Ὁ δε καταφευγει εἰς το ἱερον της Ἀρτεμιδος , και ἱζει ἱκετης προς τῳ βωμῳ . Αἱ δε Ἐρινυες ἐρχονται
: ὁ δε καταφευγει εἰς το ἱερον της Ἀρτεμιδος και ἱζει ἱκετης προς τῳ βωμῳ . αἱ δε Ἐρινυες ἐρχονται
9999968 θαλαμοις
φονον : δευτερον δε , ὁτι τοις μεγαλοις και εὐκατασκευαστοις θαλαμοις του Διος την γαμετην Ἡραν ἐπειρα τε και ἐνηδρευε
νυν ἀλοχους τε περιφρουρευε φυλασσων , ὠ ταλαν , ἐν θαλαμοις τε μενων ἐπιτερπεο νυμφαις : οὐ γαρ τοι μια
9999968 τει
] ἐχουσα και την αἰτιαν , [ ἡι μεν ] τει πρωτει συστασει [ των ] τε ἀτομων ἁμα και
καταθεσις , και παν το ἑτερογενες ἐξαιρειν , και περιβαλλειν τει - χιον ἠ φραγμον . βοθρευειν δε μαλιστα μεν
9999968 ἰθυφαλλικον
ἑφθημιμερες , του τριτου ποδος χορειου . το βτερον τροχαϊκον ἰθυφαλλικον [ ] . το γʹ περιοδος καταληκτικη , ἐξ
και συλλαβης . Το δʹ δακτυλικον πενθημιμερες . Το εʹ ἰθυφαλλικον . γʹ γαρ εἰσι τροχαιοι , και ἐστι διμετρον
9999968 νομισαντες
, τους τε Ἀργειους και Ἀχαιους προς Ἀθηναιους ἀν ἀποστηναι νομισαντες : ἐκ παραλληλου . χωρειν : τους Πελοποννησιους .
τας ἐφεδρους των πυλων ταξεις ἀποστηναι : και οἱ Ξανθιοι νομισαντες ἀφυλαξιαν και ἀμελειαν εἰναι νυκτος ἐξεδραμον μετα λαμπαδων ἐπι
9999968 πεπερασμενην
ὁ γεωμετρης εὐθειαν ἐπ ' εὐθειαν στησας . εἰτε δε πεπερασμενην κατ ' ἀμφοτερας τας ἀκρας την εὐθειαν λαβωμεν εἰτε
, διελθειν δε την ἀπειρον ἀδυνατον ποτε και διιεναι , πεπερασμενην δε εἰ κινοιτο , εἰ μεν ἀνακαμπτει , οὐτε
9999967 χαριστηριον
και κατεπαυον της ὀργης . Οὑ δη χαριν ἡ Μεγακλω χαριστηριον αὐταις ὑπερ της μητρος ἀνεθηκε στηλας χαλκας και ἀνα
Ἀπολλωνι πεμπειν εἰκονα χρυσην , ἐπι καταδικῃ του ἀρχοντος , χαριστηριον δε τῳ θεῳ παρα Ἀθηνων . Σωκρατει γουν ὑπισχνειται
9999967 ἐτρεφον
παρα μερος γαλα . ἐπειτα δε βουκολοι περιτυχοντες ἀνειλοντο και ἐτρεφον ἐν τοις οἰκειοις . ἐπει δε ὁ παις ηὐξετο
Δια : και οὑτοι , φησιν , ἠσαν οἱπερ με ἐτρεφον και ἐποιουν τρυφαν βοες . Γ βολιτοις : βολιτον
9999967 φλεγμαινον
θερμῳ και ποτα πολλα διδοναι , ὑγιης γινεται δια το φλεγμαινον , τοισι φλεγμαινειν ποιεουσι προσφερομενοισιν ὁ ὠν πυρετος γινεται
τους χυλους και μαλιστα ἐπι χιονος . εἰ δε τι φλεγμαινον εἰη κυριον μοριον , οὐδε καθ ' ἑαυτους ἐπιβαλειν
9999967 δεκατου
δε κλινη δεκατον του αὐτου , το δε ἡμισυ του δεκατου πενταπλασιον , ἡ ἀρα οἰκια της κλινης πενταπλασιων :
τον Φιλιστιδην και τον Κλειταρχον , ἐν τῳ χρονῳ του δεκατου λογου των Φιλιππικων . διο και κακως αὐτου μεμνηται
9999967 συγκρουσεως
της θρυαλλιδος την ἐκ πυρος ἐξωθεν φασκων γεγονεναι , | συγκρουσεως ἐξωθεν ἠν , οὑτως και ὁ τα ἐκ των
φοβεισθε . . πολις πεφευγεν ] ἐπι της προσβολης και συγκρουσεως των πολεμιων και της ἐκ τουτου ζαλης τροπικως τῳ
9999967 κινουμενα
ἐποιησεν ὁπλα και ἐργα Ἡφαιστου , προς το ἐκεινῳ δοκουν κινουμενα . Ἐπει δε ἐνταυθα ἠδη ἐγενομην , ποιον ὑδωρ
, ταυτα δ ' ὑπο τινος , ἁπαντα ἀν τα κινουμενα ὑπο τινος κινοιτο . πως οὐν λεγομεν τινα κινησεως
9999967 φλεγμαινοντα
, οὐδε προς τα σηπομενα : ἀλλα προς μεν τα φλεγμαινοντα ξυμφερει τα ψυχρα , προς δε τα ἀκαθαρτα και
μαλιϲτα τραυματα κολλαν δυναμεναι . Προϲ δε τα περιωδυνουντα και φλεγμαινοντα τραυματα χρεια των ξηραντικων τε και ἀφλεγμαντων φαρμακων .
