, πολλα δε κˈνισᾳ : λυρα δε σφι βˈρεμεται και ἀοιδα : και ξενιου Διος ἀσκειται θεμις αἰεναοις ἐν τραπεζαις
[ ] Πριν ? ⌊ μεν ἑρπε σχοινοτενεια τ ' ἀοιδα διθυραμβων ? ? ? ⌊ και το σαν ?
9999776 Ὀλυμπιᾳ
τω χειρε , τεκτονικος ἐσται , και ὁτῳ νικην ἐν Ὀλυμπιᾳ δρομου ἀρασθαι , οὑτος , οὐδ ' εἰ πηρωθειη
ἀποστλεγγιζειν ἀλειψαντα . εἰσι δε οἱ φασιν ὡς γυμναστης ἐν Ὀλυμπιᾳ τεθηγμενῃ τῃ στλεγγιδι τον ἀθλητην ἀπεκτεινε μη καρτερησαντα ὑπερ
9999735 ἐτολμησε
Γλυκεραν . ἐν Ῥωσῳ δε και εἰκονα χαλκην αὐτης στησαι ἐτολμησε . Λυσιας δε ἐν τῳ προς Λαιδα φησι :
Δι ' ὁ και τοσουτων γενομενων των συσταντων , οὐδεις ἐτολμησε καταμηνυσαι την πραξιν . Φασι δε τινες ὀλιγον προ
9999728 δριμυτητοϲ
ἐχον κραϲιν . Πολυγονατον μικτον ἐϲτιν ἐκ ϲτυψεωϲ τε και δριμυτητοϲ και πικροτητοϲ και τινοϲ ἀηδιαϲ ἀρρητου : διοπερ οὐδε
ϲυμβαινει τιϲιν , ἀλλα και διαβρωθεντοϲ ὑπο τηϲ των ἰχωρων δριμυτητοϲ ἐνιοτε του δερματοϲ ἑλκωϲιν γενεϲθαι . καταντλειν οὐν ὑδατοϲ
9999728 Μιδα
πεπονθος ; Ἐστι μεν τουτο τοδε Χαλκη παρθενος εἰμι , Μιδα δ ' ἐπι σηματι κειμαι . ὀφρ ' ἀν
ἐπι Μιδᾳ τουτον φασι ποιησαι : χαλκη παρθενος εἰμι , Μιδα δ ' ἐπι σηματι κειμαι . ἐστ ' ἀν
9999726 κληρῳ
εὐ μαλα . των δε τις ἐκ της βουλης ἁρμοζοντων κληρῳ την Ἑλλαδα και πεπιστευμενων την ἀρχην ἑνος ἐτους ,
τον ἀξιον δεσμου δια κακουργιαν . δυσκληρος : ὁ ἐν κληρῳ δυστυχης . ὁ δε ἐναντιος εὐκληρος . διασειεσθαι προς
9999725 ὀρνεα
ὀψε βοωντε κολοιοι , και σπινος ἠῳα σπιζων , και ὀρνεα παντα ἐκ πελαγους φευγοντα , και ὀρχιλος ἠ και
Δια κἀκεινος Ἡραν . Ζευς δε ἀγανακτησας μετεβαλεν αὐτους εἰς ὀρνεα χωρις ἀλληλων βιουντα , ἐκληθη δε ἡ μεν Ἀλκυονη
9999722 Αἰγοκερῳ
τοιουτος ἐτραχηλοκοπηθη . Ἀλλη . Ἡλιος Ἑρμης Ἀρης Ζευς Ἀφροδιτη Αἰγοκερῳ , Σεληνη Ὑδροχοῳ , Κρονος Ταυρῳ , ὡροσκοπος Κριῳ
Κριῳ την αʹ βʹ εἰσενεγκας εὑρον Λεοντα : τουτον ἐν Αἰγοκερῳ εὑρον περι μοιρας ιʹ ιαʹ . τα μεταξυ σελιδια
9999716 Κολοφωνι
υἱε Μελητος Ὁμηρε , συ γαρ κλεος Ἑλλαδι πασῃ και Κολοφωνι πατρῃ θηκας ἐς ἀιδιον , και τασδ ' ἀντιθεῳ
, ὁν λεγει , Ἀπολλωνος υἱον και Μαντους , ἐν Κολοφωνι της Ἀσιας ᾠκει ἠ κατα τινας ἐν Κιλικιᾳ ,
9999714 Μελεαγρῳ
γαμηθεισα κατεφρονησε της Ἀρτεμιδος . αὑτη δε ἐστιν ἡ συγκυνηγησασα Μελεαγρῳ : ἡ κατα τα ὀρη , ὁ ἐστιν ἡ
τους Κλεομενους του Ῥηγινου διθυραμβους , ὡν ἐν τῳ ἐπιγραφομενῳ Μελεαγρῳ τουτο ἱστορηται . οὐκ ἀγνοω δ ' ὁτι οἱ
9999713 Μελικερτῃ
δελφινος ὡς λεγεται του παιδος , τιμαι και ἀλλαι τῳ Μελικερτῃ διδονται μετονομασθεντι Παλαιμονι και των Ἰσθμιων ἐπ ' αὐτῳ
μανεις Λεαρχον τοξευει , Ἰνω δε συν Παλαιμονι τῳ και Μελικερτῃ ἡλατο εἰς την θαλασσαν , Ἀθαμας δ ' ἐκπεσων
9999711 ἐθνεα
χαλκουν εἰς την ἀκροπολιν ἀνεθεσαν τοδε το ἐλεγειον ἐπιγραψαντες , ἐθνεα Βοιωτων και Χαλκιδεων δαμασαντες παιδες Ἀθηναιων ἐργμασιν ἐν πολεμου
