. πως οὐν ταυτα ὑπομενουσιν ὀδυνην ; τῳ βαρεισθαι την κοιλοτητα γινεται ὀδυνη . περιτεινεται γαρ ὁ ὑμην , ποιει
ὀστουν του βραχιονος , μειζον ὑπαρχον του πηχεος , μειζονα κοιλοτητα ἐχει , και το ὀστουν του μηρου , μειζον
9999974 ἰσχνοτητα
, ἱνα μη καμπτηται δια τε το μηκος και την ἰσχνοτητα . ἠν δε και ἀσεβης και παρανομος , ὡς
τας ὑπερβολας ἑκατερας φυλαττομενον . ἡ δε πολλη τριψις την ἰσχνοτητα ποιει , και ἡ μεση κατα ποσοτητα την ἀναθρεψιν
9999974 μαλακοτητα
της ἐξολκης τροπος , συντρεχοντος του δερματος δια την ἰδιαν μαλακοτητα και δια το μηκος τῳ περιτενες εἰναι : ἀλλ
, μαλιϲτα δε ἐν ταιϲ ἑλιξι των ἐντερων δια την μαλακοτητα . και δριμεα ὀντα τῃ φυϲει και δακνωδη προϲκαθεζομενα
9999973 ψυχροτητα
περι Βαβυλωνα και Συριαν καλλικαρπος . Ὁ γαρ ἀηρ δια ψυχροτητα τα μεν ὁλως οὐ δεχεται τα δε ὁσον εἰς
ὡσπερ δη ἡλιος μεν φως πυρ δε θερμοτητα χιων δε ψυχροτητα . Εἰ μεν οὐν τεχνῃ τον Κοσμον ποιουσι Θεοι
9999972 Στρατοκλης
σε φασιν , Ἀπολλωνιε , τουτι γαρ ἀπηγγειλεν ἐνταυθα και Στρατοκλης ὁ Φαριος ἐντετυχηκεναι σοι φασκων ἐκει , και την
γαρ και Ἁγνιας , ὠ ἀνδρες , και Εὐβουλιδης και Στρατοκλης και Στρατιος ὁ της Ἁγνιου μητρος ἀδελφος ἐξ ἀνεψιων
9999972 Συρακοσιος
θεαματων καλων , και ὀνειρων ἀληθινων . Ἠλθεν εἰς Σπαρτην Συρακοσιος σοφιστης , οὐ κατα την Προδικου καλλιλογιαν , οὐδε
ταττειν συν αὐτοις και ἐκεινο γε δηπου . Γελων ὁ Συρακοσιος καθευδων βαθυτατα ἐδοκει διοβλητος γεγονεναι . και το μεν
9999972 θερμοτητα
εἰσι των τοιουτων χυμων : οὐτε γαρ ἐρευθος ἐπιφερει οὐτε θερμοτητα πολλην , εἰ μη τι σπανιως , ἀλλα και
, αἱ ὑπο ἀρκτικον και ἀνταρκτικον , μια δε δια θερμοτητα , ἡ ὑπο τον ἰσημερινον , ἡ καλειται διακεκαυμενη
9999972 Συρακοσιων
προς τον κρημνον αὐτοις ἐξειργαστο , ἐπιχειρουσιν αὐθις τῳ των Συρακοσιων σταυρωματι και ταφρῳ , τας μεν ναυς κελευσαντες περιπλευσαι
ἀν Ἀττικων μεν νεων ἀπολομενων ἑξηκοντα , παρα δε των Συρακοσιων ὀκτω μεν τελεως διεφθαρμενων , ἑκκαιδεκα δε συντετριμμενων .
9999972 ἀκροτητα
ὑποκρυπτομενων . Ἀλλα γαρ το ἐξαρχης παλιν ἀναληπτεον ὡς την ἀκροτητα των ὀντων ὀνομαζομεν ὀν και οὐσιαν , οὐκ ἀπο
γεγονως , θαυμα τε οὐ μικρον παρεσχε Ῥωμαιοις , φυσεως ἀκροτητα δηλωσας ἐν τοιᾳδε ἡλικιᾳ , και τοις ἀνδρασι πολυς
9999970 ἀπαγγελιαν
ἐτι δε προς τουτοις ἀνασκευαζομεν και κατασκευαζομεν . την μεν ἀπαγγελιαν ἡτις ἐστι , και ἐν τῳ περι της χρειας
γεροντος πιθηκου . Και ταυτα μεν ταυτῃ . Την δε ἀπαγγελιαν βουλονται περιοδων ἀλλοτριαν εἰναι γλυκυτητος ἐγγυς . Ὁ δε
9999970 ἀκριβης
Και ταυτα μεν του ἀμφημερινου τα γνωρισματα . Ὁ δε ἀκριβης τριταιος γινεται και παροξυνεται ἐπι πληθει και σηψει της
συνεκδεξασθαι δει τῳ και τριποδ ' ὠτωεντα το φερεσθαι : ἀκριβης γαρ ὁ ποιητης περι τα ἀκτα και φορητα .
