἀτελεῖ γάμῳ , ξυνωλοφύρετο δὲ καὶ ἡ Ῥώμη , καὶ
καίτοι ἀπείρους οὔσας καὶ ἀορίστους καὶ πολλῷ τῷ αἰσχρῷ καὶ ἀτελεῖ συμμεμιγμένας : ὅμοιον γὰρ τὰς ἀλόγους ἐνεργείας φάναι τῆς
5068807 ὀκνηρος
δὲ τὸν ἄχρηστον καὶ μάτην τρεφόμενον σιτόκουρόν που εἶπεν : ὀκνηρός , πάντα μέλλων σιτόκουρος . καὶ πάλιν : σιτόκουρον
πάνυ ἐπαινῶ . ὀνόματα δὲ μελλητής μελλητικός , καὶ ἴσως ὀκνηρός , καὶ βραδὺς καὶ νωθὴς καὶ νωθρός : ἔστι
5061142 μοχθῳ
ἵνα μὴ κάμνῃ χειμῶνος ἐπιόντος οἱ ναῦται σὺν πολλῷ σύρουσι μόχθῳ : οὕτω γὰρ καὶ τὸ μέγιστον ἐπὶ τὴν γῆν
τὸν μὲν ἐς εὐφροσύναν καὶ χάρματα τὸν δ ' ἐπὶ μόχθῳ , ἦν τάχα μοχθήσαντι ποθ ' ὕστερον ἐσθλὰ δέχεσθαι
5060918 ἐμειουτο
ἐγίνετο ἡ τῶν δώρων δόσις , πολυπλασιαζομένων δὲ τούτων ταῦτα ἐμειοῦτο εἰς πολλὰ καταμεριζόμενα καὶ τέλος ἡ φυλλοβολία κατελείφθη .
: νύκτα κατενόει : κατεκοιμήθη . Ὀγδόῃ ἐπύρεσσεν : σπλὴν ἐμειοῦτο : κατενόει πάντα : ἤλγησε τὸ πρῶτον κατὰ βουβῶνα
5056212 Τιγρανοκερτων
: ὕστερον δ ' ἐπανῆλθον οἱ δυνάμενοι μετὰ τὴν τῶν Τιγρανοκέρτων ἅλωσιν . Μέγεθος δὲ τῆς χώρας κατὰ πλάτος μὲν
ῥᾳδίως παρεῖχον πρός τε τοὺς πλησιοχώρους αὐτοῖς βασιλεῖς τῶν τε Τιγρανοκέρτων καὶ Ἀρμενίων καὶ Μήδων Χασάνεα τὸν Τομήριος καὶ δὴ
5053739 ἀποπληξιη
, πυρετὸς ὡς ἐπιτοπολὺ καὶ χολῆς ἔμετος ἐπιγίνεται , καὶ ἀποπληξίη σώματος , καὶ ὀλέθριοι οἱ τοιοῦτοι . Τῶν ῥηγνυμένων
, πρόϲθεν μοι λέλεκται . ἢν δὲ νεηνίηϲ , ἀϲθενὴϲ ἀποπληξίη πέλει , ἰῆϲθαι μὲν οὐ ῥηΐδιον , πειρῆϲθαι δὲ
5052071 ἐκβαλεν
δαιτυμόνων ναυάγιον , οἷά τε πολλὰ πνεῦμα Διωνύσοιο πρὸς Ὕβριος ἔκβαλεν ἀκτάς . ἐγὼ δὲ εὖ οἶδα ὅτι ἥδιστα πολλάκις
δαιτυμόνων ναυάγιον , οἷά τε πολλὰ πνεῦμα Διωνύσοιο πρὸς ὕβριος ἔκβαλεν ἀκτάς . πέτρην κοιλαίνει ῥανὶς ὕδατος ἐνδελεχείῃ . Ἥγεό
5048244 ἐρωμενῳ
ὡς βλαβερός ἐστιν , ὡς εἶπεν ὁ Λυσίας , τῷ ἐρωμένῳ , εἶτα , ὡς ὁ ἐμὸς λόγος , ὅτι
Ἐκπλήττει τὸν ἐρώμενον Ὅτι οὐ σωματικῆς χάριτος ἕνεκα παρέμενε τῷ ἐρωμένῳ , ἀλλὰ φιλῶν καὶ ὠφελείας ἕνεκα . Ἔνθεον δὲ
5046766 ἐκδυναι
πέσῃ λόχον αἰόλος ἰχθύς , αὐτίκ ' ἐπεφράσθη τε καὶ ἐκδῦναι κακότητος πειρᾶται , τρέψας δὲ κάτω κεφαλήν τε καὶ
περ ἐξ ἀγαθῶν ἔλαβες κακόν , ὣς δὲ καὶ αὖθις ἐκδῦναι πειρῶ θεοῖσιν ἐπευχόμενος . μηδὲ λίην ἐπίφαινε : κακὸν
5044143 αἰσθητικας
τῶν ἄλλων ἄγει πολλὴν περιουσίαν : ἐκεῖνος δὲ πάσας τὰς αἰσθητικὰς δυνάμεις περικεκομμένος , ἀδύνατος ὄντως , ἥμισυ ψυχῆς τελείας