γαρ ἡ παλαι Αἰολιωτις Κυμη ἐκτιζετο συνηλθον ἐν ταὐτῳ παντοδαπα ἐθνεα Ἑλληνικα , και δη και ἐκ Μαγνησιης ἀλλοι τε
9999710 χλανιδα
' ἡμων ; Εὐ γε μεντἀν διετεθην . Ἀλλα γαμικην χλανιδα δοτω τις δευρο μοι . Ἐστι δ ' ἐν
το ἐνοχλειν , ὡς Μενανδρος ἐν Ἡνιοχῳ . χλαιναν και χλανιδα διαφερειν φησι Τρυφων ἐν τῳ πεμπτῳ Περι Ἑλληνισμου και
9999710 ἐδηλωσε
φησειε : την γαρ δουλειαν φευγοντες εὐκλεα θανατον αἱρουνται . ἐδηλωσε δ ' ἡ τουτων των ἀνδρων ἀρετη : μονοι
ἡμων γνωσεως . Ὁτι δε γνωστον αὐτο τιθεται , σαφως ἐδηλωσε , μεγιστον αὐτο μαθημα καλεσας , και ἐν Σοφιστῃ
9999704 ἐτειχισε
κατελαβετο το χωριον , και φθασας την ἐφοδον των Βοιωτων ἐτειχισε το Δηλιον . τουτο δε το χωριον κειται μεν
Φοινικες ἐσχον οἱ μετα Καδμου . ὁς την τε Καδμειαν ἐτειχισε και την ἀρχην τοις ἐκγονοις ἀπελιπεν . ἐκεινοι δε
9999703 Κρητικῳ
μεμφομαι της ἐξουσιας . Κρητικῳ μειρακιῳ αἰσχρον ἐραστον εἰναι , Κρητικῳ νεανισκῳ αἰσχρον προσαψασθαι παιδικων . Ὠ νομου κεκραμενου καλως
και το νοτιον πελαγει κλυζεται τῳ τε Μυρτῳῳ και τῳ Κρητικῳ : νησιδια δε περικειται πολλα μεν προς τῃ ἠπειρῳ
9999702 ἐθυσε
ὁσοι ἐγκατεληφθησαν μαλιστα ἐς τρισμυριους . Ἀλεξανδρος δε τῳ Ἡρακλει ἐθυσε τε και πομπην ἐστειλε ξυν τῃ δυναμει ὡπλισμενῃ :
πανυ δε τουτο καινοπρεπες και ἰδια τις συνταξις τα Λυκαια ἐθυσε . τῳ γαρ ὀνοματι της ἑορτης οὑτω κεχρηται ὡς
9999702 ὀλιγῳ
αὐτων ἀνασχησει : ὡς και μεγας και πολλος ἐγενεο ἐν ὀλιγῳ χρονῳ , οὑτω και ταπεινος ὀπισω κατα ταχος ἐσεαι
μεθυσκεσθω , μηδε ὁταν ἀρξηται ἁπαξ ῥειν : πινετω μεντοι ὀλιγῳ πλειονα τον οἰνον ἐπι σιτιῳ , ὁκως ἀν ῥεῃ
9999694 ἑβδομαδα
, ἐκ των προληψεων συμπληρουσθαι μεν λεγεται κατα την πρωτην ἑβδομαδα . τουτο γαρ ἐστι νοημα φαντασιας , διανοια λογικου
ἑβδομῳ , δια πολλα : πρωτον μεν , ἱνα την ἑβδομαδα τιμησῃ κατα παντας χρονους ἡμερων και μηνων και ἐνιαυτων
9999693 ξηρῳ
τον δε ἀκοντιαν χερσυδρον εἰναι φασι , χρονου δε ἐν ξηρῳ ποιεισθαι την διατριβην πολλου και ἐλλοχαν ζῳον παν .
μελανοφθαλμους , τῃ δε κρασει το μαλλον ἐχοντας ἐν τῳ ξηρῳ και ψυχρῳ . Ὁ δε του Διος οἰκοδεσποτησας τους
9999693 Ἀτθιδα
μυησιν , και ἱεροφαντην γεγονοτα . : Οἱτε δη την Ἀτθιδα συγγραψαντες , πολλα διαφωνουντες , τουτο γε ὁμολογουσιν ,
προς τους Ἑλληνας στρατειας ; μετακεκομισται δ ' εἰς την Ἀτθιδα διαλεκτον ἡ λεξις : Ἀνδρες Περσαι , οὐτ '
9999689 νοησῃ
βραδυς . ἐρωην : ὁρμην . Σπιλαδεσσι : πετραις . νοησῃ : μαθῃ , ἰδῃ , θεασῃ . Αὑτως :
, ὁς τ ' ἐπι πολλην γαιαν ἐληλουθως φρεσι πευκαλιμῃσι νοησῃ ἐνθ ' εἰην ἠ ἐνθα , μενοινηῃσι τε πολλα
9999686 Καρχηδονι
των δ ' ἐχθρων Συφακα μεν αἰχμαλωτον ἑλειν αὐτοχειρι , Καρχηδονι δ ' αἰτιον της ἀναστασεως γενεσθαι , παμπαν ἀσθενη
