τον Περσικον ἐχοι ἀπαγγειλαι Ἀλεξανδρῳ ἐφ ' οἱστισι προς αὐτου ἐσταλη : οὐ γαρ ἐπι τῳ πλευσαι την μεγαλην θαλασσαν
ἐς την γην την Ἀσιαν και βωμους ἱδρυσασθαι ὁθεν τε ἐσταλη ἐκ της Εὐρωπης και ὁπου ἐξεβη της Ἀσιας Διος
9999963 ἀμεινονες
διοριζεται λεγων ὁτι Ἐν πολεμῳ , ἀγορῃ δε τ ' ἀμεινονες εἰσι και ἀλλοι . ἐχων οὐν ἐνεχυρον ὁ Ὀδυσσευς
' ἐπισταμενος σαφα εἰπειν : ἡμεις τοι πατερων μεγ ' ἀμεινονες εὐχομεθ ' εἰναι : ἡμεις και Θηβης ἑδος εἱλομεν
9999963 κολοκυντας
' ἰδοις ἀν νιφομενα συκων ὁμου τε μυρτα . ἐπειτα κολοκυντας ὁμου ταις γογγυλισιν ἀρουσιν . ὡστ ' οὐκ ἐτ
, και ἑξεις τουτους νεαρους ἐν τῳ χειμωνι . Τας κολοκυντας φυλαξεις , οὑτως . λαβων ταυτας ἁπαλας κατατεμε ,
9999962 δριμυτητος
Τἀναντια δ ' αὐ ὡδε ὁσα και εἰς ξηροτητα μετα δριμυτητος ὁ χολωδης αἱματικου πεπλεονεκτηκε χυμου και ταις μεν πεψεσι
ὠ Παφλαγων ] προς τον Κλεωνα . Γ ἐσκοροδισας ] δριμυτητος ἐνεπλησας . τον δακτυλιον ] την σφραγιδα , της
9999961 διειλοντο
πλημυριδος , ἐπικλυσθεισα ἡ Κυρβη ἐρημος ἐγενετο , αὐτοι δε διειλοντο την χωραν , και ἑκαστος ἑαυτου πολιν ὁμωνυμον ἐκτισε
δεινοτατοι ὀντες των βαρβαρων ; ἐξ ὁλοσφυρου γαρ ἰσον μερισμον διειλοντο , και πρωτοι χαρακτηρα ἐβαλον , † εἰς τον
9999961 ἀπωλοντο
παιδος αὑτην ὠσεν εἰς κεφαλην : και ἀμφω κατα ταὐτον ἀπωλοντο , ὁ μεν τῳ βαρει της μητρος ἐκπιεσθεις ,
δε οἱ πυρφοροι ὡς ἱεροι του θεου και εἰ παντες ἀπωλοντο : ὁθεν παροιμια ἐπι των ἀρδην ἀπολομενων : οὐδε
9999961 παραληψομεθα
; δια ταυτας ὡς ἀχρηστον ταυτην παραδραμουμεθα και οὐδεποτε ὁλως παραληψομεθα , ἠ χρη ἀντιθεσθαι ταυταις παρατηρησεις τινας , δι
παντα βοηθηματα συν ποσῳ μεγεθει νοειται , παντα τα βοηθηματα παραληψομεθα και ἀδιαφορησομεν , ὁπερ ἐστιν ἀλογωτατον . εἰ δε
9999960 ἀθροισθηναι
χαιροντων ταις ἁρπαγαις , ὡς ἐν βραχει τῳ χρονῳ δυναμιν ἀθροισθηναι μεγιστην περι αὐτον , οὐκ ἐλαττω των πεντε μυριαδων
ὁτι ἐν παντι μοριῳ διαφορος τικτεται κακοχυμια : ἐνδεχεται οὐν ἀθροισθηναι χολωδη ὑλην ἐν τῳ ὑπεζωκοτι και ἐμφραγηναι και ποιησαι
9999960 σπουδαστεον
τε και αἰτιας και των ἀρχων ὁ θεος ἐξηγειται , σπουδαστεον ἐν τουτῳ μαλιστα ἐκεινην την ἐπιστημην κτησασθαι , δι
εἰ δε ἐν τουτῳ μαλιστα ἐστιν ἡ ὀντως εὐδαιμονια , σπουδαστεον περι αὐτην , εἰπερ ὀντως βουλομεθα μακαριοι εἰναι .
9999960 φιλοτητα
ξεινε , ἐπος τετελεσμενον εἰη : τω κε ταχα γνοιης φιλοτητα τε πολλα τε δωρα ἐξ ἐμευ , ὡς ἀν
φιλων . Συνερρεον δε ἠδη πολλοι κατα τε οἰκτον και φιλοτητα , και κερδη ἰδια δε και νεωτερισμου εὑροντες ,
9999960 Ἀντισθενην
Ἀμυνων : Ῥητωρ ἡταιρηκως , οὐκ ἰατρος ὁ Ἀμυνων . Ἀντισθενην : ἰατρος θηλυδριωδης . και οὑτος των καταπρωκτων .
το γενεσθαι ἐν προκοπῃ τους περι Σωκρατην , Διογενην , Ἀντισθενην . εἰναι δε και την κακιαν ὑπαρκτην δια το
9999959 παραφροσυνη
νοσειν με κατα σε κριτην , ἐαν νοσημα ἐστι και παραφροσυνη και μανια το μισειν τους ἐμους ἐχθρους . .
