ἀνωθεν του στρατοπεδου ἀρξαμενον διωρυχα βαθεαν ὀρυσσειν ἀγοντα μηνοειδεα , ὁκως ἀν το στρατοπεδον ἱδρυμενον κατα νωτου λαβοι , ταυτηι
σεο πρωτοισι προειρημενοισι ἐς την παρασκευην , ποιεε δε οὑτω ὁκως , του θεου παραδιδοντος , των σων ἐνδεησει μηδεν
9999977 Ἑλλανικον
ἀρχ . : ἡ δε κατα τον Ἱερωνυμον φερομενη και Ἑλλανικον , εἰπερ μη και ὁ αὐτος ἐστιν , οὑτως
ταυτης αἰτιας . . . οἱ μεν γαρ περι τον Ἑλλανικον και Καδμον , ἐτι δ ' Ἑκαταιον και παντες
9999975 πεφροντικως
, διανεμει πασι τοις χρησομενοις θειος λογος ἐξ ἰσου , πεφροντικως | διαφεροντως ἰσοτητος . μαρτυρει δε Μωυσης λεγων :
προσπεπονθεναι τι δει τον μη τα παραδοθεντα λυμανουμενον . ὁ πεφροντικως αὑτου γαρ οὐκ ἐσται κακος . ἐπειτ ' ἐπαν
9999975 προσηγορευσαν
κωμῃ τινι κατεκαυσεν , ἡν Αἰγυπτιοι δια το συμπτωμα τουτο προσηγορευσαν ἱεραν βωλον : τῳ δ ' ἐν Ἡλιουπολει θεῳ
, Ἑστιαν ἁτε δη μενουσαν ἐν θεων οἰκωι † κλιτα προσηγορευσαν οἱ παλαιοι δια την στασιν και πηξιν : ἡς
9999975 κελευθους
ἀν και πετρον ὀριναις . τις σε πολυπλανεων ἐπεων ἐδιδαξε κελευθους ; ὠμοι , τις σε κομισσεν ἐμην εἰς πατριδα
! ] ! ! ! ! ! τας ἐναλους ἀπεβα κελευθους [ ] ! ! ! [ ! ! !
9999975 ὑποθετικως
λαμβανεσθαι ἐν ταις περι των ὁρων ζητησεσιν , ὁ δε ὑποθετικως περι του ὁρου συλλο - γιζομενος οὑτω ποιει ,
ἀγαθων : ὁ δε τριτος λογος κειται μεν και αὐτος ὑποθετικως . ἰσοδυναμει δε τουτῳ των κατα μιαν ἰδεαν μια
9999975 βραχυτεραν
και πλεον , ξηραν δε την κεφαλην και ἀσαρκον και βραχυτεραν κατα το παν σωμα , τα δε λοιπα τοις
διδωσι τῳ σωματι . Ἀρκευθιδες βραχειαν ἐχουσι γλυκυτητα και ἐτι βραχυτεραν στυψιν , ἀρωματιζουσι δε , και δηλον ὁτι θερμαινουσι
9999974 χοροις
ἀφθιτον αἰει θειναι , και φυλακαις τε σεβειν θυσιαις τε χοροις τε . ἐστ ' ἀν γαρ ταδε σεμνα καθ
' ἀλληλων πασας τιθεις συνιεναι , ἐν ἑορταις , ἐν χοροις , ἐν θυσιαισι γιγνομενος ἡγεμων : πρᾳοτητα μεν ποριζων
9999974 σοφωτατον
οὑτω λαβοντα , ὡς ἐγω λεγω , τουτον ἐγω καλω σοφωτατον και διισχυριζομαι παιζων τε και σπουδαζων . δηλον γαρ
του Σωκρατους ὁ θεος μεμαρτυρηκε περι ἀμφοιν , χρησας ἐκεινον σοφωτατον εἰναι , ὡστε διπλην οὐσαν την του Σωκρατους μαρτυριαν
9999974 πιστευσαντες
ὡσπερ ἐνεχυρον αὐτο τουτ ' ἐχοντες ἐπαρθηναι και τουτῳ μαλιστα πιστευσαντες ἁμαρτειν , οὐ τῳ δια τελους κρατησειν της πολεως
' ἀγνοησαιεν ὁσῳ λαμπροτερος και μειζων ἀνηρ , τοσουτῳ προχειροτερον πιστευσαντες αὐτῳ , μηδε ἡν οὐ θεμις οὐδεν φλαυρον ἀκουσαι
9999974 ὀνειδιζειν
γε τι πλημμελουνθ ' ὡς φασιν : ὁπερ οὐδ ' ὀνειδιζειν ἀξιον . τους Ἑρμας περιεκοπτεν . ἁπαντα μεν ,
την ἀλκην ἐπι του παροντος , μηδενα των παροντων ὡς ὀνειδιζειν μελλοντα φυλασσομενος : γαμου γαρ παιδες ἁπαντες , και
9999974 ἀφροντιστως
ἐπηγαγοντο : και συνεχης δ ' ὡσαυτως , οὐ μην ἀφροντιστως , ἀλλ ' ὡστε δεισαι περι τῳ ἀνθρωπῳ ,
ἐργα ταυτα σωφρονος . ὑμιν δε , παιδες , οὐκ ἀφροντιστως πατηρ πολλην ἐθηκε συν θεοις σωτηριαν : οἰμαι γαρ
9999974 ἀμετοχον
, ὡι ἐοικεν ⌋ : ἐπει δε το κατασκευαζον [ ἀμετοχον ] ? ⌈ ⌋ ψυχρου και ὁ τοπος ⌈
τοὐνομα . οὐδεν γαρ των εἰς λη ληγοντων θηλυκων ὀνοματων ἀμετοχον γενους του οὐδετερου , παρατελευτωντος του υ , ὀξυτονειται
9999974 ἐπιστευσεν
σκεψασθαι ταχεως πιστευων τοις τυχουσιν . Ἀλλ ' εἰ βραδεως ἐπιστευσεν προ του σκεψασθαι , οὐκ ἀν ἡμαρτανεν ; Μα
