δ ' ἐν Κιλικιᾳ , τινες δ ' ἐν Συρια πλαττουσι τον μυθον τουτον , οἱ δ ' ἐν Πιθηκουσσαις
ἀετωδες και την κεφαλην ὁποιαν οἱ χειρουργουντες γραφουσι τε και πλαττουσι . φλογωδεις δε τους ὀφθαλμους φησιν αὐτου . νεοττιας
9999984 ἀπαλλαγησεσθαι
ποαν τῃ ὑδρᾳ παραπλησιον : ἐκεινης γαρ καταπλασαμενον των ἑλκων ἀπαλλαγησεσθαι . Εὑρε δε τον ποταμον και την πυθοχρηστον ποαν
αὐτην τοισι Ἀχαιοισι , μελλοντα γε δη των παρεοντων κακων ἀπαλλαγησεσθαι . Οὐ μεν οὐδε ἡ βασιληιη ἐς Ἀλεξανδρον περιηϊε
9999984 κλειουσι
τῳ κοινῳ προσκτωμενους . Τας δε θυρας των οἰκιων οὐδεποτε κλειουσι . , : Ὀμβρικοι ἐν ταις προς τους πολεμιους
και προς την κυστιν προσ - ιστανται και πιεζουσι και κλειουσι την κυστιν και στραγγουριην παρεχουσιν : ἐστι δ '
9999984 ἐπικρατουσης
ὀρθως τῳ σωματι και † αὐτα κατορθουμενα . κακιας γαρ ἐπικρατουσης ἐν τῃ ψυχῃ , εἰς πονηρα και αὐτα συντελεσουσι
ψιλην δυσκρασιαν καμοντων τα οὐρα πανυ λεπτα διαφαινεται της οἱασδητινος ἐπικρατουσης δυσκρασιας , ἡττον δ ' αὐ λεπτα διαφαινεται ,
9999983 ἀγανακτουντος
περι του τον γυμνασιαρχον , των ἰσχιων αὐτου ἡπτετο : ἀγανακτουντος δε , ἐφη , “ τι γαρ ; οὐχι
Ἐκλαβων γαρ ὡς ἐοικεν ἱππον ἀλινδουμενον γραψαι , τρεχοντα ἐγραψεν ἀγανακτουντος δε του ἀνθρωπου γελασας ὁ Παυσων κατεστρεψε τον πινακα
9999983 ἀπαιτουσι
τους ἀπαιτουντας προς τι ἐπιχειρειν : Ἐπει πολλακις οἱ ἀποκρινομενοι ἀπαιτουσι τον ἐρωτωντα ἀποδειξαι ἡν ἠρωτησε προτασιν , παραγγελλει ὡς
: ἐπειδη ἐν ταις χαιταις των ἱππων ἐπιζευχθεντες οἱ στεφανοι ἀπαιτουσι με τον ὑμνον αὐτοις προσφωνησαι , ὁ ἐστιν ἀγλαοκωμον
9999983 ῥητορικον
λεγεις ; ἠ οἰειὁτι Γοργιας ᾐσχυνθη σοι μη προσομολογησαι τον ῥητορικον ἀνδρα μη οὐχι και τα δικαια εἰδεναι και τα
ἐκεινους εἰπον τους λογους . ἀναλογια ἀριθμητικη και γεωμετρικη . ῥητορικον . ὁ πολιτικος φιλοσοφος κρειττονως ἐπισταται τα εἰδωλα της
9999983 φυλαττου
, ἐνδυσον ἐν ἐλαφειῳ δερματι και περιαπτε ἀριστερῳ βραχιονι και φυλαττου μη χαμαι πεσῃ : και κορεως δε του σπερματος
ἀριθμοις προστιθεισαν και τῳ πλατει και μαρτυρουμενην ὑπο ἀγαθοποιων , φυλαττου δε των κακοποιων τας προς αὐτην τε και τον
9999983 ἀποκριτικης
δικην ἀψυχου : δευτερον , το ἐπι πλημμελει βλαβῃ της ἀποκριτικης δυναμεως γινομενον . Τοιγαρ ὁτι της ἀποκριτικης δυναμεως πλημελως
κρισεως παχος ἐχοντα παρυφισταμενα φαινεται , δια ῥωμην μαλλον της ἀποκριτικης δυναμεως γινεται , τα φαυλα και ἀρχεια πανυ διωθουμενης
9999982 συνισταμενα
ὑπο των αὐτων αἰτιων γινομενα και περι τα αὐτα χωρια συνισταμενα . ἐπιπολαια μεντοι ἡ κατασκευη αὐτων και οὐκ ἐνδιαθετος
γαστερα , παυσεις τον στροφον . Τα ἐν τῳ πνευμονι συνισταμενα παθη ὀξος δριμυ χλιανθεν και ἐγχυθεν ἰαται : ἠ
9999982 Πεπερεως
μελιτι ἀπεφθῳ και διδου κυαμου μεγεθος . Ἡ Φιλωνειος . Πεπερεως λευκου ⋖ κ , ὑοσκυαμου σπερματος ⋖ κ ,
τους λιποτριχουντας το γενειον , οὑς καλουσι σπανοπωγωνας . ] Πεπερεως , εὐφορβιου , πυρεθρου ἀνα γο . αʹ .
