πληθυντικος . Εἰρηται ὁτι παντα τα μετα τα δυϊκα ἑνι χαρακτηρι παραλαμβανεται τῳ πληθυντικῳ , ὡς μη τα του λογου
δε των Ἰλλυριων μοιρα . το ἐθνικον Βηγιτης τῳ κοινῳ χαρακτηρι . Βηθλεμα , πολις Παλαιστινης προς τοις Ἱεροσολυμοις ,
9999973 χαρακτηρ
περι των ἑξης διαλεξομαι , τις ὁ πραγματικος ἐστι Λυσιου χαρακτηρ , ἐπειδη τον ὑπερ της λεξεως λογον ἀποδεδωκα :
Ποθεν ὠνομασται ἡ των μαθηματων ἐπιστημη και τις αὐτης ὁ χαρακτηρ , τισι τε δει προσεχειν ἐν τῳ το εἰδος
9999934 ἐθαυμαζετο
ποιησας , ἐτι δε τας χειρας διατεταμενας ποιων , εἰκοτως ἐθαυμαζετο παρα τοις ἀνθρωποις : οἱ γαρ προ τουτου τεχνιται
. . Κ ἡ παλαι μουσικη και μεχρι των Πυθαγορειων ἐθαυμαζετο καλουμενη καθαρσις . . . . βουλομαι δε ἀνωθεν
9999924 Ἑλληνιδα
ὀξυτερον , εἰ δε βουλει , μακροτερον , ποιαν πολιν Ἑλληνιδα ἠ βαρβαρον ἐν τῳ παντι χρονῳ κατελαβε τοιουτον ;
Θεοδοτος , Ὑψικρατης , Μωχος . Τουτων τας βιβλους εἰς Ἑλληνιδα κατεταξε φωνην Λαιτος , ὁ και τους βιους των
9999922 κτητικη
ἐμαυτου οἰκου δεσποζω . φαινεται δε ὁτι παρηξεν αὐτον ἡ κτητικη συνταξις και ἡ προσθεσις του ἀρθρου , ἁπερ οὐκ
παραδεξασθαι την ἐμειο , καθο κυριωτερα λεξις , λεγω ἡ κτητικη ἀντωνυμια , δυναμενη και ἑνεκα μετρου και ἑνεκα λογου
9999919 ἐξηγγελλετο
ὡς ἐς Σκυθας , ὁτι ἐς Σκυθας καταπεφευγεναι Σπιταμενης αὐτῳ ἐξηγγελλετο , αὐτος δε ξυν τῃ λοιπῃ στρατιᾳ ἐπιων της
ὁτι και ταυτα ἐθνη των προσχωρων τῃ Περσιδι μαχιμωτατα εἰναι ἐξηγγελλετο . ἡκε δε αὐτῳ και Φιλοξενος στρατιαν ἀγων ἀπο
9999918 θαυμαζετε
οὐν ἐτι τας των τυραννων τυχας ὡς μακαριων ζηλουτε και θαυμαζετε , δι ' ἁς εὐπετως ἑκαστα ἐπεξιασιν , ὡν
δοκω σπουδαιολογησαι μαλλον ἠ παρα ποτον πρεπει , μηδε τουτο θαυμαζετε . ἀγαθων γαρ φυσει και της ἀρετης φιλοτιμως ἐφιεμενων
9999916 Ἀρταξερξης
παρασκευην , ῥᾳδιως ἀπο των τειχων ἠμυνοντο τους πολιορκουντας . Ἀρταξερξης δε ὁ βασιλευς πυθομενος τα περι την Κυπρον ἐλαττωματα
, ἀλλα λειτουργησει τοις κοινοις , κἀν μη προαιρηται . Ἀρταξερξης γαρ αἰτουμενῳ Σατιβαρζανῃ σατραπειαν τινα μη προσηκουσαν ἐπι τρισχιλιοις
9999915 ἀμφορεα
, ὁσον ἐμοιγε φαινεται . τρεχ ' εἰς τον οἰνον ἀμφορεα κενον λαβων των ἐνδοθεν και βυσμα και γευστηριον ,
το μερος αὐτου ἐν τῳ μερει , ἐπει και τον ἀμφορεα του οἰνου φησαιμι ἀν εἰναι ἐν ἑαυτῳ , ὁτι
9999915 ὀξυμελιτι
ταυτα δ ' ἠτοι φοινιξιν ἀναλαμβανεσθω ἠ συν αἰρινῳ ἀλευρῳ ὀξυμελιτι ἡψησθω . εἰ δ ' ἀνευ νομης φλεγμαινοι ,
αἱ δι ' ἁλων . κατα δε της ἐμπλαστρου σπογγον ὀξυμελιτι ἠ ὀξυκρατῳ ἠ οἰνῳ διαβροχον ἐπιβαλουμεν : ἐπιδησομεν δε
9999912 θερμοτητοϲ
ἐν θερει και θαλπει ϲφοδρῳ ϲυνθετοϲ ἡ διαθεϲιϲ ἐϲτιν ἐκ θερμοτητοϲ τε και ξηροτητοϲ , ὡϲτε εἰκοτωϲ αὐτοιϲ ϲυνθετον ἐϲτι
ἠ ὀμφακομελιτι ἐπι των ϲφοδρα κενωθεντων . εἰ δε και θερμοτητοϲ αἰϲθηϲιϲ περι τον ϲτομαχον μετα τροφην γενοιτο , θερμῳ
9999911 ἐβουληθη
ἀντιτυπον : ἐπι δε των σχηματισμων , ἐν οἱς μαλιστα ἐβουληθη διενεγκαι των προ αὐτου , πλειστην εἰσενεγκαμενος σπουδην .
