, ἐπει περι κληρου ὁ λογος . χρυσαμπυκα Λαχεσιν : ἀμπυξ μεν κυριως κοσμος ἐπιτιθεμενος ταις των γυναικων κεφαλαις :
ἱπποις και ἡμιονοις και μοναμπυκιᾳ , ὁ ἐστι κελητι : ἀμπυξ γαρ κατα Θετταλους ὁ χαλινος . μοναμπυκιᾳ : μονοχαλινῳ
9999291 Καρχηδονι
των δ ' ἐχθρων Συφακα μεν αἰχμαλωτον ἑλειν αὐτοχειρι , Καρχηδονι δ ' αἰτιον της ἀναστασεως γενεσθαι , παμπαν ἀσθενη
Φοινικουσσαι : δυο νησοι ἐν τωι Λιβυκωι κολπωι προς τηι Καρχηδονι , ὡς Ἑκαταιος Περιηγησει Λιβυης . . Κυβος :
9999240 Μιθριδατῃ
οὑτω μεν και Φιμβριας ἀπεθανε , πολλα την Ἀσιαν ἐπι Μιθριδατῃ λελυμασμενος . και αὐτον ὁ Συλλας ἐφηκε τοις ἀπελευθεροις
ἐφεισασθε . ἐφ ' οἱς ἐδοτε μεν τινα και αὐτῳ Μιθριδατῃ δικην , ἀπιστῳ τε ἐς ὑμας γενομενῳ και φονου
9999236 κολπῳ
. Ϙδ ι ∠ ʹ : ἐν δε τῳ Περσικῳ κολπῳ Ἀπφανα νησος , ἡτις ἐπεχει μοιρ . πα γʹ
δυσεθ ' ἁλος κατα κυμα , Θετις δ ' ὑπεδεξατο κολπῳ δειδιοτα . Μαινομενον μεν εἰρηκεν ἀντι Διονυσου τον οἰνον
9999224 ἑστωσα
δοκειν τα ὀνοματα συνεθηκεν αὐτος ὁ Πολυγνωτος . Βρισηις δε ἑστωσα και Διομηδη τε ὑπερ αὐτης και Ἰφις προ ἀμφοτερων
φυσις ἠ ἑστωσα σῳζεται ἠ φερομενη : [ ἡ ] ἑστωσα μεν ἐξ ἀθανασιας , φερομενη δε ἐξ ἐπιγονης .
9999219 Πρωτεα
και Εἰδοθεας ἀλληγορει , το μεν πρωτον και ἀρχικωτατον αἰτιον Πρωτεα καλων , την δε εἰς εἰδη τρεπομενην οὐσιαν Εἰδοθεαν
δε τουτων ὁ Θωνις πεμπει την ταχιστην ἐς Μεμφιν παρα Πρωτεα ἀγγελιην λεγουσαν ταδε : Ἡκει ξεινος , γενος μεν
9999208 ἀμπελῳ
φυτον χρη προσδεσμειν τῃ χαρακι . αὐτῃ δε τῃ τελειᾳ ἀμπελῳ ἑξαετει γενομενῃ την κλαδειαν εἰς ὠμους γʹ ἠ δʹ
καλα και πεπηρωμενης προς παντα τα θεας ἀξια , ἡν ἀμπελῳ παραβεβληκεν , οὐχι τῃ καρπων ἡμερων μητρι , ἀλλα
9999207 πυξ
τον ἑτερον προς ἑαυτον τῃ χειρι ἑλκοντες ἀλληλους , και πυξ ἀγωνιζομενοι . . ΚΑΡΧΑΡΟΔΟΝΤΕ ΚΥΝΕ . Χαυλιοδοντα μεν λεγονται
και ὑπερεβαλλον του στροφιου τοσουτον ὁσον , εἰ συναγοιντο , πυξ εἰναι . ξυνειχοντο δε ὑπο σειρας , ἡν καθαπερ
9999207 κρεα
ἀγριων ὀλιγα ποικιλιας χαριν διδοσθω , παντα δε τα διδομενα κρεα , συμπεπτωκοτα ἐστω μεχρι δυοιν ἡμερων ἐν χειμωνι μαλιστα
, περιφραδεως δ ' ἐρυσαντο . οὐδεις δε περιφραδεως ἐξελκει κρεα , ἀλλα μαλλον ὀπτᾳ . . αὐταρ ἐπει ποσιος
9999205 Ὀδυσσεα
τρυφερον κατακρημνιζει . και Ἀντινοος δ ' ὁ λεγων προς Ὀδυσσεα οἰνος σε τρωει μελιηδης αὐτος οὐκ ἀπειχετο του πωματος
τον μεν δη Ἀχιλλεα φησιν ἐπαξιως ὑμνησθαι , τον δε Ὀδυσσεα μειζονως . και ὁποσα δε Σθενελου τε και Παλαμηδους
9999192 λεαναϲ
ὀξει ἐν ξυλινῳ ϲκευει καταχριε . Ἀλλο . ϲπυραθουϲ αἰγοϲ λεαναϲ καταχριε και ἐπιδηϲον : τουτο ποιει πρωϊ και δειληϲ
μεγεθοϲ . ἀλλο : | ἐξεραμα κυνοϲ ἀραϲ ξηρανον και λεαναϲ θεϲ ἐν πυξιδι και χρω ὡϲ καλλιϲτῳ προϲ λυϲϲοδηκτουϲ
9999165 Ἀρεα
ὑπαυγου αὐτης οὐσης ὁ διαθεμενος ταχεως τελευτησει . τον δε Ἀρεα δει παραφυλαττεσθαι ἀναγκαιως ἱνα μητε ὡροσκοπῃ μητε συν τῃ
ψυχροτητος ἐκ του θερμου κἀν ὁλως , τον δ ' Ἀρεα ξηροτατον ἐντυγχανοντα κρασει το της νυκτος ὑγροτατον παρενεβαλον μιξει
9999158 ἐθαρρησε
αἱπερ ἠσαν ἀρισται πολεις των ταυτῃ , Πυθεας δ ' ἐθαρρησε τοσαυτα ψευσασθαι . των δε Σαντονων πολις ἐστι Μεδιολανιον
ὑφ ' ἁπαντων ὠψαι . καιτοι ὁστις χιλιων πολιτων ἀποθανοντων ἐθαρρησε , τι οὑτος παθειν ὑπο των ζωντων δικαιος ἐστιν
9999158 ἀλωπεκιαϲ
δε δερμα αὐτου καυθεν ξηραντικωτερον τε και διαφορητικωτατον γινεται : ἀλωπεκιαϲ γουν μετα πιϲϲηϲ ὑγραϲ καταχριομενον ἰαται . του δε
δριμεια . ἑτεροϲ δε κεφαλην ὁλην λαγωου καιων ἐχρητο προϲ ἀλωπεκιαϲ μετα ϲτεατοϲ ἀρκειου . αἱ δε των ἐχιδνων κεφαλαι
9999154 χολωδεα
ἠν μεν γαρ ἐπιποληϲ ἐῃ , ἀνωθεν μεν λεπτα , χολωδεα , ἀνοϲμα , πλην ὁκοϲον ἀπ ' ἐντερων .
