ὁ καρπος . το δε στελεχος μεγα και παρομοιον τῃ λευκῃ , φυλλον δε τῃ πτελεᾳ . πεπαινει δε τετταρας
ἐοικε και τῳ λευκῳ , κἀν τουτων τινα των Ἰνδων λευκῃ τῃ γραμμῃ γρα - ψωμεν , μελας δηπου δοξει
9999908 φυσωδες
και λεπτυντικης . ἡ δε ῥιζα προς τοις εἰρημενοις και φυσωδες τι κεκτηται και ἀφροδισιαστικον . το δε σπερμα το
οὑτος γαρ μεγα εἰχε το αἰδοιον . γινεται δε δια φυσωδες πνευμα : και δει γυμνασια ἐπιταττειν και θερμην διαιταν
9999904 πυρωδες
Αἰγυπτιοι : πνευματικωτατον γαρ το ζωιον παντων των ἑρπετων και πυρωδες ὑπ ' αὐτου παρεδοθη : παρ ' ὁ και
περι την γλωσσαν στρυφνοις και δριμεσι , λαμπρον δε το πυρωδες λευκον , τα δε ἀλλα ἐκ τουτων : ἐν
9999897 δυσωδες
ἐστι και την αἰτιαν ἑκαστου εἰπειν . το λεπτον και δυσωδες οὐρον ἐνδεικνυται ἐσχατην ἀπεψιαν και ἀκραν καταβολην των φυσικων
οἱ πολλοι ἀπολλυνται . Οἱσι καιομενοισι πυον βορβορωδες ἐρχεται και δυσωδες , ἀπολλυνται ὡς τα πολλα . Οἱσιν ἀπο του
9999897 κινδυνωδες
, κακιον γιγνεται : το τε γαρ ξανθον ἀκρητον ἐον κινδυνωδες , το δε λευκον και γλισχρον και στρογγυλον ἀλυσιτελες
. ἐνθεν τοι και ἀνθρωπῳ δηγμα ἀνθρωπου μιαρον ἐστι και κινδυνωδες οὐδενος θηριου μειον . Ἐν ὡρᾳ θερειῳ , ἀμητου
9999894 φαλαγγια
' ἡμερας πεντηκοντα ἐκ των ᾠων πουλυποδια ἐξερπει ὡσπερ τα φαλαγγια πολλα . ὁ δε θηλυς πουλυπους ὁτε μεν ἐπι
περι θηριων και Ἀριστοτελης φησιν ὁτι ἐν γυργαθοις γεννωσι τα φαλαγγια , τικτει δε ὑπερ τα τριακοντα , γεννηθεντα δε
9999892 ἐπλησθη
διοπερ τοσουτων νεων και των ἐν αὐταις γεγενημενων ἀνδρων ἀπολωλοτων ἐπλησθη της Κυμαιων και Φωκαεων ἡ παραθαλαττιος χωρα νεκρων και
μεν Ἰωνες συστελλουσι και ὁ Ποιητης των δ ' ἁπαν ἐπλησθη πεδιον . . . οἱ δε Ἀττικοι ἐκτεινουσι την
9999888 σανιδες
δυο ὑποκεισθωσαν ἀπο ιδ ποδων . Ἐσονται οὐν περικειμεναι αἱ σανιδες : ἡ μεν μια ιβ ποδων ἡ φαινομενη :
το καταστρωμα . τα δε ξυλα ἐφ ' ὡν αἱ σανιδες ἐπικεινται , κανονια και σταμινες . το δε συνεχον
9999888 ἐμελησε
ἠ ἀναγινωσκειν . ταυτας δε τας σχεσεις καλουσιν , οἱς ἐμελησε της τουτων τεχνολογιας , των προτασεων ὑλας , και
τας λειτουργιας : σεμνη γαρ ἡ ἀναπαυσις και βεβηκυια : ἐμελησε γαρ τῳ ῥητορι του μη διολου καλλωπιζειν δοκειν .
9999886 θυμιατηρια
στεφανος ἐπεκειτο ἐκ μυριων κατεσκευασμενος χρυσων . ἐπομπευσε δε και θυμιατηρια χρυσα τριακοσια και πεντηκοντα , και βωμοι δε ἐπιχρυσοι
. μεθ ' οὑς Νικαι χρυσας ἐχουσαι πτερυγας , φερουσαι θυμιατηρια ἑξαπηχη , ζῳωτους ἐνδεδυκυιαι χιτωνας , μετα δε ταυτας
9999886 ἐνεγραφη
εὐπρεπειαν και λαμπροτητα εὐγενειας , ἐθυε τοις θεοις , και ἐνεγραφη εἰς την ἱερωσυνην εἰς τον Λευκιου Δομιτιου τοπον τετελευτηκοτος
και διαλεγομενος , ἀλλα και χρηματα πλειστα ἐξελεξε και φυλαις ἐνεγραφη πολεων μικρων τε και μειζονων . παρηλθε και ἐς
9999884 ἐλευθερῳ
ἀγνοεις . εἰ δε ᾐδεις , ὁτι αὐτοπραγια μεν οἰκειοτατον ἐλευθερῳ , οἰκετῃ δ ' ἀλλοτριον , ἐπεπαιδευσο ἀν αὐθαδειαν
του πυρεττοντος πολυ ἀθλιωτερος , διπλασια γουν ἐσθιει ματην . ἐλευθερῳ το καταγελασθαι μεν πολυ αἰσχιστον ἐστι , το δ
9999883 φλεγματοϲ
ρδ Κοινον καθαρτηριον ρε Ἀλοηδαρια δια ῥοδομελιτοϲ ρϚ Χοληϲ και φλεγματοϲ ἀγωγα ρζ Ἀλοηδαρια δοκιμα ρη Ἀλοηδαρια Ὀριβαϲιου ρθ Ἀλλωϲ