ὑπεσχοντο ἀν : ἀτοπον οὐν εἰ , διοτι προειτο και ἐπιστευσεν , μη διησουσιν . ὁ δε χρονος οὑτος ,
9999974 Ἀριστοτελικων
αἱ κατα φιλοσοφιαν αἱρεσεις . δευτερον τις ἡ διαιρεσις των Ἀριστοτελικων συγγραμματων πολλων ὀντων , χιλιων τον ἀριθμον , ὡς
φιλοσοφων αἱρεσεις ὠνομασθησαν , φερε δευτερον και την διαιρεσιν των Ἀριστοτελικων συγγραμματων ποιησωμεθα . τουτων οὐν τα μεν ἐστι μερικα
9999974 πιστευσαντας
δια το και πλειους διεψευσθαι της ἀληθειας ἐν τουτοις , πιστευσαντας τῃ Φιλινου γραφῃ . Οὐ μην ἀλλ ' εἰ
δε μηνυσεως ὑπο του Μηνυκιου τους παροντας ἐν τῳ συνεδριῳ πιστευσαντας ἀληθη τα λεγομενα εἰναι , γνωμην ἀποδειξαμενου των πρεσβυτερων
9999974 γινομενῳ
ἀκαλυπτος ἡ κεφαλη . Εἱς μονος ἀν ἐπιστευσε σοι ἐξαρνῳ γινομενῳ μηδεν τοιουτο εἰργασθαι και βοηθος ἀν κατεστη , ὁ
μιᾳ των ἐφαπτομενων και μιᾳ των διαμετρων ἰσον ἐσται τῳ γινομενῳ τριγωνῳ προς τε τῃ αὐτῃ ἐφαπτομενῃ και τῃ ἑτερᾳ
9999973 συνδεσμου
λογου μερων , του οὐ ἀρνητικου μοριου , του δε συνδεσμου , και ἐπι τουτοις του εἱς ἀριθμητικου ὀνοματος ,
οἱον ἐκ διαφορουμενου μεν ἀξιωματος και του ” εἰ “ συνδεσμου συνεστηκε το τοιουτον συνημμενον ” εἰ ἡμερα ἐστιν ,
9999973 συμπληρωτικον
ἀν εἰη ἀτοπον ; Ἡ λαλια κεφαλης μεν ἐχει τι συμπληρωτικον και βαρους ἐμποιητικον : ἐστι δε και δυναμεως καταλυτικη
δε κυμινον και δια την πληκτικην ἀποφοραν της κεφαλης ἐστι συμπληρωτικον . Ἀφθης δε γενομενης μικρας μεν ἐσχαρας οὐσης μελιτι
9999973 τρισυλλαβον
του ἐνεστωτος ὁ παρακειμενος : το μεν τιθημι ὁ ἐνεστως τρισυλλαβον , το δε θησω ὁ μελλων δισυλλαβον : ὁσον
νενευκυια δια την ἀνταποδοσιν . και ἐστι το μεν πρωτον τρισυλλαβον κατα παλιμβακχειον : το δε βʹ παιων πρωτος :
9999973 φανερωτατον
ἐν αὐτοις ἁπαντα μορια και φλεγμονας τε και ἀλγηδονας ἐπιφεροντων φανερωτατον : και γαρ εἰς ὀγκον αἰρεται τα πασχοντα μορια
ἡβη . τῳ της γεννησεως αἰτιῳ . * Ζευς . φανερωτατον ἐν τῃ παλῃ : προφατον ] * * δια
9999973 Καρκινον
, ἐν τουτῳ ἡ ΓΕ ἀνατελλει . Του μετα τον Καρκινον ἡμικυκλιου αἱ ἰσαι περιφερειαι ἐν ἀνισοις χρονοις δυνουσιν ,
ἀπο κϚʹ ἑως λʹ ἐσχατα βορεια , ὁτι παρα τον Καρκινον εἰσιν . Ἀποτελει δε μελανοχρους , εὐγενειους , συνοφρυας
9999973 Λακωνικων
γεροντων ταγμα οὐ γινεται παρ ' αὐτοις , ἐκ των Λακωνικων νομων ἡ ἀμφισβητησις . νυν δε τουτων μεν οὐδεν
Μηδον και Ἰδανθυρσον τον Σκυθην και Λευκωνα και πολλους των Λακωνικων βασιλεων και των ἐν Αἰγυπτῳ προτερον τινας : ἐαν
9999973 συλλεξας
πολιν , Ῥωμαιοις ὑποσπονδον οὐσαν , ἐνεστησατο πολιορκειν , και συλλεξας στρατιαν εἰς τεσσαρεςκαιδεκα μυριαδας ἀνδρων , εἰχετο του ἐργου
Ἑλλανικου , δι ' ὡν μυθικα τε και πλασματικα πολλα συλλεξας και διαφορα ἑτερα εἰς το τελος του ἑκτου λογου
9999973 κεχωρισμενην
κλινην ἐφ ' ἡς μονος κατεκειτο μετεωροτεραν των ἀλλων και κεχωρισμενην εἰχε και την τραπεζαν μονῳ καθαπερ ἡρωι πληρη βαρβαρικων
περι της των νεκρων ταφης ἀποστειλαντος κηρυκας , Βαρκας πολυ κεχωρισμενην της προγεγενημενης ἀποφασιν ἐποιησατο . φησας γαρ μαχεσθαι μεν
9999973 περιστατικα
δακρυα οὐκ ἐστιν ἀπ ' ἀρχης ἀχρι τελους , ἀλλα περιστατικα , μονην τῳ ἀποκηρυκτῳ την βουλησιν την κατα του
ὠ ἀνδρες Ἀθηναιοι . Τοπικα δε προοιμια Ἁρποκρατιων φησι τα περιστατικα . σκοπος δε του προοιμιου το τοιονδε παρασκευασαι τον
