λοιπον μη κατεχομενον το λογῳ τροφης φερομενον κενουται ἱδρωτοειδως δικην ἀψυχου . Δευτερος τροπος ποιητικου αἰτιου ἱδρωτων ὁ ἐπι πλημμελει
εἰργηται : λαμπρῳ δε φωτι την ἀμαυραν νυκτα πετασας παντος ἀψυχου τε και ψυχην ἐχοντος ἐγενου δημιουργος : ἐξαιρετον δε
9999974 μειζονες
της ΚΛ . και ἐπει αἱ μεν ΘΖΗ της ΘΗ μειζονες εἰσιν , αἱ δε ΓΘΚ της ΓΚ , συναμφοτεροι
δυειν ὀρθων : αἱ ἀρα ὑπο ΑΒΔ , ΑΒΗ οὐ μειζονες εἰσι τριων ὀρθων . ἡ ἀρα ὑπο ΔΒΗ οὐκ
9999974 ἐπεμελουντο
ἀν ἠσαν ποιουντες μεν ὡν ὠλιγωρουν , ὀλιγωρουντες δε ὡν ἐπεμελουντο , ἠ ὡς νυν ἐποιησαν . οὐδεις γαρ ἀν
δ ' οὐκ ἰσασιν , ἐπει μαλλον χρηματων ἠ σοφιας ἐπεμελουντο . ” Ὁ αὐτος ἐρωτηθεις ὑπο τινος , τι
9999972 κατεκλεισεν
Σηλυμβριανος . οὑτος γαρ του ἐν Σαμῳ Παριου ἀγαλματος ἐρασθεις κατεκλεισεν αὑτον ἐν τῳ ναῳ , ὡς πλησιασαι δυνησομενος .
των ξενων ἐλασει προς ἀφθονιαν μεθιστησιν . ἡμας δε οὐ κατεκλεισεν εἰς τοιαυτην ἰασιν ἡ γη , οὐδ ' ἐστιν
9999972 εἰκονες
και ἐχει τεχνης εὐ προς το μεγεθος ὁρωσιν , ἐνταυθα εἰκονες Ἀδριανου δυο μεν εἰσι Θασιου λιθου , δυο δε
κατοπτροις , το δ ' ἑτερον μερος , ὡν ταυτα εἰκονες , φυτα και ζῳα : τω δε νοατω το
9999972 λοχου
γιγνεται . χρη οὐν τον λοχαγον , ἁτε πρωτον του λοχου ταττομενον , τον κρατιστον ἐπιλεγεσθαι : ὁ δε αὐτος
λοχαγον κατ ' ἀρετην διαφερειν , τον δε του τεταρτου λοχου λοχαγον δευτερευειν τῃ δυναμει , τον δε του τριτου
9999971 κατειχοντο
τας μικρας των νησων Καρας ἐξελαυνων , ὑφ ' ὡν κατειχοντο , και μισθος της συμμαχιας αὐτῳ μοιρα της Λημνου
ταυτας ἐν τοις σωμασιν οἱονει ἐν φρουρᾳ τινι , και κατειχοντο ὑπο των σωματων , ἐφοβουντο δε μεταχειρισασθαι τι προς
9999971 συλλογιστικαι
ὁμοιως του τε ἀναγκαιου και του ὑπαρχοντος τιθεμενων αἱ συζυγιαι συλλογιστικαι : και γαρ ὁτε το ὑπαρχον καθολου ἀποφατικον ,
, οὑτως ἐχουσι και αὑται : αἱτινες γαρ ἐκει ἠσαν συλλογιστικαι , αὑται και ἐνταυθα γινονται : ὁμοιως και αἱ
9999971 κατεπιεν
, ὀρος Ἀρκαδιας , ἐν ᾡ τον λιθον ὁ Κρονος κατεπιεν . οἱ ἐνοικουντες Θαυμασιοι . Θαψακος , πολις Συριας
ἀνασπασας την βοτανην ταυτην , τον μεν χυλον αὐτης διαμασησαμενος κατεπιεν ὡς ἀποκρουστικον του ἰου , το δε μασημα ἐπεθηκε
9999971 τετρακοσιους
θυρωμασι και πετροις , ἐξεβιβασε δ ' εἰς αὐτον στρατιωτας τετρακοσιους και βελων πληθος παντοδαπων , ἀπεχοντος ἀπο των τειχων
ἐδεξατο ἐρετας πλειους των τετρακισχιλιων , εἰς δε τας ὑπηρεσιας τετρακοσιους : εἰς δε το καταστρωμα ἐπιβατας τρισχιλιους ἀποδεοντας ἑκατον
9999971 πιστευομεν
εἰσιν ἡμιν συγγνωμην νεμειν , εἰ περι των δοκουντων Πλατωνι πιστευομεν οἱς αὐτος Ἑλλην ὠν , προς Ἑλληνας ἡμας ,
ὁτι δε ὁ σπουδαιος φιλος ἀλλος ὁ φιλων ἐστι , πιστευομεν ἐκ των ὁσημεραι . ἀν γαρ τις σφοδρα φιλῃ
9999971 δογματικοι
ἐπινοιαν και την φυσιν του ἀγαθου , δηλουσιν ἐργῳ οἱ δογματικοι . ὡς μεν γαρ ὠφελει το ἀγαθον και ὁτι
μερος του σωματος . διαφωνουσι δε γε περι τουτου οἱ δογματικοι των φιλοσοφων : οὐκ ἀρα καταλαμβανει ἑαυτον ὁ νους
9999971 κατεληξεν
οἱον τε ἀνθρωπον ἀγαθον ἀποτελουσα . εἰς τουτο γαρ και κατεληξεν ὁ λογος μελλων μεταβαινειν ἐπι τα θεοποια παραγγελματα .