9999982 συμπληρουντα
ἐκεινα , ὡσπερ ὁ οἰκος εἱς λεγεται τῳ παντα τα συμπληρουντα αὐτον περιεχειν . τουτο δε διχως λεγεται : ἠ
το της ψυχης εἰδος ἀπομαξαμενης εἰς αὐτην της τεχνης τα συμπληρουντα την ψυχην : και γαρ λογισμου κατηγορειτο δηλωμα και
9999982 κρατουσι
ὑπο ἡγεμονι Ὑλλῳ τῳ Ἡρακλεους Ἀχαιοι περι ἰσθμον τον Κορινθιων κρατουσι μαχῃ , και Ἐχεμος ἀποκτιννυσιν Ὑλλον μονομαχησαντα οἱ κατα
' εὐρυνωτοι φωτες ἀσφαλεστατοι , ἀλλ ' οἱ φρονουντες εὐ κρατουσι πανταχου . Μεγας δε πλευρα βους ὑπο σμικρας ὁμως
9999982 ἀκουσαντι
[ ] σπουδασαι ? ? τωι [ μεν ] ? ἀκουσαντι [ ] σκεψασθαι ? τον ἐπαινεθεντα ? ? ἀρα
οὐ κατα το οὐραιον : ὁ δε ἐστι θαυμα και ἀκουσαντι και ἰδοντι , ὑπ ' αὐτην την ῥινα ,
9999982 γραφουσι
' ἡμας ἐπιτελουνται χρονων . Ταυτα δε γενεσθαι τινες μεν γραφουσι κατα τον πρωτον ἐνιαυτον της Ῥωμυλου ἀρχης , Γναιος
ἐκεινον φασιν αὐτοι γεγονοτες . εἰτ ' οὐ δικαιως προσπεπατταλευμενον γραφουσι τον Προμηθεα προς ταις πετραις και γινετ ' αὐτωι
9999982 κατεσκευασμενοι
, ” τας των νεων ἀνδρων ταξεις . νεοτευχεες νεωστι κατεσκευασμενοι . ὁ δε λογος ἐπι των διφρων . νεοαρδεα
ὡν ἡ παρασκευη τουτον εἰχεν τον τροπον : πυργοι ξυλινοι κατεσκευασμενοι ἐπετιθεντο τοις νωτοις αὐτων , ἀφ ' ὡν ἀνδρες
9999982 κορυθαιολος
' ἑνα πολλοι : Τρωας δ ' ἐνθαδε παντας ἀγει κορυθαιολος Ἑκτωρ . ἀλλα τι ἠ μοι ταυτα φιλος διελεξατο
σοισιν ἐτῃσι . Την δ ' ἠμειβετ ' ἐπειτα μεγας κορυθαιολος Ἑκτωρ : μη μοι οἰνον ἀειρε μελιφρονα ποτνια μητερ
9999982 ἐπικρατουν
παντων μεν ἐν πασιν ἐνοντων , ἑκαστου δε κατα το ἐπικρατουν ἐν αὐτωι χαρακτηριζομενου . χρυσος γαρ φαινεται ἐκεινο ,
, ἀλλα παντα μεν μεμικται , λεγεται δε κατα το ἐπικρατουν ἑκαστον . Ἐπει οὐδε την γην ἀνευ ὑγρου φασι
9999982 ἀκολουθους
υἱον , ἠ παιδα τον ἀκολουθον : και γαρ τους ἀκολουθους παιδας ἐκαλουν : παραδειγμα και τουτο : ἐθετο ὁ
δε τους ἑπομενους και τους τελευταιους του στρατοπεδου οὐκ ὠκνησεν ἀκολουθους ὀνομασαι . και ἐν τοις Ἀπομνημονευμασι θαυμαζω οὐν φησι
9999981 ἰσχυροτατοις
παντῃ ἀπομαχος ὑπερανῳκισμενη τε της κορυφης του λοφου και τειχεσιν ἰσχυροτατοις ὠχυρωμενη . ἐγνω οὐν δειν λογους πρωτον προσφερειν τοις
δε εἰσω βελων ἐγενοντο , πρωτον μεν ἀνακωχευσαντες μικρον ἀκροβολισμοις ἰσχυροτατοις ἐχρησαντο , τοξευμασι τε και λιθοις τοις ἀπο των
9999981 λειοτατης
, ἡ δε συνθεσις ἐστιν αὑτη . Λιθαρ - γυρου λειοτατης δραχμας κ . ψιμμυθιου , ἰου , ἀνα οὐγγιας
χηνος ἠ νησσης νεοσφαγους θερμον διδοναι ἠ τριφυλλου της ἀσφαλτωδους λειοτατης ὁσον κοχλιαρια α ἠ β μεθ ' ὑδατος κοτυλων
9999981 ἡγεμονικον
και ὀλιγον και ὑδατωδες , ὡς ὁ Σφαιρος φησιν . ἡγεμονικον δ ' εἰναι το κυριωτατον της ψυχης , ἐν
στασιν και Ἀσκληπιαδην τον ἰατρον αἰνιττεσθαι , ἀναιρουντα μεν το ἡγεμονικον , κατα δε τον αὐτον χρονον αὐτῳ γενομενον .