, ἐμετος , και λειποψυχιη γινεται . Ἐπι αἱματος ῥυσει παραφροσυνη ἠ σπασμος , κακον . Ἐπι εἰλεῳ ἐμετος ,
9999959 Μουσης
. Ἀλλ ' εἰτε νεα των μετρων ἡ θεωρια εἰτε Μουσης εὑρημα παλαιας ἑκατερον ἑξει καλως . ἀρχαια μεν γαρ
ἀνευθε χορδης . Ἀγε , ζωγραφων ἀριστε , λυρικης ἀκουε Μουσης * * * * * * * * *
9999959 πανουργιᾳ
τοις κολοιοις δε δια την φυσικην φιλοστοργιαν , καιπερ τοσουτον πανουργιᾳ διαφερουσιν , ὁμως ὁταν ἐλαιου κρατηρ τεθῃ πληρης ,
των ἰσχυροτερων γεγονεναι κρειττων . οὐ μην ἠδυνηθη γε τῃ πανουργιᾳ κατασοφισασθαι την ἐκ της πεπρωμενης ἀναγκην , ἀλλα ποιητης
9999959 μακαρεσσιν
προχεοντο , χερσι δε και μυθοισιν ἐδεικανοωντο ἑκαστον , εὐχομεναι μακαρεσσιν ἀπημονα νοστον ὀπασσαι . ὡς δε και Ὑψιπυλη ἠρησατο
: βιοτοιο μεν ὁς κ ' ἐπιδευης / στρωφαται , μακαρεσσιν ἐπι ψογον αἰνον ἰαπτει / ἀχνυμενος , σφετερην δ
9999959 ῥητορικας
ποιητας και νομοθετας γενεσθαι . τας τε γαρ τεχνας τας ῥητορικας και τους λογους τους ἐπιδεικτικους και τους νομους τους
της πραγματειας , ὡς οὐ μειρακιον ἠν , ὁτε τας ῥητορικας συνεταττετο τεχνας , ἀλλ ' ἐν τῃ κρατιστῃ γεγονως
9999959 θαυμασθηναι
ἐκαθημεθα δε ἐν τῃ στοᾳ . και ἀποβλεφθηναι ἐπι του θαυμασθηναι Αἰσχινης εἰπεν ὁ Σωκρατικος . γλωττας δε τας των
. ῥηθεντων δε τουτων των ἐπων , οὑτω σφοδρως φασι θαυμασθηναι τους στιχους ὑπο των Ἑλληνων ὡστε χρυσους αὐτους προσαγορευθηναι
9999959 ἀπουσιᾳ
, ἡ πολις ἐκεινη διαφθειρεται ; και μην σωμα μεν ἀπουσιᾳ ψυχης , ψυχη δε ἀπουσιᾳ λογισμου , λογισμος δε
γης . μεταξυ γαρ ἐστιν Εὐρωπης και Ἀσιας . τῃ ἀπουσιᾳ αὐτων ἐπιμονως πενθουσαι , ὡς δοκειν ἁβρυνεσθαι ἐπι τῳ
9999959 δυσεντερια
και βατον και ἀψινθιον και παντων ὁμοιως στυπτικων . Αἱματηρα δυσεντερια λεγεται , ὁταν αἱμα καθαρον ᾐ το κενουμενον ,
ὀψει τα διαχωρουμενα . και καλειται το παθος τουτο ἡπατικη δυσεντερια . οἱ μεν οὐν πολλοι των ἰατρων ἐπειδαν θεασωνται
9999959 παραδειγμα
τῳ χρωμενῳ μοχθηροις ὀργανοις και ὑποκειμενοις . Το του στρατοπεδου παραδειγμα ὡς ἐν ταξει ὀργανου παρελαβεν , τα δε σκυτη
εἰναι ἰδεᾳ ἐν τῳ παραδειγμα εἰναι τι , το δε παραδειγμα προς τι : τινος γαρ το παραδειγμα . ἐτι
9999959 Κασανδρου
τωι ἐγγονωι Ἀλεξανδρωι ἀπηνως παρα του υἱου του Ἀντιπατρου του Κασανδρου . ὁς Κασανδρος μετα τους τοιουτους φονους ἐγημε την
και τον χοιρον ἰακχον . τοιουτος ἠν και Ἀλεξαρχος ὁ Κασανδρου του Μακεδονιας βασιλευσαντος ἀδελφος , ὁ την Οὐρανοπολιν κτισας
9999959 ἀθροισθεντες
' ἐπικρατουσης μεριδος φυγαδευουσης πολλους των ἀντιπραττοντων , οἱ φυγαδες ἀθροισθεντες και παραλαβοντες τους Ἰλλυριους ἐπλευσαν κοινῃ μετ ' αὐτων
την πατριδα , το Περγαμον , ἀπελυετο . Ἀπολλωνιαται δε ἀθροισθεντες ἀχρι μεν τινος ἐδεοντο Καισαρος ὑπο φιλοστοργιας μενειν παρα
9999958 πτερνης
, και τοτε ὑπειλειται τῃ πτερνῃ , ἀπο δε της πτερνης ἐπι τον ταρσον : ἡ δε νομη κατα των
προεισι και ἐπι την των μεγαλων . και περι της πτερνης πρωτως λεγει , ὡς δυσκολωτερας . ὁμιλει γαρ αὑτη
9999958 πεπονες
, κιναρα , και μαλλον ὁταν σκληροτερα γενηται , σικυοι πεπονες , μηλοπεπονες δ ' ἡττον . κολοκυνθη τουτων μεν
χυμον ψυχροι και ὑγροι ἱκανως τυγχανοντες και δυσπεπτοι . οἱ πεπονες δε ὡς πεπανσιν λαβοντες πολλῳ γ ' ἀμεινους :
9999958 συμπληροι
το παρ ' ἡν παρακειται ἀντι του μεθ ' ἡς συμπληροι το χωριον . ῥητον ἀρα ἐστι το ΑΔ .