ζῳδιῳ παρειχον μοιρας λ : και ὁπου δ ' ἀν κατεληξεν , ἐκεινο ἐλεγον εἰναι το δωδεκατημοριον . οὑτω και
9999971 ἐκειτο
Ὀλυμπιῳ Διι , λογος δε ὁ ποιηθεις εἰς την πανηγυριν ἐκειτο , ἐμε δε τα τε ἀλλα ἐτηκε και ἀγρυπνια
χορευτης ἠν λαβων ἀκοντιῳ : ἀλλος στερηθεις της κεκαρμενης καρας ἐκειτο πρηνης σταυρικως ἡπλωμενος και τους ἑαυτου δυστυχως κινων ποδας
9999971 κατεπεσεν
' ὀνος πανουργως , ὡς προσηλθε τῳ ῥειθρῳ , ἑκων κατεπεσεν : ἀθροως δε των σπογγων διαβραχεντων πας ὁ φορτος
ἐπειδη ταχιστα προς τον ἡλιον ἐκεινος ἐτακη , πτερορρυησας εἰκοτως κατεπεσεν : ἡμιν δε ἀκηρωτα ἠν τα ὠκυπτερα . Πως
9999971 κομισασθαι
ἑτερωσε ὁρωσαν λαβειν ζητει και τους εἰωθοτας μισθους των εὐεργεσιων κομισασθαι . δια ταυτα οἱ Φωκεις και το Τιλφωσσαιον ὑμνειται
μεν Ποτιδαιαν και τας ἀποικιας , Αἰγινηται δε την αὑτων κομισασθαι , Μεγαρεις δε ἀγοραις και λιμεσι χρησθαι τοις Ἀθηναιων
9999971 προσεταξεν
και τον κιονα , ἐν ᾡ ταυτα ἐγεγραπτο , καθελειν προσεταξεν εἰπων προς τους φιλους : οὐδαμως συμφερει τοις βασιλευσιν
, ; , . . τριβωνοφορος ὑπεμεινεν ὁ δε Προκλος προσεταξεν Ἰσιδωρον μετασχηματισασθαι προς τον ἀριστον βιον και τριβωνοφορειν :
9999971 πληθυντικως
ἡνικα γαρ δευτερῳ προστασσεται , ἑνικως μεν γινεται λεγε , πληθυντικως δε λεγετε . οὐ μην ἐν τῳ λεγετω ταὐτον
το σημαινομενον ὑπαρχον , ἀμφοτερως ἐχρησαντο , ἑνικως φημι και πληθυντικως , και ἀει μετα της προθεσεως , οἱον ὑπο
9999971 ἐπιτυγχανει
οὐδεποτε κακοβολει ὁ Θηραμενης ὡς ἐν ἀστραγαλοις , ἀλλ ' ἐπιτυγχανει . ἐπιπληττει δε αὐτῳ ὁ Δημητριος , ὡς τελεως
: ὁ δε ἀραται τον υἱον διαφθαρηναι Ἱππολυτον , και ἐπιτυγχανει . οὑτος γαρ ὀχουμενος ἁρματι , ὑπο ταυρου των
9999970 χαρακτηριστικον
βαρυτονως , τοτε το Ἰωνικον ἐχει προ του αται το χαρακτηριστικον συμφωνον του μεσου παρακειμενου , οἱον πεφρασται πεφραδαται ,
ὁ ἐχεσον , ἐξενεχθεντες δια του σ , ὁπερ ἐστι χαρακτηριστικον του πρωτου ἀοριστου , κατα δε ἀντιπαθειαν εὑρεθη .
9999970 σαρκας
ὁ ἐγκεφαλος , ἐπι τουτων εἰς τους ἀδενας και τας σαρκας ἀφικνειται τα ῥευματα , της του σωματος ἑξεως ὁλης
μαλλον . Ἡ γαρ ἐνταυθα μεριζομενη περιττωσις ἀναφερεται προς τας σαρκας και εἰς τους ἀνω τοπους : ἐπει και ἀπεπτων
9999970 ἐκληπτεον
ὡς παντα γ ' ἐστ ' ἐκεινα ] το ὡς ἐκληπτεον ἀντι του ὁτι και ἀντι του λιαν . παντα
κατα το δικαιον γινωνται , κατα το ἀναλογον την ἰσοτητα ἐκληπτεον : ὁ γαρ σκυτοτομος τῳ οἰκοδομῳ ὑποδημα δωσει ,
9999970 κατελυσεν
Σερτωριον ὑστερον διαφθειραντες , ὑστατους δε Κανταβρους , οὑς [ κατελυσεν ] ὁ Σεβαστος Καισαρ : την [ τε ]
εὐβατος ἐστι περασθαι . . Ὑβρισε τας ἀρουρας , ἠτοι κατελυσεν και ἠρημωσεν . ἀφυβρισε δε πελαγος παρα Συνεσιῳ ,
9999970 μαθηματικως
ὁτι δει τον χωρογραφειν ἐπιχειρουντα πολλα των φυσικως τε και μαθηματικως λεγομενων ὑποθεσθαι , και προς την ἐκεινων ὑπονοιαν τε
εἰναι φασιν ἰδεας , οἱ δε τα μαθηματικα , οὐ μαθηματικως δε : οὐ γαρ τεμνεσθαι οὐτε μεγεθος παν εἰς
9999970 ἀλωπεκιαν
ῥινην . Δωριων δ ' ἐν τῳ περι ἰχθυων τον ἀλωπεκιαν μιαν ἐχειν φησι λοφιαν προς τῳ οὐραιῳ , ἐπι
συμβαιη την κεφαλην φλεγματος αὐτην ὑποδραμοντος ἀπορρυηναι τας τριχας , ἀλωπεκιαν τουτο καλουμεν . ἰαται δε ὁμως αὐτο το ἐκεινης
9999970 Ἀρισταρχου
ἀντικρυς , τους δε γραμματικους μηδε λεγοντος ἐκεινου αἰσθανεσθαι ἀπο Ἀρισταρχου και Κρατητος των κορυφαιων ἐν τῃ ἐπιστημῃ ταυτῃ .
