ὁ βιος , μακρον δε τον κατα γας αἰωνα τελευτωμεν βροτοι . πασι δε μοιρα φερεσθαι δαιμονος αἰσαν , ἁ
αὐτος ἐῃ και ἀπηνεα εἰδῃ , τῳ δε καταρωνται παντες βροτοι ἀλγε ' ὀπισσω ζωῳ , ἀταρ τεθνεωτι γ '
9999974 τεσσαρεσκαιδεκατον
, ἐμετος χολωδων ἠ φλεγματωδων . τουτων προφαινομενων περι το τεσσαρεσκαιδεκατον ἐτος , δει τον ἰατρον τεκμαιρεσθαι ὡς ἐπειγει ἡ
παιδι Κλεοδαμου νικησαντι την οϚʹ Ὀλυμπιαδα . . . Το τεσσαρεσκαιδεκατον εἰδος μονοστροφικον ἐστιν ἐκ ιηʹ κωλων και ιζʹ .
9999973 ἀπουσιᾳ
, ἡ πολις ἐκεινη διαφθειρεται ; και μην σωμα μεν ἀπουσιᾳ ψυχης , ψυχη δε ἀπουσιᾳ λογισμου , λογισμος δε
γης . μεταξυ γαρ ἐστιν Εὐρωπης και Ἀσιας . τῃ ἀπουσιᾳ αὐτων ἐπιμονως πενθουσαι , ὡς δοκειν ἁβρυνεσθαι ἐπι τῳ
9999973 κρητικου
καταληκτικος ἐξ τριτων ἐπιτριτων δυο – – ˘ – και κρητικου ἠτοι ἀμφιμακρου – ˘ – , και ἐστι χοριαμβικος
αʹ ἀντισπαστικον τριμετρον καταληκτικον ἐκ διιαμβου , παιωνος πρωτου και κρητικου . το βʹ ὁμοιον τριμετρον ἀκαταληκτον ἐκ παιωνος τεταρτου
9999973 κρατουσης
τυχῃ αὐτην εἰναι θερμοτεραν , ψυχρον ὑδωρ προς λογον της κρατουσης δυσκρασιας ἐπιβαλειν τῃ κεφαλῃ συμμετρως . ἀλλα τουτο γε
. δοξης μεν οὐν ἐπι το ἀριστον λογῳ ἀγουσης και κρατουσης τῳ κρατει σωφροσυνη ὀνομα : ἐπιθυμιας δε ἀλογως ἑλκουσης
9999973 ἐπολεμησεν
θαλασσιᾳ σεριφῳ νησῳ και τοις ἐν αὐτῃ λαοις : ἀϋσεν ἐπολεμησεν . ἀπο της ἀϋτης . [ . ] Ἠτοι
: ὁ μεντοι Τισσαφερνης το τε Κυρειον στρατευμα καταλογιζομενος ὡς ἐπολεμησεν αὐτοις και τουτῳ παντας νομιζων ὁμοιους εἰναι τους Ἑλληνας
9999972 μικρολογιαν
και χρυσον πλειστον . μονοσιτειν τε αὐτους ἀει λεγει δια μικρολογιαν , ἐσθητας τε φορειν πολυτελεστατας „ . ] Ἰβυλλα
ἠ δυσφορουντες ἀπιασιν ἠ διαβαλλοντες το δειπνον ἠ ὑβριν ἠ μικρολογιαν ἐγκαλουντες . πληρεις δε αὐτων ἐμουντων οἱ στενωποι και
9999972 ἀμεινονες
διοριζεται λεγων ὁτι Ἐν πολεμῳ , ἀγορῃ δε τ ' ἀμεινονες εἰσι και ἀλλοι . ἐχων οὐν ἐνεχυρον ὁ Ὀδυσσευς
' ἐπισταμενος σαφα εἰπειν : ἡμεις τοι πατερων μεγ ' ἀμεινονες εὐχομεθ ' εἰναι : ἡμεις και Θηβης ἑδος εἱλομεν
9999972 δριμεις
πηγανον , κυμινον , δαφνιδες , ἀνηθον , ἀσφαλτος . δριμεις δ ' ἁλμη , θαλασσια , γαρος σιλουρου ,
ἀγωνας οὐ τους τυχοντα ὑπομενουσι και καθαιρεσεις . ἀλλως τε δριμεις και εὐσυνετους περι τας πραξεις ἀποτελουσι , ποικιλως τον
9999971 διανοεισθε
ὀνειδιζειν τινα ὑμιν ὁτι οὐκ ὀρθως ζητε , οὐ καλως διανοεισθε : οὐ γαρ ἐσθ ' αὑτη ἡ ἀπαλλαγη οὐτε
. τι δ ' , εἰ γενοιτο οὑ ἑνεκα πραττειν διανοεισθε , ἰστε ὁτι συνοισει τουτο ὑμιν ; οὐδε τουτο
9999971 παραδειγμα
τῳ χρωμενῳ μοχθηροις ὀργανοις και ὑποκειμενοις . Το του στρατοπεδου παραδειγμα ὡς ἐν ταξει ὀργανου παρελαβεν , τα δε σκυτη
εἰναι ἰδεᾳ ἐν τῳ παραδειγμα εἰναι τι , το δε παραδειγμα προς τι : τινος γαρ το παραδειγμα . ἐτι
9999971 ἡγεμονικου
τα ἀρσενικα τῳ κυριῳ „ . εἰπων περι των του ἡγεμονικου γεννηματων ἀρχεται διδασκειν και περι των του ἀλογου ,
ἡγεμονικου μεχρι ὀφθαλμων , ἀκοην δε πνευμα διατεινον ἀπο του ἡγεμονικου μεχρι των ὠτων : των δε λοιπων το μεν
9999971 ἐμβαλουσα
την ἀνθρωπον ἀκρατως ἠνεμωσθαι . οἰκτον γε μην και δακρυα ἐμβαλουσα παντας , ὡς και τους ἀτεγκτους τε και ἀτεραμονας
και εὐθυς μετα τον ἐγκαθισμον ἡ μαια λελιπασμενον τον δακτυλον ἐμβαλουσα και τον ἐγκειμενον θρομβον πραεως διαλυσασα κομιζεσθω . Χρονιζουσης
9999971 Μουσης
. Ἀλλ ' εἰτε νεα των μετρων ἡ θεωρια εἰτε Μουσης εὑρημα παλαιας ἑκατερον ἑξει καλως . ἀρχαια μεν γαρ
ἀνευθε χορδης . Ἀγε , ζωγραφων ἀριστε , λυρικης ἀκουε Μουσης * * * * * * * * *
9999971 φαλαγγος
αὐτος ὁ Ἀντιοχος ἐτετακτο , διακοψας το συνταγμα της Ῥωμαιων φαλαγγος ἀπεσπασεν , ἐπι πολυ διωκων . και ἡ φαλαγξ
ἁπαντες . Τουτον συνεβη τοτε παρειναι μετα των εἰς την φαλαγγος ταξιν καθισταμενων , ὁπηνικα κατ ' ἐκεινων οἱ Τουρκοι
9999970 κατεφαινετο
του τοιουτου καταμετρησιν , το δε και πηλικην πανυ ἡμιν κατεφαινετο δισταξιμον της ἐν ταις ἐπιβολαις του ἐπιπροσθησαντος πλατους ἐπι
ἀπταιστον ἠν , το γουν δυνατον αὐτου μεγιστης σπουδης ἀξιον κατεφαινετο , τον αὐτον οἰμαι τροπον και ἐπι του φυλακτικου
9999970 παραφροσυνη
νοσειν με κατα σε κριτην , ἐαν νοσημα ἐστι και παραφροσυνη και μανια το μισειν τους ἐμους ἐχθρους . .
