ἐκαλεσεν . Αἰτωλου δε και Προνοης της Φορβου Πλευρων και Καλυδων ἐγενοντο , ἀφ ' ὡν αἱ ἐν Αἰτωλιᾳ πολεις
παραληγει , και φυλαττει το ω : Ἀμυδων Ἀμυδωνος : Καλυδων Καλυδωνος . Τα εἰς δων ὑπερ δυο συλλαβας ,
9999978 κοιλιων
του περι τας νησους ὠφθησαν ἐπιδραμουσαι , των κατα βαθους κοιλιων ἀναστομωθεντος πορου τινος και του πυρος βιασαμενου προς το
κατ ' ἰνιον : ἐνταυθα γαρ ἡ τε κυριωτατη των κοιλιων ἐστι του ἐγκεφαλου και ἡ του νωτιαιου μυελου ῥιζωσις
9999977 Καθαρτικον
γ , σκαμμωνιας ⋖ α , κολοκυνθιδος ⋖ δ . Καθαρτικον ὀξυπορον . Πεπερεως , κυμινου , πηγανου , σκαμμωνιας
: λουσαμενη δε και ἀφαιρεομενη , διανιζεσθω ὑδατι εὐωδει . Καθαρτικον μαλθακον , ὁπερ ὑδωρ ἀγει και φλεγματα , χλωρα
9999976 ἐθνικον
Ἰδαιοις ἐν ὀρεσσιν , ἁτε κλειουσι Πανακρα „ . το ἐθνικον Πανακραιος . το θηλυκον Πανακρις . ἐστι δε και
. Ἑκαταιος Εὐρωπηι . ἀπο Κρισου Φωκου ὑιου . το ἐθνικον Κρισαιος και Κρισαιον πεδιον . . . τινες δε
9999975 ὀνομασθεντα
δε τηι μεσογαιαι των Ἁλικαρνασεων τα Πηδασα ὑπ ' αὐτων ὀνομασθεντα ἠν πολις , και ἡ νυν χωρα Πηδασις λεγεται
δε τῃ μεσογαιᾳ των Ἁλικαρνασεων τα Πηδασα ὑπ ' αὐτων ὀνομασθεντα ἠν πολις , και νυν ἡ χωρα Πηδασις λεγεται
9999975 ἀναισθητοι
ἐξ εὐμαρους διωκει τους βαρβαρους : οἱ δ ' , ἀναισθητοι και λογισμων ὀλιγα κοινωνουντες , ὑπ ' αὐτου διωκονται
? ? γεροντες ? [ ] ξηροι ? και ? ἀναισθητοι , ὁτι χωρις ὑγροτητος ? ? : ἀναλογως ?
9999975 κοιλιακων
δε και τα των ὀφθαλμιωντων και τα των δυσεντερικων και κοιλιακων και τα αἱματικα ἀπο της αὐτης προφασεως ἐπιγινεται ,
εἰπειν , τῃ αὐτῃ ἀγωγῃ της θεραπειας χρηστεον τῃ ἐπι κοιλιακων και δυσεντερικων προειρημενῃ : ἀξιον δε ἡμιν παρασημηνασθαι ,
9999975 γραμματικοις
, καθαπερ και τας ἀντωνυμιας και την καλουμενην παρα τοις γραμματικοις προσηγοριαν . οὐ μεντοι φαινεται τουτο λογον τινα ἐχειν
ταυτα μεν εἰρηται περι των ῥηματων της ἀπαρεμφατου παρα τοις γραμματικοις λεγομενης ἐγκλισεως , δι ' ὡν και μονων εἰωθαμεν
9999975 βραχυτατων
αὐτων ὡν σκοπειτε συμβουλευειν , και ταυθ ' ὡς δια βραχυτατων . οὐ γαρ ἐνδειᾳ μοι δοκειτε λογων οὐδε νυν
της αἱρεσεως ὑπογραφην ἀπο τουτων ὡρμησθαι , καθαπερ ἐπιδειξω δια βραχυτατων . Ὁτι γαρ οὐ μονον αἱρετα τα τεκνα τοις
9999974 Ἑλληνικοις
των πολλων δικαι ' εἱλομην , οὐτ ' ἐν τοις Ἑλληνικοις τα Φιλιππου δωρα και την ξενιαν ἠγαπησα ἀντι των
θαλαττης δι ' ὑλης ὁρωμεν τινα στηλην χαλκου πεποιημενην , Ἑλληνικοις γραμμασιν καταγεγραμμενην , ἀμυδροις δε και ἐκτετριμμενοις , λεγουσαν
9999974 μετονομασθηναι
μεν Σικυωνος την Ἀσωπιαν , ἀπο δε Κορινθου την Ἐφυραιαν μετονομασθηναι . Κορινθον δε οἰκουσι Κορινθιων μεν οὐδεις ἐτι των
ὁτ ' οὐπω τελειος ἐγεγενητο , ἀλλ ' ἐτι πριν μετονομασθηναι τα μετεωρα ἐφιλοσοφει , ἐπισταμενη ὁτι οὐκ ἀν δυναιτο
9999974 χοροις
ἀφθιτον αἰει θειναι , και φυλακαις τε σεβειν θυσιαις τε χοροις τε . ἐστ ' ἀν γαρ ταδε σεμνα καθ
' ἀλληλων πασας τιθεις συνιεναι , ἐν ἑορταις , ἐν χοροις , ἐν θυσιαισι γιγνομενος ἡγεμων : πρᾳοτητα μεν ποριζων
9999974 σανιδων
κατα την πρῳραν κλειστη , δισχιλιους μετρητας δεχομενη , ἐκ σανιδων και πιττης και ὀθονιων κατεσκευασμενη . περι δε ταυτην