Φοινικουσσαι : δυο νησοι ἐν τωι Λιβυκωι κολπωι προς τηι Καρχηδονι , ὡς Ἑκαταιος Περιηγησει Λιβυης . . Κυβος :
9999685 ἀσπιδι
δε κοσμος τουτ ' ἐστι μοι . Ὡς ἡρως ἐν ἀσπιδι ξενισαι βουλομαι : λε - γεται ἐπι των τους
μετεωρου και αὐτικα διεπερονησε τον ἀνδρα διαμπαξ αὐτῳ θωρακι και ἀσπιδι : οὑτω δη τι δυναμει τε των πολλων περιην
9999680 κολπῳ
. Ϙδ ι ∠ ʹ : ἐν δε τῳ Περσικῳ κολπῳ Ἀπφανα νησος , ἡτις ἐπεχει μοιρ . πα γʹ
δυσεθ ' ἁλος κατα κυμα , Θετις δ ' ὑπεδεξατο κολπῳ δειδιοτα . Μαινομενον μεν εἰρηκεν ἀντι Διονυσου τον οἰνον
9999679 ὀλιγη
και ϲκληρα τον ὀγκον καταϲτελλει του ϲωματοϲ , ἡ δε ὀλιγη και μαλθακη το ἀναπαλιν εἰϲ ὀγκον ἐπαιρει . αἱ
μεν γαρ λεγεται εἰναι χρησις ψυχης , βιος δε † ὀλιγη † ζωη . βιος ζωης διαφερει . βιος μεν
9999679 κηλιδα
, το δε αὐτῳ ἀνθρωπῳ πολλακις εἰς ἁπαντα τον χρονον κηλιδα περιαπτει : και το μεν ἰατρον ἐχει το ὑδωρ
τις αὐτου το αἰσχροεπες και το κακορρημον ἀφελοι και οἱονει κηλιδα ἀπορρυψειεν , ὁ Πυθιος ἠλεει , τεθνεωτα και ταυτα
9999677 πιμεληϲ
ὑγροτητα ϲηπει και διαφθειρει , τῳ χρονῳ δε και τηϲ πιμεληϲ και τηϲ ϲαρκοϲ και αὐτων των ϲτερεων ϲωματων καθαπτεται
ζῳων κραϲιν , ἀει ταϲ διαφοραϲ τηϲ ἐν αὐτοιϲ γιγνεϲθαι πιμεληϲ ἠ ϲτεατοϲ και το μεν ἀρρεν του θηλεοϲ ἀει
9999677 ἐθαρρησε
αἱπερ ἠσαν ἀρισται πολεις των ταυτῃ , Πυθεας δ ' ἐθαρρησε τοσαυτα ψευσασθαι . των δε Σαντονων πολις ἐστι Μεδιολανιον
ὑφ ' ἁπαντων ὠψαι . καιτοι ὁστις χιλιων πολιτων ἀποθανοντων ἐθαρρησε , τι οὑτος παθειν ὑπο των ζωντων δικαιος ἐστιν
9999673 κινηϲεωϲ
ϲφυγμῳ ἀνωμαλια γιγνεται διττη , ὁτε μεν ϲυνεχουϲ μενουϲηϲ τηϲ κινηϲεωϲ και κατα τιναϲ μεν δακτυλουϲ ταχυτερον κινουμενηϲ τηϲ ἀρτηριαϲ
οὐν ἐπι των γεροντικων ϲωματων ὁμαλωϲ ψυχρων πλειων ὁ τηϲ κινηϲεωϲ ἐϲτι χρονοϲ του τηϲ ἠρεμιαϲ . ἰϲτεον δε την
9999670 ἀσαφη
δια πεπασμον και δια λυσιν και ἀραιωσιν . Προς το ἀσαφη εἰναι τουτον τον λογον , ταχα και ψευδης .
ἐστι δ ' ὁτε σαφη μεν την ἑτεραν αὐτων , ἀσαφη δε την ἑτεραν . ὁταν οὐν , ἀφανεστερας οὐσης
9999669 φορᾳ
Πυθαγορας , τῃ κατα ταὐτα τεταγμενῃ ἁπλῃ και ὁμαλῃ αὐτων φορᾳ κατα συμβεβηκος ἐπιγινομενης τινος ποικιλης και ἀνωμαλου κινησεως .
συνελθουσα τῳ Ὀρθῳ , ἠτοι τῃ των ὑδατων κατα - φορᾳ και τῃ των νεφων και των βροντων διεγερσει .
9999668 φαυλῳ
, οὐδενος γαρ τουτων ὁ τελειος δειται , τῳ δε φαυλῳ προσταξεως και ἀπαγορευσεως χρεια , τῳ δε νηπιῳ παραινεσεως
. ἡ γαρ γνωσις του τελους ὡσαυτως ἐστι και τῳ φαυλῳ και τῳ σπουδαιῳ , εἰτε ἀπο της ἑξεως γινωσκεται
9999666 ἀφῃρησθω
λοιπος ἀρτιος ἐσται . Ἀπο γαρ ἀρτιου του ΑΒ ἀρτιος ἀφῃρησθω ὁ ΒΓ : λεγω , ὁτι ὁ λοιπος ὁ
ΚΓ ἐκβεβλησθω ἐπι το Μ , και τῃ ΕΗ ἰση ἀφῃρησθω ἡ ΒΝ : ἐσται οὐν ἡ ΑΗ , τουτεστιν
9999666 ἁψιδα
αἰθερ ' εἰσβαλων : κρασιν γαρ ὑγραν οὐκ ἐχων , ἁψιδα σην κατω διησει . . . . . .