9999981 αὐτοδιδακτος
και μετα ἀλλων μερων λογου ἐν ἀρχῃ , αὐταρεσκος , αὐτοδιδακτος . και δια τουτο ἐσημειουτο το φιλαυτος : εἰρηται
ὡραν τοις ἀναγκαιοις χρωμενων . Ἑνος χανοντος μετεσχηκεν ἁτερος : αὐτοδιδακτος . Ἑνος φιλιη ξυνετου κρεσσων ἀσυνετων παντων : ἐκ
9999981 οἰκουσι
τοις ἐν τῃ Ἀσιᾳ και Κυπρῳ και τοις προς νοτον οἰκουσι σημαινει , ἐτι δε νοσους και φθορας καρπων και
ἡμιν μεν χειμωνα βορειοτεροις οὐσι , τοις δε την νοτιον οἰκουσι θερος ποιει . και παλιν των ἰσημεριων δισσων οὐσων
9999981 φασκουσι
διδασκουσι τον νουν . Ἀλλα ἐμε ἀμαθη και ἀπαιδευτον εἰναι φασκουσι κατηγορουντα της σοφιας αὐτων . Συ δε οἰμωζειν αὐτους
δε τινες και το δι ' ἑρμοδακτυλου καλουμενον και ἀνωδυνον φασκουσι γενεσθαι παραυτα της γαστρος ἐκκενουσης ἰχωροειδη τινα , ὡστε
9999981 δακρυσιν
βηματος κραυγη τε παρα παντων ἐξαισιος ἐγινετο και δεησεις μεμιγμεναι δακρυσιν , ἱνα μενῃ τε και διακατεχῃ τα πραγματα μηδενα
πεμψαντος ; ὠ δεινοι λογοι . κατεδακρυσα και βλεφαρον ὑγραινω δακρυσιν : ἁ Διος μ ' ἀλοχος ὠλεσεν . Ἡρα
9999981 παρεχουσης
. [ το δε δραμα την ἐπιγραφην ἐσχεν ἀπο της παρεχουσης την ὑποθεσιν Ἀντιγονης . ] Κειται δε ἡ μυθοποιια
Ζακυνθῳ λιμνης φησιν Εὐδοξον ἱστορειν ὁτι ἀναφερεται πισσα , καιτοι παρεχουσης αὐτης ἰχθυς . Ὁ τι δ ' ἀν ἐμβαλῃς
9999981 παρεχουσα
του ἐκτεινομενη ἠ ἐξαπλουμενη ἠ ῥηγνυομενη και ἐκ τουτου ἀλγηματα παρεχουσα . * πιτναμενη : ἀραιουμενη * μυδοεν : σεσηπος
ὁλκασι τε και πλοιοις μακροις ἡ τε ἐμπορια καθειστηκει πολλην παρεχουσα των ἀναγκαιων και των ἀλλων την ἀφθονιαν και ἡ
9999981 διωκομενη
! ! το διαστημα συναισθανεται : εἰ δ ' οὐν διωκομενη του ῥηγματος μη θαρρησειεν ἑαυτηι ὡς εἰς το καταντικρυ
ἐρχεται , και οὑτω πικρως ἀγρευεται πληγεισα τῳ βελει . διωκομενη γε μην ἐλαφος , εἰ προς ὑδωρ ἐμβαψει τους
9999981 ψυχροτεροι
Οἱ μεν ὑψηλοι των τοπων εἰσι ψυχροτεροι και εὐπνουστεροι , ψυχροτεροι μεν δια το ἀπ ' ὀλιγου του ἐπιπεδου ὀλιγας
διαλυουσιν . ὁσοις δε μη παρεστι θερμη δυσκρασια , ἀλλα ψυχροτεροι και παχυτεροι και ὠμοτεροι μαλλον ἐν τοις ἀρθροις ὑποστρεφονται
9999981 ἀσπαραγος
ἀρνογλωσσου τα φυλλα και μαλλον τα ξηρα , ἀρον , ἀσπαραγος μυακανθινος , ἀσταφις ἀγρια , ἀσφοδελου ἡ ῥιζα ,
φυεται πλη - σιον της ῥαμνου και αὐτης της ῥαμνου ἀσπαραγος , εἰτα και ὁ καρπος της πευκης , ὡς
9999981 δημιουργειν
παραλαβωσιν ὑλας , εἰτε πολυτελεις εἰεν εἰτε και εὐτελεσταται , δημιουργειν ἐθελουσιν ἐπαινετως . ἠδη δε τινες και προσφιλοκαλουντες τα
φαιδρον τι προσαπαιτουντος . Ἐστι τοινυν της αὐτης εὐσεβειας τεμενη δημιουργειν και τους ταυτα διαφθειροντας τιμωρεισθαι , τουτο δη του
9999981 δοκιμαζειν
ἀγωγῃ χρησθαι , ἐτι δε φλεγμονης οὐσης μετα την διαμοτωσιν δοκιμαζειν τα καταπλασματα . κατα κροταφου δε του τραυματος γεγονοτος
ἐν Ἰχθυσι λεγων αἱρουμενους τε πραγματων ἐπιστατας ἀποδοκιμαζειν , εἰτα δοκιμαζειν παλιν . ἠν οὐν ποιωμεν ταυτα , κινδυνος λαθειν
9999981 ἐνεργουσι
ἀν λαβοις ὁτι παντες οἱ ἀνεπιστημονως ζωντες ἀβουλητως και ἀκουσιως ἐνεργουσι : ᾡ ἑπεται το και τα ἁμαρτηματα παντα ἀκουσια
ψογοι και οἱ ἐπαινοι παρακολουθουσιν ; ἀρ ' οὐχι τοις ἐνεργουσι και δρωσι ; κατορθουντες μεν γαρ ἐπαινον , ψογον
9999981 ἀποθνησκουσι
ἀπολλυνται : ἐκ δε των ἀλλων ἐμπυηματων οἱ νεωτεροι μαλλον ἀποθνησκουσι . Ὁκοσοι δε των ἐμπυων καιονται ἠ τεμνονται ,
δη ἐτραπησαν δια του ναπους εἰς τον ποταμον . και ἀποθνησκουσι μεν τρισχιλιοι ἐν τῃ φυγῃ , ζωντες δε ὀλιγοι
9999981 ἁρμονικων
εἰς την ψιλην κιθαρισιν πρωτος εἰσενεγκειν και πρωτος μαθητας των ἁρμονικων ἐλαβε και διαγραμμα συνεστησατο . ἠν δε και ἐν