μαλιστα ἐπιτυγχανηται , λυπει την ἀκοην τῳ κορῳ , ποικιλην ἐβουληθη ποιησαι την γραφην Ὁμηρου ζηλωτης γενομενος : και γαρ
9999911 κρατησῃ
γυναικος θηλυ , το δε ἀπο του ἀνδρος ἀρσεν , κρατησῃ δε το θηλυ , αὐξεται τον αὐτον τροπον ,
τῳ χειρονι : τουτο δε συμβαινει , ὁταν ὁ ψυχης κρατησῃ πολεμος : ἀναγκη γαρ δορυαλωτον γινεσθαι τον μη μαχιμον
9999911 φοινικα
ἐχθρον , ἀλλ ' αὐτος παρελθων τα βραβεια και τον φοινικα ἀναδος και στεφανωσον , εἰ θελει , και ταις
Ὁτι ἀναθηλαι λογος ἐστι Δηλιος φυτα ἐν Δηλῳ ἐλαιαν και φοινικα , ὡν ἁψαμενην την Λητω εὐθυς ἀποκυησαι , τεως
9999911 χολωδες
ζεουσαν εἰναι την φλεγμονην περι τον πνευμονα . εἰ δε χολωδες ἀναπτυοιτο , μη πανυ δε βαρους ἠ στενοχωριας συναισθησις
οἱον ὑπο ἰκτερου ἐχομενου φαινεται , και οὐρεει παχυ και χολωδες . Τουτον ἠν μεν ἑβδομαιον ὀντα ῥιγος λαβῃ και
9999910 δωδεκατη
δε παραπληϲιωϲ ὀγδοη τε και δεκατη , μεθ ' ἁϲ δωδεκατη και ἑξκαιδεκατη και ἐννεακαιδεκατη . μεταξυ δε τουτων ἐϲτιν
ἑκκαιδεκαταια : ἡ γαρ μεση οὐκ ἐστιν ιγʹ , ἀλλα δωδεκατη . ἡ λυσις οὐν ἡδε . δεκατῃ ἐν Ἁλιμουντι
9999910 ἡγεμονι
και μενοντας ἐκστρατευσαι βουλεται κατα γενη ἑκαστους ὑπο τῳ οἰκειῳ ἡγεμονι . και ἐστιν αὐτῳ ἡ των λογων ὑποθεσις οὐχ
ἐπιταττομενα , και τα πλειστα αὐτοκελευστος ὑφιστατο κινδυνευματα δοξαν τῳ ἡγεμονι και τιμην πραττουσα : και διεξηλθε πολλην της Αἰκανων
9999909 ἀρτηριαϲ
κατα θωρακα ϲυμπεττει τε και παρηγορει και ταϲ τραχυτηταϲ τηϲ ἀρτηριαϲ καταλεαινει . προκριτεον δε το νεον του παλαιου και
τοιϲι κανθοιϲι : ϲικυην τῃ κορυφῃ προϲβαλλειν , ἐκκοπτειν ταϲ ἀρτηριαϲ , ξυρειν την κεφαλην , φοινιϲϲειν , φλεγμα ἀγειν
9999909 θυμοειδες
ἠ ὀντων ἠ και μελλοντων , ὡσαυτως δε και το θυμοειδες πραϋνας και μη τισιν εἰς ὀργας ἐλθων κεκινημενῳ τῳ
το δερμα λασιον , το σωμα ἰσχυρον , ἀλλως δε θυμοειδες και ῥωμαλεωτατον . Ἀλλα τουτο μεν , ὡς μοι
9999909 Ἀρταξερξην
ὑπηρχε τῳ Κυρῳ , φιλουσα αὐτον μαλλον ἠ τον βασιλευοντα Ἀρταξερξην . ὁστις δ ' ἀφικνειτο των παρα βασιλεως προς
την βασιλειαν ἐποιειτο . μετα δε ταυτα διαβληθεντος αὐτου προς Ἀρταξερξην και του βασιλεως βοηθουντος τῳ Πρωταγορᾳ ὁ μεν Εὐαγορας
9999909 τραχεα
ποτιμων ἡμιν ὁ λογος γενεσθω , ἁ πεφυκε τα μεν τραχεα ὁμαλυνειν , τα δε περιττωματα διαφορειν , τας δε
δε τῃ κατα τα ἀγκη πορειᾳ , ὁτι δυσπορα και τραχεα και λασια ὀντα ἰσχει του ἰεναι . ἐντευθεν οὐν
9999909 ἀμπελωνα
Παροιμια λεχθεισα ἐξ αἰτιας τοιαυτης : Ἀγκαιος παις Ποσειδωνος φυτευων ἀμπελωνα βαρεως ἐπεκειτο τοις οἰκεταις . εἱς δε των οἰκετων
δουλους πολλους , και εἰς μερος τι του ἀγρου ἐφυτευσεν ἀμπελωνα : ἐκλεξαμενος οὐν δουλον τινα πιστοτατον και εὐαρεστον αὐτῳ
9999908 ἐπηνεγκε
ἐχοντα ὁμοιως ἐκεινοις ἑξει το ἑν . ᾡ ἀτοπον ἑπομενον ἐπηνεγκε το μηδε το αὐτοεν και αὐτοον ἑν κατ '
ϲπαϲμα γενομενον ὀδυνην τινα περι τον θωρακα ἐν τῳ βαθει ἐπηνεγκε , νιτρον ὀξει και ἐλαιῳ κυπρινῳ ἐμβαλλεϲθω και καχρυ
9999908 ἀμετρῳ
τας ψυχας ἡμων ἐπεισιοντα μη παραδεχεσθαι . ἀκολουθει γαρ τῳ ἀμετρῳ πλουτῳ και ἀκολαστῳ συνημμενη και ἰσα , φασι ,
πεποιημενων , οἱς ἡδυνεται ποιησις , εἰς κορον ἐγκαταμιγεντων τῃ ἀμετρῳ λεξει , ὁ ποιουσιν ἀλλοι τε πολλοι και οὐχ
9999906 χολωδεες