τῳ δικαστηριῳ ⌈ ἐλθειν [ εἰσελθειν ] . ἠ των σανιδων φησι των περιεχουσων τα ὀνοματα των εἰσαχθησομενων εἰς το
9999974 βουλευσαι
εἰπειν δ ' ἐν τῳ δημῳ οὐκ ἐξην αὐτοις οὐδε βουλευσαι . Τουτων ἠσαν οὑτοι ἀτιμοι : αὑτη γαρ ἠν
εἰς χρειαν της σης καταστησαι βοηθειας , ὁπως ἀφεις το βουλευσαι γνωμην ἐχῃ το κηδος συναψασθαι . θορυβου γαρ ἡκοντος
9999973 ἀποθανουσης
ὑπερηρκε κατασκευην , ἀνηρ δε Ἀθηναιος ἐποιησεν Ἡρωδης ἐς μνημην ἀποθανουσης γυναικος . ἐμοι δε ἐν τῃ Ἀτθιδι συγγραφῃ το
αὐτων ἐμαθε την ἀληθειαν . τοτε ἐλεος αὐτον εἰσηλθε της ἀποθανουσης και ἀποκτειναι μεν ἑαυτον ἐπεθυμει , Πολυχαρμος δε ἐκωλυε
9999973 ἀποκλεισαι
και εἰς τας ναυς ἐμβηναι , και Λακεδαιμονιους βασιλει πυλας ἀποκλεισαι . μεγαλα γαρ ταυτα και σεμνοτητος ἐργα και [
. . Ἀλκιβ . ; ἀποτειχισαι το ἀπολαβειν τειχει και ἀποκλεισαι της ἐξοδου , ἀποτετειχισμενος δε ὁ ἀπειλημμενος και ἀποκεκλεισμενος
9999973 ἀποτρεψαι
ἡ Πλαγγων , ἀκουσασα της Βακχιδος το καλλος , και ἀποτρεψαι θελουσα τον νεανισκον του προς αὐτην ἐρωτος , ὡς
την Μηδειαν ἐπαγειν μιασματα . τῃ γαρ παραθεσει βουλεται αὐτην ἀποτρεψαι του κατα των παιδων φονου . οὑτως γαρ ἐν
9999973 σημαινουσης
ἐχειν τουβατορας τε και βουκινατορας : και της τουβας τρισσακις σημαινουσης περι ἑσπεραν παυεσθαι των πονων και δειπνουντας ψαλλειν τον
το εἰναι τι λεκτον ἀσωματον , ὁ κεχωρισται της τε σημαινουσης φωνης , οἱον της ” Διων “ , και
9999973 κεχωρισμενην
κλινην ἐφ ' ἡς μονος κατεκειτο μετεωροτεραν των ἀλλων και κεχωρισμενην εἰχε και την τραπεζαν μονῳ καθαπερ ἡρωι πληρη βαρβαρικων
περι της των νεκρων ταφης ἀποστειλαντος κηρυκας , Βαρκας πολυ κεχωρισμενην της προγεγενημενης ἀποφασιν ἐποιησατο . φησας γαρ μαχεσθαι μεν
9999973 ἐλευθεροις
εὐτελης . μοθωνας γαρ ἐκαλουν οἱ Λακωνες τους παρεπομενους τοις ἐλευθεροις : ἐστι δε και γενος ὀρχησεως . ΓΘ ἀλλως
τους Αἰτωλους αὑτοις βοηθειν , ἐπει και ὁ Κασσανδρος αὐτοις ἐλευθεροις οὐσιν ἐπεχειρει , ὡς ἐν αὐτῳ τῳ λογῳ γιγνεται
9999973 περιστατικα
δακρυα οὐκ ἐστιν ἀπ ' ἀρχης ἀχρι τελους , ἀλλα περιστατικα , μονην τῳ ἀποκηρυκτῳ την βουλησιν την κατα του
ὠ ἀνδρες Ἀθηναιοι . Τοπικα δε προοιμια Ἁρποκρατιων φησι τα περιστατικα . σκοπος δε του προοιμιου το τοιονδε παρασκευασαι τον
9999973 βουλευτηριον
ὁμονοουντων τινα βοηθειαν εὑρασθε ὑμεις περι μεσας νυκτας εἰς το βουλευτηριον συνελθοντες ; ἡπερ ὠνησεν ὁμολογουμενως παντα τα πραγματα και
. . . . . ἀλλ ' ἐστιν εὐστοχον τι βουλευτηριον ταὐτοματον . ἐπηρεαστικον γε τι ταὐτοματον ἐστι τῳ βιῳ
9999973 σωφρονισμον
Σπαρτης νικης γνωρισματα . Κρισαιον δε κολπον , και Κορινθιων σωφρονισμον , και καρτεριας ἐπι της ἑσπερας και καθ '
χρησμοις : ἁτε γαρ παιδευτικος ὠν και προς νουθεσιαν και σωφρονισμον ἑτοιμοτατος των οἱων τε νουθετεισθαι και σωφρονιζεσθαι παντα της
9999973 κελευσαι
διαλεχθωσιν ; ἠ θεαν μη κατανειμαι τον ἀρχιτεκτον ' αὐτοις κελευσαι ; ἀλλ ' ἐν τοιν δυοιν ὀβολοιν ἐθεωρουν ἀν
προσηγοριαν . . . , ἱερειας καλεσας σκιλληι ἠ σκυλακι κελευσαι αὑτον περικαθαραι . . . , , . ,
9999973 στρατευσαι
αὐτον ἐκ Σικυωνος οἱ Ἠλειοι φασι και ἀρχειν Σικυωνιων , στρατευσαι δε ἐπι Σικυωνα αὐτοι φιλιᾳ Θηβαιων ὁμου τῃ ἐκ