ἱδρωσε δι ' ὁλου : ἀπυ - ρος : διαχωρηματα χολωδεα : ἀποσιτος : κωματωδης . Εἰκοστῃ τεταρτῃ , ὑπεστρεψεν
9999152 ἐτολμησε
Γλυκεραν . ἐν Ῥωσῳ δε και εἰκονα χαλκην αὐτης στησαι ἐτολμησε . Λυσιας δε ἐν τῳ προς Λαιδα φησι :
Δι ' ὁ και τοσουτων γενομενων των συσταντων , οὐδεις ἐτολμησε καταμηνυσαι την πραξιν . Φασι δε τινες ὀλιγον προ
9999152 πυνθανῃ
περι αὐτων διαπερανθηναι . Τι γαρ βουλεται τα ἀσημα ὀνοματα πυνθανῃ : τα δε οὐκ ἐστιν ἀσημα , ὁ συ
ἐπιστολην ἐμαυτῳ γεγραφθαι νομισας ἀποκρινουμαι σοι αὐτα τἀληθη ὑπερ ὡν πυνθανῃ . Οὐδε γαρ ἀν εἰη πρεπον Πυθαγοραν μεν και
9999147 ὀλιγῳ
αὐτων ἀνασχησει : ὡς και μεγας και πολλος ἐγενεο ἐν ὀλιγῳ χρονῳ , οὑτω και ταπεινος ὀπισω κατα ταχος ἐσεαι
μεθυσκεσθω , μηδε ὁταν ἀρξηται ἁπαξ ῥειν : πινετω μεντοι ὀλιγῳ πλειονα τον οἰνον ἐπι σιτιῳ , ὁκως ἀν ῥεῃ
9999145 ἀηθη
Διος τεχνης , ἑαυτῳ δε εἰργαζετο καινας ὁδους και πλουν ἀηθη , ἐδεδουλωτο δε πλατανῳ και ἐθαυμαζε το δενδρον .
ἀτμους ἀφελκεται , καμνοντα δε τα σωματα και δια την ἀηθη του περιεχοντος τροπην νοσουντα λοιμικοις παθεσιν ἀναλουται . Των
9999142 ϲτυρακοϲ
ἀνακοπτε και ὑπαλειφε τον ὁλμον . Προπολεωϲ # Ϛ , ϲτυρακοϲ # β , μαϲτιχηϲ # α , τερεβινθινηϲ #
κοϲτου ἀνα # Ϛʹ ἀμωμου φυλλου ναρδοϲταχυοϲ ἀνα # β ϲτυρακοϲ καρποβαλϲαμου ἀνα # γʹ ὀποβαλϲαμου # γʹ βραθυοϲ #
9999141 ηὐξησε
παρα του δαιμονιου ῥοπης . δια τουτο δε την τυχην ηὐξησε και την παρ ' ἐκεινης ῥοπην , ἱνα μαλλον
δουλειας περιεπεσε τυχῃ . Οὑτος ὑπηγαγετο Σαβινους και τρισι λοφοις ηὐξησε την πολιν , τῳ Κυριναλιῳ και τῳ Βιμιναλιῳ και
9999139 σκληρῳ
βουληται . Πως οὐν , ἐφασαν , δυνησονται παλαιειν ἐν σκληρῳ και δασει οὑτως ; ὁ δ ' εἰπε :
περιτεταμενον , και τουτοις μαρτυρησουσι τα ἐναντια : τῳ γαρ σκληρῳ ἀντικειται το μαλακον , τῳ περιτεταμενῳ το χαλαρον ,
9999139 Μαρδονιῳ
Αὐτος δε θωμασας τον λογον εἰπειν προς αὐτον : Οὐκων Μαρδονιῳ τε ταυτα χρεον ἐστι λεγειν και τοισι μετ '
οὐδε οἱ πατερες ὑμων ὑπηκουσαν μηδενι , μητε Ξερξῃ μητε Μαρδονιῳ μητε Δαρειῳ μητε ἀλλῳ τινι , και ὁτι μηδε
9999136 Ἀτθιδα
μυησιν , και ἱεροφαντην γεγονοτα . : Οἱτε δη την Ἀτθιδα συγγραψαντες , πολλα διαφωνουντες , τουτο γε ὁμολογουσιν ,
προς τους Ἑλληνας στρατειας ; μετακεκομισται δ ' εἰς την Ἀτθιδα διαλεκτον ἡ λεξις : Ἀνδρες Περσαι , οὐτ '
9999136 Ἰσχομαχε
ὠφελεισθαι νομιζωσιν . Ἀταρ ἐννοω γε , ἐφην , ὠ Ἰσχομαχε , ὡς εὐ τῃ ὑποθεσει ὁλον τον λογον βοηθουντα
χοιρους ἐκτρεφειν . Λεγεις συ , ἐφην ἐγω , ὠ Ἰσχομαχε , τῃ ἀσθενεστερᾳ γῃ μειον δειν το σπερμα ἐμβαλειν
9999134 αἰγιαλῳ
ῥεον κατακλυσει , ἠγουν καλυψει , την κυλιομενην παρα τῳ αἰγιαλῳ ψηφον : συμβολικος ὁ λογος , ἀντι του νυν
ἠ φυλλοις μυρικης ἠ κομαρου , και ἐπιθει ἐν τῳ αἰγιαλῳ , ὁσαι θεασονται σηπιαι εἰσερχονται ἐν αὐτῳ . Φασι
9999131 ὑγροιϲ
τῳ οἰνελαιῳ ψυχρῳ , και ἐπιδηϲαντεϲ τῃ ἑξηϲ τουτοιϲ τοιϲ ὑγροιϲ ἐπιβρεξομεν . κατα δε την τριτην λυϲαντεϲ και περιϲπογγιϲαντεϲ
