ἀλυσκω : οὐκ ἐστιν ἐκ του ἀλυω : το μεν ἀλυω σημαινει το ἀδημονω και ἀπορω ἠ το χαιρω ,
ἱππος . . ἀλυων ] μετα λυπης βοων . . ἀλυω γινεται κατ ' ἐπιτασιν του α και του λυω
9999818 συλλογισμῳ
των προτασεων μειζονι : οὐ γαρ ἀλλως ἐγχωρει ἐν ἑνι συλλογισμῳ συναγεσθαι τα ἀντικειμενα , ὡσπερ εἰρηται , οἱον ἐν
και το ἀναγκαιον , τουτο ὑλικον ἐστιν . ἐν τῳ συλλογισμῳ ἀρα ὁ μεσος ὡς ὑλικον ἐστιν αἰτιον : ὡστε
9999812 ῥητορικη
γαρ ζητουμενον ὡς ὁμολογουμενον ἐλαβε : ζητουμενου γαρ εἰ ἐστι ῥητορικη , ὡς ἐφ ' ὡμολογημενων αὑτη προβαινουσα ἐφη ,
ἀγαθου τινος ἑνεκα ποιουσιν ἁ ποιουσιν , ἰατρικη ὑγειας , ῥητορικη του εὐ λεγειν , σκυτοτομικη του περισωζεσθαι το σωμα
9999810 φρικη
ῥιζαι του αἱματος εἰσι , δια παντος του σωματος ἡ φρικη διηλθεν : ἁπαντος δε του αἱματος ψυχθεντος , ἁπαν
σωματος φερομενον , ἀρχεται ἀπο καταψυξεως των ἀκρων , και φρικη πασα δυσεκθερμαντον τε ἐχει , και πολυχρονιον την ἐπι
9999804 εὑρεθεισα
και βηξ ἐγενετο . ἐγενετο οὐν ὁ βηξ και ποτε εὑρεθεισα ἡ δυναμις ἐῤῥωμενη ἀπεδιωξε τον χυμον : ἀπεδιωξε μεντοι
συντυχουσα “ λεγε ἀντι του ” κατα τυχην φανεισα και εὑρεθεισα “ συντασσων το ” ἡμιν “ προς το ”
9999804 Γαλατειᾳ
ἐν Σικελιᾳ ἠν παρα Διονυσιῳ . λεγουσι δε ὁτι ποτε Γαλατειᾳ [ τινι ] παλλακιδι Διονυσιου προσεβαλε : και μαθων
ἐστιν οὑτω καλουμενος ἱερος ἰχθυς . Καλλιμαχος δ ' ἐν Γαλατειᾳ τον χρυσοφρυν : χρυσειον ἐν ὀφρυσιν ἱερον ἰχθυν ,
9999804 κηρυκες
οὐ γαρ φαινεται ἁλισκομενα τῳ δελεατι . πορφυραι δε και κηρυκες ἐπει ἑπονται δελεαζομενα , μετεχοι ἀν και ὀσφρησεως :
δε κογχυλια , οἱον πινναι , πορφυραι , λεπαδες , κηρυκες , ὀστρεα , αὐτη μεν ἡ σαρξ ξηραινει ,
9999801 φιλανθρωπιᾳ
εἰ μη τουτο , γοητευθεντα και φενακισθεντα τῃ περι τἀλλα φιλανθρωπιᾳ και ταυτ ' ἐλπισαντα παρ ' αὐτου . οὐκ
θειοις ἐρυμασιν ἐνεσχεθησαν , εὐσεβειᾳ , δικαιοσυνῃ , πραοτητι , φιλανθρωπιᾳ . ἐξιτε οὐν ἠδη θαρσουντες ἐκ των τειχισματων :
9999800 φαρμακα
προσφυεις . των δε ἀλλων τους μεν εὐθραυστους , τα φαρμακα δυνανται διαλυοντα ἐκκρινειν . τους δε στερεους και δυσλυτους