9999970 Κολοφωνιων
, ὁπου ποτε ἐν τοις δυσκαταλυτοις πολεμοις το ἱππικον των Κολοφωνιων ἐπικουρησειε , λυεσθαι τον πολεμον : ἀφ ' οὑ
ἐκ της πατριδος ὑπεδεξαντο . Μετα δε οἱ φυγαδες των Κολοφωνιων φυλα - ξαντες τους Σμυρναιους ὁρτην ἐξω τειχεος ποιευμενους
9999970 παραλλαγη
ἡ δ ' ἀναφορα προς την ἡμετεραν αἰσθησιν ἐν ταυτῃ παραλλαγη γινεται των μερων : οὐδεν γαρ κωλυει την μεν
παραγεταιΟὐ . πιθανην ἀπολογιαν τινες φασιν , ὡς ἐν ῥημασι παραλλαγη προσωπων : διωκετον γαρ ἀντι του διωκετην : και
9999970 Συρακοσιους
, ὡσπερ ἀδειαν οὐσαν . ἐγω δ ' ἡγουμαι μεν Συρακοσιους οὐχ οὑτω παραφρονειν ὡστ ' ἀγαπητως και παρα δοξαν
μεν γαρ δια τον ἀπο των πολεμιων φοβον νομιζει τους Συρακοσιους μηθεν ἐπιχειρησειν κατ ' αὐτου πραξαι , καταπονηθεντων δε
9999970 ἀφροσυνης
ἀν εἰη μειζον κακον [ ἠ ] θαλλουσης και εὐφορουσης ἀφροσυνης ; ἀλλα και „ το ποτηριον Φαραω „ ,
περι τον βιον τεχνην , δει θεωρητικον αὐτον εἰναι της ἀφροσυνης καθαπερ και τον τεχνιτην της ἀτεχνιας , δεδεικται δ
9999970 διεχρησατο
Κρονου . Κρονος δε υἱον ἐχων Σαδιδον ἰδιῳ αὐτον σιδηρῳ διεχρησατο , δι ' ὑπονοιας αὐτον ἐσχηκως , και της
πολεμιοις ἐγενοντο . Τοτε τοινυν ποικιλως αὐτους προτερον αἰκισαμενος ἁπαντας διεχρησατο , τρεις τε μεδιμνους δακτυλιδιων εἰς ἀποδειξιν των ἀνῃρημενων
9999969 τρισμυριοι
δε πασα δυναμις ἠν των περι τον Εὐμενη πεζοι μεν τρισμυριοι πεντακισχιλιοι , ἱππεις δε ἑξακισχιλιοι ἑκατον , ἐλεφαντες δε
πληθος ἠν τοδε : της μεν Σπαρτιητικης ταξιος πεντακισχιλιοι και τρισμυριοι ἀνδρες ὡς ἐοντων ἑπτα περι ἑκαστον ἀνδρα , και
9999969 νεοτητα
των Ῥωμαιων ἀφειμενας ἀπο των σημαιων , την εὐζωνον ἀναλαβοντες νεοτητα , ἡν τ ' αὐτοι συντεταγμενην εἰχον και την
. ὁταν ποιηται τον στρατιωτικον καταλογον , οὐχ ἁπασαν την νεοτητα καλειν οἰεται δειν , ἀλλ ' ἐστιν οὑς παραιτειται
9999969 ἐστρατευσεν
Πανηγυρικῳ . Κυρειον στρατευμα το μετα Κυρου συναναβεβηκος , ὁτε ἐστρατευσεν ἐπι τον ἀδελφον Ἀρταξερξην : οὑ μετειχε και Ξενοφων
, ἀλλα και ἐκ των πλησιον πολεων , ἀξιολογῳ δυναμει ἐστρατευσεν ἐπι τας Θηβας . ἀντιταχθεντων δε των Θηβαιων ἐγενετο
9999968 προαιρετικα
ἐφ ' ἡμιν μεν προαι - ρεσις και παντα τα προαιρετικα ἐργα , οὐκ ἐφ ' ἡμιν δε το σωμα
ἐν ἑαυτοις πορωδεις τε και λιθωδεις συστασεις πηγνυσθαι τε τα προαιρετικα νευρα και τους συνδεσμους και τους τενοντας , ἐπιτηδειως
9999968 ἐστρατοπεδευσαντο
. Χειρισοφος μεν οὐν και ὁσοι ἐδυνηθησαν του στρατευματος ἐνταυθα ἐστρατοπεδευσαντο , των δ ' ἀλλων στρατιωτων οἱ μη δυναμενοι
ἀπαγουσιν αὐτους ἀπο του λοφου και προελθοντες ἐς το ὁμαλον ἐστρατοπεδευσαντο ὡς ἰοντες ἐπι τους πολεμιους . Τῃ δ '
9999968 διαιρετικη
και εἰς τας διαλεκτικας μεθοδους : τεσσαρες γαρ αὑται , διαιρετικη , ὁριστικη , ἀποδεικτικη , ἀναλυτικη , ἐπειδη και
ὑπογραφην της ἰδιαιτατα , κἀν τε συστατικη ᾐ κἀν τε διαιρετικη . και ὑπογραφει διχως ἑκαστην , ἀλλα νυν μεν
9999968 βαρυτητα
ὡσπερ των γλυκεων ἐμφαινει τινα πικροτητα , και των εὐωδων βαρυτητα ταις ὀσμαις . Ἐχει δε ἑκαστον ὀσμην ἰδιαν και
ἀει βραχεος , προς τουτο παλιν το εἰσω ὑπομενον την βαρυτητα του ἐκτος ἀντεπεισφερεσθαι . ταυτα δη ταις σικυαις παρεικαζει
9999968 σπερμα
ἐκαρτερης ' ἀρουρα , κοὐκ ἐμεμψατο του μη ' ξενεγκειν σπερμα γενναιον πατρος . ἐκ των μεγιστων δ ' ἠρξαμην
ῥιζας πασας καππαρεως της ῥιζης ἰρεως γλυκυριζου ἀνα # α σπερμα ἀκαληφης # ⊂ μελιτος α # β ἑψηματος #
9999968 ἀπαγωγην
ἀπαγοντες οὐκ εἰς ἀμφιβολον ἀλλ ' εἰς ὁμολογουμενως ἀτοπον την ἀπαγωγην ποιουνται , ὡσπερ και ὁ γεωμετρης βουλομενος δειξαι ,
ζητουμενα , ὡν το μεν προτερον ἐχει την παραγραφην , ἀπαγωγην οὐσαν της εὐθυδικιας , το δε δευτερον κατα μιαν
9999968 διαλεγομεθα
τους ἀγαθους περι ἑκαστα , τουτεστιν εἰτε μετα ἀριστων ἰατρων διαλεγομεθα ἠ γεωμετρων , εἰτε προς τους ὁμοιους , ἠγουν
ὡς εἰδες , πρωτῳ ἐντετυχηκα σοι και περι του Πρωτεσιλεω διαλεγομεθα , διαλεξομεθα δε και περι του καταλογου των ἡρωων
9999968 τυγχανοντι
τας τω γαμω κοινωνιας λαμβανοντες ταν καταρχαν . οὑτοι δε τυγχανοντι ἠτοι πατερες ἠ ἀδελφοι ἠ μητροπατορες ἠ πατροπατορες ἠ
προς τουτοις ἐν Πειραιει , τῳ κοινῳ Ἑλλαδος ἐμποριῳ πολυανθρωπῳ τυγχανοντι : εἰτα τα ἀπ ' ἀρχης ἀχρι τελους .