καλουμενοις κωλοις , ἁ συντιθεται μεν ἐκ των ὀνοματων , συμπληροι δε τας περιοδους , οὐ μονον ταυτα , ἀλλα
9999958 ἰδιωτικων
δε περι δημοσιων , ὁ δε περι δημοσιων ἁμα και ἰδιωτικων : περι ἰδιωτικων μεν οἱον ἱππον τις τον ἐποχον
, μεστας οἰκητορων , και πολιτειας ἐγχειριζεσθαι μελλων και πραγματων ἰδιωτικων τε και δημοσιων και ἱερων ἐπιμελειαν , ἡν οὐκ
9999958 φοβηθηναι
παν μεν ποιησειν , παν δε πεισεσθαι ὑπερ νικης , φοβηθηναι δε ἑν μονον , την ἐκ του μη φυλαξαι
λιαν ὀργιλως ἐλαλησεν , ὡστε με συγχυθηναι και λιαν αὐτον φοβηθηναι : ἡ μορφη γαρ αὐτου ἠλλοιωθη , ὡστε μη
9999958 προστακτικα
, ἐξ ἀμφοιν δε παν διακριθεν εἰς τα συνεχη και προστακτικα των ὁλων σχισθηναι . Πιθανως δε και την νησον
ἐνεστωτος βραχειᾳ θελει παραληγεσθαι . τιθετω : τα εἰς θι προστακτικα τροπῃ του θι εἰς τω το τριτον ποιει .
9999958 συνεσταλη
τας λοιπας πασας μην γενικως μεσοτητας . ὁτι δε εὐλογως συνεσταλη το ὀνομα ἐπι της γεωμετρικης , ἐν τῳ περι
το τελος : διο οὐδε το σαωσεμεναι νεας ἁμας οὐ συνεσταλη κατα το τελος , καθο οὐδεν τοις τελεσιν ἐδωριζε
9999958 ἐκινουντο
, εἰ μη τις ἐπεξεισιν , οὐδεν μαλλον οὑς ἐχρην ἐκινουντο οὐδε συνηγον τους των βουλευματων κοινωνους ἐπι ζητησει του
ποδες δ ' ὑπερικταινοντο . † ) Ἀρισταρχος ἀνεπαλλοντο και ἐκινουντο προθυμουμενης αὐτης βαδιζειν ταχεως , μη δυναμενης δε ,
9999958 ἠκουσεν
προσηλθεν ἡγεμων τις : ἠρωτα ποσου ταυτ ' ἐστιν : ἠκουσεν , συνεχωρης ' , ἐπριατο [ . παλιμβολος δε
τῃ τροφιμῃ σου μητρυιαν ἐπαγαγηται . ” τουτων ὁ Λεωνας ἠκουσεν ἀσμενως και “ θεος μοι τις ” εἰπεν “
9999958 ἠβουλοντο
πρεσβυτεροι των φιλοσοφων τα στοιχεια ζητουντες των ὀντων τοιαυτας ἀρχας ἠβουλοντο θεωρησαι , αἱ οὐ των συμβεβηκοτων ἠσαν , ἀλλα
τωι πλινθιωι τους στρατιωτας , ἀλλ ' ἐων αὐτους ὁσην ἠβουλοντο της χωρας ἐπιεναι και κακως ποιειν [ τους ]
9999958 ἐφεστιοι
Λημνου τ ' ἐξελαθεντες ὑπ ' ἀνδρασι Τυρσηνοισιν Σπαρτην εἰσαφικανον ἐφεστιοι : ἐκ δε λιποντας Σπαρτην Αὐτεσιωνος ἐυς παις ἠγαγε
ἀδαημονες οὐδε μοθοιο , ξεινοι δ ' εὐχομεθ ' εἰναι ἐφεστιοι , ὡς γαρ ἀμεινον . Ὡς φατο : του
9999958 ἀπολοιτο
ἀντι ἀγαθων και ὁπως αὐτος μεν ἐκκοπειη τους ὀφθαλμους και ἀπολοιτο , συνεκτριβειη δε τουτῳ και ὁ πορφυρογεννητος , οὐκ
τουτεστιν ὁ μη κεκορεσμενος : και νυ κεν ἐνθ ' ἀπολοιτο Ἀρης ἀτος πολεμοιο . ἐστι δε τοιουτον περι του
9999958 κατεφαινετο
του τοιουτου καταμετρησιν , το δε και πηλικην πανυ ἡμιν κατεφαινετο δισταξιμον της ἐν ταις ἐπιβολαις του ἐπιπροσθησαντος πλατους ἐπι
ἀπταιστον ἠν , το γουν δυνατον αὐτου μεγιστης σπουδης ἀξιον κατεφαινετο , τον αὐτον οἰμαι τροπον και ἐπι του φυλακτικου
9999958 Αἰγινητου
δε του Γελωνος το ἁρμα ἀνακειται Φιλων , τεχνη του Αἰγινητου Γλαυκιου . τουτῳ τῳ Φιλωνι Σιμωνιδης ὁ Λεωπρεπους ἐλεγειον
ἀνδριας του Θεαγενους ἐστιν ἐν τῃ Ἀλτει , τεχνη του Αἰγινητου Γλαυκιου . πλησιον δε ἁρμα τε ἐστι χαλκουν και
9999958 ἐστρατοπεδευοντο
Ἀσωπου και της κρηνης της Γαργαφιης , ἐπ ' ᾑ ἐστρατοπεδευοντο τοτε , δεκα σταδιους ἀπεχουσα , προ της Πλαταιεων
ὑφορωντες τουτους αὐτοι ἐφ ' ἑαυτων ἐχωρουν ἡγεμονας ἐχοντες . ἐστρατοπεδευοντο δε ἑκαστοτε ἀπεχοντες ἀλληλων παρασαγγην και πλεον : ἐφυλαττοντο
9999958 τεσσαρεσκαιδεκατον
, ἐμετος χολωδων ἠ φλεγματωδων . τουτων προφαινομενων περι το τεσσαρεσκαιδεκατον ἐτος , δει τον ἰατρον τεκμαιρεσθαι ὡς ἐπειγει ἡ
παιδι Κλεοδαμου νικησαντι την οϚʹ Ὀλυμπιαδα . . . Το τεσσαρεσκαιδεκατον εἰδος μονοστροφικον ἐστιν ἐκ ιηʹ κωλων και ιζʹ .
