βρωματι λαθρα , σωθησεται . εἰ δε τους δυο ὀφθαλμους ζωσης της ὑαινης ἐξελῃς και περιαψῃς τοις δυσι βραχιοσιν ἐν
τινα παραγει φρικτοτατον ὁρκον ὀμνυουσαν τονδε : ἐμοι γενοιτο σου ζωσης , τεκνον , ἐλευθερον πιουσαν οἰνον ἀποθανειν . παρα
9999973 ἐνεστωσης
, οὐδεν τουτων ὑπολογον ποιησαμενοι , οὐδε της τοτ ' ἐνεστωσης κρισεως και των ὁρκων , οὑς ὀμωμοκοτες φερετε την
μελικρατῳ μεθ ' ἁλων και λιτρου , παρακμης δ ' ἐνεστωσης μιγνυειν ὑσσωπον ἠ ὀριγανον ἠ κολοκυνθιδα : χρεια γαρ
9999969 μετηλλαξεν
κοπτομενος ἀναπαυσαι θελησῃ το σωμα , τοτε ταχεως ἐς ἡσυχιην μετηλλαξεν , εἰτα ἀναστας ὀρθριος ἐν ἑωυτῳ περιεσκοπει κυκλῳ χωριον
Ἀγαμεμνονα , ἀλλ ' ἡ ἀναγκη το νενομισμενον τῃ Ἑκαβῃ μετηλλαξεν : και ἀλλως : ἐναντιως εἰπεν . ἐδει γαρ
9999968 Καλλικρατης
δε ἐπελαβετο αὐτικα ὁ Ῥωμαιος της προφασεως , και ὁποσοις Καλλικρατης ἐπηγεν αἰτιαν Περσει σφας φρονησαι τα αὐτα , ἀνεπεμπεν
της βουλης . και αὐτων ὁ μεν κατα την ὁδον Καλλικρατης τελευτᾳ νοσῳ , οὐδε οἰδα εἰ ἀφικομενος ἐς Ῥωμην
9999968 ἐπικαιρῳ
ταυτα μεν τους Κρητας πεισοντα ἐκλιπειν , τα δε ἐν ἐπικαιρῳ του παραπλου συνοικιουντα ἀντ ' αὐτων . ἀνεστησαν δε
ἐκ των δωδεκα ἐκεινων ταλαντων οἰκιαν τε ἠδη ᾠκοδομησαμην ἐν ἐπικαιρῳ μικρον ὑπερ την Ποικιλην , την παρα τον Ἰλισσον
9999968 μυρικης
προς Ἐρυθραιον πολεμον φανηναι τον Ἀπολλωνα καθ ' ὑπνον ἐχοντα μυρικης κλωνα . και Μητροδωρος ἐν τῳ περι συνηθειας ἀρχαιοτατον
ἐν πολλοις παρηγαγεν τοποις και ἐν τῃ Εὐρωπῃ τινας δια μυρικης μαντευομενους . και ἐν Λεσβῳ δε ὁ Ἀπολλων μυρικης
9999967 κυαμου
τον δε ἰσχυροτερον ἐνδεχεται . Της δ ' ἀσθενειας του κυαμου κἀκεινο σημειον ἀν τις λαβοι : μονος γαρ δοκει
φυλλα , ἰσα λειωσας ἀναπλασσε και παραπλασας χυλῳ διδου καταπινειν κυαμου μεγεθος και ἐπιρροφειτω οἰνον κεκραμμενον : κινει και καταμηνια
9999967 γλαυκου
, περκη σχιστη , τευθις σακτη , συνοδων ὀπτος , γλαυκου προτομη , γογγρου κεφαλη , βατραχου γαστηρ , θυννου
. Ἡττον τ ' ἀποσταιην ἀν ὡν προειλομην ἠ Καλλιμεδων γλαυκου προοιτ ' ἀν κρανιον . Ταριχος ἀντακαιον εἰ τις
9999966 νικωσης
Ἡδονη κρατησῃ , και τον Ἀριστιππον ἑξει ἡ Τρυφη : νικωσης δε αὐ της Στοας , και οὑτος ἐσται της
. εὐδοκιμου ] † της εὐδοκιμουσης ἐν ταις μαχαις και νικωσης . ἀποφαινομεθ ' ] † ἀντι του ἐφαινομεθα ,
9999966 σοφωτατου
ἐπιστειλαντος μου μεριμνησειν ὑπερ των Θεοφιλου πραγματων , ἀνδρος και σοφωτατου και δικαιοτατου και ὁς ἐν μεσῳ βιβλιων και ἐγρηγορε
της εὐδαιμονιας τελος , και ταυτα δια του παρεισαγομενου προσωπου σοφωτατου παρ ' αὐτῳ . Πεποιηται γαρ Ὀδυσσευς ἀναφωνων :
9999966 Δημοσθενης
ποιησαι , πανηγυρικως μελεταται : και γαρ πολυς ἐστιν ἐνταυθα Δημοσθενης κατα Φιλιππου δημηγορων , ἀλλα και ὁ προς Λεπτινην
τις τουτῳ τῳ σχηματι το προοιμιον ἐξενεγκοι , ὡς ὁ Δημοσθενης εἰ μεν περι καινου τινος πραγματος προὐτιθετο , ὠ
9999966 χαλκου
ναδιον τε και σαλπιγξ , και κορνικες : ἀνευ δε χαλκου , μονοκαλαμον , δικαλαμον , πολυκαλαμον , και ῥαξ
μελι κεδρινον , ὀλιγον : τα δε ξηρα , ἀνθος χαλκου , σμυρνα , σιδιον αὐον . Ἑτερον : ἀνθος
9999965 προθυμιᾳ
ταυτα οὐδενες αὐτων ἐγγυς της πολεως οὐτε πληθει στρατοπεδου οὐτε προθυμιᾳ γενομενοι , ἡ δε ὑμετερα πολις πολλῳ προτερον της
. βλεψας οὐν εἰς τον διδοντα την ἐπιστολην ἡμερον χρησαι προθυμιᾳ περι το ἐργον . Ἐγω σε φιλον τε ᾐδειν
9999965 ἀνεστρεψεν