, ἐμετος , και λειποψυχιη γινεται . Ἐπι αἱματος ῥυσει παραφροσυνη ἠ σπασμος , κακον . Ἐπι εἰλεῳ ἐμετος ,
9999970 παρελιπεν
Πυθαγορου και Τιμων ἐν τοις Σιλλοις δακνων αὐτον ὁμως οὐ παρελιπεν , εἰπων οὑτως : Πυθαγορην τε γοητας ἀποκλινοντ '
ἀνομοια ὡς ἑνα ὁρισμον ἐπιδεχομενα τον της ἀνομοιοτητος . κἀν παρελιπεν ὁ Ἀριστοτελης την διαιρεσιν κατα την ταξιν των γενικωτατων
9999970 ἀπαιτουσης
, ἀποι - κιαν . ταυτα μεν οὐν της ὑποθεσεως ἀπαιτουσης ἀναγκαιον τε και δικαιον ἐδοξεν εἰναι μοι προς τους
γην , ἀλλ ' εἰτε αὐην εἰτε νοτεραν της ὡρας ἀπαιτουσης δειν ἀροτριαν και μη προφασιζεσθαι την ποιοτητα της γης
9999970 πεπονες
, κιναρα , και μαλλον ὁταν σκληροτερα γενηται , σικυοι πεπονες , μηλοπεπονες δ ' ἡττον . κολοκυνθη τουτων μεν
χυμον ψυχροι και ὑγροι ἱκανως τυγχανοντες και δυσπεπτοι . οἱ πεπονες δε ὡς πεπανσιν λαβοντες πολλῳ γ ' ἀμεινους :
9999970 διεφθαρησαν
πλειστοι φευγοντες ἐπι τον ἑτερον χαρακα ὑπο των ἱππεων καταλαμβανομενοι διεφθαρησαν . Τουτον δε τον τροπον ἁλοντος του των Σαβινων
. Ἀλλα γαρ τἀληθη εἰρησεται . Ἐπει γαρ αἱ νηες διεφθαρησαν και ἡ πολιορκια ἐγενετο , ἐβουλευσασθε περι ὁμονοιας ,
9999970 ὡροσκοπουντες
δευτεραν διχοτομον καλην την χειρουργιαν ποιει . Ζευς και Ἀφροδιτη ὡροσκοπουντες ἀγαθην την χειρουργιαν ποιουσιν . τα δε εἰρημενα παντα
ὡροσκοπουντων ἑαυτους παραδιδοασιν ἐξουσιαις τισιν . Ἀρης δε και Ἀφροδιτη ὡροσκοπουντες πολλα ἀναλωσειν εἰς ἀφροδισια μηνυουσι και δια τουτο την
9999969 φοβηθηναι
παν μεν ποιησειν , παν δε πεισεσθαι ὑπερ νικης , φοβηθηναι δε ἑν μονον , την ἐκ του μη φυλαξαι
λιαν ὀργιλως ἐλαλησεν , ὡστε με συγχυθηναι και λιαν αὐτον φοβηθηναι : ἡ μορφη γαρ αὐτου ἠλλοιωθη , ὡστε μη
9999969 βοτανης
και τα παραπλησια τα προῤῥηθεντα ἐν τοις νεφριτικοις . Προσωπιδος βοτανης , ἡν σκορδονιαν καλουσιν οἱ Ῥωμαιοι , και περσωναν
και μεσπιλων : ἀκρως δε ποιει και ὁ της σιδηριτιδος βοτανης χυλος . Ἑκαστον μεντοι τουτων συν ῥοδινῳ ἠ μυρσινινῳ
9999969 ἐκρατουν
ὁμως δε ὡς οἱ μεν περι τον Κλεομβροτον το πρωτον ἐκρατουν τῃ μαχῃ σαφει τουτῳ τεκμηριῳ γνοιη τις ἀν :
πολεμου . ᾐσαν ἐς χειρας : συνεπλακησαν . ἐπειχον : ἐκρατουν . οὑτοι δε ἐν τῳ εὐωνυμῳ μαλλον : οἱ
9999969 θαλατταν
κατα προνοιαν Ἡρας ἐμμανης γενομενος , περιηρχετο γην τε και θαλατταν , ἀπαλλαγηναι του παθους θελων . Γενομενος δ '
ἀνθρωποις δ ' ἐπι γης , θαλαττιοις δε φυλοις την θαλατταν ἀπεδωκε , και πτηνοις ἀερα , ὡς μαλιστα της
9999968 θαυμασθηναι
ἐκαθημεθα δε ἐν τῃ στοᾳ . και ἀποβλεφθηναι ἐπι του θαυμασθηναι Αἰσχινης εἰπεν ὁ Σωκρατικος . γλωττας δε τας των
. ῥηθεντων δε τουτων των ἐπων , οὑτω σφοδρως φασι θαυμασθηναι τους στιχους ὑπο των Ἑλληνων ὡστε χρυσους αὐτους προσαγορευθηναι
9999968 Πυθαγορικους
: εἰ αὐταρκειαν ἀσπαζῃ , φιλοσοφε , τι οὐ τους Πυθαγορικους ἐκεινους ζηλοις , περι ὡν φησιν Ἀντιφανης μεν ἐν
το δεχομενον αὐτην οὐκετι προσδιοριζουσιν , ὡσπερ ἐνδεχομενον κατα τους Πυθαγορικους μυθους , οἱς ἐκεινος μεν ἐχρητο πολιτικως , οὑτοι
9999968 συνεγραψαν