στομα ἐκπικραζοιτο , γλωσσα χλωρη , ὀμματα ἰκτερωδεα , ὀνυχες χολωδεες , οὐρον δριμυ , ἀλλως τε και εἰ πυρεταινοι
φρικωδεες , ἐμετωδεες , και μετα κρισιν ἀποσιτοι , και χολωδεες , και σπληνες μεγαλοι σκληροι , ὀδυνωδεες , και
9999906 φαρμακοιϲ
ἐτι νεοπαγηϲ ὁ πωροϲ εἰη , τοιϲ ἀγαν ϲτυφουϲιν χρηϲομεθα φαρμακοιϲ δια ἐπιδεϲεωϲ προϲτυπουντεϲ : ἐϲθ ' ὁτε δε και
διηθηϲαϲ ἐψε ἑωϲ μελιτωδουϲ ϲυϲταϲεωϲ , και οὑτωϲ ἐμβαλλε τοιϲ φαρμακοιϲ : ποτιζων δε το φαρμακον το προειρημενον , ϲπογγουϲ
9999906 Ἑλλαδα
μεταξυ ὁ Ἀραιθος και το Δωτιον , ἐχουσι δε την Ἑλλαδα πασαν , καθο το μεν Δωτιον ἐν Μακεδονιᾳ ,
κατεστρεφετο και Χερρονησον ὠχυρου και Λυσιμαχειαν ἠγειρεν ἐς τε την Ἑλλαδα διελθων ἐδου - λουτο τους Ἑλληνας ὑπο Ῥωμαιων ἀρτι
9999905 Μακεδονικη
δορασιν : ἀσπις μεν οὐν ἐστιν ἡ ἀριστη χαλκη , Μακεδονικη , οὐ λιαν κοιλη , ὀκταπαλαιστος : δορυ δε
Ὁτι ὑπο Γαλατων Πτολεμαιος ὁ βασιλευς ἐσφαγη και πασα ἡ Μακεδονικη δυναμις κατεκοπη και διεφθαρη . Κατα δε τους χρονους
9999904 χιτωνι
ἀνθρωπων ὁρᾳς . [ ⌊ Συ δε ⌋ συν ] χιτωνι μουνῳ ⌊ παρα την ⌋ φιλην γυναικα φευγεις ⌊
, και προσετι τῳ ἀμφιβληστροειδει σωματι και τεταρτῳ τῳ χοριοειδει χιτωνι : το γαρ ἰσχυροτατον ἐν αὐτοις και μαλιστα στηριζειν
9999904 ὑδατωδες
αὐτα ψυχρα και ὑγρα την κρασιν τυγχανοντα , λεπτον και ὑδατωδες αἱμα ἀπογεννωσι καλως πεφθεντα . πεφυκασι δε και ταυτα
τοιουτου καιρου των οὐρων ἡ χροα : το μεν οὐν ὑδατωδες ἀπεπτον ἐτι σημαινει τον ἐκ της γαστρος ἀναδοθεντα χυμον
9999903 ἐμπλαστρῳ
πασι . Αὑτη ληφθεισα εἰς ὀνομα του πασχοντος και συμμαλαχθεισα ἐμπλαστρῳ μετα ἐλαιου και ἐπιτεθεισα μετωπῳ και κροταφοις τριταιον ῥιγοπυρετον
δ ' ἑψομενον το φαρμακον ἀμολυντον γενηται , αὐτῳ μεν ἐμπλαστρῳ χρησῃ κατα τε των ἐναιμων τραυματων και των δυσεπουλωτων
9999903 πυρετοιϲ
ἐπιρριπτεον τα μετριωϲ ἐμψυχοντα . Ἐνοχλουϲι πταρμοι πλεονακιϲ ἐμπιπτοντεϲ ἐν πυρετοιϲ : και γαρ πληρουϲι την κεφαλην και την δυναμιν
πινειν ὁϲον τοιϲ παρουϲι μετριον . εὐαλωτοι δε τοιϲ τοιουτοιϲ πυρετοιϲ εἰϲιν ἐφ ' ὡν αἱ ἀπορροιαι του ϲωματοϲ οὐκ
9999902 τραγακανθηϲ
, ὀπιου , ϲμυρνηϲ , αἱματιτου ἀνα ⋖ Ϛ , τραγακανθηϲ ⋖ μη , κομμεωϲ ⋖ ιϚ : οἰνῳ Ἰταλικῳ
ξηραινε , εἰτα κοψαϲ και ϲηϲαϲ χρω . Ἀλλωϲ . τραγακανθηϲ , λιβανου , μαϲτιχηϲ , ἀμμωνιακου θυμιαματοϲ ἀνα ⋖
9999902 ἐξωτατω
πολυν αὐτῃ καταμεμιχθαι καπνον . κατα τουτο δη και την ἐξωτατω και μειζονα περιφερειαν της ἰριδος ἐμφαινειν το φοινικουν :
οὐρανου . και γαρ ἐν τουτῳ λογος ἐχει την μεν ἐξωτατω και ἀπλανη σφαιραν ἀτμητον φυλαχθηναι , την δ '
9999901 νοεισθω
μοιραις . το αὐτο δε και ἐπι των λοιπων ἀποκλιματων νοεισθω . Ἀπο δε ὑψωματος εἰς ὑψωμα παραδοσις γινομενη ἀγαθοποιων
ἀναιρειν : το δ ' ὁμοιον και ἐπι των ἀγαθων νοεισθω . Τουτων οὑτως ἐχοντων δει και τους ἀνεμους ὑποταξαι
9999900 φθαρτικα
* οὐτε γαρ ὑγιεινα ταὐτα πασιν ὑπαρχει οὐτε θρεπτικα ἠ φθαρτικα οὐτε τα τουτοις ἐναντια , ἀλλα ταὐτα τους μεν
, κατα μερος δε τα μεν προηγουμενα αὐτου καυσωδη και φθαρτικα , τα δε μεσα εὐκρατα , τα δε ἑπομενα
9999900 δημοσιῳ
το δημοσιον : διο τους ἐπιδιδοντας ἠ ὑπηρετουντας τι τῳ δημοσιῳ λειτουργειν λεγουσιν . Λογισται και Συνηγοροι . Ἀριστοτελης ἐν
μισησαιτε , και δικαιως . φησι γαρ πολλους ὀφειλειν τῳ δημοσιῳ , τουτους δ ' ἁπαντας ὁμοιους ὑπαρχειν ἑαυτῳ .