καταβας ᾑπερ ἀνεβη και διακολυμβησας τον Τιβεριν , εἰς Βηιους ἀνεστρεψεν : οἱ δε Κελτοι κατανοησαντες τα ἰχνη του προσφατως
μη ἀποδιδουσι τους φορους , οὑς και ὑποταξας ἑαυτῳ παλιν ἀνεστρεψεν . Ἐπι τουτου δε τις ἠν Ἀβδημονος παις νεωτερος
9999965 Βορυσθενης
πεντακοσιων σταδιων , ἱερα του Ἀχιλλεως , πελαγια . Εἰτα Βορυσθενης ποταμος πλωτος ἐφ ' ἑξακοσιους σταδιους και πλησιον ἀλλος
Ὀλβια καλουμενη , μετα ταυθ ' ὑφ ' Ἑλληνων παλιν Βορυσθενης κληθεισα : ταυτην την πολιν Μιλησιοι κτιζουσι κατα την
9999965 νησιωτης
κτισαντος . ἐκαλειτο δε και Ὀφιουσα και Δρυοπις . ὁ νησιωτης Κυθνιος . και Κυθνιος τυρος και Κυδιας ὁ ζωγραφος
τον Μενελαου φησι . και δη ἁπαντα ἐσκοπιαζον ὁσα ὁ νησιωτης ἐκεινος νεανισκος . ὁρω δε οὐχ Ἑλενην , μα
9999965 ὑποδημα
διαλεκτῳ νεοποικιλτον ἐπαγγειλαι ὑμνον . πεδιλον δε κυριως μεν το ὑποδημα , νυν δε το μελος . το δε Δωριῳ
τετραγωνον οἱ τεσσαρες ὁροι : ὁ οἰκοδομος ὁ σκυτοτομος το ὑποδημα ἡ οἰκια : ὁ οἰκοδομος μεν , ἐφ '
9999965 δακτυλιους
την ἠχω του ἀνδρος ; φησι δε ὁ Δαμις και δακτυλιους ἑπτα τον Ἰαρχαν τῳ Ἀπολλωνιῳ δουναι των ἑπτα ἐπωνυμους
σκευην Περσικην και δαρεικους δεκα : ᾐτει δε μαλιστα τους δακτυλιους , και ἐλαβε πολλους παρα των στρατιωτων . κωμην
9999965 ἐγνως
ἐπισταμενοις ἀνδρασιν ἑαυτου κατηγορει . φησουσι γαρ αὐτῳ : νυν ἐγνως , ἀνοσιε , προτερον δ ' οὐκ ἠπιστασο το
ὁτι μετα τουτο ἐρησῃ τις αὑτη ἡ πολιτεια . Οὐκ ἐγνως , ἐφη : οὐ γαρ τουτο ἐμελλον , ἀλλ
9999965 ἰδιωτης
κοινων ἐπιτροπευσειν : και ταυτ ' ἐντος ἑξ μηνων διοικησαμενος ἰδιωτης αὐθις ἐσται το τιμασθαι μονον ἐκ τουτων λαβων ,
Λυσικρατην ὑπερ Νικομαχου βλαβης : ἀνδρες δικασται , ὁτι μεν ἰδιωτης . Συνηγορια Παρμενοντι ὑπερ ἀνδραποδου βλαβης : και παραγεγενημενος
9999964 μετειληφεν
τον Ἀπολλω τον Πυθιον , των εὐκτικων και ἀπευκτικων ὑμνων μετειληφεν ἰχνη . Οὐκ ἀγνοω δε ὁτι ἀπορητικους τινες τεθεικασι
προς το ἀδηκτοτατον εἰναι : ἐτι και της οὐσιας εὐκρατου μετειληφεν κατα τε θερμοτητα και ψυχροτητα : ὁ δε αἱματιτης
9999964 βακτηριαν
˘˘˘ – ἀπαλλαγηναι ] . . α ἀζημιος ] ι βακτηριαν ] ι ] προς το “ φενακισας ” φησι
τις ἐγενετο ἀνηρ Ἀθηνησι μεγιστων τιμων λαχων . Δαφνινην φορω βακτηριαν : ἐπι των ὑπο τινων ἐπιβουλευομενων : παροσον ἀλεξιφαρμακον
9999964 Ἀλεξανδρου
και βιαιως το δορυ ὠσαμενος διαρρηξας τε την τε ἀσπιδα Ἀλεξανδρου και την δεξιαν ἐπωμιδα διηλασε δια του θωρακος .
κατα τους ὑστερον χρονους Ἀγαθοκλεα τον Συρακοσιων βασιλεα μιμησαμενον την Ἀλεξανδρου στρατηγιαν ἀνελπιστον και μεγαλην νικην περιποιησασθαι : διαβαντα γαρ
9999964 ἐνεμοντο
τε Σπαρτην τε πολυτρηρωνα τε Μεσσην , Βρυσειας τ ' ἐνεμοντο και Αὐγειας ἐρατεινας , οἱ τ ' ἀρ '
τους Ἀγαμεμνονος ὑπηκοους καταλεγων το ἐπος ἐποιησεν Ὀρνειας τ ' ἐνεμοντο Ἀραιθυρεην τ ' ἐρατεινην . ταφους δε των Ἀραντος
9999964 σκευαζομενα
ὀξους και χλιαρον ἐπιχεομενον και τα δια γλαυκιου και κροκου σκευαζομενα παντα τον αὐτον τροπον και αὐτα προς μετριας φλεγμονας
παρωτιδας δυναμενων , οἱα ἐστι τα δια ζυμης και ἰξου σκευαζομενα βοηθηματα , οὑτοι φανερως αἰτιοι του πνιγηναι τους καμνοντας
9999964 λιθαργυρον
. ξεστ . δʹ . ἑψε το ἐλαιον και την λιθαργυρον και το ὀξος ἑως ἀμολυντου , εἰτα θες χαμαι
, ψιμμυθιου δραχμας κε , ἐλαιου λιτραν ἡμισειαν . Ἑψε λιθαργυρον , ἐλαιον , ἑως συστῃ , εἰτα κηρον ,
9999964 δουσης
ἐν καλῳ παρατυχον σφισι ξυμβαλειν : τοις Ἀργειοις της τυχης δουσης ἐπι συμφεροντι συμβαλειν . αὐτων : των Ἀργειων .