περιοδους ἐγκυκλιους τε πασας εἰναι και τεταγμενας και τας των ἁρμονικων συστηματων ἀπο - καταστασεις ὁμοιως ἐχειν . ἐπειδηπερ ἡ
9999981 τριακοσιους
τροφας τῳ στρατευματι παρ ' αὐτων λαβων ἐσθητας τε και τριακοσιους υἱους εἰς ὁμηρειαν ἐκ των ἐπιφανεστατων οἰκων ἐπιλεξαμενος ᾠχετο
ΟΡΩ ΑΠΟ ΤΟΥ ΚΛΕΩΝΟΣ . Ἀλλ ' οὐκ ἠγαγες τους τριακοσιους : διο ταυτης τυχειν οὐκ εἰ ἀξιος της δωρεας
9999981 βλαβερος
. βλαβη ] λυπη . ἀνιαρος ] λυπηρος . , βλαβερος . λυσανιας ] ἐλευθερωτης , λυων τας λυπας ,
τον τοιουτον ἐραστην , και δειξαι ὁτι και κακος και βλαβερος ἐστι , και ὁτι αἰσχρος , και λοιπον ὁτι
9999980 ποιητικης
παιδικην ἀγωγην ἐφυλαξαν μεχρι των τελειων ἡλικιων , και δια ποιητικης ἱκανως σωφρονιζεσθαι πασαν ἡλικιαν ὑπελαβον : χρονοις δ '
” ; καιτοι λαβομενος ἀν ἐγω των Ἀθηνων ἐπι της ποιητικης ἐξουσιας ἐπεισηγον ἀν ἐρωτας θεων και κρισεις και κατοικησεις
9999980 ἀναγραφουσι
ἰατρικην ἐκ τοιουτων συνταγων λεγουσιν εὑρησθαι : ὁτι δε ἁς ἀναγραφουσι τινες συνταγας πολλου γελωτος εἰσι μεσται , και τοις
μοι ὁ λογος παρελθειν , ἁ περι του Πωρου τουτου ἀναγραφουσι : προς διαβασει γαρ του Μακεδονος ὀντος και ξυμβουλευοντων
9999980 κατεχουσα
συνετως δε . Στασις δε ἠλθε πασι τοις τετραποδοις καυχημα κατεχουσα εἰς παιδων πληθη . Και δη ἐφασκον τῃ λεαινῃ
ἡμιονων , ὁτι και ἡ σεληνη τας πλειους ἑαυτης κινησεις κατεχουσα εὐτακτως την πορειαν ποιειται . Ἐστι δε και ἀλληγορικως
9999980 ἐπιφανεστατοι
του Πιθωνος φιλοι και μετεσχηκοτες της ἐπιβουλης , ὡν ἠσαν ἐπιφανεστατοι Μελεαγρος και Μενοιτας , ἠθροισαν τους πλανωμενους των Εὐμενους
και Παρθυαιων σατραπης και ἀλλοι των ἀμφι Δαρειον Περσων οἱ ἐπιφανεστατοι ἀφικομενοι παρεδοσαν σφας αὐτους . ὑπομεινας δε ἐν τῳ
9999980 ἀσθενεστεροις
, διδου ⋖ αʹ μετ ' οἰνου , τοις δε ἀσθενεστεροις μετα γαλακτος . Εὐζωμου σπερματος ⋖ βʹ , κυμινου
δ ' αὐ δια την του χυμου συγγενειαν ἐπ ' ἀσθενεστεροις , εἰ μη που τις προσαποδοθεισα αἰτια κἀπι τουτου
9999980 πλινθιου
αʹ λαμπρον , ἐπι ποδος ἀκρου αʹ , ἐπι του πλινθιου αʹ , ἐπι της του διφρου οὑ καθηται ἑκατερας
ὁπου δ ' ἀγκυλη μια . Ἑνεκα της πλοκης του πλινθιου βροχου καιρια προσλαμβανεται κεκρικοποιημενη , τουτεστιν ἀρχην οὐκ ἐχουσα
9999980 ὑπουσης
το της χορηγιας , χρηματων βασιλικων ἠ τινος μεγαλης ἰδιωτικης ὑπουσης οὐσιας , ἐν πολλῃ και ἀφθονῳ κυλινδουμενον ἀσελγειᾳ μεχρι
ὁρμαις ἑπομενος και μηδεμιαν ἐων ὑποσκελιζεσθαι : διο και της ὑπουσης δυναμεως ἐστιν ὁτε πλεον ἐνεανιευετο | δυναμιν ἀκαθαιρετον το
9999980 φορουντα
της ἀκροασεως . ἰδοντα δ ' ἐκεινον χλαμυδα και καυσιαν φορουντα και κρηπιδα , καταγελασαντα „ το παλαιον ” φαναι
σωτηρος ἑλησθε , ἠδη χρη γεραον , πολιον σφοδρα κρατα φορουντα οἰνον , ὑγραν χαιταν λευκῳ πεπυκασμενον ἀνθει πινειν ,
9999980 πεντεκαιδεκατον
δια των σκιοθηρικων δεικνυται . Το δε του ὁλου κυκλου πεντεκαιδεκατον πεμπτον ἐγγιστα της διαμετρου γινεται . Ἀν τοινυν ἐπιπεδον
ἐστιν αὐ συν εἰκαδι , Ὑδροχοου τεσσαρα λαμπρομοιρια , Το πεντεκαιδεκατον αὐ συν εἰκαδι , Των Ἰχθυων δε δωδεκα συν
9999980 Ἰωνικου
ζʹ Ἰωνικον ἀπο μειζονος διμετρον καταληκτικον ἐκ παιωνος βʹ και Ἰωνικου καταληκτικου ἠτοι διτροχαιου . Το ηʹ τετραμετρον βραχυκαταληκτον ἐκ
εἰς τροχαιον . το ηʹ συνθετον ἀπο παιωνος και διμετρου Ἰωνικου ἀκαταληκτου , του τε ἀνακλωμενου και του ἀπο μειζονος
9999980 ἀμφις
αὐταρ ὁ Κυκλωπας μεγαλ ' ἠπυεν , οἱ ῥα μιν ἀμφις ᾠκεον ἐν σπηεσσι δι ' ἀκριας ἠνεμοεσσας . οἱ
αὐ κατα γαιαν ἀπειριτον , ὁσσα τ ' ἐρεξε Τηλεφον ἀμφις ἀνακτα και ὀβριμον Ἠετιωνα ὡς τε Κυκνον κατεπεφνεν ὑπερβιον
9999980 κομαις
: ἀλλ ' ἀρισθαρματον ὑδατι Κασταλιας ξενωθεις γερας ἀμφεβαλε τεαισιν κομαις , ἀκηρατοις ἁνιαις ποδαρκεων δωδεκ ' ἀν δρομων τεμενος