και ποθου βελτιονος , ὑφ ' οὑ προς την ἀκραν ἁψιδα παραπεμφθεις των νοητων ἐπ ' αὐτον ἰεναι δοκει τον
9999665 ἀδικῳ
προτρεποντα . ὁθεν ῥητεον : τον ὁμνυντα ματην ἐπ ' ἀδικῳ θεος ὁ την φυσιν ἱλεως οὐποτε της αἰτιας ἀπαλλαξει
, οἱον το καλον τῳ αἰσχρῳ ἐναντιον που και δικαιον ἀδικῳ , και ἀλλα δη μυρια οὑτως ἐχει . τουτο
9999664 ἀμπελῳ
φυτον χρη προσδεσμειν τῃ χαρακι . αὐτῃ δε τῃ τελειᾳ ἀμπελῳ ἑξαετει γενομενῃ την κλαδειαν εἰς ὠμους γʹ ἠ δʹ
καλα και πεπηρωμενης προς παντα τα θεας ἀξια , ἡν ἀμπελῳ παραβεβληκεν , οὐχι τῃ καρπων ἡμερων μητρι , ἀλλα
9999664 ἀξιῳ
ἀλλα και γεωμετριας ἑνεκα . εἰ δη οὐν τινι ἐνετυχες ἀξιῳ λογου , ἡδεως ἀν πυθοιμην . Και μην ,
ἀλλων ἀρετῃ διαπρεποντα . οὐκουν εὑρισκοντα οὐτε ἐκεινην ἀλλῳ περιβαλειν ἀξιῳ , οὐτε ἐκεινον ἐπαγαγειν ἀλλῃ , συναγαγειν ἀμφω εἰς
9999661 Ἀλκμανι
] . . . : Ἀανθα : εἰδος ἐνωτιου παρα Ἀλκμανι ἠ Ἀριστοφανει . . . , : Ἠ ποθεν
ἀρχεστατον „ , και το αἰδοιεστατον , ὡς παρ ' Ἀλκμανι , οἱον ” σιοισι κἀνθρωποισιν αἰδοιεστατοι ” , και
9999660 τυγχανῃ
ἀγαλλεται παρα πλανητας παντας Ἑρμου ἀστηρ ταχυτατος , ἀν ἐξαυγος τυγχανῃ : ἐπαν γαρ ἐκ των πλανητων και ἀλλος χρηματισῃ
: εὐνοια δ ' ἑκουσιος , μεχρι ἀν των δικαιων τυγχανῃ , διαρκεστατον ἐστι . Σκοπω δε κἀκεινο , εἰ
9999658 ἀεροϲ
ϲκληρα και πολυαιμοϲ και πυκνη και δυϲδιαφορητοϲ , καταϲταϲιϲ δε ἀεροϲ ὑγρα μαλλον . ἀντιπραττει δε τῃ φλεβοτομιᾳ παιδικη και
αὐταιϲ παντα , και μαλιϲτα ψυχροτερου γενομενου του περιεχοντοϲ ἡμαϲ ἀεροϲ . Πρωτον μεν οὐν προϲηκει τουϲ την ὀϲφρητικην δυναμιν
9999658 ἐθαυμαζε
δρυι καθιστατο καλαμος . ἡ μεν γαρ αὑτην της ἰσχυος ἐθαυμαζε και προς την των ἀνεμων ἀντεχειν ἠλαζονευετο μαχην ,
ὁ δημος ἐστρατευετο , οὐκ ἀν οὑτως ὑπερβαλλοντως τους στρατηγουντας ἐθαυμαζε . μετα ταυτα ἐπι δευτερον μερος της αὐτης ἐρχεται
9999657 ἐξελθῃ
: οὐ γαρ ἐστιν , ἐπην ἁπαξ ἐκ των μητρεων ἐξελθῃ , χρονος τῃ κοπρῳ ἐν τῃ κοιλιῃ τοσουτος ,
μαχομενων ἀνδρων δυο παταξῃ τις γυναικα ἐν γαστρι ἐχουσαν και ἐξελθῃ το παιδιον αὐτης μη ἐξεικονισμενον , ἐπιζημιον ζημιωθησεται :
9999657 ἀτμιδα
και ἀνθρακων διαπυρων , ἑως μηκετι πομφολυγιζῃ μηδε λιπαριαν ἠ ἀτμιδα ἀνιῃ . θρυπτεται δ ' εὐχερως μη κατακεκαυμενος .
, οἱον ἀλφιτων δεδευμενων ὑδατι ἠ ὀξυκρατῳ ἠ ἀρτῳ θερμῳ ἀτμιδα ἀνιεντι , ψηλαφιᾳ των ἀκρων χρωμενοι , καταπλαττοντες τε
9999657 Πελοπι
' ἀν ἠ αὐτων Ἠλειων ἠ ξενων του θυομενου τῳ Πελοπι ἱερειου φαγῃ των κρεων , οὐκ ἐστιν οἱ ἐσελθειν
διατι ὡσπερ ἐπι της δοτικης των ἑνικων της θωρακι και Πελοπι του ς προσελθοντος κρασις παρηκολουθησε του κ και ς
9999656 σκληρῳ
βουληται . Πως οὐν , ἐφασαν , δυνησονται παλαιειν ἐν σκληρῳ και δασει οὑτως ; ὁ δ ' εἰπε :
περιτεταμενον , και τουτοις μαρτυρησουσι τα ἐναντια : τῳ γαρ σκληρῳ ἀντικειται το μαλακον , τῳ περιτεταμενῳ το χαλαρον ,
9999655 Ἀρτεμι
κατα θυμον , Ἀρτεμιδι πρωτιστον ἐπευξατο δια γυναικων : “ Ἀρτεμι , ποτνα θεα , θυγατερ Διος , αἰθε μοι
γουνουμαι ς ' ἐλαφηβολε ξανθη παι Διος ἀγριων δεσποιν ' Ἀρτεμι θηρων : ἡ κου νυν ἐπι Ληθαιου δινηισι θρασυκαρδιων
9999651 ὀλιγηϲ
ἀναζεϲωϲιν . ὀποπαναξ ἐμβαλλεται πολυ ὑϲτερον ἀμμωνιακου , παντελωϲ δε ὀλιγηϲ ἑψηϲεωϲ χρῃζει : δει δε και τουτον προλεαινειν ϲυν
ποτιϲτεον . ἐπιμενουϲηϲ δε τηϲ ἐμφραξεωϲ ϲχιϲτῳ γαλακτι μετ ' ὀλιγηϲ ϲκαμμωνιαϲ ἠ ἀλοηϲ ἠ τινοϲ των καθαρτικων κενουν την
9999651 Ἐτεοκλεα
τοτε ὁλου του φορτου ἐκβολην ποιουνται . τουτο δε προς Ἐτεοκλεα . ἐκβολων δε των ὑβριστων , οἱον δι '
ὠν των ποιητων , την Ἰοκαστην εἰσαγει λεγουσαν προς τον Ἐτεοκλεα , παρακαλουσαν αὐτον ἀποστηναι του πλεονεκτειν τον ἀδελφον ,
9999649 χολωδεα
ἠν μεν γαρ ἐπιποληϲ ἐῃ , ἀνωθεν μεν λεπτα , χολωδεα , ἀνοϲμα , πλην ὁκοϲον ἀπ ' ἐντερων .
