δε θεος ὁς κἀμε ἐκδικησει , ὁ μη παρορων τους θανοντας ἀδικως . Και δη ἀετος πετομενος ἐπανω ἐθεασατο τον
δ ' ἐκεινος ἠν πεπαιτερος μορων διαπεφρουρηται βιος και τους θανοντας εἰ θελεις εὐεργετειν εἰτ ' οὐν κακουργειν , ἀμφιδεξιως
9999994 θανοντος
πατηρ . κακης γυναικος χαριν ἀχαριν ἀπωλετο . ὁ του θανοντος δ ' ἐστι παις Ἀργει πατρος ; ἐστ '
, και μη τι δαϊζεο πενθεϊ θυμον εἱνεκ ' ἐμειο θανοντος , ἐπει μακαρεσσι θεοισιν ἠδη ὁμεστιος εἰμι : συ
9999993 τενοντας
ἀντι του χερνιβων και οὐλοχυτων πρωτος ἠρχε . . . τενοντας . * ) [ ἡ διπλη ὁτι ] παντα
πηγνυσθαι τε τα προαιρετικα νευρα και τους συνδεσμους και τους τενοντας , ἐπιτηδειως ἐχοντας εἰς τουτο δια την ἑαυτων οὐσιαν
9999993 περιεχοντας
κατα τον βαρυτατον των τεσσαρων ἀπο του ὀξυτατου φθογγων ἀριθμου περιεχοντας μοιρας πϚʹ μζʹ τον ἡμιολιον ἐκλαμβανειν . παραυξηθησεται δ
ἐπικρινουσι τους ὁρους , και φασι μοχθηρους ὁρους εἰναι τους περιεχοντας τι των μη προσοντων τοις ὁριστοις , ἠτοι πασιν
9999993 ἰδοντας
δει ἰδοντας μεν εἰναι ᾡ ψυχη τα τοιαυτα βλεπει , ἰδοντας δε ἡσθηναι και ἐκπληξιν λαβειν και πτοηθηναι πολλῳ μαλλον
χειρας και πτερυγας δι ' ὡν ἐφεροντο : τους δε ἰδοντας , λιθους ἐποιουν . Μονη δε των τριων θνητη
9999993 εἰποντας
ἑνικον ῥημα κατα πληθους τασσοντες . εἰτα ἐλεγχων και τους εἰποντας Δωριον εἰναι το ἐστιν , ὡς γαρ διδωσι διδωτι
τουτῳ δ ' ἑπεται μεν περι του ἁπλως πανηγυρικου λογου εἰποντας περι των κατα τουτο μετα Πλατωνα εὐδοκιμουντων λεγειν ,
9999993 ἐπιλανθανονται
ὑπο χρονου , Παρων δε ὁ Πυθαγορειος ἀμαθεστατον , ὁτι ἐπιλανθανονται ὑπο χρονου . οὑτος δε ἐοικεν εἰναι , οὑ
] , ὁ δε Πυθαγορειος Παρων ἀμαθεστατον , ὁτι και ἐπιλανθανονται ἐν τουτωι , λεγων ὀρθοτερον . . . .
9999992 φεροντας
γυναικος τετοκυιας οἰκον καταφυγειν , ἐκειθεν δε προς ἀνδρας νεκρον φεροντας . ὁθεν την μεν Ἡραν ἀποστηναι , τον δε
τρυφης τους του θαυμασιωτατου Πλατωνος διαλογους ἠναγκαζεν ἐκμανθανοντας τους μαγειρους φεροντας τε τας λοπαδας ἁμα λεγειν εἱς , δυο ,
9999992 ἐπιλαμβανονται
, ἀν προς ἀνδρα ἰδωσιν , ἐρυθριωσι τε και αὑτων ἐπιλαμβανονται και ῥᾳστα δη ἐς νουν ἡκουσι , λιμῳ δε
το πασι : ἀλλως : το χαριν γραφεται θρασει . ἐπιλαμβανονται δε του χωριου τουτου : εἰποι γαρ ἀν τις
9999992 ἀποφαινονται
των του σωματος μερων . το δε της θηλειας ἀγονον ἀποφαινονται : ἀτονον τε γαρ εἰναι και ὀλιγον και ὑδατωδες
προσεχεστερον μονον εὑρισκεται ὑπευθυνον : ἠδη δε εἰπομεν ὁτι τινες ἀποφαινονται , ὡς εἰ και δοκει ἐγκλημα εἰναι : ἐνταυθα
9999992 διαγοντας
ξυνεχοντας : ἀντι του ” μη σφιγγοντας , οἱον ἀνειμενως διαγοντας , και μη ἐκθλιβοντας τα αἰδοια ἐκ του συνεχειν
αὐτους ὁτι και τους πρεσβυτερους ὁρωσιν ἀνα πασαν ἡμεραν σωφρονως διαγοντας . διδασκουσι δε αὐτους και πειθεσθαι τοις ἀρχουσι :
9999992 μελλοντας
Ῥωμαιοι γαρ ὁτιουν ὑβρισθεντες ἀμυνουνται σε παντως : ἀμυνεισθαι δε μελλοντας αὐτους προκαταβλαπτε . μειζον δ ' οὐκ ἀν εὑροις
ἐκεινους ποιησοντας οὐδετερους , οὐτε τους δωσειν οὐτε τους ληψεσθαι μελλοντας . εἰ δε μη ἀργυριον μηδε χρυ - σιον
9999992 πυνθανονται
του δημου , παρ ' ὡν νυν οἱ δικασται τἀδικηματα πυνθανονται . κἀν ᾐ ταυτ ' ἀληθη , ἀποθνῃσκειν ἑτοιμος
τῃ γραϊ οἱ γεροντες . . νεωτερικως , ἠγουν ὡς πυνθανονται αἱ ἐν ὡρᾳ οὐσαι γυναικες , ἠτοι ἐν ἡβῃ
9999992 γεροντας
διδωσι σοι το συμβολον , ὁ δε σκωπτων αὐτους ὡς γεροντας και ἐγγυς θανατου ὀντας φησιν ἐν τῃ σορῳ και
και πολυανθρωπον , ταξας προ της φαλαγγος τους ὁμηρους , γεροντας , παιδας , γυναικας . οἱ δε τους ὁμοφυλους
9999991 λαμβανονται
. . ἀβεβηλος και βεβηλος : ἀμφω ἐπ ' ἀγαθῳ λαμβανονται . ἀβεβηλα μεν τα ἱερα και ἀψαυστα και μη
μεγαλογνωμονα . το γαρ βους και ἱππος ἐπι των μεγαλων λαμβανονται . . . . Βουταδαι : δημος ἐστι της
9999991 νεμομενος
τε ταξεων και φυλακων ἑδρας ; Θεσσαλος ἠ παραλιαν Λοκρων νεμομενος πολιν ; ἠ νησιωτην σποραδα κεκτηται βιον ; τις
ἠγουν σειεσαι περι τοτε . Κληρονομος : ὁ τον κληρον νεμομενος . Καλλος : δια το προς αὐτο καλειν .