ὁτι κἀκεινα οὐκ ἀμοιρα γαμων : οἱ γαρ ἐπι ταις κομαις συνδεσμοι φιλοτεχνηματα γαμουντων δενδρων εἰσι , και του θεου
9999980 ἀμαρακον
και μελιλωτινον λαλων και ῥοδα προσσεσηρως : ὠ φιλων μεν ἀμαρακον , προσκυνων δε σελινα , γελων δ ' ἱπποσελινα
κεκαυμενον ἐλαια αἰγειρου τα ἀνθη και ἡ ῥητινη ἀκορον ἀμωμον ἀμαρακον ἀμμι ἀνηθον κεκαυμενον ἀνιϲον ἀρκευθοϲ ἀϲαρου ἡ ῥιζα βραθυ
9999980 καταλαβουσης
μηδεν παθουσας . παρδαλεως δε ποτε ὀξυτατῳ δρομῳ τον ἐκκαλουμενον καταλαβουσης φθασας τῳ ἀκοντιῳ μελλουσαν δηξεσθαι , την μεν ἀπεκτεινε
ὁσον εὐγενειας χαριν πολυ των εὐπατριδων ἀπελειπετο . ἡμερας οὐν καταλαβουσης κατηλθεν ἐπι το συνεδριον της βουλης οὐτε το πυρ
9999980 ἁρμονικος
„ . κρουμα , διασχεσιν . εἰσουμενα ἐπι Ἀριστοξενους λεπτοετι ἁρμονικος . Ἐνεπισκηψασθαι και Ἐγγυην καταβολης . καταδικασθεντων τινων δημευεσθαι
και τἀποβαινον : ὀξυ το περικομμ ' , ἀφες . ἁρμονικος , οὐ μαγειρος . ἐπιτεινον το πυρ . ὁμαλιζετω
9999980 ἐμποιουσι
τι ἡ πολυυπνια και ἡ ἀγρυπνια ἡ ἐπιπολυ γενομενη βαρος ἐμποιουσι τῃ κεφαλῃ ; και οὐκ ἐστι λεγειν ὁτι ὡς
μαλλον , λυμαινονται δε τα σωματα και τοις σωμασι νοσους ἐμποιουσι , τι δει λεγειν ; τι δε και λεγειν
9999980 μακαριας
και της του παραδεισου διαγωγης ἐξορισαντα και της ἐκεισε στερησαντα μακαριας ζωης , ἀλλα και μετα την ἀπορρητον οἰκονομιαν και
τριχῃ δε διειλε και αὐτος τας ἀνοδους και εὐδαιμονας και μακαριας θεας : τας μεν ἐντος του οὐρανου εἰπων αἱτινες
9999980 διωκουσι
κατεσκευασμενα ἐχουσι , κακα : μονοις δε ἀγαθα τοις δραπετας διωκουσι και τοις ἀπολωλος τι ζητουσι : ταχειαν γαρ τουτων
ἀγοντες τον ἀνδρα , τον μηνυτην , ᾡ πιστευοντες ἐμε διωκουσι , τοὐναντιον ποιησαντες ἠ οἱ ἀλλοι ἀνθρωποι : οἱ
9999980 ὀλυμπιας
Λευκιος Οὐαλεριος και Αὐλος Μαλλιος , παρα δ ' Ἠλειοις ὀλυμπιας ἠχθη ἐνενηκοστη ἐνατη , καθ ' ἡν ἐνικα σταδιον
την ὑπατικην ἀρχην διεδεξαντο Λευκιος Πλατιος και Λευκιος Παπιριος , ὀλυμπιας δ ' ἠχθη τριτη προς ταις ἑκατον δεκα ,
9999980 τεταγμενως
ἡ ΗΘ : διαμετρος ἀρα ἐστι πασων των τομων και τεταγμενως ἐπ ' αὐτην κατηγμεναι αἱ ΑΒ , ΔΕ .
κυριως το ἀτακτως προφερειν τα ὑποπιπτοντα ῥηματα , λεγειν το τεταγμενως προφερειν τον λογον . λοιδορια μεν ἐστιν ἡ παρα
9999980 Ἀρισταρχος
κακα . δυσηλεγεος . ἐν τῃ Χ της Ὀδυσσειας ὁ Ἀρισταρχος “ ὁταν μεν λεγῃ τον θανατον τοιουτον , σημαινει
διωρθωσαντο . τας δε γε ποιητικας Ζηνοδοτος πρωτον και ὑστερον Ἀρισταρχος διωρθωσαντο . καιτοι τας ὁμηρικας ἑβδομηκοντα δυο γραμματικοι ἐπι
9999980 πραττουσα
πραξιν κινησασα δι ' ἑαυτην , αὑτη δε και ἡ πραττουσα . ἀλλ ' ἐστι πως και ἡ καθολου αἰτια
τοσουτον ποιησειε , και των εἰδοτων λεγοντων ὁν οἰσθα . πραττουσα δη το αὑτης ἡ Φημη καλλιω τα δευτερα δευρο
9999980 λογιστικου
Τας δε της ψυχης πως ; Ἐπιθυμητικου , θυμοειδους , λογιστικου . Ἠ ταις διαφοραις των ἐνεργειων , αἱ γινονται
εἰη ἀν και ἡ ἑκαστου τελειοτης : του μεν δη λογιστικου μερους τελειοτης ἐστιν ἡ φρονησις , του δε θυμικου
9999980 χαλκους
και Ἀπολλωνος εἰσι Προοψιου . και ἐν Παρνηθι Παρνηθιος Ζευς χαλκους ἐστι και βωμος Σημαλεου Διος : ἐστι δε ἐν
κρωμακισκος οὑτοσι γαλαθηνος . Ἡνιοχος Πολυευκτῳ : ὁ βους ὁ χαλκους ἠν ἀν ἑφθος δεκαπαλαι , ὁ δ ' ἰσως
9999980 θεραποντι
μοι χρηματα γραψαντας και κατασημηναμενους δουναι την ἐπιστολην τῳ Κροισου θεραποντι φερειν . ταυτα δε ὁσα ἐλεγε και γραψας και
' ἠν , ἱππῳ δε Ποδαργος και κυνι Ληθαργος και θεραποντι Βαβης : Θεσσαλος , ἐκ Κρητης , Μαγνης γενος
9999980 προσαγορευομενην