δοκει καλλιστος των θεων . και μην τα γε ὠφελιμα φαρμακα τοις μεν νοσουσιν ὠφελιμα , τοις δε ὑγιαινουσι περιττα
9999800 βολη
βελος των ἀστρων : ἀλλως : ἡ μεν του πυρος βολη προς το δυνατον , ἡ δε των ἀστρων προς
. “ βελτιστος ” παρα το βελλω , ὁθεν και βολη και βελος γινεται : ῥηματικον ὀνομα το “ βελτος
9999799 στρογγυλῳ
διορθωσις κοινη ἠ χερσιν ἠ μοχλῳ , τα μεν ἐσω στρογγυλῳ , τα δε ἐξω ὑποπλατει . μαλιστα δε το
πιθῳ την κεραμειαν ἀντλιον χρωμαι γαρ αὐτου του στοματος τῳ στρογγυλῳ , τους νους δ ' ἀγοραιους ἡττον ἠ '
9999795 ἀπυρῳ
προς δε τας ψωριασεις και κνησμους σταφις ἀγρια συν θειῳ ἀπυρῳ και ὀξει : προς δε τας ὀγκωδεις ὑπεροχας ὑοσκυαμου
κεκαυμενοις , σπογγῳ ὁμοιως , ἐλλυχνιῳ ἀρτι ἐσβεσμενῳ , θειῳ ἀπυρῳ θυμιωμενῳ , βδελλαις καπνιζομεναις : ἐπι δε προπεπτωκυιας ὑστερας
9999794 ἐμελησε
ἠ ἀναγινωσκειν . ταυτας δε τας σχεσεις καλουσιν , οἱς ἐμελησε της τουτων τεχνολογιας , των προτασεων ὑλας , και
τας λειτουργιας : σεμνη γαρ ἡ ἀναπαυσις και βεβηκυια : ἐμελησε γαρ τῳ ῥητορι του μη διολου καλλωπιζειν δοκειν .
9999794 εὐθυγραμμῳ
. Παρα την δοθεισαν ἀρα εὐθειαν την ΑΒ τῳ δοθεντι εὐθυγραμμῳ τῳ Γ ἰσον παραλληλογραμμον παραβεβληται το ΑΞ ὑπερβαλλον εἰδει
εὐθειας γραψαι τμημα κυκλου δεχομενον γωνιαν ἰσην τῃ δοθεισῃ γωνιᾳ εὐθυγραμμῳ . Ἐστω ἡ δοθεισα εὐθεια ἡ ΑΒ , ἡ
9999792 συμπεπληρωσθω
. κεισθω τῃ ΑΗ ἰση παλιν ἡ ΓΤ , και συμπεπληρωσθω ὁμοιως το ΓΦ στερεον . ἐπει ἐστιν ὡς ἡ
και ἀναγεγραφθω ἀπο της ΑΒ τετραγωνον το ΑΔ , και συμπεπληρωσθω το ΑΖ παραλληλογραμμον . και ἐπει το ΒΖ το
9999792 Θουκυδιδης
παυσασθαι τον πολεμον ἐστιν ὁ Κλεων . ὁπερ οὐν και Θουκυδιδης ἱστορει δια τουτων : “ ἐπειδη και ἡ ἐν
ἑκατερον αὐτων . και ὁριστικῳ συντασσεται ῥηματι και ἀπαρεμφατῳ . Θουκυδιδης ἐν δʹ : ” ἐφ ' ᾡ φυλακῃ τῃ
9999792 καρκινῳ
βιβρωσκεται ὑπ ' αὐτου . πινοτηρης ] ζῳον συννομον τῳ καρκινῳ . ποιει ] κοινη . των ὀρχιλων : ὀρχιλος
αἱ μελαιναι ὑδατικον και μαλλον αἱ δειλης . Ἐν τῳ καρκινῳ δυο ἀστερες εἰσιν , οἱ καλουμενοι ὀνοι , ὡν