των Γοργονων ἐθνος , ἐφ ' ὁ λεγεται τον Περσεα στρατευσαι , παρειληφαμεν ἀλκῃ διαφερον : το γαρ τον Διος
9999973 ἐρωτικοις
. ἡ γαρ γυνη πολλοις τοις φιλημασι , και τουτοις ἐρωτικοις , προσκαλουμενη ὡς εἰδεν οὐ κατεχοντα , ὡσπερ ἀνδρι
θεον των γαμων : χαιρει δε διηγημασιν ἐπαφροδιτοις τε και ἐρωτικοις : ταυτα γαρ οἰκεια τῃ ὑποθεσει . μετεχειρισαντο δε
9999973 εὐκαιριαν
ὁ και μελιττα ἐλεγετο . ἠνεγκε δε τα μικτα : εὐκαιριαν , γλυκυτητα , τολμαν , ποικιλιαν . Οἰδε δε
τα μεγιστα ἐν τοις Ἑλλησιν , εὐποριαν τινα χρηματων και εὐκαιριαν λαχοντες : δυναμιν γαρ ναυτικην ἐσχον και ἠσαν μεγιστοι
9999973 θεραπευϲομεν
τηϲ τριτηϲ οἰνελαιῳ ἐπιβρεχομεν : μεθ ' ἡν λυϲαντεϲ ἐμμοτῳ θεραπευϲομεν ἀγωγῃ και , εἰ χρονιζοι το ὀϲτεον μη ϲαρκουμενον
' ἐμβροχων τε και καταπλαϲματων και των ὁμοιων την φλεγμονην θεραπευϲομεν . ἐπι δε των πεφαρμαγμενων βελων ἁπαϲαν την ἠδη
9999973 Κασανδρον
ὑπο των κατα την Μακεδονιαν , τον δ ' υἱον Κασανδρον χιλιαρχον και δευτερευοντα κατα την ἐξουσιαν . ἡ δε
Ἀσιαν τοιαυτ ' ἠν . Ἀντιγονος δ ' ὁρων τον Κασανδρον ἀντεχομενον της Ἀσιας Δημητριον μεν τον υἱον ἀπελιπεν ἐν
9999973 μυριοις
γης ὡς προς την σεληνην ἐχουσης . Ἐν γαρ σταδιοις μυριοις τοσαυτης της διαφορας γινομενης γνωριμον ὁτι μη πολυ της
γραφης , ἡν περι του γενους αὐτων συνταξαμενος ἐξεδωκα , μυριοις βεβαιωσειν τεκμηριοις την προθεσιν , ἐθη και νομιμα και
9999973 σοφωτατον
οὑτω λαβοντα , ὡς ἐγω λεγω , τουτον ἐγω καλω σοφωτατον και διισχυριζομαι παιζων τε και σπουδαζων . δηλον γαρ
του Σωκρατους ὁ θεος μεμαρτυρηκε περι ἀμφοιν , χρησας ἐκεινον σοφωτατον εἰναι , ὡστε διπλην οὐσαν την του Σωκρατους μαρτυριαν
9999972 ἀνεχωρησαν
πεισθεντες οἱ συμμαχοι ἀφεντες Βυζαντιους προς το φυλαξαι τα οἰκεια ἀνεχωρησαν . Ἀθηναιοι ἐν Αἰγος ποταμοις τετρακις ἀνηχθησαν προς το
την ἐξουσιαν . οἱ μεν δη Ἀθηναιοι και οἱ Πελοποννησιοι ἀνεχωρησαν τῳ στρατῳ ἐκ της Πυλου ἑκατεροι ἐπ ' οἰκου
9999972 κανθου
ἐπιπαν τοιϲ πρεϲβυτεροιϲ μαλιϲτα , ἀπο του προϲ τῃ ῥινι κανθου του κνηϲμου ἀρχομενου , ὡϲπερ ὑπο μυιαϲ ἠ κωνωποϲ
ἐπιφυσεις πτερυγια . γενεσις δε αὐτων ἐστιν ἐκ του μεγαλου κανθου : προϊοντα δε ἐπι την στεφανην ἐπιφυεται τῳ μελανι
9999972 τυραννιδων
, ὡσπερ δι ' ὀργανων , δια φιλων , οἱον τυραννιδων καταλυσεις δια φιλων ἐγενοντο και εἰ ἐδεησεν ἀναλωματων ,
πραγματα των προσοδων μειζονων γιγνομενων : την αἰτιαν λεγει των τυραννιδων ἐπι ῥητοις γερασι : ἀντι του ἐπι φανεραις τιμαις
9999972 Ἀντιοχιδος
Καλλικλης καθ ' ὁμοιοτητα Σωκρατους . Ἀλωπεκηθεν . Ἀλωπεκη δημος Ἀντιοχιδος , ἐξ οὑ Σωκρατης . ἐναντια . το ἀγαθον
, ὡς ἀπο του Κρισευς . Κριωα , δημος της Ἀντιοχιδος φυλης . ὁ δημοτης Κριωευς . τα τοπικα Κριωθεν
9999972 βουλευτης
συμβουλευτικον εἰς τρια : τοπος το συμβουλευτηριον , προσωπον ὁ βουλευτης , τελος δε το συμφερον : του δε πανηγυρικου
πρωτος λαχων ἀποδοκιμασθῃ ἠ τελευτησῃ , ἀντ ' ἐκεινου γενηται βουλευτης ὁ ἐπιλαχων αὐτῳ . ὑποφαινεται δε ταυτα ἐν τῳ
9999972 Μουσαν
δια τουτο ἐπικεκληται την εὑρετιν της ἐπιβαλλουσης τῳ γαμῳ ὀρχησεως Μουσαν . οἱ δε , ὁτι θαλιων εἰσι προστατιδες αἱ
[ ] [ ἰοπλοκων ] τε μερος [ ἐχοντα ] Μουσαν : [ ⚓μαλεαι – ] ποτε˘´ [ – ]
9999972 βατραχων