, τὰ δὲ λόγου , παρηκολούθησεν εἰκότως τὸ καὶ τὰς αἰσθητικὰς διαλήψεις ὁρίζεσθαι καὶ περαίνεσθαι ταῖς λογικαῖς , ὑποβαλλούσας μὲν
5038842 κεκραμενην
περὶ Θησέα σωθῆναι δοκοῦσι . καταχύσματα δὲ καὶ κύλικα οἴνου κεκραμένην καταχέοντες αὐτῆς ἐπιλέγουσιν : ” εἰρεσιώνη σῦκα φέρει καὶ
καὶ τῷ ἀνθρώπῳ τὴν διαγωγὴν τοῦ βίου , ἀμφίβιον καὶ κεκραμένην ὁμοῦ ἐξουσίᾳ καὶ ἀνάγκῃ : οἵα γένοιτ ' ἂν
5037342 εἰπως
, καὶ ἐν πάσῃ θλίψει ἐπιχειρεῖ κατ ' αὐτοῦ , εἴπως θανατώσει αὐτόν . Τὸ γὰρ μῖσος ἐνεργεῖ τῷ φθόνῳ
δι ' ἐκείνων ἀσθενῆ ποιεῖν αὐτὸν ζητήσομεν ; ἂν οὖν εἴπως ' ἡμῖν ὅτι ὑμεῖς , ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι ,
5028238 παραδοξῳ
- μίαν . τὴν δ ' Ἡραΐδα φασὶν ἀρρωστίᾳ περιπεσεῖν παραδόξῳ καὶ παντελῶς ἀπιστουμένῃ . φλεγμονὴν γὰρ ἰσχυρὰν γενέσθαι περὶ
κατακαμπτόμενος : χρήσιμοι τῷ μέλλοντι , καὶ τῇ τοῦ πολέμου παραδόξῳ ῥοπῇ , ὁ μὲν σωζομένοις , ὁ δ '
5027756 ἀπαγγελλεις
. Λιμόξηρος παιδοτρίβης ἰδὼν ἄρτον κρεμάμενον εἶπε : Καταβαίνεις ; ἀπαγγέλλεις ; ἢ ἀναβαίνω καὶ ἀπαρτίζω σε . Λιμόξηρος παιδαγωγὸς
μῆτερ , καινὴν , ἑτέραν , συμφορὰν ἐμοὶ τῇ φίλῃ ἀπαγγέλλεις . τὸ γὰρ φίλοις ἀντὶ τοῦ φίλῃ . ἢ
5011997 μεταδιδωμι
ὡς ἐδέξατο καὶ Κύρος Εὐανθίου τὸ κλέος . τούτου σοι μεταδίδωμι τοῦ κέρδους καὶ παραινῶ φιλεῖν μὲν καὶ πρὶν ἰδεῖν
δ ' ἐφικτῶν , ὡς εἶπον , ἑτοίμως καὶ προθύμως μεταδίδωμι : ταῦτα δ ' ἐστὶν ἐπὶ τὴν τοῦ κόσμου
5010874 ἀσθενει
καθίζῃ , ἀποθνήσκει . Ἐπὴν ὑπὸ θερμωλῆς ἐχομένῳ ἑλκύδρια ἐκθύωσιν ἀσθενεῖ ἐόντι πέριξ πελιδνὰ , ἀποθνήσκει . Ἐπὴν ὑπό τινος
ἔχειν δάμαρτα , πατέρων μὲν Μυκηναίων ἄπο γεγῶσιν , ὡς ἀσθενεῖ δοὺς ἀσθενῆ λάβοι φόβον . εἰ γάρ νιν ἔσχεν
5009130 γεγηθως
ἵετο ἐπὶ αὐτὸν ὑπὸ ὀργῆς : ὃ δ ' ἀντεπήλασεν γεγηθώς , καὶ ἀγῶνος πολλοῦ περὶ ἄμφω γενομένου τραπέντες οἱ
, φυγὴν ἀνεμώλιον ἴσχει δοῦλος ἀνὴρ κενεῇσιν ἐπ ' ἐλπωρῇσι γεγηθώς : ἦ γὰρ ἂν ἐς δόμον αἶψα λυγρῇ πεπεδημένος
5004336 ἀτυχει
θανεῖν ἀκλεές . εἴπερ κακὸν φέροι : εἰ ὅλως τις ἀτυχεῖ , καλὸν τὸ δίχα αἰσχύνης . εἴπερ ὅλως τις
: τὴν γὰρ τοιαύτην δίκην ἡ νικηθεῖσα μὲν ἀδικεῖ , ἀτυχεῖ δὲ ὁ νικήσας . Παραιτοῦμαι δὲ συγγνώμην ἔχειν μοι
4999331 ἀπαθει
λύπας παῖδα καταπαύσει ἢ ἀπειλῇ ἢ λόγῳ : ἀπειλῇ δὲ ἀπαθεῖ , οἷον εἰ ἐμβλέψαντος σεμνὸν μόνον παῖς ἐκπλαγείη .
