ὀλυμπιαδι . Ὑπερβορεοι , ἐθνος . Πρωταρχος δε τας Ἀλπεις Ῥιπαια ὀρη οὑτω προσηγορευσθαι , και τους ὑπερ τα Ἀλπεια
ἀλλα μυρια . ἀπο δε τουτων ἐπι τους συγγραφεας βαδιζει Ῥιπαια ὀρη λεγοντας και το Ὠγυιον ὀρος και την των
9999923 ἐπεκρατησε
τουτο δε το χαρις χαριτος και παρ ' ἡμιν οὑτως ἐπεκρατησε λεγεσθαι . Ἀλλ ' οὐτε δε τα εἰς ις
? [ ] ἀνατεθενἱερον [ ] ! ! ! περιξ ἐπεκρατησε | [ , φιλους δ ' ἐποιησατο Κορισκον ]
9999922 ἐποιησαμεθα
την εὐεργεσιαν ἀπεχουσιν ; ἠ κἀν εἰ ἐπ ' αὐτοις ἐποιησαμεθα , οὐκ ἀν εἰχον μειζω προσαιτησαι ; θαυμαζω τοινυν
Μιλτιαδου προκηρυκευσαμενου προς Λακεδαιμονιους , ὀντος προξενου , σπονδας πεντηκονταετεις ἐποιησαμεθα , ἐχρησαμεθα δε ἐτη τριακαιδεκα . Ἐν δε τουτῳ
9999919 ἀναλογιᾳ
γαρ οἱ ἀκριβεστατα περι των της φυσεως ἐξητακοτες , ὁτι ἀναλογιᾳ μεν ἰσα τα τετταρα στοιχεια ἐστιν , ἀναλογιᾳ δε
, ὡς το κʹ του δι ' ἰσου ἐπι τεταγμενῃ ἀναλογιᾳ και το κβʹ του κγʹ ἐπι τεταραγμενῃ . Ἐαν
9999918 Διοσκουροι
ἐφαινετο , ὡς Ἀχιλλευς , ὡς Ἡρακλης , ὡς οἱ Διοσκουροι . τα δε ἐπιτηδευματα χωραν ἐξετασεως ἑξει , ἐπιτηδευματα
, Ἀναγυρασιοις δε Μητρος θεων ἱερον : Κεφαλησι δε οἱ Διοσκουροι νομιζονται μαλιστα , Μεγαλους γαρ σφας οἱ ταυτῃ θεους
9999918 ἐπυνθανετο
, τουτῳ καταβας ἀνηγαγε χρυσουν πελεκη , κεἰ οὑτος ἐστιν ἐπυνθανετο τουτου . Ὁ δε πενης ἐφησε μη εἰναι τουτον
δε δελφακος παρ ' ὁλην την ὁδον κεκραγοτος ἀλωπηξ ἀκουσασα ἐπυνθανετο αὐτου την αἰτιαν , δι ' ἡν των λοιπων
9999918 θαυμαζεις
φαινεται δια παντων . τι δε περι ῥητορικης εἰ στοχαζεται θαυμαζεις ; φαινεται γαρ ὁμοιως διακειμενη τῃ μαντικῃ , πλην
. ἐνταυθα τοινυν ἐστι τῳ Δημοσθενει , οὑ συ τοὐνομα θαυμαζεις μονον , ὡς ἐοικεν , Ἐπεπεισμην δε ὑπερ ἐμαυτου
9999918 βελτιστα
νομων καθηκῃ . εἰτα κρατησαι και περιγενεσθαι δει τους τα βελτιστα λεγοντας των ἠ δι ' ἀγνοιαν ἠ δια μοχθηριαν
, φησι , παρακαλει ὀρθως το λογον ἐχον ἐπι τα βελτιστα : τουτο δε ἀξιεπαινον . ὁτι δε και ἀλογια
9999917 κυανουν
θειον εἰναι τοιουτον και μετεχειν του λαμπρου . το δε κυανουν ἐξ ἰσατιδος και πυρωδους , σχηματων δε περιφερων και
πεπυκνωμενον , τηνικαυτα ἐμπιπτουσης της αὐγης το μεν νεφος φαινεται κυανουν δια την κρασιν , το δε περιφαινομενον τηι αὐγηι
9999917 μεθῃ
Ζευς πλουσιος τις , εἰ δε Ἀφροδιτη ἐν εὐφροσυνῃ και μεθῃ , εἰ δε Ἑρμης ἐξ ἀπατης και ὑποσχεσεως και
μεν οὐν εἰσηγησαιντο τινα νηφοντες , βουλευεσθαι περι τουτων ἐν μεθῃ και κυρουν , εἰ δε εἰσηγησαιντο ἐν μεθῃ τουτο
9999917 ἀπαιδευσια
ξενον και ἀμαθη και φλυαρον . 〚 χελιδων δε , ἀπαιδευσια . ἀηδονιον δε νομον , παροσον ἡ ἀηδων τον
πονηρια , μοχθηρια , φαυλοτηςφλαυροτης δε σκληρον , σκαιοτης , ἀπαιδευσια , πανουργια , ἀμαθια , μισολογια , ἀνοια ,
9999916 νοσουσα
οὐχ ἑκουσῃ ταυτα πασχουσῃ . Και ἡ μεν ἐθεραπευετο ὡς νοσουσα παρα τῳ πορνοβοσκῳ : ὁ δε Ἁβροκομης ἀπο της
' ἑαυτων τον ἐλεγχον ἐπισπωμενοι . γυνη πρεσβυς τους ὀφθαλμους νοσουσα ἰατρον τινα ἐπι μισθῳ παρεκαλεσεν στοιχησασα αὐτον ἐνωπιον μαρτυρων
9999915 ἀσπιδας
. ῥοθιον : Ἀρριανος : στοιχον ἑνα ὁπλιτων προβεβλημενων τας ἀσπιδας , πολλῳ τῳ ῥοθιῳ και ἁμα ξυγκελευσμῳ παντοιῳ ἐν