9999991 θανοντες
τους δομοις ἐφημενους νεους , ὀνειρων προσφερεις μορφωμασιν ; παιδες θανοντες ὡσπερει προς των φιλων , χειρας κρεων πληθοντες οἰκειας
λυπουμενοις ὀχληρος , εἰ μολοι , ξενος . τεθνασιν οἱ θανοντες : ἀλλ ' ἰθ ' ἐς δομους . αἰσχρον
9999991 μεθυοντας
ἐγω ] πελας πυρος [ ] ἀντροις ? ? ? μεθυοντας ? [ εὐπορησειν , ] ὁταν ? [ ]
δια του κ . συμβαινει δε μαλιστα τουτο πασχειν τους μεθυοντας ἠ τους ὑπτιως ἀνακειμενους , ὡσπερ και αὐτος ἐδηλωσεν
9999991 ἁλοντας
παραπλησιον οἱ ζωγρηθεντες των Φοινικων ἐπαθον οἱς ἐπραξαν εἰς τους ἁλοντας . Οἱ δε περι τον Δεινοκρατην φυγαδες , ἐχοντες
τα σφετερα ἠθεα . Ἀγοντες δε εἰς τας κωμας τους ἁλοντας του τε χλωρου καλαμου και της ποιης τα πρωτα
9999990 παραγινονται
ἠθετουντο ὡς ἀσυμφωνοι προς τα ἑξης . οὐ γαρ μεμιγμεναι παραγινονται αἱ ψυχαι . νυν δε ὁμου νυμφαι , ἠιθεοι
: Ἐπει αἱ γερανοι λιθους καταπινουσι και ἐπι την Αἰγυπτον παραγινονται . τουτους δ ' ἐτυκιζον : Τυκος ἐργαλειον τι
9999990 προβαλλομενος
Ἱεροκλης δ ' οὐχ ὁ διδασκαλος , ἀλλ ' ὁ προβαλλομενος τα θαυμασια , ἀπιστον και τουτο προσεθηκεν : ὁτι
φυσιν ἐχειν ταυτα τῃ ἀντιληψει : οὐδεις γαρ την ἐξουσιαν προβαλλομενος ἐφ ' οἱς ἐπραξε , συγγνωμην αἰτει : ὁ
9999990 κανονιζονται
ἰσον . και ἡνικα μεν ἐκ των καθολου τα μερικα κανονιζονται , λεγεται ἀποδειξις , οἱον ὡς ὁταν βουλομενοι δειξαι
αἱ περισπωμεναι συζυγιαι γινονται ἀπο της ἑκτης των βαρυτονων , κανονιζονται δε και αὑται κατα τους βαρυτονως και την παραδοθεισαν
9999990 ὀδοντας
τους δειπνουντας εἰς τα βατανι ' ἐμβαλλειν ποιω ἐνιοτε τους ὀδοντας ὑπο της ἡδονης . πατανιον δε δια του π
Σαφες δ ' ἀν εἰπεν οὐδε ἑν Μη πριε τους ὀδοντας . ἀλλ ' ἠ Σκαμανδρους ἠ ταφρους ἠ '
9999990 προβαλλεται
αἰτιαν , τουτεστιν αὐτο το χρωμα , ὁπερ ὁ φευγων προβαλλεται : ἀλλ ' ἀμφιβολον και ζητουμενον , και δει
τουτων οὐδετερον εἰπειν εὐτυχει , ἀνθοτου τον νομον , ἀνθοτου προβαλλεται τα γραμματα , και τα τοιαυτα . εἰτα ἐντευθεν
9999990 ἑκοντας
, ὁπως και τους παροντας και τους ἀποντας τους μεν ἑκοντας , τους δ ' ἀκοντας ἐξαιρησονται και τουτο δικαιον
συγκαλυπτωμεν ” κελευων δηπου ἐπιθαπτειν τον νεκρον και μη γυμνουν ἑκοντας . εἰπε δε και ὡς γιγας εἰη των βεβλημενων
9999990 κατιοντας
χρειας τῳ πατρι διαγγελλουσι . παρο και ἀνερχομενους αὐτους και κατιοντας εἰσηγαγεν , οὐκ ἐπειδη των μηνυσοντων ὁ παντῃ ἐφθακως
οἰκειν λεγονται , συριγμα δε δεινον φασιν ἀκουεσθαι τουτων και κατιοντας αὐτους ἐπι την θαλατταν πλειν ἐπι πολυ του πελαγους
9999990 τενοντος
, δειδησω δειδημων δειδημονος . Το γερων γεροντος και τενων τενοντος μη ὑποπιπτοντα μητε τῳ λογῳ των κοινων τῳ γενει
γερων γεροντος , και ὡς σθενων σθενοντος οὑτω και τενων τενοντος . Τα εἰς ων βαρυτονα προηγουμενου ἀμεταβολου παρωνυμα ὀντα
9999990 ἐπινον
, χρηιζων ἡμετερους αὐθις ἱκοιο δομους . Ἐστε μεν αὐτος ἐπινον ἀπο κρηνης μελανυδρου , ἡδυ τι μοι ἐδοκει και