9999968 ἀπαγγελλει
ἐπι τον Παλαμηδην ἐστρεφεν . ἐπι τουτοις ὁ Πρωτεσιλεως τοιαυτα ἀπαγγελλει : τον Ἀχιλλεα στρατευοντα ἐπι τας νησους και τας
και Ἀχιλλει και Αἰαντι . Και τα του Παλαμηδους ὡδε ἀπαγγελλει : αὐτομαθη ἀφικεσθαι αὐτον και σοφιας ἠδη γεγυμνασμενον και
9999968 ἀκριβεστεροι
Ἀθηνησιν , ἐν οἱς οἱ νομοι περιεχονται . οἱ δε ἀκριβεστεροι ἀξονας μεν τετραγωνους λιθους , κυρβεις δε τριγωνους :
. του δε κενου παραδειγμα μεν ἐν τοις ἀριθμοις οἱ ἀκριβεστεροι των λογων οὐκ ἀπολιμπανουσιν , ἐπει μηδ ' ἐν
9999968 κολλαν
ἀσφαλτος . και τοις μεν χυτοις χρη τα οἰκοδομηματα συνδειν κολλαν , συναπτειν , συναρμοττειν συμπηγνυναι , συμβαλλειν , τιτανῳ
προϲτιθεμενην . Ναρκιϲϲου ἡ ῥιζα ξηραντικηϲ ἐϲτι δυναμεωϲ , ὡϲ κολλαν τραυματα μεγιϲτα μεχρι και των κατα τουϲ τενονταϲ διακοπων
9999967 τριγενες
και Ταρπαιον ὀρος . και ἐθνικον Ταρπαιος ὡς Ῥωμαιος , τριγενες . Ταρρα , πολις Λυδιας . [ ἀφ '
: ψαμαθος κυαθος καλαθος και λαπαθος . το μεντοι ἀγαθος τριγενες . το δε ὁρμαθος και γυργαθος ὀξυνεται ἀπο μακρας
9999967 προτακτικα
μη ἐμποδιζεσθαι τα της ἐγκλισεως . ἠν γαρ και αὐτα προτακτικα , την μεν ἀναφοραν ἐπιστρεφοντα εἰς τα προκειμενα ,
το ἐπιμελειται . αὐταρ : δε . ὁ : τα προτακτικα ἀρθρα στερηθεντα των ὑποκειμενων ὀνοματων ταχυτερον ἐκφωνουνται και ἀντι
9999967 ἑνδεκατην
ἑνδεκα , και τας μεν δεκα σιτεισθαι , την δε ἑνδεκατην ἀπολειπειν : . οὐκουν ἐκπλαγηναι δικαιον την αὐτοδιδακτον σοφιαν
, τελειως την ἑβδομην εἰναι κρινειν . εἰθ ' οὑτως ἑνδεκατην , τεσσαρεσκαιδεκατην δε μετ ' αὐτην , εἰθ '
9999967 Καρχηδων
παρηλθεν εὐπραγια . τι δε Αἰθιοπες , τι δε και Καρχηδων και τα προς Λιβυην ; τι δ ' οἱ
ἀπιστιαν αὐτης και αὐθις ἀνεπυνθανοντο ἀλληλων , εἰ τῳ ὀντι Καρχηδων κατεσκαπται : ἐλεσχηνευον τε δι ' ὁλης νυκτος ,
9999967 γνωμης
ἰατρος ὡς αὐτον τοις ἀπο της τεχνης τα ἀπο της γνωμης προστιθεις . ἐκλεισεν αὐτῳ τας θυρας ἐλεγξας μεν ἐπ
ἀνασταντας και φωναις μειζοσι και ἐκβοησεσιν ἐπαλληλοις ἐπαινον μεν της γνωμης , ἐπαινον δε και του ποιητου συνειροντας , ὁς
9999967 κατεθετο
δια των φυσικων δυναμεων , ἁς ἠρνησατο μεν Ἐρασιστρατος , κατεθετο δε ὁ Γαληνος , ἐδιδου δε Ἱπποκρατης . νυν
λυσαι , και ὁτι τον βωμον , ὁν περων Δαρειος κατεθετο ἐπ ' ὀνοματι Διαβατηριου Διος , ἠφανισαν . Δατις
9999967 συμπληρουν
οἰκου τε και πολεως και , το μεγιστον , κοσμου συμπληρουν ὀφειλει το ἀπογινομενον τουτων ἑκαστον , ἐαν μελλῃ μητε
και διαβαλλει την πολιν ἐν οἱς λεγει : καθολου δε συμπληρουν δει το παραγραφικον , ἐπαναγοντα ἐπι την διαβολην της
9999967 θριδακιναι
μεθ ' ὑδατοϲ και τα ῥοφητα ὠα ἀνευ γαρου και θριδακιναι ἀπεζεϲμεναι . ποτῳ δε ὑδατι παντωϲ χρηϲτεον . διδοναι
ἐδεσματων . μαλιστα δε αὐτων ἁρμοζουσιν αἱ ὑγραι και γλυκειαι θριδακιναι . πεπλυσθωσαν δε ἀκραφνει ψυχρῳ ὑδατι , καλλιστα μεν
9999967 ἀναγκηϲ
πικρον ὁμοιον τιτανῳ και τεφρᾳ , ξηρον και θερμον ἐξ ἀναγκηϲ ἀποτελειται . και μεν δη και δι ' αὐτο
ἐν τῳ β λογῳ . εἰ δ ' ὑπ ' ἀναγκηϲ ποτε χρηϲθαι τινι των τοιουτων ϲυμβαιῃ , αὐτικα προϲφερεϲθαι
9999967 ἐμπιπτουσης