. Περι ἡς ἀξιον θαυμαζειν , πως περιειδον Ἀθηναιοι οὑτω προσαγορευομενην την πορνην , πανηγυρεως ἐνδοξοτατης ὀνοματι κεχρημενην : κεκωλυτο
και μακραν ἐρημην ἁπασαν ἀνυσαντες ἐπι θαλατταν ἀφικνουνται την Ἐρυθραν προσαγορευομενην : εἰθ ' ὡς εἰκος ἐν ἀμηχανοις ἠσαν οὐτε
9999980 ὀφθαλμους
, εὐθυς ἀκολουθως ἀν ἐπαγοι τα λοιπα , ὡς και ὀφθαλμους ὁ αὐτος εἰχεν ἑξ και ὠτα ἑξ και φωνας
γενναν δυναμεις ἀφῃρημενος , καθαπερ και οἱ τας ὀψεις ὑποχυθεντες ὀφθαλμους ἐχοντες της δι ' ὀφθαλμων ἐνεργειας στερονται βλεπειν οὐ
9999980 ἐσθιουσι
οἱ χορηγοι λεπτον ἱερειον θυσωσι και μη ἱκανον ᾐ τοις ἐσθιουσι . διο φησι : κρεα τυτθα παρειη . μαστισδοιεν
δε λεγουσιν , ἰχθυν αὐτην γενεσθαι , / ὁθεν οὐδε ἐσθιουσι τινων ἰχθυων Συροι . . . . , :
9999980 συλλογιστικος
τουτῳ και το Α ὑπαρχει παντι οἱον τῳ Γ , συλλογιστικος οὑτος ὁ λογος . ἐαν δε οὑτως εἰπω ,
γε πως ἐξει το πραγμα ; ὁ δε κατα συστολην συλλογιστικος : ἀλλα μην ἡμερα ἐστιν , φως ἀρα ἐστιν
9999980 χαλκοις
κλιμακα ἠ το ὑδωρ ἠ το ἐλαιον θερμον ἐν ἀγγειοις χαλκοις , περιβληθεντος σχοινιου τροχιλῳ ἀνω κατα το ἀκρον της
, οἱ δε ἐν τῃ της οἰκιας αὐλῃ ὑπο τοις χαλκοις ἀνδριασιν . ἐστι δε οὐδεν τουτων ἀληθες , εἰ
9999980 αἰδεσθεντες
ἀρετην μεταβολης καταπληξιν ἐργασαμενης τοις δεσποταις : μεθησονται γαρ αὐτους αἰδεσθεντες κρειττονων ἀρχειν . ὁταν δε τυχωσι της ἀπροσδοκητου ταυτης
τε και θαρρειν και αὑτῳ ἑπεσθαι . οἱ δ ' αἰδεσθεντες ἐπι τῳ ἐργῳ ἀνεστρεφον αὐθις και τοις καθ '
9999980 πλατει
τα ῥευματα , ὑφ ' ὡν εἰς το μετεωρον κυρτουμενος πλατει μεν και μεγεθει χωρας καλυπτει τας παραιγιαλιτιδας : οὑτως
ἡ κατασκευη τοιαυτη : ξυλον ἑξαπηχυ τῳ μηκει , τῳ πλατει δε διπηχυ , παχει δε πως σπιθαμιαιον . τουτο
9999980 κως
μεν Κροισον ἀπεπαυσε , ἐνεβησε δε ἐς φροντιδα , εἰ κως δυναιτο , πριν μεγαλους γενεσθαι τους Περσας , καταλαβειν
νυν ἐπ ' ἰσης ἐχει . Εἰδεναι δε ἀνθρωπον ἐοντα κως χρη το βεβαιον ; Δοκεω μεν οὐδαμως . Τοισι
9999980 δωσουσι
δε με τηνδ ' ἀποδουναι ; ἀλλ ' εἰ μεν δωσουσι γερας μεγαθυμοι Ἀχαιοι ἀρσαντες κατα θυμον ὁπως ἀνταξιον ἐσται
και τινας ἀπαγγελλουσιν ἀπειλας , ἐν αἱς ἠν , ὁτι δωσουσι δικην ὡν ἀδικουσι τον βασιλεως οἰκον ἡμας της ἐκεινου
9999980 λειοτατα
μεχρι ποσης συστασεως ἑψε : εἰτα ἐπιβαλλε ἀμμωνιακον και βδελλιον λειοτατα και ὁταν τακῃ , ἐπιβαλλε ἰξον και ἐπιπασσε λιθαργυρον
ῥευματιϲμοϲ , οἰνανθην λειοτατην και ἀκακιαν και μαϲτιχην ἰϲα ἑκαϲτα λειοτατα ποιηϲαϲ , ἐπιβαλλε ὠου το πυρρον ὁϲον ἐξαρκει ,
9999980 κορεσθηναι
: και βαρειας οὐσης της κεφαλης μου δια το μη κορεσθηναι με του ὑπνου πεπλανημαι την ὁδον . Θαυμαστον εἰπειν
ἐστι το ἐκ καματου της κυνηγιας εὑρειν τραπεζαν γεμουσαν και κορεσθηναι : τραπεζα πληρης : προτεθεισα δηλονοτι . [ και
9999980 μελικρατου
πλειοναϲ ὁϲον κοχλιαρια β καθ ' ἑκαϲτην ἡμεραν μετα του μελικρατου πινομενον . Ἐκ των Ἀϲκληπιαδου προϲ ἐπιληπτικουϲ . ὀξαλιδα
παχεα και φλεγματωδη : πληθος δ ' ἐξαρκει τετρωβολον μετα μελικρατου . Τα μεν οὐν κατω καθαιροντα , ὁσα ἐγω
9999980 ἀπηλλαγμενοι
αὐτοις περι τας κωμας , ἀριστοκρατιᾳ δ ' ἐχρωντο , ἀπηλλαγμενοι δ ' ἠσαν των βαρεων δημαγωγων , ἡδοντο τοις
και τα δεοντ ' ἐσομεθ ' ἐγνωκοτες και λογων ματαιων ἀπηλλαγμενοι : οὐ γαρ ἁττα ποτ ' ἐσται δει σκοπειν
9999980 ἀπαλλαγεντας
: το ἐν τῃ Σαμῳ δηλονοτι . περιεσεσθαι : περιγενησεσθαι ἀπαλλαγεντας : ἀπαλλαγεντας ἀν και ἀπαλλαγησομενους ἐπερρωσαν : οἱ πεμφθεντες
ἐν τῃ Σαμῳ δηλονοτι . περιεσεσθαι : περιγενησεσθαι ἀπαλλαγεντας : ἀπαλλαγεντας ἀν και ἀπαλλαγησομενους ἐπερρωσαν : οἱ πεμφθεντες πρεσβεις των
9999980 ἀμαχος
δεινη τους ἀπονως ἀκουοντας δελεασαι , οὐ μην προς ἐλεγχον ἀμαχος : οὐ γαρ ἐστιν ἀναλωτον εἰναι το ψευδος .