9999973 ὑδρομελιτος
, πυρεσσουσι δ ' ἐν ἀνεσει ἠ διαλειμματι δι ' ὑδρομελιτος ἐπι τρεις ἡμερας . ποιει και ἀρθριτικοις , ἀγει
κοπεισα , και μετα οἰνου γλυκεος πινομενη , ἠ μετα ὑδρομελιτος , προς ἐμετους θαυμαστον ἐστι βοηθημα . Ἐαν δε
9999973 γραμματιστης
στατικη , ἰατρικη . και τα ἀπ ' αὐτων ὀνοματα γραμματιστης και γραμματικος , ῥητωρ ῥητορικοςὁ αὐτος και πολιτικοςσοφιστης σοφιστικος
οἱ διδασκαλοι διδασκαλοι εἰσιν , ὡσπερ ὁ κιθαριστης και ὁ γραμματιστης διδασκαλοι δηπου ἠσαν σου και των ἀλλων παιδων ,
9999973 ἀξιολογους
το μεν παλαιον ἀνδρειᾳ διενεγκοντες χωραν πολλην κατεκτησαντο και πολεις ἀξιολογους και πολλας ἐκτισαν . ὁμοιως δε και ναυτικαις δυναμεσιν
ἐν ἡμεραις ταις πασαις τεσσαρακοντα καταπολεμησας το ἐθνος και πολεις ἀξιολογους ἐν ταις δυσχωριαις κτισας ἀνελαμβανε την δυναμιν . *
9999973 μετονομασθηναι
μεν Σικυωνος την Ἀσωπιαν , ἀπο δε Κορινθου την Ἐφυραιαν μετονομασθηναι . Κορινθον δε οἰκουσι Κορινθιων μεν οὐδεις ἐτι των
ὁτ ' οὐπω τελειος ἐγεγενητο , ἀλλ ' ἐτι πριν μετονομασθηναι τα μετεωρα ἐφιλοσοφει , ἐπισταμενη ὁτι οὐκ ἀν δυναιτο
9999973 παθητικως
τουτ ' ἐδωρησω βροτοις “ . γραφεται δε και ἀμφοτερα παθητικως ποιοιν ] λογοιν αἱρεσιν ] ἐκλογην , προκρισιν ἑλου
ἑτερον τι εἰδος λαβειν . Οὐ γαρ ἐν τῳ ἀλλοιουσθαι παθητικως το γινεσθαι και ἡ γενεσις , οἱον θερμαινεσθαι ἠ
9999973 μονοσυλλαβον
φραπις , ὡς λεπω λεπις . οὐδεν γαρ εἰς ις μονοσυλλαβον ἐν μονῳ θηλυκῳ γενει συνεσταλμενον : το γαρ ἰς
δυναται ὀξυνεσθαι : ἀλλ ' οὐτε βαρυνεσθαι δυναται , ἐπειδη μονοσυλλαβον ἐστι , τα δε μονοσυλλαβα οὐδεποτε βαρυνονται , ἀλλ
9999973 αἰσχιστην
ἀν Ὁμηρος εἰη και Τανταλος , ἀκολαστον γλωσσαν ἐχων , αἰσχιστην νοσον . Ὡστε ἐμοιγε και σφοδρα συμβεβηκε θαυμαζειν ,
πριασθαι κερματος την ἡδονην , και μη λαθραιαν κυπριν , αἰσχιστην νοσων πασων , διωκειν , ὑβρεος οὐ ποθου χαριν
9999973 βουλευτηριον
ὁμονοουντων τινα βοηθειαν εὑρασθε ὑμεις περι μεσας νυκτας εἰς το βουλευτηριον συνελθοντες ; ἡπερ ὠνησεν ὁμολογουμενως παντα τα πραγματα και
. . . . . ἀλλ ' ἐστιν εὐστοχον τι βουλευτηριον ταὐτοματον . ἐπηρεαστικον γε τι ταὐτοματον ἐστι τῳ βιῳ
9999973 κινδυνου
τοιαυτα : ὁ δε παντα πολυς οὑτοσι ταις ἀκμαις του κινδυνου παρων ἑκαστῳ το προσφορον συνεισεφερε , βιου μεν ἀφορμας
πολεμιων , περιδεεις ἠσαν και κατεπληττοντο το μεγεθος του περιεστωτος κινδυνου . οὐ μην κατα παν γε την σωτηριαν ἀπεγινωσκον
9999973 ἐλπιζειν
θεων . . : Καλον το ἀπο ἀγαθου συνειδοτος ἀγαθον ἐλπιζειν πεισεσθαι ὑπο θεων . * : ἡδυ ] Τουτο
δυναισθε ; παθος ἐστιν ἀνθρωπειον τοις μεμνημενοις της ποτε τυχης ἐλπιζειν την τυχην ἐπανελευσεσθαι , φαρμακον δε κακων ἀκεστηριον ληθη
9999973 σημαινομενῳ
ὁρισμου , λεγω δη το αἰτιον , ὀνομασομεν και τινι σημαινομενῳ συνταξομεν ; καθ ' ἑαυτο και τουτο χωριζοντες ,
καθ ' ἡν διαφερειν φησι τοις τονοις τοὐνομα και τῳ σημαινομενῳ . σημειον και τεκμηριον διαφερει . Ἀντιφων ἐν τῃ
9999973 προσθε
δαιμονος , ἐχθρον εἰκασμα βροτοις τε και δαροβιοισι θεοισιν , προσθε πυλαν κεφαλαν ἰαψειν . οὑτως γενοιτο . τον δε
, καταιθε σαρκας , ἐμπλησθητι μου πινων κελαινον αἱμα : προσθε γαρ κατω γης εἰσιν ἀστρα , γη δ '
9999972 ἐπλευσαν
ἐπαγει . ἀρχεται δε της ἱστοριας , δι ' ἡν ἐπλευσαν οἱ Ἀργοναυται . θεσφατον δε μεμοιραμενον , χρησμῳδηθεν .