9999967 κρατιστην
ἀλλ ' , ὁπερ μεγιστον ἐστι , και την ψυχην κρατιστην τῳ ἀνθρωπῳ ἐνεφυσε . τινος γαρ ἀλλου ζῳου ψυχη
δυναμιν ὁπως το δεξιον κερας ἰσχυν ἐχον και δυναμιν την κρατιστην διαγωνισηται προς τους μετα Δημητριου τεταγμενους ἐν τοις εὐωνυμοις
9999967 συμπλεκομενοι
των πολεμιων ἀνδραγαθιαις ἀντεταττον τας ἑαυτων ἀρετας . διο και συμπλεκομενοι τοις πολεμιοις και την μαχην ἐκ χειρος συνισταμενοι μεγαν
συντριψαντες , εἰς τον ἀπο της μαχαιρας ἀγωνα κατηντησαν . συμπλεκομενοι δε τοις σωμασι και παντοιας διαθεσεις τραυματων ἀπεργαζομενοι τοις
9999966 νοεισθαι
οὑτως του ἑτερου τουτων μη ὑπαρχοντος οὐδε το λοιπον δυναται νοεισθαι . και ἀλλως , φασιν οἱ ἀπορητικοι , το
: ἀνευ γαρ της κοιλανσεως της ἐν ῥινι οὐ δυνατον νοεισθαι : ὁμοιως δε και ἐπι των ἀλλων των τοιουτων
9999966 σημαινουσαν
τινα , ἀμφωτιδες , † την ἀμφι την περι † σημαινουσαν . . . . ἀμφονον : ἰστεον , ὁτι
. οὑτως Ὠρος . ἐγω δε εὑρον ἐν τοις Ῥητορικοις σημαινουσαν την λεξιν οἰκιαν τινα ἀπο Βατωνος ἐπωνομασμενην δεσποτου .
9999966 φρασεως
μεν ἠτοι ποιητικος τροπος , ὁ δε μεν της κοινης φρασεως . τετραπται : τετραμμενα εἰσιν . ὑπερθεν : ἀνω
την του προτερου ὀνοματος κακοφωνιαν , ἁμα δε τον της φρασεως αὐτου ζηλον ἐπισημαινομενος : ἁπαντας μεν γαρ λογιους ἐποιησε
9999966 μαλακον
ϲτομαχου την χειρα ἐχοντα , τῳ δε βραχιονι ὑπαυχενιον ὑποβεβληϲθω μαλακον ἐχον ὑφ ' αὑτῳ δερμα χαριν του ταϲ ἐπιρροιαϲ
μητε λεπιδας ἐχοντα μητε τραχυ μητε ὀστρακωδες το δερμα , μαλακον δ ' οὑτως ὡς ἀνθρωπος : ἐστι δε ταυτα
9999966 συγκλητον
πρεσβεσιν ἐλθουσιν εἰπων ἐπηγγελλεν ὁμως , εἰ θελοιεν την τε συγκλητον αὑτῳ και Μαριον και Σουλπικιον ἐς το Ἀρειον πεδιον
καλλιον τευξεσθαι της πολιτειας , ἀν μη πολεμικως ἐπι την συγκλητον παραγενηται : ταυτην γαρ βουλεσθαι την χαριν δουναι τοις
9999966 ἀπανθρωπον
διακενηϲ , ἀν οὑτω τυχῃ , | των βοηθηματων το ἀπανθρωπον ὑπομειναι , ἠ δια την ὀλιγωριαν κινδυνῳ περιπεϲειν .
δοξῃ ὁ ταυρος καιομενος μυκηθμον ἀποτελειν . τουτου δε το ἀπανθρωπον θεασαμενος ὁ Διονυσιος , αὐτον τουτον ἐνεβαλεν εἰς τον
9999966 ἀσθενεστατον
ἐν τοις βοθροις καταλειφθησεται ἡ του ὑδατος κακια . Ὑδωρ ἀσθενεστατον ποιησεις ἀφεψων το τριτον μερος : και τα λευκα
, σκευην δ ' ἐχει τοιαυτην : ἀχρουστατον τε και ἀσθενεστατον ὑπαρχον ὑδατι διεντες αὐτο ἑψουσιν , εἰτ ' εἰς
9999966 συμφορωτατον
φαινεται . μονῃ δε τῃ φιλιᾳ συμβεβηκεν ἁπαντων μεν εἰναι συμφορωτατον , ἁπαντων δε ἡδιστον . εὐθυς οἰμαι των ἀναγκαιων
. Ὀρθως : τουτο γαρ εἰς την κρισιν ἡμιν ἐστι συμφορωτατον . Και μην και συμπασης γε μειξεως οὐ χαλεπον
9999966 προσταττει
ἀλυτος εὐνοιας ἑνωτικης ἡ του ἑνος θεου τιμη „ . προσταττει δε μη , παροσον αὐτοις ἰσονομιαν και ἰσοτελειαν [
τῃ χαριτι ἠδη και την προ μικρου ζωπυρων ἐπιθυμιαν : προσταττει γαρ ἑτερον ἀνδριαντα δημιουργεισθαι κολοσσιαιον χαλκουν ἐπιχρυσον ἐν Ῥωμῃ
9999966 ἀπαλλαγησεται
ἀπο τινος οἰκιας και οὐ βλαβησεται και αἱμορροϊδας ἑξει και ἀπαλλαγησεται ἐξ αὐτων . Εἰτα ἐπιμεριζει ἡ Σεληνη ἐν τῃ
οἰνομελιτος κυαθων γʹ . πιειν , βαψει την μακραν και ἀπαλλαγησεται . ἀλλο . βοτανῃ ῥυβιᾳ χρωμενος τῃ καθημερινῃ διαιτῃ
9999966 παραλαμβανει
το συμβεβηκος ἐν οὐσιᾳ . τουτο οὐν το ἐν τινι παραλαμβανει ἐν τῳ ὁρισμῳ ὡς γενος κατα πολλων λεγομενον .