. ἀνατέλλων γὰρ καὶ τὸν ἀέρα φωτίζων ἡμέραν ποιεῖ . ἀπαθεῖ καὶ ἀδυστύχῳ . * πληρώσομεν . . Τοῦτο κατασκευάζει
4998584 λυπῃ
διδῷς τἀργύριον , ὥστε τοῦ Διὸς τὴν δύναμιν , ἢν λυπῇ τι , καταλύσεις μόνος . Τί λέγεις ; δι
, περιέστειλεν οἰκείως : ὅρα εἰς ταῦθ ' , ὅταν λυπῇ τι τῶν καθ ' ἡμέραν . οὕτω γὰρ οἴσεις
4998504 ποσῃ
τοσούτοις ἁθρόοις τῶν πολιτῶν ἔχθραν ἐπ ' οὐδενὶ τηλικαύτην ἀράμενον πόσῃ πονηρίᾳ καὶ θρασύτητι ταῦτα χρὴ νομίζειν πράττειν ; καίτοι
τῶν κοινῇ συμφερόντων βασιλεῖ πολεμεῖν διὰ γῆς ἁπάσης καὶ θαλάττης πόσῃ τινὶ χρὴ τῇ μεγαλοψυχίᾳ προσθεῖναι , χωρὶς τοῦ τοσαῦτα
4996554 δηξιθυμον
λαμβάνειν ἐπίσταμαι . μήτρας ὑείας εὖ καθεψηθεὶς τόμος , τὴν δηξίθυμον ἐντὸς ὀξάλμην ἔχων . δισσαῖς γὰρ ἐν μέσαισιν ἰχθύων
δὲ Φυσιολόγῳ : μήτρας ὑείας οὐκ ἀφεψηθεὶς τόμος , τὴν δηξίθυμον ἐντὸς ὀξάλμην ἔχων . ἐν δὲ Σίλφαις : μήτρας
4996306 νυκτερον
κλαγγηδὸν ἐπειγόμεναι βρωμοῖο χειμῶνος μέγα σῆμα , καὶ ἐννεάγηρα κορώνη νύκτερον ἀείδουσα , καὶ ὀψὲ βοῶντε κολοιοί , καὶ σπίνος
† ἀνδρὸς εὐτυχοῦντος , ὡς δυσμενοῦς ὑπερτέρου , ἐλπίς ἐστι νύκτερον τέλος μολεῖν , παγκλαύτων ἀλγέων ἐπίρροθον . ὅ τοι
4990677 βεβιημενος
, τῆς . . . . αὶ τὰ συνεργῆ . βεβιημένος : βιαζόμενος , βιάζων , κατέχων , δυναστεύσας .