9999957 ἐστεφανουντο
ἑταιρε , ἐξηγουμενος το χωριον ἐφη , ὁτι και λυγοις ἐστεφανουντο οἱ ἀρχαιοι . Τεναρος δε ἀγροικων εἰναι λεγει στεφανωμα
το ἀπεριττον και ἀπεριεργον : διο και οἱ Διοσκουροι καλαμῳ ἐστεφανουντο . λευκῳ ] περικαλλει και ὡραιῳ . σωφρονος ]
9999957 Λακωνικην
τελεον ἑκατερῳ ἐς Ἀπολλωνος και μεδιμνον ἀλφιτων και οἰνου τεταρτην Λακωνικην , και ἐν τοισι ἀγωσι πασι προεδριας ἐξαιρετους .
ὁλων , ἀπηλλαγησαν ἀπο της πολεως . πασαν δε την Λακωνικην δῃωσαντες , και λαφυρων ἀναριθμητον πληθος ἀθροισαντες , ἀπεχωρησαν
9999957 ἀναγκα
και διαγωγαν καταρχα ὑβριος και ὀλεθρω ῥιζουται τοις ἀνθρωποις . ἀναγκα γαρ τως πολλα ἐχοντας τετυφωσθαι πρατον , τετυφωμε -
, ἀλλα ὁ τις ἀνθρωπος ἐπιδεχεται . και γαρ ποιον ἀναγκα και παλιν ποσον και ποτι τι πως ἐχεν τον
9999957 Ἀντισθενης
Πλατωνος ἐν τριτῳ Ἀπομνημονευματων . λεγεται δ ' ὁτι και Ἀντισθενης μελλων ἀναγινωσκειν τι των γεγραμμενων αὐτῳ παρεκαλεσεν αὐτον παρατυχειν
τε εἰσιν ὁσοι ἐξηγηνται αὐτου το συγγραμμα : και γαρ Ἀντισθενης και Ἡρακλειδης ὁ Ποντικος [ . ] , Κλεανθης
9999957 ἡγεμονικου
τα ἀρσενικα τῳ κυριῳ „ . εἰπων περι των του ἡγεμονικου γεννηματων ἀρχεται διδασκειν και περι των του ἀλογου ,
ἡγεμονικου μεχρι ὀφθαλμων , ἀκοην δε πνευμα διατεινον ἀπο του ἡγεμονικου μεχρι των ὠτων : των δε λοιπων το μεν
9999957 ὀλοντο
. . . . . ἐνθα δε και τοτ ' ὀλοντο δυωδεκα φωτες ἀριστοι ἀμφι σφοις ὀχεεσσι και ἐγχεσιν .
τειρομενοισι . Μαχη δ ' ἀιδηλος ἐτυχθη ἀθανατων βουλῃσιν : ὀλοντο δε μυρια φυλα αἰζηων ἑκατερθε . Κοτεσσαμενος δ '
9999957 ἀγαθοποιοι
κακοποιοι σκοπει ποτε ἀλλαξουσι τους τοπους και ἀντ ' αὐτων ἀγαθοποιοι εἰσελευσονται , και τοτε την ἐπανοδον ὑπονοητεον ἠ ὁτε
ἐαν οὐν κακοποιος τυχῃ , ἐτι χειρον . οἱ δε ἀγαθοποιοι ἀφαιρουντες τα αὐτα ἀπεργαζονται , ἐπι τουτοις δε και
9999956 Νικανδρος
ἐμφαγειν : ἀρτον γαρ τις τυρωντα τοις παιδιοις ἰαλε . Νικανδρος δ ' ὁ Κολοφωνιος ἐν ταις Γλωσσαις τον ἀζυμον
Ὠλος τ ' Εὐρυβατος τε , δυω βαρυδαιμονες ἀνδρες . Νικανδρος : ἀγινευν Ὠλον τ ' Εὐρυβατον τε πανουργοτατον .
9999956 ὀκτακισχιλιους
την Ἀμιλκα δυναμιν ὑπερβηναι . και ἐστρατευσεν ἑξακισμυριους , ἱππεις ὀκτακισχιλιους , ἐλεφαντας διακοσιους . ὑπο δε οἰκετου ἐπιβουλευθεις ἐσφαγη
πεζους μεν πλειους των δισμυριων ὀκτακισχιλιων , ἱππεις δ ' ὀκτακισχιλιους πεντακοσιους , ἐλεφαντας δε ἑξηκοντα πεντε . Διηλλαγμεναις δ
9999956 διανοεισθε
ὀνειδιζειν τινα ὑμιν ὁτι οὐκ ὀρθως ζητε , οὐ καλως διανοεισθε : οὐ γαρ ἐσθ ' αὑτη ἡ ἀπαλλαγη οὐτε
. τι δ ' , εἰ γενοιτο οὑ ἑνεκα πραττειν διανοεισθε , ἰστε ὁτι συνοισει τουτο ὑμιν ; οὐδε τουτο
9999956 καστανα
το καστανον . Καστανεα ὀρος Θεσσαλιας , ἐξ οὑ τα καστανα . των δε καστανων το μεν Σαρδιανον , το
και θερμῳ και εἰς χολην μεταβαλλοντι . τουτοις και τα καστανα ἐστιν ἐπιτηδεια και μεσπιλα και οὐα πανυ πεπειρα και
9999956 ἀπαλλασσοντο
Ἀνδρον , τραπομενοι ἐς Καρυστον και δηιωσαντες αὐτων την χωρην ἀπαλλασσοντο ἐς Σαλαμινα . Πρωτα μεν νυν τοισι θεοισι ἐξειλον
γαρ των προτερων και ἠν και ἐδοκεε εἰναι , συγγραψαμενοι ἀπαλλασσοντο ἐς τας Ἀθηνας . Ὡς δε ἀπελθοντες οἱ θεοπροποι
9999956 κρατουσης
τυχῃ αὐτην εἰναι θερμοτεραν , ψυχρον ὑδωρ προς λογον της κρατουσης δυσκρασιας ἐπιβαλειν τῃ κεφαλῃ συμμετρως . ἀλλα τουτο γε