ᾑ κληρουχοι Ῥωμαιων ἠσαν ἁμα τοις ἐπιχωριοις πολιτευομενοι , και παραλαμβανει την πολιν ἐξ ἐφοδου . ὡς γαρ ἐγνωσαν οἱ
9999966 καθαροτητος
κυκλῳ προς τοις ὑψηλοις των τοπων , εὐερκειας τε και καθαροτητος χαριν : προς δε αὐτοις οἰκησεις τε ἀρχοντων και
περι του Ἰσοκρατους λεκτεον . Ὁ τοινυν Ἰσοκρατης ἑνεκα μεν καθαροτητος και εὐκρινειας , αἱ δη τον σαφη ποιουσι λογον
9999966 συμβουλευεις
περι Φιληβον ἡδονας ἐπονομαζουσιν . Τουτοις οὐν ἡμας ποτερα πειθεσθαι συμβουλευεις , ἠ πως , ὠ Σωκρατες ; Οὐκ ,
αἰσχρον ; ” Ἐοικε , φησω : ἠ τι μοι συμβουλευεις , ὠ φιλε , φαναι ; Τουτο ἐγωγε :
9999966 τεταρταιου
και μελιλωτα . οἰδα δε και ἐπιθηματι πολλακις χρησαμενος ἐπι τεταρταιου καιρῳ πανυ εὐκρατῳ , καθαπερ ἐπι τριταιου προ του
γαρ οἱον ἀρχη και ῥιζα πεφυκεν ὁ μελαγχολικος χυμος του τεταρταιου δη πυρετου , ὁς ἐκκρινομενος ἠδη ἀφεισθαι δεικνυσι τον
9999965 κεκλιμενοι
αβγδʹ κυκλον : οἱ αβʹ γδʹ ἀρα κυκλοι ὁμοιως εἰσι κεκλιμενοι προς τον αβγδʹ κυκλον . Οἱ των αὐτων ἐφαπτομενοι
ὁ ΥΘ , οἱ δε ΜΝΞ , ΟΠΡ ὁμοιως εἰσι κεκλιμενοι , ὁ δε ΣΤ προς τον ΑΒΓ κυκλον μαλλον
9999965 πικρος
, χολωδης ἐπιχολος ἀκροχολος μελαγχολος , ὀξυθυμος , ὀξυθυμιας , πικρος , δυσκολος , μεμψιμοιρος , ὠμος , ἀσυγγνωμων ,
ἐστι , ἀπο δε τουτου προς θαλασσης τεσσερων ἡμερεων πλοον πικρος αἰνως : ἐκδιδοι γαρ ἐς αὐτον κρηνη πικρη ,
9999965 δυστυχων
νικᾳ : του γαρ εὐ τητωμενος οὐκ οἰδεν , ἀει δυστυχων κακως τ ' ἐχων . οὑτως ἀριστον μη πεπειρασθαι
. ἑλκων ἐφ ' αὑτον ὡστε καικιας νεφος ἁλις ἐγω δυστυχων . μοχθος οἱ τηλου φιλοι . οἱ τοι περα
9999965 φροντιστηριον
δε και κοινωνικωτατον σοφια , συγκλειει μεν οὐδεποτε το ἑαυτης φροντιστηριον , ἀναπεπταμενη δε ἀει δεχεται τους ποτιμων διψωντας λογων
. [ . . ] ψυχων σοφων τουτ ' ἐστι φροντιστηριον : ἐνταυθ ' ἐνοικους ' ἀνδρες , οἱ τον
9999965 μιμητικον
στητ ' ὠ φατναισι : ἀπο του διηγηματικου ἐπι το μιμητικον μετεβη : σῳσαι : σῳζειν βοηθειν : ἱπποι δ
διπλη ὁτι ἀπεστροφε τον λογον ἀπο του διηγηματικου ἐπι το μιμητικον , και ἐλλειπει το ταδε λεγων ἑκαστος ἐμε ᾐτιαασθε
9999965 Ἀντισθενους
ἐφη , κρυφῃ φεροντων : δεδοικα γαρ τον σον και Ἀντισθενους πλουτον μη με καταδυναστευσῃ . ἡ μεν δη παις
δηλον ὡς τον πατερα ἠ το χρεος ἀποδουναι λυτρον του Ἀντισθενους . δει γαρ και ἑαυτου τον πατερα προτιμησαι ,
9999965 ἀποδιωκει
και ῥοοκοκκα . και γαρ ῥωννυμενη ἡ δυναμις ἐπεγειρεται και ἀποδιωκει και ἀπεμει την την χολωδη ὑλην . Τουτεων δε
ἀποστεγει ] κωλυει . ἀποστεγει ] ὑπομενει . ἀποστεγει ] ἀποδιωκει . ἀποστεγει ] ὑπομενει ἠ ἀποδιωκει . ἀποστεγει ]
9999965 προγεγενημενην
φονου , τους ζωγρηθεντας ἀθροισας Δεινοκρατην μεν ἀφηκε δια την προγεγενημενην φιλιαν , των ἀλλων δε τους μεν ἀλλοτριωτατα διακειμενους
σημαινει , εἰ δε δισωμον τυχοι το ζῳδιον και ἠδη προγεγενημενην . ὁ δε ἀστηρ ὁ κυριος του κληρου δηλωσει
9999965 τειρομενοι
ἀποσχωνται πολεμοιο Τρωες , ἀναπνευσωσι δ ' ἀρηϊοι υἱες Ἀχαιων τειρομενοι : ὀλιγη δε τ ' ἀναπνευσις πολεμοιο . ῥεια
τους Μεσσηνιους , Τυρταιωι πεποιημενα ἐστιν ὡσπερ ὀνοι μεγαλοις ἀχθεσι τειρομενοι , / δεσποσυνοισι φεροντες ἀναγκαιης ὑπο λυγρης / ἡμισυ
9999965 προφορικου
. Ἐστι δε και πρωτος τῃ φυσει ὁ ἐνδιαθετος του προφορικου , ἐπει και συναναιρει μεν αὐτον , οὐ συναναιρειται