βεβιημένος : βιαζόμενος , βιάζων , κατέχων , δυναστεύσας . βεβιημένος : ὑποκάτω τῆς τρόπιος κατέχων , βιάζων : ἐπιτείνει
4987907 ἀλογιστον
ἀλλὰ μεθήρμοσαν κατὰ τὴν ἑαυτῶν κρίσιν . τὴν μὲν γὰρ ἀλόγιστον τόλμαν ἀνδρίαν προσηγόρευσαν . τὸ δὲ φιλέταιρος παρελκόντως κεῖται
πλοῦτος ] οὐδὲ [ ] χρυσός [ : ] [ ἀλόγιστον ] δέ [ τι τὸ πλῆθος - ] [
4987304 ὠδινουσῃ
ὑψηλῆς τινος ἀκρωρείας ἐκαθέζετο ἀστεροσκοπῶν , ἕτερος δὲ παρήδρευε τῇ ὠδινούσῃ μέχρις ἀποτέξαιτο , ἀποτεκούσης δὲ εὐθὺς δίσκῳ διεσήμαινε τῷ
δὲ περιτίθησι καὶ ὡσανεὶ τεῖχος ἡ φρόνησις τῇ Εὐιλὰτ τῇ ὠδινούσῃ ἀφροσύνῃ πρὸς πολιορκίαν αὐτῆς καὶ καθαίρεσιν : ἀφροσύνῃ δὲ
4986539 μυκτηρι
ἀνεὶϲ μετ ' ὄξουϲ ἔνϲταζε εἰϲ τὸ ἀντικείμενον τῷ αἱμορραγοῦντι μυκτῆρι οὖϲ , λέγω δὴ εἰ μὲν ὁ δεξιὸϲ μυκτὴρ
συναπόβρεχε ὄξει δριμεῖ καὶ λύχνῳ καύσας ἔμ - βαλε τῷ μυκτῆρι . ἄλλο . ὀνίδος θερμῆς χυλὸν ἴσῳ ὄξει μίξας
4985843 διαχειρισασθαι
ἔνθα ἐφύλαττον , μένειν εἴ τί που δέοι χειρουργεῖν : διαχειρίσασθαί τινα καὶ ἀναιρεῖν ἀπὸ τοῦ κυάμου : τουτέστι διὰ
οἷον νῦν περὶ Κύζικον κατορθώσαντος τοσαῦται γεγόνασι διαβολαὶ καὶ φθόνοι διαχειρίσασθαί με καὶ ἀνελεῖν σπουδαζόντων τῶν κατ ' ἐμοῦ νοσούντων
4984713 ἀγαπην
τῶν δαιμόνων φαντασίας : ἐν ᾗ ὀφείλει ἐνεργεῖν ἐπί τε ἀγάπην καὶ ἐχθρὰν καὶ δεσμοὺς καὶ παντὸς γοητικοῦ πράγματος .
Μενοικέως περιστέλλων καὶ κοσμῶν καὶ ἐπιμελείας ἀξιῶν καὶ δι ' ἀγάπην ἐκείνῳ προσκαθήμενος οὐκ ἔφθασα εἰς τὸ καὶ ταῦτα μαθεῖν
4980669 δεομενῳ
καὶ πέρατα ἔχει . μόνος δὲ καὶ ἕτοιμος τῷ τινὸς δεομένῳ τοῦτον καλεῖν : ὥστε καὶ ἄνθρωποι περὶ μὲν τῶν
πρὸ τοῦ τείχους ἀνδρειότατα ὑπομένοντα αὐτὸν καὶ μήτε τῷ πατρὶ δεομένῳ μήτε τῇ μητρὶ πειθόμενον , ἔπειτα φεύγοντα κύκλῳ τῆς
4976836 ἀλωμενος
ἄμμι βροτῶν ἐπιμίσγεται ἄλλος . ἀλλ ' ὅδε τις δύστηνος ἀλώμενος ἐνθάδ ' ἱκάνει , τὸν νῦν χρὴ κομέειν :
εἰρηνεύειν δυναμένους μήτε ἀδεεῖς εἶναι τῶν ἐξελαθέντων : ὁ γὰρ ἀλώμενος καὶ τῶν ὄντων ἀφῃρημένος ἔμελλεν ὑμῖν περιπολῶν ἐφεδρεύειν καιροφυλακῶν
4975503 δοχμος
μὴ εὐθεῖαν . * ἴλλων : συστρεφόμενος περιβλέπων περιστρεφόμενος στρέφων δοχμός : ἀνακρούων ἤτοι ἀνακόπτων ἢ ἐναντιούμενος τῇ τοῦ ἑρπετοῦ
ταναηκέϊ : μακρῷ , μακρᾷ . δοχμόν : πλαγίως . δοχμός : πλάγιος . δόχμιος : πλάγιος . Ἡ δέ
4973899 προλαβε
, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πολλὰ τῶν μελλόντων προϲεπιγνώϲῃ : μόνον πρόλαβε καὶ πιϲτοῦ τοῦτο , ὅτι τὸν ἰατρὸν ἄριϲτόν ἐϲτι
τῆς προσβολῆς ἐκείνων . ὅστις ὤκιστος ] ταχύτατος , ἤγουν πρόλαβε ταχέως τὴν ἐκείνων ἔφοδον . . γρ . ὥς
4972756 ὁμιλει
δὴν δὴ καὶ φίλοι ὦμεν : ἀτάρ τ ' ἄλλοισιν ὁμίλει ἀνδράσιν , οἳ τὸν σὸν μᾶλλον ἴσασι νόον .