ὑπερ της Λεοντινων ἐλευθεριας , οἱς βοηθουντες δια τους ὁρκους ἐπλευσαν εἰς ἐκεινους τους τοπους , δια δε μηκος του
9999972 τρεψας
εἰ κεν ἀπ ' ἀλλοτριων κτεανων ἀεσιφρονα θυμον ἐς ἐργον τρεψας μελετᾳς βιου , ὡς σε κελευω . αἰδως δ
ἡμιοπους καλουμενους , περι ὡν φησιν Ἀνακρεων : τις ἐρασμιην τρεψας θυμον ἐς ἡβην τερενων ἡμιοπων ὑπ ' αὐλων ὀρχειται
9999972 ὑπερβαλλουσαν
μαλακον ; ἠ ἀντι τουτων βελτιον κατα την συνοχην ἠτοι ὑπερβαλλουσαν ἠ ἐλλειπουσαν το διαφορον αὐτων ὑπολογιζεσθαι . τα τε
, την κατα σωμα των μεν ἀσθενειαν , των δε ὑπερβαλλουσαν ἐν ἁπασιν ἰσχυν κατανοησαντες . εἰκοτως οὐν κατηλεσε τον
9999972 ἐπιθυμητικως
μη ἀπαισχυνῃ . ἀντι του μη αἰσχυνθειης . κνησιωντα . ἐπιθυμητικως ἐχοντα του κνασθαι . ἀνδρειος . κατ ' εὐφημιαν
. εἰρηται δε ἐκ του ὀρνεου της κιττης , ὁπερ ἐπιθυμητικως ἐχον των ἀκροδρυων ταχεως δυσαρεστειται , ἐξ ὡν δ
9999972 προσιετο
ἱνα κουφος εἰη : αὐτομολων τε πολλων αὐτῳ προσιοντων οὐδενα προσιετο . και των ὑπατων αὐτον αὐθις περι την Πικηνιτιδα
μελλοι τισι χρηματιζειν , ἐπι πορφυρων εἱματων βαδιζων τους δεομενους προσιετο . Περδικκᾳ δε και Κρατερῳ φιλογυμναστουσιν ἠκολουθουν διφθεραι σταδιαιαι
9999972 πειρωμενη
Ἀνθια πονηρως : και οὐκετι φερειν δυναμενη ἐπεγειρει ἑαυτην , πειρωμενη τους παροντας λανθανειν . Τι φησιν ὠ δυστυχης πεπονθα
ἀνδρων και γυναικων , ἀσθμαινουσα και περιδινουσα την κεφαλην και πειρωμενη δεινον ἐμβλεπειν , ἀλλα πανυ ἐγκρατως και σωφρονως .
9999972 πινομενη
προσαγορευουσιν . αὑτη ξηραντικης μετεχει φυσεως . και συν οἰνῳ πινομενη ἰσχιαδικους και δυσεντερικους ἰαται , και σπληνα ἐσκιρωμενον θεραπευει
σμυρνης σπερματος ἰσον : και ἀριστολοχια δε μαλιστα ἡ στρογγυλη πινομενη ὁσον δραχμης πληθος πνευματα διαλυει και τους βραδυπεπτουντας ὠφελει
9999972 Καθαρτικον
γ , σκαμμωνιας ⋖ α , κολοκυνθιδος ⋖ δ . Καθαρτικον ὀξυπορον . Πεπερεως , κυμινου , πηγανου , σκαμμωνιας
: λουσαμενη δε και ἀφαιρεομενη , διανιζεσθω ὑδατι εὐωδει . Καθαρτικον μαλθακον , ὁπερ ὑδωρ ἀγει και φλεγματα , χλωρα
9999972 ἐπακολουθησαι
και διψησωσιν αἱ ἀρουραι , οὐδεμια μηχανη μη οὐχι λιμον ἐπακολουθησαι τῳ διψει αὐτων : και ὁτι οὐ μεσουντος θερους
του θωρακος ἐξαιρεθῃ το δορυ , συμβησεται και τον θανατον ἐπακολουθησαι , εὐψυχοτατα την του βιου καταστροφην ἐποιησατο . πρωτον
9999972 εὐδοκιμουντων
. Θεος ἡ Ἀναιδεια : ἐπι των δι ' ἀναιδειαν εὐδοκιμουντων . Θετταλον σοφισμα : ἐπι των τι σοφιζομενων ἠ
κατακαιεται . Πυρ εἰς ἀκανθας : ἐπι των περι τι εὐδοκιμουντων . Πυρ ἐπι δαλῳ ἐλθον : ἐπι των ταχεως
9999972 ἀπαραιτητον
δει . ὁ τε γαρ προλαβων , | ὡς οὐκ ἀπαραιτητον ἀλλ ' εὐμενες δι ' ἡμεροτητα φυσεως ἐστι το
εἰς την οἰκιαν ἀπεκτεινε . το μεν οὐν πικρον και ἀπαραιτητον της των πατερων ὀργης εἰς υἱους ἀδικουντας και μαλιστ
9999972 ὀργανικον
ὁ θωραξ νευρωδης και μυωδης και φλεβωδης και ἀρτηριωδης , ὀργανικον μοριον συνδετικον ταις ὠμοπλαταις και ταις κατακλεισι και ταις
ἑνεκα γαρ της ψυχης το σωμα : ταυτῃ τοι και ὀργανικον προς τας ἐκεινης ἐνεργειας ἀπετελεσθη . ἐπιζητουμεν οὐν θεωρησαι
9999972 προσεδεχετο
οὐδε προς τον θανατον ἐμαλακισατο , ἀλλ ' ἱλαρως και προσεδεχετο αὐτον και ἐπετελεσατο . ἐγω μεν δη κατανοων του
. και σκωπτομενος ὑπο των συμμαθητων ἠνεσχετο και ὀνος ἀκουων προσεδεχετο , λεγων αὐτος μονος δυνασθαι βασταζειν το Ζηνωνος φορτιον
9999972 νομισαντα
ἐς κορακας . ὁ δε Αἰσωπος μυθικως κολοιον μεγαν , νομισαντα τοις κοραξιν ὁμοιον εἰναι , προς αὐτους πολευθηναι :