ἀρκουσαν παρειχον , κατακειμενοι δε ἐν σκιμποσιν ἐδειπνουν , και ἐπινον ἐκ κερατινων ποτηριων , οἱς ἐνετυγχανον ἐν τῃ χωρᾳ
9999990 ἐπιρρεοντος
, πλεονασμῳ ἑτερου σ ἀφυσσω , τουτεστι το ἀπο τινος ἐπιρρεοντος ἀπαντλειν και ἀπαρυεσθαι . ἠ ἐκ του φυω ,
καθυπερθεν ἠυτ ' ἐλαιον . και ἠν κατα μεν του ἐπιρρεοντος βαψαντα γλυκυ το ὑδωρ ἀνιμησασθαι , εἰ δε εἰς
9999990 ἐπιτεινειν
δεηθῃ μεν του βοηθηματος , τηνικαυτα των θερμοτερων και ξηροτερων ἐπιτεινειν δει την ὑλην : παρεστι γαρ δυναμις προτροπης μονον
τα χαλωντα μαλλον . και ἁπλως προς το κατεπειγον και ἐπιτεινειν και ἀνιεναι δει θατερου την δυναμιν . Εἰς οἰνου
9999990 κανονος
ἀν εἰη προθεσις το διασωσαι πανταχῃ τας λογικας ὑποθεσεις του κανονος μηδαμῃ μηδαμως ταις αἰσθησεσι μαχομενας κατα την των πλειστων
των ὑπο σου λεχθηναι δυνησομενων , ὁν οὐ διειληπται και κανονος ἀν τροπον ὑποσχοι τῳ προς αὐτον ἀπευθυναι ἠ μιμησασθαι
9999990 ἐπισταμενος
τα μεν ὁπως ἐπιτηδευσῃ μαθων , τα δε προς ἐλεγχον ἐπισταμενος , ἀμφω καλως ἐπαιδευθη . οὐ μην ἐπεπολαζε των
, πολυ προτερον ἐμαυτῳ παραινεσας και χαριν ἐμαυτῳ οὐ μικραν ἐπισταμενος . “ Εἰεν : ὁ μεν γενναδας εἰπων ταυτα
9999990 ἐπιβαλλουσιν
συντονῳ πολιορκιᾳ . Δαμοκριτῳ μεν οὐν ἀπαγαγοντι ὀπισω την στρατιαν ἐπιβαλλουσιν οἱ Ἀχαιοι ζημιαν πεντηκοντα ἁτε ἀνδρι προδοτῃ ταλαντα ,
α γ λϚ . Παλιν την αὐξομειωσιν αὐτων ποιησομεθα τοις ἐπιβαλλουσιν τῳ ιβʹ της τοτε σεληνιακης διαμετρου λδ ἑξηκοστοις .
9999990 ἀπερχονται
Θεοπομπος . ὁταν δε ἀλλους ἐκνεοσσευσωσιν , ἰσους αὐτους καταλιποντες ἀπερχονται . . . : περι δε την των Ἀγριεων
ἡ δυναμις , και θελοντα τα πνευματα διαφορηθηναι , οὐκ ἀπερχονται περι τα σκληροτατα των ὀστων , ἀλλα περι τα
9999990 φιλουνται
λυγκουρια . ὁτι φιλοτεκνον πανυ αὐτων το γενος , και φιλουνται ὑπο του Ἀπολλωνος ὡς αἱ σφιγγες ὑπο του Διονυσου
φιλτρα , οἱς οἱ ἐπισταμενοι προς οὑς ἀν βουλωνται χρωμενοι φιλουνται ὑπ ' αὐτων . Ποθεν οὐν , ἐφη ,
9999990 πεσοντας
στρατον Ἠχω διδουσα θορυβον : εἰ δε μη Φρυγων πυργους πεσοντας ἠισμεν Ἑλληνων δορι , φοβον παρεσχ ' ἀν οὐ
το δορυ ἐχοντα : θαμβησαι τε ἰδοντας την ὀψιν και πεσοντας ἐς γην ἐπι πολυ σιγην ἐχειν . ὡς δε
9999990 μετιοντας
προς οὐδεμιᾳ πολει , τα δ ' ἐπιτηδεια ἐκ Σηστου μετιοντας πεντεκαιδεκα σταδιους ἀπο των νεων , τους δε πολεμιους
ἀπαμειρωμεν σφετερον κτερας , ἀλλα παροιθεν λωιτερον μυθῳ μιν ἀρεσσασθαι μετιοντας . πολλακι τοι ῥεα μυθος , ὁ κεν μολις
9999990 διαφερομενον
Νικοστρατον τον κιθαριστην λογος τις περιεισι λεγων Λαοδοκῳ τῳ κιθαρῳδῳ διαφερομενον ὑπερ μουσικης εἰπειν ὁτι ἀρα ἐκεινος μεν ἐστιν ἐν
και ἑν ἐστιν , ἐχθραι δε και φιλιαι συνεχεται . διαφερομενον γαρ ἀει ξυμφερεται , φασιν αἱ συντονωτεραι των Μουσων
9999990 ἐπιβαλλομενος
λαιμου χαλασθηναι , ὠμης κραμβης ὁ χυλος κατα της κεφαλης ἐπιβαλλομενος ἀνασπᾳ την σταφυλην εἰς τα μετεωρα του στοματος .