ἐν τε γαρ τῳ Περι ἐνιαυσιου μεγεθους συγκρινας την ὑπο Ἀρισταρχου τετηρημενην θερινην τροπην τῳ νʹ ἐτει ληγοντι της πρωτης
9999970 ἐπανηλθεν
, οἱος ἐκ της ἑορτης , τοιουτος ἐκ της μαχης ἐπανηλθεν , ἐρωτικος , και ταυτα μοι κομιζων ἡκει τα
την χωραν και πολλα των πολισματων χειρωσαμενος μετα πολλων λαφυρων ἐπανηλθεν εἰς την Μακεδονιαν . μετα δε ταυτα παρελθων εἰς
9999970 τρισκαιδεκατον
οἱον Ὀδυσσευς περι της ἀναιρεσεως Δολωνος λεγει Νεστορι , τον τρισκαιδεκατον σκοπον εἱλομεν ἐγγυθι νηων . εἱλομεν εἰπε , καιτοι
“ ἀγε , ὠ Ἡρακλες ” , ἐφη , “ τρισκαιδεκατον ἡμιν ἐπιτελεσον / ⌈ ἀθλον και ἑψησον τον φακον
9999970 ἀποστρεψαι
παντας τους πολεμιους παρεσκευασμενους παρερχεσθαι . δευτερον δυνασαι τον λογον ἀποστρεψαι προς τον πλουσιον , και εἰπειν αὐτο ὑπερ ἐμου
της ἠπειρου ἐρχομενοι ποταμοι ἠπειρον αὐτην ποιησωσι , δεηθηναι Ποσειδωνος ἀποστρεψαι τα των ποταμων ῥευματα : ἐπισχεθεντων οὐν τουτων ἀντι
9999970 συμπτωσεως
κυκλου περιφερειας δυο εὐθειαι ἐφαπτομεναι συμπιπτωσιν , ἡ ἀπο της συμπτωσεως ἀγομενη διαμετρος διχα τεμει την τας ἁφας ἐπιζευγνυουσαν εὐθειαν
προσεισιν : ἐκ γαρ της [ δια ] των τοπων συμπτωσεως προδηλα κρινειν των γενομενων τα πραγματα . και το
9999970 ἡμικυκλιων
Ἐν δε τῳ τριτῳ βιβλιῳ αἱ μεν πλειονες ὑποθεσεις ἐπι ἡμικυκλιων εἰσιν , ὀλιγαι δε ἐπι κυκλου και τμηματων ,
δε αἱ ἰσον ἀπεχουσαι του θερινου τροπικου ἐν ἑκατερῳ των ἡμικυκλιων . γεγραφθω παραλληλος κυκλος ὁ ΔΘ : ἰση ἀρα
9999970 βουλευτηριου
οἱ Ἀννιβου φιλοι , προυθηκε νυκτος λαθων γραμματα προ του βουλευτηριου , ὁτι παντας ὁ Ἀννιβας τους βουλευτας παρακαλοιη τῃ
ἐμελλον ἐγχειρησειν , ἱδρυσαν αὐτους ἐν ὁπλοις μεταξυ του τε βουλευτηριου και του θεατρου ἐν τῳ Πομπηιου περιπατῳ . Ἠν
9999970 κατεκειτο
την Πτωχελενην μαστιγιας ἐμισθωσατο . θερους δε ὀντος ἐπει γυμνος κατεκειτο , τους τυπους των πληγων ἰδουσα : ποθεν οὑτοι
ὡς παρουσιν ὑμιν ἐνδον ἐν τῳ οἰκῳ , ἐνθα Εὐκλειδης κατεκειτο , ἀσμενως ἐλεσχαινον . οἰδατον δε δη , ὠ
9999969 σμικροτητος
ὡς ἐοικε , και ἰσοτητος ἀν μετειη και μεγεθους και σμικροτητος . Ἐοικεν . Και μην και οὐσιας γε δει
[ εἰπειν ] , οἱον πρωτον ἡ του μεγεθους και σμικροτητος , και ψυχροτητος και θερμοτητος , και πληθους και
9999969 ἠελιου
αἰνυσο και δινηεντας ἀναπλασσε τροχισκους : τους δ ' ἑκας ἠελιου ψυχεο τερσομενους . των δ ' ἠτοι δραχμας μεν
ἁλα πασας . αὐτη δ ' ὠκυτερη ἀμαρυγματος ἠε βολαων ἠελιου ὁτ ' ἀνεισι περαιης ὑψοθι γαιης , σευατ '
9999969 τρισαριστεως
δε ἀντιληψει του πραγματος ὡμολογημενου και τελειου ὀντος και του τρισαριστεως μοιχου φανερως ἑαλωκοτος ζητειται , εἰ τον τρισαριστεα φονευειν
εἰναι ὡς εἰς βαθος ὠλισθησε κακου τῃ ἑταιριᾳ ὁ του τρισαριστεως υἱος : και το ἑκοντι εἰς τουτο γεγονοτα τον
9999969 παρεσκευασμενα
πλασαι οἱον βουλεται , εἰ μη ἐξ ὡν γε πλαττοιτο παρεσκευασμενα εἰη ὡς πειθεσθαι τῃ του χειροτεχνου γνωμῃ : οὐδε
του καθαρου και ποτιμου ὑδατος ῥυσιν , ὑπολαμβανουσιν εἰς ἀγγεια παρεσκευασμενα ὁσον ἀν δεῃ , και πορθμευουσιν εἰς την πολιν
9999969 ἀνες
. ἐπειτ ' ἀκουσον , του ταχους δε τουδ ' ἀνες : εἰς μεν γαρ ἀλλο παν ἁμαρτανειν χρεων ,
