ὁμοιωθεισα γυναικι ταις λοιπαις Ἀμαζοσιν ἐλεγεν ἁρπασαι τους ξενους την Ἱππολυτην . ἐνοπλων δε αὐτων ὡς προς μαχην κατελθουσων Ἡρακλης
. Ἀστυδαμεια δε ἡ Ἀκαστου γυνη , ἡν ὁ Πινδαρος Ἱππολυτην καλει , ἐρασθεισα Πηλεως και μη δυνηθεισα πεισαι αὐτον
9999978 ἀποκαθιστασθαι
και οὐχ ἁδρον , ὁν καλουσι καμακιαν , και οὐκ ἀποκαθιστασθαι παλιν σπειρομενον : τουτο μεν οὐν ὡς παυροις συμβαινον
ἐν ἡμεραις Ϟʹ ηʹʹ , και ἐπι το α σημειον ἀποκαθιστασθαι . και τον ἑαυτου κυκλον διαπορευθεις ὁμαλως τον των
9999977 ὑπαρχει
, ὁτι το λευκον παντι ζωῳ ὑπαρχει : τινι γαρ ὑπαρχει οἱον τῳ . εἰ δε ληφθειη μερος του ζωου
το ὁριστον ἀντιστρεφει , οὑτω το ἰδιον μονῳ και παντι ὑπαρχει , οὑ ἐστιν ἰδιον , και ἀντιστρεφουσι προς ἀλληλα
9999977 ἀνατελλουσι
. τῃ λʹ του Ἀπριλλιου , ὑαδες ἁμα ἡλιου ἀνατολῃ ἀνατελλουσι . τῃ ζʹ του Μαϊου , πλειαδες ἑωθινοι φαινονται
ἐν τωι αἰθερι φερεσθαι οὐτε κατα τα αὐτα οὐτε ὡσαυτως ἀνατελλουσι . οἱ δε Πυθαγορειοι οὐ μονον τους πλανητας ἰδιαν
9999976 παραγραφην
, Και ἡ μεν ἐγγραφος ἐστιν ἀπαγωγη της εὐθυδικιας κατα παραγραφην ἀπο ῥητου τινος , περι οὑ ἡ ζητησις ,
, και μεταληψις ἀγραφος : οὐ γαρ ἀπο ῥητου την παραγραφην ποιειται . ἡ μεντοι ἀντιθεσις ἀντεγκληματικη : ἀντεγκαλει γαρ
9999976 ἀναμαρτητον
ἀνεμεινε περας . Τεχνιτην ἐδειξας ἐν οἱς ἐπεσταλκας , οὐκ ἀναμαρτητον ἀνδρα . ἐμε δε αὐτο τουτο διηλλαξε το δεινον
ἐστι δ ' αὑτη μηδεποτε γενεσθαι παντα χρηστον μηδ ' ἀναμαρτητον : ὁσα δ ' ἠ κινδυνευοντας ἐδει προνοησασθαι ,
9999975 παραγραφικου
τεχνικος : τρεις δε εἰσι τῃ ἀληθειᾳ : του γαρ παραγραφικου ἀει ἀφ ' ἑνος και περιστατικου κινουμενου , οἱον
κακου βιου : εἰ γαρ και Μαϊωρ ἐκβαλλει τουτον του παραγραφικου τον τροπον λεγων ὡς εἰ μεν διαφορα ἠσαν τα
9999975 κεκτησθαι
φερειν οὐ δια τον τροπον ἀλλα δια το πολλην οὐσιαν κεκτησθαι : τοις γαρ πλουσιοις πολλα παραμυθια φασιν εἰναι .
παι τοκεων ἀγαθων Ἡρακλεις , ἐξεστι διαπονησαμενωι την μακαριστοτατην εὐδαιμονιαν κεκτησθαι . οὑτω πως διωικει Προδικος την ὑπ ' Ἀρετης
9999975 κονιορτον
ποιεισθαι τας ἀναστροφας τῃδε κἀκεισε . ὡς δε πλειστον ἐπανεστησε κονιορτον ἐπισκοτων ταις των πολεμιων ὀψεσιν , ὁ μεν ἐλαθε
καπνος ἠ ἀηρ ἠ πυρ γενοιτο , ἀλλα και εἰς κονιορτον ἀναλυθεισα . Παρεστι γουν ὁραν , ὁτι και τα
9999975 ἀμεταβλητον
' ἀν ἁπαξ σκυτοτραγειν μαθων : ὁτι το ἐθος σχεδον ἀμεταβλητον . Οὐδεν φρονει δικαιον ἀστυκος ἀνηρ : ἐπι των
ἀμετανοητως , ὡν οὐτε ἡ προαιρεσις οὐτε το βεβαιον και ἀμεταβλητον προς τας τεχνας συντελει οὐδε δια τουτων προς την
9999975 βαλανους
ἀναβας τον καρπον κατεσειε . τα δε προβατα ἐσθιοντα τους βαλανους ἐλαθον και τα ἱματια συγκαταφαγοντα . ὁ δε ποιμην
σπονδων . ἀπο των ἑαυτοις ἐπιχεοντων ὑδωρ , ἠ τας βαλανους κρυπτοντων τῳ πυρι . Γ κυριως ἐπι του τας
9999975 κολακευειν
τοτε μεν αὑτου κατεγνωκεναι δοκει , νυν δε την ἀρχην κολακευειν . ὁ δε Ἀγαμεμνων τα τε ἀλλα ἠν ,
σε τῳ συνεχει της ἐρωτησεως , τα νυν ἐπι το κολακευειν σε τραπησομαι : συνδιοικησουσιν ἀποκαταστησουσι θεραπευσουσι την μοιχειαν :
9999975 δικαστηριον
νομιμα το ψηφισμ ' εἰρηται . Δευτερον δ ' ἑτερον δικαστηριον το των ἀκουσιων φονων φανησεται συγχεων , τοὐπι Παλλαδιῳ
οὐκ εἰσαγωγιμον την δικην οὐσαν . ἀλλ ' εἰς ποιον δικαστηριον εἰσελθωμεν , ἀνδρες δικασται , εἰ μη προς ὑμας
9999974 γλυκερον
