και λαας βριαρους , ποτε δ ' ἐκτελεουσιν ἐργων τεκτοσυνης σταθμης τ ' ἐπιιστορας ἀνδρας : ἐν δ ' ἀρα
τῳ Δεινομενει ὁ Ἱερων Αἰτναν παραδεδωκεν ἐν νομοις της Δωριδος σταθμης . τουτο δε λεγει , ἐπει στρατηγον αὐτης κατεστησεν
9999972 τρισκαιδεκατον
οἱον Ὀδυσσευς περι της ἀναιρεσεως Δολωνος λεγει Νεστορι , τον τρισκαιδεκατον σκοπον εἱλομεν ἐγγυθι νηων . εἱλομεν εἰπε , καιτοι
“ ἀγε , ὠ Ἡρακλες ” , ἐφη , “ τρισκαιδεκατον ἡμιν ἐπιτελεσον / ⌈ ἀθλον και ἑψησον τον φακον
9999972 θεραπαινης
ἐλθειν και βοηθησαι σοι . μαλλον δε ἁρμοζει ὑπο της θεραπαινης τα δυο ταυτα ἰαμβεια λεγεσθαι : πυνθανεται γαρ της
βουληται συνοικιειν : ὁπερ οὐδεις πωποτε κατεκριθη παθειν , ἀντι θεραπαινης , και ταυτης αἰχμαλωτου , μηδεν παθουσης , [
9999972 ἀποσκευης
ἱππικη τε και πεζη μεθ ' ὁπλων τε βαρους και ἀποσκευης , ὁσης οὐδ ' ἀν εἰποι τις , ἐτι
ἐχυραν , τοις ὀπισθοφυλακουσιν ἐπιπεμψας ἱππικα στιφη πολυ μερος της ἀποσκευης αὐτου κατεσυρεν . Ἀντιγονος περι την Γαβιηνην συνεβαλλεν Εὐμενει
9999970 συνεστρατευοντο
τον υἱον ἐκελευεν αὐτου ἡγεισθαι . προθυμως δ ' αὐτῳ συνεστρατευοντο Τεγεαται : ἐτι γαρ ἐζων οἱ περι Στασιππον ,
παντας και τους λοχαγους . και ἐπει παντες ἐπεισθησαν , συνεστρατευοντο και ἀφικνουνται ἐν δεξιᾳ ἐχοντες τον Ποντον δια των
9999970 εὐφροσυνας
ἐαν δε ἡ Ἀφροδιτη δια φιλικας προφασεις ἠ ἑταιρειας ἠ εὐφροσυνας ἠ γυναικας , ἐαν δε ὁ Ἑρμης δια πανουργιας
παθειν . οὐ γαρ ἐπιστανται κατεχειν κορον , οὐδε παρουσας εὐφροσυνας κοσμειν δαιτος ἐν ἡσυχιῃ . . . . .
9999969 εὐφημιαις
ἐμπεδον : ὡν , των Ὑπερβορεων , μαλιστα διηνεκως ταις εὐφημιαις και εὐωχιαις χαιρει ὁ θεος . χαιρει γελᾳ θ
και ἡ συμπασα οἰκουμενη τῳ μεγιστῳ στεφανουσα στεφανῳ , ταις εὐφημιαις : ἡκει δε παρα σε και ἡ πολις ἡ
9999969 δαφνης
- τες οἱ ἁλιεις , κυρτον ἀκριβως παντοθεν μυρτων ἠ δαφνης περιφραττουσι κλαδοις , κρυπτοντες παντῃ το θηρατρον . Πετραν
; ποθεν , εἰ μη ποτε παρα των Μουσων κλωνα δαφνης καθαπερ ὁ ποιμην ἐκεινος λαβων ; Ἑλικωνα μεν γαρ
9999968 ἐπηγοντο
γην δ ' ἐκ της Θαψου οἱ Ἀθηναιοι τα ἐπιτηδεια ἐπηγοντο . ἐπειδη δε τοις Συρακοσιοις ἀρκουντως ἐδοκει ἐχειν ὁσα
των τε ἀλλων χρηματων , ὡν ἐκ της Τυσκλανων λειας ἐπηγοντο πολλων πανυ ὀντων . ὡς δ ' ἁπαντα ὑπο
9999968 ἀδιδακτον
, ἁπερ συλληβδην ὀτταν καλουμεν , το δε ἀτεχνον και ἀδιδακτον , τουτεστιν ἐνυπνια και ἐνθουσιασμους . οὐδε ταυτα οὐν
αὐτων ψυχης ἐνεργειας : ἐαν δε μεχρι παντος ἀπαιδαγωγητον και ἀδιδακτον ἐασῃς σεαυτον , δουλευσεις τον αἰωνα χαλεπαις δεσποιναις ,
9999968 ἐμης
' ἑρμηνευματα . ἠ και δαμαρτος εἰμ ' ἐγω φονευς ἐμης ; μιας ἁπαντα χειρος ἐργα σης ταδε . αἰαι
καταδυουσι τῳ ἀχει . ὡς γαρ ὁ θρους διηλθε της ἐμης συμφορας , οἱ μεν ἐχθροι ἐφηδονται μοι , οἱ
9999968 ναυμαχουντες
ἀκροπολιν ἀνηγαγον , πολλα δε και καλα και πεζῃ και ναυμαχουντες ἐστησαν τροπαια , ἐφ ' οἱς ἐτι και νυν
ναυτας ἀκοντιζοντες . τελος δε τουτῳ τῳ τροπῳ κατα κρατος ναυμαχουντες οἱ Συρακοσιοι ἐνικησαν , και οἱ Ἀθηναιοι τραπομενοι δια
9999968 θεραπευσαι
ἐμβαλειν , και δουναι προσθεσθαι . Ἑτερον κυητηριον : γυναικα θεραπευσαι , ὡστε ξυλλαβειν ἐν γαστρι : οὐρον λαβων παλαιον
ἀπενεμε τῳ Ἐρασιστρατῳ , ὁτι τυχον εἰ μη θελεις αὐτον θεραπευσαι , φονευω σε . και φησιν ὁ Ἐρασιστρατος τι
9999968 χαρακτηριστικον
βαρυτονως , τοτε το Ἰωνικον ἐχει προ του αται το χαρακτηριστικον συμφωνον του μεσου παρακειμενου , οἱον πεφρασται πεφραδαται ,
ὁ ἐχεσον , ἐξενεχθεντες δια του σ , ὁπερ ἐστι χαρακτηριστικον του πρωτου ἀοριστου , κατα δε ἀντιπαθειαν εὑρεθη .