και το σωμα αὐτῃ , ὡς οὐδεν ἀν παθουσης , δουσης δε ἑτερῳ , ὁτι μη θεμις φθονον ἐν τοις
9999964 πραγματικῃ
καθ ' ὁρον αἰτησεις των δωρεων διαφερουσι των ἐν τῃ πραγματικῃ , καθ ' ὁ ἐν μεν ὁρῳ οὐκ ἀξιον
ἐφαμεν , ἀδηλου πραγματος ἐλεγχος , και μαλιστα ἐν τῃ πραγματικῃ : ἀδηλον γαρ πραγμα ἐστιν , εἰ συμφερει βοηθησαι
9999964 Κρητικης
φοινωδεα ] φοινικουν σιδη το ἀνθος της ῥοιας Κρησιδος ] Κρητικης Κρησιδος : εἰδος ῥοιας οἰνωπης : εἰδος ῥοιας και
Κλυτιη . τον δε Πανδαρεων Μιλησιον τε ἐκ Μιλητου της Κρητικης ὀντα ἰστω τις και ἀδικηματος ἐς την κλοπην Τανταλῳ
9999964 μεταβησομεθα
. Νυνι δ ' ἀρκουντως τα κατα την Ἀσιαν διεληλυθοτες μεταβησομεθα προς τας κατα την Εὐρωπην συντελεσθεισας πραξεις . Κασανδρος
ἑτερου μερους πρωτον χειρουργησαντες και ἀποθεραπευσαντες , οὑτως ἐξ ὑστερου μεταβησομεθα και ἐπι τας ἑτερας . ὁ δε της ἀποθεραπειας
9999964 καταληκτικα
το Ϛʹ μονομετρον , τα δε λοιπα διμετρα ἀκαταληκτα και καταληκτικα , ἠτοι ἑφθημιμερη . ὠμοι πεπληγμαι ] εἰσθεσις διπλης
ἀκαταληκτων ηʹ . ἐν ἐκθεσει δε κωλα βʹ ἰαμβικα διμετρα καταληκτικα ἠτοι ἑφθημιμερη , ἁ καλειται , ὡς εἰρηται ,
9999964 πεντακοσιοι
Ὀυουλτουρνῳ ποταμῳ , ἐν ᾑ πολιορκουμενοι Πραινεστινων ἀνδρες τετταρακοντα και πεντακοσιοι προς ἀκμαζοντα Ἀννιβαν ἐπι τοσουτον ἀντεσχον , ὡσθ '
των Ἀθηνων του αὐτου θερους τελευτωντος χιλιοι ὁπλιται Ἀθηναιων και πεντακοσιοι και χιλιοι Ἀργειων και χιλιοι των ξυμμαχων ναυσι δυοιν
9999964 συγγραμματι
περιεχομενον νουν , δηλονοτι τον ὀντα νουν και ἐγκειμενον τῳ συγγραμματι . Ἀναγιγνωσκομεν δε τα μεν ἡρωϊκα ἡρωϊκως , ἠγουν
των ὀντων : θεολογησαι γαρ αὐτῳ προκειται ἐν τῳ παροντι συγγραμματι . ἀμελει τοι και περι στοιχειων διαλεγεται και περι
9999964 Θεσσαλιαν
οὐδ ' ἐπιχειρειν ἐδυνατο . ἐντευθεν ὁ μεν Ἀρχελαος ἐπι Θεσσαλιαν δια Βοιωτων ἀνεζευγνυε και συνηγεν ἐς Θερμοπυλας τα λοιπα
Πηλει δωρησασθαι , ᾑ τα προσπιπτοντα των θηριων διαχρωμενος εἰς Θεσσαλιαν κατηλθε , και κατελθων κατεπολεμησεν Ἀκαστον και την Ἰωλκον
9999963 ἱστορικοι
της Ἐπαφου και Μεμφεως θυγατρος , καθως σχεδον οἱ παντες ἱστορικοι φασιν . Ἀνδρων δε ὁ Ἁλικαρνασευς Ὠκεανον φησι γημαι
ἐκληθη δε ἀπο Χαλκιδος του παρακειμενου ποταμου , ὡς οἱ ἱστορικοι ἁπαντες φασι . Χαλκητοριον , πολις Κρητης . ὁ
9999963 εὐμενες
δηλονοτι ἐρωτωντος και του την ἀποκρισιν διδοντος , ὑπερ του εὐμενες αὐτοις ἐσεσθαι το θειον και το ἐσομενον ἀποκαλυψαι κατα
χυμοις ἠ πυκνωσει δερματος συνισταμενων . ἐστι δε και ὑποχονδριῳ εὐμενες , εἰπερ τι και ἀλλο . ἐξανθηματων δε δια
9999963 αἰσθητηριου
δοξειεν ἀν μεταβαλλων ἠ του σωματος μεταβαλλοντος , τουτεστι του αἰσθητηριου , δια τινα χυμον συρρευσαντα ἐκεισε ποτε μεν εἰναι
, οὐκ ὀψεται , οὐχ ὡς οὐκ ὀντος του ὀπτικου αἰσθητηριου , ἀλλ ' ὡς του μεταξυ μη ὀντος ,
9999963 Καλλισθενης
β Περσικων δυο φησι γεγονεναι Ἑλλανικος , ὡσαυτως δε και Καλλισθενης , ἑνα μεν δραστηριον και γενναιον , ἀλλον δε