ἐμφρονεϲτερον και τουϲ τον ἀλλον τροπον ἐκμανενταϲ και τοιϲ ἀπο φλεγματοϲ νοϲημαϲι κρατιϲτον ἐϲτιν : οἱ δε και εὐϲιτοτεροι ἀντι
9999882 θηριωδες
το των νεμομενων τας χωρας ἐκεινας ἀμορφον και ἀκαθαρτον και θηριωδες . τα δε λοιπα του τεταρτημοριου μερη περι το
οἰδε γαρ Ἱπποκρατης και ἐμμεσα ἐναντια . ιβʹ . Το θηριωδες φθινοπωρον , καρδιαλγιαι και το φρικωδες και τα μελαγχολικα
9999881 ῥητορικη
γαρ ζητουμενον ὡς ὁμολογουμενον ἐλαβε : ζητουμενου γαρ εἰ ἐστι ῥητορικη , ὡς ἐφ ' ὡμολογημενων αὑτη προβαινουσα ἐφη ,
ἀγαθου τινος ἑνεκα ποιουσιν ἁ ποιουσιν , ἰατρικη ὑγειας , ῥητορικη του εὐ λεγειν , σκυτοτομικη του περισωζεσθαι το σωμα
9999881 τερμινθινη
μηδεν ἐχοντι στυψεως . των δε φαρμακων ἐπιτηδειος ἐστι ῥητινη τερμινθινη καθ ' ἑαυτην ἐπι παιδων , γυναικων και ἁπαλοσαρκων
ἐχοντι στυψεως . των δε φαρμακων ἐπιτηδειος ἐστι ῥητινη ἡ τερμινθινη , καθ ' ἑαυτην μεν ἐπι παιδιων και γυναικων
9999880 ἀπελαβε
τα περατα καταμετρησῃ τῳ λογισμῳ . . Ἡ μεν σαρξ ἀπελαβε τα περατα της ἡδονης ἀπειρα , και ἀπειρος αὐτην
παραδους δ ' αὑτον και την βασιλειαν Ἀλεξανδρῳ παλιν ταυτην ἀπελαβε δια την του κρατουντος ἐπιεικειαν . ὁ δε Σωπειθης
9999879 θαυμαστῳ
φαυλως και κατα την του ἑνος εἰργασμενου τεχνην , τῳ θαυμαστῳ και πολυτεχνῳ δημιουργηματι , μηδε αὐτους ἐκεινους ἀρεσκοντι τους
ἐπραξαν , και τους πολεμιους ἀνεστησαν ἐκειθεν , ἐν φοβῳ θαυμαστῳ γενομενους : πληθους δ ' ἐπιχυθεντος αὐτοις , ἀπεχωρησαν
9999878 πυωδες
τῃ πεμπτῃ και ἑκτῃ ἐπι δεκα ξηρανθῃ και μηκετι ἀποβησσῃ πυωδες , ὑγιης ἐστιν : ἠν δε μη , προσεχε
οἱ κοποι , οἱον ἡ Κλινια ἀποσιτος , τηκομενη , πυωδες , ἀλλοτε σμικρον αἱματωδες , ποδες ἐπῳδεον . Ἡ
9999878 εὑρεθεισα
και βηξ ἐγενετο . ἐγενετο οὐν ὁ βηξ και ποτε εὑρεθεισα ἡ δυναμις ἐῤῥωμενη ἀπεδιωξε τον χυμον : ἀπεδιωξε μεντοι
συντυχουσα “ λεγε ἀντι του ” κατα τυχην φανεισα και εὑρεθεισα “ συντασσων το ” ἡμιν “ προς το ”
9999878 Αἰγυπτοιο
ἐς πατριδα γαιαν , πριν γ ' ὁτ ' ἀν Αἰγυπτοιο , διιπετεος ποταμοιο , αὐτις ὑδωρ ἐλθῃς ῥεξῃς θ
στοματων εἱλιγμενος εἰς ἁλα πιπτει , ὑδασι πιαινων λιπαρον πεδον Αἰγυπτοιο . οὐ γαρ τις ποταμων ἐναλιγκιος ἐπλετο Νειλῳ ,
9999878 φαρμακα
προσφυεις . των δε ἀλλων τους μεν εὐθραυστους , τα φαρμακα δυνανται διαλυοντα ἐκκρινειν . τους δε στερεους και δυσλυτους
δοκει καλλιστος των θεων . και μην τα γε ὠφελιμα φαρμακα τοις μεν νοσουσιν ὠφελιμα , τοις δε ὑγιαινουσι περιττα
9999877 Κρητικα
. „ παλιν δ ' ἐν τοις ἑξης και τα Κρητικα συμπλεκει τουτοις „ ὠ θαλαμευμα ” Κουρητων , ζαθεοι
ὀρχηστην περ ἐοντα ἐγχος ἐμον κατεπαυσεν . ὁθεν και τα Κρητικα ὑπορχηματα : Κρηταν τε καλεουσι τον τροπον και το
9999876 Ἀλεξανδροιο
' ἐμμεμαυια δι ' οὐρεος , ἡχι και ἀλλαι Νυμφαι Ἀλεξανδροιο νεκυν περικωκυεσκον . Τον δ ' ἐτι που κρατερον
τῃ δ ' ἀρα διφρον ἑλουσα φιλομειδης Ἀφροδιτη ἀντι ' Ἀλεξανδροιο θεα κατεθηκε φερουσα : ἐνθα καθιζ ' Ἑλενη κουρη
9999876 ἀπελαυσε
ἐκ τουτων δη τα πολλα και μεγαλα ὀνειδη παλαι τε ἀπελαυσε φιλοσοφια και νυν ἀπολαυει , ὁταν δη τινες ἐνιοτε
τυ γενος , ἀλλοτριος ὠν του Περσων αἱματος ἐπιξενωθεις ἡμιν ἀπελαυσε της προς ἁπαντας χρηστοτητος , ἐπι τοσουτον ὡς πατερα
9999876 κωνοειδες