μεστος δ ' ἀνεκειμην . ὡς δε ἰδον ξανθον , γλυκερον , μεγαν , εὐκυκλον , ἁβρον Δημητρος παιδ '
, ὁσσα βιοφθοριην πεμπει κατα γαιαν ἁπασαν , ἐνδοξον βιοτης γλυκερον τελος ἐσθλον ὀπαζοις . Λευκοθεαν καλεω Καδμηιδα , δαιμονα
9999974 τεταρταιος
ῥιγει . Ὁ παις ὁ παρα το ἐσχατον καπηλειον ᾑμοῤῥαγησε τεταρταιος πολλον : αὐτικα ἐφλυηρει : γαστηρ ἀντισχετο : ὑποχονδριον
τοδε ἀπορον ἠν : ποτε του ἀσθματος παλιν δη ὁ τεταρταιος και του ἀσθματος ἐχει λυσιν , πυρετων παντων ὀρθως
9999974 τει
] ἐχουσα και την αἰτιαν , [ ἡι μεν ] τει πρωτει συστασει [ των ] τε ἀτομων ἁμα και
καταθεσις , και παν το ἑτερογενες ἐξαιρειν , και περιβαλλειν τει - χιον ἠ φραγμον . βοθρευειν δε μαλιστα μεν
9999974 ἀναγουσι
δια τουτου τον ἀποπλουν : ὁτε γαρ πλειν μελλουσιν , ἀναγουσι τας ἀγκυρας . ἁνικ ' ἀγκυραν : τον Τριτωνα
. ὁτι κυνος ὀδοντες λυσσωντος κυνος το δηγμα παυουσιν : ἀναγουσι δε και των παιδων τους ὀδοντας και τους ἰκτερικους
9999974 φαινομενην
τῳ ηʹ ἀστρῳ ἀπο ἑῳας φαινομενης ἐπιτολης ἐπι την ἑσπεριαν φαινομενην ἐπιτολην . Παλιν ἐπει το θʹ τῳ μʹ κατα
Καρκινου μοιρας β . και διηχθω ἡ ΔΖΚΝ εὐθεια την φαινομενην μοιραν την της σεληνης περιεχουσα : το μεν ἀρα
9999974 μεταγενεστεροις
δε ψογος τιμωρια φαυλοτητος ἀνευ πληγης . καλον δε τοις μεταγενεστεροις ὑποκεισθαι , διοτι βιον οἱον ἀν τις ἑληται ζων
. παντα γαρ ἁ ἠκουσεν και εἰδεν γραψας κατελειψεν τοις μεταγενεστεροις πασι του της ἀληθειας πνευματος . ὁμοιως δε και
9999974 δικανικος
τας ὀψεις των ἀναγκαιων τοις ἀκουουσιν παραγουσιν , ἀγων δε δικανικος μεμετρηται προς την χρειαν . και οἱ μεν ποιηται
ἐργοις , ἐπιδεικτικως τους λογους μεταχειριζεσθαι : ἰστεον δε ὁτι δικανικος χαρακτηρ ἐστιν ὁ ἰσχνος , και λεπτος και πυκνος
9999974 ἀποβαλλουσι
και ] ἐς μαχην ἀναγκασθεντες ἀφικεσθαι , περι τριακοσιους μεν ἀποβαλλουσι και πλειονας ἐτι αὐτοι των ἐναντιων κατεργαζονται , το
† και θεοσδοτος και τα ὁμοια , οἱ Ἀττικοι δε ἀποβαλλουσι το σ . κοινως δε ταυροσφαγος λεγεται ὁ σφαζων
9999974 χαριστηριον
και κατεπαυον της ὀργης . Οὑ δη χαριν ἡ Μεγακλω χαριστηριον αὐταις ὑπερ της μητρος ἀνεθηκε στηλας χαλκας και ἀνα
Ἀπολλωνι πεμπειν εἰκονα χρυσην , ἐπι καταδικῃ του ἀρχοντος , χαριστηριον δε τῳ θεῳ παρα Ἀθηνων . Σωκρατει γουν ὑπισχνειται
9999974 εὐδαιμονειν
πατριδα , κἀν νησιωτης ᾐ , κἀν παρ ' ἀλλοις εὐδαιμονειν δυνηται , και διδομενην ἀθανασιαν οὐ προσησεται , προτιμων
ἐχεγγυον το ἐντιμον ἐν γηρᾳ ἐσεσθαι . Το δ ' εὐδαιμονειν οὐκ ἀνευ του εὐνομειν , το δ ' εὐνομειν
9999974 ἀποκαθαιρειν
το ἐπικειμενον τῃ μηνιγγι αἱμα ἐριῳ περι μηλωτριδα ὀξυκρατῳ βεβρεγμενῳ ἀποκαθαιρειν και τοτε ῥοδινον ἐλαιον ἐπισταζειν τῃ μηνιγγι , ἐπειτα
ὀσμη το τοιουτο . δυναται δε στυφειν , θερμαινειν , ἀποκαθαιρειν τα ἐπισκοτουντα ταις κοραις και τα κοιλα των ἑλκων
9999974 ἀναμαρτητος
του κοσμου , ὁτι ἀμωμος ὑπερ ἀνομων παραδοθησεται , και ἀναμαρτητος ὑπερ ἀσεβων ἀποθανειται , ἐν αἱματι διαθηκης , ἐπι
ἀνθρωπου φυσις οὐτ ' ἐν λογοις οὐτ ' ἐν ἐργοις ἀναμαρτητος εἰναι , κρατιστη δε ἡ πλειστα μεν ἐπιτυγχανουσα ,
9999974 Μελητον
Ὀνοματα . Τουσδε Ἀνδρομαχος ἐμηνυσεν : Ἀλκιβιαδην , Νικιαδην , Μελητον , Ἀρχεβιαδην , Ἀρχιππον , Διογενη , Πολυστρατον ,
: ἐντευθεν φασι τον Ἀριστοφανην χαριζομενον τοις περι Ἀνυτον και Μελητον γεγραφεναι το δραμα διαβαλλοντα εἰς ἀθεοτητα τον Σωκρατην .