ἑτεροκινητα και συν ἑτεροις ἐκφωνουμενα αὐτα καθ ' αὑτα του προφορικου οὐ τυγχανουσιν . Ὡς οὐν οἱ ἐργαται ἐπι μεν
9999965 ἐλαχιστην
ὀνομαζεσθαι δ ' Ὀρκαν . των δε πλευρων την μεν ἐλαχιστην εἰναι σταδιων ἑπτακισχιλιων πεντακοσιων , παρηκουσαν παρα την Εὐρωπην
δε πατρικιοι την ἐλευθεριαν ἀπολωλεκοτα τον δημον και μηδε την ἐλαχιστην ἐχοντα ἰσχυν , ἐξ οὑ την δημαρχικην ἐξουσιαν αὐτων
9999965 ἀπαλλαττεσθαι
ὁτι Ἀκρασια και Ἡδυπαθεια καλουνται , και ἐντευθεν κελευει συντομως ἀπαλλαττεσθαι και μη πιστευειν μηδε ταυταις μηδεν , ἑως ἀν
αὑτων , οἱ θ ' Ἑλληνες ταυτην αὐτους ἐασαντες ἐχειν ἀπαλλαττεσθαι των ἐκ πολεμου και στρατειας δυσχερων , οἱ δ
9999965 ἑρμηνευειν
τριων διαστασεων . συγκεχωρηκασι δε ἑαυτοις οἱ βραχυ προ ἡμων ἑρμηνευειν τα τοιαυτα , μηδε ἑν μηδαμως διαληπτον σημαινοντες ,
ἠρξε και παραδοξολογιας και πνευματος και του τα μεγαλα μεγαλως ἑρμηνευειν , ἀποστασεων τε και προσβολων , ὑφ ' ὡν
9999965 ἐπικλησεως
και ἀνδρειαις . ἱκετας σεθεν ἐρχομαι : ἡ ἀνταποδοσις της ἐπικλησεως : ὠ Ζευ , ἱκετης σου ἐρχομαι : ἱν
. νικᾳς γαρ γ ἐχεις ἐλπιδα πιστεως δ ἐπιτευξῃ της ἐπικλησεως ε γινῃ ἐπισκοπος και βλαπτῃ Ϛ στρατηγεις και εὐημερεις
9999965 στρατευομενοι
και μη τον δεινα πυνθανησθε τι πραττει ἀντι του ἱνα στρατευομενοι των ἀγαθων μεταλαμβανητε . και αἱ κατασκευαι μεν ἀπο
Ἑλλαδος πασης ἀνω και κατω φερομενης , πλεοντες ὁμου και στρατευομενοι ᾠκιζον την πολιν , ὡσπερ τινες φρουριον ἠ στρατοπεδον
9999965 συμμετρου
, και των μελων ἑκαστον λιπαραις ταις χερσιν ἀπευθυνειν μετα συμμετρου συντονιας μαλασσοντας τα τε ὀμματα αὐτων ἡσυχη και καταψυχοντας
: ἡ ΔΜ ἀρα της ΜΗ μειζον δυναται τῳ ἀπο συμμετρου ἑαυτῃ . και εἰσι ῥηται αἱ ΔΜ , ΜΗ
9999965 Ἀριστοτελην
αὐτον φασι δια το βατταριζειν και κεκομμενην ἐχειν την φωνην Ἀριστοτελην καλουμενον , ἀλλοι δε φασιν ὁτι το βαττος λιβυακως
ἀντιλογιαν δε . Βασιλισσαν : Ἀλκαιον φασι τον κωμῳδοποιον και Ἀριστοτελην ἐν τοις Ὁμηρου ἀπορημασιν εἰρηκεναι : συ δε βασιλικος
9999965 σφοδροτερας
ῥιζας των ὀδοντων οἱ χυμοι στηριζωνται , τας τε ὀδυνας σφοδροτερας ἐπαγουσι και αὐτους δη τους ὀδοντας της οἰκειας παρασαλευουσιν
, ἀν τε διελοντες σφας αὐτους ἐπιβοηθησωσι κατα μερη , σφοδροτερας ἐνεργειας γιγνομενης κατα τας ἐμβολας των ὀργανων οἱ καταλειφθεντες
9999965 νοουμενην
και εἰς πυρ ἐμβαλων ὡδηγησα τους ἀνθρωπους εἰς τεχνην δυσκολως νοουμενην , ἠτοι την θυτικην μαντειαν : εὐκινητος γαρ οὐσα
γης προς το ἡλιακον ὑψος και την ἀπ ' αὐτου νοουμενην σφαιραν . Και το κατα ἀληθειαν ἀρα μεγεθος του
9999965 εὐκατανοητον
ἐπει γαρ , ἐξ ὡν ἀπεδειξαμεν του Ἀρεως ἀνωμαλιων , εὐκατανοητον ἐστιν , ὁτι των ὑποτεινομενων προς τῃ ὀψει γωνιων
ἐπικυκλος γινεται της κατα τον Κριον θεσεως , αὐτοθεν ἐστιν εὐκατανοητον ἐκ των προεκτεθειμενων τηρησεων . ἐν τε γαρ τῃ
9999965 οἰκοδομηματων
ἡ τις και Πτολεμαϊς . ἠν δ ' ἐκ πλινθινων οἰκοδομηματων συντεθεισα , κτισμα Περσεως Ζακυνθου Ἀριστομεδοντος Λυκου . λεγεται
ἀλλα σεισμος ἐς την χωραν σφισιν αὐτικα κατασκηψας των τε οἰκοδομηματων την κατασκευην και ὁμου τῃ κατασκευῃ και αὐτο της
9999965 ἀσθενεστερων
φησι , θελησειε ξενος την πατριδα φευγειν και μετα των ἀσθενεστερων , τουτεστι Λακεδαιμονιων , ἀγωνιζεσθαι δια μισθον ὀλιγημερον .