9999900 βουλωμεθα
προτασεων παντος του προτεθεντος προβληματος . δει , ὁταν τι βουλωμεθα ὑπαρχον τινι ἠ μη ὑπαρχον κατασκευασαι , πρωτον ἐκλαβειν
ὑμετεροις . Ὡσπερ γαρ ἐν τῃ τεκτονικῃ , ὁταν εἰδεναι βουλωμεθα το ὀρθον και το μη , τον κανονα προσφερομεν
9999900 ἰδιωτικα
: και ποτερον κλεπτης οὑτος ἠ ἱεροσυλος ὁ ὑφελομενος τα ἰδιωτικα κτηματα ἐκ του ἱερου . Ἀξιον δε εἰπειν τον
ἐπαυλεις δε και οἰκιαι και τειχη και ὁσα ἐν οἰκοδομαις ἰδιωτικα και δημοσια παντα συγκατεπιμπραντο και ἡμερᾳ μιᾳ αἱ μεν
9999899 ἀριϲτολοχια
καλαμοϲ ἀρωματικοϲ ϲτυραξ κενταυριου του μεγαλου ἡ ῥιζα βραθυ ἰριϲ ἀριϲτολοχια κυδωνιων το ἀνθοϲ και ὁ χνουϲ λαπαθου ῥιζηϲ ἀφεψημα
δε ϲκολοπαϲ και ἀκανθαϲ , ἐπιϲπωνται ἀναγαλλιδεϲ αἱ δυο , ἀριϲτολοχια ϲτρογγυλη , ἀμμωνιακον ϲυν μελιτι , ὑοϲκυαμου καρποϲ λειοϲ
9999899 κολακα
, κωμῳδει αὐτον . εἰχε οὑτος ὁ Παμφιλος και τινα κολακα παρασιτον βελονοπωλην καλουμενον , ὁς ἐμελλε παραπολαυσειν τῳ Παμφιλῳ
συναπελαυσαν , και θανατῳ περιεπεσον . Τῳ οὐν διακρινουμεν τον κολακα του φιλου ; μητε τῳ τελει , μητε ἡδονῃ
9999899 ὀρωδες
την δριμυτητα , λεπτυνει δ ' ὁμως ἐτι . το ὀρωδες του γαλακτος λεπτυνει παχος χυμων . συκα ῥυπτει :
φλεγμα προκαλειται , και καππαρεως της ῥιζης ὁ φλοιος . ὀρωδες μεν οὐν περιττωμα δια των τοιουτων κενουται : το
9999898 Ἐπικουρῳ
Πλατων κατα το συμποσιον και Ξενοφων . παρα δ ' Ἐπικουρῳ οὐκ ἀπαρχη θεοις , οὐ σπονδη , ἀλλ '
ἡ δε του ἀλγουντος ὑπεξαιρεσις , ὡς εἰρηται παρ ' Ἐπικουρῳ , δοκει αὐτοις μη εἰναι ἡδονη : οὐδε ἡ
9999897 ἐννεακαιδεκα
ἡ Ἑκαβη οὐ δυσχεραινει . λεγει γουν ὁ Πριαμος : ἐννεακαιδεκα μεν μοι ἰης ἐκ νηδυος ἠσαν , τους δ
και δεκατην τε ὁ λιψ προσεπιπνεει : προς δε τας ἐννεακαιδεκα Ὑαδες μεσαι δυνουν , την εἰκοστην δε του μηνος
9999897 Ὀλυμπια
μουνος ἐδαισατο νιν . Ἀστυαναξ δ ' ὁ Μιλησιος τρις Ὀλυμπια νικησας κατα το ἑξης παγκρατιον , κληθεις ποτε ἐπι
[ ] αλδτρεχειν ? ? ! ! ! ! ! Ὀλυμπια : ἐαν διαφυγηιϲ [ ] , εὐτυχηϲ ἀνθρωποϲ εἰ
9999896 Περσικη
πεζεταιροι Περσαι [ και ἀσθετεροι ἀλλοι ] και ἀργυρασπιδων ταξις Περσικη και ἡ των ἑταιρων ἱππος και ταυτης ἀλλο ἀγημα
Καρδιανος , Ὀλβια Ὀλβιανος , Ἀδρια Ἀδριανος . Ἀρταια , Περσικη χωρα , ἡν ἐπολισε Περσης ὁ Περσεως και Ἀνδρομεδας
9999895 ἑνδεκατη
ὑστερον παρα Ῥωμαιων ἐκ της Κιλικιας τοις προ Ἀρχελαου και ἑνδεκατη στρατηγια , ἡ περι Κασταβαλα τε και Κυβιστρα μεχρι
' ἀγε νυν ἐπιμεινον ἐνι μεγαροισιν ἐμοισιν , ὀφρα κεν ἑνδεκατη τε δυωδεκατη τε γενηται : και τοτε ς '
9999894 ἐξαπεστειλε
υἱος Φαραω , ὡς ἠκουσε των ῥηματων τουτων , και ἐξαπεστειλε μετ ' αὐτους δυο χιλιαδας πολεμιστων . Και ἠλθον
Ἑλληνας αἰτειν ὑδωρ και γην . την δε στρατιαν διελομενος ἐξαπεστειλε τους ἱκανους ζευξαι μεν τον Ἑλλησποντον , διασκαψαι δε
9999894 χαλκειῳ
. τρις μεν ἐπειτ ' ἐπορουσε ποδαρκης διος Ἀχιλλευς ἐγχεϊ χαλκειῳ , τρις δ ' ἠερα τυψε βαθειαν . ἀλλ
αἰρομενης της δεξιας στεγαστεον ἐγγυς του θωρακος ἠ μοσχειῳ ἠ χαλκειῳ : εἰ δε μη , ἐν τῳ ἐπικαιροτατῳ ἀφυλακτον
9999894 ἐχωμεθα
. . . . . . ἡμεις δε των προκειμενων ἐχωμεθα . ] Πρωτον και δευτερον ὁ Μουρατης πεπραχως ,
: ὁτι καιρου νικης και εὐφροσυνης παραπεσοντος των παρα ποδας ἐχωμεθα . δολιος γαρ αἰων ἐπ ' ἀνδρασι κρεμαται :
