ἐποιησεν . ἐπει γαρ δειται τροφης διετησιου , τα δε ὡραια οὐ πασα ὡρα διδωσιν , ἑαυτον ἐν ταις τρασιαις
τα φυλλα τα ξηρα , και ἀναφυουσι πτιλα νεαρα και ὡραια οἱ ἱερακες ὡς την ἀνθην τα δενδρα . γενη
9999947 κοιλοτητα
. πως οὐν ταυτα ὑπομενουσιν ὀδυνην ; τῳ βαρεισθαι την κοιλοτητα γινεται ὀδυνη . περιτεινεται γαρ ὁ ὑμην , ποιει
ὀστουν του βραχιονος , μειζον ὑπαρχον του πηχεος , μειζονα κοιλοτητα ἐχει , και το ὀστουν του μηρου , μειζον
9999947 ἀπαγγελιαν
ἐτι δε προς τουτοις ἀνασκευαζομεν και κατασκευαζομεν . την μεν ἀπαγγελιαν ἡτις ἐστι , και ἐν τῳ περι της χρειας
γεροντος πιθηκου . Και ταυτα μεν ταυτῃ . Την δε ἀπαγγελιαν βουλονται περιοδων ἀλλοτριαν εἰναι γλυκυτητος ἐγγυς . Ὁ δε
9999946 ἀφροσυνης
ἀν εἰη μειζον κακον [ ἠ ] θαλλουσης και εὐφορουσης ἀφροσυνης ; ἀλλα και „ το ποτηριον Φαραω „ ,
περι τον βιον τεχνην , δει θεωρητικον αὐτον εἰναι της ἀφροσυνης καθαπερ και τον τεχνιτην της ἀτεχνιας , δεδεικται δ
9999944 μισθοφοροις
ἁπαντα κινδυνον ὑπερ της πολεως ἁπασης : οὐδ ' ἡγησω μισθοφοροις τισι και ξενοις ὡς ἀληθως αὐτους προσεοικεναι δοξειν ,
τοιουτων ἐνεπεσε τις ὁρμη προς μεταθεσιν τοις μετ ' Ἀντιγονου μισθοφοροις , ἐν οἱς και των ἡγεμονων πλειους προθυμους εἰναι
9999943 ἀντιλαμβανομεθα
αὐτον . Ὁταν γουν εἰς τι σκευος ἐγχεωμεν τι , ἀντιλαμβανομεθα ἐξιοντος του ἐν αὐτῳ πνευματος , και μαλιστα ,
παντα μιξεις πολυπλοκωτατας ἐχοντα και κρασεις . αὐτικα των χρωματων ἀντιλαμβανομεθα πως ; ἀρ ' οὐ συν ἀερι και φωτι
9999942 σπουδασας
] οὐδαμως . . οὐκουν ] λοιπον . ἀνυσας ] σπουδασας . , τελειωσας . . τι ] περισσον .
ἐς εὐνην βαρβαρων και , ὡς ἀν εἰποις συν παιδιᾳ σπουδασας , βιον Μηδικον τε και Περσικον . ἐστι δε
9999942 φρουρια
τε και εὐηλατα . ἀφικομενος δε ὁπου ἠν αὐτοις τα φρουρια και ἡ φυλακη , ἐνταυθα ἐδειπνοποιειτο , ὡς πρῳ
ἐχειρωθη πασα ἡ τουτων και κατεστραφη πολισματα τε ἑαλω και φρουρια ὀλιγου δειν τριακοσια και οἱ τουτων ἡγεμονες ἐληφθησαν :
9999942 ἀπαγορευσαι
κοψας παραθειναι . και ὀψωνων μηθεν πριαμενος εἰσελθειν . και ἀπαγορευσαι τῃ γυναικι μητε ἁλας χρηννυειν μητε ἐλλυχνιον μητε κυμινον
σον οἰκον ἀπειπειν με , και τουτο ποιησω : τουτεστιν ἀπαγορευσαι ὑπο κηρυκων . ἀπηγορευον οἱον : ὁδε οὐ βουλεται
9999941 προτακτικα
μη ἐμποδιζεσθαι τα της ἐγκλισεως . ἠν γαρ και αὐτα προτακτικα , την μεν ἀναφοραν ἐπιστρεφοντα εἰς τα προκειμενα ,
το ἐπιμελειται . αὐταρ : δε . ὁ : τα προτακτικα ἀρθρα στερηθεντα των ὑποκειμενων ὀνοματων ταχυτερον ἐκφωνουνται και ἀντι
9999941 ξυμμαχων
και Λακεδαιμονιοι ξενηλασιας μη ποιωσι μητε ἡμων μητε των ἡμετερων ξυμμαχων , τας δε πολεις ὁτι αὐτονομους ἀφησομεν , εἰ
' ἀλλον μηδενα τειχος ἐχοντα , το δε πλεον των ξυμμαχων ἐξοτρυνοντων και φοβουμενων του τε ναυτικου αὐτων το πληθος
9999940 τοιχῳ
ἠν ἐγω ζητουμενος τε ἀει και καλουμενος και προς τῳ τοιχῳ λογων ἀκουων ὡν οὐκ ἀλλοι . το οὐν ἐκ
των ἰσχιων : και ἡ ἐντομη , ἡ ἐν τῳ τοιχῳ τῃ σανιδι , μη εὐθεια ἐστω , ἀλλ '
9999940 ἀποκρινομεθα
τινος ἐρωτησαντος δια το ἀποσβεννυσθαι το πυρ ἐν τοις νεφεσιν ἀποκρινομεθα : τι δε ἐστι βροντη ἐρωτησαντος , λεγομεν ψοφος
ἀνθρωπος ; ἠ ποσαχως ὁ ἁλιευς ἀγρευει τους ἰχθυας ; ἀποκρινομεθα δη και προς τουτο : μοναχως , διχῃ ,
9999940 ἀφροσυνην
ὡς οὐ δεοι ὁδοιπορειν . ὁ δε ὡς ἐγνω την ἀφροσυνην αὐτων , ἐπεψηφισε μεν οὐδεν , τας δε πολεις
ἐν αὐλῃ . Πολλων οὐν φονευομενων ἀλληγορικως Ὁμηρος την βαρβαρικην ἀφροσυνην ὑπο Διομηδους τετρωσθαι παρεισηγαγεν . Ὁμοιως δ ' ὁ
9999940 κουροι
πυρι βαλλε θυηλας . και σπονδοποιειται γε τους δαιτυμονας : κουροι μεν κρητηρας ἐπεστεψαντο ποτοιο , νωμησαν δ ' ἀρα
ἠγινεον ἀνα ἀστυ , πολυς δ ' ὑμεναιος ὀρωρει : κουροι δ ' ὀρχηστηρες ἐδινεον , ἐν δ ' ἀρα
9999940 δριμυτατου
, μια δε του νιτρου . μετα δ ' ὀξους δριμυτατου καταπλαστεον , και πυρινον δ ' ἀλευρον συν δαφνισι
χρονιους λειχηνας . ] Καππαρεως φυλλα τριψας μετ ' ὀξους δριμυτατου μετα ἰσου μελιτος ἐπιτιθει . ἀλλο . λαπαθου φλοιον
9999939 κατελιπεν
πολλοι φρονιμοι γεγονασι : ταυτην γαρ μιαν ὁ νους ἑαυτῳ κατελιπεν διδασκαλον , ὡσπερ δικαστην ἠ κριτην ἠ κυριον .