ἐκπεπληγε και που και δειματος ὑποπιμπλαται , εἰτα ἀκρατος και ἀμαχος αὐτα ἡδονη της μουσης περιλαμβανει , και κηλουμενα ληθην
9999980 συμποσιοις
προς τε τους καιρους , οἱον ἐν ἑορταις και ἐν συμποσιοις , και ἐν ἐπιπληξεσιν δε προς τους τρυφερωτερους ,
ὁλης ἡμερας ἀξει και τελεσει ἡ πολις τους ἐν τοις συμποσιοις χορους ταις των κυλικων φιλονικιαις . λεγει δε τας
9999980 ἀντικειμενῃ
ἀπο του Ζ ἐπι το Γ ἐπιζευγνυμενη ἐκβαλλομενη συμπεσειται τῃ ἀντικειμενῃ τομῃ , και ἡ ἀπο της συμπτωσεως ἐπι το
. ὁμοιως δη δια την ΑΒΓ ὑπερβολην οὐδε τῃ Ε ἀντικειμενῃ συμπιπτει . οὐδε ἡ Ε ἀρα τῃ Ζ συμπεσειται
9999980 γεγενημενην
λαμπροτεραν οὐχ ὁτι Καρχηδονιοις ἀλλ ' οὐδ ' ἀλλοις τοιαυτην γεγενημενην ῥᾳδιως ἀν εὑροις περι τουτους τους χρονους , και
παρακαλων μητε την Ἑλλαδα χωλην μητε την πολιν ἑτεροζυγα περιιδειν γεγενημενην . . . , : ὁ δε ποιητης Ἰων
9999980 συλλαβαι
ἑπτακαιδεκα συλλαβων οὐσων ἐν τῳ στιχῳ δεκα μεν εἰσι βραχειαι συλλαβαι , ἑπτα δε μακραι οὐδ ' αὑται τελειοι :
των στοιχειων , και λεγεται τα μεν στοιχεια και αἱ συλλαβαι και τα ὀνοματα και τα ῥηματα ἀρχαι της μεθοδου
9999980 μυστηριον
τουτο , πολλα τε βεβαμμενου χρυσου το θειον και ἀμεταδοτον μυστηριον . Ἐπειτα και το σωμα της μαγνησιας προσερεται .
, και εἰς ἑν ἐργον συντεινουσιν . Νοησον οὐν το μυστηριον , τεκνον , του φαρμακου της χηρας . Ἡ
9999980 Λακεδαιμονιον
κατα την ὀγδοην και τριακοστην , ὁτε νικησαι μεν Εὐτελιδαν Λακεδαιμονιον , την δε ἰδεαν ταυτην μηκετι ἀγωνισασθαι παιδα ἐν
τοτε ἐτυχον ἐπιδημουντες , συνηρπαζον δε παντα τινα και ὁν Λακεδαιμονιον σαφως ὀντα ἠπισταντο και ὁτῳ κουρας ἠ ὑποδηματων ἑνεκα
9999980 ἐξαμαρτανειν
παντων οἰομαι των εἰρημενων χρησιμωτατον ἐσεσθαι και του μη πολλα ἐξαμαρτανειν τους παραληψομενους την ἀρχην αἰτιωτατον , μη δια βιου
οἰνον ἠ δι ' ὀργην ἠ τιν ' ἀλλην αἰτιαν ἐξαμαρτανειν ἐπιχειρουντας αὐτοι παροξυνουσιν , οὐδεμι ' ἐστιν ἐλπις σωτηριας
9999980 ἁρμονιαις
ἐπιτεινειν και ἀνιεναι τας χορδας , ἀλλα το δυνασθαι ταις ἁρμονιαις χρησθαι προσφορως και δυνασθαι ὁπου μεν καταστελλειν τα παθη
περι Δαμωνα : ἐν γουν ταις ὑπ ' αὐτου παραδεδομεναις ἁρμονιαις των φερομενων φθογγων ὁτε μεν τους θηλεις ὁτε δε
9999980 λαμπροτητος
' αὐταις , ἀρκεσθησεσθαι δε τῳ θ ' ἱππῳ της λαμπροτητος των σημειων ἑνεκεν και ἑνι αἰχμαλωτῳ , ὁς ἐτυχεν
τα ἑξης . Ἀλλ ' ὁπερ ἐλεγομεν , κατα μεν λαμπροτητος σχηματα οὑτως ἀκμη γινεται : κατα δ ' αὐ
9999980 ποιητικην
ἀκηρατον εἰναι και παντος κακου ἀχραντον . δει γαρ τοις ποιητικην μετιουσιν αἰδους μεμοιρασθαι παντως : διο και τας Μουσας
την δ ' ἁπλως οὐδ ' εἰναι τεχνην , την ποιητικην , ἀλλ ' ἐπιπνοιαν ἐκ Μουσων , ὁς δ
9999980 καθαρτικου
τοιγαρουν ἀπο των προποματων . Ἐκ των Θεωνοϲ : οἰνου καθαρτικου χοληϲ ϲκευαϲια . Καϲϲιαϲ # α , ϲκαμμωνιαϲ #
. ιζʹ . οἰνος δια μηλων . ιηʹ . οἰνου καθαρτικου σκευασια . ιθʹ . οἰνος ἱκανος γυναικι κατασπασαι γαλα
9999980 ἀπαρασκευος
ἀλογως ἡμας φησι δουλωσαμενους τους ἐνθαδε ἐλευθερουν , ξυμφορος ἡμιν ἀπαρασκευος ὠν και χρηματα μονον φερων , τα δε ἐνθαδε