ἐν ἀριστερᾳ κειμενη ἐτι πληττεται ὑπο της χειρος της λαιας ἐμπιπτουσης ἠρεμαιως και οἱον νη Δι ' ἀταλλουσης . ὁρα
δε κατω και την μεν ἐπι το ἑτερον μερος της ἐμπιπτουσης εὐθειας , την δε ἐπι το ἑτερον : εἰ
9999967 παραλαμβανεσθω
ἐνδειξιν [ ἐλαβεν ] , ὡστε το μεν πρωτον λουτρον παραλαμβανεσθω δια την διαθεσιν , το δε δευτερον δια την
ἡ δε διαιτα ἐστω λεπτη και ξηραινουσα . και χρησις παραλαμβανεσθω αὐτοφυων ὑδατων στυπτηριωδων και νιτρωδων μαλλον , εἰτα θειωδων
9999967 κατηγορησε
και ἐνιοτε οἱς αὐτος τις ἐνοχος ἐστι , ταυτι φθασας κατηγορησε του πλησιον ἐκφυγειν οὑτω πειρωμενος την διαβολην . και
, μαθητου την φωνην αὐτωι χρησαντος Ἀρχαγορου του Θεοδοτου . κατηγορησε δ ' αὐτου Πυθοδωρος Πολυζηλου , εἱς των τετρακοσιων
9999967 κομισθεις
ἐδιωκεν ἁμα τῃ παρουσῃ φρουρᾳ : κἀγω δε συνανεβην φοραδην κομισθεις . Ὡς δε εἰδον οἱ λῃσται προσιουσαν ἠδη την
ὀνομα Περιηρης ἐν Ὀγχηστωι Ποσειδωνος τεμενει τιτρωσκει : ὁ δε κομισθεις εἰς Ὀρχομενον ἡμιθνης ἐπισκηπτει τελευτων Ἐργινωι τωι παιδι ἐκδικησαι
9999967 συμπερασμα
οὐδε ἀναγκαιον συναγεται , δηλον ἐντευθεν : το γαρ ἀναγκαιον συμπερασμα ἠ ἐξ ἀναγκαιων ἀμφοτερων ἠ της ἀποφατικης ἀναγκαιας οὐσης
, τουτεστιν ὁ ἐλαττων τῳ μειζονι . και οὑτως το συμπερασμα ἀντιστρεψαντες εὑρησομεν και το Α τινι των Β ἐνδεχομενως
9999966 παραγραφικῳ
εἰληπται : Ἡ δ ' αὐ ἀγραφος διαιρειται προβολῃ , παραγραφικῳ , τῳ ἀπο του ῥητου , μεταληψει , συλλογισμῳ
οἱ ἀστυγειτονες ὡπλισμενοι , και ἐπαυσατο ἡ στασις . ΟΡΙκῳ παραγραφικῳ : και τις της ἐπιβουλης ἡ ἀποδειξις ; οὐτε
9999966 συμπιπτετωσαν
ἡ ΔΕ ἐλασσων ἐστι της ἐν τῃ σφαιρᾳ διαμετρου . συμπιπτετωσαν κατα το Ζ σημειον . ἐπει οὐν ἀπο τινος
, εἰπερ και αὑται κἀκειναι δυο ὀρθαις εἰσιν ἰσαι . συμπιπτετωσαν οὐν αἱ ΖΑ , ΗΓ κατα το Λ .
9999966 πεντακοσιοι
Ὀυουλτουρνῳ ποταμῳ , ἐν ᾑ πολιορκουμενοι Πραινεστινων ἀνδρες τετταρακοντα και πεντακοσιοι προς ἀκμαζοντα Ἀννιβαν ἐπι τοσουτον ἀντεσχον , ὡσθ '
των Ἀθηνων του αὐτου θερους τελευτωντος χιλιοι ὁπλιται Ἀθηναιων και πεντακοσιοι και χιλιοι Ἀργειων και χιλιοι των ξυμμαχων ναυσι δυοιν
9999966 συμποσια
συμποσιῳ καθηκον ἀναστρεφομενην ἐπιστημην οὐσαν του πως δει ἐξαγεσθαι τα συμποσια , και του πως δει συμπινειν : την δ
πολιτειᾳ , φησιν : ὁ καλουμενος κοτταβος παρηλθεν εἰς τα συμποσια και περι Σικελιαν , ὡς φησιν Δικαιαρχος , πρωτον
9999966 διαληψομεθα
ἐχει γαρ διαφοραν . και πρωτον περι των αἰτιων μικρον διαληψομεθα . των γαρ αἰτιων το μεν τελικον ἐστι ,
ἐπι θερμοτεροιϲ χυμοιϲ ϲυνιϲταμενων ὀγκων διαλαβοντεϲ αὐθιϲ περι των ἐναντιων διαληψομεθα την ἀρχην ἀπο του οἰδηματοϲ ποιουμενοι . ὡϲπερ γαρ
9999966 ἀπετελεσεν
ταυτα το σταδιον το ὑπερ τον Ἰλισσον ἐσω τετταρων ἐτων ἀπετελεσεν ἐργον ξυνθεις ὑπερ παντα τα θαυματα , οὐδεν γαρ
ζῳδιῳ και του Διος ἐν Ὑδροχοῳ λαμπρον και ἐνδοξον τουτον ἀπετελεσεν . ὁμοιως και ἡ Σεληνη πληθουσα ἐν τριγωνῳ σχηματι
9999966 χαλεπωτεραν
ἐγωγε ἀθλια , ἡτις την γην ὡς ἐπιβουλον ἐφυλαττομην πολυ χαλεπωτεραν ἐχουσα την θαλασσαν , ἐφ ' ἡν κατεφυγον .
: τροπον γαρ τινα και ὁ μετανοων σῳζεται , την χαλεπωτεραν των ἐν τῳ σωματι παθων νοσον ψυχης ἐκτρεπομενος .