και τιτανος ἀσβεστος , των σφοδρων δηλονοτι θραυομενων τῃ των ἀσθενεστερων μιξει . τα δε λεπτυνοντα τας τριχας ῥυπτικα κατα
9999965 πιθους
και καλλιοινιαν συμβαλλεται . δια τουτο μικρους χρη κατασκευαζειν τους πιθους . εἰ δε φθασαιμεν παλαιους πιθους ἐχειν μεγαλους ,
αὐτῳ ὀντος , μηδε ἐν ὀρυγματι εὑρισκομενου , δει ἠ πιθους ὀστρακινους ἠ βουττεις τελειας προευτρεπιζειν και γεμιζειν ὑδατος και
9999965 συναναιρει
ζῳον πρωτον λεγεται του ἀνθρωπου , ἐπειδη ἀναιρουμενον το ζῳον συναναιρει τον ἀνθρωπον : ζῳου γαρ μη ὀντος οὐδε ἀνθρωπος
φυσει προτερα ἐστιν ἡ ἀτομος οὐσια παντων : ὁτι γαρ συναναιρει , ἐδειξεν αὐτος ὁ Ἀριστοτελης , ὁτι δε οὐ
9999965 συγγενων
παραλιας : δει γαρ και τας τοιαυτας διαφορας λαμβανειν των συγγενων : γνωριμοι γαρ δια την χρειαν . Ὀρθοτερον δε
; Οὐδαμως δηπουθεν . Προς ἑνα δε τον πρωτον των συγγενων προσαξω και του γενους καθ ' ἑκαστον ὑμας ἐρωτησω
9999964 ἀντιοι
ἀπησοντες , και κου τις και ἀπηκε : και οἱ ἀντιοι ἐστησαν , παντῃ συστρεψαντες ἑωυτους και πυκνωσαντες ὡς μαλιστα
και Βιθυνοι , ὡς Ἀρριανος ἱστορει , δικας ἐδικαζον καθεζομενοι ἀντιοι του Ἡλιου , ὡς ἀν ὁ θεος ἐποπτευοι .
9999964 συμβολοις
και Βραγχιδαις τας ἀποθεσπισεις δια λογων , ἀλλα νευμασι και συμβολοις το πλεον , ὡς και παρ ' Ὁμηρῳ „
, ὁν τροπον ζωγραφοι γραφουσι ποταμους , ῥευμασι δε και συμβολοις τοις οἰκειοις ὑποφαινομενος λειμωσι τε παρα τας ὀχθας αὐτου
9999964 ἑκασταχου
της πολιτειας . το γαρ συναγαγειν νομους και διερευνησασθαι τας ἑκασταχου πολιτειας , τους μεν ἀπο της ἐμπειριας δυναμενους ἑκαστα
. Περι ἀγαθων και κακων βιβλια κδ : Παραδοξων των ἑκασταχου βιβλια ιε : Εὑρηματων ὡν ἑκαστος εὑρε βιβλια β
9999964 παραλλαττει
ἡλιῳ , ὁτι κατα λοξου ὡς προς τον ἡλιον κινουμενη παραλλαττει τῳ πλατει , ἠ βορειοτερα ἠ νοτιωτερα γινομενη .
και χειμωνος , το δε τευτλιον , ὡσπερ εἰρηται , παραλλαττει κατα τας ὡρας . χρονοι δ ' οὐν οὑτοι
9999964 κονιορτον
ποιεισθαι τας ἀναστροφας τῃδε κἀκεισε . ὡς δε πλειστον ἐπανεστησε κονιορτον ἐπισκοτων ταις των πολεμιων ὀψεσιν , ὁ μεν ἐλαθε
καπνος ἠ ἀηρ ἠ πυρ γενοιτο , ἀλλα και εἰς κονιορτον ἀναλυθεισα . Παρεστι γουν ὁραν , ὁτι και τα
9999964 κηρυκειον
μεν χρυσον , ὁ δ ' ἀργυρον , ὁ δε κηρυκειον ἐλεφαντινον , ὁ δε των οὑτω τι λαμπρων ἀναπτων
λευκαις . εἰχε δ ' αὐτων ὁ μεν πετασον και κηρυκειον χρυσουν , ὁ δε σαλπιγγα . μεσος δε τουτων
9999964 παρειληφθαι
πλεοναζοντα , τον τε μεν οὐκ ἀσυνηθως ἀντι του μην παρειληφθαι ; . . . . . . οὐ μεν
σχεσιν δε αὐτων οὐδεμιαν σημαινοντας , οὐδαμως οἰητεον ἐν τουτοις παρειληφθαι , και εἰ προσχρῳντο τοις συμπλεκτικοις λεγομενοις συνδεσμοις της
9999964 μαντευσασθαι
δε φασιν ἀπο Παρνασσου Παρνασσον τοὐνομα λαβειν , ὁν και μαντευσασθαι Πυθοι πρωτον , ὡς Ἀλεξανδρος φησιν ἐν πρωτῳ Περι
δε φασιν ἀπο Παρνασσου Παρνασσον τοὐνομα λαβειν , ὁν και μαντευσασθαι Πυθοι πρωτον , ὡς Ἀλεξανδριδης φησιν ἐν πρωτῳ περι
9999964 κρασεσιν
και παντι χειρον ὑπαρχει : θερμα δ ' ἐστι ταις κρασεσιν ἀμφω και δια τουτο και διψωδη . Της ἡμερου
: και πασι δε τοις ὡραιοις ἐδεσμασιν , ὁσα ταις κρασεσιν ἐστιν ὑγρα , συμβεβηκε φθειρεσθαι κατα γαστερα , ὁταν
9999964 ὀνομαζομενην