. των δε Συρακοσιων τουτων ἀμελησον , οἱ πινουσι μονον βατραχων τροπον , οὐδεν ἐδοντες . ἀλλα συ μη πειθου
πολλακις δε και γυρινοις του αὐτου συμβαινοντος [ και ἐπι βατραχων ] . Ἡρακλειδης γουν ὁ Λεμβος ἐν τῃ καʹ
9999972 ὀργανικον
ὁ θωραξ νευρωδης και μυωδης και φλεβωδης και ἀρτηριωδης , ὀργανικον μοριον συνδετικον ταις ὠμοπλαταις και ταις κατακλεισι και ταις
ἑνεκα γαρ της ψυχης το σωμα : ταυτῃ τοι και ὀργανικον προς τας ἐκεινης ἐνεργειας ἀπετελεσθη . ἐπιζητουμεν οὐν θεωρησαι
9999972 πινομενη
προσαγορευουσιν . αὑτη ξηραντικης μετεχει φυσεως . και συν οἰνῳ πινομενη ἰσχιαδικους και δυσεντερικους ἰαται , και σπληνα ἐσκιρωμενον θεραπευει
σμυρνης σπερματος ἰσον : και ἀριστολοχια δε μαλιστα ἡ στρογγυλη πινομενη ὁσον δραχμης πληθος πνευματα διαλυει και τους βραδυπεπτουντας ὠφελει
9999972 φιλανθρωπον
ἐνηγγυωμην της πολεως , και ὁτι δει προς τους ἀτυχουντας φιλανθρωπον εἰναι και μεμνησθαι της φυσεως : τουτο μεντοι φυλακτεον
μεν Ἠλεκτραν ὁ μυθος δια φιλαδελφιαν , την δε ἀρετην φιλανθρωπον ὁ λογος ἀποδεικνυει . Το περιβλεπεσθαι τας μεν ἑταιρας
9999972 ἀθλιωτατος
. οὐτε ὁ κατειργασμενος κτλ . ►ὁ ἀδικων και διαφευγων ἀθλιωτατος ὡς ὁ Ἀρχελαος ὁ ἀδικων και διδους δικην ἀθλιος
τοιγαρτοι νυν , ἁτε μεγιστα ἠδικηκως των ἐν Μακεδονιᾳ , ἀθλιωτατος ἐστιν παντων Μακεδονων , ἀλλ ' οὐκ εὐδαιμονεστατος ,
9999972 καταπλαϲϲομενη
οὐϲα δυϲωδηϲ τε και θερμη χωριϲ του ξηραινειν : ὁθεν καταπλαϲϲομενη διαφορητικηϲ ἐϲτι δυναμεωϲ . Ἀποχυμα ἡ ἀπο των πλοιων
φυλλα και ἡ ῥιζα λεια μετριωϲ κυαμου ἡ ϲαρξ λαμψανη καταπλαϲϲομενη λειχην ὁ ἐπι των πετρων λευκοιου παντα τα μερη
9999972 αἰσχυνομενοι
ποιουντες ἁ πραττουσιν ὡστ ' εἰναι φανεροι και φυλαττομενοι και αἰσχυνομενοι . ἐκ δε τουτων ἡ κοινη και παντων των
, διακειται δε , ὡσπερ οἱ καταψηφισασθαι μεν ἐπιθυμουντες , αἰσχυνομενοι δε το μη ἐπ ' ἀληθεσι , και προφασιν
9999972 πειρωμενη
Ἀνθια πονηρως : και οὐκετι φερειν δυναμενη ἐπεγειρει ἑαυτην , πειρωμενη τους παροντας λανθανειν . Τι φησιν ὠ δυστυχης πεπονθα
ἀνδρων και γυναικων , ἀσθμαινουσα και περιδινουσα την κεφαλην και πειρωμενη δεινον ἐμβλεπειν , ἀλλα πανυ ἐγκρατως και σωφρονως .
9999972 τιμιωτατον
. Οὑτω δη ἐγωγε φημι Ἐρωτα θεων και πρεσβυτατον και τιμιωτατον και κυριωτατον εἰναι εἰς ἀρετης και εὐδαιμονιας κτησιν ἀνθρωποις
προς δε τον ἡλιον τιθεμενον ἀνθρακος καιομενου ποιει χροαν . τιμιωτατον δ ' ὡς εἰπειν : μικρον γαρ σφοδρα τετταρακοντα
9999972 χρυσαι
ἡδυ και μετεωρον ὑπο του τιαρᾳ ἐπισοβειν , ἡς οἱα χρυσαι λιβαδες ἡ κομη του μειρακιου ἀποσταζουσα μετωπῳ ὁμολογει και
, και ἱστια μεθηπται ἁλουργη μεταυγαζοντα ἐν τῳ κολπῳ , χρυσαι δε ἐνυ - φανται Βακχαι ἐν Τμωλῳ και Διονυσου
9999972 τρεψας
εἰ κεν ἀπ ' ἀλλοτριων κτεανων ἀεσιφρονα θυμον ἐς ἐργον τρεψας μελετᾳς βιου , ὡς σε κελευω . αἰδως δ
ἡμιοπους καλουμενους , περι ὡν φησιν Ἀνακρεων : τις ἐρασμιην τρεψας θυμον ἐς ἡβην τερενων ἡμιοπων ὑπ ' αὐλων ὀρχειται
9999972 δικαστηριοις
γαρ ἡ ῥητορικη δοκει ἐν ταις βουλαις και ἐν τοις δικαστηριοις λυσιτελειν . Ποτε δε χρη το ὀνομα του γενους
ὑμας νομους ἀναγκαζουσι λυειν , τους μεν κεκριμενους ἐν τοις δικαστηριοις ἀφιεντες , ἑτερα δε παμπληθη τοιαυτα βιαζομενοι παρανομειν .