9999791 ἐπλησθη
διοπερ τοσουτων νεων και των ἐν αὐταις γεγενημενων ἀνδρων ἀπολωλοτων ἐπλησθη της Κυμαιων και Φωκαεων ἡ παραθαλαττιος χωρα νεκρων και
μεν Ἰωνες συστελλουσι και ὁ Ποιητης των δ ' ἁπαν ἐπλησθη πεδιον . . . οἱ δε Ἀττικοι ἐκτεινουσι την
9999791 κινδυνωδες
, κακιον γιγνεται : το τε γαρ ξανθον ἀκρητον ἐον κινδυνωδες , το δε λευκον και γλισχρον και στρογγυλον ἀλυσιτελες
. ἐνθεν τοι και ἀνθρωπῳ δηγμα ἀνθρωπου μιαρον ἐστι και κινδυνωδες οὐδενος θηριου μειον . Ἐν ὡρᾳ θερειῳ , ἀμητου
9999791 φαλαγγια
' ἡμερας πεντηκοντα ἐκ των ᾠων πουλυποδια ἐξερπει ὡσπερ τα φαλαγγια πολλα . ὁ δε θηλυς πουλυπους ὁτε μεν ἐπι
περι θηριων και Ἀριστοτελης φησιν ὁτι ἐν γυργαθοις γεννωσι τα φαλαγγια , τικτει δε ὑπερ τα τριακοντα , γεννηθεντα δε
9999791 χοινικα
και ἀμπελου λευκηϲ ῥιζα : ϲυνθετα δε : αἰρινου ἀλευρου χοινικα , καρδαμωμου λευκου ⋖ δ , νιτρου ἀφρου ⋖
ἀν λειφθῃ το ἡμισυ : ἑψειν δε και ἐρεβινθων λευκων χοινικα ἐν δυσι χοευσι , και τουτου λειπετω το ἡμισυ
9999789 ἀδειᾳ
των πολεμουντων ἀωρι των νυκτων και τουθ ' ὑπορυττοντες ἐν ἀδειᾳ πολλα τουτου κατεσπασαν εἰς ἐδαφος μερη , ὡστ '
. ὁ δε σοφος οὑτος Λυκοφρων οὐκ οἰδ ' ὁποιᾳ ἀδειᾳ τους Φαιακας και Δαυνιους ἠτοι τους Καλαβρους Αὐσονας καλει
9999789 φυγαδες
χρησαιτ ' ἀν παραδειγμασι λεγων , ὡς οἱ μεν Ἀθηνησι φυγαδες το πρωτον μετα πεντηκοντα ἀνδρων Φυλην τε καταλαβοντες και
και ἐκπεσοντας ἐκ της πατριδος ὑπεδεξαντο . Μετα δε οἱ φυγαδες των Κολοφωνιων φυλα - ξαντες τους Σμυρναιους ὁρτην ἐξω
9999789 φυλα
† νικωι δ ' ὁ καρρων . ϝειπατε μοι ταδε φυλα βροτησια . Πολλαλεγων ὀνυμ ' ἀνδρι , γυναικι δε
. τις γαρ ἀν ἠνεγκεν ὁμοθυμαδον ἐπιοντα των θηριων τα φυλα , ὁπου γε και ἠν ἑν τι τουτων δη
9999789 Παφλαγονα
καθα φησιν Ἀρριανος , ὁς και γνησιον παιδα Φινεως ἱστορει Παφλαγονα , ἐξ οὑ χωρα Παφλαγονια . και γην λεγει
θεραποντες οἱ στρατηγοι . Παραγει τινα Κλεωνα , τον καλουμενον Παφλαγονα κἀτι βυρσοπωλην πικροτατα , κατεσθιοντα πως τα κοινα χρηματα