την Αἰθιοπιαν ἀλλας τε πλειους και μιαν εὐμεγεθη , την ὀνομαζομενην Μεροην , ἐν ἡι και πολις ἐστιν ἀξιολογος ὁμωνυμος
ἀνειναι τας Νυμφας ταυτας χαριζομενας τῃ Ἀρτεμιδι μεγιστην πηγην την ὀνομαζομενην Ἀρεθουσαν . ταυτην δ ' οὐ μονον κατα τους
9999964 ἀπολυει
και των ἀφυκτων ἐκεινων εἱργμων τε και δεσμων τον ἀετον ἀπολυει . ὁδου μεντοι παρεργον τῳ ἀνδρι ταυτα και δη
καιρου παρῳχηκοτος ἱκανου μολις δη και πολλα παρακληθεις ἐνεδωκεν , ἀπολυει τουτον λαβων τρισμυριους χρυσινους . Λαζαρος δε ἀποσωθεις ἐς
9999964 θαλασσιους
και κρηθμου ἐν ὑδατι δουναι πιειν . Ἑτερον : ἀστερας θαλασσιους τους μελανας και κραμβην , μιξας ἐν οἰνῳ εὐωδει
τους δε ἀλλους αἱ νηες . εἰπων δε πεζους και θαλασσιους , προς μεν τουτο ἐπηγαγε το νηες , το
9999964 σπευδοντα
της εἰς τον Λευκιον εὐνοιας ἐσομενης : ὡς δε και σπευδοντα εἰδε τον Λευκιον παρελθειν ἐς το Καισαρος χαρακωμα ,
' ἀναγκης ἐλαυνομενον , οὑτω παν το αὐτῳ δοκουν πληρουν σπευδοντα . Ὀφθαλμοι συγκλειομενοι και παλιν ἐπανοιγομενοι ἐπιβουλον και ἐπιτριπτον
9999964 στρατευσαντες
πλεον ἰσχυσασα της Καρχηδονος ἀφεληται των Φοινικων την ἡγεμονιαν , στρατευσαντες ἐπ ' αὐτην μεγαλαις δυναμεσι και κατα κρατος ἑλοντες
Γαιος Ὁρατιος και Κοιντος Μηνυκιος . ἐπι τουτων Σαβινοι παλιν στρατευσαντες ἐπι Ῥωμαιους πολλην της χωρας αὐτων ἐδῃωσαν , και
9999964 συνισταμενης
ἀνδρια και σωφροσυνη , περι μεν το θυμικον της ἀνδριας συνισταμενης , περι δε το ἐπιθυμητικον της σωφροσυνης . Ἑτερου
ὀντος : ψευδος γαρ το παραπαν οὐκ εἰναι ταυτης μη συνισταμενης της κοινωνιας . δια ταυτ ' οὐν λογον πρωτον
9999964 ἀπολογησασθαι
ἑν ἀντιθεντες ἐξετασομεν : το γαρ διελειν και χωρις μεν ἀπολογησασθαι δι ' ὁλων των κεφαλαιων , χωρις δε κατηγορησαι
ἐγω λεγω , και οἰηθητε δειν προς ἐκεινους πρωτον με ἀπολογησασθαι : και γαρ ὑμεις ἐκεινων προτερον ἠκουσατε κατηγορουντων και
9999964 συμβαλλουσι
ὁρωσι την Ἀνθιαν και ἠν μεν ἐτι ἀγνωστος αὐτοις , συμβαλλουσι δε παντα , τον ἐρωτα , τα δακρυα ,
κυβειῳ , οὑ ἡ τηλια τιθεται και τους ἀλεκτρυονας τινες συμβαλλουσι . Τηλια : ἠτοι κυβευτικα ὀργανα , ἠ τραχηπιθου
9999964 προτερω
ἐρυον . ” προδομῳ τῃ προ του οἰκου παρασταδι . προτερω εἰς τοὐμπροσθεν . προϊκτης προσαιτης , ἀπο του προικα
τους Ἰχθυας και φησιν : δ ' ἀρ ' ἐτι προτερω , ἐτι δ ' ἐν προβολῃσι νοτοιο , Ἰχθυες
9999964 συγγενικον
ἐλευσεται ] † ἀφιξεται θηλυσπορος ] ἠγουν θηλεια συγγενη ] συγγενικον γαμον ] † συναφειαν ἀνεψιων ] ἐξαδελφων ἐπτοημενοι ]
. νοθῳ : ἀπο κοινου το ἐρραψας : ὁμογνιον : συγγενικον . ἀντι του : προς ὁμογνιου Διιος . ἀνεψιοι
9999964 σωφροσιν
. . . . φοβερα ] προσθετεον ἐξωθεν : τοις σωφροσιν . . . . οὐδ ' ὑπευθυνος ] καθο
γενναι [ ' ἐλεξας ] ? ? [ ἐν ? σωφροσιν ? ? [ γαρ ⌈ κἀμ ' ἀριθμεισθαι ⌉
9999964 ἐργαζομενοι
τουτων , και παρατιλλοντες αὐτους τεφραν θερμην ἐπεπασσον βασανους ἱκανας ἐργαζομενοι . ἑξει τινα συγγνωμην : ἀντι του ” ποιαν
ὀνομα τουτο το καλος τε κἀγαθος ἐπισκεψαιμην , τι ποτε ἐργαζομενοι τουτ ' ἀξιοιντο καλεισθαι , πανυ μου ἡ ψυχη
9999964 δραματικον
ὑπεγραφησαν . Πασα ποιησις τρεις ἐχει χαρακτηρας , διηγηματικον , δραματικον και μικτον . το δε βουκολικον ποιημα μιγμα ἐστι
Ἀχιλλεως ὁπλων κατασκευη . Του δε διηγηματος το μεν ἐστι δραματικον , το δε ἱστορικον , το δε πολιτικον :