. δοξης μεν οὐν ἐπι το ἀριστον λογῳ ἀγουσης και κρατουσης τῳ κρατει σωφροσυνη ὀνομα : ἐπιθυμιας δε ἀλογως ἑλκουσης
9999956 ὀποπανακος
βʹ : ὀρτυγος ταριχηρου της σαρκος δραχ . βʹ : ὀποπανακος δραχ . αʹ . ἀναλαμβανε τριψας γλοιῳ , και
λιβανου , ἀνα οὐγγιας η . κηρου οὐγγιας δ . ὀποπανακος , χαλβανης , ἰου , ἀνα οὐγγιαν μιαν ,
9999956 δριμειαι
. αἱ δε ῥιζαι των λαχανωδων φυτων κακοχυμοι μεν ὁσαι δριμειαι , καθαπερ ἡ των κρομμυων και πρασων και σκοροδων
και προς τας ἐκκρισεις εὐ ἐχουσιν . σαλπαι αἱ πελαγιαι δριμειαι , εὐστομοι , δυσφθαρτοι , δυσδιαχωρητοι , τροφωδεις ,
9999956 κατεσκευασαν
Ἀπολλον , ἐν τῃ ἐξοχωτατῃ Πυθωνι τον σον οἰκον θαυμαστον κατεσκευασαν . Ἀπολλον , οἱ τεον τε δομον : οἱ
πασαν την δεκατην , εὐωχιας ποιων συνεχεις και πολυδαπανους . κατεσκευασαν δε και Ῥωμαιοι τουτῳ τῳ θεῳ παρα τον Τιβεριν
9999956 γεννωμενῳ
και ὑπαρχει ἐν κεντρῳ οἰκειῳ . Ἡ Ἀφροδιτῃ περιποιειται τῳ γεννωμενῳ ἡδονην ἐν τῳ μοριῳ , οὑ κυριευει το ζῳδιον
κατα δυο και πλειους ἐσχηματισμενων ἀστερων ἡμιθανες τι συντεχθησεται τῳ γεννωμενῳ ἠ σαρκωμα τι ἀτελες , ὁπερ ἐπικυημα καλουσιν ,
9999956 ἀποκεκλικως
μοιρᾳ γʹ ἠ ζʹ , κατ ' ἀμφοτερα οὑτος ἐσται ἀποκεκλικως , και μοιρικως και ζῳδιακως , και οὐκ ἐστιν
τον τουτου συνεργον , ποτερον ποτε ἐπικεντρος ἠ ἐπαναφερομενος ἠ ἀποκεκλικως , ἀνατολικος ἠ δυτικος , ἠ ἐν οἰκειοις ζῳδιοις
9999956 Κορισκου
ἑτερον εἰναι Κορισκου , και τῳ Κορισκῳ το ἑτερον εἰναι Κορισκου ὑπαρξει . δυναται το ὁ δε Κορισκος ἑτερος ἀνθρωπου
φερε εἰπειν κρατουντα λυραν , και εὐθυς ἀνεμνησθην της του Κορισκου λυρας , εἰτα Κορισκου . παλιν ἠκουσα του ᾀδοντος
9999956 φλεγματωδεις
και τους ἀλλους ἁπαντας , ὁσοι τε μελαγχολικοι και ὁσοι φλεγματωδεις εἰσι και σπλαγχνων φλεγμονης ἐκγονοι : και γαρ οὐν
οὐδ ' ἐκφυσαν ἠ πινειν ψυχρον . γινονται δε και φλεγματωδεις ἐμετοι . και ὁσα δια γαστρος ἐκκενουται , ψυχροτερα
9999956 διπλασιονες
. και ἐπει αἱ ΞΛ , ΛΝ ἰσαι εἰσιν , διπλασιονες ἀρα εἰσι της ΛΝ , ὡστε ἡ ΞΝ της
ἐκ τριων μακρων , μολοττος . Τετρασυλλαβοι δε οἱ τουτων διπλασιονες ιϚʹ , ὡν τετραχρονος εἱς , ἐκ τεσσαρων βραχειων
9999956 οὐνομα
δε δικραια ὑμεϲι διϲϲεοιϲι ἐκκρεμεϲι ἐνθα και ἐνθα γιγνηται , οὐνομα μεν οὐκ ἰϲχει τοδε παθοϲ ἐκδηλον , ἁπαντα δε
την ἐπι Γαδειρα λιπε θυμον † ἀρχαιου Βριαρηος ἀπ ' οὐνομα το πριν ἀραξας . ἱλαος ὠ Ὑμεναιε ἀργεϊφοντης ὠ
9999956 εὐχοντο
ὠν : οἱ κατ ' οἰκον του Αἰπυτου θεραποντες . εὐχοντο : εἰπον : τῳ γαρ εὐχοντο ἀντι του εἰπον
Λακεδαιμονιοις . οἱ δε ὡς εἰδον , προσεκυνουν τε και εὐχοντο , ἀφιχθαι δοκουντες σφισιν αὐτους ἐς την θυσιαν τους
9999956 τοιουτοτροπα
λεγει : τιμητεον το καλον και τας ἀρετας και τα τοιουτοτροπα , ἐαν ἡδονην παρασκευαζῃ : ἐαν δε μη παρασκευαζῃ
ἐσθητα ἀπεθετο , και θυσιαι και γαμοι και ὁσα ἀλλα τοιουτοτροπα ἐπεσχητο ἐπι το ἐτος ὁλον , ἑως την συμφοραν
9999956 καταλαμβανῃ
, ἐς δε τεταρταιον καταστησεσθαι , ἠν διαλειπῃ τε και καταλαμβανῃ πεπλανημενον τροπον , και ταυτα ποιεων τῳ φθινοπωρῳ προσπελασῃ
διεγειρωνται , και τα μηλα ἐρυθραινηται , και τις ὁρμη καταλαμβανῃ τους πεπονθοτας προς ἀφροδισια , τοτε σατυριασιν καλουσιν ,
9999956 ἀσθενεστεροι