ξηραϲ κεκαυμενηϲ και ἀνηθου ῥιζηϲ . ἐκεινα μεν γαρ ἑλκεϲιν ὑγροιϲ τε ἁμα και χωριϲ φλεγμονηϲ τετυλωμενοιϲ ἁρμοττει και δια
9999130 σκοπῳ
πανταχου κατασκευαζει κακεμφατως , ὡσπερ εἰρη - ται ἀκολουθως τῳ σκοπῳ . ΠΕΜπτη μετα ταυτην ἀντιθεσις : ἀλλ ' ἀποστερησεις
καματων , ὠ συκοφαντα , κἀν ἀτοπα τυγχανῃ γιγνομενα , σκοπῳ τῳ του δραματος δοκιμαζεται , κἀν φαυλην ἐχῃ την
9999128 Ἀραβιῳ
την ὑπ ' Αἰγυπτον Αἰθιοπιαν αἱδε : ἐν μεν τῳ Ἀραβιῳ κολπῳ , Ἀσταρτη νησος . . ξϚ κβ Ϛʹ
. . . ξ γʹ λα Ϛʹ Ἐν δε τῳ Ἀραβιῳ κολπῳ νησοι αἱδε : Σαππειρηνη ἠ Σασπειρηνη νησος ξδ
9999123 ἑβδομαδα
, ἐκ των προληψεων συμπληρουσθαι μεν λεγεται κατα την πρωτην ἑβδομαδα . τουτο γαρ ἐστι νοημα φαντασιας , διανοια λογικου
ἑβδομῳ , δια πολλα : πρωτον μεν , ἱνα την ἑβδομαδα τιμησῃ κατα παντας χρονους ἡμερων και μηνων και ἐνιαυτων
9999123 φονευω
. . . ἀνδροκτασιας : ἐκ του κτω , το φονευω , παραγωγον κτημι , ὁ μελλων κτησω ἐκτηκα ἐκταμαι
ἀρεσκων . . . . ἀπεκτατο : κτω , το φονευω , παραγωγον κτημι ἐκταμαι ἐκταμην ἐκτασο ἐκτατο και μετα
9999121 ὀρνεα
ὀψε βοωντε κολοιοι , και σπινος ἠῳα σπιζων , και ὀρνεα παντα ἐκ πελαγους φευγοντα , και ὀρχιλος ἠ και
Δια κἀκεινος Ἡραν . Ζευς δε ἀγανακτησας μετεβαλεν αὐτους εἰς ὀρνεα χωρις ἀλληλων βιουντα , ἐκληθη δε ἡ μεν Ἀλκυονη
9999120 Κλεανδρῳ
τε τοις κοθορνοις μετεωρισας . ἐχρησατο δε ὑποκριτῃ πρωτα μεν Κλεανδρῳ , ἐπειτα δε καθο δευτερον αὐτῳ προσηψε Μυωνισκον τον
. Ὡς δε και Ἱπποκρατεα τυραννευσαντα ἰσα ἐτεα τῳ ἀδελφεῳ Κλεανδρῳ κατελαβε ἀποθανειν προς πολι Ὑβλῃ , στρατευσαμενον ἐπι τους
9999118 Κυριῳ
, μη φθονειτε , μνημονευοντες ὁτι πασα σαρξ ἀποθανειται . Κυριῳ δε ὑμνον προσφερετε , τῳ παρεχοντι τα καλα και
τεκειν τον Ἰωσηφ , δωδεκα ἐτη ἐστειρευσε : και προσηυξατο Κυριῳ μετα νηστειας δωδεκα ἡμερας : και συλλαβουσα ἐτεκε με
9999117 ὀλιγη
και ϲκληρα τον ὀγκον καταϲτελλει του ϲωματοϲ , ἡ δε ὀλιγη και μαλθακη το ἀναπαλιν εἰϲ ὀγκον ἐπαιρει . αἱ
μεν γαρ λεγεται εἰναι χρησις ψυχης , βιος δε † ὀλιγη † ζωη . βιος ζωης διαφερει . βιος μεν
9999112 νοησῃ
βραδυς . ἐρωην : ὁρμην . Σπιλαδεσσι : πετραις . νοησῃ : μαθῃ , ἰδῃ , θεασῃ . Αὑτως :
, ὁς τ ' ἐπι πολλην γαιαν ἐληλουθως φρεσι πευκαλιμῃσι νοησῃ ἐνθ ' εἰην ἠ ἐνθα , μενοινηῃσι τε πολλα
9999111 Κρητικῳ
μεμφομαι της ἐξουσιας . Κρητικῳ μειρακιῳ αἰσχρον ἐραστον εἰναι , Κρητικῳ νεανισκῳ αἰσχρον προσαψασθαι παιδικων . Ὠ νομου κεκραμενου καλως
και το νοτιον πελαγει κλυζεται τῳ τε Μυρτῳῳ και τῳ Κρητικῳ : νησιδια δε περικειται πολλα μεν προς τῃ ἠπειρῳ
9999111 ἐτειχισε
κατελαβετο το χωριον , και φθασας την ἐφοδον των Βοιωτων ἐτειχισε το Δηλιον . τουτο δε το χωριον κειται μεν
Φοινικες ἐσχον οἱ μετα Καδμου . ὁς την τε Καδμειαν ἐτειχισε και την ἀρχην τοις ἐκγονοις ἀπελιπεν . ἐκεινοι δε
9999110 ἐφυλαξε