τουτων μαρτυρουντων , ἐγω δε ἀπεστερηθην ὡν ὁ πατηρ μοι κατελιπεν χρηματων και του δικην λαβειν περι ὡν ἀδικουμαι .
9999939 διαλεγομεθα
τους ἀγαθους περι ἑκαστα , τουτεστιν εἰτε μετα ἀριστων ἰατρων διαλεγομεθα ἠ γεωμετρων , εἰτε προς τους ὁμοιους , ἠγουν
ὡς εἰδες , πρωτῳ ἐντετυχηκα σοι και περι του Πρωτεσιλεω διαλεγομεθα , διαλεξομεθα δε και περι του καταλογου των ἡρωων
9999939 ἑτεροτητι
ἀνθρωπικας ποιουσα , ἡτις εἰς ταὐτον τῃ κατ ' οὐσιαν ἑτεροτητι των ψυχων συντρεχει . Δευτερα δ ' ἐστι κρισις
ἀλληλων . ὁλως δε τας μεν ἀρχας ἁμα οὐσας εὐλογον ἑτεροτητι διαφερειν , ὡσπερ και τους της φυσεως λογους ἁμα
9999939 λαχουσα
Αἰπυτιδων γενους θυσαι κορην την τυχουσαν : ἐαν δε ἡ λαχουσα ἀδυνατῃ καθοσιωθηναι , θυσαι τοτε παρθενον την του διδοντος
: το ζην δηλονοτι : και μη λαχουσα : και λαχουσα το ζην ἀθλια εἰμι δια το μελλειν τον παιδα
9999939 συμπιπτετωσαν
ἡ ΔΕ ἐλασσων ἐστι της ἐν τῃ σφαιρᾳ διαμετρου . συμπιπτετωσαν κατα το Ζ σημειον . ἐπει οὐν ἀπο τινος
, εἰπερ και αὑται κἀκειναι δυο ὀρθαις εἰσιν ἰσαι . συμπιπτετωσαν οὐν αἱ ΖΑ , ΗΓ κατα το Λ .
9999939 συμποσια
συμποσιῳ καθηκον ἀναστρεφομενην ἐπιστημην οὐσαν του πως δει ἐξαγεσθαι τα συμποσια , και του πως δει συμπινειν : την δ
πολιτειᾳ , φησιν : ὁ καλουμενος κοτταβος παρηλθεν εἰς τα συμποσια και περι Σικελιαν , ὡς φησιν Δικαιαρχος , πρωτον
9999939 ἀκινδυνως
της Ἰνδικης διατεινας της ὑπο τον Πωρον γενομενης χωρας ἐκυριευσεν ἀκινδυνως . εἰς τηλικουτο δε μεγεθος προαχθεις βασιλειας οὐκ ἐζηλωσε
: ταυτην λειοτριβουντες τῳ χυλῳ τοις καυμασιν ἀλειφονται και φερουσιν ἀκινδυνως και εὐγενως της περισσοτερας θερμασιας την ἀναθυμιασιν . Οἱ
9999939 γενοιμεθα
ὀντες ἀν δικαιως μεθ ' ὑμων , ἐν τοις διδουσι γενοιμεθα και συναδικηθειημεν δια την του πραγματος ὀργην . ᾠμην
τι των ἑλμινθας ἀναιρειν δυναμενων ὑμιν ἀποστειλαντες φαρμακον οἱοι τε γενοιμεθα βοηθειν αὐτῳ . ἐχρην δε ὑμας μη μονον τουτο
9999939 συμπεπλεγμενα
της ἰχνευσεως φησιν ὁ Ξενοφων . ἰχνη ὀρθα , εὐθεα συμπεπλεγμενα , εὐναια δρομαια , ὀξεα . ὀζει τα ἰχνη
συγκεχυμενως . συμπεφυωτα : συγκεχυμενα , συγκεκρατημενα , συνηνωμενα , συμπεπλεγμενα , και συνηρμοσμενα . ἀθροα : ὁμου παντα ,
9999938 τριπλασιονα
το ΕΟΖΠΗΡΘΣ πολυγωνον , κορυφη δε το Ν σημειον , τριπλασιονα λογον ἐχει ἠπερ ἡ ΒΔ προς την ΖΘ .
ἀρα ἡ Λ σφαιρα προς την ΑΒΓ σφαι - ραν τριπλασιονα λογον ἐχει ἠπερ ἡ ΕΖ προς την ΒΓ .