, οἱ μεν ἀγαθοποιοι τους ἐνιαυσιους χρονους λαβοντες ἠ ἐπεμβαντες ἀσθενεστεροι εἰς το εὐεργετειν γενησονται , παραχωρησουσι δε τοις κακοποιοις
, ᾡ μονῳ προσεστι το εἰναι . ἐαν δ ' ἀσθενεστεροι τας φυσεις ὀντες ἐπιζητωσι προσρησιν , δηλωσον αὐτοις μη
9999956 ἀσθενεστερα
ἰσχυροτερα ταχεως ἐργαζεται το ἑαυτης ἐργον , ἡ δ ' ἀσθενεστερα βραδυτερον , οὐδε λογου δει . δια ταυτα μεν
: διαμενον γαρ και τουτο φαινεται και ἑτερα πολλῳ τουτων ἀσθενεστερα . Ταυτα μεν οὐν οὐ λυει την ἀποριαν ἀλλ
9999956 τραχυτερα
και οὐλοτερον : ἡ δε ταπεινοτερα και ἡττον εὐαυξης και τραχυτερα και σκληροτερα και ξανθοτερα . τα δε φυλλα τῳ
το μεγιστον των κακων ἀσεβειαν και αὐτα δε τα χαλεπα τραχυτερα ἑαυτοις ἐξεργασεσθε τῳ παρα την ἀξιαν πασχειν αὐτα δοκειν
9999956 προμηκες
, παρομοιον ὀστρεῳ : το δ ' ἐστιν ἁδρον και προμηκες , ἐχον ἐν αὑτῳ σαρκα και μεγαλην και λευκην
το ἐχειν τον αὐτον λογον το ὑπο των μειζονων ὁρων προμηκες προς τα ὑπο των ἐλαττονων , ὁνπερ και ὁ
9999956 ἀρρενικως
. σχισται τα ὑποδηματα . σχιστας ἐνεργειν : σχιστος δε ἀρρενικως χιτων γυναικειος . ταλαν το ἐπιρρημα , ταλας ὁ
ἐπι την γην . οὑτω δε και τον μεν οὐρανον ἀρρενικως , την δε γην θηλυκως λεγουσιν ὡς την ἐκεινου
9999956 παρελιπεν
Πυθαγορου και Τιμων ἐν τοις Σιλλοις δακνων αὐτον ὁμως οὐ παρελιπεν , εἰπων οὑτως : Πυθαγορην τε γοητας ἀποκλινοντ '
ἀνομοια ὡς ἑνα ὁρισμον ἐπιδεχομενα τον της ἀνομοιοτητος . κἀν παρελιπεν ὁ Ἀριστοτελης την διαιρεσιν κατα την ταξιν των γενικωτατων
9999956 Φιλιπποις
: ὁ δε τοπος κοιλος και ἐφυδρος : ἐν τε Φιλιπποις προτερον μεν μαλλον ἐξεπηγνυντο , νυν δ ' ἐπει
μη ῥᾳδιως ἀν περιλαβειν τετταρας ἀνδρας . ἡ δε ἐν Φιλιπποις ἰτεα περιεκοπη μεν τους ἀκρεμονας , οὐ μην παρεπελεκηθη
9999956 κολπου
προρρηθεντος Ἀραβιου πορθμου . Μετα δε τα στενα του Ἀραβιου κολπου ἐκδεχεται ἡ Ἐρυθρα θαλασσα , ἡν περιπλεοντι και την
ἀρα μειζον , ὁ λαθρα ἰατο , το δε του κολπου τινα ἀν τροπον κατασταιη διεσκοπουντο : και ἐδοκει αὐτοις
9999956 κρητικου
καταληκτικος ἐξ τριτων ἐπιτριτων δυο – – ˘ – και κρητικου ἠτοι ἀμφιμακρου – ˘ – , και ἐστι χοριαμβικος
αʹ ἀντισπαστικον τριμετρον καταληκτικον ἐκ διιαμβου , παιωνος πρωτου και κρητικου . το βʹ ὁμοιον τριμετρον ἀκαταληκτον ἐκ παιωνος τεταρτου
9999956 κομισθηναι
, σφισι δε ἀσμενοις ἀντι χρυσου γενεσθαι το σκηπτρον . κομισθηναι δε αὐτο ἐς την Φωκιδα ὑπο Ἠλεκτρας της Ἀγαμεμνονος
ὁσῳ παρα μεν ἐκεινων βουλομενων ἀπολυσαι ἐστι και ἀλλοθεν εὐπορησαντι κομισθηναι , ἐπι δε τοις ἐχθροις γενομενον οὐ δυνατον :
9999956 οἰκοδομιαις
ἑκαστον ἐν μερει και ῥυομενος και χειρα ὀρεγων και κοσμων οἰκοδομιαις την πολιν διατελεις , μη διαφθειρῃς πολλας και λαμπρας
ἐαν ὁ χαραξ , τουτεστιν το φοσσατον , ταφρῳ ἠ οἰκοδομιαις ὠχυρωται , ἐδοξε δε ἐν τῳ χαρακι εἰσελθειν τους
9999956 πεπιστευκως
μηδενος ἐλαττον ἀν ἐχειν , δηλον ὁτι τῃ κοινῃ φιλιᾳ πεπιστευκως και τῃ προς ἁπαντας εὐνοιᾳ , μη γε ἰσχυρος
του θεοφιλους περιουσιᾳ χρηται Μωυσης , ὡστε αὐτῳ τουτῳ μαλιστα πεπιστευκως θερμοτεροις και μειζοσιν ἠ κατα τας ἑτερων ἡμων ἀκοας
9999956 ἀπεφυγεν
ἐπι δε του ἀπολογουμενου ἀπελογησατο , ἀπελυθη ὡς Ἀντιφων , ἀπεφυγεν , ἀπελυσατο τας αἰτιας : κἀκεινος μεν ἀπεφηνεν ὑπαιτιον
ἀλλ ' ὡς ἠδη ποτε και προτερον ἑτερος τοιαυτα γραψας ἀπεφυγεν . Ἐφ ' ᾡ και νυνι μεγα φρονειν ἀκουω