πολλοις κεχρημενον και το δια τους τροπους εὐδοκιμειν οὐ χειρον νομισαντα του δια τους λογους . καιτοι συ πεμπειν αὐτον
9999972 ἀπελαβον
, πολλοι δε πιοντες στερνον ἰαθησαν και το ἀναγκαιον πνευμα ἀπελαβον , των δε ποδας ἐξωρθωσε , των δε ἀλλο
' ὁμως και ἀπολαμβανουσι τα ἀφαιρεθεντα , καθαπερ την Συμβακην ἀπελαβον παρα των Ἀρμενιων ὑπο Ῥωμαιοις γεγονοτων , και αὐτοι
9999972 κεφαλας
γλυκυ τι δαμωσομεθα και μετα πονον : ἐπειδη τον ὑπερ κεφαλας γε † Τανταλου λιθον παρα τις ἐτˈρεψεν ἀμμι θεος
ἰσομεγεθεις εἰναι τῳ σκοπελῳ . καθιεισαν δε την Σκυλλαν τας κεφαλας οὑτως ἀνασπαν τους ἁρπαζομενους . ” φερει δε τε
9999972 τετελευτηκεναι
κακον τι αὐτον πεπονθοτα , ἐν γηρᾳ μετ ' εὐδαιμονιας τετελευτηκεναι . ῥᾳδιως δε και πλειονων εὐπορησομεν ἐπιχειρηματων , ἐαν
προσεστι δε τουτῳ και το μη εἰς ἁ ἐδει κεφαλαια τετελευτηκεναι την ἱστοριαν . ἐτη γαρ ἑπτα και εἰκοσιν περιειληφοτος
9999972 ἀτελευτητον
το περας , ἀθανατος δε ὠν και ἐν ἑαυτῳ την ἀτελευτητον ληξιν περιεχων και διαπαντος ἀενναος ἀπο της ἐκεισε ἐνεργειας
Διι σε πρεπον εἰκαζεθαι . οὐ γαρ τι των σων ἀτελευτητον ὁ τι κεν κεφαλῃ κατανευσοις , τουτο δη το
9999972 κεκραμενην
περι Θησεα σωθηναι δοκουσι . καταχυσματα δε και κυλικα οἰνου κεκραμενην καταχεοντες αὐτης ἐπιλεγουσιν : ” εἰρεσιωνη συκα φερει και
ἐπιδιδοντες , πηδωντες κουφως μαλα ἠ τρεχοντες , την ἰριν κεκραμενην και ὑδαρεστεραν ἐχοντες , τους κενεωνας ! ! !
9999972 ἀκουσαν
εἰπε ταδε : Ὁτι μεν , ὠ Πολυδαμα , και ἀκουσαν την ὑμετεραν πολιν [ Φαρσαλον ] δυναιμην ἀν παραστησασθαι
Κλυταιμνηστραν Τανταλῳ , ὡς Εὐριπιδης εἰσαγει αὐτην λεγουσαν ” ἐγημας ἀκουσαν με κἀλαβες βιᾳ τον προσθεν ἀνδρα Τανταλον κατακτανων ”
9999972 ἐπακολουθουντες
οἱ δ ' ἀλλοι ἐφευγον . οἱ δ ' Ἑλληνες ἐπακολουθουντες αἱρουσι και το στρατοπεδον αὐτων . και οἱ μεν
οὐ μονον δ ' εἱς , ἀλλα και πλειστοι αὐτῃ ἐπακολουθουντες , και δια μολιβδου ἐπιτηδευουσιν εἰσελθειν την θηλειαν εἰς
9999972 Παναθηναιων
δε Ἀρειου παγου πλησιον δεικνυται ναυς ποιηθεισα ἐς την των Παναθηναιων πομπην . και ταυτην μεν ἠδη που τις ὑπερεβαλετο
το ἐν ἀκροπολει ξοανον της Ἀθηνας ἱδρυσατο , και των Παναθηναιων την ἑορτην συνεστησατο , και Πραξιθεαν νηιδα νυμφην ἐγημεν
9999972 ἡκουσαν
Ἀθηναιων εὐλογον δοκουσαν , ὡς ἀν ἐπι βοηθειαν των συγγενων ἡκουσαν , ὁμως ὑποπτευοντες οὐ προσεθεντο αὐτοις , παρα το
ἐν Πολιτειᾳ τῃ μεγαλῃ κεκομψευμενων , την ἀπο των θεων ἡκουσαν θεοσοφιαν ἐξαιρων λογῳ : ταυτην γαρ διαφεροντως ἐτιμα και
9999972 εὐφρανας
. μικρα δε αὑτον ἀναπαυσας και την πολιν ἁμιλλαις ἱππων εὐφρανας ἐκελευε με λεγειν . και εἰπον παρακληθεις , οὐκ
ὡστε καλλιων εἰ παρων ἠ ἀπων . τοσσον ἐμ ' εὐφρανας : ἡ συγκρισις κακη . ὠφειλε γαρ εἰπειν :
9999972 ἀντιστρεφει
, οὐτε ἀναγκαιον ἐστιν οὐτε ὑπαρχον . εἰ τοινυν οὐκ ἀντιστρεφει κατα την του εἰναι ἀκολουθιαν το ὀν , ἐπι
ἐξ ἀμφοτερων ἐχοντων των μερων ταν ἀντιστροφαν τα μεν ἀδιαφορως ἀντιστρεφει ἀλλαλοις , ὡς το ὁμοιον και το ἰσον και
9999972 παραγγελλομενα
λεγοντες , ὡς δ ' ἀν ὀξεως ἐχοιεν ἐς τα παραγγελλομενα χρησθαι . και οἱ Καρχηδονιοι , νομιζοντες ἐκλυσειν την
προυχοντας και ἐμπειριᾳ πολεμικῃ , ἐπειτα ὁμοιως παντας ἐς τα παραγγελλομενα ἰοντας , ναυτικον τε , ᾡ ἰσχυουσιν , ἀπο
9999972 νεωτεριζειν
γενοιτ ' ἀν , ὁπως μηδενι ἑτοιμα ᾐ των βουλομενων νεωτεριζειν . Εὐηθες γαρ των μεν ἀφικνουμενων ἀνδρων παραιρεισθαι τα
ἁπτεα του ἐργου πριν και των λοιπων ἐπαρθηναι εἰς το νεωτεριζειν τας γνωμας . . . . ἀτασθαλα . .