9999968 τετρακοσιους
θυρωμασι και πετροις , ἐξεβιβασε δ ' εἰς αὐτον στρατιωτας τετρακοσιους και βελων πληθος παντοδαπων , ἀπεχοντος ἀπο των τειχων
ἐδεξατο ἐρετας πλειους των τετρακισχιλιων , εἰς δε τας ὑπηρεσιας τετρακοσιους : εἰς δε το καταστρωμα ἐπιβατας τρισχιλιους ἀποδεοντας ἑκατον
9999968 Λακεδαιμονιων
. Λακεδαιμονιοι δε κτἑ . : ἀρχη της διαφορας των Λακεδαιμονιων και Ἀθηναιων οἱ δ ' ἠλθον κτἑ . :
και Ἀπολλωνος Καρνειου ξοανα ἐστι κατα ταὐτα καθα δη και Λακεδαιμονιων νομιζουσιν οἱ Σπαρτην ἐχοντες . ἐπι δε της ἀκροπολεως
9999968 καταλαμβανω
ἡμων ἀπαγγελλομενων . Και ἡ ἀκαταληπτω δε και ἡ οὐ καταλαμβανω φωνη παθους οἰκειου ἐστι δηλωτικη , καθ ' ὁ
και μετ ' ὀλιγον εἰσεκληθην πανυ δεδιως και τρεμων , καταλαμβανω τε παντας ἁμα συγκαθημενους οὐδε αὐτους ἀφροντιδας : ὑπεταραττε
9999967 σπλαγχνον
. ποτιζε δε και τα ἐκφραττοντα και τα διαρρυπτοντα το σπλαγχνον , οἱαπερ εἰσι τα διουρητικα παντα και λιθων θρυπτικα
, και ἐπαγη ὑπο τουτου , και ἐγενετο σκληροτατον το σπλαγχνον και ἡκιστα ἐρυθρον , ὁτι οὐ πουλυ του θερμου
9999967 ὀκτακοσιους
σταδιους : ἀπο δε Μαλεων τους παντας περι χιλιους και ὀκτακοσιους . κατα δε τον Σχοινουντα ὁ διολκος το στενωτατον
ἀναλαβων τους κρατιστους , πεζους μεν ὀκτακισχιλιους , ἱππεις δε ὀκτακοσιους , ζευγη δε Λιβυων πεντηκοντα , κατα σπουδην ἐπηκολουθει
9999967 ἀποστρεψαι
παντας τους πολεμιους παρεσκευασμενους παρερχεσθαι . δευτερον δυνασαι τον λογον ἀποστρεψαι προς τον πλουσιον , και εἰπειν αὐτο ὑπερ ἐμου
της ἠπειρου ἐρχομενοι ποταμοι ἠπειρον αὐτην ποιησωσι , δεηθηναι Ποσειδωνος ἀποστρεψαι τα των ποταμων ῥευματα : ἐπισχεθεντων οὐν τουτων ἀντι
9999967 κρατουσαν
το φως συναιτιον της ἐμφασεως : την δε χροαν την κρατουσαν μαλλον εἰς την ἑτεραν ἐμφαινεσθαι ἀει . τον αὐτον
ἐν τῃ ἀτελει και σωματικῃ , και την συνεχουσαν και κρατουσαν ἐν τῃ ἐχομενῃ και ἀρχομενῃ , ὡσπερ ἀν εἰ
9999967 συλλογιστικαι
ὁμοιως του τε ἀναγκαιου και του ὑπαρχοντος τιθεμενων αἱ συζυγιαι συλλογιστικαι : και γαρ ὁτε το ὑπαρχον καθολου ἀποφατικον ,
, οὑτως ἐχουσι και αὑται : αἱτινες γαρ ἐκει ἠσαν συλλογιστικαι , αὑται και ἐνταυθα γινονται : ὁμοιως και αἱ
9999967 ἐμπλαστρου
ὑγρον δια των ἀδηλων πορων , ὡς εὑρισκεσθαι ἐπι της ἐμπλαστρου παχυτατον σφοδρα , χωρις του ῥηξαι : ποιει και
δε ταυτα τον κηρον και την ῥητινην ἐπεμβαλων , ὁταν ἐμπλαστρου παχος λαβῃ , καθελων ἀπο του πυρος και βαλων
9999967 μειζονες
της ΚΛ . και ἐπει αἱ μεν ΘΖΗ της ΘΗ μειζονες εἰσιν , αἱ δε ΓΘΚ της ΓΚ , συναμφοτεροι
δυειν ὀρθων : αἱ ἀρα ὑπο ΑΒΔ , ΑΒΗ οὐ μειζονες εἰσι τριων ὀρθων . ἡ ἀρα ὑπο ΔΒΗ οὐκ
9999967 Λακεδαιμονιους
ἀλληλους φονευουσιν ; Ἀργειους ὁρᾳς , ὠ Χαρων , και Λακεδαιμονιους και τον ἡμιθνητα ἐκεινον στρατηγον Ὀθρυαδαν τον ἐπιγραφοντα το
. φημι δειν ἁμα τουτους ἀξιουν καθαιρειν τας στηλας και Λακεδαιμονιους ἀγειν εἰρηνην , ἐαν δε μη ' θελωσι ποιειν
9999967 ἐστωσαν
θεωρειται , οὐ μεντοι και ἐν τῃ διεχει , οἱον ἐστωσαν ἀριθμοι τρεις , ὁ α , ὁ β και
. Των δε πτηνων ἀλεκτοριδες παντων αἱρετωτεραι , βοσκαδες δε ἐστωσαν , εἰτα περδικες , φασσαι : ἀσθενεστερας δε ἑνεκα
9999967 θεραπευων
ὀνομα . Ἀλβιος ἐς την ἱππαδα τελων , την Ἀντωνιου θεραπευων και ὑπαικαλλων ἁμα φατνην . ἐπει οἱ Ἑλληνες Κλεισοφους
αὐτῳ . οὑτος τοινυν τουτο μεν ἐλεεινον ἐπεπονθει , και θεραπευων την δυστυχιαν ξυλινους ποδας πεποιητο , και τουτους ὑποδουμενος
9999967 πιστευομεν
εἰσιν ἡμιν συγγνωμην νεμειν , εἰ περι των δοκουντων Πλατωνι πιστευομεν οἱς αὐτος Ἑλλην ὠν , προς Ἑλληνας ἡμας ,