ἐν αὐτῳ ἡ του θυμου δυναμις : το σχημα αὐτης κωνοειδες , οἱον στροβιλος . Πυρωδεστερα γαρ οὐσα παντων των
̈ , . Κλεανθης μονος των Στωικων το πυρ ἀπεφηνατο κωνοειδες . . . , . ἡγεμονικον δε του κοσμου
9999875 διηλλαξε
ἐσται καταφανης ἡ τε προαιρεσις του ἀνδρος , ἡι χρησαμενος διηλλαξε τους προ αὐτου , και ἡ δυναμις . ἀρχαιοι
ἐσται καταφανης ἡ τε προαιρεσις του ἀνδρος , ᾑ χρησαμενος διηλλαξε τους προ αὐτου , και ἡ δυναμις . ἀρχαιοι
9999875 συμπεπληρωσθω
. κεισθω τῃ ΑΗ ἰση παλιν ἡ ΓΤ , και συμπεπληρωσθω ὁμοιως το ΓΦ στερεον . ἐπει ἐστιν ὡς ἡ
και ἀναγεγραφθω ἀπο της ΑΒ τετραγωνον το ΑΔ , και συμπεπληρωσθω το ΑΖ παραλληλογραμμον . και ἐπει το ΒΖ το
9999875 Ἱπποκρατηϲ
τινων νοϲηματων ἀπαραιτητον πολλακιϲ ἐχει την ἀγωνιαν : διοπερ ὀρθωϲ Ἱπποκρατηϲ ὀξυν ἀπεφηνατο τον καιρον . ἐκεινουϲ μεν γαρ ἐν
ψυξεωϲ ἀμετρου : το γαρ ψυχρον φλεβων ῥηκτικον , φηϲιν Ἱπποκρατηϲ . εἰ δε κατα διαβρωϲιν , οὐκ ἀθροωϲ ἀλλα
9999875 ἀριθμητικῃ
τε και γεωμετρικῃ ταυτην ἐκδεχεσθαι , ἐφαμεν δε ἡμεις τῃ ἀριθμητικῃ μονῃ ὑπεναντιον τι πασχειν , συλληψεται ἡμιν κἀκεινο :
πλευρας ἐκ των ἀριθμων . διο εἰρηται και ἐν τῃ ἀριθμητικῃ πραγματειᾳ ὁτι προτερα ἐστι πασων των ἐπιστημων ἡ ἀριθμητικη
9999875 ὑπεταξε
εἱλε πολεις ] τουτο θαυμαστικως φησιν ὁτι τῃ ἀρετῃ Ἑλληνας ὑπεταξε Δαρειος , ἀλλ ' οὐκ ἀναγκῃ . . ὁσας
τον κοσμον ἑνεκα του ἀνθρωπου και πασαν την κτισιν αὐτου ὑπεταξε τῳ ἀνθρωπῳ , και την ἐξουσιαν πασαν ἐδωκεν αὐτῳ
9999874 λαμβανῃς
συμβουλευομενος καταμανθανεις τους φρονιμους , οὑτω και των θεων πειραν λαμβανῃς θεραπευων , εἰ τι σοι θελησουσι περι των ἀδηλων
προς το ὀα στιξον , ἱνα προς το ἀπυων ἐξωθεν λαμβανῃς ἐσται λογιζομενος καθολικον το γυναικοπληθης ὁμιλος δια πασας τας
9999874 ἀπηντησε
και ἐνταυθα ᾠκειτο πολις μεγαλη ὀνομα Ὠπις : προς ἡν ἀπηντησε τοις Ἑλλησιν ὁ Κυρου και Ἀρταξερξου νοθος ἀδελφος ἀπο
τοσουτῳ χειμωνι χρησασθαι : και γαρ , εἰ μηδεν φαυλον ἀπηντησε , τουτο τῃ τυχῃ λογιστεον , αὐτους δε οὐ
9999874 χρωμεθα
ὑπο το γενειον ἀγαγοντας ἁμματιζειν , τουτῳ και ἐπι ἰνιῳ χρωμεθα τας ἀρχας ἐκ πλαγιων της κεφαλης ἁμματιζοντες . Κεφ
γευστων μεταφερομεν τας ἐπικλησεις και ταις των χυμων προσηγοριαις ἀναλογον χρωμεθα ἐπι των ὀσφραντων : οὐδεμια γαρ λανθανει χυμου διαφορα
9999874 φλεγματωδεα
λευκα γινεται μαλιστα ταυτην την ὡρην , και τἀλλα νοσηματα φλεγματωδεα . Του δε ἠρος το φλεγμα ἐτι μενει ἰσχυρον
ἐπιμηνια χωρησει οἱ φλεγματωδεα : γνωστον δε ἐστιν ἠν χωρεῃ φλεγματωδεα : ὑμενωδεα τε γαρ φαινεται οἱ , και ὡσπερ
9999874 Λυσανδρῳ
, ἐπυνθανετο [ τε ] την τε ἡτταν των ὁμου Λυσανδρῳ και αὐτου Λυσανδρου την τελευτην , ἐπηγε δε ὁμως
ὡν ἀν τις ὀμοσῃ πραγματων , οὐχ ὁμοιαν ἀποφασιν ποιουμενος Λυσανδρῳ τε τῳ Λακωνι και Δημαδῃ τῳ Ἀθηναιῳ , ὡν
9999874 τρισκαιδεκατῃ
Θεοπομπος μεν ἐφη ὁ Χιος ἐν ταις Ἑλληνικαις κἀν τῃ τρισκαιδεκατῃ δε των Φιλιππικων Ἀγησιλαῳ τῳ Λακωνι εἰς Αἰγυπτον ἀφικομενῳ
θεσθαι Τηλεγονον και Ἀντικλειαν . Πολυβιος δ ' ἐν τῃ τρισκαιδεκατῃ των ἱστοριων Φιλιππου του καταλυθεντος ὑπο Ῥωμαιων κολακα γενεσθαι
9999873 Παφλαγονα
καθα φησιν Ἀρριανος , ὁς και γνησιον παιδα Φινεως ἱστορει Παφλαγονα , ἐξ οὑ χωρα Παφλαγονια . και γην λεγει