Κρητικας , ὡσπερ ἐρεβινθους , δορατιων τε λειψανα κατεαγοτα , ἀσπιδας δε προσκεφαλαια και θωρηκας ἐχομεν , προς ποδων δε
9999915 ἀμεινονι
ἐρυσατο κυδιμα τευχη , ὡν ἑνεκ ' ἀφραδεως μεγ ' ἀμεινονι δηριαασκες . Κεισο , κυον : σε γαρ οὐ
δικαιον ἐπιδιδοιην μη ἀνελομενος , κτημα ἀντι κτηματος ἀμεινον ἐν ἀμεινονι κτησαμενος , δικην ἐν τῃ ψυχῃ πλουτου προτιμησας ἐν
9999915 Ἀριστωνα
φησιν εἰρηκεναι τινας Ξενοφανους αὐτον ἀκηκοεναι . λεγειν τ ' Ἀριστωνα ἐν τῳ περι Ἡρακλειτου και τον ὑδερον αὐτον θεραπευθηναι
' ἑν οὐδ ' ἀπογεγραπται , ἀλλα βουλευσεως τον Ἀλωπεκηθεν Ἀριστωνα διωκει . ναι , φησιν : ἀδικως γαρ μ
9999915 δριμυτης
φυσαν , ἐαν μη πληθος ᾐ ξυλων . ἡ δε δριμυτης του καπνου κατα την ὑγροτητα την ἑκαστου . διο
ἀλλα μαλλον λευκοτερα . Προσεστι δε τοις μεν δια λυπην δριμυτης μαλλον ἠ πληθος θερμασιας : ὡς τοις γε δια
9999914 τετρακοσια
ἀντι του τεσσαρακοντακις ι , γινεται υ : οὑτος ὁ τετρακοσια προμηκης ἐστιν , ἐπειδη ἐξ ἀνισων πλευρων γεγονε του
' ἑκαστον ἐνιαυτον ἐκ του φορου των συμμαχων ἀνεφερετο ταλαντα τετρακοσια ἑξηκοντα . χωρις δε τουτων † ἡ τε πομπεια
9999914 δηποτε
ἐκ μεν γαρ των οἰκειων γιγνεσθαι ] [ οἱα ] δηποτε : ἐκεινα [ δε ἁ ] [ λεγω ]
δε τινας ἀποριας και το φυλαττομενον ἐν τῳ ἱερῳ τι δηποτε ἐστι και δια τι προσκειται παρθενοις . τινες μεν
9999913 Τηλεφου
Φιλητας Κῳος ἠν ἠ ὡς ἐνιοι Ῥοδιος ποιητης , υἱος Τηλεφου . βατραχος δε ποτ ' ἀκριδας : ἠγουν προς
ὁσσα τ ' ἀνα πλοον εὐρυν ἐμησατο και ποτι γαιῃ Τηλεφου ἀγχεμαχοιο , και ὁπποσα Τρωας ἐρεξεν ἀμφι πολιν Πριαμοιο
9999913 κολποι
και ἡ Ἀργεια , μεχρι του Ἰσθμου και αὑτη . κολποι δ ' εἰσιν ἐνταυθα ὁ τε Μεσσηνιακος και ὁ
[ δε ] οἱ λιμενες ἐν τῳ ἐσχατῳ της Αἰγυπτου κολποι της Ἐρυθρας θαλασσης κεινται . Τουτων ἐκ μεν των
9999913 νοσημασι
! α κρημνισαι ἑαυτον . νοσουσι δε οἱ ἱπποι πλειοσι νοσημασι , ποδαγρᾳ και ἰλεῳ και τετανῳ και ἐμπυησεσι και
και τοις ἀνευ πυρετου ὀξεως νοσουσι και τοις ἐν χρονιοις νοσημασι δεομενοις χολαγωγου φαρμακου , οἱον μαινομενοις , ἑτεροκρανικοις ,
9999913 ἐτελουντο
μυστηρια της ⌈ Δημητερος [ Δημητρος ] και της Κορης ἐτελουντο . μυστοδοκος ⌈ δομος [ δημος ] ] ὁ
τοποι ἐν Ἀθηναις ἐν οἱς ἱσταντο ἀγαλματα θεων και ἀγωνες ἐτελουντο οὑτω καλουμενοι . ἀπεδειξα : φανερα ἐποιησα . Γ
9999913 Κολοφωνιος
ἡ Μιλησια Πλαγγων : ἡς περικαλλεστατης οὐσης ἠρασθη τις νεανισκος Κολοφωνιος , Βακχιδα ἐχων ἐρωμενην την Σαμιαν . Λογους οὐν
λεγουσιν , ἑνος δεοντος τριακοσια : ὡς δε Ξενοφανης ὁ Κολοφωνιος ἀκηκοεναι φησι , τετταρα προς τοις πεντηκοντα και ἑκατον
9999913 εὐρουν
ἐμβαλλων : της γαρ ὑποσταθμης καθαρθεισης του αἱματος καλως , εὐρουν γινεται το αἱμα : πολλας δε των οὑτως ἐχουσων
οὐ φανταζεσθε ; ἐν ποιᾳ οὐν ὑλῃ δει ζητειν το εὐρουν και ἀπαραποδιστον ; ἐν τῃ δουλῃ ἠ ἐν τῃ
9999912 ἀναπαιστικα
: το κʹ ” καταπυγοσυνης ἀναπλησει “ διμετρον καταληκτικον . ἀναπαιστικα κωλα διμετρα κʹ , ὡν τελευταιος καταπυγοσυνης ἀναπλησει .
ὑποθεσιν και το μετρον ἐνηλλαξεν αὐθις . και εἰσι κωλα ἀναπαιστικα θʹ ὡν τα μεν ἑπτα διμετρα ἀκαταληκτα , το
9999912 κατεπλευσε
της διαλυσεως , ὁ δε Νυψιος διαφαινουσης ἠδη της ἡμερας κατεπλευσε μετα του στολου και καθωρμισθη περι την Ἀρεθουσαν .