ὁτι δε ὁ σπουδαιος φιλος ἀλλος ὁ φιλων ἐστι , πιστευομεν ἐκ των ὁσημεραι . ἀν γαρ τις σφοδρα φιλῃ
9999966 νοσουσαν
πυρι ἐθαλπετο . Ἐδοξε τις ἀδελφην ἐχων πλουσιαν ἁμα και νοσουσαν προ της οἰκιας της ἀδελφης συκην πεφυκεναι και ἀπ
κατακρουσον , και οὑτω προσχωσον . ἐν δε τῳ ἀνθειν νοσουσαν θεραπευ - σεις , τρυγιαν οἰνου παλαιου καταχεων των
9999966 πιστευτεον
ἀταραξια ἀφοβια ἐλευθερια . οὐ γαρ τοις πολλοις περι τουτων πιστευτεον , οἱ λεγουσιν μονοις ἐξειναι παιδευεσθαι τοις ἐλευθεροις ,
Διδυμων ὁμοιως το ὑπερ γην ἡμισφαιριον της ἡμερας ἐστιν . πιστευτεον οὐν ἐν τῳ Ὑδροχοῳ μονον πιπτειν τον ὡροσκοπον .
9999966 θερμοτης
και τῳ θερει καιονται . Χρη δε , ὁσον ἡ θερμοτης του ἡλιου κατεισι , τοσουτον ὀρυττειν και φυτευειν ,
ὑγιασαντος τριψις ἐγενετο των ποδων του καμνοντος , και ἐντευθεν θερμοτης ἐκινηθη , και ἐδρασεν εἰς τα ἐνοχλουντα αἰτια και
9999966 κινδυνευοντα
το σφοδρον του πυρετου ἐκτος τε κινδυνου ποιησας τον καμνοντα κινδυνευοντα διαφθαρηναι ὑπο των ἀκαιρων καταπλασματων και ἐνεματων , ὡς
το δε [ ἐργον ] της γνωμης . Ἀναγκη δε κινδυνευοντα περι αὑτῳ και που τι και ἐξαμαρτειν . Οὐ
9999966 γεγενημενα
ἀλλου στρατευματος ὀντος Ἑλληνικου . οἱ δε ἐλεγον παντα τα γεγενημενα , και νυν ὁτι πολιορκουνται ἐπι λοφου , οἱ
ἐχοντων αὐτος ἑξειν την αἰτιαν ἠν τα δυστυχως ἠ ἀνοητως γεγενημενα ὡς ἐπραχθη διηγηταιοὐ γαρ ποιητης αὐτων ἀλλα μηνυτης ἠν
9999966 κρατησαι
κρινομαι : εἰ δε της πολιορκιας ἀπαλλαξαι , και του κρατησαι των πολεμιων , οὐ κρισεως οὐδε μεμψεως τα κατ
και παντι τροπῳ ἀποβαντας των τε ἀνδρων και του χωριου κρατησαι . και ὁ μεν τους τε ἀλλους τοιαυτα ἐπεσπερχε
9999966 στυπτηριας
ὀπτων λεκιθων , κηρου τυρρηνικου ἀνα δραχ . δ . στυπτηριας σχιστης δραχ . β . οἰσυπου ὑγρου , πομφολυγος
γρ . Ϛʹ σμυρνης τρωγλιτιδος . . γρ . Ϛʹ στυπτηριας . . . . . γρ . Ϛʹ ὀμφακιου
9999966 πιστει
ἀναγκασας συνθεσθαι ? ? ? [ ] οὐκ ἐμμεινας τηι πιστει Ὀκταουιον ἀπεκτεινεν , Συλλας δ ' ἐπι της Ἀττικης
φανερως λογχῃ φονιοις ἐν ἀγωσι κρατησας , ἀλλ ' ἀνδρος πιστει χρησαμενος δολιου . Ἐνταυθα δη πιων ἀκονιτον ἐτελευτησεν ,
9999966 τετραμμενα
δε κωλα αὐτων , ἁ τινες αὐλους καλουσιν , ἐξω τετραμμενα ἐωσιν , ὁπως δια των αὐλων ὁ σιτος ῥιπιζομενος
ὁ Μεγα - ρευς ἐνισταμενος λεγει και Μεγαρεις προς ἑσπεραν τετραμμενα τα σωματα των νεκρων τιθεναι : και μειζον ἐτι
9999966 ἐκειτο
Ὀλυμπιῳ Διι , λογος δε ὁ ποιηθεις εἰς την πανηγυριν ἐκειτο , ἐμε δε τα τε ἀλλα ἐτηκε και ἀγρυπνια
χορευτης ἠν λαβων ἀκοντιῳ : ἀλλος στερηθεις της κεκαρμενης καρας ἐκειτο πρηνης σταυρικως ἡπλωμενος και τους ἑαυτου δυστυχως κινων ποδας
9999966 μεμαθηκοτες
εὐτραφεις και ἰσχυροι και πλουσιοι και καλως τα του πολεμου μεμαθηκοτες , ἐπι τοις του Καυκασου ὀρεσι κεκλιμενοι παρα του
ἰατροι και ἰδιωται παντες κεχρηνται ἐκ της πολλης πειρας τουτο μεμαθηκοτες και ὠφελουσι . καλλιον δε ἐστι και ἀσφαλεστερον ,
9999966 σανιδος
εἰ μη καταβαλῃ αὐτον εὐστοχιᾳ σφενδονητικῃ ἀντι σκοπου κειμενον ὑπερ σανιδος . σισυρνα δε παχυ περιβολαιον ἠ δερματινον ἱματιον ἡ
αἱρετωτερον ἐστι βαθρον μαλλον παν το κατα το περας της σανιδος τετραγωνοις ἐκκοπαις ἐκκεκομμενον προς ἀσφαλη την εἰς αὐτο του
9999966 κολασει
, αἱ δε ἡδοναι ἐκ παντος τροπου κακον : ἐπι κολασει γαρ ἐλθοντας δει κολασθηναι . θυειν χρη ἀνυποδητον και
μηδε ἡγεισθαι ἀδικεισθαι , εἰ καταφωρασας τινας των σων πλημμελουντας κολασει ἐπ ' αὐτους ἐχρησαμην ὡς οἱον τε ἐπιεικει .