ἑνδεκα ἑως της φθορας των διανειμαμενων τα ἱερα χρηματα . Καλλισθενης δε την των Ἑλληνικων πραγματων ἱστοριαν γεγραφεν ἐν βυβλοις
9999962 εἰργαζοντο
σχολαζουσιν ὁρμη ἐνεπεσε περιστασιν ἐκτειχισαι το χωριον . και ἐγχειρησαντες εἰργαζοντο , σιδηρια μεν λιθουργα οὐκ ἐχοντες , λογαδην δε
βοσκηματα κατεβιβαζον ἐκ των ὀρων και της χωρας τα πλειστα εἰργαζοντο . ἐπει δε ἐδοκουν τῳ Ἀγησιλαῳ πανυ ἠδη θαρρειν
9999962 τουνεκα
ἐκεδασσαν , ᾑ ἐνι πειρομεν οἰδμα κατα χρεος ἐμβεβαωτες . τουνεκα νυν ὑμεας γουναζομεθ ' , αἰ κε πιθησθε ,
ἐπεσι φησιν ἀστροφαη Διονυσον ἐν ἀκτινεσσι πυρωπον , Ὀρφευς δε τουνεκα μιν καλεουσι Φανητα τε και Διονυσον . φασι δε
9999962 τοιουτωι
. ἐξ ὡν κεχρημενους μεν ἁπαντας εὑροι τις ἀν τωι τοιουτωι χειρισμωι , κεχρημενους γε μην ἀτακτως , ἡμας δε
ἀν διαμενοι . δοκειν γαρ ἀν τους ἁπαντας ἀνθρωπους τωι τοιουτωι φυντι πολεμιους κατασταθεντας δια την ἑαυτων εὐνομιαν και το
9999962 Ἀντιγενης
. . Σηραγγιον Ἀρχιδαμιος πολεμος . Σκεψασθε δε και ὡς Ἀντιγενης πεποιηκεν οὑτοσι . γραψαμενος την μητερα ἡμων ἀξιοι λαβειν
. εἰς δε γελωτα τρεπομενου του πραγματος , ὁ μεν Ἀντιγενης ψυχαγωγουμενος ἐπι τῃ τερατειᾳ παρηγε τον Εὐνουν εἰς τα
9999962 Πατροκλεους
το παραπετασμα αὐλαιαν καλειν , Ὑπερειδου εἰποντος ἐν τῳ κατα Πατροκλεους . οἱ δ ' ἐννεα ἀρχοντες εἱστιωντο ἐν τῃ
ἐν τῳ κατα Μειδιου , και ἐν τῳ κατα των Πατροκλεους παιδων Δειναρχου . Πλινθειον : ὁ τοπος ἐν ᾡ
9999962 κρατουν
, φασιν , τους νομους ἐν τῃ πολει ἑκαστοτε το κρατουν . ἠ γαρ ; Ἀληθη λεγεις . Ἀρ '
εἰ θεον καλειν σε δει . δει δε : το κρατουν γαρ νυν νομιζεται θεος . ἐφ ' ὁσον βαδιζεις
9999962 κουρης
ὁτε περ Δαναης καλλισφυρου Ἀκρισιωνης , οὐδ ' ὁτε Φοινικος κουρης τηλεκλειτοιο , οὐδ ' ὁτε περ Σεμελης , οὐδ
οὐν με , και λυριξω παρα σοις Διονυσε σηκοις μετα κουρης βαθυκολπου ῥοδινοισι στεφανισκοις πεπυκασμενος χορευσω . Ὁταν πινω τον
9999962 χαλεπωτατων
και ἐπιστημην ἐλθειν του εἰναι τι ἀπο τοιουτου τροπου των χαλεπωτατων ἐστιν . εἰρηται γαρ και προτερον ὁτι το ἀπο
χερσι καλλιστον διδασκαλιον γινεται : περι δε των ἀφανεστατων και χαλεπωτατων νουσηματων δοξῃ μαλλον ἠ τεχνῃ κρινεται : διαφερει δε
9999962 ἐγραψαμεν
εἰη τον ἱερεα τυχειν . οὑτω πολλας εὐφημιας πυρος ἀγγειοις ἐγραψαμεν . ταυτα γυναικας οἰκουρειν εἰθισμενας προιεναι παρασκευαζει και τας
, ἡμεις μεν , ὠ ἀνδρες δικασται , οὐτε μαρτυριας ἐγραψαμεν περι των ὁμολογουμενων , οὐτε μαρτυρας προσεκαλεσαμεθα , ἀλλ
9999962 ξηραντικωτερα
ἀναπλαττοντες . ἐστι δε και τα ξηρα φυλλα των χλωρων ξηραντικωτερα . ὁ δε χυλος οὐκ ἐκ των φυλλων μονον
και ξηροτριβειϲθωϲαν ἐν ἡλιῳ : και ἡ λοιπη δε διαιτα ξηραντικωτερα παραλαμβανεϲθω . ταριχουϲ οὐν ἐϲθιετωϲαν και ναπυ και ϲκορδα
9999962 Καλλιμαχος
] παρα την αὐτην ὠνομασθαι την ἠπειρον , καθαπερ και Καλλιμαχος [ . ] , Ζηνοδοτος δε ἐξ αὐτου .