και ] ἰδιωτῃ και οὐ δεομενα μαθηματικης σημειωσεως , ὡστε συνεγραψαν ἀν πολλοι και των παλαιων των τα Περσικα ἱστορουντων
των ἱστοριων ἀναλεξαμενος , ἁς οἱ προς αὐτων ἐπαινουμενοι Ῥωμαιων συνεγραψαν Πορκιος τε Κατων και Φαβιος Μαξιμος και Οὐαλεριος ὁ
9999968 τελειοτητι
ἐξαιθριασαντες προσεπλεξαν τῳ κηριῳ και θειῳ : και οὑτως ἐκπυρωσαντες τελειοτητι και συμμετροις πυριαις , τουτεστιν λειωσεσιν ἠ ὀπτησεσιν ἀνελομενοι
ἀλογως δ ' ἀν οὐτε ἀπορησειεν οὐτε ἀξιωσειεν : ἐν τελειοτητι μεν γαρ τινι το σπερμοφυειν και των ζωων ὁσων
9999968 ἁρμονικης
τοιουτον οἱον ἐν πρωτοις ὑπο της αἰσθησεως συνορασθαι των της ἁρμονικης πραγματειας μερων : το γαρ πως ἀπαιτουν ἀποδειξιν οὐκ
του μουσικου ἑξις . Τους μεν οὐν ἐμπροσθεν ἡμμενους της ἁρμονικης πραγματειας συμβεβηκεν ὡς ἀληθως ἁρμονικους εἰναι βουλεσθαι μονον ,
9999968 ἀμελεια
„ Πλεθρον . ἑκτον μερος σταδιου . Πλημμελεια . πολλη ἀμελεια . Πλημμελειν , το ἀτακτειν και ὑβριζειν και ῥᾳθυμειν
ἐρων , ἡ του τοιουτου ἀπληστια και ἡ των ἀλλων ἀμελεια και ταυτην την πολιτειαν μεθιστησιν τε και παρασκευαζει τυραννιδος
9999968 αἰσθητικου
δε ἐνυπνιον φαντασμα τι φαινεται εἰναι , φανερον ὁτι του αἰσθητικου μεν ἐστι το ἐνυπνιαζειν , τουτου δ ' ᾑ
ἠ τουδε , ἀλλα της ὁλης : εἰτα την του αἰσθητικου φυσιν οὐκετι τῳ σωματι συμπεφυρμενην , ἐποχουμενην δε :
9999968 ἐλαττονες
πηχων ἑκκαιδεκα , καταργυρος ὠν ὁλος , οἱ δε τρεις ἐλαττονες ὀντες διαλιθοι κατα μεσον ὑπηρχον . Μετα τουτους ἐφεροντο
τῃ κατεψυγμενῃ ζωνῃ . Ἀναπαλιν δε τοις προς μεσημβριαν οἰκουσιν ἐλαττονες ἀει μαλλον και ἐλαττονες αἱ ἡμεραι γινονται . Παρ
9999968 δοκιμαζουσι
της ἀναπνοης γινομενοις . ” Ἐρασιστρατος δε φησιν ὡς “ δοκιμαζουσι τινες τα ὑδατα σταθμῳ ἀνεξεταστως . ἰδου γαρ του
περιεχον τι ποτε των σαρκων , ὡριμους εἰναι προς τρυγητον δοκιμαζουσι τας σταφυλας : εἰ δε ἐκπηδησῃ το γιγαρτον μετα
9999968 κολαζουσι
Ἐρινυες ] : εἰσι δε θεων ὑπηρεται και ἀνθρωπους [ κολαζουσι ] ? ? ? : ὁσαι δε εἰσιν ὁπωσπερ
ἐπληξεν , οὐκ ἐξετασας ἀλλ ' ἀμελησας εἰδεναι , ἠδη κολαζουσι τον τοιουτον ὡς ἐξον αὐτῳ γνωναι ὁς ἠν παρεστως
9999968 ὠφελεια
ἐργαζεσθαι και καταμηχανασθαι , ἐξ ὡν αὐτοις οὐδ ' ἡτισουν ὠφελεια ἀν γιγνοιτο . Εἰ οὐν μητε σωματικαις αἰτιαις ἀναθησομεν
ἀν ἀπατηθειη . . ὠ κοινον ὠφελημα ] ὠ κοινη ὠφελεια γεγονως ὁλου του γενους των ἀνθρωπων , ἀθλιε Προμηθευ
9999968 ἀναγκα
και διαγωγαν καταρχα ὑβριος και ὀλεθρω ῥιζουται τοις ἀνθρωποις . ἀναγκα γαρ τως πολλα ἐχοντας τετυφωσθαι πρατον , τετυφωμε -
, ἀλλα ὁ τις ἀνθρωπος ἐπιδεχεται . και γαρ ποιον ἀναγκα και παλιν ποσον και ποτι τι πως ἐχεν τον
9999968 ἀκουσατε
ἐζησα ἐκει . Και νυν ὁσα ἐγω ὑμιν ἐντελλομαι , ἀκουσατε , τεκνα , του πατρος ὑμων , και φυλαξατε
βουλεται . προς δε ταυτα τι παραινω νυν πραττειν , ἀκουσατε μου . ἐγω τον δημον οὐτ ' ἀδιαλλακτως οἰομαι
9999968 διετελεσεν
νησου την τε χωραν ἐπ ' ἰσης κατεκληρουχησε και τἀλλα διετελεσεν ἀρχων ἐπιεικως . το δε τελευταιον μετ ' Ἀγαμεμνονος
αὐτην ἀφιησι και πασων μαλιστα γυναικων ἀσπαζομενη τε και τιμωσα διετελεσεν . ἐκ ταυτης γινεται της Ὀκρισιας ἐτι δουλευουσης παιδιον