9999966 πιστευσαντα
τουτοις ἐπειτα παντων ἀμνηστιαν λαβων και κακος φανεις περι τον πιστευσαντα ἐπανεστη κατα του βασιλεως . και πρωτα μεν λαθρᾳ
εἰκοτ ' , ἀλλ ' ὁμως σε βουλομαι θεοις τε πιστευσαντα τοις τ ' ἐμοις λογοις φιλου μετ ' ἀνδρος
9999966 παραλαβουσα
δεδωκοτι την χαριν . Τι γαρ ἐλευθεριας σεμνοτερον , ἡ παραλαβουσα θεον τον ἀνθρωπον ἀπεργαζεται ; Ἀρ ' οὐν οὐκ
, ἀγονα τε ἐστι και ἀνεμιαια και οὐ ταμιευεται αὐτα παραλαβουσα ἡ μνημη , ἀλλα δεχεται ἐκπιπτοντα παραχρημα ὁ της
9999965 διαγραμμα
ὁ δε τροπος ὁδε ἀναγκη γαρ το γε τοσουτον φραζεινπαν διαγραμμα ἀριθμου τε συστημα και ἁρμονιας συστασιν ἁπασαν της τε
εἰναι . και λοιπον ἐκτιθεται το μεν πρωτον οὐκ ἀκριβως διαγραμμα , ὑστερον δε ἐπιδιορθουται αὐτο και ἐκτιθεται καλως αὐτας
9999965 λειπουσης
ἡ στροφη και ἀντιστροφος κωλων θʹ . το αʹ ἰαμβελεγος λειπουσης της πρωτης συλλαβης [ ἠ του τελους μετακειμενου ἐπι
, οὑτως οὐδε εἰ ἐστιν ἀλλα τινα αἰσθητα εἰσομεθα , λειπουσης ἡμιν της κριτικης αὐτων αἰσθησεως . ὁτι δε οὐκ
9999965 ὑπηκουσαν
και οὐ πολεμιοις , και ὁτι οὐδε οἱ πατερες ὑμων ὑπηκουσαν μηδενι , μητε Ξερξῃ μητε Μαρδονιῳ μητε Δαρειῳ μητε
προς ἁρπαγην ὡρμησαν : των δε ἡγεμονων διωκειν κελευοντων οὐχ ὑπηκουσαν ὠφελειαν φανεραν οὐ καλον ἡγουμενοι προεσθαι . Μιθριδατης δε
9999965 λαβομενη
μη τι ἀρα δεινον αὑτην ἐργασηται . Καλλιροη δε ἠρεμιας λαβομενη , χαμαι καθεσθεισα και κονιν της κεφαλης καταχεασα ,
. “ Ταυτα ἀκουσας Χαιρεας ἀνεθορε : Καλλιροη δε αὐτου λαβομενη ” που σπευδεις “ εἰπε ” πριν βουλευσασθαι περι
9999965 νυκτερινης
τριγωνου ἠ ἑξαγωνου και ὑπαρχουσιν ἀμφω κεκακωμενοι , και μαλιστα νυκτερινης οὐσης της ἐναλλαγης , βλαβησεται αὐτος τε και ὁ
γην ἡμισφαιριῳ , πολυ κρειττον το διαθεμα , ἐπι δε νυκτερινης γενεσεως τους μεν γεννηθεντας ἀφ ' ἑαυτων ποριζοντας ποιει
9999965 μακροτερα
την ῥαβδον , καρυᾳ βασιλικῃ ὁμοια , βαρυοσμα δε και μακροτερα , ἐπ ' ἀκρων δε των καυλων σκιαδεια περιφερη
. Βολβος ὁ ἐμετικος ἐχει τα φυλλα ἱμαντωδεστερα και πολλῳ μακροτερα του ἐδωδιμου : ῥιζαν δ ' ἐοικυιαν , περι
9999965 ἀκαθαρτος
ἀληθως ἐμψυχον , οἱον και τοιαυτα συνειδως βεβιωμενα ἑαυτῳ ὁ ἀκαθαρτος οὑτοσι τολμησει βλεπειν εἰς ὑμας και τον βεβιωμενον αὑτῳ
και κωμικωτερον ὁ Ἀριστοφανους θυμαγροικος . Κιναιδος , πορνος , ἀκαθαρτος , βδελυρος , καταπυγων , θηλυδριας , γυναικιας ,
9999965 εἰρηκεν
. οὑτω δε και ὁ θεος Καισαρ ἐν τοις ὑπομνημασιν εἰρηκεν . ὁ δε Σεβαστος Καισαρ τετραχη διελων τους μεν
εἰ μη ἀρα το πνειν ἐκ της γης ἀνεμον οὑτως εἰρηκεν ὡς εἰς ἀναγωγην καιρον εἰναι . ἐστι δ '
9999965 ϲυνεχων
” ἐϲτηϲα μεν , φηϲιν , τον λογον ἐπι των ϲυνεχων πυρετων δια το εὐϲημον , τα δ ' εἰρημενα
, και εὐϲιτοτεροι ἀντι ἀποϲιτων : οἱ δε και ὀνειρωγμων ϲυνεχων ἀπηλλαγηϲαν . φυϲειϲ δε προϲ ἀφροδιϲια ἐπιτηδειοι αἱ θερμοτεραι
9999965 παρεσκευασαν
θεοι τε και τυχη το της γνωμης ἀνοσιον κατιδοντες φωραθηναι παρεσκευασαν , ἀπο δε ἀγνοιας ὁτι συνεργον την ἐρημιαν της