9999972 αἱμορραγουντων
ἡ τοιαυτη ἀφαιρεσις , πολλων ἀγγειων κατα τον αὐτον καιρον αἱμορραγουντων : διο μοι δοκει τα ἀσαρκοτερα μερη του κωλου
. Ἀντιϲπαϲεωϲ μεν ἑνεκα ἑκαϲτοτε ταϲ κατ ' εὐθειαν των αἱμορραγουντων τεμνε φλεβαϲ , οἱον δεξιου μυκτηροϲ αἱμορραγουντοϲ την ἐν
9999972 δισχιλιοις
ὁτι ὁ δια Πηλουσιου παραλληλος του δια Βαβυλωνος πλειοσιν ἠ δισχιλιοις και πεντακοσιοις σταδιοις νοτιωτερος ἐστι , κατ ' Ἐρατοσθενη
τῃ βουλῃ , ὁ δε δημος ἐν τῳ δικαστηριῳ ἐν δισχιλιοις ἐψηφιστο . Και μοι ἀναγνωθι το ψηφισμα . Εἰ
9999972 εὐδοκιμουντων
. Θεος ἡ Ἀναιδεια : ἐπι των δι ' ἀναιδειαν εὐδοκιμουντων . Θετταλον σοφισμα : ἐπι των τι σοφιζομενων ἠ
κατακαιεται . Πυρ εἰς ἀκανθας : ἐπι των περι τι εὐδοκιμουντων . Πυρ ἐπι δαλῳ ἐλθον : ἐπι των ταχεως
9999972 αὐτοδιδακτον
τῳ δε κατ ' εὐμοιριαν φυσεως αὐτηκοον και αὐτομαθη και αὐτοδιδακτον κτησαμενῳ την ἀρετην βραβειον ἀναδιδοται χαρα : του δ
εἱνεκα , χαριν . Ἐσσεται : ἐγκειται , ἀκολουθει . αὐτοδιδακτον : φυσικον , αὐτοφυες . Μαλακη : μαλακη ἀπο
9999972 σημαινομενῳ
ὁρισμου , λεγω δη το αἰτιον , ὀνομασομεν και τινι σημαινομενῳ συνταξομεν ; καθ ' ἑαυτο και τουτο χωριζοντες ,
καθ ' ἡν διαφερειν φησι τοις τονοις τοὐνομα και τῳ σημαινομενῳ . σημειον και τεκμηριον διαφερει . Ἀντιφων ἐν τῃ
9999972 Καβειροις
Σοφοκλης Ἀντηνοριδαις : ὀρνιθα και κηρυκα και διακονον . Αἰσχυλος Καβειροις : ὀρνιθα δ ' οὐ ποιω σε της ἐμης
παυσαι πορφυριδα ἐχοντα . μυουνται δε ἐν τῃ Σαμοθρᾳκῃ τοις Καβειροις , ὡς Μνασεας φησι . και τα ὀνοματα αὐτων
9999972 λυσιτελουντα
δυνησεσθαι ; Οὑτως οὐ φιλανθρωπα σοι μονον , ἀλλα και λυσιτελουντα πεπρακται . και φυσει γε το πραγμα τοιουτον ἐστιν
ἐργον την σην ἀναμενον γνωσιν . οὐδε γαρ τα προδηλως λυσιτελουντα μη του σου νευματος ἡγησαμενου δεξαιτ ' ἀν αὑτῳ
9999972 χρησθεν
ἐστιν αὐτο τοπος ἑαυτου . μαρτυρει δε μοι λογιον το χρησθεν ἐπι Ἀβρααμ τοδε : „ ἠλθεν εἰς τον τοπον
: νικαται ἡσυχιον : ἠρεμον , καλον θεορτῳ : θεϊκῳ χρησθεν : μαντευθεν παλαιφατον : παλαιον θαλος : βλαστημα ὁ
9999972 ἀναγινωσκει
ἐστι φαυλη . εἰ γαρ τις ἀρρωστων θεωρει , ἠτοι ἀναγινωσκει και νοειν ἐπιχειρει θεωρηματα ὑψηλα , ἐμποδιζεται μαλλον προς
κομιζων ἡκει τα λαφυρα . εἰτα τον περι της ἀριστειας ἀναγινωσκει μοι νομον και πασης ἑαυτῳ δωρεας ἀδειαν ἀποδιδωσιν ἐκ
9999972 ἀσθενεστεροις
, διδου ⋖ αʹ μετ ' οἰνου , τοις δε ἀσθενεστεροις μετα γαλακτος . Εὐζωμου σπερματος ⋖ βʹ , κυμινου
δ ' αὐ δια την του χυμου συγγενειαν ἐπ ' ἀσθενεστεροις , εἰ μη που τις προσαποδοθεισα αἰτια κἀπι τουτου
9999972 ἀγνοεισθαι
μαλαγματα , παρεθεμεθα δε και περι διακαυσεως εἰς το μη ἀγνοεισθαι . Ἐν δε τοις παροξυσμοις διαδεσμοις των ἀλλων μερων
, τα δε συγκρυπτων , και τα μεν οὐκ ἐων ἀγνοεισθαι , τα δε ποιων λανθανειν . πως οὐν διαφυγοις
9999972 κρατησεις
, οὐ λογῳ τυχον , ἀλλ ' ἐργῳ : και κρατησεις οὐ μονον των ἀνδρων ἁπαντων , ἀλλα και των
οὐ περικρατεις , ἀπιθι θαρρων εἰς γωνιαν τινα , ὁπου κρατησεις , ἠ και πανταπασιν ἐξιθι του βιου , μη
9999972 προσεποιησατο
ἐν χρονῳ τοσουτῳ ἐχοντος ἐκεινου τον κληρον , οὐδεις πωποτε προσεποιησατο οὐδ ' ἠμφεσβητησε της κληρονομιας ἐκεινῳ . Τελευτησαντος δε
την ἀδελφην , διαπραττομενος τηλικαυτα ἑνα μαρτυρα παρειναι αὑτῳ Πυρετιδην προσεποιησατο , και τουτου ἐκμαρτυριαν ἐπ ' ἐκεινῃ τῃ δικῃ
9999972 κληρονομιαν
μετα την Ἀμυντου τελευτην ὑπο των πεμφθεντων ἐπι την ἐκεινου κληρονομιαν . Συνναδα δ ' ἐστιν οὐ μεγαλη πολις :
μου : οὐ γαρ ὑμων ἐπελαθομην : ἠδη ὑμιν ἐπεμψα κληρονομιαν κρειττονα των ἑπτα ἀδελφων ὑμων . τοτε καλεσας την
9999972 σμικροτατον