τετυκται . ἐν δε συνδεσμοις ? ? [ , ὡς Καλλιμαχος : Μασσαγεται ] ? ? ? ? [ και
9999962 ἀντεγκληματικη
ἀντεγκληματικη : ἑνι δε λογῳ ἡ ἀντιθεσις ἠ ἀντιστατικη ἠ ἀντεγκληματικη εὑρισκεται : μεταστατικη δε ἠ συγγνωμονικη οὐδεποτε : ἐναντιαν
: ἐπειδη πας συλλογισμος ὡς ἐπεγκλημα τι ἐστιν , ἡ ἀντεγκληματικη ἀναφυεται , και εἰ τις ἀναστρεψει τον ἐκ του
9999962 ἐνεποιησεν
λαβειν . την δ ' ἐπιθυμιαν ὁ γενναιος ἡμιν ἐκεινος ἐνεποιησεν ἀγων , ὁν δειξας ἐπειτα κατεκλεισας ἀδικων σαυτον τε
δη και ποτε ὀμοσας τους ὁρκους τουτους τῳ δημῳ θορυβον ἐνεποιησεν ὡσπερ και ἐπι τῳ ὀμνυναι τον Ἀσκληπιον , χρωμενος
9999962 σπουδας
φρονουντων τα των πολλων ἀνθρωπων ἰδων ἐργα και τας ὑπερβαλλουσας σπουδας , αἱς ἠ προς ἀργυρισμον ἠ δοξαν ἠ την
ὡρισμενης ὡρας ἡκουσης . ἰδοις δ ' ἀν και τας σπουδας τας περι τινα μεχρι των ὑπνων ἐπακολουθουσας : ὁ
9999962 μεγαλῳ
εἰναι γενητος ὠν . Μητροδωρος δε φησιν ἀτοπον εἰναι ἐν μεγαλῳ πεδιῳ ἑνα σταχυν γεννηθηναι και ἑνα κοσμον ἐν τῳ
θερμαινουσιν οἱον πυρι . Ἐγκανθις ἐστιν , ὁταν ἐν τῳ μεγαλῳ κανθῳ ἑλκους γενομενου ὑπερσαρκωσις γινηται : θεραπευομεν δε αὐτο
9999962 γιγνωσκομεν
μηδενος ὁλως ἀποτυγχανειν : ἀλλ ' ὡσπερ ἡμεις τα ζῳα γιγνωσκομεν ὁρωντες , ὁτι τουτο μεν ἐστι προβατον , εἰ
οὐ προσδιδασκουσιν , οὐκ ἐννοουντες ὁτι πολλοστον μερος ἐστιν ἁ γιγνωσκομεν ὡν ἀγνοουμεν : ἀλλως τε ὁτι και των ἐναντιων
9999962 ἀκαταληκτα
ἑφθημιμερους : τα δε ἑξης δυο ἐν ἐκθεσει ἰαμβεια τριμετρα ἀκαταληκτα . βοασομαι . . . ταν ὑπερτονον : παρα
τοις φροντισταις παραθεντων “ κωλα ἀναπαιστικα , διμετρα ὑπερκαταληκτα και ἀκαταληκτα και καταληκτικα . νυν οὐν χρησθων : νυν οὐν
9999962 τραπεζης
μετεμορφωθη εἰς λυκον δια το τῳ Διι παραθειναι ἐπι της τραπεζης κρεα ἀνθρωπινα παρ ' αὐτῳ ξενουμενῳ . Ἀργος ὁ
τηι Ἰλιωι πενθος ὀρθωνυμον ἀτιμως ἐν ὑστερωι χρονωι ἑνεκα της τραπεζης , ἐν ἡι συνειστιαθη Παρις μετα του Μενελαου και
9999962 ἐλευθεριοτητα
οὐν ὑπο ἐθους ἠ ὁπωσουν μεταβαλλοι , ἐλθοι ἀν εἰς ἐλευθεριοτητα : ἀλλ ' ὁ μεν τῳ ὀντι ἀσωτος βελτιων
του προκειμενου ἐργου , ὡς ἐρει . Ὁτε ἐλεγε την ἐλευθεριοτητα περι χρηματων μεσοτητα . ὡς γαρ ἡ ἐλευθεριοτης ἀπο
9999961 τοιουτοϲ
και ϲυμπαντα ϲημεια και ϲυμπτωματα ὀλεθρια , τεθνηξεται μεν ὁ τοιουτοϲ ἀρρωϲτοϲ , ἀλλ ' εἰ μεν ὀξεωϲ κινοιτο κατα
ταπεινοϲ τιϲ ἠ ϲτενοϲ ἠ και βραχυϲ φαινομενοϲ οὐκ ὠν τοιουτοϲ , ἀλλα δια παχοϲ πιμεληϲ τινοϲ ἠ ϲαρκων ἠ
9999961 Ἀντιγονης
ἐπ ' αὐτοις χρησμος και ἡ των πεσοντων ἀταφια και Ἀντιγονης δια ταυτα και Μενοικεως ἀπωλεια . και τα ἐν
ἐκ Διος : καλειται δε ὁ συμπας οὑτος τοπος Συρμα Ἀντιγονης : ὡς γαρ τον του Πολυνεικους ἀρασθαι οἱ προθυμουμενῃ
9999961 γραμματι
, την τιμωριαν ἀποφυγγανει , του συνειδοτος οὐ προκειμενου τῳ γραμματι : εἰτα παραδειγμασι τουτο βεβαιωσον : ὁ φονευς ἀν
και πινομενον δε ὁϲον γρ . γ ἠ δ ϲυν γραμματι καϲτοριου ἐν τῃ ἐμβαϲει του λουτρου προμαϲηϲαμενων αὐτων ἰϲχαδα
9999961 Αἰγυπτιακοις
τας προκειμενας , ὡστε ἐν ὁλοις πρωτοις νυχθημεροις τ προς Αἰγυπτιακοις ἐτεσι ιθ τας προς τον ἐκκεντρον ἀποκαταστασεις ποιεισθαι υϘ
Οὐλπιανος ἡμας διδασκειν δικαιος . Λυκεας δ ' ἐν τοις Αἰγυπτιακοις προκρινων τα Αἰγυπτιακα δειπνα των Περσικων Αἰγυπτιων ἐπιστρατευσαντων ,
9999961 Θερσανδρου
του πατρος αὐτου φονον : ὁθεν , ἠγουν ἀπο του Θερσανδρου , ἐχουσι την ἀρχην του σπερματος , τουτεστι του
ἠ γενος ὑπολειπομενον Φριξουτουτων ἑνεκα ἐποιησατο Ἁλιαρτον και Κορωνον τους Θερσανδρου του Σισυφου : Σισυφου γαρ ἀδελφος ἠν ὁ Ἀθαμας
9999961 ἑλκομενη
περιδρομος οὐρεσι γαια , Κασπιαδων πυλεων νοτιωτερον οἰμον ἐχουσα , ἑλκομενη και μεχρις ὁμωνυμου ἀμφιτριτης . τριχθα δε μιν ναιουσι
οἱα δρακοντος διττη μελαινα προεκυπτεν , ὑπο τριχων και αὐτη ἑλκομενη . και ὁ Πελλαιος δε δρακων προϋπηρχεν και οἰκοι
9999961 αἰσθητηριοις
αὐτους παθων ἱκανως ἐκτεθειμενων . Ὀσφρησεως δε κοινα τοις ἀλλοις αἰσθητηριοις παθη , ὁσα δια τε το μερος του ἐγκεφαλου