ἐντος του πλεγματος περιβαλοντες ἱερεια προς την ἐπιθυμιαν , οὑτω παρεσκευασαν χειροηθη και πρᾳον τον ἀγριον , ὡστε μηθεν των
9999965 ὁμολογιαις
ἐπι ὡρισμενοις , ἠ ἐπ ' ἀλλοις δεσποταις θεοις : ὁμολογιαις : † εἰ μη τουσδε γε στερξεις νομους :
δε θατερωι γαμον ἀλλον . ἐπι ταυταις δε κληρουμενων ταις ὁμολογιαις ἐλαχε Θησευς , και παραλαβων την παρθενον οὐπω γαμων
9999965 σπουδαζειν
τοις δημοκρατουμενοις πρεπειν ὡς περι το ἰσον και το δικαιον σπουδαζειν . δει τοινυν τους λιαν ἐπ ' αὐτα παρακαλουντας
τοις ὁμοιοις τουτων . ἐγω μεν οὐν οὑτως οἰμαι ἰασθαι σπουδαζειν τους ἐσχηκοτας καταρρουν ἐπι θερμῃ δυσκρασιᾳ και ἀναπτυσαντας αἱμα
9999965 τετταρακοντα
Διονυσιον ὠνησασθαι παρα των συγγενων του Φιλολαου ἀργυριου Ἀλεξανδρινων μνων τετταρακοντα και ἐντευθεν μεταγεγραφεναι τον Τιμαιον . : τελευτᾳ δ
γαρ δη δει πρωτον ἀναλαβειν ἡμας τον των πεντακισχιλιων και τετταρακοντα , ὁσας εἰχεν τε και ἐχει τομας προσφορους ὁ
9999965 δακρυοντα
ἀποδακρυσας : οὐ σημαινει το δακρυσαι , ἀλλα το παυσασθαι δακρυοντα , ὡς το ἀπολοφυρεσθαι και τα ὁμοια . ἀποδειξαι
ἰδων εἰς τον Δαφνιν και ὁρων αὐτον χλωριωντα και κρυφα δακρυοντα ταχεως ἐφωρασε τον ἐρωτα : και ὡς ὑπερ παιδος
9999965 ἐλεγοντο
συνημμενα και τα διεζευγμενα . προς δη ταυτα τοιουτοι τινες ἐλεγοντο λογοι : καθολου ταυτα εἰναι συστηματα συνεχη ὡν οἱ
ἐδυνατο , ἀπεθνῃσκε δε δυσωδιας τινος τῳ τραυματι ἐγγινομενης : ἐλεγοντο δε χριειν τα βελη μαλαχης ἰῳ . ἐχομενοι δε
9999965 συμπασης
. . . . καλλη διαφορα . ἐτι δε της συμπασης πολεως ἐν ἑορταις τε και μεθαις . . .
συνεχη παραλιαν μεχρι του Κρισαιου κολπου και της Μεγαριδος και συμπασης της Ἀττικης : νομιζει δ ' οὐδ ' ἀν
9999965 δακρυον
, το δ ' ἐπιπολης ὑδατωδες ὡσπερ το φλεγμα και δακρυον . Ταχα δε ταυτα μεν εὐλογως , το μεν
το στελεχος και τιτρανας ὁσον τε παλαιστιαιον το πανταχοθεν ἀπορρεον δακρυον ἐπι ταὐτο ἐᾳ καταρρειν . τουτο μεν οὐν ἀν
9999965 αἰσθητηριον
οὐ : και μετα τινος ἀπορροιας το ὀσφραντον ἐπι το αἰσθητηριον προεισιν , ὁθεν ἐπι των δυσωδων ῥακους ταις ῥισιν
ὑποκειμενων αἰσθησεται , και οὐ δηπου κἀν τῳ ὑμενι το αἰσθητηριον . οὑτως οὐδ ' ἀν εἰη δια ταυτα το
9999965 εὐφροσυναις
. θυμον ἀλδαινουσαν ] την ψυχην αὐξουσαν . . ἐν εὐφροσυναις ] ἁς ἐχω εἰς τους θεους τιμαις . .
μηδεν περι της αὑτου τελευτης εὐλαβηθεις , ἀλλα ταις ἀρχαιαις εὐφροσυναις νεας ἑτερας προσειληφως οὐ μονον δια μνημην των προτερον
9999965 θαυμασιωτατος
ἐκ της Μιλητου ἐκεινην Ἀσπασιαν , ᾑ και ὁ Ὀλυμπιος θαυμασιωτατος γε αὐτος συνην , οὐ φαυλον συνεσεως παραδειγμα προθεμενοι
Σωφρων δε στρουθωτα ἑλιγματα φησιν ἐντετιμημενα . Ὁμηρος δε ὁ θαυμασιωτατος των στρωματων τα μεν κατωτερα λιτα εἰναι φασκει ἠτοι
9999965 ἀνακαθαιρει
Αὑτη διαχεει μαλιστα τας ἐν μαστοις σκληριας : ἐπισπαται , ἀνακαθαιρει , πληροι , κολλᾳ , ἐπουλοι , ποιει προς
ἰαται πινομενον και κολλᾳ μεν μεγαλα τραυματα χλωρον ἐμπλασσομενον , ἀνακαθαιρει δε τα ῥυπαρα και εἰς οὐλην ἀγει ταυτα .