προσηκοντα τῃ ἀρχῃ πραττε , ἐμε δε τον καιρον τουτον ἀνες τῳ Ἡλιῳ , δει γαρ με την εἰθισμενην εὐχην
9999969 Λακεδαιμονιων
. Λακεδαιμονιοι δε κτἑ . : ἀρχη της διαφορας των Λακεδαιμονιων και Ἀθηναιων οἱ δ ' ἠλθον κτἑ . :
και Ἀπολλωνος Καρνειου ξοανα ἐστι κατα ταὐτα καθα δη και Λακεδαιμονιων νομιζουσιν οἱ Σπαρτην ἐχοντες . ἐπι δε της ἀκροπολεως
9999969 τετρασι
τετρασι : ταις μεν τριασι συνημμεναις ἁπασαις , ταις δε τετρασι δυο μεν παρα δυο συνημμεναις , δυο δε παρα
λογος βιωφελης . διαφερει δε ἡ μεν γνωμη της χρειας τετρασι τοισδε , τῳ την μεν χρειαν παντως ἀναφερεσθαι εἰς
9999969 ἀνεκαθεν
και ὁτι Ἀγησιας ἐπολιτευετο ἐν Συρακουσαις : ἠν δε το ἀνεκαθεν Στυμφηλιος ἐξ Ἀρκαδιας . ἡντινα , φησι , την
ἐκεινων ὁμως : και γαρ εἰ μιγαδες , Ἑλληνες ὁμως ἀνεκαθεν ἠσαν και ἐμεμνηντο του κοινου των Ἑλληνων ἐθους :
9999969 τραχηλου
νοσος ἐκ πληθους αἱματος και στεγνωσις και ἐκπυρωσις και του τραχηλου και ὀστεων ἀλγησις και ἀγρυπνια ὑπερβαλλουσα και ἐπιθυμια πολλη
οἱ παιδες , και ὁποτε ἠ πνιγεσθαι συμβαινοι , του τραχηλου ταθεντος ἐξαιφνης ἠ του στομαχου κατασταντος εἰς ἀποριας ,
9999969 Δημοσθενεος
και οὐ περιττοσυλλαβουσα δηλονοτι πεπονθεν : ἀρ ' οὐν το Δημοσθενεος και τα ὁμοια ἐντελεστερα εἰσι και ὁλοκληρα ὡς περιττο
δε Δημοσθενους τετρασυλλαβει , δηλονοτι πεπονθεν : ἀρα οὐν ἡ Δημοσθενεος γενικη πεντασυλλαβουσα ὁμοιως τῃ δοτικῃ των πληθυντικων ἐντελεστερα ἐστιν
9999969 ναυμαχουντες
ἀκροπολιν ἀνηγαγον , πολλα δε και καλα και πεζῃ και ναυμαχουντες ἐστησαν τροπαια , ἐφ ' οἱς ἐτι και νυν
ναυτας ἀκοντιζοντες . τελος δε τουτῳ τῳ τροπῳ κατα κρατος ναυμαχουντες οἱ Συρακοσιοι ἐνικησαν , και οἱ Ἀθηναιοι τραπομενοι δια
9999969 τουτοιϲ
ἀρχηϲ των παροξυϲμων ἐϲτι ϲυμπτωματα ἐπι των τοιουτων κραϲεων , τουτοιϲ ἁπαϲιν ἀρτον ἐξ οἰνου κεκραμενου δια ταχεων προϲφερων ἐπαυϲα
, ἀγρυπνια τε εἰη και παραφροϲυνη και γλωϲϲηϲ τραχυτητεϲ , τουτοιϲ θερμαϲματα δει προϲφερειν , ὡϲτε ἑλκυϲθηναι το θερμον ἐπι
9999969 θεμελιοις
ἀνερχομενης δει θεμελιους πηγνυειν , βορραν δε ἀνερχομενης δει τοις θεμελιοις τοιχους ἐποικοδομειν , βορραν δε κατερχομενης τοιχους καθαιρειν ,
: ἐπι γαρ ? τοις ὑπο [ Λεωσθενους ] τεθεισιν θεμελιοις οἰκοδομουσιν οἱ νυν τας ὑστερον πραξεις . Και μηδεις
9999969 κτητικων
και ἐγκλιθειη , ὁπερ ἰδιον αὐτῃ παρηκολουθει προς την των κτητικων ἀντεξετασιν , καθο αὑται μονως ὀρθοτονουνται : γινεται γαρ
νικησαι ἀγνοει . . Ἑξης ῥητεον και περι της των κτητικων ἀντωνυμιων συνταξεως . Αὑται δη προτασσομεναι των κτητικως νοουμενων
9999968 Φιλιππον
, ἐπειδη βουλευεται ὁ δημος ὁ Ἀθηναιων ὑπερ εἰρηνης προς Φιλιππον , οἱ δε πρεσβεις οὐπω παρεισιν , οὑς ἐξεπεμψεν
προσαγαγωσιν , εἰτ ' εἰπων , δι ' ὡν ἡγειται Φιλιππον πολεμειν τῃ πολει και ὁτι πανθ ' , ὁσα
9999968 κτισματα
ὡσπερ γαρ και πολεις ἐχθρας λεγομεν ἀλληλαις οὐ δια τα κτισματα και τους τοπους , ἀλλα δια τους ἐνοικουντας πολεμιους
ἐπισκεπτεσθε ἀλληλους και ἀντιλαμβανεσθε ἀλληλων , και μη μονοι τα κτισματα του θεου μεταλαμβανετε ἐκ καταχυματος , ἀλλα μεταδιδοτε και
9999968 μαχομενα
μερος αὐτο εἰναι των ἐναντιων δεκτικον . εἰ οὐν τα μαχομενα περι ἑν ὑποκειμενον μαχονται , ὡς φησιν ὁ Πλωτινος