9999956 δριμεις
πηγανον , κυμινον , δαφνιδες , ἀνηθον , ἀσφαλτος . δριμεις δ ' ἁλμη , θαλασσια , γαρος σιλουρου ,
ἀγωνας οὐ τους τυχοντα ὑπομενουσι και καθαιρεσεις . ἀλλως τε δριμεις και εὐσυνετους περι τας πραξεις ἀποτελουσι , ποικιλως τον
9999956 φαλαγγος
αὐτος ὁ Ἀντιοχος ἐτετακτο , διακοψας το συνταγμα της Ῥωμαιων φαλαγγος ἀπεσπασεν , ἐπι πολυ διωκων . και ἡ φαλαγξ
ἁπαντες . Τουτον συνεβη τοτε παρειναι μετα των εἰς την φαλαγγος ταξιν καθισταμενων , ὁπηνικα κατ ' ἐκεινων οἱ Τουρκοι
9999955 οἰκοι
” [ ὁ λογος δηλοι , ὁτι τοτε μαλιστα και οἰκοι και πολεις ἐρημουνται , ὁταν οἱ προεστωτες χαλεποι ὠσιν
εἰναι δοκουσαι κατεσκευαζοντο , καλουμεναι κοτταβιδες . προς δε τουτοις οἰκοι κατεσκευαζοντο κυκλοτερεις , ἱνα παντες εἰς το μεσον του
9999955 Ἀλκινοος
θ ' , ὁσον ἠθελε θυμος , τοισιν δ ' Ἀλκινοος ἀγορησατο και μετεειπε : “ κεκλυτε , Φαιηκων ἡγητορες
' ἠγερθεν ὁμηγερεες τ ' ἐγενοντο , τοισιν δ ' Ἀλκινοος ἀγορησατο και μετεειπε : “ κεκλυτε , Φαιηκων ἡγητορες
9999955 τεσσαρακοστης
περιξ ἁπαντα , και δια τουτο πολλακις και μεχρι της τεσσαρακοστης ἡμερας ἐκτεινονται : και γαρ και μετα το παυσασθαι
εὐωνοτερους εἰναι , και το ψηφισμα ἀκυρον γεγονε . της τεσσαρακοστης : Οὑτος ἐγραψε τεσσαρακοστην εἰσενεγκειν ἀπο της οὐσιας εἰς
9999955 ἀριθμητικην
δ ' ἐν αὑτῃ τας ἀναλογιας πασας , την τε ἀριθμητικην και την ἁρμονικην και την γεωμετρικην , και προσετι
μοναδων κατα γεωμετριαν τους λογους ἐκτιθεμενοις , πη δε κατα ἀριθμητικην τριακονταπεντε † τελων τα † των ἀριθμων συμβολον καταδειχθησεται
9999955 Σικελιωτων
τῃ ναυμαχιᾳ των μεν Καρχηδονιων οὐκ ὀλιγοι , των δε Σικελιωτων ναυς μεν πλειω των ἑκατον , ἀνδρες δ '
ἐν τοιαυταις ἀναγκαις τοτε στασιωτικων καιρων κατειλημμενοι ξυνεστρατευον , και Σικελιωτων Ναξιοι και Καταναιοι , βαρβαρων δε Ἐγεσταιοι τε ,
9999955 νενικηκως
τε και τους ἐξ αὐτης θαυμα , και πρεσβεις ὁ νενικηκως πεμπει παρα των ἡττημενων σπονδας ἐπαγγελλειν ἰσας ἑκατεροις .
τουτοις κρατῃ και ἀμεινους παρασχηται τους φιλους , αὐτος τε νενικηκως ἐσται και την αὑτου ἀνακηρυξει , καλλιστον ἀγωνα και
9999955 θαυμαζοντα
δε λογων των ἑαυτου . ἐλεγε τε πολλακις και Ἐπικουρον θαυμαζοντα την Πυρρωνος ἀναστροφην συνεχες αὐτου πυνθανεσθαι περι αὐτου διηκουσε
ἐτι νεος τε και εὐηθης ἐστι . Κἀγω γνους αὐτον θαυμαζοντα , Ἀρα οὐκ οἰσθα , ἐφην , ὠ Κλεινια
9999955 ἰδιωτικοις
εἰ φευγει τις χρησθαι δυναται . πολλα των τοιουτων ἐν ἰδιωτικοις τα παραδειγματα και πλειονα γε παρα τῳ Λυσιᾳ και
ταις τε δικαις και τοις ἀγωσιν τοις δημοσιοις και τοις ἰδιωτικοις : ἐνθα οὐτε ὁ τοπος των δικαστηριων οὐτε των
9999955 ἐγενομεθα
οἱ δ ' ἡμας ἐκελευον εἰσιεναι . ἐπειδη δε ἐνδον ἐγενομεθα , ἐμε μεν ἐκβαλλουσιν ἐκ της οἰκιας , τουτονι
ἡμεις ἀρα , οἱ φθονῳ ἐμετρηθημεν και οὐκ ἐλασσονες φθονου ἐγενομεθα , ἀλλα την ἀρετην των παροντων ἐχομεν αἰτιασθαι και
9999955 Αἰθιοπιας
παντων ἀποφαινομενος , και ταυτα ἑν εἰδως , οὐδεπωποτε ἐξ Αἰθιοπιας τον ἑτερον ποδα προελθων ; τι βουλει ἀποκρινωμαι αὐτῳ
το ἐθνικον Συεσσινος . Συηνη , πολις μεση Αἰγυπτου και Αἰθιοπιας ἐπι τῳ Νειλῳ , μεθ ' ἡν ὠνομασται Σιρις
9999955 ἠνειχοντο
: κατεχομενοι γαρ οἱ Λακεδαιμονιοι φοβῳ τῳ Θηβαιων Μεσσηνης τε ἠνειχοντο ἐποικιζομενης και Ἀρκαδων ἐς μιαν ἠθροισμενων πολιν . ὡς