ἐκ Συρακουσσων , αὐτος δ ' ἀναλαβων ναυς ἡμιολιας νυκτος κατεπλευσε πλησιον της πολεως . προαισθομενων δε των [ προἐπιβουλευομενων
9999912 πελοιτο
] ἑουὡς δη ? ῥ ? ' ἀταφος ταφος εἱο πελοιτο εἰ μη ληϊδιηισι ? γυας ἐταμοντο βοεσσι Τηλεβοαι ?
ἠματα δ ' αὐτε ἀμβροσιῃ χριεσκε τερεν δεμας , ὀφρα πελοιτο ἀθανατος και οἱ στυγερον χροϊ γηρας ἀλαλκοι : αὐταρ
9999912 ἀπεσεισατο
βοσκηματων * χλοαζουσι : γραφεται και πληθουσι * ἀπεχευατο : ἀπεσεισατο * τοσσον : τοσον * ἐκνεμεται : βοσκεται *
ὀσφυν αὐτης , και μιαν ἐπι το στηθος , και ἀπεσεισατο την τεφραν ἐκ της κεφαλης αὐτης και ἐνιψατο το
9999912 Αἰθιοπος
διωρυχας ὀρυξαντων ἐπι Σεσωστριος βασιλεος , δευτερα δε ἐπι του Αἰθιοπος , και καρτα ὑψηλαι ἐγενοντο . Ὑψηλεων δε και
το λευκον θεωρεισθαι και το μελαν , ὡσπερ ἐπι του Αἰθιοπος : και γαρ ὁ Αἰθιοψ κατα μεν τους ὀδοντας
9999912 παχυτερῳ
και καθαιρεται , το παχυτερον καταλιποντα ἐν τῳ του ἀερος παχυτερῳ μερει . Των χωριων τα μεν προς μεσημβριαν καταντη
τα ϲυμπεπτικα ἐπικρατει κολλυρια , οἱον ἐϲτι το ναρδινον , παχυτερῳ χρηϲτεον . πυρια δε προϲαγεϲθω τουτοιϲ δια ϲπογγου ,
9999912 πεπονθε
ἐπιορκησον : ἐν καλῳ γαρ : και μη παθῃς ὁ πεπονθε Καλλιαναξ ὁ ἰατρος : εἰσελθων γαρ προς τον καμνοντα
δηλωσῃ σοι και την κακοηθειαν του νοσηματος . Αἰνος δε πεπονθε την λιμον . Αἰνος δε Θρᾳκης πολις , ἐν
9999912 μιγνυμενα
δε ΓΔ ἑξ . ἑξακις δε τα Ϛ λϚ . μιγνυμενα οὐν τα ιϚ μετα των λϚ γινονται νβ ,
ὁσα πυρουται λαμβανει τινα χυμον τα μεν ἁπλα τα δε μιγνυμενα τοις ὑγροις . Ἡ μεν οὐν φυσις ὁτι τοιαυτη
9999912 δραματι
τῳ θανατῳ . Αἰσχυλος ὁ τραγῳδος ἐκρινετο ἀσεβειας ἐπι τινι δραματι . ἑτοιμων οὐν ὀντων Ἀθηναιων βαλλειν αὐτον λιθοις ,
γενῃ , οἱος ὁ εὐτελης και γελοιος στιχος ἐν τῳ δραματι , οὑ Χρυσιππος μεμνηται . Μητι ὁ Ἡλιος τα
9999912 ἐξειργασμενα
παλαιοι δηλον . . . . πολλα δε ἐστι και ἐξειργασμενα μαλλον παρα ἑτεροις αὐτων : το γουν Κυλωνειον ἀγος
γλυφικῃ και γραφικῃ τεχνῃ πεποικιλμενα και διαφοροις ἀλλαις πολυτελειαις φιλοτιμως ἐξειργασμενα και ἠσκημενα : παραδεισους τε φυτευει περι αὐτα φυτοις
9999912 ἐπαινω
ἐφη , ἐμοιγε δοκουσι δραν , και οὐδ ' ὁπωστιουν ἐπαινω . Τι δ ' αὐ τους ἐθελοντας θεραπευειν τας
. ναυς ἡ μεγιστη κρεισσον ἠ μικρον σκαφος . ὀλιγους ἐπαινω μαλλον ἠ πολλους κακους . ζευγος τριπαρθενον οὐκ ἐστι
9999912 γυναικειᾳ
αὐτη προς ἐμαυτην ἁμιλλωμενη και ζητουσα εἰ δυνατον και τῃ γυναικειᾳ φυσει ἐρευναν τα του βιου πραγματα και εἰδεναι τι
λεγουσιν , ἀπονυμφην δ ' ἠ ἀπονυμφον τον φιλοπαιδα και γυναικειᾳ ὁμιλιᾳ δυσχεραινοντα , ὁν και μισογυνην ἐρεις ὡς τον
9999912 αἰθερια
το γενος οὐ μακραν ἀπῳκισται θεου , φαντασιουμενον ἀει τα αἰθερια καλλη και ποδηγετουμενον ὑπ ' ἐρωτος οὐρανιου , ὡς
καβαλλαριος . αἰθερια ] ἡ μεχρι του αἰθερος ἡκουσα . αἰθερια ] ἀνερχομενη ἀπο της γης εἰς τον ἀερα .
9999911 φοβεροι
ἀλαλαζει : ταυροφθογγοι „ δ ' ὑπομυκωνται ποθεν ἐξ ἀφανους φοβεροι μιμοι , ” τυπανου δ ' εἰκων ὡσθ '
δηλοι , ὁτι οἱ τοις προτερον ἐπιβαινουσιν ἀνθισταμενοι τοις ἀλλοις φοβεροι γινονται . παρακαταθηκην τις λαβων φιλου ἀποστερειν διενοειτο .
9999911 ἀφειδως
ἐκαυθη . Αἱ Χαριτες γυμναι : ὁτι δει την δωρεαν ἀφειδως ἠ ἀκενοδοξως χαριζεσθαι . Αἰολος ἀνηρ εἰς βοθρον ἐμπεσειται
ἀντικαταλλασσονται . ἁπερ ὁ Κομοδος εἰδως και το ἀμεριμνον ὠνουμενος ἀφειδως τε ἐχων χρηματων , παντα ἐδιδου τα αἰτουμενα .