9999964 ἐμει
ἡμας την ἀνω κοιλιαν μονος ὁ ἀνθρωπος και ὁ κυων ἐμει . στενης γαρ οὐσης και ὀρθης και κολπον μη
ἀνθρωπειαν ἐσθιει . Καμηλος νοσουσα δρυος φυλλα χλωρα ἐσθιει και ἐμει χολην μελαιναν . Πιθηκος νοσων το ἰδιον οὐρον πινει
9999964 ἀριθμητικον
τεχνικον διαιρειται : ὡν του μεν φυσικου το μεν ἐστιν ἀριθμητικον , το δε ὁμωνυμον τῳ γενει , ὁ και
εἱως και εἱαντο και εἱλη . σεσημειωται και το εἱς ἀριθμητικον . Ἡ ΟΥ ἐν ταις ὑπερ μιαν συλλαβην λεξεσι
9999964 φροντιστεον
. Οὐκ ἀρα , ὠ βελτιστε , πανυ ἡμιν οὑτω φροντιστεον τι ἐρουσιν οἱ πολλοι ἡμας , ἀλλ ' ὁτι
τοδε τουδε κατασκευαζειν και ὁτι διαφορα οὐσιωδης . δευτερον δε φροντιστεον του ταξαι τας διαφορας τον δεοντα τροπον : ταξεις
9999964 τυρου
Ταραντινος Ἡγησιππος ἐξ ἑφθου κρεως και κνηστου ἀρτου και Φρυγιου τυρου ἀνηθου τε και ζωμου πιονος . μνημονευει δ '
ἐνιαυτον : ἐνθα μεν οὐτε ἀναξ ἐπιδευης οὐτε τι ποιμην τυρου και κρειων οὐδε γλυκεροιο γαλακτος , ἀλλ ' αἰει
9999964 ἐκπιπτον
και τουτο μελαινα ἐϲτι χολη . ἐνδεχεται γαρ και αἱμα ἐκπιπτον των ἰδιων τοπων και μενον χρονον τινα θρομβουϲθαι ψυχομενον
μεθημερινον ᾐ φως περι το της ὀψεως ῥευμα , τοτε ἐκπιπτον ὁμοιον προς ὁμοιον , συμπαγες γενομενον , ἑν σωμα
9999964 στασιαζει
, ὁτι μονη ἡ τοιαυτη καθαρσις ἰασατο . εἰ δε στασιαζει ἐτι το της κακοχυμιας και το παθος ἐπιμενει ,
ἑαυτους : δια τουτο οὐδε συγχαιρουσιν ἑαυτοις οὐδε συναλγουσι : στασιαζει γαρ αὐτων ἡ ψυχη και πολεμει τῳ λογικῳ το
9999964 ποιουσης
ἀπο μεσης ἀποτομης ἀπο ἐλαττονος μετα ῥητου μεσον το ὁλον ποιουσης μετα μεσου μεσον το ὁλον ποιουσης . ἠ και
, οὐ πιστευεται , της αὐτου ἀρετης ἀνισχυρον την κατηγοριαν ποιουσης . Ὁμως δε , εἰ και οὐδεν ὁ αὐτου
9999964 τελευτησαντες
και γερα δεχονται παρα της αὑτων πολεως ζωντες τε και τελευτησαντες ταφης ἀξιας μετεχουσιν . Και μαλα , ἐφη ,
τοις τοιουτοις ῥᾳον φερειν . ἐπειδη δε οἱ ἐν πολεμῳ τελευτησαντες ὁμοιοι ταις ἡλικιαις , οὐδεν ἀπο τουτων ἑξομεν εἰς
9999964 διδομενα
ἀλλοτριων μη ἀντιποιεισθαι , ἀλλα διδομενοις μεν χρησθαι , μη διδομενα δε μη ποθειν , ἀφαιρουμενου δε τινος ἀποδιδοναι εὐλυτως
συνηθες ἐγενετο κυκλῳ περιπορευομενους τους ἀθλητας ἐπαγειρειν και λαμβανειν τα διδομενα . ὁθεν Σιμωνιδης περι Ἀστυλου φησιν οὑτως : Τις
9999964 ποιητικαι
γαρ μυρεψικη και ἡ ὀψοποιητικη τεχναι εἰσι της ἡδονης και ποιητικαι ταυτης . και ἐπει ἐστι τεχνη αὐτης , λοιπον
τελος ἑτερον παρα την ἐνεργειαν ἐχουσα , οἱαι πασαι αἱ ποιητικαι ὀνομαζομεναι τεχναι , ὡν ἀνδριαντοποιητικη οἰκοδομικη τεκτονικη και αἱ
9999964 μελιαν
. οἱ δε τα Γεωργικα συγγραψαντες γραφουσιν οὑτως : την μελιαν και την τερμινθον , ἁ δη νυν πιστακια οἱ
πολεμοις χρησιν ἐλθειν . Τουτο δη το χαλκουν γενος ἐκ μελιαν εἰπε φυναι Δωρικως , ἀντι του ἐκ των μελιων
9999964 νοτιωτατος
ὁ βορειοτατος των ἐν τῃ δεξιᾳ πτερυγι ἐσχατος δε ὁ νοτιωτατος των ἐν τῃ ἀριστερᾳ πτερυγι . Μεσουρανει δε ἀστηρ
ὑπο τους ὀπισθιους ποδας ὡς ἐπ ' εὐθειας δ ὁ νοτιωτατος . . Διδυμων ι νο ξα ∠ ʹ δʹ
9999964 κινουσαν
ἐλεον ἐστι κινειν , ὡς Εὐριπιδης την Κλυταιμνηστραν ἐλεον εἰσαγει κινουσαν αὐτην μετα τον της Ἰφιγενειας θανατον , τιν '