ἱδρωσε δι ' ὁλου : ἀπυ - ρος : διαχωρηματα χολωδεα : ἀποσιτος : κωματωδης . Εἰκοστῃ τεταρτῃ , ὑπεστρεψεν
9999648 κηρῳ
το της ὑποκειμενης αὐτῳ ὑλης εὐεικτον , ὁ δε κηροπλαστης κηρῳ και πηλῳ και τοις τοιουτοις χρωμενος ἡττον μεν ἐκεινου
τῳ μη ἀποκεισθαι τι ἐκ του ὁραματος , ὡσπερ ἐν κηρῳ μορφην . Μεμνησθαι δε δει , ὁτι και τας
9999648 Πρωτεα
και Εἰδοθεας ἀλληγορει , το μεν πρωτον και ἀρχικωτατον αἰτιον Πρωτεα καλων , την δε εἰς εἰδη τρεπομενην οὐσιαν Εἰδοθεαν
δε τουτων ὁ Θωνις πεμπει την ταχιστην ἐς Μεμφιν παρα Πρωτεα ἀγγελιην λεγουσαν ταδε : Ἡκει ξεινος , γενος μεν
9999646 μυρμηκα
λευκας ῥανιδας , ἀστερι ὁμοιον . Σωστρατος δε μυρμηκειον και μυρμηκα Ἡρακλεωτικον καλει , ὑπο δε των ἀλλων μυρμηκοειδες καλειται
φασιν εἰναι τι , και Λαερτην ὀνομα ἐχειν τονδε τον μυρμηκα τον προειρημενον : και σφηκας δε τινας ἐκαλουν Λαερτας
9999644 Ὁμηρῳ
του τοιουτου ῥηματος και ὁ λαοσσοος και το παρ ' Ὁμηρῳ σοος οἱονει ζων και κινουμενος . σουσθε κανονιζεται σευω
κατηγορει Εὐριπιδου , κακως λεγων αὐτον ἐξειληφεναι το παρ ' Ὁμηρῳ λεχθεν : ἠ τις Ἀχαιων ῥιψει χειρος ἑλων ἀπο
9999642 χαλκιτιϲ
και ἡ λεπιϲ αὐτου και το ἀνθοϲ και ἡ κεκαυμενη χαλκιτιϲ . εἰ δε πλυθειη τα τοιαυτα , ῥυπτικα μεν
γιγνεται και αὐτο πληϲιον του τοπου , ὁθεν μεταλλευεται μιϲυ χαλκιτιϲ τε και το ϲωρι , ὡϲτε ἐκ τουτων ἐπινοηϲαι
9999642 ἐθελω
ἑν μονον προσλαβων , συγχωρω : γηρασκων γαρ πολλα διδασκεσθαι ἐθελω ὑπο χρηστων μονον . τουτο γαρ μοι συγχωρειτω ,
μυθος ἐγενετο , ἐν αὐτοις εὑρων τοις Αἰσωπειοις ἀθυρμασιν , ἐθελω και προς ὑμας διηγησασθαι . ὁ Ἀπολλων ἐπειδαν εἰς
9999642 Καππαδοκιᾳ
μεχρι του Ταυρου συνυφανουμεν τα παραλληλα τῳ Ποντῳ και τῃ Καππαδοκιᾳ : τοιαυτην γαρ τινα ὑπογραφει ταξιν και μερισμον ἡ
και ἐστιν οὑτος δευτερος κατα τιμην [ ἐν ] τῃ Καππαδοκιᾳ μετα τον βασιλεα : ὡς δ ' ἐπι το
9999642 κομῃ
και μελανα . το δε δενδρον εὐμεγεθες ὀρθοφυες εὐρυθμον τῃ κομῃ : σχεδον γαρ ὡς ἐπι το πολυ στροβιλοειδες σχημα
εἰωθος , ἀνελθων ἐπι μεσης της πυρας ἐστη ἐστεφανωμενος καλαμου κομῃ . και ὁ μεν ἡλιος αὐτον προσεβαλλεν , ὁ
9999641 σιτιῳ
, και μεθ ' ἡμερην τῳ αὐτῳ οἰνῳ χρεεσθω ἐπι σιτιῳ . Και ὁδοιπορεετω της ἡμερης , ἑκατον πεντηκοντα σταδιους
δοκεῃ φλεγματωδης εἰναι , ἐμεετω νηστις τε και ξυν τῳ σιτιῳ , και ὡς τα πολλα ὑγιης ἐσται . Ἠν
9999638 Μαριῳ
ἐτυχε κατηγοριας δια την του παθοντος κακιαν . Ὁτι τῳ Μαριῳ τῳ υἱῳ Μαριου ὑπατευσαντι οὐκ ὀλιγοι και των κατα
ᾐτουν παρα του Μετελλου . ὡδε μεν δη και Σαυνιται Μαριῳ συνεμαχουν : Κλαυδιον δε Ἀππιον χιλιαρχον , τειχοφυλακουντα της
9999637 Ὀδυσσεα
τρυφερον κατακρημνιζει . και Ἀντινοος δ ' ὁ λεγων προς Ὀδυσσεα οἰνος σε τρωει μελιηδης αὐτος οὐκ ἀπειχετο του πωματος
τον μεν δη Ἀχιλλεα φησιν ἐπαξιως ὑμνησθαι , τον δε Ὀδυσσεα μειζονως . και ὁποσα δε Σθενελου τε και Παλαμηδους
9999635 κομμεωϲ
: ῥοαϲ ἀνθουϲ των κυτινων , χαλκανθου , ἀκακιαϲ , κομμεωϲ ἀνα ⋖ δ , ϲτιμμεωϲ , κηκιδοϲ ἀνα ⋖
ἀποκεκομμενοιϲ , βραγχιωϲιν , ἀναφορικοιϲ . τραγακανθηϲ ⋖ Ϛ , κομμεωϲ ⋖ Ϛ , ϲμυρνηϲ ⋖ α , λιβανου ⋖
9999632 δασεα
οὐκ ὀρθως καλεομενοι . Ἡ δε χωρη σφεων πασα ἐστι δασεα ἰδῃσι παντοιῃσι : ἐν δε τῃ ἰδῃ τῃ πλειστῃ
, τῃ χροᾳ δ ' ἐξερυθρα και μελανοτριχα και μετριως δασεα και εὐρειας ἐχοντα τας φλεβας . εἰ δ '
9999631 ἀδελφῳ
ᾐ και τουτοις εὐφραινεσθαι τῃ τε γυναικι και τῳ ταυτης ἀδελφῳ . και οὐκ ἀποχρη ταυτα , ἀλλ ' ἐπι
οὐδε ἐχρησμῳδησε πωποτε Ἀμαστριανῳ ἀνδρι . ὁποτε δε και ἐτολμησεν ἀδελφῳ συγκλητικου χρησμῳδησαι , καταγελαστως ἀπηλλαξεν , οὐχ εὑρων οὐτε
9999630 ἑστωσα
δοκειν τα ὀνοματα συνεθηκεν αὐτος ὁ Πολυγνωτος . Βρισηις δε ἑστωσα και Διομηδη τε ὑπερ αὐτης και Ἰφις προ ἀμφοτερων
φυσις ἠ ἑστωσα σῳζεται ἠ φερομενη : [ ἡ ] ἑστωσα μεν ἐξ ἀθανασιας , φερομενη δε ἐξ ἐπιγονης .