9999894 νεκρωδες
ἀλλα και ἡ ἀγρυπνια ἡ ἐπιτεταμενη οἰδε διαφορησιν ποιειν και νεκρωδες ἀπεργαζεσθαι το προσωπον . και ὁ λιμος οὐν ,
δε καθ ' ἡπαρ πληγεντι ἀκοντιῳ εὐθυς το χρωμα κατεχυθη νεκρωδες : τα ὀμματα κοιλα : ἀλυσμος : δυσφοριη :
9999893 σπληνι
προς κολλησιν . ἐαν δε ποτε το ἐν ἡπατι και σπληνι ἀποστημα ἀναστομωθῃ , ὡς το ὑγρον προχεομενον ὑποδραμειν το
σπλαγχνων των φλεγμονων οἱα δυνανται , εἰτ ' ἐξ ἡπατος σπληνι , και τἀναντια , και ὁσα τοιαυτα . Ἀντισπᾳν
9999893 ἰωδες
. Σπανιως μεν δηγματι χρωμενος : ἀσθμα δε τουτου πεφυκεν ἰωδες ἐμποιουν σφοδρον , ὡστε κἀν μη θιγῃ , τῳ
και εἰς χαλκεον ἠ ἀργυρεον ἀγγος ἐγχεομενον οὐ ποιει το ἰωδες . φησι δε και Ἱπποκρατης : ὑδωρ το ταχεως
9999893 βραχιονοϲ
τῃ μαϲχαλῃ του καμνοντοϲ ἐφαρμοζειν δυναμενον και την κεφαλην του βραχιονοϲ ὠθειν . εἰ δε δια παλαιοτητα του παθουϲ ἠ
δια βροχων ποιειϲθαι την καταταϲιν , ὡϲ ἐν τῳ περι βραχιονοϲ εἰρηται . και παϲαν δε την ἐπιδεϲιν τε και
9999893 ἀπελθε
, καταλειψας , αὐτο , ἐκεινο , τα ἀπορηθεντα . ἀπελθε ] μεταβηθι εἰς ἑτερον , ἠγουν εὑρε ἑτερον ,
πατρος τον λογον αἰνιττεται , δεδηλωκαμεν . το δε ” ἀπελθε ἐκ τουτων ” οὐκ ἐσθ ' ὁμοιον τῳ διαζευχθητι
9999892 ἐκκλησιᾳ
' ἀρχας ἠναγκαζον τοις νομοις χρησθαι , και ἐν τῃ ἐκκλησιᾳ και ἐν τῃ βουλῃ μετα των προεδρων ἐκαθηντο ,
ἀπειριαν : το δ ' αὐτο τουτο και ἐν τῃ ἐκκλησιᾳ διεπραξατο ἐπιψηφισθηναι και γενεσθαι δημου ψηφισμα , ἐπ '
9999891 ληφθεισα
ἡμων ὀψεως προς την ἀνατολην ἐκβαλλομενη εὐθεια , ἑξακις αὑτη ληφθεισα τον ζῳδιακον καταμετρησει κυκλον ὡστε δυο αὐτην ἀποτεμνεσθαι ζῳδια
την ἐξωθεν , ὡς ἐτυχεν , ληφθεισαν και ὁν ἡ ληφθεισα προς την ἑτεραν . Ὁ ἀρα συγκειμενος . ,
9999891 φθαρτικη
ἱνα του ὀντως ἀγαθου τελους ἐπιτευξωμεθα . ἡ γαρ κακια φθαρτικη του τελους , ἠτοι κρυπτικη τις , ποιουσα μηδε
γενος οὐκ ἀκαταληπτα εἰσιν : ὁτι μεν γαρ δυναμις ὑπαρχει φθαρτικη και των ὑποκειμενων ἀλλοιωτικη ὡστε ἀναιρειν [ και ]
9999891 κλιμακτηρα
και ἀλγησει τους ὀφθαλμους ἠ συμπτωμα περι τουτους γενησεται και κλιμακτηρα ὑποστησεται μεγαν ὁ πατηρ αὐτου ἠ φθαρησεται , και
Ἀρης ὡροσκοπος Παρθενῳ , κλιμα ζʹ . τῳ λεʹ ἐτει κλιμακτηρα ἐσχεν : ἐχρηματισε γαρ Ἀρεως ἡ περιοδος ἐτη ιεʹ
9999891 ὀνειδεα
θυμον ἑλοιμην ταων , αἱ δη ἐμῃ κεφαλῃ κατ ' ὀνειδεα χευαν μητερι θ ' ἡμετερῃ , παρα τε μνηστηρσιν
ἀνεθηκαν Ὁμηρος θ ' Ἡσιοδος τε ὁσσα παρ ' ἀνθρωποισιν ὀνειδεα και ψογος ἐστιν , κλεπτειν μοιχευειν τε και ἀλληλους
9999891 βουτυρῳ
ἐπ ' ὀστρακου και τριψας προεπαλειψας τε τον ψωριωντα τοπον βουτυρῳ ἐπιπασσε τουτο και καταδει , χρω τε τῳ φαρμακῳ
ἀνθη συν κηρωτῃ και μυελῳ και στεατι , ὑσσωπον συν βουτυρῳ και μελικρατῳ . Προς τας ἑλκωσεις της μητρας ἁρμοζει
9999890 γιγνωσκετε
ἐπλετο ἐργον ἁπασι : και δ ' αὐτοι τοδε που γιγνωσκετε . μη τις ὀπισσω τετραφθω ποτι νηας ὁμοκλητηρος ἀκουσας
τας σκηνας , τους μεν ἀρχοντας ἐπι τας μεγιστας , γιγνωσκετε δε , τους δ ' ἀλλους ὡς ἀν δοκῃ
9999890 σκωληκες
πυκνον , νευοντες εἰς την γην , μολις ὡσπερ οἱ σκωληκες ἐν τοις κυτταροις κινουμενοι . ἐς τε την ἀλλην
ἀφιησιν , ὁσην και οἱ περι τα δερματα των ἱππων σκωληκες ἁφιασι τεμνομενοι . * οἱον : καθα , ὡσπερ
9999889 ναυτικῃ