προ του κινουμενου ἡ κινουσα , χωριστην ἐνεργειαν ἐχουσα την κινουσαν προ της κινουμενης . Οὐκ ἀρα το μεν κινουν
9999964 ῥοδινον
δε μυρον το ἀπο της Ῥοδου : ὁ καλουμεν ἡμεις ῥοδινον . τον ἀλαβαστρον : Την μυροθηκην . ἀλλ '
ἀποστημα των μαστων . ] Κιμωλιαν , λιβανον και ἐλαιον ῥοδινον διαμιξας ἐπιτιθει . ἀλλο . κατ ' ἀρχας μεν
9999964 δουλικον
φιλῳ συνειναι και τραπεζης και στεγης κοινωνειν οὐ μεγαλοψυχον ἀλλα δουλικον και κολακικον και ταπεινον : ταπεινοι γαρ οἱ κολακες
του Μανης . προς δε τα ἀνδραποδα και ὀνομα εἰπε δουλικον . ὡσει ἐλεγε τους δουλους Μανας . οὑτω γαρ
9999964 κατασκευαστεον
τῳ ἰδιῳ τριγωνῳ . και ἐπι των λοιπων ἀστερων οὑτω κατασκευαστεον τα τε ἱερα και τα ἀγαλματα : ἐτι μην
ἀιδιος ἀρα και ὁ κοσμος . το δε ὑπερτεθεν ἠδη κατασκευαστεον , εἰ δει και ἀποδειξεως τοις οὑτως ἐμφανεσι :
9999964 λειουμενα
και ἡ ῥιζα δε και τα φυλλα καθ ' ἑαυτα λειουμενα ξηραινει και ῥυπτει και διαφορει μετριως : ἐπι γουν
, κριθαι μετριως , κρινου τα φυλλα και ἡ ῥιζα λειουμενα μετριως , κυαμου ἡ σαρξ μετριως , λαμψανη καταπλασσομενη
9999964 σπονδειον
ἰαμβικον διμετρον καταληκτικον . το ιεʹ ἐπιωνικον ἀτακτον , βʹ σπονδειον ἐχον . το ιϚʹ ἐπιωνικον καθαρον διμετρον ἀκαταληκτον .
ἀντιστροφον τουτῳ το ἀναπαιστικον δεχεται ποδας δακτυλον και τον ἰσοχρονον σπονδειον και τον προκελευσματικον : και ἀρχεται μεν ἀπο διμετρου
9999964 καταληκτικου
τροχαϊκη , ἀλλα διμετρων δυο μεν ἀκαταληκτων , ἑνος δε καταληκτικου . οἰκοι λεοντες : παροιμια παρα τους ἐν τῃ
Το ιβʹ προσοδιακον διμετρον καταληκτικον ἀπο ἐλασσονος Ἰωνικου και χοριαμβου καταληκτικου . Το ιγʹ τροχαϊκον τριμετρον ἀκαταληκτον , ὁ καλειται
9999964 ποιητικων
εἰπον , οὐτε μην ἐπιδειξαι , ὡς ἐπι συγγενη των ποιητικων μαθηματων ὁ νεος ἀπηντηκεν . ἀλλα ἀπο του μυθου
καλουμενος δια την γειτονιαν : πεμπτος Ταρσευς , γεγραφως περι ποιητικων ζητηματων ἁ λυειν ἐπιχειρει . Τον δη φιλοσοφον Ἀθηνοδωρος
9999964 ὠφελεισθαι
ὠφελειν μη ἐπιφερουσα , τι δε των ἐν τῳ βιῳ ὠφελεισθαι παρεχομενη , οἱον ἡ μεν το φρονειν , καθαπερ
οἱ δε φιλοι , ἀν τις ἐπιστηται αὐτοις χρησθαι ὡστε ὠφελεισθαι ἀπ ' αὐτων , τι φησομεν αὐτους εἰναι ;
9999964 ἀνατολικου
τε ὡροσκοπου και του δυνοντος ὁποιος αὐτων ὑπαυγος του ἑτερου ἀνατολικου ὀντος : κακα γαρ σημαινει τῳ οἰκειῳ αὐτου προσωπῳ
τε ὡροσκοπου και του δυνοντος ὁποιος αὐτων ὑπαυγος του ἑτερου ἀνατολικου ὀντος : κακα γαρ σημαινει τῳ οἰκειῳ αὐτου προσωπῳ
9999964 περιεχουσης
οὐν οἱ νυν ταπεινοι Λακεδαιμονιοι , τηλικαυτης και τοσαυτης συμφορας περιεχουσης την πολιν ; ἀρα γε ἀποχρην ἐκριναν ; παντας
οὐκουν ὡς ἀληθως των γ ' ἐντος τουτων και της περιεχουσης , ἀλλ ' ὁσον ἀλλο ὑδωρ κεχυται κολπους ἐχον
9999964 ἀπολαμβανομενην
, ἐσται , ὡς ὁλη ἡ διηγμενη προς την ἐκτος ἀπολαμβανομενην μεταξυ της παραλληλου και της τομης , οὑτως τα
την ὑποτεινουσαν ἀχθῃ τις εὐθεια , ἡ ἀχθεισα προς την ἀπολαμβανομενην ὑπο της ἀχθεισης και μιας των περιεχουσων την ὀρθην
9999964 ἐτεμνον
. οἱ δε περι τον Σατυρον ἐπι τρεις μεν ἡμερας ἐτεμνον την ὑλην , ὁδοποιουμενοι και διακαρτερουντες ἐπιπονως : τῃ
ἀμπελων τετμημενων : οἱ γαρ Πελοποννησιοι εἰσβαλλοντες εἰς την Ἀττικην ἐτεμνον την γην των Ἀχαρνεων . Γ κἀς τους τριβωνας

Back