9999911 Θεραπεια
πιϲτιϲ δε τουτεων κεφαλαιη , ἡϲ ἀμφι προτερον φραϲω . Θεραπεια κεφαλαιηϲ . Κεφαλη δε ὁκοϲον ἐϲ ζωην ἀναγκαιον ,
λουοιτο ψυχρῳ , ἐλπιϲ ὡϲ ὠκιϲτα ἀνδρωθηναι τον ἀνθρωπον . Θεραπεια ϲτομαχικων . Ἡ ἐν τοιϲι ἀλλοιϲι παθεϲι μετα την
9999911 Ἀντικλειδης
προς γαμου κοινωνιαν ὁ Πεισιστρατος Ἱππαρχωι τωι υἱωι , ὡς Ἀντικλειδης ἱστορει ἐν η Νοστων : ἐξεδωκεν . . .
πρωτον εὑροντος τας ἀρχας των στοιχειων αὐτης , ὡς φησιν Ἀντικλειδης ἐν δευτερῳ Περι Ἀλεξανδρου . μαλιστα δε σχολασαι τον
9999911 ποιεισθε
, συνιασιν ὀψομενοι τους νεους ἀγωνιζομενους , οὐδεποτε ἐν ὁπλοις ποιεισθε την ἁμιλλαν , ἀλλα γυμνους εἰς το μεσον παραγαγοντες
ὁ Ἀπολλωνιος „ ἐφ ' ἱεροις οὐν ” ἐφη ” ποιεισθε και ταυτας , ὡσπερ τας ἐξοδους τε και τας
9999911 φροντισῃς
ἐσωσαν αὐτοι . της δε κατα την ἑρμηνειαν ἁπλοτητος μη φροντισῃς : διδασκαλικωτερον γαρ ἐσπουδασα τας τεχνας ἀφηγησασθαι , περιελων
ἁμαρτιαις . Ἀλλ ' οὐ συ τουτων αἰτιος , μη φροντισῃς , ἀλλ ' οἱ σε ταυτ ' ἐξηπατων .
9999911 ἐγεννησεν
δε ἐπιῤῥηματικως , τουτεστι , την δε ἑτεραν προτερον μεν ἐγεννησεν ἡ νυξ ἡ ἐρεβεννη , ἡν ὁ Προκλος θεον
ἡ μεν οὐχ ὁρᾳ ἁ ἐχει : οὐδε γαρ αὐτη ἐγεννησεν , ἀλλ ' ἐστι και αὑτη εἰδωλον και οἱ
9999911 κατεθηκε
δε ὁ Κυλληνιος του δεξιου ὠτος ἀποκρεμασας περι ἑσπεραν χθες κατεθηκε φερων ἐς τον Κεραμεικον . Ἁπαντα ἀκηκοας , ἁπαντα
' αὐτ ' ὀστεα λευκα βοος δολιῃ ἐπι τεχνῃ εὐθετισας κατεθηκε , καλυψας ἀργετι δημῳ . δη τοτε μιν προσεειπε
9999910 κολοφωνιαν
γ και του λιθου του αἱμηρου μερη Ϛ . την κολοφωνιαν ἁμα τῳ ἐλαιῳ ἐπι πυρος μαλθακου πρᾳως ἑψησας ,
λοπαδα , ἑψε μεχρι καλης συστασεως και ἐπιβαλλε κηρον , κολοφωνιαν , και τηξας ἀρον , και ψυξας και μαλαξας
9999910 βαια
φαιος χιτωνισκος καλος , πιλιδιον ἁπαλον , εὐρυθμος βακτηρια , βαια τραπεζα : τι μακρα δει λεγειν ; ὁλως αὐτην
. Ὁσα δη δεδηγμαι την ἐμαυτου καρδιαν , ἡσθην δε βαια , πανυ δε βαια , τετταρα : ἁ δ
9999910 ἐνεθηκεν
τοις δε ἀνθρωποις δικαιοσυνην συμφυτον ἐνεσπειρε , και το κοινωνικον ἐνεθηκεν αὐτων τῃ φυσει . Διοπερ οἱ ἀδικοι τοις ἀλογοις
. . . . . . . . . κρυψας ἐνεθηκεν φαρμακοεν λυσεις . ἀταρ οὐτι γε Καρκινος αἰθων οὐτε
9999910 βραχυκαταληκτα
, ἠτοι ἑφθημιμερη , πενθημιμερη και ἡμιολια , και τριμετρα βραχυκαταληκτα και καταληκτικα . ἑξης δε μεταβας εἰς ἑτεραν ὑποθεσιν
. ὠ φιλον ] ὁμοια χρη εἰναι τοις ἑξης τριμετρα βραχυκαταληκτα . τι οὐν ] ἰαμβικοι τριμετροι στιχοι γʹ .
9999910 σατραπης
Τεριτουχμης , ὁς και του πατρος τελευτησαντος ἀντ ' αὐτου σατραπης κατεστη . ἠν δε ὁμοπατρια αὐτωι ἀδελφη Ῥωξανη ,
κυριον . Στρουθης : Λυσιας ἐν τῳ κατα Θρασυβουλου . σατραπης τις βασιλεως ἠν . Στροφαδες νησοι : Δειναρχος Τυρρηνικῳ
9999910 συνηκε
οὐν ὁ Λιχας ὡς ἐστι κατακειμενα ἐν οἰκιᾳ χαλκεως , συνηκε δε οὑτως : ὁποσα ἐν τῃ του χαλκεως ἑωρα
παχυτερα τον νουν οὐσα ἡ γραυς τοις τοσουτοις αἰνιγμοις οὐ συνηκε το λεγομενον ὑπο της Φαιδρας , ἀγανακτουσα ἡ Φαιδρα
9999910 τυγχανει
, ἀλλ ' ἐξαπατωσιν οἱ ὑπισχνουμενοι , ἠ μαθημα μεν τυγχανει ὀν , μη μεντοι πανυ σπουδαιον , τι και
εἰπειν οὐδενι μελει , εἰ μη εἰ τις ἐραστης σου τυγχανει ὠν . εἰ δ ' αὐ ἐθελεις εἰς πλουτους
9999910 λαθουσα
αὐτων ναυς ἐς την βασιλικην ἐν τῃ περι Ῥοδον ναυμαχιᾳ λαθουσα ἐνεβαλε , πρωτα μεν ἐδημευσε τα ὀντα Χιοις τοις
! ! ! ! ! ! ὁτε ἐξεπλευσεν [ ] λαθουσα αὐτας ? [ ὡν ] ? αὐτῃ μελειἀσφαλες ?