9999788 ὑπεταξε
εἱλε πολεις ] τουτο θαυμαστικως φησιν ὁτι τῃ ἀρετῃ Ἑλληνας ὑπεταξε Δαρειος , ἀλλ ' οὐκ ἀναγκῃ . . ὁσας
τον κοσμον ἑνεκα του ἀνθρωπου και πασαν την κτισιν αὐτου ὑπεταξε τῳ ἀνθρωπῳ , και την ἐξουσιαν πασαν ἐδωκεν αὐτῳ
9999788 χιλιαδες
ἐπεθηκε θανοντι . Μυριασιν ποτε τῃδε τριηκοσιαις ἐμαχοντο ἐκ Πελοποννασου χιλιαδες τετορες . Ὠ ξειν ' , ἀγγελλειν Λακεδαιμονιοις ,
ὁπως ἐκδοθειεν μεν τοις Οὐννοις οἱ φυγαδες , και ἑξ χιλιαδες χρυσιου λιτρων ὑπερ των παλαι συνταξεων δοθειεν αὐτοις :
9999788 λανθανετω
και τῃ πατριδι πολλα ἀναθηματα και δωρεας παρεχοντα . μεν λανθανετω δε σε μηδε τουτο ὡς των ἀστερων ὀντων παντων
μηδ ' ἐκειν ' ὑμας , ὠ ἀνδρες Ἀθηναιοι , λανθανετω , ὁτι των αἰσχιστων ἐστιν παντας ἀνθρωπους ἰδειν και
9999788 φλεγμαινῃ
ἠν δε τα οὐλα ἠ τι των ὑπο τῃ γλωσσῃ φλεγμαινῃ , διαμασσητοισι χρησθαι : ἀπο φλεγματος δε και ταυτα
: ἠν γαρ ἑλκωσῃ το στομα των ὑστερεων , ὁταν φλεγμαινῃ , το παμπαν κινδυνος ἀτοκον γενεσθαι : ἀλλα προστιθεσθαι
9999788 Δημητρα
δε τοὐργαστηριον ποιητε περιβοητον , κατασκεδω , νη την φιλην Δημητρα , την μεγιστην ἀρυταιναν ὑμων ἐκ μεσου βαψασα του
νομοθετου ” Ἁιδης “ ἐκληθη . Εἰεν : τι δε Δημητρα τε και Ἡραν και Ἀπολλω και Ἀθηναν και Ἡφαιστον
9999787 φλεγματοϲ
ρδ Κοινον καθαρτηριον ρε Ἀλοηδαρια δια ῥοδομελιτοϲ ρϚ Χοληϲ και φλεγματοϲ ἀγωγα ρζ Ἀλοηδαρια δοκιμα ρη Ἀλοηδαρια Ὀριβαϲιου ρθ Ἀλλωϲ
ἐμφρονεϲτερον και τουϲ τον ἀλλον τροπον ἐκμανενταϲ και τοιϲ ἀπο φλεγματοϲ νοϲημαϲι κρατιϲτον ἐϲτιν : οἱ δε και εὐϲιτοτεροι ἀντι
9999787 ὠνομασε
τον νομον ὁ Σολων εἰς τας Ἀθηνας μετενεγκειν , ὁν ὠνομασε σεισαχθειαν , ἀπολυσας τους πολιτας ἁπαντας των ἐπι τοις
προσηκει , αὐτος ἐθετο το του πρᾳου ὀνομα και πραοτητα ὠνομασε την τοιαυτην ἀρετην . παλαι δε ὀργιλος μεν ὠνομαζετο
9999787 λογιζεσθε
. το δε φιλομμειδης Ἀφροδιτη , κἀν ἐγω παραλειψω , λογιζεσθε . ὁ δε Ἐρως και ἀνεκαγχασεν εὐστοχως την Αἰητου
ἠ διειναι , ὡς ἀν τις μηδετερου δικαιως τυχοι . λογιζεσθε γαρ , εἰ μεν , ὠ ἀνδρες Θηβαιοι ,
9999786 τερμινθινη