9999974 ἀπενεγκειν
και πολλους ἀπεκτιννυον ἀνθρωπους : τουτους ἐκελευε συλλαβειν ζωντας και ἀπενεγκειν ἐξω πασῃ μηχανῃ . ἀπορουντι δε τῳ Φυλιῳ προς
δηλοι . Καταστασις : Λυσιας “ ψηφισασθαι δε τους φυλαρχους ἀπενεγκειν ” τους ἱππευσαντας , ἱνα τας καταστασεις ἀναπραξητε παρ
9999974 πιστευειν
και λογῳ χρωμενος ἀναιρησει λογον , ἐτι δε ὁμολογων ψευδεσθαι πιστευειν ἑαυτῳ φησι δειν . Ἀξιον δε ζητησαι ποθεν και
ἀπουλωτικῳ ἑτερῳ , μητε σαρκωτικῳ χρησθαι , ἀλλα μονῃ ταυτῃ πιστευειν : ποιει και προς ἀνθρωποδηκτους και κυνοδηκτους και θηριοδηκτους
9999974 δουλικον
φιλῳ συνειναι και τραπεζης και στεγης κοινωνειν οὐ μεγαλοψυχον ἀλλα δουλικον και κολακικον και ταπεινον : ταπεινοι γαρ οἱ κολακες
του Μανης . προς δε τα ἀνδραποδα και ὀνομα εἰπε δουλικον . ὡσει ἐλεγε τους δουλους Μανας . οὑτω γαρ
9999974 κολλουριον
δραχ . ζʹ ὑδωρ ὀμβριον . τουτο μεγιστον ἐστι το κολλουριον και πλειονα ὡν ἐπαγγελλεται , ποιει . Καδμιας .
, ἁλος ἀμμωνιακου , κομμεως , ἰσα ὀξει λειωσας ποιει κολλουριον και χρω . Ἀλλο . ὀπον αἰγειρου μετα διπλου
9999974 ἀγορευειν
λιπαρον κατα δωμα λελειπται . τοια τις ἀν δοξειε λιταζομενους ἀγορευειν . ἀλλ ' ὁτε τευ κραδιην παναμειλιχον ἀθρησωσιν ,
. ἀγλαον γʹ : διαυγες . μεγα . λαμπρον . ἀγορευειν βʹ : το ἐπ ' ἐκκλησιας λεγειν . ἀγορη
9999974 μνημοσυνον
θεους ἐλεησαντας αὐτον ἐν οὐρανῳ καταστερισαι και το θηριον εἰς μνημοσυνον της πραξεως . Ἐχει δ ' ἀστερας ἐπι μεν
: ᾡ και ἐκδυς ἐδωκε την χρυσην δοραν , ὁπως μνημοσυνον ἐχῃ : αὐτος δε εἰς τα ἀστρα ἀπηλθεν :
9999974 βαλανου
ἀριστολοχιαι , ἀσφοδελου ἡ ῥιζα και καυθεισης ἡ τεφρα , βαλανου μυρεψικης ὁ χυλος , βουνιον , βουγλωσσον , ὁ
πολυ . ὁ δ ' εἰπεν : ἀλλα μην ἀπο βαλανου τουτ ' ἐστιν , ὠ Λαμια , βασιλικης .
9999974 τεταραγμενοις
γενομενος , προσπεσων τοις πολεμιοις κεκμηκοσιν ἐν τῃ διωξει και τεταραγμενοις ἐν τῃ των σκευοφορων ἁρπαγῃ πολλους μεν αὐτων διεφθειρεν
ἱενται ἐπ ' αὐτους . ἀσυντακτοις δ ' ἀνθρωποις και τεταραγμενοις και ὑπο του δρομου συγκεκομμενοις τα πνευματα πολλοι και
9999974 χρηστηριον
. . . Οὐνομα δε τῃ πολι ταυτῃ ὁκου το χρηστηριον ἐστι Βουτω , ὡς και προτερον ὠνομασται μοι :
' Ἀρισταιον φασι μετα την Ἀκτεωνος τελευτην ἐλθειν εἰς το χρηστηριον του πατρος , και τον Ἀπολλω προειπειν αὐτῳ την
9999974 ναυμαχειν
ἀνεχωρησαν . Ἀθηναιοι ἐν Αἰγος ποταμοις τετρακις ἀνηχθησαν προς το ναυμαχειν . Λυσανδρος ὁ Λακων οὐκ ἀντανηγετο . οἱ μεν
ἐπιμενοντος οἱς ἀπ ' ἀρχης διε - γνωκει , μη ναυμαχειν διχα του Καλουισιου : γνωμῃ δε αὐτου παρα τε
9999974 ἐκπιπτων
. ἁμα γαρ διαθερμαινεται και το ἐντος και ὁ ἱδρως ἐκπιπτων λυει την λειποθυμιαν . ψυχεται δε και τα θερμα
πλησιον δε και ὁ Ἀραξης ἐμβαλλει τραχυς ἐκ της Ἀρμενιας ἐκπιπτων : ἡν δε ἐκεινος προωθει χουν πορευτον ποιων το
9999974 φροντιστηριον
δε και κοινωνικωτατον σοφια , συγκλειει μεν οὐδεποτε το ἑαυτης φροντιστηριον , ἀναπεπταμενη δε ἀει δεχεται τους ποτιμων διψωντας λογων
. [ . . ] ψυχων σοφων τουτ ' ἐστι φροντιστηριον : ἐνταυθ ' ἐνοικους ' ἀνδρες , οἱ τον
9999974 λυτηριον
ἱκεται , ὁτ ' ἐφεστιοι ἀντιοωσιν . πρωτα μεν ἀτρεπτοιο λυτηριον ἡγε φονοιο τειναμενη καθυπερθε συος τεκος , ἡς ἐτι