9999910 ἐποιουμεθα
, εἰ και μη ἐξεφευγομεν , ὁπῃ ποτ ' ἀν ἐποιουμεθα αὐτης την φυγην . εἰρησθω δη νυν ὁτι δια
ἐν τῳ δι ' Ἀλεξανδρειας παραλληλῳ , καθ ' ὁν ἐποιουμεθα τας τηρησεις , την αὐτην ἐγγιστα ποιειν την φαινομενην
9999910 μισθου
. . οὐδεν ἀπρατον ] διεβαλλετο γαρ ὡς ἡταιρηκως και μισθου λογους γραφων και δωροδοκων . . . . ὑπηρξατε
, φιλους και συγγενεις διδασκοντων : ὀψε δ ' ἠρξαντο μισθου διδασκειν , και πρωτος ἀνεῳξε γραμματοδιδασκαλειον Σποριος Καρ -
9999910 ἀπελογησατο
- λογησομενον . ὁ δε Παυσανιας ἐλθων εἰς την Σπαρτην ἀπελογησατο , και ἀπατησας τους Λακεδαιμονιους , ἀπολυθεις της αἰτιας
ἐβουλευετο μετα των φιλων οὐκετι περι Μιθριδατου , λαμπρως γαρ ἀπελογησατο , ἀλλα εἰ χρη διαδικασιαν προθειναι περι της γυναικος
9999910 ἐτελευτησεν
ἐν μεν τῳ τοτε ἀμεληθηναι , ὑστερον δε , ἐπειδη ἐτελευτησεν ἐν Βαβυλωνι Ἀλεξανδρος , ἐς μνημην ἐλθειν των ἀκουσαντων
του ἐμαυτου ἐπυνθανομην , ὁς ἐτη βιους ἐνενηκοντα και πεντε ἐτελευτησεν , ἁπαντων μετασχων των πονων τῃ πολει , ὁς
9999910 συγγενες
πανυ γυναικες εἰς τας ἀλληλων πολεις ἐκδεδομεναι και δια το συγγενες και δια φιλιαν , αἱ τυχουσαι της ἐκ του
στερξομεν . εἰ γαρ Κορατιοις ἐλαττον κρινεται του καλου το συγγενες , οὐδε Ὁρατιοις τιμιωτερον φανησεται το γενος της ἀρετης
9999910 ἐξαιφνης
και δεδοικα , μη περι αὐτην βραδυνοντες Λωτοφαγων τινων ληθην ἐξαιφνης ἀλλαττωνται . διο δοτε μοι , δοτε νυν μεν
των ἀλλων τοις θεοις ᾐδειν χαριν , ὁ δε σκυθρωπασας ἐξαιφνης ἐταραξε με . και τι τουτο ; ἐφην .
9999910 φαια
, συνανακραθεις τῳ παρυφισταμενῳ τουτο χρωσῃ . Μετριος μεν ὠν φαια τε και πελιδνα ὑποδεικνυσι χρωματα , μελανα δ '
δε και προς ἑτερον ἐπειγομενης εἰδος χολης . Τα δε φαια και πελιδνα και μελανα δια τε ψυξιν και χυμον
9999910 συκοφαντιᾳ
διωρικεν . Αἰσχινης τοινυν τοσουτον ὑπερβεβληκεν ἁπαντας ἀνθρωπους ὠμοτητι και συκοφαντιᾳ , ὡστε και ὡν αὐτος ὡς ἀτυχηματων ἐμεμνητο ,
δυνηθειης . [ Βουλομενος Ἀριστοφανης σκωψαι τους Ἀθηναιους ἀδικιᾳ και συκοφαντιᾳ και τοις τοιουτοις συνοντας , και δια τουτο πλουτουντας
9999910 Λακεδαιμονιοισι
την Ἀσιην Δημαρητος και τοιαυτῃ χρησαμενος τυχῃ , ἀλλα τε Λακεδαιμονιοισι συχνα ἐργοισι τε και γνωμῃσι ἀπολαμπρυνθεις , ἐν δε
Σπαρτης προ δυντος ἡλιου : οὐδενα γαρ λογον εὐεπεα λεγεις Λακεδαιμονιοισι , ἐθελων σφεας ἀπο θαλασσης τριων μηνων ὁδον ἀγαγειν
9999910 φιλια
πολιτευομενοις λυσιτελησει : λεγομεν οὐν ἀρξαμενοι . Ὁτι μεν ἡ φιλια μοριον ἐστιν οὐ της ὁλης δικαιοσυνης , της ὡς
φιλτρον ἀπωσαμενου παλιν ἀνενεωσω το νοσημα ; ἡ γαρ τοιαυτη φιλια λυσεως ἀρχην δεξαμενη μολις προς ἑαυτην ἀναστρεφει . Εἰ
9999909 ἰδιωτικην