ἐχουσιν , ὁτι Πομπηιῳ κατ ' αὐτου συνεμαχουν , ὁμως ἐφυλαξε πλην της ἐν Κομανοις ἱερωσυνης , ἡν ἐς Λυκομηδην
! ! ! ! ! ] ! αδε ! ! ἐφυλαξε ! [ ! ! ] μηδεμτιπαρ ! ! [
9999109 Περσιδι
και Βιθυνιας περι τον Ῥυνδακα . ἐστι και ἀλλη ἐν Περσιδι . ὁ πολιτης Μιλητοπολιτης και το θηλυκον ἡ Μιλητοπολιτις
ἐσται λογιζομενος καθολικον το γυναικοπληθης ὁμιλος δια πασας τας ἐν Περσιδι γυναικας , ἠ προς το ἐσεται ὑποστιξον , ἱν
9999108 ἐρεω
ὁσσα βροτοισι γενεθλα δεδασμενα σιτον ἐδουσιν : ἀλλ ' ἐμπης ἐρεω , τοσσοι μετα πασι κραταιοι ὁσσοι θ ' ἱππαλεοισιν
νοησαι , και ὡδε : ἀλλα ⌊ και ⌋ ὡς ἐρεω Ζηνος νοον ; και φασιν ὁτι ἐνταυθα ἑρμηνευει το
9999108 φατνῃ
. Μεμνηται δε ταυτης Τερψιων . Ἡ κυων ἐν τῃ φατνῃ : προς τους μητε αὐτους χρωμενους , μητε ἀλλους
σιγης κρειττον ἠ σιγην ἐχε . Ἡ κυων ἐν τῃ φατνῃ : προς τους μητε ἑαυτους χρωμενους , μητε ἀλλους
9999106 τυγχανῃ
ἀγαλλεται παρα πλανητας παντας Ἑρμου ἀστηρ ταχυτατος , ἀν ἐξαυγος τυγχανῃ : ἐπαν γαρ ἐκ των πλανητων και ἀλλος χρηματισῃ
: εὐνοια δ ' ἑκουσιος , μεχρι ἀν των δικαιων τυγχανῃ , διαρκεστατον ἐστι . Σκοπω δε κἀκεινο , εἰ
9999105 ὀρεα
και Ἠμαθιην ” ἐρατεινην σευατ ' ἐφ ' ἱπποπολων Θρῃκων ὀρεα „ νιφοεντα : ἐξ Ἀθοω δ ' ἐπι ποντον
γαρ ἐπι κακοτροπον ἐμολε τοτε βιον ἀδικομηχανῳ τεχνῃ ; τις ὀρεα βαθυκομα ταδ ' ἐπεσυτο βροτων ; ῥηματα τε κομψα
9999105 γλαυκα
της χλοερας κομης ἀπονασθαι , ἀλλ ' οὐν την γε γλαυκα μη τουτο τοις ὀρνεοις ποιειν παραινειν μηδε φυτου βλαστῃ
θεους εἰναι . Ἐαν δε τις εἰς γναθιον λιθον γλυψῃ γλαυκα το ὀρνεον και ὑπο τους ποδας αὐτου γλαυκον τον
9999102 σκορδα
το καστοριον και το πλατυκυμινον και τα δαφνοκοκκα και τα σκορδα και το πηγανον ἀχρι τριων ἡμερων και μετα ταυτα
ηʹ , ἰρινου το ἀρκουν : τοις δε πενησιν ἀρκει σκορδα , θυμα , ὀριγανα , θυμβρα , ναπυ και
9999101 Πηλεα
Εὐρωπην . ἐπιτιμωντες δε τινι φασιν μη δειν τον Οἰνεα Πηλεα ποιειν . ἐγω δε ἑνα των ἀρχαιων μαγειρων τεθαυμακα
αὐτος ὑπερ αὑτου φρασει . γην γαρ λιπων Φαρσαλον ἠδε Πηλεα μενω ' πι λεπταις ταισιδ ' Εὐριπου ῥοαις ,
9999099 ἀσπιδι
δε κοσμος τουτ ' ἐστι μοι . Ὡς ἡρως ἐν ἀσπιδι ξενισαι βουλομαι : λε - γεται ἐπι των τους
μετεωρου και αὐτικα διεπερονησε τον ἀνδρα διαμπαξ αὐτῳ θωρακι και ἀσπιδι : οὑτω δη τι δυναμει τε των πολλων περιην
9999098 ϲανδαραχηϲ
θαψιαϲ ⋖ γ , ἀρϲενικου ⋖ α ∠ ʹ , ϲανδαραχηϲ ⋖ γ , μελιτοϲ το ἀρκουν : χρω ,
ὀξουϲ λεαναϲ χρω , ἠ ῥητινηϲ τερεβινθινηϲ ⋖ α , ϲανδαραχηϲ το διπλαϲιον ἁμα ἐπιτιθει τῃ ῥιζῃ του ὀνυχοϲ :
9999097 δριμυτητοϲ
ἐχον κραϲιν . Πολυγονατον μικτον ἐϲτιν ἐκ ϲτυψεωϲ τε και δριμυτητοϲ και πικροτητοϲ και τινοϲ ἀηδιαϲ ἀρρητου : διοπερ οὐδε
ϲυμβαινει τιϲιν , ἀλλα και διαβρωθεντοϲ ὑπο τηϲ των ἰχωρων δριμυτητοϲ ἐνιοτε του δερματοϲ ἑλκωϲιν γενεϲθαι . καταντλειν οὐν ὑδατοϲ
9999097 νεα