λυτρον ἱσταται . τουτεστι γλυκερα νοσος ἱσταται . ἀλλως : λυτηριον της φυγης της δια Λικυμνιον . τοθι : ἐνθα
9999974 ἀναγκαζοντα
τῃ κατατασει , ἐκ του ἐξω μερεος ἐς το ἐσω ἀναγκαζοντα , κατα γε αὐτον τον γλουτον τιθεμενον τον μοχλον
την ἐν Χαιρωνειᾳ ἡτταν συναιχμαλωτισθεις και εἰπων προς τον Φιλιππον ἀναγκαζοντα εὐωχεισθαι : . . . . . . τις
9999974 γεγραμμενους
τα πατρια ἐθη και τα νομιμα : το σῳζειν τους γεγραμμενους νομους : το ἀληθευειν ἐν τῳ διαφεροντι : το
τουτους ἀψευδεις , και προς το καλλιστον εἰδος ἐνθεου πνευματος γεγραμμενους : και τοι γε οὐτε μετρον ἠπιστατο , οὐτε
9999973 αὐθαιρετον
ἐλαττον κρειττον ἐσται σοι πολυ . ἀνοια θνητοις δυστυχημ ' αὐθαιρετον : τι σαυτον ἀδικων την Τυχην καταιτιᾳ ; χαλεπον
. ἐπισμυγερως ἐπιπονως : “ ἐπισμυγερως ναυτιλλεαι . ” ἐπισπαστον αὐθαιρετον : “ ἠ ταχα Ἰρος ἀειρος ἐπισπαστον κακον ἀξει
9999973 ἀρυσασθαι
καλαμωνα . χαλασαντων οὐν κρανος των στρατιωτων ἐπι το ὑδωρ ἀρυσασθαι , νομισας στρατιωτην κατιεναι , ἱκετευων ἐληφθη . ὡς
και ἀρυσανας τινες καλουσι και ἀρυστηρας και ἀρυστιχους ἀπο του ἀρυσασθαι . ὁθεν και ἡ ἀρυταινα . παρα Πολυβιῳ δε
9999973 ἐναρμονιον
τον Ἀρχυταν ἐνδειν του μετριου , μη μονον αὐτου το ἐναρμονιον ἀλλα και το τε χρωματικον και το διατονικον ἑκατερον
. τρια μεν τοινυν οὑτος ὑφισταται γενη , το τε ἐναρμονιον και το χρωματικον και το διατονικον : ἑκαστου δε
9999973 φαρμακευειν
εἰς ὑδρωπα ξηρον ἱδρυεται . Ὁκοσοισι κοιλιαι λειεντεριωδεες , χειμωνος φαρμακευειν ἀνω , κακον . Προς τους ἐλλεβορους τοισι μη
διαιτᾳν . Ὡς δε ἐφην ἐν τῳ προῤῥητικῳ , μη φαρμακευειν μηδε τους ἐπανεμουντας μελανα , ἀποσιτους και παραφορους ,
9999973 φιλονεικειν
μελετωμεν τον αἰτουντα την δωρεαν . Οὐ λειπουσιν ἀρα τοις φιλονεικειν βουλομενοις ἐριδος ἀφορμαι . ἀνηρ ὁλην πατριδα τυραννιδος ἐλευθερωσας
φυσει γαρ δυσερις πασα γυνη , και το πραγμα πεισει φιλονεικειν ἀμφοτερας , την μεν παλαι συνοικησασαν Ἀχιλλει , την
9999973 παρακολουθουντων
κατα συμβολικον τροπον , ὁς οὐδεν δυναται των συστατικων ἠ παρακολουθουντων ἐμφαινειν . εἰ δε το ποιουμενον καθα δεδηλωκαμεν ἁτε
φασιν οἱ περι τον Καρυστιον Ἀντιγονον , ὑπο των γνωριμων παρακολουθουντων . Αἰνεσιδημος δε φησι φιλοσοφειν μεν αὐτον κατα τον
9999973 συνεργουντα
Αἰγυπτου μισθοφορων τουτον μεν ἀπελιπε τηρουντα μερος της πολεως και συνεργουντα τοις περι την προδοσιαν ἐγχειρουμενοις , αὐτος δε μετα
κορης και προς την μοιχειαν εὑρων τον ἑαυτου πατερα Σωστρατον συνεργουντα , τοσουτον ἐκτοτε τον ἑαυτου πατερα ἐφιλησεν , ὡστε
9999973 μεθοριοις
παρθενους ὑβρισαι δοκουσι τας ἀφιγμενας ἐπι την θυσιαν , ἐν μεθοριοις ἐστι της τε Λακωνικης και της Μεσσηνιας , ὁπου
και παρανομων ἁψαμενοι θυματων . διο Θωες μεν οἱ ἐν μεθοριοις Θρᾳκης οἰκησαντες μηδενος ἀπαρχομενοι μηδε θυοντες , ἀναρπαστοι κατ
9999973 τελευτησαντος
Δεινιᾳ πολεμων ταυτας τας διαθηκας διεθετο , ἐπειτα ὡς ἐκεινου τελευτησαντος ἐπεμελειτο τε των ἡμετερων ἁπαντων και αὐτους ἐπαιδευεν εἰς
: ἀλλ ' οἱον συνεκπνεοντα , και συσβεννυμενον ταις του τελευτησαντος τυχαις . οἱ δε ὑστερον προς ἁπαντας διαφορως .