9999938 νοτιωτεροι
γνωριζομενων : ἠδη δε τἀπεκεινα δια ψυχος ἀοικητα ἐστι : νοτιωτεροι δε τουτων και οἱ ὑπερ της Μαιωτιδος Σαυρομαται και
αὐτου παραλληλου κεινται , ἀλλα πολλῳ εἰσιν ἀλληλων οἱ μεν νοτιωτεροι , οἱ δε βορειοτεροι : ἐπειτα ἐαν τουτο παραπεμψαντες
9999938 κατεθετο
δια των φυσικων δυναμεων , ἁς ἠρνησατο μεν Ἐρασιστρατος , κατεθετο δε ὁ Γαληνος , ἐδιδου δε Ἱπποκρατης . νυν
λυσαι , και ὁτι τον βωμον , ὁν περων Δαρειος κατεθετο ἐπ ' ὀνοματι Διαβατηριου Διος , ἠφανισαν . Δατις
9999938 τρισμυριοι
δε πασα δυναμις ἠν των περι τον Εὐμενη πεζοι μεν τρισμυριοι πεντακισχιλιοι , ἱππεις δε ἑξακισχιλιοι ἑκατον , ἐλεφαντες δε
πληθος ἠν τοδε : της μεν Σπαρτιητικης ταξιος πεντακισχιλιοι και τρισμυριοι ἀνδρες ὡς ἐοντων ἑπτα περι ἑκαστον ἀνδρα , και
9999938 ἀφροδιτης
, και τῃ ὁμιλιᾳ ἡσθη , και εἰ ποτε ἐδειτο ἀφροδιτης ὡς αὐτην ἐφοιτα , και εἰχεν ἐρωμενην αὐτην :
ἐαρι γαρ ἀκμαζουσιν αὐτοις οἱ σωματα και αἱ μιξεις . ἀφροδιτης : συνουσιας . Ἡβωωσι : ἀκμαζουσιν , αὐξανουσιν ,
9999937 φιλοφροσυνην
ἐτι δ ' ἐπει προς , και το τελος φαινεσθαι φιλοφροσυνην . εἰ δε ταυτην προς φιλιαν . ἀλλως την
τους προηκοντας , προς δε τους ὁμηλικας ἀπλαστον ὁμοιοτητα και φιλοφροσυνην , συνεπιτασιν τε και παρορμησιν προς τους νεωτερους φθονου
9999937 ἑνδεκατην
ἑνδεκα , και τας μεν δεκα σιτεισθαι , την δε ἑνδεκατην ἀπολειπειν : . οὐκουν ἐκπλαγηναι δικαιον την αὐτοδιδακτον σοφιαν
, τελειως την ἑβδομην εἰναι κρινειν . εἰθ ' οὑτως ἑνδεκατην , τεσσαρεσκαιδεκατην δε μετ ' αὐτην , εἰθ '
9999937 μεγαλοπρεπες
τους δε Λιβυας θαυμαζοντας την εὐταξιαν και το της ψυχης μεγαλοπρεπες , τροφας τε παρεχεσθαι τοις ἀνθρωποις δαψιλεις και συστρατευειν
εἰς λογον ἀει τελευταν ποιεις . Ἀλλα νη Δια το μεγαλοπρεπες τε και ἐλευθεριον ἀμυδρως ἀν τις ἐμφαινεσθαι φαιη τῳ
9999937 Κολοφωνιων
, ὁπου ποτε ἐν τοις δυσκαταλυτοις πολεμοις το ἱππικον των Κολοφωνιων ἐπικουρησειε , λυεσθαι τον πολεμον : ἀφ ' οὑ
ἐκ της πατριδος ὑπεδεξαντο . Μετα δε οἱ φυγαδες των Κολοφωνιων φυλα - ξαντες τους Σμυρναιους ὁρτην ἐξω τειχεος ποιευμενους
9999937 ἀμφισβητουσι
του , „ τους ἡγεμονας ἀνειλεν ὁ θεος φυλαττεσθαι και ἀμφισβητουσι προς ἑαυτους οἱ ῥητορες και οἱ στρατηγοι , ”
οἱ τον Εὐξεινον οἰκουντες το ἀγαλμα εἰναι παρα σφισιν , ἀμφισβητουσι δε και Λυδων οἱς ἐστιν Ἀρτεμιδος ἱερον Ἀναιιτιδος .
9999937 Καρχηδων
παρηλθεν εὐπραγια . τι δε Αἰθιοπες , τι δε και Καρχηδων και τα προς Λιβυην ; τι δ ' οἱ
ἀπιστιαν αὐτης και αὐθις ἀνεπυνθανοντο ἀλληλων , εἰ τῳ ὀντι Καρχηδων κατεσκαπται : ἐλεσχηνευον τε δι ' ὁλης νυκτος ,
9999937 κοροι
της μητρος των θεων ἁγιστειας προς ἐνοπλιον ὀρχησιν ᾐθεοι και κοροι τυγχανουσι παρειλημμενοι : και Κορυβαντες [ Κορυβαντας . ]
: ἐπεισπιπτει δ ' οἰκοτριβης δαπανη . οἱ Λακεδαιμονιοι δε κοροι πινουσι τοσουτον , ὡστε φρεν ' εἰς ἱλαραν ἀσπιδα
9999937 πικροτερα
ὑγιαινοντας , τους σοφωτερους μιμητεον των ἰατρων , οἱ τα πικροτερα των φαρμακων μελιτι την κυλικα περιχρισαντες πινειν διδοασι .