9999972 ἀντεστραμμενως
φαμεν ἐγω ἠ οὑτος ἠ τι των συζυγων . ἠ ἀντεστραμμενως μετα ἀντωνυμιας , ἀνθυποφορας οὐσης ὀνοματικης . δια μεν
νικηθεισαν ὑπαγορευει , ταυτα δε πως ἐτι ἀντισχουσαν ἀπωθεισθαι , ἀντεστραμμενως τουτου συμβαινοντος τοις κατα φυσιν παρυφισταμενοις . Αἱ δε
9999972 ἐξαναστηναι
βασταζων διεβαινε τινα λιμνην . ὀλισθησας δε ὡς κατεπεσεν , ἐξαναστηναι μη δυναμενος ὠδυρετο τε και ἐστενεν . οἱ δε
αὐτον οὐσαν την θηραν την ἀτιμον . λεοντος δε προοφθεντος ἐξαναστηναι , γνωρισαντα τον ὀντα ἀξιον ἀνταγωνιστην . κἀπειδη συμπλακεις
9999972 ἀνθρωπινως
μελλον οὐδεις μεν ἰσχυριζεται σωφρονων , ἐκ δε των πεπραγμενων ἀνθρωπινως εἰκαζων τις εὑρησει τοιουτον ἡμιν , οἱον εἰς τους
ἀνθρωπος , ἀνθρωπιον , ἀνθρωπισκος , ἀνθρωπινον , ἀνθρωπικως , ἀνθρωπινως , ἀνθρωπικον , ἀνθρωποειδες . ἀνθρωπεια τεχνη , ὡς
9999972 βουλευσαι
εἰπειν δ ' ἐν τῳ δημῳ οὐκ ἐξην αὐτοις οὐδε βουλευσαι . Τουτων ἠσαν οὑτοι ἀτιμοι : αὑτη γαρ ἠν
εἰς χρειαν της σης καταστησαι βοηθειας , ὁπως ἀφεις το βουλευσαι γνωμην ἐχῃ το κηδος συναψασθαι . θορυβου γαρ ἡκοντος
9999972 κλινομενα
. το δε Δεξικρων και Ἑρμοκρων ὡς δια του ΝΤ κλινομενα περισπαται . Τα εἰς ΡΩΝ μη παραληγομενα τῃ ΟΙ
, ὁ ὀδους του ὀδοντος ὠ ὀδους . Προσκειται περιττοσυλλαβως κλινομενα , ἐπειδη ὁτε ἰσοσυλλαβως κλινονται οὐκ ἐχουσι την αὐτην
9999972 κολποις
σης . “ Σφραγισασα δε την ἐπιστολην ἀπεκρυψεν ἐν τοις κολποις και ὁτε ἐδει λοιπον ἀναγεσθαι και ταις τριηρεσι παντας
θεριζουσι και περι την ἁλω τας διατριβας ἐπεποιητο και τοις κολποις της γης την ἑαυτου τροφην ἐθησαυριζεν , οἱα προμηθεστερος
9999972 κελευει
την δικην : νομος δε οὐδεις περι των αὐτων τιμωρεισθαι κελευει : και δευτερον ἡ λυσις τῃ διανοιᾳ : ἰστεον
ῥᾳδιως ἐκρατησαν . Βρασιδας Ἀμφιπολιν προδοθεισαν εἱλε και τοις προδοταις κελευει κλεισαι τας πυλας και λαβων τας βαλαναγρας ἐρριψεν ὑπερ
9999972 γραμματικοις
, καθαπερ και τας ἀντωνυμιας και την καλουμενην παρα τοις γραμματικοις προσηγοριαν . οὐ μεντοι φαινεται τουτο λογον τινα ἐχειν
ταυτα μεν εἰρηται περι των ῥηματων της ἀπαρεμφατου παρα τοις γραμματικοις λεγομενης ἐγκλισεως , δι ' ὡν και μονων εἰωθαμεν
9999972 φλεγμοναις
χωρις συμπτωματων . οὐκουν ἐνταυθα οὐ διαλεξεται περι των ἐπι φλεγμοναις γινομενων πυρετων , ἀλλα περι των ἀλ - λων
μονον τοις ἐρυσιπελασιν , ἀλλα και τοις ἑκτικοις πυρετοις και φλεγμοναις ταις ἐν αἰδοιοις κατ ' ἀρχας πριν νομωδη τινα
9999972 συμβουλευτικου
της ῥητορικης διελαμβανεν , ἀλλα περι μονου του δικανικου και συμβουλευτικου . Περιττον οὐν μερους ἐξετασιν ποιουμενον περι πασης λεγειν
ἑτερων συγκατασκευαζομενων , το μεν δικανικου εἰδους , το δε συμβουλευτικου . Ἐπει μεντοι συμβουλευτικων και δικανικων ἐμνησθημεν , λαβε
9999972 κοιλιων
του περι τας νησους ὠφθησαν ἐπιδραμουσαι , των κατα βαθους κοιλιων ἀναστομωθεντος πορου τινος και του πυρος βιασαμενου προς το
κατ ' ἰνιον : ἐνταυθα γαρ ἡ τε κυριωτατη των κοιλιων ἐστι του ἐγκεφαλου και ἡ του νωτιαιου μυελου ῥιζωσις
9999972 ἐντυγχανειν
ἰδου γε τοι τολμω μη μονον τοις ἱεροις Μωυσεως ἑρμηνευμασιν ἐντυγχανειν , ἀλλα και φιλεπιστημονως διακυπτειν εἰς ἑκαστον και ὁσα