, οὐτε γαρ ὁρκια ἐφυλασσον οὐτε ξεινους ἐδεκοντο οὐτε ἱκετεων ἠνειχοντο , ἀνθ ' ὡν σφισιν ἡ μεγαλη συμφορη ἀπικετο
9999955 πιστεως
μυριας ὁσας ἀγελας ἐγχειρισας αὐτοις . Ὁ δε νεανιας τοσαυτῃ πιστεως ἐχρησατο ὑπερβολῃ , ὡστε των καιρων και των πραγματων
μεμερισμενους συνελθειν εἰς ταυτον ὑπερ της προς ἀλληλους ὁμονοιας και πιστεως και μιαν ἐξ ἁπασων πολιν οἰκησαι , ὑμας δε
9999955 Ἀνδροτιων
Λαχητα και Νικοστρατον . . . : Ὑπερβολος , ὡς Ἀνδροτιων φησιν , Ἀντιφανους ἠν , ὁν ὠστρακισθαι δια φαυλοτητα
Ὁ πολιτης Καλυδναιος . . . και Καλυδνιος , ὡς Ἀνδροτιων ἑκτῃ Ἀτθιδος . . . : Τηλος , νησος
9999955 συμβολικως
την δυαδα , καλως ἐλαμβανετο ὁ Ἀριστοτελης : νυν δε συμβολικως λεγουσι την δυαδα ἀρχην των μεριστων παντων , ἐπειδη
εἰρηται ἐν τῃ Περι ψυχης πραγματειᾳ . παλιν ἡ εὐθεια συμβολικως λαμβανεται εἰς την ψυχην , δια το ποθεν ποι
9999955 κιθαριν
. τοιην τοι σειρηνα Διος παις ἡρμοσεν Ἑρμης , ἑπτατονον κιθαριν , θεομηστορος εἰκονα κοσμου . ἐν δε τουτοις την
και κιθαραν διαφερειν φησιν Ἀριστοξενος ἐν τῳ Περι ὀργανων . κιθαριν μεν γαρ εἰναι την λυραν και τους χρωμενους αὐτῃ
9999955 ἀφικοντο
. τι οὐν ἐνταυθα δρωσιν αἱ πολεις ; ἐλευθερι ' ἀφικοντο θυσουσαι ποτε , ὁτε των φορων ἐγενοντ ' ἐλευθεραι
. . ἀλλ ' ὁτε δη το τεταρτον ἐπι κρουνους ἀφικοντο και τοτε δη χρυσεια πατηρ ἐτιταινε ταλαντα . σημειουνται
9999955 κατεσκευασμενα
, ἐχειν δε οἰκιας καλας και τα ἀλλα παντα θαυμαστως κατεσκευασμενα : και γαρ αὐ τα των τεχνων ἐργα δωρα
παντοδαπα φιλοτεχνως τοις τε χρωμασι και τοις των τυπων ἀπομιμημασι κατεσκευασμενα : το δ ' ὁλον ἐπεποιητο κυνηγιον παντοιων θηριων
9999955 ἐλεχθησαν
ἐκπερισπα , ἀποκαταστησον . Αὑται σοι παρα του τακτικου καθηγησεις ἐλεχθησαν , σωτηριαν τοις χρωμενοις αὐταις ποριζουσαι και τοις ἐναντιοις
Ἀθηναις και οἱ πενητες τα των ἀλουντων ἀλευρα διηρπαζον : ἐλεχθησαν οὐν οἱ τους ἀλουντας τηρουντες και ἁρπαζοντες ἀλιτηριοι .
9999955 ἐκολασθησαν
εἰ μεν γαρ τινες ἠ ἐν διαφερουσι καιροις ἠ ἑτεραις ἐκολασθησαν τιμωριαις , εἰκος ἠν το ἀστατον της τυχης προφασιζεσθαι
ἐλεγον : Αἱ Ἰβυκου γερανοι . εἰτα ἐκ τουτου ἁλοντες ἐκολασθησαν . Αἰθερα νηνεμον ἐρεσσεις : ἐπι των ματην πονουντων
9999955 βροτοι
ὁ βιος , μακρον δε τον κατα γας αἰωνα τελευτωμεν βροτοι . πασι δε μοιρα φερεσθαι δαιμονος αἰσαν , ἁ
αὐτος ἐῃ και ἀπηνεα εἰδῃ , τῳ δε καταρωνται παντες βροτοι ἀλγε ' ὀπισσω ζωῳ , ἀταρ τεθνεωτι γ '
9999955 καμνοντοϲ
πανυ παχυ μηδε μην λεπτον ὑπαρχον ὑποβεβληϲθω τῃ μαϲχαλῃ του καμνοντοϲ ἠ ἑϲτωτοϲ ἠ καθημενου , ὁπωϲ ἀν και μηκουϲ
ἐνδεικνυται . και τινεϲ των ἰατρων πιϲτευϲαντεϲ τοιϲ ὑπο του καμνοντοϲ λεγομενοιϲ , ὡϲ εἰναι τι ὑπο το βλεφαρον ψαμμιον
9999955 προφερομεθα
, οὐδε παρατεινεται τῃ διεξοδῳ της λεξεως δι ' ἡς προφερομεθα το ἀνθρωπος ἡ συνθεσις του νοηματος : και γαρ
παντες Ἑλληνες κοινῃ χρυσον και το μεν ὀνομα ὁμοιως παντες προφερομεθα , διχοστατουμεν δε περι την δοξαν τουτου , ὁ
9999955 φαλαγγιων
Λεγουσι φυσικοι ἀνδρες την ἐλαφον καθαρσεως δεομενην σεσελιν ἐσθιειν , φαλαγγιων δε κνησμασιν ἐχομενην καρκινους . Ὀλυμπιας τῃ Φιλιππου θυγατρι
πατηρ ὠν . λεγονται δε και των ἑτερων δακετων και φαλαγγιων δε ἀντιπαλοι τοδε το γενος εἰναι . και ταυτα

Back