. Δὴν δὴ καὶ φίλοι ὦμεν . ἔπειτ ' ἄλλοισιν ὁμίλει , ἦθος ἔχων δόλιον , πίστεος ἀντίτυπον . Οὔποθ
4971301 πασσων
ἰᾶται τὴν ἄνθρωπον οὐ χρώμενος ἐπῳδαῖς οὐδ ' ἤπια φάρμακα πάσσων , τὴν χεῖρα δὲ μόνον ὀρέγων . Τὸ δὲ
θεῶν , “ τῷ δ ' ἐπὶ Παιήων ὀδυνήφατα φάρμακα πάσσων . ” Παιόνες ἔθνος βαρβαρικόν . παιπαλόεντος τραχέος καὶ
4969368 ἀπαγορευσαι
κατὰ ὀλυμπιάδας ὅλας ἀριθμῶν , ὡς καὶ προαποκαμεῖν ἀκούοντα καὶ ἀπαγορεῦσαι , πολλὰ χαίρειν φράσαντα τῇ ἐλπιζομένῃ ἐκείνῃ εὐδαιμονίᾳ .
δεινοῖς . πολλοὶ γοῦν καὶ ἐναπέθανον τῷ ἀγῶνι μὴ ἀξιώσαντες ἀπαγορεῦσαι ζῶντες ἔτι ἐν ὀφθαλμοῖς τῶν οἰκείων μηδὲ εἶξαι τοῖς
4969123 ἀμεινονι
δόξειε δ ' ἂν περὶ τὰ τραύματα καὶ τὰς πληγὰς ἀμείνονι τύχηι κεχρῆσθαι τοῦ πατρὸς ὁ Ἀλέξανδρος [ ] .
ἄλλα τε ἐπαγγελλόμενοι καὶ ἀνδρὶ δώσειν αὐτὴν Δηιφόντου τὰ πάντα ἀμείνονι καὶ ἀνθρώπων πλειόνων καὶ γῆς ἄρχοντι εὐδαιμονεστέρας . Ὑρνηθὼ
4967565 θαρσος
, τῆς ἐμῆς μητρὸς πάρα ; τῶνδ ' οὐ πάρεστι θάρσος , οὐδ ' ἔχω τί φῶ χέουσα τόνδε πέλανον
ἐστιν ἃ διὰ πολλῆς φροντίδος παρασκευασθέντα ἱκανὰ εἶναι δοκεῖ μοι θάρσος τε καὶ προθυμίαν τῆς ἀποστάσεως ὑμῖν παρασχεῖν . ὃν
4967091 ἀκτεριστον
τάφον κρύψουσι κοίλης ἐν μυχοῖς διασφάγος . τοῖς δ ' ἀκτέριστον σῆμα Δαυνῖται νεκρῶν στήσουσι χωστῷ τροχμάλῳ κατηρεφές , χώραν
τῷ Διομήδει πῖον καὶ λιπαρὸν ἔδαφος . τοὶ δ ' ἀκτέριστον : οὐ γὰρ ἐκτερίσθησαν ἤτοι ἐτάφησαν ὡς νόμος θάπτεσθαι
4966913 ἁλιηων
καὶ ἄρχεο , νύσσαν ἀοιδῆς ἰθύνων : βουλὰς δὲ περισσονόων ἁλιήων αὐτός , ἄναξ , πρώτιστος ἐμήσαο καὶ τέλος ἄγρης
ἐπεφράσσαντο βαρεῖαν ἄτην ἡμερίων ἄμαχον γένος , ἐκ δ ' ἁλιήων ὄλλυνται , κήτειον ὅτ ' ἐς μόθον ὁρμήσωνται .
4962779 κοτεων
αὔτως ἀαγὲς κρατερῇσιν ἐνεσκλήκει παλάμῃσιν . αὐτὰρ ὁ τοῖς ἄμοτον κοτέων Ἀφαρήιος Ἴδας κόψε παρ ' οὐρίαχον μεγάλῳ ξίφει :
ὡς ἴδ ' Ἀθηναίην μετὰ Τυδέος υἱὸν ἕπουσαν : τῇ κοτέων Τρώων κατεδύσετο πουλὺν ὅμιλον , ὦρσεν δὲ Θρῃκῶν βουληφόρον

Back