9999973 Ἡρακλειος
διαφοραν : ἐπεστι γαρ ἐπι των ὠτων αὐτοις ὁ λεγομενος Ἡρακλειος δεσμος . μνημονευει δε των Βοιωτιων σκυφων Βακχυλιδης ἐν
της μεν Εὐρωπης προς την Λιβυην Στηλαι τε και πορθμος Ἡρακλειος , δι ' οὑ ἡ καθ ' ἡμας εἰσχειται
9999973 ἀπηλλαγμενων
ὁλκην ἰσαι τῳ πρωτῳ στεφανῳ . ἠδη δε ἡμων ἡδεως ἀπηλλαγμενων του σωφρονειν ἐπεισβαλλουσιν αὐλητριδες και μουσουργοι και σαμβυκιστριαι τινες
ἀνῃρεθη μετα τινος πρεσβυτου των του γενους αὐτου προς ταπεινους ἀπηλλαγμενων . το μεν οὐν προφανη αὐτον γεγενησθαι δια το
9999973 ἀδικωτατον
. Ἀστυαγης δε μιν ἀπεφαινε τῳ λογῳ σκαιοτατον τε και ἀδικωτατον ἐοντα παντων ἀνθρωπων , σκαιοτατον μεν γε , εἰ
' ἑαυτῳ ] το γαρ αὐτῳ δοξαν δικαιον ἡγειται κἀν ἀδικωτατον ᾐ ἐμπας ] ὁμως † περισσον ἠν ἐνταυθα το
9999973 χρησιμοι
. . . . . . . . δυο ἀγκυραι χρησιμοι , οὑτω και προς τας γινομενας ταραχας αἱ δυο
ὡς χρησιμοις και ὡς ἡδεσιν . ἀλλοι γαρ εἰσιν αὐτοις χρησιμοι και ἑτεροι ἡδεις , ἀμφω δ ' οἱ αὐτοι
9999973 μαντιν
θυσιας ἠρξαμην . Γ κωθωνα : δια το διηπορησθαι τον μαντιν και ἐκ της θυσιας αἰτειν ταυτης ἀποκερδησαι , ἀλλα
συ μεντοι της νοσου πληρης ἐφυς . Οὐ βουλομαι τον μαντιν ἀντειπειν κακως . Και μην λεγεις , ψευδη με
9999973 κολλησιν
ἐν πεζῳ λογῳ χρησις ἐπων γινεται ; κατα δυο , κολλησιν και παρῳδιαν . και κολλησις μεν ἐστιν , ὁταν
ὡν τραυματος ὀντος τα παρακειμενα ἀφεστηκεν εἰς την ἐκεινων μεν κολλησιν , των δε ὑγρων δια το ἐστεγνωσθαι το ἑλκος
9999973 χρισματα
. Εἰ μεν οἱα τα καλουμενα προς των ἰατρων ἀκοπα χρισματα βουλοιο ποιησαι , τετραπλασιον ἐμβαλεις του κηρου το ἐλαιον
ὠμολινων : τριβεσθω δε μαλιστα τα σκελη : και τα χρισματα δ ' ὁσα δριμυτερα νιτρον ἠ εὐφορβιον ἠ λιμνηστιν
9999973 παραλαμβανων
λεγομενου οὐχ ἑν τι ὠν , ἀλλα τι μεμερισμενον , παραλαμβανων τε εἰς την ζητησιν την των σωματων φυσιν και
. ἐκ δε του - του ἑτερος παρ ' ἑτερου παραλαμβανων αὐτον εἰχεν ἀντ ' ἀλλου κοσμου των βασιλικων .
9999973 φρουρουντες
. διαβαντων δ ' αὐτων και προσβαλλοντων τοις τειχεσιν οἱ φρουρουντες το Πηλουσιον ἐκχυθεντες ἐκ της πολεως συνηψαν μαχην προς
του “ ᾀδων ” , σχηματισας αὐτο . οἱ γαρ φρουρουντες ἐν τῳ παραμυθεισθαι αὐτων ἀγρυπνιαν ᾐδον : και οὑτως
9999973 νοτιωτατος
ὁ βορειοτατος των ἐν τῃ δεξιᾳ πτερυγι ἐσχατος δε ὁ νοτιωτατος των ἐν τῃ ἀριστερᾳ πτερυγι . Μεσουρανει δε ἀστηρ
ὑπο τους ὀπισθιους ποδας ὡς ἐπ ' εὐθειας δ ὁ νοτιωτατος . . Διδυμων ι νο ξα ∠ ʹ δʹ
9999973 κορακινον
τινας ὡς ὁ αὐτος ἐστι τῳ δελκανῳ , τον δε κορακινον ὑπο πολλων λεγεσθαι σαπερδην και εἰναι κρατιστον τον ἐκ
Χαλκεα : χαλκιτην , ὀνομα ἰχθυος , κορακινον , τον κορακινον τον ἐχοντα το εἰδος μελαν κατα το ὀνομα αὐτου
9999973 στενεις
ς ' ἀνεμνησεν κακων ; ἠ τας Ὀρεστου τλημονας φυγας στενεις και πατερα τον ἐμον , ὁν ποτ ' ἐν
εἰ δ ' οὐκ ἐρᾳς , τι γαρ δακρυεις και στενεις κλυδωνα σαυτῳ προσφερων αὐθαιρετον ; ἀλλ ' οὐτε δουλους
9999973 συμπιπτοντων
μεθ ' ἁλμης [ ἐν ] οἰνῳ κεκραμενης . Των συμπιπτοντων ταις κυουσαις ἐπειδη ταυτα μαλιστα ἐνοχλει , το περισσαινειν
, λογων μεν παντα μεστα και ψιθυρισματων , σοφιστων σοφισταις συμπιπτοντων , ἐργου δε ἐρημια δεινη : και το θρυλουμενον
9999973 ἀποκαταστησαι
και την μεταβολην του πολιτευματος εἰς τον ἐξ ἀρχης κοσμον ἀποκαταστησαι προθυμουμενος αὐτος τ ' ἀναφανδον , ὡσπερ και προτερον