ἑπτα ἠ δεκατεσσαρας και πεζῃ μεν ἐν Πλαταιαις νικηθεις , ναυτικῃ δε ἐν Σαλαμινι , δια Θεσσαλιας φευγων διεπεραιωθη εἰς
' ἱππεων ἁμα τῃ κατα τον ἡλιον ἀνατολῃ προσιππευσαντων τῃ ναυτικῃ των Καρχηδονιων στρατοπεδειᾳ , και προσδεχθεντων ὑπο των φυλακων
9999888 θαυμασαιμι
- ανακυπτει και το γηρας συναποξυεται . ὡστε οὐκ ἀν θαυμασαιμι εἰ οὑτως ἐχων μη ὑστατην ὑμιν ταυτην ᾀσαιμι την
ὁ τι προς ταυτα ἐρεις ; δεινος μεν εἰ , θαυμασαιμι δ ' ἀν εἰ μη νυν ἀπορησεις . Του
9999888 τιθεμεθα
χωριζομεν , ἀλλα τουτο ἡμων το τιμιωτατον και τον ἀνθρωπον τιθεμεθα και οἱον εἰσδυομεθα εἰς αὐτο . Χρη γαρ τα
δε το ὀν ἐν αἰσθητῳ θεμενοι και το πανταχου ἐκει τιθεμεθα , και μεγα νομιζοντες το αἰσθητον ἀπορουμεν , πως
9999888 ὀνειῳ
Ἠν δε χολωδης ᾐ , κολοκυνθιδας δυο ἀποβρεξαι ἐν γαλακτι ὀνειῳ ἑφθῳ ὁσον τεσσαρσι κοτυλῃσι , και ἀπηθησαντα κλυσαι ,
γραφει : καππαρεωϲ τον φλοιον τηϲ ῥιζηϲ ἑψε ϲυν γαλακτι ὀνειῳ μεχρι το τριτον λειφθῃ , και λεαναϲ καταπλαττε εἰϲ
9999888 θερμοϲ
ῥυποϲ παρωνυχιαϲ ἰαϲθαι λεγεται . Ϲαγαπηνον ὀποϲ ἐϲτιν οἱον ναρθηκοϲ θερμοϲ και λεπτομερηϲ , ἐχει δε τι και ῥυπτικον ,
αὐτου λεπτομερεϲτεραϲ ἐϲτι δυναμεωϲ , οὐ μην εἰϲ τοϲουτον γε θερμοϲ , εἰϲ ὁϲον οἰονται τινεϲ , ὑπο τηϲ λεπτομερειαϲ
9999887 δαψιλες
καταπλασματα δια τηλεως , λινοσπερμου , κριθινου ἀλευρου , μελι δαψιλες και ἐλαιον ἐχοντα : περιλαμβανετω δε και αὐχενας και
μελιτι και προσλαμβανει βραχυ κυμινου και νιτρου , και χριεται δαψιλες καθ ' ἑκατερων των τοπων . και εἰς αὐτην
9999887 ἐκινηθη
: και εἰ τουτο , ματην ἀρα και την ἀρχην ἐκινηθη . ἀλλ ' οὐδεν ματην ἡ φυσις ποιει ,
ταυτην καταλυσαντων Μακεδονων , πολλα των πατριων τοις Ἰουδαιοις νομιμων ἐκινηθη . οὑτως μεν κἀνταυθα φησιν περι των παρα Ἰουδαιοις
9999887 τετυχηκε
δια τε τον οἰνον και το ἀνθοϲ των κρινων ταυτηϲ τετυχηκε τηϲ ὀνομαϲιαϲ . ἡ δε χρηϲιϲ των οἰνανθαριων παρα
ἡμεραν γινομενα των ὀναρ δοκουντων γινεσθαι : της γαρ αὐτης τετυχηκε προρρησεως , ὡς πολλακις ἡμιν ἐδοξε δια πειρας .
9999887 οἰνῳ
χρη , ἑλλεβορῳ μελανι ὑπαλειφοντα τον δακτυλιον : ἐπειτα τριταιον οἰνῳ κλυζειν αὐστηρῳ . Το δε αἱμα , ὁταν ἀφελῃς
τῳ συνδειπνῳ ἐργασασθαι , δηχθεντα ὑπο κυνος λιθον ἐμβαλων τῳ οἰνῳ λυπει τους συμποτας ἐκμαινων . κανθαροις δε κακοσμοις θηριοις
9999887 εὐπρεπες
το μεν οὐν προτερον μετα την ἀπαγγελιαν ὁλης της χρειας εὐπρεπες ἐστιν ἐπενεγκειν , οἱον Ἰσοκρατους του ῥητορος τους εὐφυεις
δε ἐπελθουσης ὑπεδυετο αὐτον μισοπονηρια μεν δια το της βασιλειας εὐπρεπες , εὐλαβεια δε περι του μελλοντος : ἀρχην γαρ
9999887 πουλυβοτειρῃ
θεοις . Τρις γαρ ὡς ἀληθως μυριοι εἰσιν ἐπι χθονι πουλυβοτειρῃ οὐκ ἀθανατοι , ἀλλα λιθινοι και ξυλινοι δεσποται ἀνθρωπων
τουτων ποιητων : ἁρματα δ ' ἀλλοτε μεν χθονι πιλνατο πουλυβοτειρῃ , ἀλλοτε δ ' ἀϊξασκε μετηορα : τοι δε
9999887 θεροϲ
διδου δια παντοϲ ἀντι του μελικρατου : εἰ μεν δη θεροϲ εἰη και ψυχροποτηϲ ὁ καμνων , ψυχρον τουτῳ διδοναι
μεν ἐαρ ἐπιτηδειον . ἀθετον δε το φθινοπωρον και το θεροϲ . ἀλλ ' οὐδε ὁ χειμων ἐϲτιν ἀγαθοϲ τῳ
9999886 Ἀποδεικτικῃ
προτασεις , ἀναιρεθησεται γνωσις . ὡς γαρ εἰρηται ἐν τῃ Ἀποδεικτικῃ , μη οὐσης προτασεως ἀναποδεικτου και ἀμεσου οὐδεν ἐσται
γαρ μονας προς το σημειον , ὡς εἰρηται ἐν τῃ Ἀποδεικτικῃ , θεσει και μονῃ διαφερει , αὐτοι δε ταυτας