κατακλινομενοι χειμεριον . Και ὠτα κρουων ὀνος χειμεριον : και μαχομενα προβατα και ὀρνιθες περι σιτου παρα το ἐθος :
9999968 τεταρτημοριου
του ΑΕΓ και δια των του ΗΕΚ πολων γεγραπται , τεταρτημοριου μεν ἑκαστη γινεται των ΒΗ και ΒΘ και ΕΗ
σημειοις δωδεκατημοριου τους λβ ιϚ χρονους , ὁλου δε του τεταρτημοριου τους Ϙ συμφωνως . και ἐστιν αὐτοθεν φανερον ,
9999968 σκοπων
Οὐκ ἀνονητον ὀντωςὠ Μηνοδωρετουτο γε οὐδε ἀρετης πολιτικης παντῃ ἀμετοχον σκοπων εἰκοτως ἀν τις εὑροι . Δοκει σοι ἀρὠ '
του τροπου της χρησεως . Ποσαχως ἡ ἐνδειξις των θεραπευτικων σκοπων ; Πενταχως . Πρωτη μεν ἐνδειξις , ἡ ἀπο
9999968 Κυρηναιος
ἐν ἡδονῃ και καλλει διαφερει . „ Ἀριστιππος , ὁ Κυρηναιος φιλοσοφος , πλεων εἰς Ἀθηνας ἐναυαγησεν και ὑποληφθεις ὑπ
και βωμακευ - ματα και βωμολοχευματα . Ἀπολλοδωρος δε ὁ Κυρηναιος ὡς εὐτραπελον και γελωτοποιον , τινες δε τον μετα
9999968 παραδιδοασι
και Βοηθος και Νουμηνιος τον του Πλατωνος ἰκτινον παραλαβοντες ἰκτινον παραδιδοασι , και τον λυκον λυκον , και ὀνον τον
και πιστεις του μη παθειν εἰληφοτες αὐτον τε τον βασιλεα παραδιδοασι και το φρουριον . Οἱ δε περι τον Δουκα
9999968 γλυκιων
Ὁμηρος [ Β ] : τοισι δ ' ἀφαρ πολεμος γλυκιων γενετο τοις δ ' ἐν ἡλικιᾳ : ἀπο κοινου
ἐκτεταμενον αὐτο ἐχει : καλλιων , ἡδιων , βελτιων , γλυκιων , κακιων . Ἀριστοφανης δε ἐν Ἀττικαις διαλεξεσιν Ἀττικους
9999968 τραγικης
λυθεντα , μη δραμασι . νυνι δε , ὠ της τραγικης ὀντως , ὠ της ἀωρου και ἀπηνους των γνωρισματων
ἐστιν εἰδος , καθαπερ φησιν Ἀριστοξενος ἐν τῳ περι της τραγικης ὀρχησεως . ἐστι δε τοὐνομα και ἐν τῃ ἀρχαιᾳ
9999968 ἀφοριζειν
ὡς ἐν τῳ προ τουτου λογῳ εἰρηται , γενεσθαι , ἀφοριζειν ἀπο ἑνος και δευτερου βανδου ἠ και προς το
γ κυκλων παραλληλων συνεστηκεν , ὡν οἱ μεν το πλατος ἀφοριζειν Λεγονται του ζῳδιακου κυκλου , ὁ δε δια μεσων
9999968 σχολαστικων
, ὁν ἠγορασεν Ξανθος ἡμων παροντων . ” εἱς των σχολαστικων εἰπεν “ ἐμε ποτε εἰπεν θαλασσιον προβατον εἰναι .
τι φαυλοτατον τε και χειριστον ὀψωνησαι κελευει , ὡς των σχολαστικων συν αὐτῳ δειπνησοντων . ὁ δε μηδεν διατραπεις παλιν
9999968 συμπασης
. . . . καλλη διαφορα . ἐτι δε της συμπασης πολεως ἐν ἑορταις τε και μεθαις . . .
συνεχη παραλιαν μεχρι του Κρισαιου κολπου και της Μεγαριδος και συμπασης της Ἀττικης : νομιζει δ ' οὐδ ' ἀν
9999968 κατεσκευασμενην
Σφιγγα την ὠμοσιτον ἐνωμα και ἐκινει και ἐφερε προσμεμηχανημενην και κατεσκευασμενην ἐν σακει χαλκηλατῳ γομφοις , ἠτοι διαπεπερονημενῳ τοις ἡλοις
, ἠ το μελαιναν θηκην ἐχον , ὡς ἐκ δερματος κατεσκευασμενην , ἠ το ἐκ μελανος σιδηρου δεδεμενον . Ὁ
9999968 μακροτερα
την ῥαβδον , καρυᾳ βασιλικῃ ὁμοια , βαρυοσμα δε και μακροτερα , ἐπ ' ἀκρων δε των καυλων σκιαδεια περιφερη
. Βολβος ὁ ἐμετικος ἐχει τα φυλλα ἱμαντωδεστερα και πολλῳ μακροτερα του ἐδωδιμου : ῥιζαν δ ' ἐοικυιαν , περι
9999968 σκεπασματα
ἱματιων λαβομενη φησι „ Κοιμηθητι μετ ' ἐμου „ . σκεπασματα δε ὡσπερ σωματος τα ἐσθηματα ἐστιν , οὑτως του
Φαρμακοις . βαφαις . Φαλαρα . τα περι τας γναθους σκεπασματα . Φαρσος . τρυφος , κλασμα . Φρενηρης .