δε ὁ ἐπι μηδενι τινι διαπρεπων . . . . ἀπαρασκευος ἀπαρασκευαστου διαφερει . ὁ μεν γαρ δι ' ἑαυτου
9999980 ἀποδεικνυει
μυθος δια φιλαδελφιαν , την δε ἀρετην φιλανθρωπον ὁ λογος ἀποδεικνυει . Το περιβλεπεσθαι τας μεν ἑταιρας ποιει πλουσιας ,
δε τῳ πενητι της τελευτης ἐστιν οὐχ ὑπευθυνος ; οὐκ ἀποδεικνυει κρινομενος : εἰτα προσθες ἐνθυμημα : ἠ γαρ οὐκ
9999980 ἀφαιρεισθαι
οὑς λεγεις μονους κακιζων , ἀλλα κοινῃ πασι βασκαινων παντας ἀφαιρεισθαι πειρασθαι τας δωρεας . μαλλον δε οὐκ εἰκαζειν ,
ἀπο μερους ἠ μερος ἀπο ὁλου . ὁλον μεν οὐν ἀφαιρεισθαι λεγειν ἠτοι ἀπο ὁλου ἠ ἀπο μερους ἀπεμφαινει προδηλως
9999980 ἀκουσιοι
Δημοσθενης . . ἐπι Παλλαδιῳ ] ἐπι τουτῳ ἐκρινοντο οἱ ἀκουσιοι φονοι . οἱ δε ἐν τουτῳ τῳ δικαστηριῳ δικαζοντες
κοινωνειν αὐτῳ της ἐπι τῳ πολεμῳ τυχης ἀρξαμενοι οὐδε ἡμιν ἀκουσιοι πολεμιοι φανεισθε . Ἐδηλωσαμεν σοι και προτερον περι Δολοβελλα
9999980 οἰκειοτερα
ἐστι και πολιαις κατηρτυμενης ἡλικιας [ ἡ τουτων καταληψις ] οἰκειοτερα , πολλῃ μεν ἱστοριᾳ λογων τε και ἐργων ,
ᾡ θεωρειται ἀληθεια ἠ ψευδος . Ῥητορικης γαρ ἠ ποιητικης οἰκειοτερα ἡ σκεψις . οὐ γαρ περι λογους ἡ φιλοσοφια
9999980 πιστευθηναι
ἐνδοξον ἐστι το φιλοσοφειν και το ῥητορευειν , και το πιστευθηναι στρατηγιαν , διορισμῳ χρησεται , δεικνυς ὁτι χρηστος μεν
ὁλοις ἁρμοσει : και γαρ το εἰναι φιλον , και πιστευθηναι παρα του ἀνδρος και κληρονομησαι και γαμησαι , και
9999979 εὐστομαχον
, οὐδεν ἀτοπον : ἐχει γαρ τι και εὐκοιλιον και εὐστομαχον και διουρητικον . λαμβανειν δε δει τουτου δια θερμου
οὑτως τε ἐκθλιβειν και ἀποτιθεσθαι . ἱκανως ἐστι στυπτικον και εὐστομαχον ῥευματιζομενῳ τε στομαχῳ και κοιλιᾳ χρησιμον προς τε τας
9999979 τετρακισμυριων
δ ' Ἀντιγονου χωρις των ἐλεφαντων πεζοι μεν πλειους των τετρακισμυριων , ἱππεις δε ὑπερ τους ἑπτακισχιλιους . ἁμα δε
παραλαβοντες τους συμμαχους μυριοις στρατιωταις ἐβοηθουν τοις Ἀκραγαντινοις . Ὡς τετρακισμυριων Καρχηδονιων ἀπαντησαντων ἐνικησαν οἱ Συρακοσιοι και πλειους των ἑξακισχιλιων
9999979 θεν
την θε συλλαβην . ἡ γουν καταληξις ἡ δια του θεν οὐδεποτε το ν ἀποβαλλει : το γαρ Λεσβοθεν οὐκετι
σημασιας ὡδε ἐχει . τα παρα προθεσιν παραγομενα των εἰς θεν ληγοντων κοινῃ χρηται σημασιᾳ κατα την τοπικην ἐκφοραν ,
9999979 ὑποτακτικου
Γ . ὀφρα ταχιστα ‖ ἐντυνεαι . † ) ἀντι ὑποτακτικου του ἐντυνηαι , ὡς και ἐπι του ” ἐπει
Το ἐαν τυπτωμαι χρονου μεν ἐστιν ἐνεστωτος και παρατατικου παθητικου ὑποτακτικου , κανονιζεται δε ἀπο του ὑποτακτικου ἐνεργητικου ἐνεστωτος :
9999979 ποιη
Ὁ μεν οὐν Ἱππαρχος ἐπεχειρησε μεν και την τοιαυτην διορθωσιν ποιη - σασθαι . πανυ δ ' ἀναισθητως ἀνεπιστατως και
δε και σκυλτικος ἐν ἀρχῃ , ὑστερον δε και κερδη ποιη - σει και προκοπας και ἐχθρων ταπεινωσιν . ἐπι
9999979 ἀσυμμετρου
Εἰ δε ἡ ΒΓ της ΓΔ μειζον δυναται τῳ ἀπο ἀσυμμετρου ἑαυτῃ , και ἡ ΚΖ της ΖΘ μειζον δυνησεται
: ἡ ΕΖ ἀρα της ΗΖ μειζον δυναται τῳ ἀπο ἀσυμμετρου ἑαυτῃ . και εἰσιν αἱ ΕΖ , ΖΗ ῥηται

Back