9999966 ἀφροσυνην
ὡς οὐ δεοι ὁδοιπορειν . ὁ δε ὡς ἐγνω την ἀφροσυνην αὐτων , ἐπεψηφισε μεν οὐδεν , τας δε πολεις
ἐν αὐλῃ . Πολλων οὐν φονευομενων ἀλληγορικως Ὁμηρος την βαρβαρικην ἀφροσυνην ὑπο Διομηδους τετρωσθαι παρεισηγαγεν . Ὁμοιως δ ' ὁ
9999966 κατεπεμψεν
μεταπεμπονται τας πολεις ὁσαι βουλοιντο της εἰρηνης μετεχειν ἡν βασιλευς κατεπεμψεν . ἐπει δε συνηλθον , δογμα ἐποιησαντο μετα των
τους δεομενους , και ὁτι δια τουτο ὁ θεος αὐτον κατεπεμψεν , ὁτι ᾐδει αὐτον ἐλεημονα και εὐ ποιουντα τους
9999966 ὡρισαντο
τα δε εἰς ἰδιον τι παθος ψυχης μονα συγγνωμης εἰναι ὡρισαντο , οἱον ἐλεον ἠ ὑπνον ἠ εἰ τι τοιουτον
. Και ταυτα μεν κατα το ὁλοσχερεστερον , μερικως δε ὡρισαντο ἐν μεν Κριῳ ἐκλειψεως γενομενης ἐν Αἰγυπτῳ και τοις
9999966 αἰσθητηριοις
αὐτους παθων ἱκανως ἐκτεθειμενων . Ὀσφρησεως δε κοινα τοις ἀλλοις αἰσθητηριοις παθη , ὁσα δια τε το μερος του ἐγκεφαλου
και μη παροντων των αἰσθητων μεχρι τινος μενει ἐν τοις αἰσθητηριοις το ἐγκαταλειμμα , και ἐκ τουτων δηλον . παραπλησιον
9999966 ξυμμαχων
και Λακεδαιμονιοι ξενηλασιας μη ποιωσι μητε ἡμων μητε των ἡμετερων ξυμμαχων , τας δε πολεις ὁτι αὐτονομους ἀφησομεν , εἰ
' ἀλλον μηδενα τειχος ἐχοντα , το δε πλεον των ξυμμαχων ἐξοτρυνοντων και φοβουμενων του τε ναυτικου αὐτων το πληθος
9999966 φιλοφροσυνην
ἐτι δ ' ἐπει προς , και το τελος φαινεσθαι φιλοφροσυνην . εἰ δε ταυτην προς φιλιαν . ἀλλως την
τους προηκοντας , προς δε τους ὁμηλικας ἀπλαστον ὁμοιοτητα και φιλοφροσυνην , συνεπιτασιν τε και παρορμησιν προς τους νεωτερους φθονου
9999966 ὀνομασθεισαν
Ἀλφειος , οὐ μην οὐδε ἐν τῃ Ἀρκαδων Πυλον ποτε ὀνομασθεισαν ἰσμεν πολιν . ἀπεχει δε ὡς πεντηκοντα Ὀλυμπιας σταδιους
' ἐκεινης Ὀρτυγιαν ὑπο τε των χρησμων και των ἀνθρωπων ὀνομασθεισαν . ὁμοιως δε και κατα την νησον ταυτην ἀνειναι
9999966 ἀγριοτητα
φυσεσι και προαιρεσεσι χρησαμενων διαφερουσαιςοἱ μεν γαρ προς το ἀτιθασον ἀγριοτητα θηριων ἐκνικησαι σπουδασαντες , οὐδεν παραλιποντες των εἰς ὠμοτητα
εἰσι και μελετῃ συγκροτουνται θηριουμενοι καθ ' ἑκαστην ἡμεραν προς ἀγριοτητα , χρηστον μεν οὐδεν ἀλλ ' οὐδ ' ἐκ
9999965 ἀποκρινομεθα
τινος ἐρωτησαντος δια το ἀποσβεννυσθαι το πυρ ἐν τοις νεφεσιν ἀποκρινομεθα : τι δε ἐστι βροντη ἐρωτησαντος , λεγομεν ψοφος
ἀνθρωπος ; ἠ ποσαχως ὁ ἁλιευς ἀγρευει τους ἰχθυας ; ἀποκρινομεθα δη και προς τουτο : μοναχως , διχῃ ,
9999965 μετεπεμψαντο
Σταγειριτην και ἑορτην ἠγον Ἀριστοτελεια : και ἐν Χαλκιδι τελευτησαντος μετεπεμψαντο το σωμα και βωμον ἐπεστησαν τῳ ταφῳ και Ἀριστοτελειον
αὐτῳ μεγα οἱ Ἀθηναιοι προτερον πολεμιον νομιζοντες προξενον ἐποιησαντο και μετεπεμψαντο , βουλομενοι Σιταλκην σφισι τον Τηρεω , Θρᾳκων βασιλεα
9999965 μεγαλοπρεπες
τους δε Λιβυας θαυμαζοντας την εὐταξιαν και το της ψυχης μεγαλοπρεπες , τροφας τε παρεχεσθαι τοις ἀνθρωποις δαψιλεις και συστρατευειν
εἰς λογον ἀει τελευταν ποιεις . Ἀλλα νη Δια το μεγαλοπρεπες τε και ἐλευθεριον ἀμυδρως ἀν τις ἐμφαινεσθαι φαιη τῳ
9999965 τἀλλοτρια
γ ' ἐκεινου εἰναι Ἀμφιπολιν : ἐστι γαρ ἐχειν και τἀλλοτρια , και οὐχ ἁπαντες οἱ ἐχοντες τα αὑτων ἐχουσιν
ταλας , ἀποδυομαι μεθ ' ἡμεραν . Συ γαρ ἀξιοις τἀλλοτρια πραττων ἐσθιειν ; Ὁρᾳς ἁ ποιει ; Ταυτ '
9999965 εὑρισκομενα
τε γαρ εὐποριστα ἐστι και κατα πασαν καιρων περιστασιν εὐχερως εὑρισκομενα , και εἰς τας ἐπικρισεις των συνθετων δυναμεων εὐχρηστος