Δεομεθα σου , μακροθυμησον ἐφ ' ἡμας : ἰδωμεν πως ἀποκαταστησαι σοι δυναμεθα . κἀγω ἀνυπερθετως προεφερον αὐτοις το χειρογραφον
9999973 τελευτην
φυσιν ἀνθρωπου , ὡστε πολλας αὐτων την των ἰδιων ἀνδρων τελευτην ἰδιον ἡγεισθαι θανατον και ἀποπνιγειν ἑαυτας ἑκουσιως οὐχ ἡγουμενας
ἐκεινοις , ἐν οἱς Ἀχιλλευς ἐστιν αἰκιζομενος Ἑκτορα μετα την τελευτην ; καιτοι το γε παθος ἐκεινο ἐλαττον : εἰς
9999973 κεφαλαιων
δυνατου μερους ἀν εἰη . οὐκουν προς την φυσιν των κεφαλαιων ἑκατερον ἀν εἰη των προοιμιων μικτον , ἐπει και
ἀντιπαραστασιν προσωπου ἠ πραγματος . και ἀπο μεν των τελικων κεφαλαιων οὑτως : ἐφονευσας , ἀλλα συν τῳ δικαιῳ :
9999973 ἀσφαλειαν
ἀσκουμενην πειρᾳ μαθων ἁπαντων οὐσαν των παραγγελματων ἀνυτικωτατην εἰς ὑγειας ἀσφαλειαν τε και φυλακην , ἐσπουδασα την τε φυσιν του
, ἐπι τουτων ἀμεινον τῳ πληθει των ὀθονιων ἐργαζεσθαι την ἀσφαλειαν , οὐ τῳ της πιεσεως ἰσχυρῳ . Ἐν ἀκροις
9999973 ἀπορουντα
μεν Βιγιλαν ῥᾳδιως ἐπι τῃ κατ ' αὐτου ἁλωναι πραξει ἀπορουντα αἰτιας , ἐφ ' ᾑπερ το χρυσιον κομιζοι ,
ἀψυχα ὀντα τα συγγραμματα μη δυνασθαι λογον δουναι προς τον ἀπορουντα ἁτε δη το αὐτο φθεγγομενα και μη δυναμενα ἀποριαν
9999973 δαιμονιον
πορευεσθαι μετα πολλων , και ἀφικνεισθαι σφας εἰς τοπον τινα δαιμονιον , ἐν ᾡ της τε γης δυ ' εἰναι
οὐν την ὑψηλοφροσυνην πολλοι ἐκενωθησαν ὑψουντες ἑαυτους : μεγα γαρ δαιμονιον [ ἐστιν ] [ ἡ αὐθαδεια ] [ και
9999973 ἐπιστρατευσας
κατα γαρ τουτον τον λογον και ὁ ἐμος πατηρ ἠδικησεν ἐπιστρατευσας κατα βαρβαρων οὐκ ἰδιας ἑαυτου χρειας ἑνεκεν , ἀλλα
ιζ Παρθικων . . , , : ἐν ὡι χρονωι ἐπιστρατευσας ἀνηλθε πολεμων μετα δυναμεως πολλης κατα Ῥωμανιας Μεερδοτης ἐκ
9999973 κατεχομενην
σπουδαιας οὐσης της ἑτερας την ἑτεραν την φυσιν χειρονα εἰναι κατεχομενην ὑπο της ἑτερας βιᾳ . Ὁσῳ δη σπευδει προς
οὐκ ἐσηκουον , εὐθυς στρατευει ἐπι Τορωνην την Χαλκιδικην , κατεχομενην ὑπο Ἀθηναιων : και αὐτον ἀνδρες ὀλιγοι ἐπηγοντο ,
9999973 κατανευσαι
ἐπαναγκαζων , βιαζομενος ἠ διδασκων . ὁτι ὁ διδασκομενος προσαγεται κατανευσαι τῳ λεγομενῳ , φασι το πειθειν προσβιβαζειν , ὁ
. οὑτως και ἀχρειος . Β : φημι γαρ οὐν κατανευσαι ὑπερμενεα Κρονιωνα . . . . , : Ἰστεον
9999973 προσυπακουστεον
μεχρι τελους ταυτης της ἡμερας . μεχρι του δευρο : προσυπακουστεον το λατρις ἠ το θης : Μοιρας δολωσας :
φησιν ὁτι το ὀν οὐδεν ἐστιν , και δηλον ὁτι προσυπακουστεον το ἀληθες ἠ ψευδος , ἐπει ἀπορον ἐσται :
9999973 κατασκευαζομεν
, και ἐπανατρεχει εἰς τα της μεταθεσεως της αἰτιας : κατασκευαζομεν δε την πιθανην ἀπολογιαν ἠ τουτο λεγοντες , ὁτι
παιδ ' οὐδ ' εἰδομεν , ἀλλ ' ἁρπαγην αὐτῳ κατασκευαζομεν . ὡν δε μη αἰτιος τροπος , τα γ
9999973 ἀπολαυσεις
λαμπρα φυσωμεν και πνευσαντες μεγα και συντονον πλησιστιοι προς τας ἀπολαυσεις των παθων φερομεθα και οὐ προτερον στελλομεν τας ἀνειμενας
οἱ δε ἱπποποταμοι ζῳον ἀδικωτατον . ἀντι του οὐδενος κακου ἀπολαυσεις , οὐδεν πεισῃ . . ὡσπερ ὀρνιν ὀρφανον :
9999973 ἐπανιστασθαι
: και γαρ τοι κἀκεινος ἐρωτικος εὐ μαλα και οἱος ἐπανιστασθαι παρθενοις . λυσον δε και την ὀφρυν , και
δε ἐκ του ὀχλου πικροτερον ἐπιπλησσων . Ἀλλα και το ἐπανιστασθαι τοις ἀμεινοσι παρα πασι νενομισται , ὁ και αὐτοι
9999973 στρατευσαντος