9999886 τοπωι
ὑγειαν οὐτε ἀνδριαν οὐτε ἀλλα μυρια φαιη τις ἀν ἐν τοπωι εἰναι : οὐδε δη ὁ τοπος τοιουτος ὠν οἱος
. : Φυλαρχος δε φησιν : οὐδεποτε προτερον ἐν οὐδενι τοπωι κυαμων Αἰγυπτιων οὐτε σπαρεντων οὐτ ' εἰ σπειρειε τις
9999886 νεικεα
πολεμοιο κρειων Ἀλκινοος , λελιητο γαρ ἀμφοτεροισιν δηιοτητος ἀνευθεν ὑπερβια νεικεα λυσαι . Κουρη δ ' οὐλομενῳ ὑπο δειματι πολλα
. . τους εἰμ ' ὀψομενη και σφ ' ἀκριτα νεικεα λυσω : ἠδη γαρ δηρον χρονον ἀλληλων ἀπεχονται εὐνης
9999886 ἐγραφη
γαρ Ἀθηναιων ἐφθονειτο . , . : ἐπιτετευγμενως δε αὐτῳ ἐγραφη τα Φαινομενα , ὡς παρευδοκιμηθηναι παντας ὑπ ' Ἀρατου
και ἀρχην αὐτου τηνδε παρεθετο : ὁδε ὁ νομος ἰσος ἐγραφη και ὁμοιος , στιχων τριακοσιων εἰκοσι τριων . Καλλιστιον
9999886 πυριᾳ
εὐφοριας αἰσθανεσθαι , γινωσκε μη εἰναι πληθος και θαρρων τῃ πυριᾳ και τοις τοπικοις κεχρησο βοηθημασι : διαφορησεις γαρ το
οὑ το ἑτερον περας εἰς το γυναικειον ἁρμοζει αἰδοιον και πυριᾳ τους τοπους δι ' ὀλιγου πυρος ἀναθερμαινων τα ἀγγεια
9999886 ἀξιολογῳ
ἐναντιων οὐκ ὀλιγους κατεβαλον . το δε τελευταιον των Λακεδαιμονιων ἀξιολογῳ μαχῃ νικησαντων , αἱ δυναμεις ἀμφοτερων εἰς τας οἰκειας
φυσικως τῳ Ἀραβιῳ κολπῳ , ὡς ἀν μεσημβρινου κυκλου τμηματι ἀξιολογῳ , ποταμου δικην ἐν μηκει σχεδον τι και πεντακισχιλιων
9999886 δυνηθῃ
κινουμενην , ἐξ ἐναντιας φερομενον ἀπωσαι μεν εἰς τοὐπισω μη δυνηθῃ δια τον προωθουντα ἀνεμον αὐτην , ἱστᾳ δε και
κινειται . δε : δη . ἐξονομηναι : ἐχοι , δυνηθῃ , κατ ' ὀνομα εἰπῃ , ὀνομαστικως εἰποι ,
9999885 ἡδονῃ
ὁθεν φανερον , ὁτι ὡς κακον ἀγαθῳ ἡ λυπη τῃ ἡδονῃ ἀντικειται . ἑτεροι δε λεγουσι μη εἰναι την ἡδονην
ἀλυσιτελες , αἰσχρον , ἀτελες . παλιν τα μεν τῃ ἡδονῃ ἑπομενα ἡ λεια κινησις , ἐνεργεια της κατα φυσιν
9999885 νομισῃ
λευκον ἀποφασις ἡ ἐστιν οὐ λευκον , ἱνα μη τις νομισῃ , ὁτι δια το μη προσκεισθαι [ ἠ ]
, [ ἐαν δε τις ἐξαναβῃ και ἐπι περας ἀφιχθαι νομισῃ ] , αἱ δε καταντεις πασιν εἰσιν ἀπρακτοι πλην
9999885 ἁρμονικῃ
ἐκαλεσαν , δια το και αὐτην ὑπεναντιον τι πασχειν τῃ ἁρμονικῃ , ὡς δειχθησεται : τας δε λοιπας δυο ἁπλως
ἡ μεν οὐν τεταρτη μετα τας ἠδη εἰρημενας ἀντιπεπονθε τῃ ἁρμονικῃ : ἐπι γαρ της ἁρμονικης ὡς ὁ μεγιστος προς
9999885 θεασωμεθα
την τεχνην συν ταις νοσοις . Φερε και ἐπι γεωργιας θεασωμεθα , εἰ τουτον αὐτοις ἐχει τον τροπον , ὁνπερ
Σωκρατη φησι κρινειν δικαιον . οὑτω τοινυν και Περικλεα δη θεασωμεθα , πως αὐτος εἰχε προς χρηματα και ποιον τινα
9999885 βελτιοσι
ἀναστησαι καθ ' ὁσον δυνασθε . ἀνασταιητε δε εὐτυχεστεροις και βελτιοσι τοις συμβολοις , Ζευ και παντες θεοι . Εἰ
μεν ἁπαντι τῳ κυκλῳ καταμεμφονται , οἱ δε ταις μεν βελτιοσι , ταις δε οὐ τοιαυταις χρωμενοι ταὐτον πεπονθασι τοις
9999885 νομισῃς
ᾡ φησιν ὀφθηναι τον των ὁλων κυριον . ἀλλα μη νομισῃς τοις σωματος ὀφθαλμοις γινεσθαι την προσβοληνοἱ μεν γαρ τα
εἰ σε θεον μαντευσομαι ἠε και ἀνδρα . και μη νομισῃς , ἐπειδη εἰπε “ διζω , ” ὁτι ἠγνοει
9999885 εὐπρεπειᾳ
δι ' ἀλλο τι ἠ ὁσον αὐτοις ἐς την ἀρχην εὐπρεπειᾳ τε λογου και γνωμης μαλλον ἐφοδῳ ἠ ἰσχυος τα
ἐγεννησε τον ἐπιφανεστατον των Τρωων . Γανυμηδης δε των ἁπαντων εὐπρεπειᾳ διαφερων ὑπο των θεων ἀνηρπαγη τῳ Διι οἰνοχοειν .