και μη παροντων των αἰσθητων μεχρι τινος μενει ἐν τοις αἰσθητηριοις το ἐγκαταλειμμα , και ἐκ τουτων δηλον . παραπλησιον
9999961 Θεμιστοκλεους
, του Φιλελληνος . καταφερεται κτἑ . : ἀλλο δυστυχημα Θεμιστοκλεους ἐπολιορκει Ναξον : δια την ἀποστασιαν αὐτης δι '
ὀργην ἐκκαλουμενον : καταδραμειται δε οὐ μονον Ἀλκιβιαδου φευγοντος ἠ Θεμιστοκλεους ἠ ὁπερ ἀν ᾐ το προσωπον , ἀλλα κοινος
9999961 συνελαβεν
οἱσπερ οὑς ἠγγυησαντο . Ἡ δε βουλη ἐξελθουσα ἐν ἀπορρητῳ συνελαβεν ἡμας και ἐδησεν ἐν τοις ξυλοις . Ἀνακαλεσαντες δε
οὐκ ἀργην . ὀλιγον οὐν προ του πτωματος ἡ γυνη συνελαβεν . ἀλλα δια τους κινδυνους και την ταλαιπωριαν την
9999961 ἐσπεισαντο
θουροι δε πυρωπεες , αἰολοδειροι , δορκοισιν φιλιην παρα τεμπεσιν ἐσπεισαντο , ἠθαλεοι τε πελουσι και ἀλληλοισιν ὁμαυλοι , εὐνας
, σκοροδα δε σιτουνται προθυμοτατα . οἱ τοινυν ταυτα προμαθοντες ἐσπεισαντο προς αὐτους ἑκοντες ἀθηριαν : ὁστις δε τῃ τουτων
9999961 σμικροτης
οὐ μονον ὀξυτης και βαρυτης , ἀλλα και μεγεθος και σμικροτης και λειοτης και τραχυτης φωνης , εὑροι δ '
ἐν τῃ διαστολῃ του σφυγμου ; ὀκτω , μεγεθος , σμικροτης , σφοδροτης , ἀμυδροτης , ταχυτης , βραδυτης ,
9999961 κατεσκευασμενη
διαλλαττει της Θουκυδιδου λεξεως ἡ Δημοσθενους ἡ παρα τον αὐτον κατεσκευασμενη χαρακτηρα , εἰπωμεν : ἀπαιτει γαρ ὁ λογος .
Διωνος φιλοσοφια ῥητορικωτερα τῳ Ἀπολλωνιῳ ἐφαινετο και ἐς το εὐφραινον κατεσκευασμενη μαλλον , ὁθεν διορθουμενος αὐτον φησιν ” αὐλῳ και
9999961 ναυμαχιαν
τις : ἀττα γαρ ὁ Φαλαρις ἠνωχλει τοις Ἀκραγαντινοις . ναυμαχιαν γαρ τοσαυτην και τυραννου ὠμοτητα οὐχι τῳ ἀττα ὀνοματι
προς ἱστοριας τελος εἰδεναι και γιγνωσκειν ὁτι την ἐν Σαλαμινι ναυμαχιαν ἐνικων οἱ Ἑλληνες κυνος ἐπιτελλοντος ; τι δ '
9999961 ῥητορικου
Ἑρμογενους ὁρου πιπτοντας εὑρησομεν . ἐτι δε οὐ μονον του ῥητορικου ὁρου οἰκειος ἐστιν ὁ ὁρος , ἀλλα και τοις
δοκεις ἀληθη εἰρηκεναι : ἀλλα δη την του τῳ ὀντι ῥητορικου τε και πιθανου τεχνην πως και ποθεν ἀν τις
9999961 συλλογιστικως
μεν δη ἑνα τροπον φησι , δι ' οὑ ὁρισμον συλλογιστικως μεν , οὐκ ἀποδεικτικως δε εὑρεθηναι ἐνδεχεται , και
τ ' αὐτο συναγων τῳ ἀνδρειῳ , οὐ πανυ τι συλλογιστικως : ὡς δε ἀκολουθουντος τῳ τους ἐπιστημονας και ἐμπειρους
9999961 ναρκισσος
των ἀνθεων ὑπο τα πεταλα των φυτων στιχηδον ἐπεφυκεσαν , ναρκισσος και ῥοδα και μυρριναι . ὑδωρ κατα μεσον ἐρρει
βατοι , φορεοιτε δ ' ἀκανθαι , ἁ δε καλα ναρκισσος ἐπ ' ἀρκευθοισι κομασαι , παντα δ ' ἀναλλα
9999961 τετρακισχιλιων
τους ὁρους τους της Καρμανιας και της Περσιδος πλειοσι των τετρακισχιλιων και τετρακοσιων : σχεδον δη τι προς την δια
μετα ταυτα γενομενους εὐδαιμονας , ἐκδεκατευσαι τας οὐσιας οὐσας ταλαντων τετρακισχιλιων . Λευκολλος γαρ ὁ των καθ ' αὑτον Ῥωμαιων
9999961 ἀκριτως
' οὑ κριτηριον ὁ ἀνθρωπος ἐστιν ; οὐ γαρ δη ἀκριτως τουτο λεγοντες πιστευθησονται . ἀλλ ' εἰ μεν ὑπ
την ἀγοραν ὠνια διοικουντες ἀρχοντες . . θελει εἰπειν ὁτι ἀκριτως παντα ποιειτε και ὡς ἐτυχεν . . ποιος φησιν
9999961 θυγατερα
πολις ἐν Θεσσαλιᾳ . Τινες δε φασι την Κυρηνην Πηνειου θυγατερα γενεσθαι , κακως . Ἐνεμεν γαρ παρ ' αὐτῳ
δε κἀκεινο προς τουτοις , ὁτι ἀρα ἀπορων ἐκδουναι την θυγατερα , ἐδωκεν αὐτῃ προικα ἐχειν τα ἐπη τα Κυπρια
9999961 κατεφιλησεν
Ταυτα εἰπων ἐντιθησι τοις κολποις : ἡ δε ἐγγυς γενομενον κατεφιλησεν , ὡστε ὁ Δαφνις οὐ μετεγνω τολμησας ἀνελθειν εἰς
ἑκυρα ἡ μητηρ του ἀνδρος . ἐκυρσεν ἐπετυχεν . ἐκυσεν κατεφιλησεν τῳ στοματι : ἀφ ' οὑ και ἡμεις το
9999961 κοιλιης
ἐπην νουσος ἐπιγενηται , τῳ ὑδατι πολλῳ χωρεει ὑπο της κοιλιης , και ἐς τον σπληνα ἐρχεται ἀει ἀπο του
, τα παρ ' οὐς μαλιστα . Τοις ἀσωδεσι , κοιλιης ταραχωδης ἐπιστασις δια ταχεων ἐξανθει οἱα κωνωπων κεντηματα ,
9999961 ἀκαταληκτοι
εἰσιοντων αὐθις των ὑποκριτων . οἱ δε στιχοι ἰαμβικοι τριμετροι ἀκαταληκτοι ξγʹ . ὡν τελευταιος καταιθαλωσεις των νεωτερων τινα .