τοις Ἀθηναιοις : τον γαρ Πετην τον πατερα Μενεσθεως του στρατευσαντος εἰς Τροιαν φανερως Αἰγυπτιον ὑπαρξαντα τυχειν ὑστερον Ἀθηνησι πολιτειας
καταλαβοντες τας πυλας διηρπασαν την πολιν . Ὁτι Τομυρις Κυρου στρατευσαντος ἐπ ' αὐτην προσεποιησατο δεδοικεναι τους πολεμιους . ἐφυγε
9999973 πολυτελης
παρθενοι εὐειδεις προς παλλακιαν και διαφορος οἰνος και ἱματισμος ἁπλους πολυτελης και μυρον ἐξοχον . Φερεται δε ἀπο τουτων των
φερε . ὡς μικρολογος εἰ . συ δε γε λιαν πολυτελης . παντως κρε ' ἡμιν ἐστι . ποτερ '
9999973 ἐπιβουλευουσι
αὐτοις την ὀπισω οὐκετι ἐκπτηναι . και οἱ σαυροι δε ἐπιβουλευουσι ταις μελιτταις και οἱ κροκοδειλοι οἱ χερσαιοι : ὀλεθρος
: μυθοι μεν λειοι και μειλιχοι , ἐχθρα δε ἐργα ἐπιβουλευουσι και συνοικουσι και περισαινουσι . δεινη δε ἡ παρρησια
9999973 διακινδυνευειν
των δε πολιορκουμενων ἀπολομενων συν τοις Χειρισοφου μονοις κακιον ἐστι διακινδυνευειν ἠ τωνδε σωθεντων παντας εἰς ταὐτον ἐλθοντας κοινῃ της
διαφερειν . αὐτοι δ ' ἐκριναν πολιτικοις μεν σωμασι μη διακινδυνευειν , μισθοφορους δε ἀλλοεθνεις ἀθροιζειν και μαλιστα Ἑλληνας :
9999972 φιλτατοις
, ἀφες , και μη βοα , μηδε λοιδορου τοις φιλτατοις , μηδε ἐνοχλει την Λημνιων γην . Ὠ θανατε
ἡττον τιμιοις και φιλουμενοις μαλλον ἀποδωσομεν ἠ τοις τιμιωτατοις και φιλτατοις , οἱον τῳ πατρι παντα πειστεον , ὁ τι
9999972 ἀπολυσασθαι
παραδειγματων σεμνων και κατορθωματων λαμπρων και το καθ ' αὑτον ἀπολυσασθαι και δειξαι ὡς δια το ἐθος ἡ πολις ,
, πολλην ἀναγκην ὁρω κἀμοι περι τουτων εἰπειν και πρωτον ἀπολυσασθαι τας κατ ' ἐμαυτου διαβολας . ὠνειδισται γαρ μοι
9999972 ἡμερωτατον
, ἐν Αἰγυπτῳ δε κολοιου μεγεθος και φθογγη διαφορος : ἡμερωτατον δ ' ἡ ἰβις , πελαργω - δης μεν
θυγατερας δοκιμου ἀνδρος . εἰ δε οἱ θεοι ἰσασι το ἡμερωτατον ζῳον και το ἀγριωτατον , οὐδε ἡμιν ἐκμελες τας
9999972 νομιζοντες
ἀποτελωσι τα των ἀγαθων ἀνδρων ἐργα . Λακεδαιμονιοι δε οἱ νομιζοντες , ἐαν και ὀρεχθῃ τις σωματος , μηδενος ἀν
αὐτον ὡς θεον , και εὐφημουσιν ὡς εὐφοριας αἰτιον , νομιζοντες αὐτο το ὑδωρ το αὐξανομενον εἰναι θεον . Ἐσεβοντο
9999972 διατελουσι
ἀλλα ποιουντα κατιδοις . Λαγωοι δε κατεπτηχοτες τον ἀει χρονον διατελουσι : κυσι δε μαλλον το φιλοδεσποτον ἐνεστι , και
θρηνου και ἀνακλησεως , ᾡ και νυν ἐτι παντες χρωμενοι διατελουσι . Τοιουτος δ ' ἐστι και ὁ παρ '
9999972 μαρτυρουντας
τοις Ἀδανευσιν , ὁταν ὑμας λοιδορωσι , τους δε ἐκεινοις μαρτυρουντας ὡς ἀληθη λεγουσι των ὑμετερων πολιτων οὐκ ἐξελαυνετε της
. ἐπιτηρειν δε χρη τους ἀγαθοποιους ἐν τῳ ὑπογειῳ ἠ μαρτυρουντας τῳ τοπῳ , ἐστω δε το ὑπογειον ἐν τοις
9999972 συνεβουλευον
ἐν καιρῳ της ἐπιχειρησεως , καιτοι κἀμοι τινες των φιλων συνεβουλευον μη θρασυνεσθαι , μη και διαβολην τινα μειζω ἐνεγκῃ
πετραν . οἱ δε πρεσβυτεροι των Μαρμαρεων το μεν πρωτον συνεβουλευον τοις νεοις παυσαμενοις της βιας ἐφ ' οἱς ἠν
9999972 διδασκομενων
, και μαλλον διδασκει , ἐπειδη τας ἀρχας ἐχει των διδασκομενων , και ἐκεινος δια τουτων δυναται διδασκειν : οὑτοι
ποριζοντων δε τουτο και ἐλεγχομενων ὑπο του ὁρου και των διδασκομενων . ἐγραψαν δε ἀπο συμβεβηκοτος οὑτως : πορισμα ἐστιν
9999972 μελαιναις
περι ζῳων ποικιλερυθρον μελαιναν αὐτην ὀνομαζει και ποικιλογραμμον δια το μελαιναις γραμμαις πεποικιλθαι . χρομις . Νουμηνιος : ὑκκην ἠ