, προς τῃ ἀνατολῃ οἰκουντες , τεσσαρσιν ὡραις πρωτοι λεγονται ἐντυγχανειν τῃ ἐκβολῃ του ἡλιου των Ἰβηρων , προς δυσμαις
9999972 κοιλιακων
δε και τα των ὀφθαλμιωντων και τα των δυσεντερικων και κοιλιακων και τα αἱματικα ἀπο της αὐτης προφασεως ἐπιγινεται ,
εἰπειν , τῃ αὐτῃ ἀγωγῃ της θεραπειας χρηστεον τῃ ἐπι κοιλιακων και δυσεντερικων προειρημενῃ : ἀξιον δε ἡμιν παρασημηνασθαι ,
9999972 Ἀμμωνιος
ἐπει οὐδε πρεπον το προς εἰδοτας λεγειν . ὁ δε Ἀμμωνιος περι τουτων οὑτω γραφει : και ἑαυτην συμπεριλαμβανει δια
ἐκφωνησις γαρ μερος ἐστιν της φωνης . και ταυτα μεν Ἀμμωνιος ὁ φιλοσοφος . ὁ δε ἡμετερος διδασκαλος φησιν ὁτι
9999972 Μουσαν
δια τουτο ἐπικεκληται την εὑρετιν της ἐπιβαλλουσης τῳ γαμῳ ὀρχησεως Μουσαν . οἱ δε , ὁτι θαλιων εἰσι προστατιδες αἱ
[ ] [ ἰοπλοκων ] τε μερος [ ἐχοντα ] Μουσαν : [ ⚓μαλεαι – ] ποτε˘´ [ – ]
9999972 συμπληρουντα
ἐκεινα , ὡσπερ ὁ οἰκος εἱς λεγεται τῳ παντα τα συμπληρουντα αὐτον περιεχειν . τουτο δε διχως λεγεται : ἠ
το της ψυχης εἰδος ἀπομαξαμενης εἰς αὐτην της τεχνης τα συμπληρουντα την ψυχην : και γαρ λογισμου κατηγορειτο δηλωμα και
9999972 οἰκειοτερα
ἐστι και πολιαις κατηρτυμενης ἡλικιας [ ἡ τουτων καταληψις ] οἰκειοτερα , πολλῃ μεν ἱστοριᾳ λογων τε και ἐργων ,
ᾡ θεωρειται ἀληθεια ἠ ψευδος . Ῥητορικης γαρ ἠ ποιητικης οἰκειοτερα ἡ σκεψις . οὐ γαρ περι λογους ἡ φιλοσοφια
9999972 Πεπερεως
μελιτι ἀπεφθῳ και διδου κυαμου μεγεθος . Ἡ Φιλωνειος . Πεπερεως λευκου ⋖ κ , ὑοσκυαμου σπερματος ⋖ κ ,
τους λιποτριχουντας το γενειον , οὑς καλουσι σπανοπωγωνας . ] Πεπερεως , εὐφορβιου , πυρεθρου ἀνα γο . αʹ .
9999972 φιλοτιμεισθαι
αὐτων διεφερετε , οὐδεν ἰσως ἐδει καθ ' ἑν τουτο φιλοτιμεισθαι και σκοπειν ὁπως κρειττους δοξετε . νυν δε οὐθεν
ἀνθρωπινον τι πεπονθοτα , ἀποτρεπετε δ ' ἐπι τοις αὐτοις φιλοτιμεισθαι ὡς ἀνηκεστα ἡμαρτηκοτα . Νικοκλης ὁ Συρακουσιος γυναικος ἀποθανουσης
9999972 μαλακωτεραν
ἑνεκεν ταυτῃ τῃ ταξει ἐχρησατο ; φαμεν ὁτι ἀπο των μαλακωτεραν ἐχοντων την ἀντιθεσιν , λεγω δη των προς τι
και ϲφοδροϲ και την ϲυϲταϲιν τηϲ ἀρτηριαϲ οὐτε ϲκληροτεραν οὐτε μαλακωτεραν του κατα φυϲιν ἐχων , ταχουϲ δε εἰϲ τοϲουτον
9999972 ἀπαγγειλαντων
ἐπεθετο τουτων ἡμαρτεν οὐδενος . Δυο νεανισκων κεκονιμενων και ἀγγελιαν ἀπαγγειλαντων . Ὁτι Ὁμηρος πρωτος περι της ἐν τοις πολεμοις
. ἀνελθοντων δε των πρεσβεων και την εὐποριαν των Ἐγεσταιων ἀπαγγειλαντων , συνηλθεν ὁ δημος περι τουτων . προτεθεισης δε
9999972 εὐδοκιμουντας
ἁπλοτητα και την φιλομυθιαν . Ὁρωντες γαρ τους φανερως μυθογραφους εὐδοκιμουντας ᾠηθησαν και αὐτοι παρεξεσθαι την γραφην ἡδειαν , ἐαν
ἁπλοτητα και την φιλομυθιαν . ὁρωντες γαρ τους φανερως μυθογραφους εὐδοκιμουντας ὠιηθησαν και αὐτοι παρεξεσθαι την γραφην ἡδειαν , ἐαν
9999972 συμβουλευοντι
ποιει τον λογον , ὡς ὁ Ἀριστειδης ἀντιλεγων τῳ Καλλιξενῳ συμβουλευοντι μη θαπτειν τους δεκα στρατηγους , ἐπειδη ἀνῃρεθησαν μιᾳ
ὁτ ' ἀν δε μη πειθεσθαι αὐτῳ , ἐπιστευσας τῳ συμβουλευοντι μη πειθεσθαι : κοινωνει δε και τουτο τοις προλαβουσι
9999972 ἐκβαλων
ἀγνωμων ἀνηρ ἐπ ' αὐτῳ τῳ ἀμητῳ και ταις ἁλωσιν ἐκβαλων τον σπειραντα γεωργον και προπεπονηκοτα τους καρπους ἀξιοι προσποριζειν