9999968 λογιζομενῳ
ἐμων μηδενι ἀλλῳ πειθεσθαι ἠ τῳ λογῳ ὁς ἀν μοι λογιζομενῳ βελτιστος φαινηται . τους δη λογους οὑς ἐν τῳ
δε ταφρος κυκλῳ περιειργει στρατοπεδον , ὡστε οὐδε δεκα παρασαγγαι λογιζομενῳ του περιβολου τουτου το περιμετρον , οὐδ ' εἰκοσιν
9999968 ἐνεπλησαν
ἐπι τους ἡγεμονας ὁρμησαντες και τινας ἀνελοντες ταραχης και στασεως ἐνεπλησαν το στρατοπεδον . μογις δ ' οἱ στρατηγοι των
, ὁ τε Δαφνις ἐβαδιζεν ἐγγυς της Χλοης , ὡστε ἐνεπλησαν ἑως νυκτος ἀλληλους και συνεθεντο θαττον τας ἀγελας της
9999968 ἀπολαβουσα
ἐτι μετεωρος τυγχανουσα , παλιν προσεπιδιισταται και τοτε την ὀφειλομενην ἀπολαβουσα συστολην , ὁμοιως ἐξερεθιζει την ἁφην διπλην ἐν τῃ
συμβολικως τελειοτητος τι οἰκειον μετρον δηλουσιν , ὁ το προσηκον ἀπολαβουσα ἡ ψυχη και την ἑαυτης σχουσα τελειοτητα ἀποκαθισταται .
9999968 συγγενεια
τοις πολεμιοις σχεδον , ἐξ οὑπερ γεγονεν ὁ πολεμος , συγγενεια ἀρχει μια δια τελους , ἡν ποτε κατεστησαν οἱ
γενησεται και νυν πανταχου γινεται : του , ὁση ἡ συγγενεια ἀνθρωπου προς παν το ἀνθρωπειον γενος : οὐ γαρ
9999968 ἀπεκτονως
' εὐθυ δε του ἱππου του παρα τῳ Νεστορι Νεοπτολεμος ἀπεκτονως ἐστιν Ἐλασον , ὁστις δη ὁ Ἐλασος . οὑτος
Ἀρειων σατραπης Ἀναξιππον μεν και τους ἱππακοντιστας τους ξυν αὐτῳ ἀπεκτονως , ὁπλιζων δε τους Ἀρειους και ξυναγων εἰς Ἀρτακοανα
9999968 φλεγματωδεις
και τους ἀλλους ἁπαντας , ὁσοι τε μελαγχολικοι και ὁσοι φλεγματωδεις εἰσι και σπλαγχνων φλεγμονης ἐκγονοι : και γαρ οὐν
οὐδ ' ἐκφυσαν ἠ πινειν ψυχρον . γινονται δε και φλεγματωδεις ἐμετοι . και ὁσα δια γαστρος ἐκκενουται , ψυχροτερα
9999968 θαυμαζειν
και τῃ κινησει διαδεικνυσθαι , ὡστε τῃ ποικιλιᾳ των ἐξω θαυμαζειν τας περι των ἐνδον νοησεις : οἱονει τις ζωγραφος
την των ἁρμονιων ἀκριβειαν . ὁ δε μαλιστα των ἀλλων θαυμαζειν ἀξιον , ῥυθμος οὐδεις των μακρων οἱ φυσιν ἐχουσιν
9999967 κατεσκευασαν
Ἀπολλον , ἐν τῃ ἐξοχωτατῃ Πυθωνι τον σον οἰκον θαυμαστον κατεσκευασαν . Ἀπολλον , οἱ τεον τε δομον : οἱ
πασαν την δεκατην , εὐωχιας ποιων συνεχεις και πολυδαπανους . κατεσκευασαν δε και Ῥωμαιοι τουτῳ τῳ θεῳ παρα τον Τιβεριν
9999967 συνελθουσης
τῳ κρατυναντι τον θηρα την δοραν δωσειν ἀριστειον ὑπεσχετο , συνελθουσης δε μετα των ἀριστεων και Ἀταλαντης της Σχοινεως ,
Ῥεας Σιλβιας , οὑτω καλουμενης Ἑστιακης παρθενου , τῳ Ἀρεϊ συνελθουσης , ὡς ὁ πολυς κατειχε λογος , ἐκ διδυμου
9999967 τυγχανων
κατα ἀλκην σωματος και θυμου τραχυτητα φλογοειδης ἠν , δευτεραγωνιστης τυγχανων Βαυδωνος . ἀλλως τε ἠν και προς σωφροσυνην πεπηγως
ἀρχας των Ἰχθυων , ὁπου κατα το περιγειον του ἐπικυκλου τυγχανων ὁ της Ἀφροδιτης ἀστηρ βορειοτερος ἐστιν του δια μεσων
9999967 κατεταξεν
ξανθην χολην ἐν τοις σιμοις του ἡπατος ἐν ἀγγειῳ τινι κατεταξεν , ὁ κεκληται χοληδοχος κυστις . και τα μεν
των συζυγιων , ἁς ὁ τεχνικος ἐν τῃ αὐτου βιβλῳ κατεταξεν , κατα μερος ἐπισκοπησωμεν ἀπο του τυπτω και λειβω
9999967 δριμειαι
. αἱ δε ῥιζαι των λαχανωδων φυτων κακοχυμοι μεν ὁσαι δριμειαι , καθαπερ ἡ των κρομμυων και πρασων και σκοροδων