θεραποντες οἱ στρατηγοι . Παραγει τινα Κλεωνα , τον καλουμενον Παφλαγονα κἀτι βυρσοπωλην πικροτατα , κατεσθιοντα πως τα κοινα χρηματα
9999873 ἐξεπλευσε
ἐπεδειξατο , ὁστις παραλαβων πασας πολεις ἐφ ' ἁς ἀρξων ἐξεπλευσε στασιαζουσας δια το τας πολιτειας κινηθηναι , ἐπει Ἀθηναιοι
της γυναικος ἀναιρεσιν και του Περδικκου , τον στολον ἀναλαβων ἐξεπλευσε και κατηντησεν εἰς Τυρον . ὁ δε της πολεως
9999873 λουτρῳ
ἀνεϲαϲ , α χυλῳ πτιϲϲανηϲ χρω . χρη ἐν τῳ λουτρῳ ἐμβαλλειν το ϲμηγμα τῳ βρεγματι , προδιαϲτειλαντι ταϲ τριχαϲ
σπερματος # α , μελιτος # β . διδου ἐν λουτρῳ ἠ προ λουτρου δι ' οἰνομελιτος ἠ χρυσαττικου κυαμου
9999872 καρκινῳ
βιβρωσκεται ὑπ ' αὐτου . πινοτηρης ] ζῳον συννομον τῳ καρκινῳ . ποιει ] κοινη . των ὀρχιλων : ὀρχιλος
αἱ μελαιναι ὑδατικον και μαλλον αἱ δειλης . Ἐν τῳ καρκινῳ δυο ἀστερες εἰσιν , οἱ καλουμενοι ὀνοι , ὡν
9999872 φαλαγγες
νηας , στησε δ ' ἀγων ἱν ' Ἀθηναιων ἱσταντο φαλαγγες . ἐς δε την Ὀδυσσειην ταδε ἐποιησεν , ὡς
„ στησε δ ' ἀγων , ἱν ' Ἀθηναιων ἱσταντο φαλαγγες ” , „ μαρτυρι χρησασθαι τῳ ποιητῃ του την
9999871 ἀσωδεες
σημαινει πτυελου πληθος ἐν τῳ πλευμονι . Οἱ φρικωδεες , ἀσωδεες , κοπιωδεες , ὀσφυαλγεες , κοιλιας καθυγραινονται . Τα
τῃσι κινησεσι μετα ἀδυναμιης κατακεκλασμεναι , περι κρισιν ἐνοχληθεισαι , ἀσωδεες , ἐφιδρουσι πολλῳ : κοιλιαι καθυγρανθεισαι ταυτῃσι , κακον
9999871 ἐτυγχανες
και μαλιστ ' εἰ και προτερος αὐτος εὐ ποιησας τουτον ἐτυγχανες . εἰθ ' ὡν οὐκ ἀν ποτ ' αὐτος
οὐ γαρ οἰδα τι ἀν δεινοτερον ἐπασχομεν , εἰ ἀπων ἐτυγχανες , οὑ νυν παροντος βλαπτομεθα . εἰ δ '
9999871 ἐρασθεισα
ἠν ἡ μονη ἡδομενῳ : Πολυμηλη γαρ των Αἰολιδων τις ἐρασθεισα αὐτου κρυφα συνην . ὡς δε τους ἀνεμους ἐγκεκλεισμενους
πολις Καριας , ἀπο Καυνου , οὑ ἡ ἀδελφη Βυβλις ἐρασθεισα φευγοντος ἐκεινου [ ἀπηγξατο ] . ὁθεν ἡ παροιμια
9999869 φιλανθρωπα
' ὠμοτατων ἐργων , οἰδατε , τα δε χρηστα και φιλανθρωπα παντα της ἑαυτων ψυχης ἐκτετμησθε ; και ταυτα μη
οἰκειων τινες και ἑταιρων αὐτου . ἐλθοντι δε τῳ Χοριηνῃ φιλανθρωπα τε ἀποκριναμενος και πιστιν ἐς φιλιαν δους αὐτον μεν
9999869 ἐδηλωσεν
] * Δια του εἰπειν δελφινων το ἐν νησῳ οἰκειν ἐδηλωσεν : ἐν γαρ τῃ θαλασσῃ ἡ νησος , της
αὐτην δυναμιν ἐχει : ἀλλα περι ἑνος εἰπων περι παντων ἐδηλωσεν . οὐ γαρ δηπου ἐαν μεν τις πατραλοιαν ἠ
9999869 ἐκινδυνευσε
Θεμιστοκλης οὐκ ἐχων ὁπου ὑποστρεψει ἐπι την Περσιδα ἐπλει . ἐκινδυνευσε δε και πλεων ἁλωναι και παραληφθηναι . Ναξον γαρ
' εἰ μεν μιαν ἀπωλεσε ναυν , περι θανατου ἀν ἐκινδυνευσε : τουτο μεντοι και διπλην ἐχει την της πλασεως
9999869 τεσσαρεσκαιδεκα
Εὐναπιου Χρονικης ἱστοριας της μετα Δεξιππον νεας ἐκδοσεως ἐν βιβλιοις τεσσαρεσκαιδεκα . ἀρχεται μεν της ἱστοριας ἀπο της Κλαυδιου βασιλειας
πεντακισχιλιοι , ἱππεις δε ἑξακισχιλιοι ἑκατον , ἐλεφαντες δε ἑκατον τεσσαρεσκαιδεκα . Ἀντιγονος δ ' ἐκ μετεωρων τοπων κατιδων την
9999868 βραχιονι
τορμους ἠ κονδυλους . και του πηχεως την ὑπο τῳ βραχιονι συμβολην κατα μεν την ἐνδοθεν κοιλοτητα ὀλεκρανον καλεισθαι νομιζουσιν
μασχαλην , βροχος ὁ καρχησιος ἠ ἀλλος ἰσοτονος περιτιθεσθω τῳ βραχιονι , και αἱ του βροχου ἀρχαι ἀγεσθωσαν κατω και
9999868 πλατοϲ