9999965 αἰσχυνας
λευκος μυελος γλυκερος , λεπτοις ἀραχνας ἐναλιγκιοισι πεπλοις συγκαλυπτων ὀψιν αἰσχυνας ὑπο , μη κατιδῃ τις μηλογενες . . .
προς τῳ τους ἀφ ' αἱματος διαφθειρειν βλαβας ἁμα και αἰσχυνας προδηλοι . Ἡ περι ὀδοντων κρισις πολλην ἐπιδεχομενη διαιρεσιν
9999965 ἡμικυκλιων
Ἐν δε τῳ τριτῳ βιβλιῳ αἱ μεν πλειονες ὑποθεσεις ἐπι ἡμικυκλιων εἰσιν , ὀλιγαι δε ἐπι κυκλου και τμηματων ,
δε αἱ ἰσον ἀπεχουσαι του θερινου τροπικου ἐν ἑκατερῳ των ἡμικυκλιων . γεγραφθω παραλληλος κυκλος ὁ ΔΘ : ἰση ἀρα
9999964 πικροις
εὐμενως εὐχου κατω . “ ἰον δε πως βαζοντες ἐν πικροις λογοις κλησιν κατεπλουτησαν ἰαμβογραφων . ποιητικον δε παν ἀνωνυμως
και βοειᾳ χολῃ φυραθεισα , χριε . ἀλλο . ἀμυγδαλοις πικροις μετ ' ὀξυκρατου ἀποσμηχε . ἀλλο . ἀφρονιτρον και
9999964 διδακτεον
ἀνθρωποις παθηματα , ἐν πασιν τοις τοιουτοις της ἑκαστων διαθεσεως διδακτεον και ὁριστεον το τε καλον και μη . μετα
τα προτερον προς τους ἀναλογιστικους των γραμματικων εἰρημενα , και διδακτεον ὁτι τῃ συνηθειᾳ προσεκτεον μαλλον ἐστι θελοντας εὐ λεγειν
9999964 ἀγανακτησαντες
ἱερον , παντες ἐνοχοι τῃ δικῃ γεγονασιν , ὡς μη ἀγανακτησαντες ἐπι τῳ ἀσεβηματι . Δει γαρ μη ἐπιτρεπειν τοις
παροντες δε ἐγελων . Ἀνθ ' ὡν αὐτοι τε ἀνεληλυθαμεν ἀγανακτησαντες και σε ἀξιουμεν τιμωρησειν ἡμιν τα ἐσχατα ὑβρισμενοις .
9999964 μαλακως
ὑπεροχην . ῥοφειν φακην ἐσθ ' ἡδυ μη δεδοικοτα , μαλακως καθευδειν ἀθλιον δεδοικοτα . Ἐγω γαρ ἀν εἰ των
ὡς εἰ τι κατα πορειαν Κρατερῳ συμπιπτοι , ὁτι και μαλακως το σωμα ἐχοντα ἀπεπεμπεν αὐτον , μη ποθησαι στρατηγον
9999964 μελισσαν
του ἰου μελι προϊεναι . το δε σημειον ὁτι ἰον μελισσαν εἰπε το μελι δια το ἀφιεσθαι ὑπ ' αὐτων
αὐταις οὑτω διαφθερεις . . . και παντα τα την μελισσαν φθειροντα ἀποσοβει και ἀναιρει . προς παντας δε τους
9999964 ἰσχυροτεροι
οὐρανου τεταγμενοι : θεου μεν ἀσθενεστεροι , ἀνθρωπου δ ' ἰσχυροτεροι : θεων μεν ὑπηρεται , ἀνθρωπων δε ἐπισταται :
γε μεντοι οἱ ὑπο ταις ὠμοπλαταις ἠν παχεις ὠσιν , ἰσχυροτεροι τε και εὐπρεπεστεροι ὡσπερ ἀνδρος φαινονται . και μην
9999964 κρυσταλλον
μεγιστου πιθου και πανυ γαστριδος . οὐκουν ἰχθυες πολλοι τον κρυσταλλον διαδραναι θελοντες οἱονει στεγην ἐπικειμενον και ποθουντες το φως
ἡτις οὐκ ἐχει ζων φυτον δια την χιονα και τον κρυσταλλον , ἀλλ ' ἐψιλωται . και παντα δε τα
9999964 θερμοτερα
παρουσαν φρικην , συννευει προς ἑαυτο και ἀποφευγει προς τα θερμοτερα μερη του σωματος : τουτου δε ἀναθολουμενου και καθισταμενου
ζωμον Κυδωνιου ἠ μυρτων συν οἰνῳ στυφοντι . ἐπιθεματα δε θερμοτερα μεν το τε δε δια δαφνιδων και το δια
9999964 χρυσαις
. Ὁ δε Φιλαδελφος Πτολεμαιος , υἱος αὐτων , εἰκοσι χρυσαις , δυσι μεν ἐφ ' ἁρματων χρυσων , ἐπι
των γηγενων Σπαρτων ἐδεξατο το αἱμα : χρυσοπηληκα σταχυν : χρυσαις περικεφαλαιαις κεκοσμημενους ἀνδρας : οὑτως γαρ ἀνεδοθησαν : ἐκ
9999964 βελτιονων
ᾑ και τα ἐμψυχα : ἐδει γαρ εἰς την των βελτιονων δηλωσιν γενεσιν ὑποστηναι και των χειρονων ὑπο δυναμεως της
ἀν αὐτοι φησαιτε . ἀλλ ' ὁτι βελτιων και ἐκ βελτιονων ὁ φευγων ἐμου ; ἀλλ ' οὐδ ' ἀν
9999964 εἰκονες
και ἐχει τεχνης εὐ προς το μεγεθος ὁρωσιν , ἐνταυθα εἰκονες Ἀδριανου δυο μεν εἰσι Θασιου λιθου , δυο δε