και τελεσφορουσι την ἐν ἑκαστοις φυσιν δολιχευειν παρασκευαζοντες , ὡς νεα παλαιοις ἐπανθειν και ἐπακμαζειν προς χορηγιας ἀφθονους των δεομενων
του θεου φυλακτεα . Πατερ , πιθου μοι , κεἰ νεα παραινεσω . Τον ἀνδρ ' ἐασον τονδε τῃ θ
9999096 χαλκῃ
τειχων αὐτῳ τας κλεις παρακαταθεσθαι και χρυσῳ στεφανῳ τιμησαι και χαλκῃ εἰκονι . τουτο δε και τους πολιτας αὐτου ποιησαι
μεν ἐφυγαδευσαν , Μελητου δε θανατον κατεγνωσαν . Σωκρατην δε χαλκῃ εἰκονι ἐτιμησαν , ἡν ἐθεσαν ἐν τῳ Πομπειῳ ,
9999095 ὀδυνηϲ
ἀναγκη , και ὀπιου μικτεον ἐλαχιϲτον , χωριϲ δε μεγιϲτηϲ ὀδυνηϲ παραιτητεον τα ναρκωτικα . εἰ δε μετρια ἡ φλεγμονη
ἐκτεινουϲιν μεν το ϲκελοϲ τελεωϲ , οὐ καμπτουϲιν δε χωριϲ ὀδυνηϲ του γονατοϲ , οὐδε προκοπτειν ἐπι τα ἐμπροϲ δυνανται
9999094 σχοινῳ
φυεται ἐν Κρητῃ μονῃ : ἐχει δε τα φυλλα ὁμοια σχοινῳ και τας ῥαβδους και τον καρπον : μικροτερα δε
και θειον ἐπιβαλλειν , ἐπειτα φλογωθεντα φακελλον και ἐξαψαντα ἐπαφιεναι σχοινῳ ἐπι την χελωνην . Τα δε τοιαυτα προτεινομενα ἀπο
9999093 ἀδηλῳ
. ] : . , κελσαι ποτι τερμα : ἐπι ἀδηλῳ συμφορᾳ και μη ἐμφαινομενῃ προς το τερμα του θανατου
δε και περι των ἀδηλων λεκτεον : ὁ μεν γαρ ἀδηλῳ τινι κρινειν αὐτα ἐπιχειρων εἰς ἀπειρον ἐκβαλλεται , ὁ
9999092 Μιδα
πεπονθος ; Ἐστι μεν τουτο τοδε Χαλκη παρθενος εἰμι , Μιδα δ ' ἐπι σηματι κειμαι . ὀφρ ' ἀν
ἐπι Μιδᾳ τουτον φασι ποιησαι : χαλκη παρθενος εἰμι , Μιδα δ ' ἐπι σηματι κειμαι . ἐστ ' ἀν
9999091 κομμεωϲ
: ῥοαϲ ἀνθουϲ των κυτινων , χαλκανθου , ἀκακιαϲ , κομμεωϲ ἀνα ⋖ δ , ϲτιμμεωϲ , κηκιδοϲ ἀνα ⋖
ἀποκεκομμενοιϲ , βραγχιωϲιν , ἀναφορικοιϲ . τραγακανθηϲ ⋖ Ϛ , κομμεωϲ ⋖ Ϛ , ϲμυρνηϲ ⋖ α , λιβανου ⋖
9999091 σπασμωδεα
ὀξειῃσι κεφαλαλγιῃσι , και τῃσι ναρκωδεσι μετα βαρεος , ἐθελει σπασμωδεα γινεσθαι . Κεφαλαλγιην λυει πυον δια ῥινων , ἠ
Ξυμβαινει δε τοισι τοιουτοισι , και ἐμετους ἐπιγινεσθαι και τα σπασμωδεα ἐπι τελευτῃ , και ἐνιους κλαγγωδεας εἰναι , και
9999089 ἱκετευω
των Φοινικων δια γονυκλισιας τιμωντων τους βασιλεις : προσκυνω προσπιπτω ἱκετευω : σοι το ἐντελες : τον οἰκοθεν νομον σεβουσα
δια το σπανιον θαυμαζεται . και γαρ ποσῳ καλλιον , ἱκετευω , τρεφειν ἀνθρωπον ἐστ ' ἀνθρωπον , ἀν ἐχῃ
9999089 δωρῳ
πεμπειν αὐτον ἐγνωκε πολλαχοι της γης : οὑτως ἡσθη τῳ δωρῳ : ἐμοι δε μικρα μεν οὐδε ταυτα , το
τα σωματα , μελλων δε ἱππων ἁμιλλας χαριζεσθαι τῃ πολει δωρῳ βασιλικῳ τετιμηται . δυο τεθριππα το δωρον , οἱ
9999087 χαλκῳ
δαμεις ἐν δηϊοτητι . βη δε δια προμαχων κεκορυθμενος αἰθοπι χαλκῳ , ἀμφι δ ' ἀρ ' αὐτῳ βαιν '
α , ὀξουϲ # α : ἑψε το παν ἐν χαλκῳ ϲκευει , μελιτωδει δε χρω δια μοτων . Ἀλλο
9999087 ἀριϲτολοχιαϲ
# α γϼ . η , γεντιανηϲ # α , ἀριϲτολοχιαϲ μακραϲ και ϲτρογγυληϲ ⋖ δ # ∠ ʹ ,
ἐχουϲηϲ , ἡν καλουϲι κοραλλιον , # ∠ ʹ , ἀριϲτολοχιαϲ μακραϲ # δ και ϲτρογγυληϲ # δ . ἡ
9999084 νικῃ
συνιστατο , ὁ δε Καισαρ και ὁ Ἀντωνιος ἐπι τῃ νικῃ τῃ περι Φιλιππους ἐθυον τε λαμπρως και τον στρατον