9999629 ἡσθη
ἡ φιλοφροσυνη , και ξενισμος : ὡς και Λιβανιος , ἡσθη , φησι , Φιλοστρατος ἐπι τῳ ξενισμῳ . Κρειττον
νικαν ψηφιζομενος ᾡ φησιν οὐχ ἡδεως ἐχειν . Ἀρ ' ἡσθη τις οὑτω ποτε γην μεν ὀρυττων ἐπ ' ἀλλῳ
9999629 χελωνῃ
. τῳ δε Ἀγαμεμνονι της Θερσιτου παῤῥησιας ἐλαττον ἐμελεν ἠ χελωνῃ μυιων . Χειρωνειον ἑλκος : ἠτοι ἀνηκεστον . Χθονια
τιν ' ἀλκην οὐδ ' ἀτην ἰσασι : θαλασσαιῃ δε χελωνῃ οὐ μαλα θαρσαλεος τις ἐν οἰδμασιν ἀντιβολησει . εἰσι
9999626 Ταρταρῳ
δυσφημον και τῳ Ἁιδῃ πλησιαζον , ὁ δε Ἁιδης τῳ Ταρταρῳ , εἰκαζοι ἀν τις ἀκουοντα περι Ταρτησσου τον Ταρταρον
ἐκρατησαν οἱ θεοι των Γιγαντων , Γη μαλλον χολωθεισα μιγνυται Ταρταρῳ , και γεννᾳ Τυφωνα ἐν Κιλικιᾳ , μεμιγμενην ἐχοντα
9999625 δακρυ
νεον σκοροδοιο ποθεισα . Και τε συ μηκωνος κεβληγονου ὁπποτε δακρυ πινωσιν , πεπυθοιο καθυπνεας : ἀμφι γαρ ἀκρα γυια
ἀκυρον ποιησῃ : οὐτ ' ὠχρησαντα χροα καλλιμον οὐτε παρειων δακρυ ' ὀμορξαμενον . και οὐ μονον ταυτα , ἀλλ
9999623 ἀμμῳ
ἐπιχεομενῃ τῳ ταφῳ , τῃ ἐπιχρωμενῃ τοις νεκροις , τῃ ἀμμῳ τῃ ὑγρᾳ . Μνησαμενος : μνησθεις , ἀναμνησθεις .
τῃ ἀφ ' αὑτου γενομενῃ μυξῃ , ὁ δε χελλων ἀμμῳ και ἰλυι . λεγεται δε και ὁτι τον γονον
9999622 Περσιδι
και Βιθυνιας περι τον Ῥυνδακα . ἐστι και ἀλλη ἐν Περσιδι . ὁ πολιτης Μιλητοπολιτης και το θηλυκον ἡ Μιλητοπολιτις
ἐσται λογιζομενος καθολικον το γυναικοπληθης ὁμιλος δια πασας τας ἐν Περσιδι γυναικας , ἠ προς το ἐσεται ὑποστιξον , ἱν
9999621 ὀλυμπιαδα
εἱλωτας , ἐπελαβεν ἀπο Λακεδαιμονιων ὑστερον ἀποστηναι κατα την ἐνατην ὀλυμπιαδα και ἑβδομηκοστην , ἡν Κορινθιος ἐνικα Ξενοφων , Ἀρχιμηδους
τοις ἀλλοις ; . ἠκμαζε δε και κατα την ἑξηκοστην ὀλυμπιαδα [ ] , και αὐτου το συστημα διεμενε μεχρι
9999620 ἀηθη
Διος τεχνης , ἑαυτῳ δε εἰργαζετο καινας ὁδους και πλουν ἀηθη , ἐδεδουλωτο δε πλατανῳ και ἐθαυμαζε το δενδρον .