Ἀριστοτελης δε ἐν τοις φυσικοις προβλημασι φησιν : οἱ μονοσιτουντες πικροτερα τα ἠθη ἐχουσιν μαλλον ἠ οἱ δις τροφαις χρωμενοι
9999937 Λεωνιδας
ὁδε σηκος οἰκεταν εὐδοξιαν Ἑλλαδος εἱλετο : μαρτυρει δε και Λεωνιδας , Σπαρτας βασιλευς , ἀρετας μεγαν λελοιπως κοσμον ἀεναον
και διαυλου διακρινει μεν οὐδεις ἐτι ἐκ χρονων , οὑς Λεωνιδας ὁ Ῥοδιος ἐπ ' Ὀλυμπιαδας τετταρας ἐνικα την τριττυν
9999937 γεγραμμενα
της γραφης λεγειν , μη κωλυειν τον νομον ἠ αὐτον γεγραμμενα λεγειν ἠ ἐκεινον ἀγραφα : τον γαρ νομον οὐκ
ἐστι καταγεγραμμενα : κενα μαλλον ἠ ὁτ ' ἠν οὐδεπω γεγραμμενα οὐδ ' ἐστιν εἰπειν περι μαγειρικης : ἐπει εἰπ
9999937 ἀφρονα
δε του δημου . ἐαν μεν οὐν της βουλης τον ἀφρονα δημον ἀρχειν ἐωσιν , ὁμοια πεισεσθαι αὐτους ἐφη τοις
ζητει τις ; στεργε , κἀν μη ἀδικον ἠ μη ἀφρονα ἠ μη ἀκολαστον ἠ μη δειλον ἠ μη παντελως
9999937 αἰσχυνει
ἐλαυν ' ἐκεινον τον ἀκρατη ? ? [ . ἁπαντας αἰσχυνει γαρ ἡμας τους φιλους . ἠδη ' στιν οὑτος
οὐτε τους ἰσχυροτατους φοβουμενος ἐν τοις ἀφρονεστατοις τε και ἀσθενεστατοις αἰσχυνει λεγειν . ποτερον γαρ τους γναφεας αὐτων ἠ τους
9999937 σανιδας
ἀνιενται οἱ κρατουντες καλοι και ἐπιπιπτει τοις τειχεσι τα ξυλα σανιδας ἐπ ' ὀλιγον ἐχοντα ἐγγυς του πυργου . Ἱνα
ἠδη καταφρονουντες ἐβιαζοντο την ἀναβασιν , ξυλα και μηχανηματα και σανιδας ἐπι τα διαστηματα διατιθεντες , ἀσθενων τα σωματα των
9999936 λαβουσης
ἡ προς την διπλην ἀνωμαλιαν της σεληνης ὑποθεσις , διορθωσιν λαβουσης της πρωτης : και κατα την μιξιν ἀμφοτερων των
καινον ἐπικειται σχημα . κωνον ἡμισεα τουτο καλουσης γεωμετριας ἀκηκοα λαβουσης ἐντευθε της προσηγοριας την ἀφορμην . τεθεαται τις τυχον
9999936 τριγενες
και Ταρπαιον ὀρος . και ἐθνικον Ταρπαιος ὡς Ῥωμαιος , τριγενες . Ταρρα , πολις Λυδιας . [ ἀφ '
: ψαμαθος κυαθος καλαθος και λαπαθος . το μεντοι ἀγαθος τριγενες . το δε ὁρμαθος και γυργαθος ὀξυνεται ἀπο μακρας
9999936 γνωμης
ἰατρος ὡς αὐτον τοις ἀπο της τεχνης τα ἀπο της γνωμης προστιθεις . ἐκλεισεν αὐτῳ τας θυρας ἐλεγξας μεν ἐπ
ἀνασταντας και φωναις μειζοσι και ἐκβοησεσιν ἐπαλληλοις ἐπαινον μεν της γνωμης , ἐπαινον δε και του ποιητου συνειροντας , ὁς
9999936 ἐξεπολιορκησαν
πυρος ἠν ἐργον ἠ σιδηρου . Και την μεν Καμπανιαν ἐξεπολιορκησαν , ἡκον δε ἐπι την Πραινεστον , της πολεως
χωραν μετα πολλης δυναμεως : περιστρατοπεδευσαντες δε πολιν Βωλας ὀνομαζομενην ἐξεπολιορκησαν . Των δε κατα τον ἐνιαυτον τουτον πραξεων τελος
9999936 διαληψομεθα
ἐχει γαρ διαφοραν . και πρωτον περι των αἰτιων μικρον διαληψομεθα . των γαρ αἰτιων το μεν τελικον ἐστι ,
ἐπι θερμοτεροιϲ χυμοιϲ ϲυνιϲταμενων ὀγκων διαλαβοντεϲ αὐθιϲ περι των ἐναντιων διαληψομεθα την ἀρχην ἀπο του οἰδηματοϲ ποιουμενοι . ὡϲπερ γαρ
9999936 φυλαττει
τας συλλαβας τας τε μακρας και τας βραχειας , τοιαυτας φυλαττει : ἡ δε μουσικη τε και ῥυθμικη μεταβαλλουσιν αὐτας
ἰατρος φιλιατρος ἀναβιβαζει , και ἐν τῳ ἀρχιατρος και ἱππιατρος φυλαττει . Τα παρα το „ ᾀδω „ γινομενα ,
9999936 ἀκριβεστεροι
Ἀθηνησιν , ἐν οἱς οἱ νομοι περιεχονται . οἱ δε ἀκριβεστεροι ἀξονας μεν τετραγωνους λιθους , κυρβεις δε τριγωνους :
. του δε κενου παραδειγμα μεν ἐν τοις ἀριθμοις οἱ ἀκριβεστεροι των λογων οὐκ ἀπολιμπανουσιν , ἐπει μηδ ' ἐν
9999936 κατεποθη
ὡς ἐπῃνεσεν ὁ Ἀδραστος εἰς Ἀμφιαραον . οὑτος ὑπο γης κατεποθη πολεμων ἐν Θηβαις . τις οὐν του Ἀδραστου προς
ἱερεως κοσμον , στρατηγησας και πολλους φονευσας , ὑπο γης κατεποθη . Ὁ Αἱμιλιος δε βωμον ἱδρυσας , ἐνικησε και
9999936 ὀνομασθεισαν