, ὡς ἐπιπαν ἐν τοις των ἀδηφαγων | παιδιων διαχωρημασιν εὑρισκομενα . οἱ γαρ ἐλλογιμωτατοι των συγγραφεων εἰδος αὐτα σκωληκων
9999965 οἰνομελιτι
πικρων , ϲικυου ἀγριου ῥιζηϲ ἀνα λι . α : οἰνομελιτι ϲυλλεαινων ἐπιχριε και μετα ὡριαιον διαϲτημα ἀποϲπογγιζε . ποιει
ὑδατος , κατα μεν την γευσιν ἡδυς και ἀπολαυστικος , οἰνομελιτι χρηστῳ παραπλησιος , ᾡ χρωνται χωρις ὑδατος : οὐ
9999965 κουροι
πυρι βαλλε θυηλας . και σπονδοποιειται γε τους δαιτυμονας : κουροι μεν κρητηρας ἐπεστεψαντο ποτοιο , νωμησαν δ ' ἀρα
ἠγινεον ἀνα ἀστυ , πολυς δ ' ὑμεναιος ὀρωρει : κουροι δ ' ὀρχηστηρες ἐδινεον , ἐν δ ' ἀρα
9999965 ὠνομασαν
ἀνεχοντα της γης . ἠδη δε τινες των ἰατρων τιλους ὠνομασαν ταυτας τας τριχας . καλουνται δ ' ὀφρυων κεφαλαι
του ὁριζοντος γωνιων ἐμφανιζεσθαι . Τους γαρ ἀνεμους ἀλλοι ἀλλως ὠνομασαν των παλαιων , δυνατον δε ἐστιν τῳ βουλομενῳ ἀπο
9999965 κατελιπεν
πολλοι φρονιμοι γεγονασι : ταυτην γαρ μιαν ὁ νους ἑαυτῳ κατελιπεν διδασκαλον , ὡσπερ δικαστην ἠ κριτην ἠ κυριον .
τουτων μαρτυρουντων , ἐγω δε ἀπεστερηθην ὡν ὁ πατηρ μοι κατελιπεν χρηματων και του δικην λαβειν περι ὡν ἀδικουμαι .
9999965 δωδεκατημοριοις
στηριγμους ἠ ἀκρονυκτους φασεις ποιωνται συσχηματιζομενοι τοις την αἰτιαν ἐχουσι δωδεκατημοριοις , ἐπειδηπερ ἀνατελλοντες μεν ἠ στηριζοντες ἐπιτασεις ποιουνται των
, μηδετερως δε τυχοντες , ἀλλα μονον ἐν τοις συσχηματιζομενοις δωδεκατημοριοις , εἰ μεν ἐν τοις τριγωνοις εἰεν ἠ ἐν
9999965 ἀνδρειῳ
μεν οὐκ ἐπηλθε κατα σεμνου τινος , φοβερος ἐσται τῳ ἀνδρειῳ , καθοσον δε λυπηρος ἐστιν , οὐδαμως . ὡστε
φιλος οὐδε ὁ δειλος τῳ θρασει : οὐτε μην τῳ ἀνδρειῳ , ἐπειδη ἡ κακια ἀοριστος ἐστι και ἀπειρος ,
9999965 ἐμπειρια
Ἐμοιγε , εἰ μη τι συ ἀλλο λεγεις . Τινος ἐμπειρια ; Χαριτος τινος και ἡδονης ἀπεργασιας . Οὐκουν καλον
, καταπλαγεις το ἀξιωμα των ἀνδρων : μεγαλη γαρ τις ἐμπειρια περι τουτους εἰναι δοκει και παρατηρησις των ἀστρων ἀκριβεστατη
9999965 λαβουσης
ἡ προς την διπλην ἀνωμαλιαν της σεληνης ὑποθεσις , διορθωσιν λαβουσης της πρωτης : και κατα την μιξιν ἀμφοτερων των
καινον ἐπικειται σχημα . κωνον ἡμισεα τουτο καλουσης γεωμετριας ἀκηκοα λαβουσης ἐντευθε της προσηγοριας την ἀφορμην . τεθεαται τις τυχον
9999965 Δημοσθενην
λογοις οἱ συμπρεσβεις , ἀλλ ' ὁλην την πορειαν ἠναγκαζομεθα Δημοσθενην ὑπομενειν ἀφορητον ὀντα και βαρυν ἀνθρωπον : ὁς διασκοπουντων
δε του ἐλλειποντος , ὁταν δεικνυωμεν μη καλως φαμενον τον Δημοσθενην , ὑποκρισιν εἰναι την ῥητορικην : πολλων γαρ και
9999965 κεκακωμενη
πληθυνθησονται οἱ φιλοι αὐτου και ἐπαινετος ἐσται . εἰ δε κεκακωμενη ἐστιν ἡ Ἀφροδιτη , δεος γενησεται περι αὐτου .
ὑπο ἀγαθοποιου , ὑπαρχει δε συν τουτοις και ἡ Σεληνη κεκακωμενη ἐν τοις ὡροσκοποις των ἐναλλαγων των ἐτων και των
9999965 δουλοσυνης
. Ἠθελες , ὠ Ζηνων , ἀνδρα τυραννον κτεινας ἐκλυσαι δουλοσυνης Ἐλεαν . ἀλλ ' ἐδαμης : δη γαρ σε
ἐπ ' ἡμεας μουνους ἐστρατηλατεε ὁ Περσης τεισασθαι της προσθε δουλοσυνης βουλομενος , χρην αὐτον παντων των ἀλλων ἀπεχομενον ἰεναι
9999965 γιγνωσκει
αὐτον ἑκαστον διεστη και περιεγραφη : δια τουτο και ἀλληλα γιγνωσκει και τον ὁλον : ὁλος δε και πας ἐν
ψογον τρεμουσα δημοτων ἐλειπετο . ξυνηχ ' : ὑποπτος οὐσα γιγνωσκει πολει . τοιαυτα : μισειται γαρ ἀνοσιος γυνη .