, ὁτι οὑτως ἀν παν παντι ὁμοιον γενοιτο και το σμικροτατον τῳ μεγιστῳ , εἰ τις τα μη συμβαντα διεξιοι
, ἁ διηρμενα το στομα και παμμεγεθες κεχηνοτα οὐδε το σμικροτατον φθεγγεται . ἡμεις δε ἐμπαλιν : ὁσῳ γαρ δη
9999972 βραχειαι
ὡδε μεν ὡς κατ ' αὐτον νοσησαντος ἀεικινητου μερους , βραχειαι πανυ της σωτηριας ἐλπιδες φαινονται . ἀντικειται γαρ παντος
, οὐδε μακρηγοριαν πω του ἀνδρος ἐν ἐπιστολῃ εὑρον , βραχειαι γαρ και ἀπο σκυταλης πασαι . και μην και
9999972 ἀντινομια
εἰδεναι δε χρη , ὡς και ἐκ πλειονων ῥητων πολλακις ἀντινομια γινεται και ἑνος , ὁταν ἀμφοτεροι ἐξ ἰσου χρωνται
τι , το ἰδιωτατον παρεις το περιεχομενον . εἰ γαρ ἀντινομια ἐστι δυοιν νομοιν ἐκ περιστασεως μαχη , πως οὐ
9999972 νομισματα
γε τας πολεμικας ταξεις τε και ἀγωγας , και ἐτι νομισματα και μετρα ξηρα τε και ὑγρα και σταθμαπαντα ταυτα
εἰ διδους εἰποι διδωμι σοι ταδι , φερε εἰπειν τα νομισματα , ἐπι τοκῳ τοσῳδι . ὁμοιως και ὁ διδασκων
9999972 πεντακοσιους
πεζους μεν πλειους των δισμυριων , ἱππεις δε χιλιους και πεντακοσιους προηγεν δια της Θετταλιας ἐπι τους πολεμιους . οἱ
και ἡκε Μενων ὁ Θετταλος ὁπλιτας ἐχων χιλιους και πελταστας πεντακοσιους , Δολοπας και Αἰνιανας και Ὀλυνθιους . ἐντευθεν ἐξελαυνει
9999972 χωρουσαν
. Και κυλικα * * θηρικλειον εἰσφερει πλεον ἠ κοτυλας χωρουσαν ἑπτ ' ἀγαθης τυχης . Τις φησι τους ἐρωντας
την φημην , αἰνιττομενος την ἡλιου ἀκτινα δι ' ἀερος χωρουσαν ὀϊστου θαττον , ἀκρατοτεραν της των σωματων συμμετριας .
9999972 μνημονευοντα
ποιητης ἐν τοις Χειρογαστορσιν ; ἐγω γαρ και τουτον εὑρισκω μνημονευοντα των μυστρων ὁταν λεγῃ : μεμβραδοπωλαις , ἀνθρακοπωλαις ,
στιχους . ἐδει σε , φησιν , ὠ Βουκαιε , μνημονευοντα του θειου Λιτυερσου ἐπ ' ἐργον τον νουν ἐχειν
9999972 κεκαυμενης
και προς την ἀναληψιν ὠων λβʹ τα λευκα . Καδμιας κεκαυμενης και πεπλυμενης δραχ . βʹ ψιμμιθιου πεπλυμενου . .
. ἐστι δ ' ἡ δυναμις αὐτης ἀκαυστου τε και κεκαυμενης ῥυπτικη τε και διαφορητικη , και οὐδε βραχυ το
9999972 ἐπαυσαν
αὐτου τουτου τας ἀλλας ἐλαβον δωρειας , ὁτι τους ὑβριζοντας ἐπαυσαν . Ὁτι τοινυν και κεκομισται χαριν , ὠ ἀνδρες
του κοινου μαντεως και ἐξηγητου του πατρῳου τῃ πολει θεου ἐπαυσαν μεν την προς Εὐμολπον μαχην , ἐπαυσαν δε τον
9999972 ὁρισμοις
ἀποδειξεσι παντως προηγειται το συλλογισασθαι , οὑτω και ἐν τοις ὁρισμοις δει εἰναι το σαφες : οὐ γαρ ἐστιν ὁρισμος
την ὑφηγημενην μεθοδον , και ὁσα κοινα ἐν τοις ἁπαντων ὁρισμοις ἐνεστιν , ἐκλεκτεον . οἱον τι εὐθεια γραμμη ;
9999972 βραχυτεραν
και πλεον , ξηραν δε την κεφαλην και ἀσαρκον και βραχυτεραν κατα το παν σωμα , τα δε λοιπα τοις
διδωσι τῳ σωματι . Ἀρκευθιδες βραχειαν ἐχουσι γλυκυτητα και ἐτι βραχυτεραν στυψιν , ἀρωματιζουσι δε , και δηλον ὁτι θερμαινουσι
9999971 γινομενῳ
ἀκαλυπτος ἡ κεφαλη . Εἱς μονος ἀν ἐπιστευσε σοι ἐξαρνῳ γινομενῳ μηδεν τοιουτο εἰργασθαι και βοηθος ἀν κατεστη , ὁ
μιᾳ των ἐφαπτομενων και μιᾳ των διαμετρων ἰσον ἐσται τῳ γινομενῳ τριγωνῳ προς τε τῃ αὐτῃ ἐφαπτομενῃ και τῃ ἑτερᾳ
9999971 γενικωτατα
ὁμολογουμενως το ὀν οὐ διαιρειται ὡς εἰς ἀτομα εἰς τα γενικωτατα γενη . τι οὐν ; ὡς ὁλον εἰς μερη
του εἰπειν οὑτως ἁπλως και ἀπροσδιοριστως δεκα μεν οὐν τα γενικωτατα , ἐπειδη το ἀπροσδιοριστον τῳ καθολου ἰσοδυναμει , δια
9999971 Ἑλλανικον
ἀρχ . : ἡ δε κατα τον Ἱερωνυμον φερομενη και Ἑλλανικον , εἰπερ μη και ὁ αὐτος ἐστιν , οὑτως
ταυτης αἰτιας . . . οἱ μεν γαρ περι τον Ἑλλανικον και Καδμον , ἐτι δ ' Ἑκαταιον και παντες
9999971 ἀμπελων
. γλευκει ὀξιζοντι βοηθησαι . Τον περι της φυτειας των ἀμπελων καταρτισαντες λογον , μελλοντες τε λοιπον περι της των