και προς τας ἐκκρισεις εὐ ἐχουσιν . σαλπαι αἱ πελαγιαι δριμειαι , εὐστομοι , δυσφθαρτοι , δυσδιαχωρητοι , τροφωδεις ,
9999967 διπλασιονες
. και ἐπει αἱ ΞΛ , ΛΝ ἰσαι εἰσιν , διπλασιονες ἀρα εἰσι της ΛΝ , ὡστε ἡ ΞΝ της
ἐκ τριων μακρων , μολοττος . Τετρασυλλαβοι δε οἱ τουτων διπλασιονες ιϚʹ , ὡν τετραχρονος εἱς , ἐκ τεσσαρων βραχειων
9999967 διειλοντο
πλημυριδος , ἐπικλυσθεισα ἡ Κυρβη ἐρημος ἐγενετο , αὐτοι δε διειλοντο την χωραν , και ἑκαστος ἑαυτου πολιν ὁμωνυμον ἐκτισε
δεινοτατοι ὀντες των βαρβαρων ; ἐξ ὁλοσφυρου γαρ ἰσον μερισμον διειλοντο , και πρωτοι χαρακτηρα ἐβαλον , † εἰς τον
9999967 ἐλθουσαν
τῃ δε μητρι την ἀπο των τεκνων ἐπ ' αὐτην ἐλθουσαν διαφθοραν ἀμηχανον φυγειν . Μονη δε των ἀλλων ἑρπετων
εἰωθοτας πελανους ἐπι το πυρ και αὐτικα προς τους βασιλεις ἐλθουσαν εἰπειν . τον μεν οὐν Ταρκυνιον ἀκουσαντα τε και
9999967 ἀπαιδευτως
τοις θεοις ὡστε και αὐτους ἀλληλους ἀποκτειναι : ἀπετυχον : ἀπαιδευτως : οὐτ ' ἐξοδον διδοντες : καθειρξαν αὐτον ,
σε καρδοπην εἰπειν , εἰπες ἀπαιδευτως καρδοπον . εὐηθικως : ἀπαιδευτως . ' καλεσας εὐηθικως ] εἰρηκας ἀνοητως . προαναφωνημα
9999967 παρεστηκε
εἰς το του λεγοντος προσωπον : και εἰ τῳ ἀρα παρεστηκε τον μεν Συρακοσιον , ἑαυτον δ ' οὐ πολεμιον
ὀρθη και ἐναρμοζει τῃ δευτερᾳ και μιαν περονην λαμβανει : παρεστηκε δε τῃ κλιμακι ξυλον ὑψηλοτερον , ζυγωμα ἐχον ,
9999967 κατεσκευασμενα
, ἐχειν δε οἰκιας καλας και τα ἀλλα παντα θαυμαστως κατεσκευασμενα : και γαρ αὐ τα των τεχνων ἐργα δωρα
παντοδαπα φιλοτεχνως τοις τε χρωμασι και τοις των τυπων ἀπομιμημασι κατεσκευασμενα : το δ ' ὁλον ἐπεποιητο κυνηγιον παντοιων θηριων
9999967 ἁρμοττουσαν
βασιλευοντος θεου προηγησιν εὐδαιμονιας της ἀκρας πεπληρωσθαι ; δικην οὐν ἁρμοττουσαν οἱς ἐτιθεντο διδοασι : φυραντες γαρ το ἱερον περι
μελη και ὁλον το σωμα φαινεται . ᾡ τιν ' ἁρμοττουσαν εἰκον ' ἐνεγκω σκοπων οὐχ ὁρω , ἀλλα παρισταται
9999967 κατενευσεν
' ἐκφατο μυθον : Εἰ μεν δη Μεμνων τοι ἀριφραδεως κατενευσεν ἡμεων αἰνον ὀλεθρον ἀπωσεμεν , οὐ τι μεγαιρω μιμνειν
, ὠγυγιος τις ἠλιθιοτης . οὐδε γαρ Μωυσῃ τῳ πανσοφῳ κατενευσεν ὁ θεος τουτο γε , καιτοι γε μυριας ποιησαμενῳ
9999967 παραιτουμεθα
αἱ ποιοτητες : και ἐπι μεν των ἀσθενουντων , καλως παραιτουμεθα τας των δοκουντων ἐπ ' ὠφελειᾳ διδοσθαι φαρμακων ποσεις
και θρομβια μεταξυ αὐτων . Ἐφ ' ὡν τον ἐμετον παραιτουμεθα , των θρομβων μαλλον ἐν τῳ στομαχῳ σφηνουμενων ,
9999967 θεραπαιναν
εἰς τα οἰκια παραδιδωσι τῃ Ἀηδονι κατα τα συγκειμενα ὡς θεραπαιναν την ἀδελφην , ἡ δε αὐτην διεφθειρε προς τα
αὐτοπτης ἐγινετο και φησιν , ὁτι γυνη τις ὑπηρχεν ἐχουσα θεραπαιναν , ἡτις εὐπρεπεστατη ἠν , και ἐκ της πορνειας
9999967 γεγενημενη
. καθολου μεν οὐν σχεδον παρ ' ἁπαν μερος † γεγενημενη † διορθωσις : τα μεν γαρ περιῃρηται , τα
συνοικει αὐτῳ ; ἀλλα μεμαρτυρηται ἑταιρα οὐσα και δουλη Νικαρετης γεγενημενη . ἀλλ ' οὐ γυναικα εἰναι αὐτου , ἀλλα
9999967 Ἀνδροτιων
Λαχητα και Νικοστρατον . . . : Ὑπερβολος , ὡς Ἀνδροτιων φησιν , Ἀντιφανους ἠν , ὁν ὠστρακισθαι δια φαυλοτητα