9999968 Ἀραβικων
. Νοσορα , νησος ἐν τῃ Ἐρυθρᾳ θαλασσῃ . Οὐρανιος Ἀραβικων . . ὁ νησιωτης Νοσορηνος . ἐγχωριος ὁ τυπος
. : Μωβα , μοιρα της Ἀραβιας . Οὐρανιος ἐν Ἀραβικων δευτερῳ . Οἱ οἰκουντες Μωβηνοι , και θηλυκως Μωβηνη
9999968 τυγχανειν
γαρ ἐνεστι λεγειν μη πασαν ἀκαταληπτον φαντασιαν ἰσην πασῃ ἀκαταληπτῳ τυγχανειν φαντασιᾳ , ἀλλα την μεν μαλλον εἰναι ἀκαταληπτον την
περι των σπονδων οὑτως ἐσπεισαντο , ὡστε μη βεβαιους αὐτας τυγχανειν , ἀλλ ' ἀποτεινεται προς Ἀλκιβιαδην τε και Κλεοβουλον
9999968 σπουδαζειν
τοις δημοκρατουμενοις πρεπειν ὡς περι το ἰσον και το δικαιον σπουδαζειν . δει τοινυν τους λιαν ἐπ ' αὐτα παρακαλουντας
τοις ὁμοιοις τουτων . ἐγω μεν οὐν οὑτως οἰμαι ἰασθαι σπουδαζειν τους ἐσχηκοτας καταρρουν ἐπι θερμῃ δυσκρασιᾳ και ἀναπτυσαντας αἱμα
9999968 κακοδαιμονες
ἁρπαζουσιν , ἐπιορκουσιν , τοκογλυφουσιν , ὀβολοστατουσιν . Ἀθλιοι και κακοδαιμονες : οὐ γαρ ἰσασιν οἱα ἐναγχος κεκυρωται παρα τοις
οἰκειοι και συγγενεις . Τελευταιον δε ἀνενεγκων ὁ Ἁβροκομης ὠ κακοδαιμονες ἐφησεν ἡμεις , τι ἀρα πεισομεθα ἐν γῃ βαρβαρῳ
9999968 ἀπεχουσης
ἑῳας τε και ἑσπεριας , ἀμφοτερων μεντοι της μεσης τεταρτημοριον ἀπεχουσης ἐπι τα αὐτα του ἀπογειοτατου , καθ ' ἡν
Οὐ δυνατον δε ἐστιν ἀπο ταυτης χωραν ἰδειν , καιπερ ἀπεχουσης αὐτης ἀπο της ἠπειρου σταδιους υʹ , ὡς δη
9999968 πεντακισχιλιας
ἠν μεταθεσις , ἀντι μεν δισχιλιων και πεντακοσιων δραχμων τας πεντακισχιλιας , ἀντι δε των δυο τελων τοις ὀκτω δοθηναι
και του Ὑπανιος τον ἀριθμον ἐννεα , πολεις τε σχειν πεντακισχιλιας , ὡν μηδεμιαν εἰναι Κω της Μεροπιδος ἐλαττω :
9999968 πεντακισχιλιους
δε ταυτα ὁ μεν Ἱκετας ἀναλαβων των στρατιωτων τους ἀριστους πεντακισχιλιους ἐστρατευσεν ἐπι τους Ἀδρανιτας ἀντιπραττοντας αὐτῳ και πλησιον της
ἐπανοδον των πρεσβευτων Καρχηδονιοι μεν τοις Αἰγεσταιοις ἀπεστειλαν Λιβυας τε πεντακισχιλιους και των Καμπανων ὀκτακοσιους . οὑτοι δ ' ἠσαν
9999968 καρδιης
θερμαινομενη , και ψυχειν τα ἀνω των φρενων πλην της καρδιης : τα δε κατω θερμαινειν ἐν σκαφῃ ὑδατος θερμου
ἀρα και αἱμοῤῥαγει ; Οἱσιν ἐξαιφνης ἀπυρετοισιν ἐουσιν ὑποχονδριου και καρδιης πονος , και περι σκελεα και τα κατω μερεα
9999968 σανιδος
εἰ μη καταβαλῃ αὐτον εὐστοχιᾳ σφενδονητικῃ ἀντι σκοπου κειμενον ὑπερ σανιδος . σισυρνα δε παχυ περιβολαιον ἠ δερματινον ἱματιον ἡ
αἱρετωτερον ἐστι βαθρον μαλλον παν το κατα το περας της σανιδος τετραγωνοις ἐκκοπαις ἐκκεκομμενον προς ἀσφαλη την εἰς αὐτο του
9999968 οἰκοδεσποτας
δικης ἐσται ἐκ του ὑπογειου . Σκοπειν οὐν δει τους οἰκοδεσποτας του τε ὡροσκοπου και του δυνοντος και ποιος ἐστιν
πραξεις . προσβλεπειν οὐν δεησει τους τοπους και τους τουτων οἰκοδεσποτας , ἐν ποιοις ζῳδιοις εἰσι , και τας τουτων
9999968 θαυμασιωτατος
ἐκ της Μιλητου ἐκεινην Ἀσπασιαν , ᾑ και ὁ Ὀλυμπιος θαυμασιωτατος γε αὐτος συνην , οὐ φαυλον συνεσεως παραδειγμα προθεμενοι
Σωφρων δε στρουθωτα ἑλιγματα φησιν ἐντετιμημενα . Ὁμηρος δε ὁ θαυμασιωτατος των στρωματων τα μεν κατωτερα λιτα εἰναι φασκει ἠτοι
9999968 συνεστρατευοντο