σφισιν ἐσεσθαι το ἐτι λοιπον ἐπι τῃ κατα Δυρραχιον γενομενῃ νικῃ : το δ ' ἐναντιον αἰσχιστον εἰναι , καταλιπειν
9999082 κινηϲεωϲ
ϲφυγμῳ ἀνωμαλια γιγνεται διττη , ὁτε μεν ϲυνεχουϲ μενουϲηϲ τηϲ κινηϲεωϲ και κατα τιναϲ μεν δακτυλουϲ ταχυτερον κινουμενηϲ τηϲ ἀρτηριαϲ
οὐν ἐπι των γεροντικων ϲωματων ὁμαλωϲ ψυχρων πλειων ὁ τηϲ κινηϲεωϲ ἐϲτι χρονοϲ του τηϲ ἠρεμιαϲ . ἰϲτεον δε την
9999081 σχοιη
ὑποθεντα σκυτινον ὑποκεφαλαιον , ἠ ἑν ἠ πλειω ὁκως ξυμμετρως σχοιη ὑψεος του πηχεος πλαγιου προς ὀρθην γωνιην . Ἀριστον
μεγιστας και δωρεας τοις ἀρχουσιν ἐπαγγελλομενος , εἰ συνεργους αὐτους σχοιη προς το της βασιλειας Ῥωμαιων ἐγκρατη γενεσθαι . Ἐπει
9999081 Ἀτρεα
δια γαρ τουτου κατεσχεν . ἠ παρα το κρατησαι τον Ἀτρεα . ἠ ἀντι του φονου του Μυρτιλου διαδοχαι φονων
Πελοψ , Τανταλου και Εὐρυανασσης , γημας Ἱπποδαμειαν , ἐσχεν Ἀτρεα και Θυεστην : ἐκ δε Δαναϊδος νυμφης Χρυσιππον ,
9999081 ἐψηφισασθε
, ποτερον ἰστε ὁτι ἐσται οὑ ἑνεκα πραττειν διανοεισθε ἁ ἐψηφισασθε , οὐκ οἰομαι ἀν φησαι ὑμας . τι δ
ἐδεηθη ἐξετασεως , ἀλλα ὡσπερ προτερον ἐν τῳ φανερῳ παντες ἐψηφισασθε , ὁποτε με ὑπενοησατε βουλεσθαι , το αὐτο και
9999080 σκωληκα
στειχει ] ἀναβλαστανει . Ξ ἰουλος σημαινει δʹ : τον σκωληκα ὁς ἐστιν μικρος και πολυπους περι τους τοιχους ἀνερχομενος
εἰ δε μη γε , ταυτα παντα συντριαινων ἀπολεσω . σκωληκα ταξαι χρηστηρια των γαρ τετραποδων οὐδεν ἀποκτεινειν ἐδει ἡμας
9999077 σαρκωδη
κλειτοριζειν το ψηλαφαν την κλειτοριδα . τα δ ' ἑκατερωθεν σαρκωδη μυρτοχειλιδες ἠ κρημνοι ἠ πτερυγωματα . παρασταται δ '
και νευρα και ὀστα και ὑμενας : ὁσα μεν γαρ σαρκωδη την ἰδεαν ἐστι , ἐξ αἱματος ἐγενετο , τα
9999077 ἐθελω
ἑν μονον προσλαβων , συγχωρω : γηρασκων γαρ πολλα διδασκεσθαι ἐθελω ὑπο χρηστων μονον . τουτο γαρ μοι συγχωρειτω ,
μυθος ἐγενετο , ἐν αὐτοις εὑρων τοις Αἰσωπειοις ἀθυρμασιν , ἐθελω και προς ὑμας διηγησασθαι . ὁ Ἀπολλων ἐπειδαν εἰς
9999076 Καππαδοκιᾳ
μεχρι του Ταυρου συνυφανουμεν τα παραλληλα τῳ Ποντῳ και τῃ Καππαδοκιᾳ : τοιαυτην γαρ τινα ὑπογραφει ταξιν και μερισμον ἡ
και ἐστιν οὑτος δευτερος κατα τιμην [ ἐν ] τῃ Καππαδοκιᾳ μετα τον βασιλεα : ὡς δ ' ἐπι το
9999076 Τηλεμαχοιο
. δια δε του ι ἐπι δυναμεως : „ ἰς Τηλεμαχοιο „ . εἰσασθαι ιʹ : ὁμοιωθηναι . φανηναι .
βιης Ἐτεοκληειης [ Δ ] , ὁπου δε ἱερη ἰς Τηλεμαχοιο [ . . π ] , ἐφ ' οὑ
9999075 ῥᾳθυμιᾳ
καταφρονων του πραγματος ὡς παιδαριωδους , χρωμενος τε τῃ συνηθει ῥᾳθυμιᾳ , αὐτος μεν οἰκοι μενει , πεμπει δε ἑνα
εἰωθεν ἡ κλινη λογους . Οὐκ ἐστιν ὠ ματαιε συν ῥᾳθυμιᾳ τα των πονουντων μη πονησαντας λαβειν . Ὁ Πειραιευς
9999075 κυριευσῃ
κατα το λογικον , θυμικον και ἐπιθυμητικον . ὁταν οὐν κυριευσῃ το λογικον του θυμικου και ἐπιθυμητικου , τοτε εὐρυθμως
. ἐαν δε ὁ γαμοστολος γενηται προς Κρονον και αὐτος κυριευσῃ του δαιμονος ἠ Ἀρης , ἀγαμοι μενουσιν . ἐαν