πεφωγμενην ἠ κυϲτεϲι βοων ἐλαιου θερμου ἡμιπληρεϲι , ὡϲ ἐϲ πλατοϲ ἐπικεηνται των πυριωμενων χωριων . ἐβιηϲατο κοτε ἀναγκη πυριηϲαι
ἱκανωϲ ἰϲχνα και μη ῥυπαρα , ἐχουϲηϲ τηϲ κλινηϲ δαψιλεϲ πλατοϲ προϲ το ἐπ ' ἀλλα και ἀλλα των πρωτων
9999868 διηλθε
ἠγουν ἀντι προικος φθοραν και ἀπωλειαν κομισασα . βεβακεν ] διηλθε . ῥιμφα ] εὐκολως . πυλαν ] των της
σων ; ἀρα δυστηνους γοους κλυουσα τωνδε ; κἀμε γαρ διηλθε τι . ἐπαιρε λευκον κρατα , μη δακρυρροει σεμναισι
9999867 ἀνηνεγκε
οἱ δε το ἀνεριναστος μαλακος και ἀγονος . ἀνηνεχθη : ἀνηνεγκε και ἀνελαμβανεν αὑτον . Μενανδρος Ῥαπιζομενῃ και Θεοπομπος :
του εὐσεβους ἐπικληθεντος , και Ἀδριανου ἐκγονος κατα θηλυγονιαν , ἀνηνεγκε δε το γενος αὑτη ἐπι Τραϊανον προπαππον . γενους
9999867 μαλαχηϲ
ἠρεμα και χλιαραϲ εἰϲι δυναμεωϲ , καθαπερ και τα τηϲ μαλαχηϲ . Κωνειον ὁτι τηϲ ἀκρωϲ ψυκτικηϲ ἐϲτι δυναμεωϲ ,
τῳ ἐλαιῳ . κηρωτη δε αὐτοιϲ ἁρμοϲειεν αὑτη : ἀγριαϲ μαλαχηϲ ῥιζαι ἐν Ϲικυωνιῳ ϲυν ὀλιγῳ ὑδατι ἑψονται , ἑωϲ
9999867 ἐναλλαγη
δε γινεται το ζητημα : οὑτως οὐν ἡ των πραγματων ἐναλλαγη ποιει τα ἐσχηματισμενα , και οὐχ ἡ των προσωπων
κλεμμα λεγων , ἀλλ ' οὐ κατορθωμα . δωροδοκημα ] ἐναλλαγη των παρισουσων συλλαβων . και τοτε και νυν ἀει
9999867 μαλακῃ
γης ἐστρωμενα περι τον καυλον και τον πυθμενα , ἐλαιᾳ μαλακῃ ὁμοια , στενοτερα δε και μακροτερα : καυλια σπιθαμης
ὑστερον δε τῳ χρονῳ παραφθαρεντος του ὀνοματος τηβεννος ἐκληθη . μαλακῃ δε και πολυτελει ἐσθητι χρησθαι πλουσιοις μεν ἀγαθον και
9999866 χοινικα
και ἀμπελου λευκηϲ ῥιζα : ϲυνθετα δε : αἰρινου ἀλευρου χοινικα , καρδαμωμου λευκου ⋖ δ , νιτρου ἀφρου ⋖
ἀν λειφθῃ το ἡμισυ : ἑψειν δε και ἐρεβινθων λευκων χοινικα ἐν δυσι χοευσι , και τουτου λειπετω το ἡμισυ
9999866 στεφανῳ
, και ὁπως Λεοννατος ἐπι τῳδε ἐστεφανωθη προς Ἀλεξανδρου χρυσῳ στεφανῳ ἐν Μακεδοσιν . ἐνταυθα σιτος ἠν νενημενος κατα προσταγμα
και το θεατρον ἡμιν λαμπροτερον , ἐπ ' ἰσης τῳ στεφανῳ και τῳ κηρυγματι : ὡσπερ οὐν ἡ Θετις ἡ
9999866 μαθησεσθε
δη του αὐτου λογου την τε δικην οὐκ εἰσαγωγιμον οὐσαν μαθησεσθε , και την ὁλην ἐπιβουλην και πονηριαν τουτουι του
ἀν δυνωμαι δια βραχυτατων τους λογους . ὁθεν οὐν ῥᾳστα μαθησεσθε περι αὐτων , ἐντευθεν ὑμας και ἐγω πρωτον πειρασομαι
9999866 ἐκαθευδε
ἀποπυριν ποιησας , περιχεας ἀν ἐλᾳδιον καθισας ἠριστησε . και ἐκαθευδε το μεν θερος ἐν τοις ἱεροις , τον δε
οὐν ἁ ἐκελευσεν ἐποιουμεν , ἡ δε ἐπαλειφθεισα μετα μικρον ἐκαθευδε το ἐπιλοιπον της νυκτος μεχρι της ἑω . ἐγω
9999866 κολλωδες
και μιξαντες τον καρπον του παλιουρου . Τουτου γαρ συμμιγεντος κολλωδες μεν το παν πολυ μαλλον γινεται , δοκει δ
οἰνον , ἠ ἐμβληθηναι εἰς τους πιθους , παχυ και κολλωδες ᾐ το γλευκος , μονιμωτερος ἐσται ὁ οἰνος :
9999866 Θουκυδιδης
παυσασθαι τον πολεμον ἐστιν ὁ Κλεων . ὁπερ οὐν και Θουκυδιδης ἱστορει δια τουτων : “ ἐπειδη και ἡ ἐν
ἑκατερον αὐτων . και ὁριστικῳ συντασσεται ῥηματι και ἀπαρεμφατῳ . Θουκυδιδης ἐν δʹ : ” ἐφ ' ᾡ φυλακῃ τῃ
9999865 Στρεψιαδην
πασχομεν , ἡ δε ἱππικη ἐγενετο αἰτια του παθειν τον Στρεψιαδην , ἁ φησιν : ὁθεν και εἰκοτως ἐκαλεσεν αὐτην
. παρακελευεται τον πρεσβυτην εὐφημειν χρη : ταυτα προς τον Στρεψιαδην . παρακελευεται γαρ αὐτον σιωπαν και εὐφημειν , ἱνα