τ Θυτιον εὑρομεν γεγραμμενον . Ι Ἰδιαν : ἀντι του ἰδιωτικην Δημοσθενης ἐν τῳ κατα Κονωνος . ἐλεγετο δε το
ἐν μεσῃ τῃ μαχῃ κειμενη τῃ λεγουσῃ ὁτι χρη σε ἰδιωτικην προς με ἐπαναιρεισθαι δικην τους μεν δικαστας ἀπο φθονου
9999909 ἐλθουσης
των Τρωων και της Εὐρωπης τοτε πρωτον κατα της Ἀσιας ἐλθουσης , ἐχοντες οἱ τε Τρωες ἀποδοντες την Ἑλενην ἀδεως
θεος ὁ ἐν Δελφοις . ὁμως δε και της μαντειας ἐλθουσης ἠν ἀπορια τοις πολλοις τι ποτ ' εἰη το
9999909 δημοσια
και διῃρημενου , ὡς ἐν τῳ ΑΥΛΗΤΡΙΣ πεσου - σα δημοσια ἐστω : ἑν μεν γαρ τι ἐστι το ὑφ
: λυσεις τῳ ἀνθορισμῳ . ὁτι οὐ ταυτα μονα ἐστιν δημοσια ἀδικηματα , ἀλλα και ἀλλα πολλα , και ὁτι
9999909 τετρακοσιοι
, ὁμοιως δε και Θηβαιων ἀπο της ἑτερας μεριδος ὡς τετρακοσιοι : διεφεροντο γαρ οἱ τας Θηβας κατοικουντες προς ἀλληλους
βʹ ἐχοντες σιβυνας ἐπιχρυσους . ἠγοντο δε και κυνες δισχιλιοι τετρακοσιοι , οἱ μεν Ἰνδοι , οἱ λοιποι δε Ὑρκανοι
9999909 Κυκλωπος
, τουτους ἠσθιον . ἠ δαιταλωμενους ὡς τρωγομενους ὑπο του Κυκλωπος ὠμους ἠ και ὑπο Λαιστρυγονων . ἑνα φθαρεντων τον
βοοωσιν , ἐρευγομενης ἁλος ἐξω : ἐπι δε του τετυφλωμενου Κυκλωπος το τε της ἀλγηδονος μεγεθος και την δια των
9999909 ἐκληθησαν
' αὐτας ὀρνιθας ἐποιησε : και ἀπο του πατρος Ἀλκυονες ἐκληθησαν : αἱ δε νηνεμοι και γαληνην ἐχουσαι ἡμεραι ,
γεγενηται , πλουσιωτατος ὠν . γεγονασιν οὐν ἐξ αὐτου οἱ ἐκληθησαν ἀλκμαιωνιδαι , οἱ και κατελυσαν την των πεισιστρατιδων τυραννιδα
9999909 στενα
και Μαρκιον Σαυνιτων τε αὐτῳ χειρι πολλῃ προθυμως περι τα στενα κακοπαθουντων , ἀπογνους ἁπαντων ἀσθενως ἐφευγε συν τοις φιλοις
ἀδραφαξυος : ὁμοιον γαρ τῳ του σιλφιου : τα δε στενα και γραμμωδη , καθαπερ του κυμινου . και τοις
9999909 Εὐκλειδης
Ἀριστιππος ὁ Κυρηναιος , Ἠλιακης Φαιδων ὁ Ἠλειος , Μεγαρικης Εὐκλειδης Μεγαρευς , Κυνικης Ἀντισθενης Ἀθηναιος , Ἐρετρικης Μενεδημος Ἐρετριευς
συμποδιζων προαιρεσει , ὁ δε βελτιστῃ ὠφελων , ὡς ὁ Εὐκλειδης δια των ψευδαριων πειραται και γυμναζει : και οὐ
9999909 μεγαληϲ
γαρ ἐπ ' αὐτων και ὀλιγαιμα τα ϲωματα . ὁθεν μεγαληϲ τηϲ βλαβηϲ προϲδοκωμενηϲ ἐπι των ἀνεπιτηδειων , ἀφιϲταϲθαι χρη
, ἀρρωϲτουϲηϲ δε τηϲ δυναμεωϲ οὐκ ἐτι λεπτωϲ διαιταν ἀνευ μεγαληϲ ζημιαϲ . ὁθεν χρη προϲτιθεναι τοιϲ τρεφουϲιν ὁϲον ἀφῃρηκαϲι
9999909 κινδυνευουσι
οὑτως δε ὑπερβαινοντες , χρονια τα παθη ποιουσι και ὁμοιως κινδυνευουσι . ἐαν δε ♃ και ♀ συμπαρῃ τῃ ☾
ταις χρειαις ἀλληλοις ἀμυνειν . ἀμυνατε οὐν ἐς τα μεγιστα κινδυνευουσι Ῥωμαιοις . Κασσιος ὑμιν ἐστιν ὁ τας συνθηκας τασδε
9999909 Λακεδαιμονα
εἰκος ἐστιν , Ἀντισθενην Ἀττικον γε ὀντα παραγενομενον Ἀθηνηθεν εἰς Λακεδαιμονα ἐκ της γυναικωνιτιδος λεγειν εἰς την ἀνδρωνιτιν ἐπιεναι .