9999074 Ἐνυαλιῳ
δ ' ἐπ ' Ἰδομενευς και ὀπαων Ἰδομενηος Μηριονης ἀταλαντος Ἐνυαλιῳ ἀνδρειφοντῃ , τοισι δ ' ἐπ ' Εὐρυπυλος Εὐαιμονος
τα της Θρᾳκης χωρια , ὁπου τα οἰκια ἠν τῳ Ἐνυαλιῳ , ἠθελε ξενισθηναι : ὁ δε οὐκ ἠθελε δεχεσθαι
9999073 Φρυγιᾳ
ἀγαθον . Πρωτον δε φασιν Ῥεαν ἡσθεισαν τῃ τεχνῃ ἐν Φρυγιᾳ μεν τους Κορυβαντας , ἐν Κρητῃ δε τους Κουρητας
ὁτε δη και ἐθητευσεν ἐν Θετταλιᾳ παρα Ἀδμητῳ και ἐν Φρυγιᾳ παρα Λαομεδοντι , παρα τουτῳ μεν γε οὐ μονος
9999073 Συμποσιῳ
δειλων ἐπι δαιτας ἰασιν . Και ὁ Πλατων ἐν τῳ Συμποσιῳ οὑτως αὐτῃ ἐχρησατο . Ἁλων δε φορτος ἐνθεν ἠλθεν
ἑκαστου βουλοιτο . ὁ δε Πλατων και ἀφειδεστερον ἐν τῳ Συμποσιῳ καταχρησαμενος τῳ του Ἀγαθωνος προσωπῳ ὡς ποιητου τῃ παραπλοκῃ
9999071 ἠλπισε
, θαυμαστης δε της ῥωμης , ὁστις ταυτα πρωτος πεισειν ἠλπισε και οὐκ ἀπεγνω πραγμα τοσουτον : θαυμαστης δε και
γε ὁ μεν τυχων ἐπι του κατορθωσαντος και ἐπιτυχοντος ὁ ἠλπισε λεγεται , ὁ δε ὑπονοησας ἐπι του προαισθομενου το
9999071 Ὀλυμπιᾳ
τω χειρε , τεκτονικος ἐσται , και ὁτῳ νικην ἐν Ὀλυμπιᾳ δρομου ἀρασθαι , οὑτος , οὐδ ' εἰ πηρωθειη
ἀποστλεγγιζειν ἀλειψαντα . εἰσι δε οἱ φασιν ὡς γυμναστης ἐν Ὀλυμπιᾳ τεθηγμενῃ τῃ στλεγγιδι τον ἀθλητην ἀπεκτεινε μη καρτερησαντα ὑπερ
9999069 Φοινικῃ
οὑ και ξοανον εἰναι μαλα σεβασμιον και ναον ζυγοφορουμενον ἐν Φοινικῃ : παρα δε Βυβλιοις ἐξαιρετως θεων ὁ μεγιστος ὀνομαζεται
κερδος ἐν δικαστηριοις οὑτοσι Παλλαδιος . διαφυγων μεν τας ἐν Φοινικῃ χορειας , τῳ πονειν δε ἡσθεις πλεον ἠ τῳ
9999068 φαυλῳ
, οὐδενος γαρ τουτων ὁ τελειος δειται , τῳ δε φαυλῳ προσταξεως και ἀπαγορευσεως χρεια , τῳ δε νηπιῳ παραινεσεως
. ἡ γαρ γνωσις του τελους ὡσαυτως ἐστι και τῳ φαυλῳ και τῳ σπουδαιῳ , εἰτε ἀπο της ἑξεως γινωσκεται
9999067 ὀξυμελι
ἡπαρ δια των ἐκφραττοντων . καλλιστον δ ' ἐστι το ὀξυμελι και το ἁπλουστερον δια τριων πεπερεων . πινειν δε
της γλυκυρριζης και της ἰρεως και της τηλεως και το ὀξυμελι πλεον παντων ῥευματιζει : ἐχει γαρ τι και ξυστικον
9999066 Ἰονιῳ
του Εὐηνιου ἀνδρος Ἀπολλωνιητεω , Ἀπολλωνιης δε της ἐν τῳ Ἰονιῳ κολπῳ , του τον πατερα κατελαβε [ Εὐηνιον ]
Ἀθηναιων εὐνοιᾳ ξυμμαχοι ὀντες ἐπεκουρησαν . και οἱδε μεν τῳ Ἰονιῳ κολπῳ ὁριζομενοι : Ἰταλιωτων δε Θουριοι και Μεταποντιοι ἐν
9999065 φορᾳ
Πυθαγορας , τῃ κατα ταὐτα τεταγμενῃ ἁπλῃ και ὁμαλῃ αὐτων φορᾳ κατα συμβεβηκος ἐπιγινομενης τινος ποικιλης και ἀνωμαλου κινησεως .
συνελθουσα τῳ Ὀρθῳ , ἠτοι τῃ των ὑδατων κατα - φορᾳ και τῃ των νεφων και των βροντων διεγερσει .
9999063 κηλιδα
, το δε αὐτῳ ἀνθρωπῳ πολλακις εἰς ἁπαντα τον χρονον κηλιδα περιαπτει : και το μεν ἰατρον ἐχει το ὑδωρ
τις αὐτου το αἰσχροεπες και το κακορρημον ἀφελοι και οἱονει κηλιδα ἀπορρυψειεν , ὁ Πυθιος ἠλεει , τεθνεωτα και ταυτα
9999062 ἁψιδα
αἰθερ ' εἰσβαλων : κρασιν γαρ ὑγραν οὐκ ἐχων , ἁψιδα σην κατω διησει . . . . . .