μολιβδον οὐ παρεμποδιζεται συγκιρνασθαι , οὐδε μην μολιβδος κατα χαλκου ἐπιβαλλομενος . Κἀντευθεν μεγαλην διαγνωσιν ηὑραμεν , ὁτι των οὐσιων
9999990 ἐπιφερον
μεν περιεχον κατα των πραξαντων , ἐλεον δε και συμπαθειαν ἐπιφερον προς τους ἀνηκεστα πεπονθοτας . ἀπηντησαν γαρ αὐτῳ μεθ
γνωμην συγκακουσθαι . σμηʹ . Κεφαλαια ἐστι παθος πονον κεφαλης ἐπιφερον ἀνυποιστον κατα περιοδους τινας , ὡστε και ἠχον εἰναι
9999990 δεινων
: φοβος . Ἀρριανος : τοσονδε αὐτους δειμα ὡς προσαγοντων δεινων κατεσχεν ὡστε μη δυνασθαι ἀποστησαι της ἐκπληξεως . .
προ καιρου θορυβος : οἱ δ ' ἀνδρειοι προ των δεινων ἡσυχιοι ὀντες , ὁταν ἐν τοις δεινοις γενωνται ,
9999990 ἐπαγομενον
νομικων πασων ἐξετασθησεται , το δε ἑτερον , ὁπερ και ἐπαγομενον ἐστιν , ἡ εὐθυδικια , ὁπερ καθ ' ἑτεραν
Ἡλιου και Ἀφροδιτης την νυμφην γεγενησθαι : ἐναντιον γαρ το ἐπαγομενον Ἀελιοιο τε νυμφαν : ἀλλ ' ἀκουστεον την Ῥοδον
9999990 ἀρχοντας
Ἰουνιον Βρουτον και Λευκιον Ταρκυνιον Κολλατινον . τους δ ' ἀρχοντας τουτους ἐταξαν καλεισθαι κατα την ἑαυτων διαλεκτον κωνσουλας :
δε λαμπρῳ ἀστερι παραβαλλουσα τῳ ἐπι της λʹ μοιρας ποιει ἀρχοντας ἠ ναυαρχους λαμπρους . το δε ὁμοιον γινεται και
9999990 πραγματευονται
και τιμιωτερα : και οἱ βελτιστοι δε των ἰατρων πολλα πραγματευονται περι την του σωματος γνωσιν , ὡστε εἰκος ἀν
ἀρα καθεστηκε τοιαυτα ἐμπορευομενη . οἱ γαρ ἐμποροι ἐπι κερδει πραγματευονται . ἐχεις , φησιν , εἰπειν ὁτι ἐπραγματευσατο ,
9999990 ἐσθιομενον
ὁλκης αʹ , ἠ ἀψινθιον συν οἰνῳ : μελι τε ἐσθιομενον και πινομενον συν ὑδατι : μελισσοφυλλον τε συν νιτρῳ
. τουτου ἑψομενου ὁ ζωμος πινομενος , κοιλιαν μαλασσει . ἐσθιομενον δε νεφρους θεραπευει . Πελαργος πτηνον ἐστι καλλιστον .
9999990 ἁπαντας
τηλεως χυλος ἑψηθεις μετα μελιτος και λαμβανομενος ἐπιτηδειος ἐστιν ὑπαγειν ἁπαντας τους ἐν τοις ἐντεροις μοχθηρους χυμους : ὀλιγον δ
γε ἀπο τουτων ζωμος ἱκανος ὠν παρα παν το δειπνον ἁπαντας αὐτους παραπεμπειν , κἀν ἀρα ἐλαα τις ἠ τυρος
9999990 διαφυγοντας
ἀναδιδοσθαι την ἀναδιδομενην τροφην . ἐγω γουν οἰδα πολλους ἡπατικας διαφυγοντας δυσεντεριας τουτῳ πανυ χρησαμενους τῳ λαχανῳ οὐ γαρ μονον
τε προ των Σικελικων και Μαρδονιος πριν ἠ ἐπανελθειν τους διαφυγοντας των Περσων . Ἐστιν ἐν τουτοις και το προειλημμενον
9999990 σεμνυνεται
πρωτον μεν σε τουτο λανθανει , ὁτι οὐ πανταπασιν οὑτω σεμνυνεται το γραμμα , ὡστε ἁπερ συ λεγεις διανοηθεν γραφηναι
τῳ φιλοσοφουντι . αὐτος μεν οὐν ταις των πατερων ἀρεταις σεμνυνεται , μειζον δε ἐστιν αὐτῳ του φυναι ἐκ τοιουτων
9999990 ἐπιθεμενος
θαλατταν διεσωσε τας ναυς . Ἰμιλκων δε ταις πρωταις τριηρεσιν ἐπιθεμενος τῳ πληθει των βελων ἀνειργετο : ἐπι μεν γαρ
χαλκειον ἐλθων και ἁρπασας παιδα ἑνα , ἐπι των ὠμων ἐπιθεμενος ἐκελευσε ποδηγειν προς τας ἀνατολας . ἐκει δε παραγενομενος
9999990 ἐνοντος
γιγνωσκοι ὁτι ἠ το σωμα ὑπεραιμουν δειται θεραπειας ἠ κοπου ἐνοντος δειται ἀναπαυσεως , ἠ κριθιασις ἠ ἀλλη τις ἀρρωστια
εἰσι φιλοι . ἐαν δε ξηροτεροι ὠσι και ἀναπεπταμενοι μη ἐνοντος τρομου , κακοι και πονηροι , οὐ μεντοι κεχαρισμενοι
9999990 ὀνομαζονται