9999865 φυγαδες
χρησαιτ ' ἀν παραδειγμασι λεγων , ὡς οἱ μεν Ἀθηνησι φυγαδες το πρωτον μετα πεντηκοντα ἀνδρων Φυλην τε καταλαβοντες και
και ἐκπεσοντας ἐκ της πατριδος ὑπεδεξαντο . Μετα δε οἱ φυγαδες των Κολοφωνιων φυλα - ξαντες τους Σμυρναιους ὁρτην ἐξω
9999865 ἐνεπλησε
δ ' ἐμβαλων εἰς την των πολεμιων χωραν τους στρατιωτας ἐνεπλησε παντοιας ὠφελειας . Τισσαφερνους δε μετα πολλης ἱππου παραγενομενου
ἠδη ἐουσης κοιλης ἐσμος μελισσεων ἐσδυς ἐς αὐτην κηριων μιν ἐνεπλησε . Τουτου δε γενομενου τοιουτου , ἐχρεωντο γαρ περι
9999865 φλεγμονηϲ
των ἐν ταιϲ θερμαιϲ και ξηραιϲ κραϲεϲι γιγνομενων πυρετων χωριϲ φλεγμονηϲ και ϲηψεωϲ . ὁϲοι την κραϲιν πικροχολοι και την
ἠ φοινικων ἠ μυξων ἠ φακηϲ : ἐνδιδουϲηϲ δε τηϲ φλεγμονηϲ ἠ ἀκμαζουϲηϲ μικτεον αὐτοιϲ το μελι , ὁ ἐν
9999865 ἀρξωμεθα
, ἀκολουθον ἀν εἰη και περι τουτων ἑξης διαλαβειν . ἀρξωμεθα δε ἀπο της οὐ μαλλον . Ταυτην τοινυν ὁτε
ἀκουσαιμι . Ἀλλα χρη οὑτω ποιειν . ποθεν οὐν βουλει ἀρξωμεθα διασκοπουντες , ἐπειδηπερ εἰς τυπον τινα ἐμβεβηκαμεν , ἱνα
9999865 φρικη
ῥιζαι του αἱματος εἰσι , δια παντος του σωματος ἡ φρικη διηλθεν : ἁπαντος δε του αἱματος ψυχθεντος , ἁπαν
σωματος φερομενον , ἀρχεται ἀπο καταψυξεως των ἀκρων , και φρικη πασα δυσεκθερμαντον τε ἐχει , και πολυχρονιον την ἐπι
9999865 ληψομεθα
ἀμφω δε καταλιποντες το νηκτον και πτηνον , το πεζον ληψομεθα , μηδεν ἠ ὁτι πεζον ὁ ἀνθρωπος εἰς το
ὡς λογου ἑνεκεν ἐπι της ἐκκειμενης διαστασεως του Κριου , ληψομεθα πρωτον τους ἐπιβαλλοντας χρονους ἑκατερῳ των περιεχοντων κεντρων ,
9999865 ῥητορικα
ὡςτε μηδεν ἡμας δυνασθαι διαφυγειν . τα τοινυν ἰδια και ῥητορικα ἠθη τουτοις διαιρειται : κατα ἐθνη , γενη ,
, οἱον ῥητορσι τε και γραμματισταις , αὐτους δε τα ῥητορικα ἠ τα γραμματιστικα οὐκ ἐργαστεον . τῳ γαρ ὀντι
9999864 ζωτικη
τουτων , εἰ μητε τα τηϲ ἡλικιαϲ κωλυει μητε ἡ ζωτικη δυναμιϲ ἀρρωϲτοϲ φαινοιτο , την ἀρχην τηϲ ἰαϲεωϲ ἀπο
ἡ των ῥαβδων φυσις και ὁλως οἱον ἀρχη τις αὑτη ζωτικη . διο και ἐξαιρουμενου και πονησαντος θνησκει : ἐπει
9999864 φιλανθρωπιᾳ
εἰ μη τουτο , γοητευθεντα και φενακισθεντα τῃ περι τἀλλα φιλανθρωπιᾳ και ταυτ ' ἐλπισαντα παρ ' αὐτου . οὐκ
θειοις ἐρυμασιν ἐνεσχεθησαν , εὐσεβειᾳ , δικαιοσυνῃ , πραοτητι , φιλανθρωπιᾳ . ἐξιτε οὐν ἠδη θαρσουντες ἐκ των τειχισματων :
9999864 Φοινικες
τουτον , ἱνα μισθον λαβω ἐμπορευομενος τον ὑμνον καθαπερ οἱ Φοινικες τα σφων αὐτων πραγματα . το δε ἐν Αἰολιδεσσι
μη καταδηλος γενηται . Ταυτα μεν νυν Περσαι τε και Φοινικες λεγουσι . Ἐγω δε περι μεν τουτων οὐκ ἐρχομαι
9999863 ἐλαιῳ
κυαμους τριψας λειον , διπλασιον δε ἐστω της ῥαφανου , ἐλαιῳ διειναι , ὁσον τεταρτημοριον κοτυλης , τουτο ἐγχειν χλιαρον
τῳ δε της ἀγριας μαλαχης χυλῳ εἰ τις χρισαιτο συν ἐλαιῳ , οὐτε ὑπο σφηκων πληγησεται , και τον φθασαντα
9999863 σκληροτητι
το μεν γαρ δερμα αὐτου παν φολιδωτον ἐστι και τηι σκληροτητι διαφορον : ὀδοντες δε ἐξ ἀμφοτερων των μερων ὑπαρχουσι
δ ' οὐ δεχοιτο ἀλλ ' ἀποστεγοι τῃ πυκνοτητι και σκληροτητι . Διῃρημενου δ ' οὑτω του τεραμονος και ἀτεραμονος
9999863 Ὀλυμπιασι
Προμαχος ὁ Δρυωνος , ἀνελομενος παγκρατιου νικας , την μεν Ὀλυμπιασι , τρεις δ ' Ἰσθμιων και Νεμεᾳ δυο :