Ἀλφειος , οὐ μην οὐδε ἐν τῃ Ἀρκαδων Πυλον ποτε ὀνομασθεισαν ἰσμεν πολιν . ἀπεχει δε ὡς πεντηκοντα Ὀλυμπιας σταδιους
' ἐκεινης Ὀρτυγιαν ὑπο τε των χρησμων και των ἀνθρωπων ὀνομασθεισαν . ὁμοιως δε και κατα την νησον ταυτην ἀνειναι
9999936 ἐνενοησεν
δημιουργηθεντα : τις γαρ ἀνδριαντας ἠ γραφας θεασαμενος οὐκ εὐθυς ἐνενοησεν ἀνδριαντοποιον ἠ ζωγραφον ; τις δε ἐσθητας ἠ ναυς
ἑτερον παλιν εἰπῃ το τημερον , τοτε και χρονον εὐθυς ἐνενοησεν ὑπο των δυο νυν ὁριζομενον οἱον ὑπο περατων δυειν
9999936 κεφαλαια
κατα μονας ἑκαστον των παραλελειμμενων σποραδην και εἰς οὐ συνημμενα κεφαλαια συναγαγων τουτο σοι το βιβλιον ἐποιησα , ὡς ἀν
ἐπι τα σοι πεπραγμενα , οὐχι δε ἀποχρη μονα τα κεφαλαια εἰπειν των ἀδικηματων , ὁτι ἐπιτραπεν σοι μοιρασαι τα
9999936 ὠνομασθησαν
' ἀπο του συνοικησαντος αὐτῳ Μεγαρεως του Ποσειδωνος οἱ Μεγαρεις ὠνομασθησαν . ἀριστευοντες ἐρετμοις : ναυτικοι γαρ εἰσι . μαρ
ἀνηλωκεναι κρομμυων και σκοροδων και τυρου ταλαντα μυρια πεντακοσια . ὠνομασθησαν δε πυραμιδες ἀπο των πυρων , οὑς ἐκει συναγαγων
9999936 Φιλιππικοις
και Βιτιαν και Βουχετα . . . Πανδοσια : Δημοσθενης Φιλιππικοις . περι της ἁλωσεως των ἐν Κασσωπιαι πολεων ,
λεγεται και τραπεζικος , οὑ μεμνηται και Δημοσθενης ἐν τοις Φιλιππικοις : τον μεν των χρηματων λογον παρα παντων λαμβανειν
9999936 εὐωδης
και σταφυλινου , τριχομανες , ἀμωμον , καρδαμον , σχοινος εὐωδης , ξιφιον , ναρδος , ὠκιμοειδες , ἐχιον ,
ῥιζα δε δακτυλου παχος , ὁσον σπιθαμης το μηκος , εὐωδης , ἐδωδιμη ἑφθη . Στεαρ : προς μεν την
9999936 ἐμπιπτουσης
ἐν ἀριστερᾳ κειμενη ἐτι πληττεται ὑπο της χειρος της λαιας ἐμπιπτουσης ἠρεμαιως και οἱον νη Δι ' ἀταλλουσης . ὁρα
δε κατω και την μεν ἐπι το ἑτερον μερος της ἐμπιπτουσης εὐθειας , την δε ἐπι το ἑτερον : εἰ
9999936 τριακοσια
ὡν εἰκοσι μεν ἠν χρυσα , πεντηκοντα δε ἀργυρα , τριακοσια δε κεκηρογραφημενα χρωμασι παντοιοις . και κερασθεντων ἐν ταις
των κγ γινεται τ : και ἀφελε ἀπο των υιδ τριακοσια : μενουσι ριδ . . Δους μεν ὁ πρωτος
9999936 ἐμποροι
ὁσον ἐν τοις περι νεων ἐστιν εἰρημενον , ἀλλ ' ἐμποροι και καπηλοι , και ὁσα ἐχεις ἐν τοις περι
τοισι μεν ἀν ᾐ ἀγορη και Ἑλληνες σφι ἐωσι ἐπιδημιοι ἐμποροι , οἱ δε φεροντες ἐς την ἀγορην ἀπ '
9999936 παραλλαγη
ἡ δ ' ἀναφορα προς την ἡμετεραν αἰσθησιν ἐν ταυτῃ παραλλαγη γινεται των μερων : οὐδεν γαρ κωλυει την μεν
παραγεταιΟὐ . πιθανην ἀπολογιαν τινες φασιν , ὡς ἐν ῥημασι παραλλαγη προσωπων : διωκετον γαρ ἀντι του διωκετην : και
9999936 Συρακοσιων
προς τον κρημνον αὐτοις ἐξειργαστο , ἐπιχειρουσιν αὐθις τῳ των Συρακοσιων σταυρωματι και ταφρῳ , τας μεν ναυς κελευσαντες περιπλευσαι
ἀν Ἀττικων μεν νεων ἀπολομενων ἑξηκοντα , παρα δε των Συρακοσιων ὀκτω μεν τελεως διεφθαρμενων , ἑκκαιδεκα δε συντετριμμενων .
9999936 συμπερασμα
οὐδε ἀναγκαιον συναγεται , δηλον ἐντευθεν : το γαρ ἀναγκαιον συμπερασμα ἠ ἐξ ἀναγκαιων ἀμφοτερων ἠ της ἀποφατικης ἀναγκαιας οὐσης
, τουτεστιν ὁ ἐλαττων τῳ μειζονι . και οὑτως το συμπερασμα ἀντιστρεψαντες εὑρησομεν και το Α τινι των Β ἐνδεχομενως
9999936 Συρακοσιος
θεαματων καλων , και ὀνειρων ἀληθινων . Ἠλθεν εἰς Σπαρτην Συρακοσιος σοφιστης , οὐ κατα την Προδικου καλλιλογιαν , οὐδε
ταττειν συν αὐτοις και ἐκεινο γε δηπου . Γελων ὁ Συρακοσιος καθευδων βαθυτατα ἐδοκει διοβλητος γεγονεναι . και το μεν
9999936 δικαστηρια
δικανικου , συμβουλευτικου , πανηγυρικου , τοποι του μεν δικανικου δικαστηρια , του δε συμβουλευτικου ἐκκλησιαι και δικαστηρια , του
ἁπαντας μεν γαρ τους ὁμιλουντας οὐ . πολλοις γαρ τα δικαστηρια μεταλλα . δει δε οὐδε ἁπαντων κατεγνωκεναι κακιαν .