Ὁ πολιτης Καλυδναιος . . . και Καλυδνιος , ὡς Ἀνδροτιων ἑκτῃ Ἀτθιδος . . . : Τηλος , νησος
9999967 ξηρανθεν
δεινη : οὐ μην ἀλλα και το σπερμα της κνιδης ξηρανθεν ὠφελει και αὐτα της κνιδης τα καυλεια τον μασησαμενον
τε πωματοϲ δικην τῳ ἀγγειῳ κοϲκινον ἐν ἡλιῳ ἀποθου . ξηρανθεν δε ἀνελομενοϲ χρω ἐπι των ἐχεοδηκτων , ὡϲ εἰρηται
9999967 Συρακουσαις
' οὑ τα ἐπιτηδεια ἑξει . Τῳ δε Ἁβροκομῃ ἐν Συρακουσαις ὡς χρονος πολυς ἐγενετο , ἀθυμια ἐμπιπτει και ἀπορια
και ὁσων δεοι παρασκευασωνται ὡς ἐς το ἐαρ ἐπιχειρησοντες ταις Συρακουσαις . Και οἱ μεν ταυτῃ τῃ γνωμῃ ἀπεπλευσαν ἐς
9999967 ἀπολογια
ἡ ἀντιληψις , ἡ μεταθεσις της αἰτιας , ἡ πιθανη ἀπολογια : ἐχοντων οὐν ἀμφοτερων τα ἀπ ' ἀρχης ἀχρι
παριων ἐς Πελοποννησον τῳ λογῳ . ἡ γαρ ἐμοι προσηκουσα ἀπολογια τις ; οὐκ ἐθυσα οὐ θυω οὐ θιγγανω αἱματος
9999967 ἀπαγγελιας
και τα δημηγορικα . τον αὐτον δε τροπον και τας ἀπαγγελιας συναψομεν τῳ προοιμιῳ ἠ παρα τα μερη πιστας και
μεν ἱστοριαν παραδιδωσι , το δε ὑπτιον και ἀνειμενον της ἀπαγγελιας σοι οὐκ ἐπιτηδειον . . Π . ἰδ .
9999967 τελευτησασι
, ἱν ' ὡς ἀλλο τι δικαιον τελευταιον ἀποδωμεν τοις τελευτησασι : λαμβανεις δε παραδειγματα τους πολεμιους τους κακουργους πληρουντας
γονεας και παιδευτας , και ὁπως τουτοις και ζωσι και τελευτησασι τον ἁπαντα του βιου κεχρηνται χρονον , οὐ μονον
9999967 σπουδαστεον
τε και αἰτιας και των ἀρχων ὁ θεος ἐξηγειται , σπουδαστεον ἐν τουτῳ μαλιστα ἐκεινην την ἐπιστημην κτησασθαι , δι
εἰ δε ἐν τουτῳ μαλιστα ἐστιν ἡ ὀντως εὐδαιμονια , σπουδαστεον περι αὐτην , εἰπερ ὀντως βουλομεθα μακαριοι εἰναι .
9999967 κομιζουσι
ἐπειδαν δε ἀνηρ ἐρχηται παρα τον Τροφωνιον , κλιμακα αὐτῳ κομιζουσι στενην και ἐλαφραν . καταβαντι δε ἐστιν ὀπη μεταξυ
οὐν ἐσχηματισται : ἀρριχος λεγεται ὁ κοφινος , ἐν ᾠ κομιζουσι τους βοτρυς , και ἐξ αὐτου ἀρριχω και ἀναρριχω
9999967 ἀφαιρεσις
μοναδων σπ ἰσοι ἀριθμῳ ἑνι . . Διχως γινεται ἡ ἀφαιρεσις κατα τε μοναδα και ἀριθμον . Και γαρ προτερον
του η ὁ β και ὁ δ . Ἡ δε ἀφαιρεσις των λογων ἐκ του ιʹ . λαβοντες τον μεταξυ
9999967 πρεσβεια
ἡπερ συνεφερεν αὐτῳ , τυχοι . Οὐκουν ἡ μεν προτερα πρεσβεια τον καιρον τουτον εἰχεν , ἡ δ ' ὑστερα
δε βοηθεια ἠ κτησις εὐνοιας ἠ δοξης ; τις δε πρεσβεια , τις διακονια δι ' ἡν ἡ πολις ἐντιμοτερα
9999967 ἐντιμως
παρθενους λυτρωσαμενος ὁ Βιας παρα λῃστων ἠγεν ὡς ἰδιας θυγατερας ἐντιμως . μετα δε τινας χρονους παραγενομενων των συγγενων κατα
κακοποιου κατα τον καιρον της ἐναλλαγης , οὐ σωθησεται πλην ἐντιμως ἀποθανειται . Ἑκτον εἰπομεν εἰδος το εἰναι τον ἐπιμερισμον
9999967 τελευτησασης
. Ἀθαμας δε ἐκ Νεφελης Ἑλλην και Φρυξον ἐγεννησε . τελευτησασης δε της Νεφελης ἠγαγετο γυναικα Ἰνω , ἡτις Ἑλλῃ
ὡς ἰδιον ἐτρεφε , της Κριθηιδος μετα την κυησιν εὐθεως τελευτησασης . χρονου δε οὐ πολλου διελθοντος και αὐτος ἐτελευτησε
9999967 ἀκαταληκτοι
εἰσιοντων αὐθις των ὑποκριτων . οἱ δε στιχοι ἰαμβικοι τριμετροι ἀκαταληκτοι ξγʹ . ὡν τελευταιος καταιθαλωσεις των νεωτερων τινα .