δε περα του μετριου , εἰ δε χλωρα ἰτυς ἐπι μελαιναις , δολερον , ἀδικον , κλεπτην , γυναιξιν ὁμιλουντα
9999972 κτησεις
πολιτειας ἰδιον εἰναι φασι πρωτον μεν τα περι τας ἐγγαιους κτησεις , ὡν οὐδενι μετεστι πλειον , ἀλλα παντας τους
ἐν τῳ ἐμαυτου , κἀν ἐπεδεχετο ποτε το σχημα δισσας κτησεις , μιαν μεν την ἐγκειμενην ἐν τοις κτητικοις ,
9999972 φροντιζων
πως ἀν ἐνδοξος γενοιτο , ἀπεκρινατο , ὁτι ἡκιστα δοξης φροντιζων : των δε λογικων εἰδη δυο , ἀποφαντικον και
περιερχεται προς ἑτερον ζων και τι περι αὐτου λεγει τις φροντιζων , κἀν μεν εὐφημησῃ τις , ὡς οἰεται ,
9999972 ἐπαινετοι
των προρρηθεντων . Ὁσοις ὀφθαλμοις ἡδονη και γελως ἐγκατοικει , ἐπαινετοι , ἀλλ ' οὐ παντη : εἰσι γαρ και
και εὐφημον στομα ἀντι κακηγορου γλωττης ἐλαχον , κατορθουντες μεν ἐπαινετοι , σφαλλομενοι δε μη κατα γνωμην οὐ πανυ ψεκτοι
9999972 πνευματικον
ὁρασιν το αἰθερωδες πεφυκεναι , προς δε την ἀκοην το πνευματικον , προς δε την ὀσφρησιν το πυρωδες , προς
παγῃ , χαλαζαν δ ' ὁταν συμπεριληφθῃ τι τῳ ὑγρῳ πνευματικον . Ἀναξαγορας νεφη μεν και χιονα παραπλησιως , χαλαζαν
9999972 ἐπιστρατευσαι
πολεμῳ . ὀνειδος ἐσται τῳ Πολυνεικει και μετα θανατον το ἐπιστρατευσαι κατα της πατριδος και μη δυνηθηναι ἑλειν αὐτην .
Αἰγυπτιοις λυπας και στρατειαν ἐπι την Ἀσιαν σημαινει και ἐξωθεν ἐπιστρατευσαι δυναστην και δολους και προδοσιας ἐσεσθαι , ἀποστατησειν δε
9999972 νενομισθαι
ὁλων ἀτομους και κενον , τα δ ' ἀλλα παντα νενομισθαι . ἀπειρους τε εἰναι κοσμους και γενητους και φθαρτους
μη λεγῃ φαινεσθαι τα περι τα τρεφοντα και ὠφελουντα θεους νενομισθαι και τετειμησθαι πρωτον ὑπο γεγραμμενα , μετα δε ταυτα
9999972 ἀναγκασαι
ἀνταποδιδοντες ἀλληλοις [ εὐλαβηθητι ] , και μη βουλου με ἀναγκασαι λεγειν ἐκεινο το ” εἰ ἐγω , ὠ Σωκρατες
Κρεοντα δεσποζοντ ' ἐμου οὐδε σθενοντα μειζον , ὡστ ' ἀναγκασαι δραν τας Ἀθηνας ταυτ ' : ἀνω γαρ ἀν
9999972 ἀνεγκλητον
εἰναι την συμβουλιαν . ἀταρ οὐ παντη τον Αἰτωλον ἀφηκεν ἀνεγκλητον ὁ πρεσβυτης ὁ Πυλιος . το δε ἐγκλημα ἐστιν
οὐ μεντοι ὁσα διδασκει ἡ τεχνη : μαλλον δε τεχνῃ ἀνεγκλητον το ἐπιτηδειως ἀποδοκιμαζειν τα μη ὀφειλοντα ἑπεσθαι . ἐκρατιστευσεν
9999972 ἀπολαμβανομενην
, ἐσται , ὡς ὁλη ἡ διηγμενη προς την ἐκτος ἀπολαμβανομενην μεταξυ της παραλληλου και της τομης , οὑτως τα
την ὑποτεινουσαν ἀχθῃ τις εὐθεια , ἡ ἀχθεισα προς την ἀπολαμβανομενην ὑπο της ἀχθεισης και μιας των περιεχουσων την ὀρθην
9999972 διακαθαιρειν
θερμαινειν την ψυξιν : τον δε θωρακα και τον πνευμονα διακαθαιρειν και τα εἰς τον στομαχον περιεχομενα . δει δε
, οὐ μην αὐταρκες εἰς ἀκριβη διαγνωσιν . βελτιον οὐν διακαθαιρειν την περι αὐτου ἐννοιαν , ἀφαιρουντα την ἐπεισιουσαν του
9999972 Ἀθηνιων
κατεδικασθη . τελευτησαντος δε Τρυφωνος , διαδοχος της ἀρχης ὁ Ἀθηνιων καθισταται , και τουτο μεν πολεις ἐπολιορκει , τουτο
ὡδε κἀκεισε ῥεπουσης και πολλων ἑκατερωθεν πιπτοντων , ὁ μεν Ἀθηνιων ἐχων συναγωνιζομενους διακοσιους ἱππεις , ἐπικρατων παντα τον περι
9999972 στομαχον
ἐχοντας και ἐπι πασης βηχος πυον ἀναπτυοντας και περι τον στομαχον και τας ἐν βαθει διαθεσεις . οὐκ ἀτοπον δε
χλωρα ἐσθιομενα , συμφυτον πετραιον διαμασωμενον , καταπλασσομενα δε ὠφελει στομαχον ἐκκαιομενον , πολυγονον , σερις , σογχος , σελινον

Back