9999935 ταλαινα
τοθεν το παντοτολμον φρονειν μετεγνω . βροτους θρασυνει γαρ αἰσχρομητις ταλαινα παρακοπα πρωτοπημων . ἐτλα δ ' οὐν θυτηρ γενεσθαι
γνωσομαι εἰ κουφον δηλον το της αἰτησεως τελος . Ξ ταλαινα ] ἀθλια . μη ] τουτεστι το κουφον αἰτημα
9999935 Θετταλοις
τα δε Θετταλικα ἐναγισματα φοιτωντα τῳ Ἀχιλλει ἐκ Θετταλιας ἐχρησθη Θετταλοις ἐκ Δωδωνης : ἐκελευσε γαρ δη το μαντειον Θετταλους
Λακεδαιμονιοι κατηνεγκαν παλιν ἐπι την βασιλειαν . . . . Θετταλοις γαρ πολεμησας και μελλων ἐκπιπτειν της ἀρχης ἐδεηθη Ἀθηναιων
9999935 στυπτηριαν
, και ἐχε χρυσον καλλιστον . ΞΑΝΘΩΣΙΣ ΥΔΡΑΡΓΥΡΟΥ . Λαβων στυπτηριαν ἑως στραφῃ ὡς οἰδας , και ἐπιβαλε ἀργυρῳ :
βραχεις , και ῥανθεις , μυιας ἀναιρει . ἐαν δε στυπτηριαν και ὀριγανον λειωσας χρισῃς , οὐ καθεδουνται . Εἰς
9999935 κατεπεμψεν
μεταπεμπονται τας πολεις ὁσαι βουλοιντο της εἰρηνης μετεχειν ἡν βασιλευς κατεπεμψεν . ἐπει δε συνηλθον , δογμα ἐποιησαντο μετα των
τους δεομενους , και ὁτι δια τουτο ὁ θεος αὐτον κατεπεμψεν , ὁτι ᾐδει αὐτον ἐλεημονα και εὐ ποιουντα τους
9999935 Ἀφροδιτης
μετεωρῳ μεν ᾠκισται , θεας δε αὐτοθι ἀξια το μεν Ἀφροδιτης ἐστιν ἱερον , το δε Ἀσκληπιου και ἀγαλμα ὀρθον
την Νικοπολιν και το Ζεφυριον , ἀκρα ναϊσκον ἐχουσα Ἀρσινοης Ἀφροδιτης : το δε παλαιον και Θωνιν τινα πολιν ἐνταυθα
9999935 Δημαδης
ἀπολαμβανειν . . . . . : εἰ μητι και Δημαδης ὁ ῥητωρ γραμματικος ὠν πολλοις των Ἀθηναιων μετα την
ἐπιγενομενην , ὑποδιαιρουντες λεγομεν ὡς ἐν ἐκεινῳ τῳ προβληματι : Δημαδης πρεσβευσας παρα τον Φιλιππον , και ἐρομενου ποταπαι εἰσιν
9999935 μετεπεμψαντο
Σταγειριτην και ἑορτην ἠγον Ἀριστοτελεια : και ἐν Χαλκιδι τελευτησαντος μετεπεμψαντο το σωμα και βωμον ἐπεστησαν τῳ ταφῳ και Ἀριστοτελειον
αὐτῳ μεγα οἱ Ἀθηναιοι προτερον πολεμιον νομιζοντες προξενον ἐποιησαντο και μετεπεμψαντο , βουλομενοι Σιταλκην σφισι τον Τηρεω , Θρᾳκων βασιλεα
9999935 βραχυτερα
τροπων του ἡλιου πορευομενου ἡμερα ἡ προτερον της ὑστερον ἐστι βραχυτερα , ἐλασσων ἀρα ἡ ἡμερα , ἐν ᾑ ὁ
και δυνασταις , και Παρθυαιοις καιπερ οὐσιν ἐχθροις ἐς τα βραχυτερα : ἐπι δε το μειζον ἐργον οὐκ ἀνεμειναν ἐρχομενους
9999935 ἐνδοθεν
τε Παριν δαμασαντο Φιλοκτηταο βελεμνα ἠδ ' ὁποσοι δολοεντος ἐσηλυθον ἐνδοθεν ἱππου ἀνερες ὡς τε ποληα θεηγενεος Πριαμοιο περσαντες δαινυντο
καταποσει συνεργειν ἐδεικνυτο τα μεγιστα : κατα δε την ἀρτηριαν ἐνδοθεν μεν τους χονδρους ὑπαλειφει και αὐτην ἀνασπᾳ μετα του
9999935 χοριαμβου
πεντασυλλαβων δυο και παιωνος τριτου . το βʹ ὁμοιον ἐκ χοριαμβου , ἀντισπαστου και διιαμβου . το γʹ ὁμοιον διμετρον
ἀντιστροφης τοσαυτα . το αʹ χοριαμβικον διμετρον καταληκτικον , ἐκ χοριαμβου και ἀναπαιστου : εἰ δε βουλει , δακτυλικον πενθημιμερες
9999935 φιλοφροσυνης
, ἀφ ' ὡν ἐχει τις , ἀμειβεσθαι τους της φιλοφροσυνης ὑπαρξαντας . ὁ γηπονος τιμᾳ τοις δραγμασιν , ὁ
ἐγιγνοντο , οὐ γαρ πινειν πολυν οἰνον Ἀλεξανδρον , ἀλλα φιλοφροσυνης της ἐς τους ἑταιρους . Ὁστις δε κακιζει Ἀλεξανδρον
9999935 δακτυλου
: δουλῳ εὐφρασιαν , παρθενῳ μνηστειαν . Ὀνυξ του μικρου δακτυλου της δεξιας χειρος ἐαν ἁλληται ἠ μυρμηκιᾳ , κακοπαθειαν