κελαινοις : θανατηφοροις , ματαιοις , σκοτεινοις . Αὐδωωνται : ὀνομαζονται , καλουνται . ἐπωνυμον : φερωνυμον . ὁμαρτη :
και το μεν εἰ ἐστι ζητημα , ἐπειδη πολλα μεν ὀνομαζονται , οὐχ ὑφεστηκασι δε , οἱον τραγελαφος , σκινδαψος
9999990 καθεζομενος
κατα την ἀριστεραν πτερυγα την γυπινην . προσελασας οὐν και καθεζομενος ἐπ ' αὐτης διανεπαυομην ἐς την γην ἀνωθεν ἀποβλεπων
στρατοπεδον , και ἐγνω την παρουσιαν αὐτων ὁ Μαρκιος , καθεζομενος ἁμα τοις ἐπιφανεστατοις Οὐολουσκων τε και των ἀλλων συμμαχων
9999990 πειρωμενον
' ὁντινα τροπον ἐρωτικος . γεγραφε γαρ δη ὁ Λυσιας πειρωμενον τινα των καλων , οὐχ ὑπ ' ἐραστου δε
φαινομενον καλλος ἐρως οὐ κυριως ἐστιν ἐρως . Το δε πειρωμενον παθητικως ἀκουστεον ἀντι του πειραζομενον παρα τινος , τουτεστι
9999989 ὑπομενοντων
ὑπομενοντα την πολιορκιαν , προς δε τουτοις των στρατιωτων χαλεπως ὑπομενοντων την συλληψιν του Τιριβαζου , και δια τουτο ἀπειθουντων
λογους . ἑλκομενου δε του χρονου και οὐτε των ὑπατων ὑπομενοντων προβουλευσαι τε και εἰς τον δημον ἐξενεγκειν τον νομον
9999989 περιβαλλουσιν
μεν θανατου ῥυονται , ἐν δεσμοις δε και κακοις αὐτον περιβαλλουσιν . των δε κρατουντων ἀστερων παραφυλασσειν χρη τα δωδεκατημορια
ἀν ἐκεινοι ταλαιπωρευμενοι ἐς γην πεσωσι : παρασταντες δε βροχους περιβαλλουσιν αὐτοισι κατα τους αὐχενας , και αὐτοι ἐπιβαινουσι κειμενοισι
9999989 ἐπιοντων
, ὁ γε δη μαλιστα Διονυσιος ἐσπουδακει . Διονυσιος Καρχηδονιων ἐπιοντων χειρι μυριαδων τριακοντα πολλα κατα την χωραν ἐρυματα και
ἀλλων τι μηνυει το μη και το οὐ προτιθεμενα των ἐπιοντων ὀνοματων , μαλλον δε των πραγματων περι ἁττ '
9999989 δειναι
φορητα , ἀλλα στασεις τε ἠσαν ἐν αὐτῃ πολλαι και δειναι και ἐμφυλια και διαρπαγαι και σφαγαι και φονοι των
. κακαι δε ἀνακληθηναι αὑται και δυσπειθεις ὑπο λιμου , δειναι δε και καταφαγειν τον ἁλοντα παντελως , ὡστε μολις
9999989 ἀπολλυμενον
γαρ πω - ποτε των ἐπι προδηλωθειϲῃ χρηϲτῃ πεψει κριθεντων ἀπολλυμενον ἐθεαϲαμην . τριτον δε το ἐν ἀκμῃ του τε
δοξῃ μετ ' αἰσθησεως ἀλογου δοξαστον , γινομενον τε και ἀπολλυμενον , ὀντως δε οὐδεποτε ὀν . εὐλογον ἀρα και
9999989 ἐπιμελομενος
μελετην ποιοιτο , του δε γραφειν ἐν παιδιᾳ και παρεργῳ ἐπιμελομενος εὐ φρονειν κριθειη παρα τοις εὐ φρονουσιν ; πολλακις
τις , ἐφη , δυνατος ὠν των της πολεως πραγματων ἐπιμελομενος την τε πολιν αὐξειν και αὐτος δια τουτο τιμασθαι
9999989 καταλειπομενον
τε και μεγαλων , οὐκ ἐστιν οὐδεν λαβειν πληθος ὁ καταλειπομενον ἐπεκουφιζεν ἀν τον ἀναγκαιον ἡμων βιον , οὑτω και
και το ἀργυριον και τας περι τουτων φροντιδας , το καταλειπομενον ἐστι τυφος και μαλακια και ἡδυπαθεια και ἀσελγεια και
9999989 γιγνομενος
. πριν γουν συλ - λεγεσθαι τι πανταχοθεν ἐφθανε πορρω γιγνομενος , δηλον ποιων ὁτι πολλαχου το ταχος μαλλον της
ὡν ὁ γʹ κειμενος μεσος προς μεν τον δʹ ὑπολογος γιγνομενος ποιει τον ἡμιολιον λογον , ἐξ ὡν ἀμφοτερων ὁ
9999989 περινεον
ἐκμοχλευῃ τῳ πηχεϊ το ἀρθρον , ἀλλα περι μεσον τον περινεον και κατα το ἱερον ὀστεον την ἐκκρεμασιν ποιεηται .
, και ἐκπιεσας τον χυλον , και χελωνης θαλασσιης τον περινεον κατακαυσας , τριψας , ἐγχεαι ἐς το αἰδοιον .