ἐχομενη της ἀνω ἐκθεσεως . οἱ δε στιχοι ἰαμβικοι τριμετροι ἀκαταληκτοι μαʹ , ὡν . . . ἀκαταληκτον . ἑξης
9999960 ἀλεκτοριδος
αἰγειον ποτε στεαρ ὠφελησε τα οὑτως ἐσκληρυσμενα και το της ἀλεκτοριδος : ἀλλα ταυτα μεν ἀσθενεστερα τε ἐστι και τας
γλευκινον μετα βουτυρου , ἐντακεντων αὐτοις στεατων τινων χηνος ἠ ἀλεκτοριδος ἠ μυελου ἐλαφειου . Ὑπελθουσης δε της γαστρος ,
9999960 ἑξακοσιοις
δε ἐκεινων ἐστρατευον ἐπ ' αὐτους μυριοις πεζοις και ἱππευσιν ἑξακοσιοις . οἱ δε πυθομενοι και ἐτι ὀντες ἀπαρασκευοι ,
σημειου ἐπι σημειον ἀποκαθισταται ἐν ἐτων μυριασι τριακονταπεντε και ἐτεσιν ἑξακοσιοις τριακονταπεντε . οὑτος δε ἐστιν ὁ καλουμενος μεγας ἐνιαυτος
9999960 βασιλικα
τα μεν στρατιωτικα τῳ Ἀρει , τα δε ἡγεμονικα και βασιλικα τῳ Διι , τα δε λογικα και πεπαιδευμενα τῳ
ἐξαπατησας αὐτον . μεταπεμψαμενος οὐν τους πιστοτατους των εἰωθοτων τα βασιλικα γραμματα διακομιζειν , διδωσιν αὐτοις ἐντολας [ ἀπορρητων ,
9999960 ἐπρεσβευσαν
και ὁτι ληφθεισης αὐτης περι εἰρηνης πρωτοι Λακεδαιμονιοι προς Ἀθηναιους ἐπρεσβευσαν . οὐχ ὡς ὡρισμενην τινα πολιν , ἀλλ '
ψηφισαμενων δε Ῥωμαιων Κρησι πολεμειν δια ταδε , οἱ Κρητες ἐπρεσβευσαν ἐς Ῥωμην περι διαλλαγων . οἱ δε αὐτους ἐκελευον
9999960 λιθου
ναος , Σκοπα δε το ἀγαλμα ἐργον . τουτο μεν λιθου : τα δ ' ἀπαντικρυ χαλκα , Ἑκατης και
. ἐστι δε και Τυχης ναος : ἀγαλμα ὀρθον Παριου λιθου : παρα δε αὐτον θεοις πασιν ἐστιν ἱερον .
9999960 πεντακοσια
ἑξηκοντα ναυς ἐπληρωσε , τα δε φορτηγα πλοια περι χιλια πεντακοσια παρεσκευασατο . ἐν τουτοις την τε δυναμιν διεκομιζε και
δ ' ἐναγχος οὐχ ἁπαντες ἡμεις ὠμνυμεν ταλαντ ' ἐσεσθαι πεντακοσια τῃ πολει της τετταρακοστης , ἡν ἐπορις ' Εὐριπιδης
9999960 λεκανης
πεντελιθα ἐν ταις Ἀριστοφανους Λημνιαις : πεντελιθοισι θ ' ὁμου λεκανης παραθραυμασιν . γυναικων δε μαλλον ἡ παιδια , ὡσπερ
αὐτων , και ἐπιπτον τα δακρυα του ἀρχιστρατηγου ἐπι της λεκανης εἰς το ὑδωρ του νιπτηρος , και ἐγενοντο λιθοι
9999960 ἀντιποδες
ἐν τῃ νοτιῳ ζωνῃ ὑπο το αὐτο ἡμισφαιριον κατοικουντες , ἀντιποδες δε οἱ ἐν τῃ νοτιῳ ζωνῃ ἐν ἑτερῳ ἡμισφαιριῳ
καιρων ἐχουσι , το δε των ἡμερων οὐ . οἱ ἀντιποδες οὐτε το των ἡμερων οὐτε το των ὡρων .
9999960 Εὐρυμαχος
δ ' ἐν Ὀστολογοις ἀγκυλητους λεγει κοτταβους δια τουτων : Εὐρυμαχος , οὐ γαρ ἀλλος , οὐδεν ἡσσον . .