ἀπο των εἰς τουτο ἀξιουσων πολεων βοηθον αὐτον γενεσθαι . Λακεδαιμονα γουν παρειληφαμεν μετα τον ὑπ ' ἐκεινου γενομενον αὐτῃ
9999909 ὑπελειπετο
φυγοντα προς τας Ἀθηνας , τουτον ἐκεινος ἀποκτεινας και ὁσα ὑπελειπετο λαβων χρηματα πρωτα μεν ἐπι Κυδωνιας της ἐν Κρητηι
. στρατηγους δε τῃ στρατιᾳ κατεστησεν , ἡντινα ἐν Αἰγυπτῳ ὑπελειπετο , Πευκεσταν τε τον Μακαρτατου και Βαλακρον τον Ἀμυντου
9999909 συνεγραψατο
ὡς ἀναφορικη ἀντωνυμια λαμβανεται , ὡς ὁταν ἐρωτηθωμεν : τις συνεγραψατο την Ἰλιαδα ; και εἰπωμεν : ὁ Ὁμηρος :
και ἐτελευτησεν ἐν Περπερηνηι τηι κατ ' ἀντικρυ Λεσβου . συνεγραψατο δε πλειστα πεζως τε και ποιητικως . , :
9999909 κατεπολεμησε
, φυγας ὠν ὑπο Διονυσιου , μετα δισχιλιων στρατιωτων αὐθις κατεπολεμησε , και ὁ προτερον αὐτος ἠν , τουτο ἐκεινον
τω χειρε περιαγαγων εἰς τοὐπισω : ὡστε ἀμφισβητησιμον εἰναι ποτερον κατεπολεμησε τους ἀνθρωπους ἠ καθωμιλησε . Κερβουλων μεν οὐν ὁ
9999908 ὀρνιθεια
, πυρετοις , ὀποις . ὁραν τε κειμενα ἀμητας ἡμιβρωτας ὀρνιθεια τε , ὡν οὐδε λειφθεντων θεμις δουλῳ φαγειν ,
μεν τον κεγχρον , ἐς ἑσπερην δε κρεα σκυλακιου ἠ ὀρνιθεια ἑφθα ἐσθιειν , και του ζωμου ῥοφανειν : σιτιοισι
9999908 λαβουσα
φιλοιη των ὠτων ἐπιλαμβανομενα : ὑποδηλοι δε Εὐνικος ἐν Ἀντειᾳ λαβουσα των ὠτων φιλησον την χυτραν . οὐ μην ἀλλα
ἠν αὐτων ἡ τουτο πραξαι πεισασα : Κλοιλια προ - λαβουσα τας ἀλλας ὡμολογησε . Πορσινας ὑπεραγασθεις το ἀνδρειον της
9999908 ἀνειλε
χαριν ὡν πεπονθασιν ἀπαιτειν . οὐ γαρ εἰ και Φωκεας ἀνειλε , δια τουθ ' ὑμιν εὐμενως ἐχειν αὐτον ἡγεισθαι
δε και Ἀρην . τουτον μεν οὐν Ἑρμης ἐξεκλεψεν , ἀνειλε δε τους Ἀλωαδας ἐν Ναξῳ Ἀρτεμις δι ' ἀπατης
9999908 Αἰθιοπιαν
διαφεροντως . οἱον ὁ ἡλιος καιει μεν τα περι την Αἰθιοπιαν μερη , θαλπει δε τα προς ἡμας , καταυγαζει
τον παλαι προτετελευτηκοτα . Ὁτι Καμβυσης μελλων στρατευειν ἐπ ' Αἰθιοπιαν ἐπεμψε μερος της δυναμεως ἐπ ' Ἀμμωνιους , προσταξας
9999908 γεγραμμενη
τουτεῳ τῳ τροπῳ της ὀλισθησιος κἀκεινη ἡ κατατασις ἡ προσθεν γεγραμμενη , ὡς χρη κατατεινειν τα ὀστεα του βραχιονος κατεηγοτα
μεν του ἐνδιαθετου ἐστιν , ἡ περι ἐνθυμηματων και ἐπιχειρηματων γεγραμμενη , ἡ διδασκουσα πως δει ἐνθυμεισθαι και λογιζεσθαι :
9999908 ἀμαυροι
ἐχει . ἡξειςἐπειγου μηδενεἰς το μορσιμον . χρονος δ ' ἀμαυροι παντα κεἰς ληθην ἀγει τἀληθες ἀει πλειστον ἰσχυει λογου
Χαλεπον το γηρας ἐστιν ἀνθρωποις βαρος . Χρονος δ ' ἀμαυροι παντα κεἰς ληθην ἀγει . Χειρ χειρα νιπτει ,
9999908 κατωτατω
του περι αὐτην νευστικου βριθειν ἀναγκαζεται , ἡ δε γη κατωτατω ταλαντευουσα τῳ του πυρος ἀνωφοιτῳ συνεπελαφρισθεισα μετεωρος ἐξαιρεται και
ἀνωθεν ἀπο των μετα σεληνην | τοπων ταθεις ἀχρι των κατωτατω γης μυχων . εἰθ ' ὑφασμα θωρακοειδες ἐπι τουτῳ
9999908 ἐπανω
εἰς μεσον ἑστως , κἀν μεν πιπτῃσι τα λευκ ' ἐπανω , φευγειν ταχυ τους ἑτερους δει , τους δε
. μιξας συν εὐκρατῳ μελιτι , δος πιειν και ἀναπαυθητω ἐπανω του ἡπατος . [ Προς γλωσσαν ῥευματιζομενην . ]
9999908 ἐνεπρησεν
ἀνδρειους και πιστους ἀπεπλευσεν εἰς Καρχηδονα και παραχρημα τας ναυς ἐνεπρησεν , ὁπως ἀγωνιζωνται γενναιοτερον το φυγειν ἐπι των νεων
ἐλθοντων , φοβηθεις ὁ ὑπατος τας μεν τρισκαιδεκα τας ἀχρηστους ἐνεπρησεν , ἐπι δε Συρακοσας τον πλουν ἐποιειτο , νομιζων
9999908 κυριωτερα
παντα και ἀφετα καθ ' ἑαυτα ὑπαρχει : και το κυριωτερα ποιειν τα σωματα προς το εἰδοποιειν τα ἑαυτων πρωτα
της σοφιας , καθοσον ἀρχη ἐστι πραξεως και δια τουτο κυριωτερα της σοφιας , ἡτις μονον θεωρητικη ἐστιν . ἡ
9999908 ἀποκριθῃ
* * ἑως ἀν τοις μεν ὑπο του ἐξωθεν φωτος ἀποκριθῃ το ὑδωρ , τοις δ ' ὑπο του ἀερος
ὁταν μεν ἀπο των δεξιων μερων της μητρας το σπερμα ἀποκριθῃ τοις πατρασιν , ὁταν δε ἀπο του ἀριστερου ταις
9999908 λογια
τον οἰωνοσκοπον Βαλααμ οὐχ ὁρᾳς ; οὑτος εἰσαγεται ” ἀκουων λογια θεου ἐπισταμενος τε ἐπιστημην παρα ὑψιστου ” . ἀλλα
ἑτεραν ἐπ ' ὠμων Καλλιμαχος ἠν οὑτος , ἀπο - λογια δε μια πασι τοις ἀσχημονουσιν ἡ τελευτη του ταυτα
9999908 Ὀλυμπιακον
τους ἐξ ἀσεβεστατης τυραννιδος ἀπεσταλμενους θεωρους : ὁτε και τον Ὀλυμπιακον λογον ἐπιγραφομενον ἀνεγνω . του δ ' ἀγωνος συντελουμενου
: † ἀπερχομενος εἰς Ὀλυμπον . † θαυμαστον . τον Ὀλυμπιακον . διεξαγειν . ταχειας . ἁρματων δρομου . .