ἐς πολεμον ἀθλουντι οἰνος μεν , οὐ μην ὁ των ἀμπελων , ἐπει τον μεν ἐξ ὀρυζης χειρουργουσι , τον
9999971 ἐξιουσαν
δια τοιουτων χειλων , δι ' ἐκεινων δε των ὀδοντων ἐξιουσαν . ἑωρακας δε και αὐτος ἡν φημι , ὡστε
παιδειαν την ἐν τοις ἐγκυκλιοις χορευουσαν ὁρωμεν Ἀγαρ δις μεν ἐξιουσαν ἀπο της ἀρχουσης ἀρετης Σαρρας , ἁπαξ δε την
9999971 παρεπλευσαν
, και Μυσιας και Λυκιας και Ἀρκαδιας . ἠνυσαν : παρεπλευσαν . ἠρι δε νισσομενοισιν : Ἀθως ὀρος της Θρᾳκης
την ἐπι Προκοννησου : ὁ δ ' , ἐπει ἐκεινοι παρεπλευσαν , ὑποστρεψας εἰς Ἀβυδον ἀφικετο : ἠκηκοει γαρ ὁτι
9999971 ὑπηρετησαι
μου καταγογγυζεις και λεγειν ἐχεις ὁτι ἀπο των ἐμων παιδισκαριων ὑπηρετησαι . ἰδε κἀγω σωματιον ἀρρενικον ἠγορασα . “ ἡ
σκληρων . ἐπειδη δε πεμπτον οὐκ ἠν στοιχειον , ὀφειλον ὑπηρετησαι τῃ ὀσφρησει , ἐμηχανησατο τι ἡ φυσις . ὡσπερ
9999971 ἐπικουρια
εἰ μη παραχρημα προληφθειη τοις βοηθημασιν , ἀνονητος ἡ εἰςαυθις ἐπικουρια , της φθοροποιου δυναμεως καταδραξαμενης των σωματων . Διοπερ
Χαρις : ἡ σωματοειδης θεα . και ἡ μετα χαριτος ἐπικουρια . και ἡ δωρεα . χαρμη : χαρα .
9999971 ἐμφανιζων
' ἐν Ἐπικληρῳ πρωτῃ σαφως το ἐπι της συνηθειας φησιν ἐμφανιζων οὑτως : ἀλεκτρυων τις ἐκεκραγει μεγα . οὐ σοβησετ
και μελος Ἀλκμαν εὑρε γεγλωσσαμενον κακκαβιδων στομα συνθεμενος , σαφως ἐμφανιζων ὁτι παρα των περδικων ᾀδειν ἐμανθανε . διο και
9999971 πρακτικοι
την τιμην το ζητουμενον ἀγαθον : οἱ γαρ χαριεντες και πρακτικοι ζητουντες την τιμην και καταλαβειν σπευδοντες οὐ καθ '
ἐαν δε και Ἑρμης σχηματιζηται ἐπι τουδε του διαθεματος , πρακτικοι μεν ἐσονται και εὐεπιβολοι και φρονιμοι και ἐπαφροδιτοι ,
9999971 εἰπουσης
τι μονη ἐπι το δειπνον οὐκ ἠλθε . της δε εἰπουσης : ” οἰκος φιλος , οἰκος ἀριστος „ ἀγανακτησας
προς τας σοφιστικας ἐνοχλησεις ” . εἰ δε της καταφασεως εἰπουσης ἀνθρωπος δικαιος ἐστι και ἀληθευουσης δια τον Σωκρατην την
9999971 ἀκαταληκτων
] αἱ ἑξης αὑται συστηματων περιοδοι στιχων εἰσιν ἰαμβικων τριμετρων ἀκαταληκτων ἐνενηκοντα ἑπτα , ὡν τελευταιος χαρις γαρ οὐκ ἀτιμος
ἐρωτω : ἡ μονοστροφικη αὑτη περιοδος στιχων ἐστιν ἰαμβικων τριμετρων ἀκαταληκτων καʹ ὡν τελευταιος : ἠκουσας οὐκ ἠκουσας ἠ κωφῃ
9999971 ὀνομασθεις
, θεασαμενος αὐτην Γαϊος Ἰουλιος Καισαρ ὁ δια τας πραξεις ὀνομασθεις θεος ταυτην ἀνεστησεν . Ἐναντια γαρ παθη συνειχε τας
Διζηρου πορῳ „ . ἰσως ἀπο του διζησθαι την Μηδειαν ὀνομασθεις . το ἐθνικον Διζηριος και Διζηριτης , ὡς Ἀλωρος
9999971 πιστευσαντες
ὡσπερ ἐνεχυρον αὐτο τουτ ' ἐχοντες ἐπαρθηναι και τουτῳ μαλιστα πιστευσαντες ἁμαρτειν , οὐ τῳ δια τελους κρατησειν της πολεως
' ἀγνοησαιεν ὁσῳ λαμπροτερος και μειζων ἀνηρ , τοσουτῳ προχειροτερον πιστευσαντες αὐτῳ , μηδε ἡν οὐ θεμις οὐδεν φλαυρον ἀκουσαι
9999971 αἰσθητικον
πνευματικου : ἐκ τεταρτου τινος ἀκατονομαστου , ὁ ἠν αὐτῳ αἰσθητικον . Ἡρακλειτος την μεν του κοσμου ψυχην ἀναθυμιασιν ἐκ
' ἀφ ' οὑ ἀν ἠι χρονου ζωιον , εὐθυς αἰσθητικον ἐστι . μετα ταυτα τοινυν οὐκ ἀν μοι δοκει
9999971 ἀνθορισμου
του ἀνθορισμου : ὁ τεχνικος οὐν πολλακις συλλογισμον ὠνομακεν ἀντι ἀνθορισμου , εἰδως ὁτι ταὐτον ἐστιν : εἰ δε τις
τα τοιαυτα . ΠΡΟΒΟΛΗ ΟΡΟΥ . Γνωστεον , ὁτι του ἀνθορισμου κατασκευαστικα και τα ἑξης τυγχανει κεφαλαια : και τον
9999971 κοινωνιαις
νομους και θεων ἱερα , κηδειας τε συναψαντες ἀλληλοις και κοινωνιαις πολεμων ἀνακερασθεντες , οἱ συμπαντες κοινῃ ὀνομασιᾳ προσαγορευοντες ἑαυτους
' αὐτην ἐνεργειαι ἀνθρωπικαι ἐν ταις προς ἀλληλους των ἀνθρωπων κοινωνιαις συνισταμεναι . δικαια γαρ και ἀνδρεια και τα ἀλλα
9999971 αἰσχυναι
λευκην ὑπεκφαινουσα , ἡν ἐδρυψατο μεν , οὐ μην ὡς αἰσχυναι : τα γαρ σημεια των ὀνυχων ἡδιω γραφης .