κατοπτροις , το δ ' ἑτερον μερος , ὡν ταυτα εἰκονες , φυτα και ζῳα : τω δε νοατω το
9999964 ἀπαλλαγεις
οὐν ἰδων ἑρμαιον ᾠηθην , εἰ των κατα ἀστυ πραγματων ἀπαλλαγεις εἰς ἀγρον βαδιοιμην και συνεσοιμην ἀνδρι φιλῳ , γεωργῳ
αὐτου φυσιν ὠσθη εἰς ὁ ἐχει και ἐνταυθα και ἐντευθεν ἀπαλλαγεις εἰς ἀλλον τοιουτον τοπον φυσεως ὁλκαις . Τῳ δε
9999964 συνεστησεν
που τινα αὐτην καθ ' αὑτην αἰσθησεων ἑνεκα σαρκα οὑτω συνεστησεν , οἱον το της γλωττης εἰδος τα δε πλειστα
τοις κατ ' Αἰσχινου λογοις ἐξισαζοντος του ὁτι ἀμφοτεροι πολιτευονται συνεστησεν αὐτο εἰπων συ μεν γαρ ὑπερ των ἐχθρων ἐγω
9999964 Λακεδαιμονιοις
κᾀτα κελευειν βοηθειν αὐτοις , ἠ παλιν οὐκ ἐθελων χαρισασθαι Λακεδαιμονιοις , εἰτα προσταττειν ὑμιν κινδυνευειν ὑπερ αὐτων ; εἰ
, πειστεον . Οὐ γαρ πατριον , ὠ Σωκρατες , Λακεδαιμονιοις κινειν τους νομους , οὐδε παρα τα εἰωθοτα παιδευειν
9999964 ὀδυνην
, δια δε περιαπτων φυσικων ἀναγκαζουσιν ἡμας ἀποπαυειν αὐτων την ὀδυνην , ἐσπουδασα και περι τουτων ἐκθεσθαι ὑμιν , ὡν
ἐνταυθα γαρ οὐχ ὑπεικει ἡ ὑλη , ἡτις δηλοι μεγιστην ὀδυνην των περι τον θωρακα μοριων . Ἀλλα και κατα
9999964 πυραμιδας
εἰκοσαεδρου , οὑτως ιβ πυραμιδες πενταγωνους ἐχουσαι βασεις προς εἰκοσι πυραμιδας τριγωνους βασεις ἐχουσας . και εἰσι ιβ μεν πυραμιδες
Ἐτεσι γαρ καρτα πολλοισι ὑστερον τουτων των βασιλεων των τας πυραμιδας ταυτας λιπομενων ἠν Ῥοδωπις , γενεην μεν ἀπο Θρηικης
9999964 Πυθαγορειον
την ἀχειμαντον τε Μεμφιν και δονακωδεα Νειλον . οὑτος την Πυθαγορειον φιλοσοφιαν ἐπιδεικνυσιν ἡτις ἐστι , μετα σιωπης πανθ '
ἐστιν αἱ δ ὀρθαι . και ἐστι το θεωρημα τουτο Πυθαγορειον . Πορισμα ἐστι το ἐκ των ἀποδεδειγμενων ἑτερον μη
9999964 ἀκαταστατησει
πολυφιλος , ὀξυς , μισοπονηρος , ἀσελγης , εὐμεταβλητος , ἀκαταστατησει δε κατα γυναικα και ὑστερον εὐνοηθησεται ὑπ ' αὐτης
πιστευθησεται και ὑπο ὀχλου δοξαν ληψεται και νομοις ὑπηρετησει , ἀκαταστατησει δε ἐν τοις κατα γυναικα και ἐπι τοις τεκνοις
9999964 ὁποσαι
συσκηνωσαι , ἠ τι των πασι κοι - νων , ὁποσαι πραξεις κατ ' ἀνθρωπους μετασχειν , ὁστις μηδ '
δ ' ἀν ὡς ἐπιτηδειον ἑαυτῳ παρῃτησατο ; τεχναι μην ὁποσαι εἰσιν ἀφανως ἀμυνουσαι , πασαις ὑπερ αὐτου ἐχρητο ,
9999964 Θετιδος
ὁ Ζευς ἐβοηθει τοις Ἑλλησι , πριν ἱκετευθηναι ὑπο της Θετιδος : και ὁτι το ἡμιστιχιον ὁ Ζηνοδοτος μετηνεγκεν ἐπι
Τελαμων , ἐκ Ψαμαθης δε της Νηρηιδος Φωκος Πηλεως και Θετιδος Ἀχιλευς Ἀχιλεως και Δηιδαμειας της Λυκομηδους θυγατρος Πυρρος ὁ
9999964 γραμμαις
οὐδε διοισει τινι ἀξιολογῳ , κἀν παραλληλοις χρησωμεθα ταις μεσημβριναις γραμμαις , εὐθειαις δε ταις των παραλληλων , ἐαν μονον
μετα την των κοινων στοιχειων ποιησιν τοις βουλομενοις ἀναλαμβανειν ἐν γραμμαις δυναμιν εὑρετικην των προτεινομενων αὐτοις προβληματων , και εἰς
9999964 μαλακην
καθεζομενον ἠ προς τοις πηδαλιοις ἑστωτα και προς τινα ᾐονα μαλακην ἀπευθυνοντα την ναυν , οἱ προσενεχθεισα ἐμελλεν αὐτη μεν
ηὐξανε , ἠκμαζε . μαλακην φυρασαμενος ] γυναικωδη ποιησας . μαλακην ] χαλαραν . , χαυνην , ἡπλωμενην . φυρασαμενος
9999964 κοιλοτερα
το βουλεσθαι αὐτους σῳζειν . Κατακειμενος δε ἀκουει ὡς εἰς κοιλοτερα τεως ἐνεργων : δει γαρ προσφορως ταις ὑποθεσεσι και
δε και ἀσθενης και οἱον ἐγκεκαλυμμενη περι τα καταδεεστερα και κοιλοτερα στρεφομενη , ἐχοι ἀν και οὑτω πολλην ἀληθειαν ὁ