Ἰχναιας βραβευς , ἐπεσβολησας λυγρα νοσφιει γαμων , λιπτοντα κασσης ἐκβαλων πελειαδος . ὁς τους Λυκου τε και Χιμαιρεως ταφους
9999972 στρατευσαι
αὐτον ἐκ Σικυωνος οἱ Ἠλειοι φασι και ἀρχειν Σικυωνιων , στρατευσαι δε ἐπι Σικυωνα αὐτοι φιλιᾳ Θηβαιων ὁμου τῃ ἐκ
των Γοργονων ἐθνος , ἐφ ' ὁ λεγεται τον Περσεα στρατευσαι , παρειληφαμεν ἀλκῃ διαφερον : το γαρ τον Διος
9999972 ἀκριβεστερας
δ ' οἱ μονας τας κεφαλαιωδεις ὑποθηκας των γραμματων ἀνευ ἀκριβεστερας διηγησεως ἀκηκοοτες . . [ . . , ]
μετα ταυτα πειραται λεγειν , δια τι συμβαινει τας αἰσθησεις ἀκριβεστερας εἰναι και των ποιων . ὀσφρησιν μεν οὐν ὀξυτατην
9999972 κως
μεν Κροισον ἀπεπαυσε , ἐνεβησε δε ἐς φροντιδα , εἰ κως δυναιτο , πριν μεγαλους γενεσθαι τους Περσας , καταλαβειν
νυν ἐπ ' ἰσης ἐχει . Εἰδεναι δε ἀνθρωπον ἐοντα κως χρη το βεβαιον ; Δοκεω μεν οὐδαμως . Τοισι
9999972 κατηγορια
Ὑπομνηματι εὑρον . Ἐπιῤῥησις , ὁ ψογος , και ἡ κατηγορια . ἐνθεν λοιπον και ἐπιῤῥητος . Ἀρχιλοχος ἐν Ἐλεγειοις
] ὁσηπερ τῳ [ κατηγορουντι - ] [ ἡ ] κατηγορια [ , ἡ δε ] πειθω ἀντιπαλος ? [
9999972 ταλαιπωριαν
εἰς ἀκροπολιν ἐρυμνην κατειληθησαν , ἐνθεν αὐθις εἰς πονον και ταλαιπωριαν κατεστησαν τους πολεμιους , ὡστε δευτεραν ἐπαναιρεισθαι πολιορκιαν .
ἀντι της ἑαυτου , εἰ μεν τετραποδου , δουλειαν και ταλαιπωριαν σημαινει : εἰ δε τινος των πετεινων , το
9999972 ἀξιολογον
ἀκουσας την των ἰδιων ἡτταν , εὐθυς ὑπεστρεψε και στολον ἀξιολογον ἠθροισε , βουλομενος εἰς τελος συντριψαι τον των ἐναντιων
ἐνεργαζεσθαι , ὡς φασιν οἱ γυμνασται , οὐτε ψυχῃ ἐπιστημην ἀξιολογον οὐδεμιαν ἐμποιουσιν , αἱ δε δια καρτεριας ἐπιμελειαι των
9999972 ἀπελευθερων
ταλαινης δημιουργουσιν . ὁ γουν Διογενης ἰδων τινα των λεγομενων ἀπελευθερων ἁβρυνομενον και πολλους αὐτῳ συνηδομενους , θαυμασας το ἀλογον
ἀχρι της του κεκληκοτος οἰκιαςΣτεφανιων ἠν των του Τιβεριου Καισαρος ἀπελευθερων , παρ ' ᾡ κατηγοντοκαι μικρον ἀποθεν ὑποστειλας ἐκπεμπει
9999972 κεφαλαις
Γ † ὁ δε εἰπεν † ὡσει ἐλεγε δρακοντων ἑκατον κεφαλαις αὐτον καθωπλισθαι . Γ ὡσει ἐλεγεν ὀφεων . Γ
προγενεστερους Φλαμινας ἀπο των περικρανιων πιλων , οὑς περι ταις κεφαλαις φορουσι , πιλαμενας τινας ὀντας , ὡς ἱστορουσι ,
9999971 χρονιζει
ἡ πυστις και το μαθειν τους λοιπους τα δεδογμενα οὐ χρονιζει και βραδυνει . τωνδε ] ὡν λεγω . τωνδε
ἀλγουν ἠ το λυπουμενον ἠ το συναμφοτερον . . Οὐ χρονιζει το ἀλγουν συνεχως ἐν τῃ σαρκι , ἀλλα το
9999971 Ἑλληνικοις
των πολλων δικαι ' εἱλομην , οὐτ ' ἐν τοις Ἑλληνικοις τα Φιλιππου δωρα και την ξενιαν ἠγαπησα ἀντι των
θαλαττης δι ' ὑλης ὁρωμεν τινα στηλην χαλκου πεποιημενην , Ἑλληνικοις γραμμασιν καταγεγραμμενην , ἀμυδροις δε και ἐκτετριμμενοις , λεγουσαν
9999971 προσεποιουντο
, οἱ μεν Ἀθηναιοι , καθαπερ ἠν αὐτοις παρηγγελμενον , προσεποιουντο φευγειν , οἱ δε Πελοποννησιοι περιχαρεις ὀντες ἠκολουθουν κατα
πονηριαν , ἀλλ ' οἰομενος εἰναι ἐπιεικεις ἀνθρωπους και οἱοιπερ προσεποιουντο και ἐφασαν εἰναι , και ἡγουμενος ποιησειν αὐτους παντα
9999971 ἐπεβουλευσαν
, ἀλλ ' ἐργοις , ὡν οἱ πειραθεντες αὐθις οὐκ ἐπεβουλευσαν . τουτ ' εἰδοτες Καμαριναιοι πειραν οὐ βουλονται λαβειν
τους Μυσους [ παλιν ] ? ? ἀνθ ' ὡν ἐπεβουλευσαν αὐτῳ περι τον Ὀλυμπον , [ ὑστερον ] δε

Back