και ποθου βελτιονος , ὑφ ' οὑ προς την ἀκραν ἁψιδα παραπεμφθεις των νοητων ἐπ ' αὐτον ἰεναι δοκει τον
9999061 τυχῃς
Δικαιον εὐ πραττοντα μεμνησθαι θεου . Δικαιος ἰσθι ἱνα δικαιων τυχῃς . Δυναται το πλουτειν και φιλανθρωπους ποιειν . Δις
ἀγαθου τε σοι γιγνηται συλληπτωρ και , ἀν τι σφαλλομενος τυχῃς , εὐνοϊκως ἐγγυθεν βοηθῃ σοι ; Ἐγωγε , ἐφη
9999061 πικραϲ
. το δε γιγγιδιον ὁμοιον ἐϲτι τῳ ϲκανδικι ϲτυφουϲηϲ και πικραϲ οὐκ ὀλιγηϲ μετεχον ποιοτητοϲ : ἐϲτι δε και εὐϲτομαχον
ϲυνθετον ἐχετωϲαν δυναμιν ἐκ τε τηϲ χαλαϲτικηϲ και λεπτομερουϲ και πικραϲ και τηϲ ϲτυφουϲηϲ . Τοιϲ μεν κριτικωϲ γιγνομενοιϲ ῥιγεϲιν
9999061 Πελοπι
' ἀν ἠ αὐτων Ἠλειων ἠ ξενων του θυομενου τῳ Πελοπι ἱερειου φαγῃ των κρεων , οὐκ ἐστιν οἱ ἐσελθειν
διατι ὡσπερ ἐπι της δοτικης των ἑνικων της θωρακι και Πελοπι του ς προσελθοντος κρασις παρηκολουθησε του κ και ς
9999057 ἐθνεα
χαλκουν εἰς την ἀκροπολιν ἀνεθεσαν τοδε το ἐλεγειον ἐπιγραψαντες , ἐθνεα Βοιωτων και Χαλκιδεων δαμασαντες παιδες Ἀθηναιων ἐργμασιν ἐν πολεμου
γαρ ἡ παλαι Αἰολιωτις Κυμη ἐκτιζετο συνηλθον ἐν ταὐτῳ παντοδαπα ἐθνεα Ἑλληνικα , και δη και ἐκ Μαγνησιης ἀλλοι τε
9999054 γλευκινῳ
θαλποντων οἱον ἐϲτι το ἀνηθινον ἠ κικινον : μυροιϲ δε γλευκινῳ ἠ ϲουϲινῳ ἠ ἰρινῳ ἠ ἀμαρακινῳ , τροφαιϲ δε
Ψυλλος ὁ ἐν τοις αἰγιαλοις εὑρισκομενος ἑψηθεις ἐν ῥοδινῳ ἠ γλευκινῳ ὠταλγιαις ὠφελει . ψυλλους δε θαλασσιους ἐαν ζεσῃς ἐν
9999054 Ὁμηρῳ
του τοιουτου ῥηματος και ὁ λαοσσοος και το παρ ' Ὁμηρῳ σοος οἱονει ζων και κινουμενος . σουσθε κανονιζεται σευω
κατηγορει Εὐριπιδου , κακως λεγων αὐτον ἐξειληφεναι το παρ ' Ὁμηρῳ λεχθεν : ἠ τις Ἀχαιων ῥιψει χειρος ἑλων ἀπο
9999052 ἡλιῳ
ἰσως ἐξηρκει : περι γαρ μονης ταυτης των ὑφ ' ἡλιῳ πολεων ἠρισαν και καταλαμβανουσι την ἀκροπολιν ὡσπερ ἐπι μοναρχιᾳ
λυθηναι ψυξαϲ ἐπιπαϲϲε θειου ἀπυρου # α και καταχριε ἐν ἡλιῳ ἠ ἐν βαλανειῳ . τινεϲ ἁμα τῃ ῥοδοδαφνῃ και
9999050 ἀοιδα
, πολλα δε κˈνισᾳ : λυρα δε σφι βˈρεμεται και ἀοιδα : και ξενιου Διος ἀσκειται θεμις αἰεναοις ἐν τραπεζαις
[ ] Πριν ? ⌊ μεν ἑρπε σχοινοτενεια τ ' ἀοιδα διθυραμβων ? ? ? ⌊ και το σαν ?
9999049 Σοφοκλεα
ποιησαι τα μελη και την διαθεσιν Εὐριπιδην ἐν Μηδειᾳ και Σοφοκλεα τον Οἰδιπουν . . Φ . , : ἐνθα
ἠν : ὁθεν Ξενοφανης κιμβικα αὐτον προσαγορευει . Γ και Σοφοκλεα και Σιμωνιδην διεσυρεν ὡς μικρολογους . μηποτε ἐδοκει Γ
9999048 Οἰδιποδι
Ἀντιγονῃ παρεσχε , δια δε του φευγειν τῳ ἐπι Κολωνῳ Οἰδιποδι . ὡς βουλονται γαρ οἰκονομουσι τα δραματα : την
ὀνειδος : περι της Σφιγγος φησιν , ἐξ ἡς τῳ Οἰδιποδι προσεγενετο τῃ οἰκειᾳ συμμιγηναι μητρι ἀναιρησαντι ταυτην τῃ εὑρεσει
9999047 φορη
ἠν δε ἐπιταϲιν ἰϲχῃ ὁ εἰλεοϲ , παντων ἀνω ἡ φορη , πνευματων , φλεγματοϲ , χοληϲ : ἐμουϲι γουν
και το παγερον ἰϲχει . ἠν μεν ὠν ξυνεπειγῃ ἡ φορη , ἁπαξ τηϲ ἡμερηϲ προ τηϲ προϲαρϲιοϲ δοτεον :
9999046 δα
ὁ λοιπος πεντε δα των ηων : τα δε πεντε δα των ηων δεκα ὀγδοα εἰσι . . Ἐαν τε
καθως ἐν τοις ἑξης εἰρησεται , ὡς τα μεν εἰς δα παρακειμενα τοις εἰς δον ὀξυνεται , τα τε ὁμοφωνουντα
9999044 Πατροκλῳ
οὐν λεγεσθαι , ὁτι χρησθαι αὐτοις μελλει εἰς τον ἐπι Πατροκλῳ ἀγωνα προς τα ἐναντια τοις τραυμασιν ἀγωνισματα . ὑπεξαιρουμενος
: ὁ ἀστερισκος , ὁτι ἐντευθεν μετενηνεκται εἰς τον ἐπι Πατροκλῳ ἀγωνα ἐπ ' Ὀδυσσεως τρεχοντος . . . Ν
9999044 Σικυωνιῳ
αὐτῳ λεγεται την παλην καθα δη και το παγκρατιον τῳ Σικυωνιῳ Σωστρατῳ : και γαρ τον Λεοντισκον καταβαλειν μεν οὐκ
λαμβανομενον ὠφελει , ταυτα και κατα του δερματος ἐπιτιθεμενον ἁμα Σικυωνιῳ ἠ παλαιῳ ἐλαιῳ . τα δε πλειονος θερμοτητος δεομενα
9999043 Ταναγρᾳ
των Καρικων λογῳ . Δηλιον , πολιχνιον Βοιωτιας ἐν τῃ Ταναγρᾳ και ἱερον Ἀπολλωνος . το ἐθνικον Δηλιευς ὡς Σουνιευς
ἐπι τε Κυπρον και Αἰγυπτον ἐλθοντων . περι των ἐν Ταναγρᾳ μαχεσαμενων . Ταναγρᾳ . πολις της Βοιωτιας . περι

Back