ἐχομενη της ἀνω ἐκθεσεως . οἱ δε στιχοι ἰαμβικοι τριμετροι ἀκαταληκτοι μαʹ , ὡν . . . ἀκαταληκτον . ἑξης
9999967 Αἰθιοπιας
παντων ἀποφαινομενος , και ταυτα ἑν εἰδως , οὐδεπωποτε ἐξ Αἰθιοπιας τον ἑτερον ποδα προελθων ; τι βουλει ἀποκρινωμαι αὐτῳ
το ἐθνικον Συεσσινος . Συηνη , πολις μεση Αἰγυπτου και Αἰθιοπιας ἐπι τῳ Νειλῳ , μεθ ' ἡν ὠνομασται Σιρις
9999967 ἐστεφανουντο
ἑταιρε , ἐξηγουμενος το χωριον ἐφη , ὁτι και λυγοις ἐστεφανουντο οἱ ἀρχαιοι . Τεναρος δε ἀγροικων εἰναι λεγει στεφανωμα
το ἀπεριττον και ἀπεριεργον : διο και οἱ Διοσκουροι καλαμῳ ἐστεφανουντο . λευκῳ ] περικαλλει και ὡραιῳ . σωφρονος ]
9999966 ἐκινουντο
, εἰ μη τις ἐπεξεισιν , οὐδεν μαλλον οὑς ἐχρην ἐκινουντο οὐδε συνηγον τους των βουλευματων κοινωνους ἐπι ζητησει του
ποδες δ ' ὑπερικταινοντο . † ) Ἀρισταρχος ἀνεπαλλοντο και ἐκινουντο προθυμουμενης αὐτης βαδιζειν ταχεως , μη δυναμενης δε ,
9999966 τραχυτερα
και οὐλοτερον : ἡ δε ταπεινοτερα και ἡττον εὐαυξης και τραχυτερα και σκληροτερα και ξανθοτερα . τα δε φυλλα τῳ
το μεγιστον των κακων ἀσεβειαν και αὐτα δε τα χαλεπα τραχυτερα ἑαυτοις ἐξεργασεσθε τῳ παρα την ἀξιαν πασχειν αὐτα δοκειν
9999966 ἐναυμαχησαν
. και τελος ἐκπλευσαντες εἰς Ὠρωπον ἀπαρασκευοι προς τους Πελοποννησιους ἐναυμαχησαν : κακως δε και την μαχην ἐνστησαμενοι και τον
και τριακοντα ἐπι τας των Ἀθηναιων δυο και τριακοντα ἀναγαγομενων ἐναυμαχησαν : και καρτερας γενομενης ναυμαχιας οὐκ ἐλασσον ἐχοντες ἐν
9999966 Ὑπερειδης
. κακοδαιμων , κακουργος , κακολογος κακηγορος , κακοπραγμων ὡς Ὑπερειδης , κακοβιος , κακοβουλος , κακονους ὡς Ἀντιφων ,
ταις πλαστιγξιν , ἀντιθειναι τα ἱσταμενα . και σηκωματα ὡς Ὑπερειδης , και βαρυσταθμα ὡς Ἀριστοφανης . και ἀνασηκωθηναι δε
9999966 δριμυτητος
Τἀναντια δ ' αὐ ὡδε ὁσα και εἰς ξηροτητα μετα δριμυτητος ὁ χολωδης αἱματικου πεπλεονεκτηκε χυμου και ταις μεν πεψεσι
ὠ Παφλαγων ] προς τον Κλεωνα . Γ ἐσκοροδισας ] δριμυτητος ἐνεπλησας . τον δακτυλιον ] την σφραγιδα , της
9999966 κατασκευασμα
νομαρχων τινας ἐραστας γενομενους δια φιλοστοργιαν οἰκοδομησαντας ἐπιτελεσαι κοινηι το κατασκευασμα . μετα δε τους προειρημενους βασιλεις διεδεξατο την ἀρχην
, ταις των ἐργων λειτουργιαις προσηδρευσαν , το δε παν κατασκευασμα τελος ἐσχε μογις ἐτων εἰκοσι διελθοντων . Τελευτησαντος δε
9999966 τοιουτοτροπα
λεγει : τιμητεον το καλον και τας ἀρετας και τα τοιουτοτροπα , ἐαν ἡδονην παρασκευαζῃ : ἐαν δε μη παρασκευαζῃ
ἐσθητα ἀπεθετο , και θυσιαι και γαμοι και ὁσα ἀλλα τοιουτοτροπα ἐπεσχητο ἐπι το ἐτος ὁλον , ἑως την συμφοραν
9999966 τριπλασιοι
τριαδων και ἑξης ἀκολουθως . ἐκ δε των πλασθεντων διπλασιων τριπλασιοι , πρωτοι παλιν ἐκ πρωτων και συνεχεις ἐκ συνεχων
το βαθος και την ὑποτεινουσαν . ἐκ μεν γαρ διπλασιων τριπλασιοι τε και ἡμιολιοι φυσονται , ἐκ δε τριπλασιων τετραπλασιοι
9999966 παρεκελευσατο
ἐπειθε , τοις Ἑλλησι ἐφρασε κρυφα τα πραττομενα , και παρεκελευσατο φυλαττεσθαι . Οἱ δε , θυσιαν τινα παρασκευασαμενοι και
χωριων και ἐδει κατα ταχος βοηθειν , ἐξορμων ὁ Ἱππαρινος παρεκελευσατο τῳ παιδι , εἰτις ἐντος της αὐλης βιαζοιτο ,
9999966 πανουργιᾳ
τοις κολοιοις δε δια την φυσικην φιλοστοργιαν , καιπερ τοσουτον πανουργιᾳ διαφερουσιν , ὁμως ὁταν ἐλαιου κρατηρ τεθῃ πληρης ,
των ἰσχυροτερων γεγονεναι κρειττων . οὐ μην ἠδυνηθη γε τῃ πανουργιᾳ κατασοφισασθαι την ἐκ της πεπρωμενης ἀναγκην , ἀλλα ποιητης
9999966 ἐϲθιομενοϲ
μετεχει και ϲαφωϲ ἐμψυχει καταπλαϲϲομενοϲ τε κατα του ϲτομαχου και ἐϲθιομενοϲ . Ϲπαρτον . Ϲπαρτου , ᾡ παρ ' ἡμιν
παϲχοντα παραχρημα αἰτειν ὑδωρ : και ἱπποκαμποϲ δε θαλαττιοϲ ὀπτοϲ ἐϲθιομενοϲ ὠφελει : ἐρωτα γαρ φαϲιν ὑδατοϲ παρεχειν το αὐτου
9999966 προστακτικα
, ἐξ ἀμφοιν δε παν διακριθεν εἰς τα συνεχη και προστακτικα των ὁλων σχισθηναι . Πιθανως δε και την νησον
ἐνεστωτος βραχειᾳ θελει παραληγεσθαι . τιθετω : τα εἰς θι προστακτικα τροπῃ του θι εἰς τω το τριτον ποιει .