9999965 Αἰσχυλος
ἐπι πλου τιθεασιν , πλην και ἐπι ὁδοιποριας , ὡς Αἰσχυλος και Ἀριστοφανης . . , : ἀκταινωσαι . .
: . . . φοιταις ἐπι δειπνον ἀνηστις , και Αἰσχυλος ἐν Φινει : × – ἀνηστις δ ' οὐκ
9999965 ἑτεροτητι
ἀνθρωπικας ποιουσα , ἡτις εἰς ταὐτον τῃ κατ ' οὐσιαν ἑτεροτητι των ψυχων συντρεχει . Δευτερα δ ' ἐστι κρισις
ἀλληλων . ὁλως δε τας μεν ἀρχας ἁμα οὐσας εὐλογον ἑτεροτητι διαφερειν , ὡσπερ και τους της φυσεως λογους ἁμα
9999965 ἐμαρτυρησαν
και τους μαρτυρας δια τουτο διωκω των ψευδομαρτυριων , ὁτι ἐμαρτυρησαν ἐθελειν παραδιδοναι τον Θεοφημον την ἀνθρωπον , οὐδαμου το
δεκατῃ φασκοντες παραγενεσθαι το της τηθης ὀνομα Κλειταρετην τον πατερα ἐμαρτυρησαν θεσθαι αὐτῃ . Θαυμαζω οὐν εἰ ὁ ἀνηρ ὁ
9999965 ἀμφιβολοι
ἐπειτα δε ὁτι και του συμφεροντος ἑνεκεν των ἀκουοντων πολλακις ἀμφιβολοι διδονται χρησμοι την διανοιαν αὐτων γυμναζοντες : χρωνται γαρ
. οὐ πεποιθοτες τυχῃ ] οὐ θαρρουντες , ἀλλ ' ἀμφιβολοι ὀντες εἰ ἐτι σωθειημεν . ἐβουκολουμεν ] ὡσπερ ἐθεραπευομεν
9999965 ὠφελιμοι
χρη ποιητας ἀσκειν . Σκεψαι γαρ ἀπ ' ἀρχης ὡς ὠφελιμοι των ποιητων οἱ γενναιοι γεγενηνται . Ὀρφευς μεν γαρ
τοις μελεσι διδωσιν . Οἱ φωστηρες ἐν μεν ἀγαθοποιων τοποις ὠφελιμοι εἰσιν , ἐν δε κακοποιων βλαπτικοι . ὁ δε
9999964 νοσουντι
γαρ ληφθεντων οὐκετι γινεται ἀληθες το ὑγιαινειν ἐξ ἀναγκης μηδενι νοσουντι . οὑτως δε δει λαμβανειν , ὁτι το μεν
οἰκον του ἰδοντος ἐσεσθαι σημαινει και τεκνων ὀλεθρον και τῳ νοσουντι θανατον . ἀγαθον δ ' ἀν εἰη μονῳ τῳ
9999964 ἀμεινοσι
διαθεσεως ἐπι θερμοτητι πλειονι ἐφελκυσθειη ἀν τα περιττα προς τοις ἀμεινοσι χυμοις , ὁτε λειπεσθαι χωρις παρυφισταμενων τελειν τα ἐνουρουμενα
ἐπηγγελλες φιλων ἠν κηδομενου και ὡς ὁσων μνησθειης εὐθυς ἐν ἀμεινοσι και ὡς ὁ διδους παρῃει την του λαμβανοντος ἡδονην
9999964 ὀκτακισχιλιων
τοις Ῥωμαιων διελελυμαστο σωμασι , διαφθαρεντων ἐν μεν τῃ ναυμαχιᾳ ὀκτακισχιλιων , τετρακισχιλιων δε και πεντακοσιων ἑαλωκοτων : του δε
χρονων ἐσχε κωμας ἀξιολογους και πολεις πλειους των μυριων και ὀκτακισχιλιων , ὡς ἐν ταις ἱεραις ἀναγραφαις ὁραν ἐστι κατακεχωρισμενον
9999964 κερατοειδης
τουτων φθασει τυφλωθηναι , ἡλος προσαγορευεται . ὑποπυος δε ὁ κερατοειδης ἐνιοτε γινεται , ποτε μεν δια βαθους , ποτε
ὁ ἐπιπεφυκως και ὁ ῥαγοειδης ἐχουσι φλεβας , ὁ δε κερατοειδης ἀφλεβος ἐστι δια την χρειαν αὐτου , και ὁτι
9999964 Φιλιππικοις
και Βιτιαν και Βουχετα . . . Πανδοσια : Δημοσθενης Φιλιππικοις . περι της ἁλωσεως των ἐν Κασσωπιαι πολεων ,
λεγεται και τραπεζικος , οὑ μεμνηται και Δημοσθενης ἐν τοις Φιλιππικοις : τον μεν των χρηματων λογον παρα παντων λαμβανειν
9999964 λιμην
ἐθνος , και πολεις αἱδε : Κορσιαι , Σιφαι και λιμην , Εὐτρητος και τειχος Βοιωτων . Παραπλους δε της
λιμην Νεαπολιτων . καταχρηστικως δε ὁρμος λεγεται ὁ λιμην : λιμην γαρ λεγεται το ὁλον πλατος και ὁ κολπος ,
9999964 εὐδαιμονια
μεν ἐστι τα θεια πραγματα , τελος δε ἡ θεωρητικη εὐδαιμονια : ἡ δε λογικη πραγματεια οὐτε ὑλην την αὐτην
εὐδαιμονει και ὁλως ἐφ ' ὁσον ἡ θεωρια και ἡ εὐδαιμονια διατεινει οὐ κατα συμβεβηκος ἀλλα κατ ' αὐτην δηπου
9999964 ἀποδιδωσι
ὁλας διαφορας ἡμιν παραδιδωσι των προσωπων , την δε πρωτιστην ἀποδιδωσι ταξιν τοις ὡρισμενοις τε και κυριοις δια δυο ταυτας