ἀτμους ἀφελκεται , καμνοντα δε τα σωματα και δια την ἀηθη του περιεχοντος τροπην νοσουντα λοιμικοις παθεσιν ἀναλουται . Των
9999620 Σοφοκλεα
ποιησαι τα μελη και την διαθεσιν Εὐριπιδην ἐν Μηδειᾳ και Σοφοκλεα τον Οἰδιπουν . . Φ . , : ἐνθα
ἠν : ὁθεν Ξενοφανης κιμβικα αὐτον προσαγορευει . Γ και Σοφοκλεα και Σιμωνιδην διεσυρεν ὡς μικρολογους . μηποτε ἐδοκει Γ
9999617 σκωληκα
στειχει ] ἀναβλαστανει . Ξ ἰουλος σημαινει δʹ : τον σκωληκα ὁς ἐστιν μικρος και πολυπους περι τους τοιχους ἀνερχομενος
εἰ δε μη γε , ταυτα παντα συντριαινων ἀπολεσω . σκωληκα ταξαι χρηστηρια των γαρ τετραποδων οὐδεν ἀποκτεινειν ἐδει ἡμας
9999615 Κελτικῃ
κατεβαινεν και μικρον ἀναπαυ - σας προσεβαλλε Ταυρασιᾳ , πολει Κελτικῃ . κατα κρατος δ ' αὐτην ἐξελων τους μεν
Γραμμισιοι . εἰσι δε Γραμμιται [ και ] προς τῃ Κελτικῃ ἐθνος . Γραστιλλος , ἀρσενικως , πολις Μακεδονιας ,
9999613 λεαναϲ
ὀξει ἐν ξυλινῳ ϲκευει καταχριε . Ἀλλο . ϲπυραθουϲ αἰγοϲ λεαναϲ καταχριε και ἐπιδηϲον : τουτο ποιει πρωϊ και δειληϲ
μεγεθοϲ . ἀλλο : | ἐξεραμα κυνοϲ ἀραϲ ξηρανον και λεαναϲ θεϲ ἐν πυξιδι και χρω ὡϲ καλλιϲτῳ προϲ λυϲϲοδηκτουϲ
9999613 ἀριϲτολοχιαϲ
# α γϼ . η , γεντιανηϲ # α , ἀριϲτολοχιαϲ μακραϲ και ϲτρογγυληϲ ⋖ δ # ∠ ʹ ,
ἐχουϲηϲ , ἡν καλουϲι κοραλλιον , # ∠ ʹ , ἀριϲτολοχιαϲ μακραϲ # δ και ϲτρογγυληϲ # δ . ἡ
9999611 ἐφυλαξε
ἐχουσιν , ὁτι Πομπηιῳ κατ ' αὐτου συνεμαχουν , ὁμως ἐφυλαξε πλην της ἐν Κομανοις ἱερωσυνης , ἡν ἐς Λυκομηδην
! ! ! ! ! ] ! αδε ! ! ἐφυλαξε ! [ ! ! ] μηδεμτιπαρ ! ! [
9999611 Τροφωνιῳ
δε Ἀριστομενης ὡς ἐπανηκεν ἐκ Βοιωτιας εὑρων τε παρα τῳ Τροφωνιῳ και κομισαμενος την ἀσπιδα , αὐτικα ἐργων μειζονων ἡπτετο
γονυ και τον αὐχενα . . . και Κηφισοδωρος ἐν Τροφωνιῳ : ἐπειτ ' ἀλειφεσθαι πριω το σωμα μοι μυρον
9999610 Κλεανδρῳ
τε τοις κοθορνοις μετεωρισας . ἐχρησατο δε ὑποκριτῃ πρωτα μεν Κλεανδρῳ , ἐπειτα δε καθο δευτερον αὐτῳ προσηψε Μυωνισκον τον
. Ὡς δε και Ἱπποκρατεα τυραννευσαντα ἰσα ἐτεα τῳ ἀδελφεῳ Κλεανδρῳ κατελαβε ἀποθανειν προς πολι Ὑβλῃ , στρατευσαμενον ἐπι τους
9999610 ὑγροιϲ
τῳ οἰνελαιῳ ψυχρῳ , και ἐπιδηϲαντεϲ τῃ ἑξηϲ τουτοιϲ τοιϲ ὑγροιϲ ἐπιβρεξομεν . κατα δε την τριτην λυϲαντεϲ και περιϲπογγιϲαντεϲ
ξηραϲ κεκαυμενηϲ και ἀνηθου ῥιζηϲ . ἐκεινα μεν γαρ ἑλκεϲιν ὑγροιϲ τε ἁμα και χωριϲ φλεγμονηϲ τετυλωμενοιϲ ἁρμοττει και δια
9999610 Τηλεμαχοιο
. δια δε του ι ἐπι δυναμεως : „ ἰς Τηλεμαχοιο „ . εἰσασθαι ιʹ : ὁμοιωθηναι . φανηναι .
βιης Ἐτεοκληειης [ Δ ] , ὁπου δε ἱερη ἰς Τηλεμαχοιο [ . . π ] , ἐφ ' οὑ
9999607 φρισσω
ἰλλος : ἱππος : ἰννος : ὑῤῥας : μικκος : φρισσω : ψυλλος : σκυλλος : κυλλος : βιλλος :
. . , : φρικη και φριξ : παρα το φρισσω , οὑ μελλων φριξω , ἀφ ' οὑ φρικη
9999605 κυπρινῳ
του χυλου ἑωϲ γλοιωδουϲ ϲυϲταϲεωϲ και τα ξηρα λειου τῳ κυπρινῳ , την δε χαλβανην κοψον μετα του κηρου και
δυναμιοϲ , πρηϲϲειν . τῃ τριτῃ δε κηρωτην ξυν τῳ κυπρινῳ και πηγανινῳ τιθεναι . ἠν δε ἐτι καθαρϲιοϲ τα
9999605 ἑλμινθα
ὁμοιωϲ πινομενα , ἠ ὡϲ βουλει . την δε πλατειαν ἑλμινθα ἐκβαλλει μετ ' ὀξυμελιτοϲ πινομενα . και ἰκτερον δε
ἁπαν ἐκβαλλει ὁμοιως πινομενα ἑως βουλει . την δε πλατειαν ἑλμινθα ἐκβαλλει μετ ' ὀξυμελιτος πινομενα . και ἰκτερον και
9999605 ὀποπανακοϲ
λι . α ∠ ʹ , εὐφορβιου , τερεβινθινηϲ , ὀποπανακοϲ ἀνα # Ϛ , καϲτοριου # γ : των
Ἀντιοχου . Χαμαιδρυοϲ ἀγαρικου κολοκυνθιδοϲ ἐντεριωνηϲ ϲτοιχαδοϲ ἀνα ⋖ ι ὀποπανακοϲ ϲαγαπηνου πετροϲελινου ἀριϲτολοχιαϲ πεπερεωϲ λευκου ἀνα ⋖ ε κινναμωμου