9999966 πινοι
λεγοντος ὁτι θερμον εἰη παρ ' ἑαυτῳ το ὑδωρ ὁ πινοι , Ὁταν ἀρ ' , ἐφη , βουλῃ θερμῳ
στρατηγημα ; τοιαυτα πολλα δεξιως ἐλεγεν τε και ἐπρησσεν ὁτε πινοι [ ἠ πρασσοι ] . τα μεντοι πολιτικα οὐτε
9999966 κατεστρατοπεδευσαν
ἐκ της ἐν Φεραις τυραννιδος : συστησαμενοι δε δυναμιν ἀξιομαχον κατεστρατοπεδευσαν περι Μαντινειαν . μετα δε ταυτα ἐπι πολιν Ὀρνεας
περι Ἀγαθοκλεα και βραχυ διαχωρισαντες ἀπ ' ἀλληλων την δυναμιν κατεστρατοπεδευσαν . εἰθ ' οἱ μεν Καρχηδονιοι πυθομενοι την τουτων
9999966 δορυφοροις
στρατηγοι πολεως προς τους πολεμιους ; ποιοις δε συμμαχοις ἠ δορυφοροις ἐπι ταυτα χρησθαι δυνατον , εἰ μη γε τοις
ἐστι το ἀνελθειν εἰς την ἀκροπολιν , το μαχεσθαι τοις δορυφοροις , το ἀποσφαξαι τον τυραννον , ὁ δε συ
9999966 ὀργανικου
τε φυτικην και την αἰσθητικην , ἐντελεχειας εἰναι σωματος φυσικου ὀργανικου ἀναγκαιον , οὐ πολλου ἀν δεοιμεθα λογου : ἀλλ
κατα την διαιρεσιν γινεται της φιλοσοφιας προστιθεμενου του λογικου ἠτοι ὀργανικου : της γαρ φιλοσοφιας εἰς δυο διαιρουμενης τα αὐτοπροσωπα
9999966 ἀνεβοησεν
θαλασσης παρετασσετο : γενομενος δε κατα ἀλσος βαθυ και συσκιον ἀνεβοησεν ἐξανιστασθαι τους ἐγκαθημενους . οἱ πολεμιοι φοβηθεντες ἐνεδραν μεγαλην
Φιλωτεραν ἀποκτεινας ὡρμησεν ἐπ ' αὐτην ὡπλισμενος . ἡ δε ἀνεβοησεν : ὁ μητροφοντης ἐπι φονῳ πρασσει φονον . τουτο
9999966 προφερομεθα
, οὐδε παρατεινεται τῃ διεξοδῳ της λεξεως δι ' ἡς προφερομεθα το ἀνθρωπος ἡ συνθεσις του νοηματος : και γαρ
παντες Ἑλληνες κοινῃ χρυσον και το μεν ὀνομα ὁμοιως παντες προφερομεθα , διχοστατουμεν δε περι την δοξαν τουτου , ὁ
9999966 τρυφαλεια
οὑνεκ ' ἀρ ' αὐτου ἀλγινοεντ ' ἀπαλαλκε φονον κρατερη τρυφαλεια : σμερδαλεον δε οἱ ἠτορ ἐνι στηθεσσιν ὀρινθη βλημενου
ἡ δε κυλινδομενη καναχην ἐχε ποσσιν ὑφ ' ἱππων αὐλωπις τρυφαλεια , μιανθησαν δε ἐθειραι αἱματι και κονιῃσι : παρος
9999966 δριμεων
βλεφαρα καθευδειν μελλοντεϲ : ἀπεχεϲθωϲαν δε ὀξεων και ἁλμυρων και δριμεων . Ἡ μεν ϲκληροφθαλμια ϲκληροτηϲ και δυϲκινηϲια ἐϲτι του
συνιστανται . φειδεσθαι οὐν χρη της συνεχους ἐδωδης ἁπαντων των δριμεων , και μαλιστα ὁταν ὁ προσφερομενος αὐτα χολωδεστερος ᾐ
9999966 ἀφαιρετεον
οὐν τας ἀρχας των ἀρρωστιων και τας των φλεγμονων γενεσεις ἀφαιρετεον ἀν εἰη πασαν προσφοραν ῥοφηματων τε και σιτιων :
την διαιρεσιν δακτυλων δυο : μετα δε την ἐνθεσιν μηδεν ἀφαιρετεον του ἐνθεματος , ἀλλ ' ἐατεον ὁσον ἀν ἐχῃ
9999966 ἱστορικης
; τι δ ' ὀφελος ἠν τοις ἐντυγχανουσιν ἐς ὠφελειαν ἱστορικης χρειας , εἰ κατα ταυτην ἐτεχθη την ἡμεραν ὁ
και ῥωννυναι την ψυχην ὑπ ' ἀναγνωσεως τε και της ἱστορικης ἐμπειριας . Χωρησαντων δε καλως των πραγματων , ὁ
9999966 ἀπεχρησεν
ταξιαρχος οὐ λοχαγος οὐχ ἱππευς οὐ τοξοτης , ἀλλ ' ἀπεχρησεν οἱ και ὁ εἱς ὁπλιτης οὑτος πληρωσαι την της
βασιλειαν μεγαλην οὐδαμου μαχης ἐδεηθη και φονων , ἀλλ ' ἀπεχρησεν ἡ φρονησις και το ποθεισθαι τον ἀρχοντα . μεγιστη

Back