μη εἰναι διαφερουσας προτασεις την αἰτιαν ἀπο των πραγματων αὐτων ἀποδιδωσι , λογον αὐτην προσαγορευων , ὡς και Πλατων ἐν
9999964 θεωρητικης
, ὁσων οὐκ ἐστιν ὑπερβολη , οἱον της ἑξεως της θεωρητικης ὑπερβολη οὐκ ἐστιν , οὐδε της ἡδονης της ἐκ
ἡ εὐδαιμονια ἐξ ἐνεργειων μιας τινος ἑξεως , ἠτοι της θεωρητικης , ὡστε εἰ ἡ εὐδαιμονια συνισταται ἐκ των ἐνεργειων
9999964 ὑγροτητα
, φθειρει δε οὐ το σωμα , ἀλλα φθειρει την ὑγροτητα την ἐν τῳ σωματι : καθολου γαρ ἐστιν εἰπειν
μεν ἡ θερμη δυσκρασια , μεμιχθαι δ ' αὐτῃ την ὑγροτητα : την τοιαυτην δυσκρασιαν ὑδατος ψυχρου ποσει ἀδεεστερον θεραπευσομεν
9999964 στρατειᾳ
ὀλιγων μεν ἡμερων ἀναγκη ἐσοιτο ἀπιεναι δια το ἐξηκειν τῃ στρατειᾳ τον χρονον , εἰ δε καταλειψοι ἐρημους οἱς ἠλθε
ἐμην δοξαν , ἀλλα ὁ πρωτος μεν ἐλασας ἐπι Ἰνδους στρατειᾳ , πρωτος δε Εὐφρατην γεφυρωσας ποταμον : Ζευγμα τε
9999964 βραχυτερα
τροπων του ἡλιου πορευομενου ἡμερα ἡ προτερον της ὑστερον ἐστι βραχυτερα , ἐλασσων ἀρα ἡ ἡμερα , ἐν ᾑ ὁ
και δυνασταις , και Παρθυαιοις καιπερ οὐσιν ἐχθροις ἐς τα βραχυτερα : ἐπι δε το μειζον ἐργον οὐκ ἀνεμειναν ἐρχομενους
9999964 ἐστρατευσαντο
οἱ Τεγεαται ἐπεμψαν ἐς Δελφους , Λακεδαιμονιους ὁτε ἐπι σφας ἐστρατευσαντο αἰχμαλωτους ἑλοντες : Λακεδαιμονιων δε ἀπαντικρυ τουτων ἀναθηματα ἐστιν
τετελευτηκοτα : ἠτοι γαρ οὐδε ὁλως ἐστρατευσαντο , ἠ εἰπερ ἐστρατευσαντο , παντες ἐφυγον . Ἀντισθενης μεν οὐν και Διογενης
9999964 Εὐρωπιακων
Καλλιστω ὀνομαζουσιν , ὡς ἱστορειν Μνασεαν τον Πατρεα ἐν τριτῳ Εὐρωπιακων φησι Λυσιμαχος ἐν τριτῳ Νοστων . . . :
ὁτι τας ῥοιας καλουσι Βοιωτοι Ἀγαθαρχιδης ἐν τηι ἐννεακαιδεκατηι των Εὐρωπιακων οὑτως γρα - φει : ἀμφισβητουντων Ἀθηναιων προς Βοιωτους
9999964 εὐπραγιαις
αὐτοις ἐχρην λεγεσθαι , εἰ τ ' ἐπι ταις μεγαλαις εὐπραγιαις , ἐξ ὡν δοξα τις ἐπιφανης ἠ δυναμις ἐγενετο
ἀνδρος οὑτω και πολεως ὁλης , εἰ μη διαφθαρησεται ταις εὐπραγιαις , ἀλλ ' εὐμενως και μετριως φεροι τἀγαθα .
9999964 τραχυτητα
τε χροιαν και συστασιν και ποσον μεταβεβλημενοις και λειοτητα και τραχυτητα και την κατα το διαστημα του χυματος διαθεσιν ,
ἱππῳ διεξελθειν , ὁτι μη βαδην ἀνιοντι , δια την τραχυτητα των ὀχθων , συνθημα δοντες ἀλληλοις στιφος ἐποιουν ὡς
9999964 κατελειφθη
ὁς ἀφικομενος μετα πολλης στρατιας , περικαθεσθεις την πολιν , κατελειφθη ὑπο των οἰκειων , τῳ Μαξεντιῳ προςτεθεντων , και
και σεληνης και των ἀλλων ἀστρων καταλαμπεται . Τεταρτη δε κατελειφθη και κοινη παντων ἡ γη . ἡ μεν γαρ
9999964 σκληροτερα
ἐφεξης ἐστι συζυγια , τοις κινουσι τους ὀφθαλμους μυσι διανεμομενη σκληροτερα τε και μακροτερα πολλῳ της προειρημενης , και διεκπιπτει
ἑτερου , προϋποστρωθεντων ἀχυρων , εἰ μεν ἐγχωρει θερμων , σκληροτερα γαρ ταυτα και ξηροτερα , και εἰργειν δυνανται τους
9999964 κοιλης
παχειας ἀρτηριας : δυο μεν γαρ ἀποσχιζονται φλεβες ἀπο της κοιλης φλεβος , δυο δ ' ἀρτηριαι ἀπο της παχειας
και ἐν Αἰγυπτῳ και Φοινικῃ και της Συριας δε της κοιλης , ἐν ᾑ γ ' οἱ πλειστοι τυγχανουσιν ,
9999964 κατεστρατοπεδευσεν
δε ὡς ἀφικετο προς την πολιν , τῃ μεν πρωτῃ κατεστρατοπεδευσεν ᾑ μαλιστα ἐπιμαχον αὐτῳ ἐφαινετο το τειχος , και
τοις Λακεδαιμονιοις , τοτε μεν ἀναχωρησας μικρον ἀπο της πολεως κατεστρατοπεδευσεν : παραγγειλας δε δειπνοποιεισθαι , καταλιπων των ἱππεων τινας

Back