τον υἱον ἐκελευεν αὐτου ἡγεισθαι . προθυμως δ ' αὐτῳ συνεστρατευοντο Τεγεαται : ἐτι γαρ ἐζων οἱ περι Στασιππον ,
παντας και τους λοχαγους . και ἐπει παντες ἐπεισθησαν , συνεστρατευοντο και ἀφικνουνται ἐν δεξιᾳ ἐχοντες τον Ποντον δια των
9999968 τρισι
ὑπολειπομενος του μεσημβρινου . Ἀνατελλει δε ὁ Λεων ἐν ὡραις τρισι και τεταρτῳ μερει . Της δε Παρθενου ἀνατελλουσης συνανατελλει
Πλαγκῳ μεν Ἀσινιος ἐπραξε διαλλαγας , και ὁ Πλαγκος συν τρισι τελεσι μεθιστατο ἐς τον Ἀντωνιον , ὡστε ἠδη βαρυτατης
9999968 κατεκτανεν
ἐκβολης . ἰαμβικα ζʹ . οὐδ ' ἱκεθ ' ὡς κατεκτανεν : ὁ Ἐτεοκλης : πρωτος γαρ κατεκτανε τον Πολυνεικη
μαλα σχεδον ἠλυθον αὐτων . ἐνθ ' Ἑκτωρ δυο φωτε κατεκτανεν εἰδοτε χαρμης εἰν ἑνι διφρῳ ἐοντε , Μενεσθην Ἀγχιαλον
9999968 δραπετου
των Χιων τα ἐπικηρυχθεντα χρηματα και θαψας το σωμα του δραπετου εἰς την ἰδιαν ἐχωρησε . και οἱ Χιοι παλιν
το Ϛʹ περι τετραποδων , το ζʹ περι ἀηδιας ἠ δραπετου , το ηʹ περι κλεμματος ἠ ἀποβολης , το
9999968 ἐστωσαν
θεωρειται , οὐ μεντοι και ἐν τῃ διεχει , οἱον ἐστωσαν ἀριθμοι τρεις , ὁ α , ὁ β και
. Των δε πτηνων ἀλεκτοριδες παντων αἱρετωτεραι , βοσκαδες δε ἐστωσαν , εἰτα περδικες , φασσαι : ἀσθενεστερας δε ἑνεκα
9999968 ἐνεργητικων
μονη ἐστιν των παθητικων ἡ συνταξις : των γε μην ἐνεργητικων ἐστιν και γενικη , οὐ συνουσης της ὑπο προθεσεως
μαι και την παραληγουσαν συστελλοντα προς την παραληγουσαν των πληθυντικων ἐνεργητικων παθητικα γινεται , τιθημι τιθεμαι , διδωμι διδομαι ,
9999968 δεσποινης
: ὠ κακως φρονων πιθου : τι μαινηι ; τληθι δεσποινης ἐμης κτησει δ ' ἀνακτος δωμαθ ' ἑν πεισθεις
ἀδιαλειπτον παραμονην των οἰκετων ἐσημανεν , ἡν εἰχον μετα της δεσποινης : ἀντι του μετα ταυτα : Ἰδαια ματερ :
9999968 ὑπεθεντο
Ἱππασος το πυρ , τινες δε ἀλλο τι των τριων ὑπεθεντο , ὁ ἐστι πυρος μεν πυκνοτερον ἀερος δε λεπτοτερον
δαεις : σαφως μεμαθηκως ἁ οἱ πατερες αὐτῳ ἐχρησμῳδησαν και ὑπεθεντο . σαφα δαεις : ταυτα λοιπον ὡς προς ἑαυτον
9999968 εἰρωνικως
κενοδοξος και ἐπηρμενος και γεμων οἰησεως . . σεμνοστομος ] εἰρωνικως . . φρονηματος ] ἀλαζονειας . . πλεως ]
δουλων των του Διος υἱεων . και ὁς γελασας πανυ εἰρωνικως , Τους τραγῳδους , ἐφη , καλεις μαρτυρας .
9999968 περικαλλεα
λεγει γαρ [ γ ] ἠελιος δ ' ἀνορουσε λιπων περικαλλεα λιμνην . ἐνθα δη και ἡδυνων τον λογον θηλυκως
ποταμον Ἰμβρασον , τῳ ῥα ποτ ' Ὠκυροην νυμφην , περικαλλεα κουρην , Χησιας εὐπατερεια τεκεν φιλοτητι μιγεισα , Ὠκυροην
9999968 χρονιωτερα
λοιπον δ ' ἀνεκπυητον ἐχοντα , πρωτον μεν αὐτῳ τῳ χρονιωτερα των ὁλων εὐθεως ἐκπυησαντων εἰναι μοχθηρα , δευτερον δε
κυανουν ἀνθος ἐχουσης χυλον συν μελιτι ἐγχριε : τα δε χρονιωτερα ἡ κεδρια λεπτυνει και ὁ χαλκος μονος ὑδατι λειουμενος
9999967 ὀνομαστι
εἰτα το προς τι : ὁτι χαλεπωτερον δεικνυναι προσωπα του ὀνομαστι λεγειν τους κωμῳδουμενους : τῳ μεν γαρ ὀνοματι τυχον
παρα Διονυσιῳ ποτε τῳ Σικελιωτῃ πινειν ἀναγκαζοντος του οἰνοχοου προσαγορευσας ὀνομαστι τον τυραννον : τι δη , ἐφη , ὠ
9999967 ἐφροντισεν
ἀλληλων πλεον ἐχωσι , χρη μιμεισθαι . Ἡσιοδος μεν γαρ ἐφροντισεν ἡδονης δι ' ὀνοματων λειοτητος και συνθεσεως ἐμμελους .