9999964 κακοδαιμονες
ἁρπαζουσιν , ἐπιορκουσιν , τοκογλυφουσιν , ὀβολοστατουσιν . Ἀθλιοι και κακοδαιμονες : οὐ γαρ ἰσασιν οἱα ἐναγχος κεκυρωται παρα τοις
οἰκειοι και συγγενεις . Τελευταιον δε ἀνενεγκων ὁ Ἁβροκομης ὠ κακοδαιμονες ἐφησεν ἡμεις , τι ἀρα πεισομεθα ἐν γῃ βαρβαρῳ
9999964 θαυμαστας
, τοτε δε πρωτον ἀπολαυσαντες ὡν οὐπω ἐγευσαντο καρπων , θαυμαστας ὁσας ἐφ ' ἑκαστῳ ἐλαμβανον ἡδονας και τον ξενον
πολλων και ἰδιωτων δοξαν παραστησαντος ὁτι και πολιτευσοιτο και φιλοτιμιας θαυμαστας οἱας φιλοτιμησοιτο ἀπο χρηματων , εἰς το θεατρον εἰσπηδωντος
9999964 μετουσιᾳ
δε τε νεικεϊ λυγρῳ , ἐμφαινων ὡς γην μεν καταλαμβανομεθα μετουσιᾳ γης , ὑδωρ δε κατα μετοχην ὑδατος , ἀερα
θειας ἀποδοχης ἠξιωμενος ὡς το της φυσεως ἰσον τῃ κρειττονι μετουσιᾳ κοσμησας . προσηκει γαρ τιμαν τῳ ἐραστῃ του θεου
9999964 γραμματικην
ἐν διδασκαλιῳ τουτον βαλων και χρονον ἱκανον ποιησας ἐκει την γραμματικην εἰς ἀκρον διηλθεν : εἰτα λεγει τῳ πατρι αὐτου
: φιλοσοφος , ὁς ἐπεκληθη και κριτικος γραμματικος , οἱα γραμματικην ἐχων παρασκευην . γεγονε δε ἐπι των διαδοχων .
9999964 Σικελικον
εἰναι τα περι τον Ποντον , το δε Κρητικον και Σικελικον και Σαρδῳον πελαγος σφοδρα βαθεα : των γαρ ποταμων
της των Ἀθηναιων δυναμεως παραπλευσαντες εἰς Αἰγεσταν , Ὑκκαρα μεν Σικελικον πολισματιον ἑλοντες ἐκ των λαφυρων συνηγαγον ἑκατον ταλαντα :
9999964 κουραις
ἐτι και κληροισιν ἐπηβολα τοια περ ὡραι εἰαριναι φορεουσιν ἐνεψιηματα κουραις , ἀλλοτε δε στρουθεια , τοτε βλοσυροιο Κυδωνος κεινο
ἀγαπατε , και ἐς χαιροντας ἀφικνευ . Αἰει τουτο Διος κουραις μελει , αἰεν ἀοιδοις , ὑμνειν ἀθανατους , ὑμνειν
9999964 μακαριος
ἡγειται , παντων δε ἀνθρωποις : ἡς ὁ γενησεσθαι μελλων μακαριος τε και εὐδαιμων ἐξ ἀρχης εὐθυς μετοχος εἰη ,
ἀθλιος μεν οὐδεποτε γενοιτ ' ἀν , ἀλλα μονον οὐ μακαριος της γε τυχης ἑνεκα , ἐαν Πριαμικαις περιπεσῃ τυχαις
9999964 πληθουσης
διελεγετο τοις προσιουσιν , ὁποσα ἠρωτων , και οὑτως ἀγορας πληθουσης ἀφικνειται γραμματευς κελευων ἐπι θυρας ἠδη εἰναι „ μη
αἱ χειροτονουσιν . ἐν ἀλλαις δε των πολεων οὐτε προ πληθουσης ἀγορας νεον φαινεσθαι οὐτε μετα δειλην ὀψιαν καλον ,
9999964 ἐρημης
ἀλλην Μαλοθαν προς ποταμῳ κειμενην ἀφικνειται : εἰτα δι ' ἐρημης ὀλιγα ὑδρεια ἐχουσης ὁδος μεχρι Ἐγρας κωμης : ἐστι
ἐπ ' ὠμων την Ἀργω δωδεκα ἡμερας ἐπορευοντο δια της ἐρημης Λιβυης ὡς φησι Πινδαρος : τῃ δωδεκατῃ δε προς
9999964 σχολαστικων
, ὁν ἠγορασεν Ξανθος ἡμων παροντων . ” εἱς των σχολαστικων εἰπεν “ ἐμε ποτε εἰπεν θαλασσιον προβατον εἰναι .
τι φαυλοτατον τε και χειριστον ὀψωνησαι κελευει , ὡς των σχολαστικων συν αὐτῳ δειπνησοντων . ὁ δε μηδεν διατραπεις παλιν
9999964 ταλαιναν
το παν μοι σπερμα σων ὁμαιμονων , καλει δε την ταλαιναν Ἀλκμηνην , Διος ματην ἀκοιτιν , ὡς τελευταιαν ἐμου
τουτο , μη χαιρειν τινα . Τι μ ' αὐ ταλαιναν , ἀρτιως πεπαυμενην κακων ἀτρυτων , ἐξ ἑδρας ἀνιστατε
9999964 συμπτωσεως
κυκλου περιφερειας δυο εὐθειαι ἐφαπτομεναι συμπιπτωσιν , ἡ ἀπο της συμπτωσεως ἀγομενη διαμετρος διχα τεμει την τας ἁφας ἐπιζευγνυουσαν εὐθειαν
προσεισιν : ἐκ γαρ της [ δια ] των τοπων συμπτωσεως προδηλα κρινειν των γενομενων τα πραγματα . και το

Back