ξεινοδοκος μεν ἐγων , ἐπι δ ' αἰνειτον βασιληες , Εὐρυμαχος τε και Ἀντινοος , πεπνυμενω ἀμφω . ” ὡς
9999960 ἑψηματι
τῳ μελιτι μεμιγμενῳ . ἀλλο . κιμωλιαν μιξας τῳ τηλεως ἑψηματι καταπλασσε . ἀλλο . σικυου ἀγριου ῥιζαν ἑψησας τῳ
και ἡ ἀκακια και ὑποκυστιδος ὁ χυλος γαλακτι βοειῳ ἠ ἑψηματι ἀνιεμενα , και κηκις μετα λιβανου και ῥοδινου ,
9999960 κρυσταλλος
το χρυσιον και τα ἐλεφαντινα σκευη και τα ἠλεκτρινα και κρυσταλλος και θυον και ἐβενος και ὁ των γυναικων κοσμος
λευκην : εἰ δ ' οὐκ ἐχεν ἐνδον ἐθειρας , κρυσταλλος κεν ἐην : ὁ δε χρυσολιθῳ δεμας ἀντην εἰκελος
9999960 τμητικην
ὁ και ψυχοτροφον , Ῥωμαϊστι δε βεττονικη , δυναμιν ἐχει τμητικην : πικρα γουν ἐστι και ὑποδριμυς . Κηκις ἡ
και διακρατειν εὐτονως τα ἀκρα . ὀσφραντα δε προσαγεσθω τα τμητικην ἐχοντα δυναμιν , και ἐν ταις ἀνεσεσι σικυαζεσθωσαν ἐνεργως
9999960 προσδιορισμῳ
* * * συναληθευειν , ἐαν ποιησωμεν την ἀποφασιν τῳ προσδιορισμῳ συναπτοντες την οὐ ἀρνησιν : ἀλλα ποτε μεν συναληθευει
και κατα τουτον τον τροπον δυναμενης της ἀρνησεως μη τῳ προσδιορισμῳ ἀλλα τῳ κατηγορουμενῳ συμπλεκεσθαι . το δε ἀπο των
9999960 Πυθαγορειου
και μετροις ἀειδομενα . . . . . . Ἀρχυτα Πυθαγορειου ἐκ του Περι νομου και δικαιοσυνης . Δει δε
τᾳ ἀτιμιᾳ καλοκαγαθω . . . . . . Διωτογενεος Πυθαγορειου ἐκ του Περι ὁσιοτητος . Τως δε νομως οὐκ
9999960 δικαστηρια
δικανικου , συμβουλευτικου , πανηγυρικου , τοποι του μεν δικανικου δικαστηρια , του δε συμβουλευτικου ἐκκλησιαι και δικαστηρια , του
ἁπαντας μεν γαρ τους ὁμιλουντας οὐ . πολλοις γαρ τα δικαστηρια μεταλλα . δει δε οὐδε ἁπαντων κατεγνωκεναι κακιαν .
9999960 δαπανης
ἀγραμματους διωρθωσατο τῃ νομοθεσιᾳ ταυτῃ και δημοσιας ἐπιμελειας τε και δαπανης ἠξιωσε , και τοσουτον ὑπερεβαλετο τους προτερον νομοθετησαντας δημοσιῳ
ἡ δ ' αὐ μυρου , κροκου , καταγλωττισματων , δαπανης , λαφυγμου , Κωλιαδος , Γενετυλλιδος . οὐ μην
9999960 ἀστερες
τα ὀρη διεζωσμενα νοτια ὡς τα πολλα . Οἱ κομηται ἀστερες ὡς τα πολλα πνευματα σημαινουσιν , ἐαν δε πολλοι
Παρατηρειν δε δει πως ἐχουσι συνοικειωσεως οἱ την κυρειαν λαβοντες ἀστερες προς τας χωρας ἠ πολεις αἱς το συμπτωμα διασημαινεται
9999959 στυπτηριαν
, και ἐχε χρυσον καλλιστον . ΞΑΝΘΩΣΙΣ ΥΔΡΑΡΓΥΡΟΥ . Λαβων στυπτηριαν ἑως στραφῃ ὡς οἰδας , και ἐπιβαλε ἀργυρῳ :
βραχεις , και ῥανθεις , μυιας ἀναιρει . ἐαν δε στυπτηριαν και ὀριγανον λειωσας χρισῃς , οὐ καθεδουνται . Εἰς
9999959 ἑλκουσαν
μετα . και την μεν ἀν προσειδες εὐθηλον ποριν μυκωμενην ἑλκουσαν ἐν χεροιν διχα , ἀλλαι δε δαμαλας διεφορουν σπαραγμασιν
μεγιστος οὐ φοβειται τους ψοφους : Και νους ἐχεφρων πασαν ἑλκουσαν βιαν . Ἀκων μεν , ὡς Ζευς οἰδεν :
9999959 μετωνομασε
παρ ' ἐλπιδα την ἀρχετυπον μορφην ἀναλαβων , το ὀρος μετωνομασε Τευθραντα . Γενναται δ ' ἐν αὐτῳ λιθος ἀντιπαθης
παντων τοτε προς την ἑωυτου μοιραν προσεθηκατο , τας φυλας μετωνομασε και ἐποιησε πλεονας ἐξ ἐλασσονων : δεκα τε δη
9999959 τμητικης
ταξιν , θερμοτητα δ ' οὐδεμιαν ἐπιφανη κεκτηται . Μυρικη τμητικης ἐστι και ῥυπτικης δυναμεως ἀνευ του ξηραινειν ἐπιφανως :
, ἐχει δε τι και διαφορητικον . ὁ δε καρπος τμητικης μετεχει δυναμεως . Παπυρος καυθεισα φαρμακον γινεται ξηραντικον ὡς
9999959 φιλαληθης
λεγω δε την ἀπο του φιλο την ἀρχην ἐχουσαν : φιλαληθης τε γαρ και φιλοκαλος και φιλαπλοϊκος και ὁσα τῳ
φιλοχρυσος φιλαργυρος , φιλοινος φιλοποτης , φιλοθεος , φιλοδικος , φιλαληθης , φιλοπραγμων , φιλαποδημος , φιλοσκωμμων , φιλοπολεμος ,

Back