9999989 ἱσταμενον
το μεν γαρ διαστηματικον το ἐνῳδον και ἐπι παντι φθογγῳ ἱσταμενον και δηλην ποιουν την ἐν ἁπασι τοις μερεσι παραλλαγην
ἠρεμιζεσθαι , το δε στηναι τῳ ἠρεμησαι . το τοινυν ἱσταμενον και το ἠρεμιζομενον κινειται : παν γαρ κινειται ἠ
9999989 παραγενομενος
του τειχους των Τρωων λιθους εἰς την ναυν ἐβαλετο . παραγενομενος δε εἰς το Ἀργος και ἐλαθεις ὑπο Αἰγιαλειας της
λιθον ἐνθαδε , ” και μεταθεις τον λιθον εἰσηλθεν . παραγενομενος δε ὁ Αἰσωπος τῳ Ξανθῳ λεγει “ δεσποτα ,
9999989 ἀνερχομενον
. Περι γαμου ἐπισκοπητεον οὑτως : ἀνδρα μεν Ἠελιον και ἀνερχομενον σκοπον ὡρης , αὐτην δ ' ἐκ ζῳδιου θ
Ὁμηρου Ζ . . Γ . . , . νεον ἀνερχομενον . * ) [ ἡ διπλη ὁτι το νεον
9999989 τερπομενον
κλισιας και νηας ἱκεσθην , τον δ ' εὑρον φρενα τερπομενον φορμιγγι λιγειῃ καλῃ δαιδαλεῃ , ἐπι δ ' ἀργυρεον
αὐτοις ποιησειε πικρον : και εἰδως πανυ αὐτον τῳ παραδεισῳ τερπομενον , ἐγνω τουτον , ὁσον οἱος τε ἐστι ,
9999989 προβαλλομενον
ἀπο των χειλων ἀκρων , ὁταν του στοματος πιεσθεντος τοτε προβαλλομενον ἐκ της ἀρτηριας το πνευμα λυσῃ τον δεσμον αὐτου
παραιτεισθαι τα κατα τας προς τους συμβιουντας σχεσεις καθηκοντα , προβαλλομενον τα περιεστωτα πραγματα . Παρα Κατουλου το μη ὀλιγωρως
9999989 θεοντας
[ τους ] ἀπο του ἱερου μετα των ὁπλων σπουδῃ θεοντας ἀδελφους και συμμαχους δεξαμενος . τειχισας ἀκροπολιν την καλουμενην
των κρειττονων την δυναμιν ὡπλισας , ἑκοντας ἐπι τους βωμους θεοντας και διαμαχομενους ὑπερ του λιβανωτου . Τῃ μεν οὐν
9999989 παραγενομενον
, και την του Καλυδωνιου καπρου θηραν , και Θησεα παραγενομενον ἐκ Τροιζηνος εἰς Ἰσθμον καθαραι . : Οὐκ εὐ
ἀγορασαντα ταυτην ἐχειν οὐκ εἰδοτα την ἑαυτου θυγατερα θεραπαιναν , παραγενομενον δε εἰς Κορινθον ἐπι την των τεκνων ἀπαιτησιν και
9999989 χρηματων
ἐφη δειν ἐθιζειν ἀπο ὀλιγων ζην , ἱνα μηδεν αἰσχρον χρηματων ἑνεκεν πραττωμεν . Ὁ αὐτος Πλατωνος εἰσελθοντος προς αὐτον
Ῥωμαιους πολεμον ἀπετριψατο την τηλικαυτην συμμαχιαν , ἱνα φεισηται των χρηματων : ὁ δε Εὐμενης οὐ λιαν εὐπορουμενος ξενολογων δωρεαις
9999989 τικτομενον
μη ἀνταρῃ κατα της φυσεως , ὁμοιον τῳ πατρι το τικτομενον γινεται . και ἐπι μεν των ἐνυλων ἐνδεχομενα ταυτα
φυσωδες δ ' ἐστι πνευμα δηλονοτι το ἐξογκουν το μοριον τικτομενον ἐξ ὑγρων γλισχρων και παχεων ὑπο θερμοτητος μετριας .
9999989 εὐθυνομενος
ἐπι το προσωπον του ταμιου μετοισει την αἰτιαν ὁ πρεσβευτης εὐθυνομενος . Διαφερει δε της ἐπι νομον ἀντιληψεως ἡ ἐπι
ἐπι το προσωπον του ταμιου μετοισει την αἰτιαν ὁ πρεσβευτης εὐθυνομενος : διαφερει δε της ἐπι νομον ἀντιληψεως ἡ ἐπι
9999989 γιγνομενον
ἑλοιτο πενης δοκειν μαλλον ἠ πονηρος ; ἠ το νυνι γιγνομενον ἡττον ὑμιν δοκει τινος αἰσχρον εἰναι , το τους
ἐρειν ὡς οὐκ αὐ ἐχει οὑτω ταυτα : το δε γιγνομενον οὐκ ἐννοεις , ὁτι οὐδεις των λογων ἐξερχεται παρ
9999989 ἐπιδεχομενον
ἐγενηθη . Το μεν οὐν μεγεθος αὐτης ἑκατον τριακοντα κλινας ἐπιδεχομενον κυκλῳ , διασκευην δ ' εἰχε τοιαυτην . Κιονες
ἐξῃρηται παντων , ὑπερφυες ἀιδιον προϋπαρχον , οὐδε παραθεσιν τινα ἐπιδεχομενον οὐτε ὑπεροχην τινος ἐν πολλοις προτεταγμενην : ἀλλ '
9999989 χωρουσιν
βεβαιω , φησιν , ὁτι των ποταμων αἱ πηγαι ἀνω χωρουσιν : ἀνδρασι μεν δολιαι βουλαι : ἀντι του :
οἱ τολμωντες τοδε τι ποιειν , οὑτως προς τα πραγματα χωρουσιν . Σωπατρου . Ἰσχυροτερα γαρ προς ἐξετασιν ταυτα ,
9999989 ἐπιοντα