: οὐ καλως . ἀκουοι Ὀλυμπιασι . ἀλλαχου : ἀκουσαι Ὀλυμπιασι . [ ἀν ] ἀγνωτες . το ἀν ἐν
9999863 Ἀντωνινῳ
ἡμων ἀποστενοχωρουντων την προθυμιαν των μαθηματων . Αὐτοκρατορσιν Μαρκῳ Αὐρηλιῳ Ἀντωνινῳ και Λουκιῳ Αὐρηλιῳ Κομοδῳ Ἀρμενιακοις Σαρματικοις , το δε
ἐπι θυγατρι , ἐκεινος δε ἐπ ' ἀνεψιᾳ κηδευσας ἐτυγχανεν Ἀντωνινῳ τῳ Πιῳ . Οὑτοι δη βασιλευοντες ἐπηγαγον Παρθοις πολεμον
9999862 χυλισμα
συν ὑδατι . Τας δε της μητρας προπτωσεις στελλει ἀκακιας χυλισμα ἠ βατου χυλος ἠ σχινου ἠ ῥοος ἐρυθρου χυλος
των κλαδων και της ῥιζης ἰσοδυναμει . γινεται δε και χυλισμα ἐκ του φλοιου της ῥιζης και των φυλλων ἑψομενων
9999862 ὠνομασε
τον νομον ὁ Σολων εἰς τας Ἀθηνας μετενεγκειν , ὁν ὠνομασε σεισαχθειαν , ἀπολυσας τους πολιτας ἁπαντας των ἐπι τοις
προσηκει , αὐτος ἐθετο το του πρᾳου ὀνομα και πραοτητα ὠνομασε την τοιαυτην ἀρετην . παλαι δε ὀργιλος μεν ὠνομαζετο
9999862 ὀπτικη
ἀκτινας αὐτῃ ἐπιβαλωμεν . Τουτου δε αἰτιον , ὁτι ἡ ὀπτικη δυναμις μαλιστα πως εἰς τοὐμπροσθεν την ἐνεργειαν ἐχει ,
τα πλαγια φερονται . οὑτω δε τοι προσω πεφυκεν ἡ ὀπτικη δυναμις ἐνεργειν , ὡστε τα κατοπιν ἠ ὁλως τα
9999862 ἀφαιρεισθω
Φιλισκος ἀφῃρεθη το εἰναι ἀτελης , αἱδε ἐγενοντο , μη ἀφαιρεισθω δε αὐτον τα περι τῳ βλεμματι και τῳ φθεγματι
. ἐστω ἑξ και ἑξ : ἀπο θατερου των ἑξ ἀφαιρεισθω τυχον τρια και προστεθεισθω θατερῳ [ β ] :
9999861 ὀξυκρατῳ
καταχριομενα μετ ' ὀξυκρατου πεφυραμενῳ , ἠ μαλαχηϲ φυλλα ὁμοιωϲ ὀξυκρατῳ ϲυλλειωθεντα , ἠ κριθινον ἀλευρον ϲυν ὀξει , και
φοινικων , συκιδιων , κηκιδων ἡψημενων ἐν οἰνῳ , ἠ ὀξυκρατῳ συνελεομενων ἀρτῳ : και ἀκακια δε και ὑποκυστις και
9999861 Ἀργειᾳ
Νυκτεως του Ἀντιοπης πατρος . εἰσι δε και ἐν τῃ Ἀργειᾳ Ὑσιαι κωμη [ ] , οἱ δ ' ἐξ
Ἀθηνα αὐτῃ ἐχαρισατο , ἁ και δεδωκε τῃ θυγατρι Ἀδραστου Ἀργειᾳ . ὁθεν Εὐριπιδης ταις δυο ἱστοριαις ἐχρησατο , ἐνταυθα
9999861 κρητηρα
θρονους τε : τοις δ ' ὁ γερων ἐλθουσιν ἀνα κρητηρα κερασσεν οἰνου ἡδυποτοιο , τον ἑνδεκατῳ ἐνιαυτῳ ὠϊξεν ταμιη
: ἐστι γαρ ἐν τοις εὐ πεποιημενοις : και το κρητηρα τετυγμενον σημαινει τον εὐ τετυγμενον . και ἀλλα δε
9999861 Αἰγοκερωτι
και ὁσα χρησιμα εἰς εὐωχιαν , Σεληνης ἐν Καρκινῳ και Αἰγοκερωτι τα τοις ἀνθρωποις ἐφημερα οἱον τροφαιον ἠ ὑγρον τι
και θρεμματα καθισταν και βουκολια , ὁμοιως δε και ἐν Αἰγοκερωτι , και μαλιστα θρεμματα , ἐν δε Ὑδροχοῳ ἀκροδρυα
9999860 μακαρεσσι
, ἱνα μιν περι παντα καλυπτοι , ὀφρ ' εἰη μακαρεσσι θεοις ἑδος ἀσφαλες αἰει , γεινατο δ ' οὐρεα
ἠδ ' Ἀρκαδιης ] πολυμηλου ἀφνειος ἠνασσε [ , φιλος μακαρεσσι θεοισιν ] ? [ ] ? : ἡ οἱ
9999860 ἐλλαβε
Ὡς φατο , τους δ ' ἀρα παντας ὑπο τρομος ἐλλαβε γυια , παπτηνεν δε ἑκαστος ὁπῃ φυγοι αἰπυν ὀλεθρον
τιθηνης ῥιψε ποδος τεταγων ἀπο πυργου , τον δε πεσοντα ἐλλαβε πορφυρεος θανατος και μοιρα κραταιη . ὡς δ '
9999860 Πυθαγορα
θειων τε και ἀνθρωπινων πραγματων . τι φης , ὠ Πυθαγορα , θεια και ἀνθρωπινα μονον οἰδεν ἡ φιλοσοφια ,
και ἑν τουτο των ἀκουσματων ἐστι : τις εἰ , Πυθαγορα ; φασι γαρ εἰναι Ἀπολλωνα Ὑπερβορεον : τουτου δε
9999860 Δωρικη
ἡ γενικη , οἱον του Παπια και του Αἰνεια , Δωρικη ἡ κλισις ἐγενετο ἐπικρατησασα κατα την κοινην διαλεκτον .