9999908 πεντακισχιλιοι
και Γαλαται πεντακισχιλιοι . τουτοις ἐπεβαλλον Μακεδονες δισμυριοι και χαλκασπιδες πεντακισχιλιοι , ἀλλοι δε ἀργυρασπιδες : οἱς ἐπηκολουθει μονομαχων ζευγη
' εἰς τα ὁρια της Ἰνδικης χιλιους : ὁμου μυριοι πεντακισχιλιοι τριακοσιοι . ἐπ ' εὐθειας δε τῳ διαστηματι τουτῳ
9999908 ἐστρατευσατο
στρατιωτης ἀγαθος ; ἀλλ ' οὐδεπωποτ ' ἐκ της πολεως ἐστρατευσατο , οὐτε ἱππευς οὐτε ὁπλιτης , οὐτε τριηραρχος οὐτ
, ἀλλ ' ἐνταυθα γε ἀπροφασιστος ἐκεινος στρατιωτης ἠν . ἐστρατευσατο γουν ἐπι Δηλιον , και ἐς Ἀμφιπολιν και ἐς
9999908 καθαροτητι
πλαγιασμος τῃ ὀρθοτητι σχημα ἐναντιον , οὑτως ἡ περιβολη τῃ καθαροτητι εἰδος ὁλον εἰδει ὁλῳ ἐναντιον . ἐκειθεν δε ἐσται
αὐτου και ὠφεληθησεται δια γυναικων και ἐσται εὐβιοτος και χρησεται καθαροτητι και ἀνθεξεται του οἰκειου δογματος και των ἑπομενων αὐτῳ
9999908 ἐπαγε
λοιπον αὐθις μη ' ξαμαρτανειν ἐτι . Προσαγε χορον , ἐπαγε χαριτας , ἐπι δε καλεσον Ἀρτεμιν , ἐπι δε
ὑπολειπεται μαλλον εἰς φιλανθρωπιαν ῥεπειν : και κατασκευασας την βουλησιν ἐπαγε εὐθυς τα ἀπ ' ἀρχης ἀχρι τελους : δυναμις
9999908 ὑπερμεγεθες
ὁν οὐκ ἀν καταφαγοιμεν ἡμερων τριων ἠδη κατεσθιοντες δωδεκα : ὑπερμεγεθες γαρ ἐστι . Τι οὐν ἀγοραζω ; φραζε γαρ
ὠν του οἰκου του Ἁγνιου , ἐψευσατο προς τους δικαστας ὑπερμεγεθες ψευδος περι τε της Φυλομαχης της του Πολεμωνος ἀδελφης
9999907 ἀσθενες
ἀνθησιν πολυχρονιωτεραν ποιουνται τα χεδροπα των σιτωδων ὁτι των μεν ἀσθενες το ἀνθος : εἰρηται δε ὁτι τα ἀσθενεστερα πανταχου
μη ἐχειν : αὐτο γαρ καθ ' ἑαυτο ἑν ἑκαστον ἀσθενες , και δοκει ἀνευθυνον εἰναι , συζευχθεντα δε ὁρον
9999907 δυστοκια
ἠδη δε και παρα την φυσικην ἰδιοσυστασιαν ἠ συγκρισιαν παρεπεται δυστοκια , ἠδη γαρ ἐνιαι φυσει την μητραν ἐχουσι μικραν
διεξοδον παρεχοντος τῳ ἐμβρυῳ ἐπι του δεοντος καιρου . Γινεται δυστοκια και παρα το λιθον ἐχειν ἐν τῃ κυστει την
9999907 ὁποτε
οὑτος δε προτερον ὁτε ἐγυμναζετο μαθητης ἠν διδασκοντος ἑτερου : ὁποτε δε ἱκανος φυλαττειν ἐγενετο , διδασκαλου δυναμιν και ταξιν
μεν ἀπο των τειχων ἐς τους πρε - σβεις , ὁποτε ἡξουσιν , ἀφεωρων και βραδυνουσιν αὐτοις ἠχθοντο και τας
9999907 ἀναπαιστικη
δυο τροχαϊκοι τετραμετροι καταληκτικοι . το ἑξης του χορου κωλον ἀναπαιστικη βασις . οἱ δε ἑξης ζʹ τροχαϊκοι τετραμετροι καταληκτικοι
. ὡν τα μεν ιβʹ διμετρα ἀκαταληκτα . το ιγʹ ἀναπαιστικη βασις , ὁ και παρατελευτον ὀνομαζεται . το τελευταιον
9999906 τεσσαρα
γουν ἡμιολιος και ἐπιτριτος ποιουσι τον διπλασιον : του γαρ τεσσαρα προς τον γ ἐπιτριτου ὀντος και του γ προς
αἱ πλευραι ιϚ , ξγ , ξε . Και γινεται τεσσαρα τριγωνα ὀρθογωνια ἰσας ἐχοντα τας ὑποτεινουσας : ἐλθων οὐν
9999906 ἐθελουσα
θεος ὠπασε πολλην , ῥεια δ ' ἀφειλετο φαινομενην , ἐθελουσα γε θυμῳ . ἐσθλη δ ' ἐν σταθμοισι συν
ὑποχειριος ἐλθῃ . και δε κεν ἀλλ ' ἐπιβαθρον ἐγων ἐθελουσα γε δοιην : παιδα γαρ ἀνδρος ἐηος ἐνι μεγαροις

Back