Ἀφροδιτην ὁ Ἀγχισης . ἀλλοι δ ' οὐ προσυπακουουσι το αἰσχυναι . ὁ βωκολος : βουκολος ὁ Ἀγχισης ὁ Αἰνειου
9999971 κεκομμενης
ἀνθρακας και λειχηνας : ἐχει δε οὑτως . Ἀλθαιας ῥιζης κεκομμενης και σεσησμενης οὐγγιαν μιαν , ψυλλιου κεκομμενου και σεσησμενου
ὀποβαλσαμου δρ . βʹ ⌋ , της ῥιζης του περιστερεωνος κεκομμενης και σεσημενης δρ . Ϛʹ , χολης ὑαινης ἠ
9999971 ἀπογεια
Η , Θ . τα Η , Θ ἀρα σημεια ἀπογεια ἐστιν ὁμαλα , και ἑκατερα των ὑπο ΘΚΠ ,
ἰσους ἐπικυκλους τους ΚΕ , ΝΠ , ΛΜ , ὡν ἀπογεια τα Ε , Ν , Μ , και ἀπολαβωμεν
9999971 στρατιωτικου
ιηʹ . οὐκ ἀξιουντες δε προτερον εἰ μη τους ἀπο στρατιωτικου γενους , ὑστερον δε ἐπιλειψαντων και του ἐθους διαλυθεντος
του “ εὐδιας ” . και γυλιου στρατιωτικου : πλεγματος στρατιωτικου σκευοφορου ἐπιμηκους εἰς ὀξυ ληγοντος προς το μη καταγνυσθαι
9999971 αἰσθητοις
παρα αἰσθητου πυρος λαμβανοντων την περι αὐτα γινομενην ἐξαψιν το αἰσθητοις εἰναι και αὐτοις ὑπαρχει : διο και φαινεται ,
ἡ γνωσις , πως μη πασχουσα ὑπο των ἐν τοις αἰσθητοις ὁμοιουται προς αὐτα ἡ διανοια ; εἰ δε πασχει
9999971 ἀπιστει
ἡττημενων . της δε σης ἀρχης ἐπαινουμενης πρωτον μεν οὐκ ἀπιστει , τουτο δε ἐστι την σην εἰδοτος φυσιν ,
φαινωμαι μεμνημενος . Σιμμιας μεν γαρ , ὡς ἐγᾠμαι , ἀπιστει τε και φοβειται μη ἡ ψυχη ὁμως και θειοτερον
9999971 ἑσπερια
δʹ , των ἀρα βʹ δʹ αʹ ἀστρων ἐστιν ἡ ἑσπερια ἀληθινη ἐπιτολη : προτερα δε ἐστιν ἡ φαινομενη της
δια θυμον . οἱ θυμοειδεις ὡς Ῥωμαιοι και παντα τα ἑσπερια ἐθνη . ἰτητικωτατον γαρ ὁ θυμος , ἀντι του
9999971 ἀσθενεστεραι
και προ του παθειν ἀποσκευαζονται την ἀλογιαν , αἱ δε ἀσθενεστεραι μολις ἐκ της προς αὐτην την γενεσιν κοινωνιας εἰς
δ ' ἀν αὐτο μαλακισθεν ἀπαγορευσῃ την οἰκειαν ἐνεργειαν , ἀσθενεστεραι μεν αἱ πεψεις γινονται : πεψεων δε ἀσθενων οὐρα
9999971 ὁκως
ἀνωθεν του στρατοπεδου ἀρξαμενον διωρυχα βαθεαν ὀρυσσειν ἀγοντα μηνοειδεα , ὁκως ἀν το στρατοπεδον ἱδρυμενον κατα νωτου λαβοι , ταυτηι
σεο πρωτοισι προειρημενοισι ἐς την παρασκευην , ποιεε δε οὑτω ὁκως , του θεου παραδιδοντος , των σων ἐνδεησει μηδεν
9999971 ἐλπισαι
ἠ μεταπειθειν πειραται ; πολυ νη Δια μαλλον τους κιναιδους ἐλπισαι τις ἀν μεταπεισειν ἠ τους ἐπι τοσουτον ἀποκεκωφωμενους και
και τουτο οὑτως γινομενον παντες ὁρεομεν : τουτο δε χρη ἐλπισαι , ὁθεν ἐγω ἐρεω . Φημι δε ὁκοσον ἐν

Back