δε ἁπαλη και ὑγρη διατηκεται και ἀπολλυται , θερμαινομενου του δακτυλου : λυειν δε ἀρθρον δακτυλου τριταιον ἠ τεταρταιον :
9999935 ἐστρατοπεδευσαντο
. Χειρισοφος μεν οὐν και ὁσοι ἐδυνηθησαν του στρατευματος ἐνταυθα ἐστρατοπεδευσαντο , των δ ' ἀλλων στρατιωτων οἱ μη δυναμενοι
ἀπαγουσιν αὐτους ἀπο του λοφου και προελθοντες ἐς το ὁμαλον ἐστρατοπεδευσαντο ὡς ἰοντες ἐπι τους πολεμιους . Τῃ δ '
9999935 γεγηρακοτες
δ ' ἠσαν ὑπο ἀναγκης τε και φρονηματος και οἱ γεγηρακοτες : συνεστρατευοντο δε σφισι και αἱ γυναικες ἑκουσιως ,
βαλοι τον λογον . αἱ μεν γαρ , ὡσπερ στρατιωται γεγηρακοτες , τα παλαια σφων αὐτων ᾀδουσαι τοις παρουσι στενουσιν
9999935 θαλαττια
ζῳου εἰτα μεντοι τῳ συγγραφει τῳ Κνιδιῳ προσεχετω . Σκολοπενδρα θαλαττια διαρρηγνυται , ὡς φασιν , ἀνθρωπου προσπτυσαντος αὐτῃ .
ὁσα ἐν τῳ ἑτερῳ κακα . ἐαν δε ἡ πολις θαλαττια ᾐ ἠ νησος , τας τε ἠπειρους ἐρεις κακως
9999935 κολλαν
ἀσφαλτος . και τοις μεν χυτοις χρη τα οἰκοδομηματα συνδειν κολλαν , συναπτειν , συναρμοττειν συμπηγνυναι , συμβαλλειν , τιτανῳ
προϲτιθεμενην . Ναρκιϲϲου ἡ ῥιζα ξηραντικηϲ ἐϲτι δυναμεωϲ , ὡϲ κολλαν τραυματα μεγιϲτα μεχρι και των κατα τουϲ τενονταϲ διακοπων
9999935 τραχεια
τεσσαρεσκαιδεκατῃ ” Κιλικιας δε της ἐξω Ταυρου ἡ μεν λεγεται τραχεια ἡ δε πεδιας . το τοπικον Τραχεωτης . ἀρχη
, εἰπερ μεταδιδωσι μηδενι . [ , ] λεξις δε τραχεια ἡ τετραμμενη και ἐφ ' ἑαυτης σκληρα τετραμμενη μεν
9999935 ἀδικημασι
Ῥωμαιων ἀνακαλουμενων πιστιν , δυο των χιλιαρχων μισοπονηρειν ἐπι τοις ἀδικημασι προσεποιηθησαν . τουτο δε ἐπραττον οὐκ ἐπι τοις γινομενοις
τε και ἐχοντων τας πολεις . ἐπειδη τε τοις ἐκεινων ἀδικημασι και τῳ μισει τῳ δια ταυτα εἰς αὐτους παρα
9999935 ἐκελευσεν
τηνδ ' ἐμουσαν εἰσαγων . ὁ Λυσιμαχος ἀκουσας ἐμβληθηναι αὐτον ἐκελευσεν εἰς γαλεαγραν και δικην θηριου περιφερομενον και τρεφομενον ,
πολιν , ἐνθα αὑτον περιμενειν , χιλιους δε μονους ἐπιλεξαμενος ἐκελευσεν αὑτῳ συνιστασθαι . και γιγνομενων τουτων οἱ μεν εὐθυς
9999934 κομισθεις
ἐδιωκεν ἁμα τῃ παρουσῃ φρουρᾳ : κἀγω δε συνανεβην φοραδην κομισθεις . Ὡς δε εἰδον οἱ λῃσται προσιουσαν ἠδη την
ὀνομα Περιηρης ἐν Ὀγχηστωι Ποσειδωνος τεμενει τιτρωσκει : ὁ δε κομισθεις εἰς Ὀρχομενον ἡμιθνης ἐπισκηπτει τελευτων Ἐργινωι τωι παιδι ἐκδικησαι
9999934 ἀνθερεωνα
τεμνειν και προκενωθεντων κλυστηρι ἠ φλεβοτομιᾳ σικυαζειν τον ὑπο τον ἀνθερεωνα τοπον και ἀποφλεγματισμοις τοις προειρημενοις χρησθαι και διακλυσμασι τοις
, εἰτ ' αὐθιϲ ἐπι ἰνιον , εἰτα ἐπ ' ἀνθερεωνα , κἀντευθεν δια παρειων ἐπι το βρεγμα και παλιν
9999934 ἐμπειρια
Ἐμοιγε , εἰ μη τι συ ἀλλο λεγεις . Τινος ἐμπειρια ; Χαριτος τινος και ἡδονης ἀπεργασιας . Οὐκουν καλον
, καταπλαγεις το ἀξιωμα των ἀνδρων : μεγαλη γαρ τις ἐμπειρια περι τουτους εἰναι δοκει και παρατηρησις των ἀστρων ἀκριβεστατη
9999934 ἀγανακτησας
ἀποδημιαν . Ὁ μεν ταυτα ἐλεγεν . ὁ δε Ἀλεξανδρος ἀγανακτησας ἐπι τῳ ἐλεγχῳ και μη φερων του ὀνειδους την
, ἐβλασφημουν τον νεανιαν ὡς ἀνανδρον : ὁ δ ' ἀγανακτησας και ἐπιλαθομενος του πατρος , συνεβαλε και ἐνικησεν :
9999934 τἀλλοτρια