παρα το ἁλεις το συστραφεις . ταχ ' ὡτερος : Δωρικη ἡ συναλοιφη : ὁ ἁτερος ὡτερος . το γαρ
9999860 Καταπλασμα
ἠ λεκιθου , και ὀλιγου οἰνου , καταπλασσε . [ Καταπλασμα ὀφθαλμων . ] Καλως ποιει πιτυος φλοιος και ἀλφιτα
φυλλων , βατου ἀκρεμονων ἰσα ἑψησας ἐν ὑδατι ἐγκαθιζε . Καταπλασμα . Κυτινους ὀξυμελιτι προσλαβων , ἠ κηκιδα ἠ βαλαυστιον
9999860 κολωνη
ἀλεσω Ἀλεισιον : πετρης τ ' Ὠλενιης και Ἀλεισιου ἐνθα κολωνη κεκλιται , ἀντι του ὁπου ἡ κολωνη κεκλιται ,
' ὀρυμαγδος ὀρωρει . Ἐστι δε τις προπαροιθε πολιος αἰπεια κολωνη ἐν πεδιῳ ἀπανευθε περιδρομος ἐνθα και ἐνθα , την
9999860 συλλογισμῳ
των προτασεων μειζονι : οὐ γαρ ἀλλως ἐγχωρει ἐν ἑνι συλλογισμῳ συναγεσθαι τα ἀντικειμενα , ὡσπερ εἰρηται , οἱον ἐν
και το ἀναγκαιον , τουτο ὑλικον ἐστιν . ἐν τῳ συλλογισμῳ ἀρα ὁ μεσος ὡς ὑλικον ἐστιν αἰτιον : ὡστε
9999860 τεσσαρεσκαιδεκατῃ
, ἐκ τρωματος κεφαλης ὡς δωδεκαετης θνησκει ἐν μεσῳ θερει τεσσαρεσκαιδεκατῃ ἡμερῃ : θυρην τις αὐτῃ ἐνεβαλε , και το
, ὁτι τῃ μεν δεκατῃ ἱδρως ἀνω , τῃ δε τεσσαρεσκαιδεκατῃ κατω . διατι δε , οὐκ ἰσμεν . ἀλλα
9999860 ἀπηγγελλετο
: ὡς δε τοις Φωκευσιν ἡ Κριτολαου συμφορα και Ἀχαιων ἀπηγγελλετο , ἀπελθειν ἐκ της Ἐλατειας κελευουσι τους Ἀρκαδας .
. Ὁ δε εἰκοτως ὡσπερ ὑβριοπαθει ὁτι συμπαθεια τις αὐτῳ ἀπηγγελλετο μηδεν ὁλως των κακων πλημμελησαντι , εἰς ἀποκρισεις δε
9999860 ἀπηχθη
ἐδηλωθη τῳ τροπῳ ἀπωλωλει τα χρηματα , και ὁ ἀνηρ ἀπηχθη ὑπο του δημου του ὑμετερου παραδεδομενος ἠδη τοις ἑνδεκα
Οὐξιους , εἰ μη ἀπαξουσιν αὐτῳ τον ἱππον : και ἀπηχθη εὐθυς ἐπι τῳ κηρυγματι . τοσηδε μεν σπουδη Ἀλεξανδρῳ
9999859 ἑψηθεισα
και δια το τας καμπας ἀνελειν . Κραμβη δε ἐλαττον ἑψηθεισα , και ἐσθιομενη , λυει γαστερα , ἐπι πλεον
ἐκβαλλει . και ἀνδραχνης ὁ χυλος πινομενος και θαλασσια ἀψινθια ἑψηθεισα ἠ καθ ' αὑτην ἠ μετ ' ὀρυζης και
9999859 ὀρνιθες
, ἐπειδη τυφλος ὠν ἠρωτα την ἑαυτου θυγατερα πως αἱ ὀρνιθες ἱπτανται , και παρ ' αὐτης ἀκουων ἐλογιζετο κατα
ἐφικτῳ τοις βουλομενοις λαβειν νευοντων των κλαδων . οἱ τε ὀρνιθες κατᾳδουσιν , οἱ μεν ἐν τοις ὀρεσιν συγκαθημενοι ,
9999859 κονιᾳ
ἁλμυρος ἐκ τε ὀρνιθος και χηνος : γλυκυς τε συν κονιᾳ παραλαμβανομενος . [ Περι ψυλλιου . ] Και το
' ὀπῳ Κυρηναϊκῳ ἠ Παρθικῳ συν οἰνῳ γλυκει , ἠ κονιᾳ ἀσβεστῳ συν ἐλαιῳ ἠ κοριου χυλῳ χριομεν : [
9999857 χαιρετω
οὐκ ἀν ὑπομειναιμ ' ἐτι , Πυθιας , ἑταιρειν . χαιρετω : μη μοι λεγε : ἀπετυχον : οὐδεν προς
ἐξεθρεψεν ἡ Ῥεα τον Δια . ἀλλ ' Ἡσιοδος μεν χαιρετω ταυτα ᾀδων περι των θεων , εἰ μη ὁτι
9999857 ἀλεξιφαρμακα
φυλλον ὁμοιον σκιλλῃ : χρησθαι δε αὐτῳ προς τε τα ἀλεξιφαρμακα και τας μαγειας : οὐ μην ὀρυττειν γ '
μιξασα ἐδωκεν Ἰασονι ἡ Μηδεια . ἀντιτομα δε εἰπε τα ἀλεξιφαρμακα κατα μεταφοραν την ἀπο των ῥιζοτομων : ἁπλουστερον γαρ
9999857 σπουδη
ὑπαρχειν ἐξ οὑ παρ ' αὐτοις ἐστιν ἡ περι ταυτα σπουδη : δοκουσι δε και Ἀλεξανδρῳ προειπειν ὁτι παρελθων εἰς
των ἀλλων ἠ βασιλεων ἠ ἰδιωτων ἐμιμησατο , οἱς μια σπουδη τε και εὐχη κληρονομους παιδας καταλιπειν , ἀλλα καιτοι

Back