τους Ἀθηναιους ἐπεκηρυκευετο : δι ' ἐπικηρυκειας ἐμηνυε . τον ἐπιοντα στρατον : των Λακεδαιμονιων . την γην : την
προς ἑσπερης οἰκεοντες ἀνθρωποι συλλεχθειησαν , οὐκ ἀξιομαχοι εἰσι ἐμε ἐπιοντα ὑπομειναι , μη ἐοντες ἀρθμιοι . Θελω μεντοι και
9999989 διαλυομενον
τουτο δε το σωμα παρα τον της ἐπιμονης χρονον ἐνεργειται διαλυομενον και ἀειδες γιγνομενον : ταυτα δε οὐ δυναται πασχειν
ξηραινων εἰς σκιαν διδου ὑπο την γλωτταν κατεχειν και το διαλυομενον ὑγρον καταπινετω . Ἀλλο . Γλυκυρριζης , σικυου ἡμερου
9999989 κιονος
συμπασης μερη γης ἐποικοδομηθειη προκαταβληθεντι βραχει θεμελιῳ και ἀνεγερθειη τροπον κιονος ἑνος , μυριοις της αἰθεριου σφαιρας ἀπολειφθησεται διαστημασι ,
και μη διαλειποντων . Φασι γαρ ἐν Δωδωνῃ χαλκειον ἐπι κιονος ἐν μετεωρῳ κεισθαι : ἐπι δε ἑτερου πλησιον κιονος
9999989 κατηγορουμενος
ψηφον , ἡι , ὁταν ἰσαι γενωνται , νικαι ὁ κατηγορουμενος . κἀν ἰσοψηφος κριθηι ] κἀν ἰσαι δε γενωνται
κωμικος . των δραματων αὐτου Ἀγροικος , Πορφυρα , Δις κατηγορουμενος . ἐστι δε της μεσης κωμῳδιας . Μοσχιων Ξενιζων
9999989 φεροντος
ἐφισταμενος αὐταις φερεται , ἐπιλαβων ταιν χεροιν τω ὀφθαλμω του φεροντος . ταυτην και ἱππαδα και κυβησινδα καλουσι την παιδιαν
] . Ἀναμνησθωμεν δ ' ἡμετερου τινος αὐτων ἐργου , φεροντος εἰς τα παροντα . ἠν γαρ ποτε χρονος ,
9999989 μετεχοντας
ψυχην δι ' ὁλου του κοσμου διηκειν , ἡς μερος μετεχοντας ἡμας ἐμψυχουσθαι . . . , . . .
μετεβαλε τους τροπους , περι δ ' αὐ τους παιδειας μετεχοντας οὑτω προθυμος , ὡστε πολλα και των ἀδυνατων εἰναι
9999989 ἐπινοειται
γαρ , ὁτι ” ἀπηντησε τοπῳ ” . τριχως δε ἐπινοειται τοπος , ἁπαξ μεν χωρα ὑπο σωματος πεπληρωμενη ,
του κοσμου . κατ ' ἀκρα δ ' αὐ διηκον ἐπινοειται ὁ ἀξων . εὐθυ δε ἀντι του ὀρθον .
9999989 δεινοτερον
ἐν ἀλλῃ πολει τοιαυτα τολμαν αἰσχρον , πολυ δη που δεινοτερον ἐν τῃ ἐλευθερᾳ ταυτῃ . εἰ δε περι ἀσεβειας
. . : ἠτοι συνεμαχησαν τοις πολεμιοις ἡμων . καιτοι δεινοτερον ἐστιν . . . : εἰ ἑνεκα , φησιν
9999989 ᾀδοντας
γαρ δυσχερες ποιητας μαχομενους και εἰς ὁ τι ἀν θελωσιν ᾀδοντας δειξαι , ὁτε και οἱ προηγουμενως φιλοσοφουντες πολλα μαχομενως
ἀλλ ' ἀναχωρειν εἰς τοὐπισθεν : δει γαρ κατοπιν τουτων ᾀδοντας ἑπεσθαι . χορου μελος . μων ἀπολωλεκε τας ἐμβαδας
9999989 διδομενον
ὁ δε δανειζομενος το δυνον , το δε μεσουρανημα το διδομενον ἀργυριον , το δε ὑπο γην μηνυει σοι την
και σκωληκας παντοιους και ἀσκαριδας και το ῥινημα του ἐλεφαντος διδομενον . παντοιας ἑλμινθας φθειρει και καλαμινθη : ξηραν βαλλων
9999989 καθεζομενον
ἑστωτα λεγεσθαι , το καθισον , το δε προς τον καθεζομενον : ἡσο , ξειν ' , ἡμεις δε και
κρημνον , ἐνθα [ κελαινεφε ' ἀργιβρενταν λεγοντι [ Ζηνα καθεζομενον κορυφαισιν ὑπερθε φυλαξαι ? προνοιᾳ ? [ ] [
9999989 περοναι
ὑγροτητα την ἀπο της σαρκος . Παρα δε την κνημην περοναι δυο παρηκουσιν , αἱ κατωθεν μεν προς του ποδος
νωτα τε και τον αὐχενα και την κεφαλην ἁπασαν . περοναι δε εἰσι προς ταις πλευραις πεποιημεναι , αἱς ἑκατερον
9999989 ὑφελομενος
τον σιμον , τον βραχυν , ὁς το κεραμεουν τρυβλιον ὑφελομενος ᾠχετο ὑπο μαλης ἐχων μετα το δειπνον , ὁ
θυρας διαῤῥηξας και εἰσελθων εἰσω και ἐκ του ἱερου ἐνδοθεν ὑφελομενος , προς ἁ ὁ φευγων ὁριειται κλεπτην αὐτον εἰναι
9999989 παρανοιας
. οἰμοι : τι δρασω παραφρονουντος του πατρος ; ποτερον παρανοιας αὐτον εἰσαγαγων ἑλω , ἠ τοις σοροπηγοις την μανιαν