9999605 ἐθελησῃς
μηκεθ ' οὑτως ὀχληρους καθιστασθαι . ἐαν μεν οὐν πολιτικως ἐθελησῃς στησαι , οὑτω στησεις την ἀξιωσιν : εἰ δε
, ἀσμενος ὑπομενω τα των νεωνητων , ἐαν το παιδιον ἐθελησῃς ἐασαι . ληψεται δ ' οὐκ αὐτος την χαριν
9999604 ὀξυμελι
ἡπαρ δια των ἐκφραττοντων . καλλιστον δ ' ἐστι το ὀξυμελι και το ἁπλουστερον δια τριων πεπερεων . πινειν δε
της γλυκυρριζης και της ἰρεως και της τηλεως και το ὀξυμελι πλεον παντων ῥευματιζει : ἐχει γαρ τι και ξυστικον
9999603 τιϲι
ὁ πονοϲ και ϲμικροϲ , ἀλλ ' οὐ διαλειπων : τιϲι δε ἐϲ περιοδον περιπλει , ὁκωϲ τοιϲι πυρεταινουϲι ἀμφημερι
τιϲι δε και κατα περιοδον τινα ἐπιπιπτει το παθοϲ , τιϲι δε ἁπαξ του ἐτουϲ , τιϲι δε δευτερον ἠ
9999601 ϲαρκα
των πτερων αὐτοφυη . Κοχλιοϲ χερϲαιοϲ . Ϲκληραν ἐχει την ϲαρκα και δια τουτο ἐϲθιομενοϲ δυϲπεπτοϲ γιγνεται . ὁ δε
δε τηϲ ἀδηλου διαπνοηϲ ἡϲϲον διαφορει καυτηριοιϲ παραπληϲιωϲ πυκνουϲα την ϲαρκα , οἱ δε καθημενοι ἠ ἑϲτηκοτεϲ ϲφοδροτερον ἐπικαιονται των
9999599 Ταναγρᾳ
των Καρικων λογῳ . Δηλιον , πολιχνιον Βοιωτιας ἐν τῃ Ταναγρᾳ και ἱερον Ἀπολλωνος . το ἐθνικον Δηλιευς ὡς Σουνιευς
ἐπι τε Κυπρον και Αἰγυπτον ἐλθοντων . περι των ἐν Ταναγρᾳ μαχεσαμενων . Ταναγρᾳ . πολις της Βοιωτιας . περι
9999596 Μιθριδατῃ
οὑτω μεν και Φιμβριας ἀπεθανε , πολλα την Ἀσιαν ἐπι Μιθριδατῃ λελυμασμενος . και αὐτον ὁ Συλλας ἐφηκε τοις ἀπελευθεροις
ἐφεισασθε . ἐφ ' οἱς ἐδοτε μεν τινα και αὐτῳ Μιθριδατῃ δικην , ἀπιστῳ τε ἐς ὑμας γενομενῳ και φονου
9999596 σκορδα
το καστοριον και το πλατυκυμινον και τα δαφνοκοκκα και τα σκορδα και το πηγανον ἀχρι τριων ἡμερων και μετα ταυτα
ηʹ , ἰρινου το ἀρκουν : τοις δε πενησιν ἀρκει σκορδα , θυμα , ὀριγανα , θυμβρα , ναπυ και
9999595 σορῳ
, ἐντειλαμενος τοις υἱοις αὐτου . και ἐθεντο αὐτον ἐν σορῳ , ἑως ὁτε ἀνενεγκαντες αὐτον ἐξ Αἰγυπτου ἐθαψαν ἐν
ἐγω δε ἐν ἐκεινοις οἱσπερ ἀρτι παραδους τον Κιμωνα τῃ σορῳ . Ἡγουμενος βουλεσθαι σε μηδεν των ἡμετερων ἀγνοειν ,
9999595 δυϲκραϲιαϲ
τα προϲ ταυτα ϲυνθετα των βοηθηματων . ψυχραϲ δε τηϲ δυϲκραϲιαϲ ὑπαρχουϲηϲ και δυϲλυτου του νοϲηματοϲ ὀλιγοϲιτια τε παραλαμβανεϲθω και
τε κωλικοιϲ και παραλυτικοιϲ θερμοτεραϲ ὡϲ μαλιϲτα και ὑγροτεραϲ αὐτα δυϲκραϲιαϲ καταλαβουϲηϲ , κἀντευθεν ἡ κινηϲιϲ παραποδιζεται . ἐφ '
9999592 κυριευσῃ
κατα το λογικον , θυμικον και ἐπιθυμητικον . ὁταν οὐν κυριευσῃ το λογικον του θυμικου και ἐπιθυμητικου , τοτε εὐρυθμως
. ἐαν δε ὁ γαμοστολος γενηται προς Κρονον και αὐτος κυριευσῃ του δαιμονος ἠ Ἀρης , ἀγαμοι μενουσιν . ἐαν
9999592 ϲτυρακοϲ
ἀνακοπτε και ὑπαλειφε τον ὁλμον . Προπολεωϲ # Ϛ , ϲτυρακοϲ # β , μαϲτιχηϲ # α , τερεβινθινηϲ #
κοϲτου ἀνα # Ϛʹ ἀμωμου φυλλου ναρδοϲταχυοϲ ἀνα # β ϲτυρακοϲ καρποβαλϲαμου ἀνα # γʹ ὀποβαλϲαμου # γʹ βραθυοϲ #
9999592 φρενι
οὐ συ φρονεις ὁποσα χρεων ἐστιν τον γε σοφῃ δοκιμον φρενι ποριμῳ τε τολμῃ ; Ἡ σχιζα γουν ἐνημμενη τον
, χρυσουνται οὑτω και νοονται , νουνται . Δ . φρενι θεια νουνται . . . , [ . .
9999590 Αὐλιδα
ὡσπερ και κειται „ οἱ θ ' Ὑριην ἐνεμοντο και Αὐλιδα ” ” οἱ δ ' „ Ἀργος τ '
και χθιζα τε και πρωιζ ' , ὁτ ' ἐς Αὐλιδα νηες Ἀχαιων ἠγερεθοντο κακα Πριαμῳ και Τρωσι φερουσαι .
9999589 ὀμβριῳ
εἰρηται , και την # τηϲ γλυκυριζηϲ ἑψηϲαϲ ἐν ὑδατι ὀμβριῳ ἠ πηγαιῳ # α ἀχρι τακερωϲεωϲ και ἐκπιεϲαϲ ἐπιβαλε
Ϛ , ἀλοηϲ ⋖ ιϚ , κομμεωϲ ⋖ θ ὑδατι ὀμβριῳ ἀναλαμβανε και ποιει κολλουρια . και τα διακροκα δε

Back