οὐ . . . βδεω ] διοτι οὐκ ἠν μυριστικον ἐφροντισεν ] νυν οὐκ ᾐσθετο οὐδ ' ἐνοησε ἀγροικον ]
9999967 μαραθρου
και ποτιζειν λιβανωτιδος ἀφεψημα και σχινου ἀνθους , μιου , μαραθρου και μαλιστα ἀνηθου : καλως δε ποιει τουτοις και
, ἐχει δε οὑτως . Καρυου δραχμας δεκα ἑξ , μαραθρου δραχμας ἑξ , σελινου σπερματος δραχμας ὀκτω , λιβυστικου
9999967 ϲαμψυχου
ἠ παλαιου μυρα ἀκοπα ϲυμμετρωϲ θερμαινοντα , οἱον το δια ϲαμψυχου το δυϲωδεϲ το δια τηϲ αἰγειρου και τα παραπληϲια
ἐλλεβορου μελανοϲ ἐλατηριου ἀψινθιου ἀνα ουΓΓʹ δ ϲταφιδοϲ ἀγριαϲ καχρυοϲ ϲαμψυχου δακρυοκοκκων θερμων ξηρων πικρων κολοκυνθιδοϲ ἐντεριωνηϲ ἀνα Γρʹ α
9999967 λογικως
μεν ὡς πασχον το λογικευεσθαι το δ ' ὡς δρων λογικως αὐτο τε και καθ ' ἑαυτο και ἐκεινῳ μεταδιδον
τε ἀει ἐπι τοις νοσουσιν ἐπιχειρειν σωμασιν εἰ μη και λογικως ἐξεταζων ἠν τα των νοσουντων παθηματα , ὡστε και
9999967 ναρδινον
ἀλοιφη μεν οὐν ἐϲτω πηγανινον ἠ δαφνινον ἠ ἰρινον ἠ ναρδινον ἠ και του βαλϲαμου ὁ ὀποϲ , και μαλιϲτα
και ϲπλαγχνοιϲ ἐκλελυμενοιϲ ἁρμοττει : τοιαυτα δε ἐϲτι μαϲτιχινον , ναρδινον , γλευκινον , τονωτικωτερον δε το δια του ὀμφακιου
9999967 τουδε
των ἐκεινης ὀργιων , ἐλαυνων δε εἰς Ἰσθμον ὑπερ των τουδε μυστηριων , ἐν μεν τῃ νησῳ κορυφαιος ὠν του
και το μεν προπεμψον τοσουτον ἠν , ἠν δε ἀρα τουδε το πλεον γυναικες , αἱ δη και την πολιν
9999967 λειπουσης
ἡ στροφη και ἀντιστροφος κωλων θʹ . το αʹ ἰαμβελεγος λειπουσης της πρωτης συλλαβης [ ἠ του τελους μετακειμενου ἐπι
, οὑτως οὐδε εἰ ἐστιν ἀλλα τινα αἰσθητα εἰσομεθα , λειπουσης ἡμιν της κριτικης αὐτων αἰσθησεως . ὁτι δε οὐκ
9999967 ἀμφισβητουντας
ἐχοντας δε αὐτους ἀποκρινασθαι θανατῳ ζημιουν , ἁτε οὐ προσηκοντως ἀμφισβητουντας γενους τε και ἀρχης . Οἰδιπους δε ἀρα ἀφικετο
δυναστειων κατεσκευασεν , ἐπιεικως προσφερομενος τοις κρατηθεισιν . Ἀθηναιους γαρ ἀμφισβητουντας της ἡγεμονιας νικησας ἐπιφανει μαχῃ , τους μεν τετελευτηκοτας
9999967 Ξενοκλης
. . ταων και Δρομεης ἠρασσατο πεσσομεναων . αὐτος δε Ξενοκλης ἐπεπωλειτο στιχας ἀνδρων , στη δ ' ἀρ '
ὁμοιους , ταων και Βορεης ἠρασατο πεσσομεναων : αὐτος δε Ξενοκλης ἐπεπωλειτο στιχας ἀνδρων , στη δ ' ἀρ '
9999967 κοιλοτερα
το βουλεσθαι αὐτους σῳζειν . Κατακειμενος δε ἀκουει ὡς εἰς κοιλοτερα τεως ἐνεργων : δει γαρ προσφορως ταις ὑποθεσεσι και
δε και ἀσθενης και οἱον ἐγκεκαλυμμενη περι τα καταδεεστερα και κοιλοτερα στρεφομενη , ἐχοι ἀν και οὑτω πολλην ἀληθειαν ὁ
9999967 ἐπεταξεν
και σαφη τα δικαια . και προ τουτων γ ' ἐπεταξεν ἐκθειναι προσθε των ἐπωνυμων και τῳ γραμματει παραδουναι ,
ἀγων ; ὡρισε ζημιαν ὁ δικαστης , ἡν ὁ διωκων ἐπεταξεν . ἐδωκε τιμωριαν ὁ φευγων , ὁσην ὁ του
9999967 παρελαμβανεν
την Ἑλλαδα ἐλανθανεν διαφθειρων τους συγγιγνομενους και μοχθηροτερους ἀποπεμπων ἠ παρελαμβανεν πλεον ἠ τετταρακοντα ἐτη οἰμαι γαρ αὐτον ἀποθανειν ἐγγυς
παθοιεν το παθημα το Λυδιον : ἀλλα τον μεν ἱππον παρελαμβανεν ἐξεπιτηδες ἐπ ' αὐτῳ τουτῳ παρεπομενος τις ὑπηρετης ,
9999967 φιλανθρωπου
και ἐλπισαντες , εἰ μη δια μαχης ἐλθοιεν , τευξεσθαι φιλανθρωπου , πρωτοι μεν , οἱ Κραγον και Ἀντικραγον εἰχον
βασιλεις εἰς πολλην ἀλλοτριοτητα και κινδυνους ἀπηλπισμενους προαχθεντα παραδοξου και φιλανθρωπου συλλυσεως ἐτυχε . Ὁτι οἱ περι τον Ὀροφερνην ,
9999967 τεταμενη
λουτρα τα μεν τετελεσμενα , τα δε ἀνιοντα , στοα τεταμενη τε εἰς μηκος και εἰς ὡραν ἀνθουσα τοσουτον ἐχουσα
δε ἀπορραγεν τουτο ὀφρυς ἠν ὡρας εἱνεκα ὑπερ της θυρας τεταμενη λιθου του στιλβοντος ἐγκειμενου τῳ μη τοιουτῳ : ὁν
9999967 παραλαβουσα
δεδωκοτι την χαριν . Τι γαρ ἐλευθεριας σεμνοτερον , ἡ παραλαβουσα θεον τον ἀνθρωπον ἀπεργαζεται ; Ἀρ ' οὐν οὐκ
, ἀγονα τε ἐστι και ἀνεμιαια και οὐ ταμιευεται αὐτα παραλαβουσα ἡ μνημη , ἀλλα δεχεται ἐκπιπτοντα παραχρημα ὁ της
9999967 σεληνην
δυσεων , και ἀπο της ἁλω της γινομενης περι την σεληνην , και ἀπο των διαϊσσοντων ἀστερων , και ἀπο
σεληνης τας προσηγοριας των ἡμερων κατωνομασθαι . Του δε κατα σεληνην ἀγειν ἀκριβως τας ἡμερας παραδειγμα ἐστι το τας μεν

Back