9999885 Ἀραβες
, πεμπει δε Αἰγυπτος παντοδαπας τεχνας , ἐλεφαντα Ἰνδοι , Ἀραβες εὐωδιαν : χορηγουσιν δε και οἱ ποταμοι ταις βασιλεως
συννομου σχιζεται , ὡσπερ οὐν αἱ αἰγες . λεγουσι δε Ἀραβες ὁτι ἀρα τα παρ ' αὐτοις ποιμνια ποιμαινεται ὑπο
9999885 ἀπαλλαγη
οὐκ ἀλλο τι ἠ ἡ της ψυχης ἀπο του σωματος ἀπαλλαγη , και ἐστι τουτο το τεθναναι , χωρις μεν
' ἀριστα διαπονουμενου . νυν δ ' εὐτυχης γενοιτ ' ἀπαλλαγη πονων εὐαγγελου φανεντος ὀρφναιου πυρος . ὠ χαιρε λαμπτηρ
9999884 τυραννιδα
και αἰτει το γερας : ἡ προβολη : ἐπαυσα την τυραννιδα και δει λαμβανειν με την δωρεαν : τουτο δε
μεν οὐν και ἀριστοκρατιαν και δημοκρατιαν ἐφιεσθαι του ὀρθου : τυραννιδα δε και ὀλιγαρχιαν και ὀχλοκρατιαν του φαυλου . Γιγνεσθαι
9999884 χειροϲ
μεν ἀπο του ϲκελουϲ , ὁτε δε ἀπο των τηϲ χειροϲ δακτυλων : ὠφθη δε ποτε και ἀπο τηϲ ὑϲτεραϲ
δακτυλοιϲ ἠ πολυπικῳ ϲπαθιῳ κεκρυμμενῳ ἐν αὐτοιϲ προηγουμενηϲ τηϲ ἀριϲτεραϲ χειροϲ και τι των λιπαρων ὑγρων δια κλυϲτηριδιου εἰϲ το
9999884 φυσικῃ
μεταβαλλειν , εἰπερ ὁμοιαν ἠ παραπλησιαν δει την ἐνταυθα τῃ φυσικῃ νομιζειν . ἐστι δε , ὡσπερ και μιλτος ἡ
τας ἐμφραξεις : ἀπεψιαι δε ἐμποιητικα τυγχανουσιν ὡσπερ ἀπομαχομενης τῃ φυσικῃ της νοθου θερμοτητος : ταυτα δ ' ἀν ἰσως
9999882 ξυλωδες
ἐχοντα τιν ' ἡδονην αἱ ῥιζαι δε ἀβρωτοι δια το ξυλωδες ἠ πικρον ἠ ὁλως δυσχυμον ἠ ἀχυμον : διαφορα
το ἀγγειον ἀποτακησεται ὡς δι ' ἠθμου , το δε ξυλωδες ἐν τῳ ὀθονιῳ μενει . Χαμαιδαφνη ῥαβδους ἀνιησι πηχυαιους
9999882 μυρμηκες
πολλακις ἐντυχοντες ἀλληλοις μαχονται και λοιδορηθεντες ἀπιασιν : οἱ δε μυρμηκες οὑτω πυκνοι βαδιζοντες οὐδεποτε ἠνωχλησαν ἀλληλους , ἀλλα πανυ
ὀρθριον ἐῤῥιψεν , ἀντιψυχον νοσσιων προθεμενος τον λιθον . Προγινωσκοντες μυρμηκες ἐφοδον ὀμβρων τας ἰδιας ἀποκλειουσι μανδρας . Ἐγκεκλεισμενοι δε
9999882 λιγνυν
ἀργυρου καμινους ποιουσιν ὑψηλας , ὡστε την ἐκ των βωλων λιγνυν μετεωρον ἐξαιρεσθαι : βαρεια γαρ ἐστι και ὀλεθριος .
, και ὁ ἐσκιρρωμενος συνδεσμος ἠ τενων κατα την ἀναφερομενην λιγνυν διακινουμενος τῃδε κἀκεισε , ὠφελειται μεγαλως : και μετα
9999882 σεισμῳ
, σαλευουσης δε της ἀρχης ὡσπερ ἐν μεγαλῳ χειμωνι ἠ σεισμῳ , κᾀτα ὡσπερ νεως καταδυεσθαι μελλουσης ἀποφερομενης προς ἐσχατα
καλου γινομενον θανατον φυλασσοιτο ἀν οἱον τον ἐν θαλασσῃ ἐμπρησμῳ σεισμῳ ἠ τινι ἀλλῃ τοιαυτῃ περιστασει . Του ἐμπροσθεν εἰρημενου
9999881 ἰδιᾳ
πως ἡ αὐτη ὑλη , πασιν ὑποκειμενη κοινως , και ἰδιᾳ ἑκαστῳ ὑποκειται . οὑτω και ἐπι του ζῳου ἐχει
, ὁ δε ἀνθρωπος οὐκ ἀθανατον , θνητον ἀρα . ἰδιᾳ μεν οὐν ζῳον εἰληπται , ἰδιᾳ δε συνηκται λογικον
9999881 λογισασθε
ἡμας βουλεσθε οὑς ᾐτησατο δεκα ῥητορας ; εἰ συμφερει , λογισασθε . τουτο μεντοιγε ὑμιν προμηνυω , ἀνδρες Ἀθηναιοι ,
' αὐτος μη ἐπιορκησειεν . ἐξ αὐτου δη του πραγματος λογισασθε , ὠ ἀνδρες δικασται , παρ ' ὑμιν αὐτοις
9999880 ἐθνικα
ἀντικειται . ± ] παντα ? τα δια του ιος ἐθνικα [ ἠ τοπικα προπαροξυνεται ] . ιος , ἐνδαπιος
οἰκησαι , ἠ Κιμμεριδα Κιμμεριων ἐνοικουντων ἑκατον ἐτη . τα ἐθνικα της μεν Ἠδωνιδος Ἠδωνοι , της δε Κιμμεριδος Κιμμεριοι

Back