γ ' ἐκεινου εἰναι Ἀμφιπολιν : ἐστι γαρ ἐχειν και τἀλλοτρια , και οὐχ ἁπαντες οἱ ἐχοντες τα αὑτων ἐχουσιν
ταλας , ἀποδυομαι μεθ ' ἡμεραν . Συ γαρ ἀξιοις τἀλλοτρια πραττων ἐσθιειν ; Ὁρᾳς ἁ ποιει ; Ταυτ '
9999934 κανονι
ἡσυχαζων πολλακις και περι εἰρηνης διαπρεσβευομενος δηλος ἐστιν οὐ τῳ κανονι της στρατηγικης κεχρημενος , ἀλλ ' ἑτερας τινος τεχνης
δοξαν σκοπειν ; Φαυλῳ γαρ ἀν , ὠ ἀριστε , κανονι και πανταπασι σκολιῳ μα Δι ' οὐ μιαν τινα
9999934 μηδεπωποτε
πατρῳων , και προς τους ἀλλους ἁπαντας οὑτως βεβιωκα ὡστε μηδεπωποτε μοι μηδε προς ἑνα μηδεν ἐγκλημα γενεσθαι . και
την θερμην αἰτιωμενος . νυν δ ' αὐ και οἱ μηδεπωποτε ὀνομα ἀκουσαντες Ἐφορου τουτ ' ἰσασιν ἐκ πολλων ἡμερων
9999934 τερμινθου
σκανδιξ , σκολυμου ἡ ῥιζα , σμυρνα , σχινος , τερμινθου ὁ καρπος και τα φυλλα , φακοι , φυκος
' ἁλμηϲ τε και ὀξαλμηϲ ϲυντιθεμενοι , οἱον ϲχινου και τερμινθου και τηϲ κιναραϲ ἡ ϲαρξ . και ἡ φακη
9999934 προαιρετικα
ἐφ ' ἡμιν μεν προαι - ρεσις και παντα τα προαιρετικα ἐργα , οὐκ ἐφ ' ἡμιν δε το σωμα
ἐν ἑαυτοις πορωδεις τε και λιθωδεις συστασεις πηγνυσθαι τε τα προαιρετικα νευρα και τους συνδεσμους και τους τενοντας , ἐπιτηδειως
9999934 ὠνομασαν
ἀνεχοντα της γης . ἠδη δε τινες των ἰατρων τιλους ὠνομασαν ταυτας τας τριχας . καλουνται δ ' ὀφρυων κεφαλαι
του ὁριζοντος γωνιων ἐμφανιζεσθαι . Τους γαρ ἀνεμους ἀλλοι ἀλλως ὠνομασαν των παλαιων , δυνατον δε ἐστιν τῳ βουλομενῳ ἀπο
9999934 Λευκιου
ἀκοντισαι μεν ἀμεινονων ὀντων των Καισαρος , συμπλεκεσθαι δε των Λευκιου μονομαχων : και πολλους ἐκτεινον συμπλεκομενοι . Ὡς δε
Ῥωμαιων ἐς την Ἑλλαδα ἠπειγετο , στρατηγουντος Ποπλιου και ναυαρχουντος Λευκιου . . . . , . . ὁτι ὁ
9999934 κοιλης
παχειας ἀρτηριας : δυο μεν γαρ ἀποσχιζονται φλεβες ἀπο της κοιλης φλεβος , δυο δ ' ἀρτηριαι ἀπο της παχειας
και ἐν Αἰγυπτῳ και Φοινικῃ και της Συριας δε της κοιλης , ἐν ᾑ γ ' οἱ πλειστοι τυγχανουσιν ,
9999934 ἐμαρτυρησαν
και τους μαρτυρας δια τουτο διωκω των ψευδομαρτυριων , ὁτι ἐμαρτυρησαν ἐθελειν παραδιδοναι τον Θεοφημον την ἀνθρωπον , οὐδαμου το
δεκατῃ φασκοντες παραγενεσθαι το της τηθης ὀνομα Κλειταρετην τον πατερα ἐμαρτυρησαν θεσθαι αὐτῃ . Θαυμαζω οὐν εἰ ὁ ἀνηρ ὁ
9999934 Μνημοσυνης
τῳ των λογων ἐρωτι . τουτι δε το δωρον των Μνημοσυνης ἀκριβως . Ἐγω σε πολεμουντα τοις κλεπταις ἐπαινω .
την ῥευσιν , δια της Μνημοσυνης το μονιμον τουτων , Μνημοσυνης τινος οὐσης , δια της Τηθυος το αὐξητικον τε
9999934 παρεστησε
Μειον και μειαγωγος : Ἰσαιος ἐν τῳ προς Στρατοκλεα “ παρεστησε ” μειον . “ θυμα ἐστιν ὁ τοις φρατορσι
καταφαναι ἠ ἀποφαναι ὁ Ἀριστοτελης εἰπεν , ἀλλ ' αὐτο παρεστησε το ὀν ὡς μη ἐνδεχομενον ἀλλως ἀληθευειν ἠ μονον
9999934 δωδεκατημοριου
. ἐπι τελει δε τῳ του Ἑρμου οὐδεποτε πλειον ἑνος δωδεκατημοριου την ἀπο του ἡλιου διαστασιν ἐφ ' ἑκατερα ποιουμενῳ
δια μεσων των ζῳδιων κυκλου τμηματων τῃ δι ' ἑνος δωδεκατημοριου , ἐπι δε των προς ἀνατολας ἠ και προς
9999934 ρια
” “ κενεωνας ” δε καλει ἐκεινα τα μο - ρια τα ἀπο του τελευταιου πλευρου μεχρι του ὀστου της
δυο ποταμων καλουμενα Σογδια , ὡν τα περατα . . ρια μζ και . . . . . . .

Back