ἀνοηταινοντος , παρατετραμμενου ὀντος τον νουν , μαινομενου . . παρανοιας ] ἑνεκα της ἀγνωσιας , μωριας . , ἀναισθησιας
9999989 ἐπιπεσειν
ἐγχειριδιον ὑπο κολπου , καιρον φυλαξαντα και τοπον ἐπιτηδειον , ἐπιπεσειν τε τῳ Κομοδῳ και φονευσαι , τα λοιπα φησας
και δια τουτο μικρον ὑπαναχωρησῃ , δυναται αἰφνιδιως ἐπελθων ἀπροσδοκητοις ἐπιπεσειν τοις ἐχθροις δηλονοτι δι ' αὐτομολου τοις ἐχθροις τουτο
9999989 ἐπιων
ἀποκριναι δη μοι βραχυ του βηματος ἀποσταςκατ ' ὀλιγον γαρ ἐπιων μικρου μοι τω χειρε προσαγεις : που διωρισεν ὀργανα
ταυτα μεντοι ἐπραξε πιεζομενος ὑπο τραυματος ὑπογυου και τα ταγματα ἐπιων και παραθαρρυνων και διδασκων , ὁπως τοις βαρβαροις πολεμητεον
9999989 ἐπειγοντων
μεν ἐκπεμπεις οἱ συμφερει , τοις δε ἐπιστελλεις ὑπερ των ἐπειγοντων , τοις δε ἀντεπιστελλεις ὑπερ ὡν ἐρωτωσι ; τα
, εἰτα ἐπαναλαβοντες παλιν φαμεν ὡσπερ ἐπενθυμουμενοι και ὁ μεν ἐπειγοντων αὐτον μειζονων ὁμως του πλεονεκτειν ἑνεκεν ἐποιει τα χαλεπωτερα
9999989 ἐπινοιας
ἀποπνιγηναι . οὑτω και των ἀνθρωπων ἐνιοι δια τας ἰδιας ἐπινοιας λανθανουσιν εἰς συμφορας ἑαυτους ἐμβαλλοντες . ὀνηλατης ἐπιθεις ὀνῳ
δεισιδαιμονουντας ἐπι τοις γεγονοσι σημειοις , ἐφιλοτιμειτο δια της ἰδιας ἐπινοιας και στρατηγιας μεταθειναι τας του πληθους εὐλαβειας . διοπερ
9999989 ἐπιβατων
εἰσελθοντες κωπηλατουσι , και αἰσθανονται βαρους των πλοιων ὡς ἐξ ἐπιβατων , οὐδενα δε ὁρωσι . ῥοπῃ † δε μιᾳ
και αὐτη καταρτισασα ταχεως τας ναυς και πληρωσασα των κρατιστων ἐπιβατων , συνεστησατο κατα τον ποταμον ναυμαχιαν , συμφιλοτιμουμενων και
9999989 ἐπιρρεον
τοις θερμαινουσι και ὑγραινουσιν , ἀλλα τοις ἀπωθεισθαι μεν το ἐπιρρεον δυναμενοις , το δ ' ἠδη περιεχομενον ἐν τῳ
μη προτερον ὁλον ἀπεριττον ἐργασαμενον το σωμα : το γαρ ἐπιρρεον ἐν τοις ἀρθροις δεος ἐστι μη προς τα κυρια
9999989 ἐπιμελουμενον
παρακολουθει μεχρι τελειαϲ ἐκϲταϲεωϲ . δει οὐν τον ἐπιϲτημονα ἰατρον ἐπιμελουμενον του καμνοντοϲ τουτων προφανεντων ἠ τινων αὐτων τα δεοντα
νυνδη ἐλεγομεν εὐλογως ἐχει , το θεον τε εἰναι τον ἐπιμελουμενον ἡμων και ἡμας ἐκεινου κτηματα εἰναι . το γαρ
9999989 κεστον
μεν αἰχμης ὡς θοον ἐγχος ἐχουσα μελιφρονα δεσμον ἐρωτων ; κεστον ἐχω και κεντρον ἀγω και τοξον ἀειρω , κεστον
χειλεσιν αὐτης ἐκαθισεν ἡ Πειθω . ἁπαντα ἐκεινη γε τον κεστον ὑπεζωστο , ὁλαις ταις Χαρισι την Ἀφροδιτην δεξιωσαμενη .
9999989 ἁλισκονται
ἡ ἀρχη τουτου του παθους καθευδουσι , και καθευδοντες μεν ἁλισκονται , ὁταν και δεῃ τουτο παθειν , ἐγρηγοροτες δ
ὀφθαλμους και ἐς χειρας και ἐς ποδας , και ὑδεροις ἁλισκονται και φθοαις , και οὐδ ' ἀπελθειν δυνατον ,
9999989 ἀναφαινονται
ἀκμασαντας , πολλαι τινες περι την ἡγεμονικην ἐνεργειαν αἱ πλημμελειαι ἀναφαινονται των μεν δια φυσικην τινα διαπλασιν πεπονθοτων , των
οἱ δ ' ἀπονοι πεφυσημενοι τε και αἰσχροι και ἀσθενεις ἀναφαινονται , οὐδε τουτου ἠμελησεν , ἀλλ ' ἐννοων ὁτι
9999989 νεμομενον
των ἰδιων στερουμενοι . καστωρ ἐστι ζῳον τετραπουν ἐν λιμνῃ νεμομενον . τουτου λεγεται τα αἰδοια εἰς τινας θεραπειας χρησιμα
ἐξ ὀροβων σκευαζομενον ῥοφημα ἐπιτηδειοτατον τοις ἀνωτερω ἐχουσι το ἑλκος νεμομενον : σκευαζεται δε οὑτως . Ὀροβοι βραχεντες ὑδατι θερμῳ
9999989 λειπομενος
ὁ δε τεκτων και γλυπτης λιθοξοου μαλλον , των προτερων λειπομενος εἰς ἀκριβειαν , ὁ δε λιθοξοος των λοιπων ἐχει
και τἀλλα , ὁσα δει γενεσθαι , ἐπειδη βραχυς ὁ λειπομενος ἐστι της ἀρχης τοις ὑπατοις χρονος , τους εἰσιοντας

Back