μηδεν ἐχοντι στυψεως . των δε φαρμακων ἐπιτηδειος ἐστι ῥητινη τερμινθινη καθ ' ἑαυτην ἐπι παιδων , γυναικων και ἁπαλοσαρκων
ἐχοντι στυψεως . των δε φαρμακων ἐπιτηδειος ἐστι ῥητινη ἡ τερμινθινη , καθ ' ἑαυτην μεν ἐπι παιδιων και γυναικων
9999786 ἐδειχθη
ἀρα το ἀπο της ΑΒ του ἀπο της ΒΖ . ἐδειχθη δε το ἀπο της ΑΒ του ἀπο της ΚΛ
ὡστε ἡ ἑξις αὐτης πολλῳ προτερα της ξυνεσεως ἐστιν . ἐδειχθη δε ἁμα ταυτῃ εἰναι το ἐχειν την φρονησιν ,
9999786 Φοινικες
τουτον , ἱνα μισθον λαβω ἐμπορευομενος τον ὑμνον καθαπερ οἱ Φοινικες τα σφων αὐτων πραγματα . το δε ἐν Αἰολιδεσσι
μη καταδηλος γενηται . Ταυτα μεν νυν Περσαι τε και Φοινικες λεγουσι . Ἐγω δε περι μεν τουτων οὐκ ἐρχομαι
9999786 εὐωδες
μελαν , φησι , την μεν αὐτην θεωριαν ἐχει , εὐωδες δ ' ἐστι πολυ μαλλον . Ἀπολλοδωρος δε ἐν
ἐκπιεσθεντων και ἀναπλασσομενων : ἐστι δ ' αὐτου καλον το εὐωδες , μεσως κατασμυρνον , βαρυ , μελαν , ἀξυλον
9999785 κορυν
Τι οὐν οὐχι και συ , ὠ Ἀθηνα , την κορυν ἀφελουσα ψιλην την κεφαλην ἐπιδεικνυεις , ἀλλ ' ἐπισειεις
προθελυμνῳ : ἀσπις δ ' ἀσπιδ ' ἐρειδε , κορυς κορυν , ἀνερα δ ' ἀνηρ , ψαυον δ '
9999785 ἀπαλλαγῃ
ἡ δε πολυφωνιας και πολυεργιας και διαφωνιας . Ἐπειδαν γαρ ἀπαλλαγῃ ψυχη ἐνθενδε ἐκεισε , ἀποδυσαμενη το σωμα , και
ἑτερῳ ἐσεσθαι . φερε γαρ , ἐαν νυνι Ἀνδοκιδης ἀθῳος ἀπαλλαγῃ δι ' ὑμας ἐκ τουδε του ἀγωνος και ἐλθῃ
9999785 σκεψομεθα
ποιησομεν . οὐ γαρ εἰ δικαιως ἐκεινους ἀναιρησουσι , τουτο σκεψομεθα , ἀλλ ' εἰ ταυτον τουτο και ἡμας ἀδικως
ποιησομεν . οὐ γαρ εἰ δικαιως ἐκεινους ἀναιρησουσι , τουτο σκεψομεθα , ἀλλ ' εἰ ταυτον τουτο και ἡμας ἀδικως
9999785 φυσωδες
και λεπτυντικης . ἡ δε ῥιζα προς τοις εἰρημενοις και φυσωδες τι κεκτηται και ἀφροδισιαστικον . το δε σπερμα το
οὑτος γαρ μεγα εἰχε το αἰδοιον . γινεται δε δια φυσωδες πνευμα : και δει γυμνασια ἐπιταττειν και θερμην διαιταν
9999784 φαλαγγες
νηας , στησε δ ' ἀγων ἱν ' Ἀθηναιων ἱσταντο φαλαγγες . ἐς δε την Ὀδυσσειην ταδε ἐποιησεν , ὡς
„ στησε δ ' ἀγων , ἱν ' Ἀθηναιων ἱσταντο φαλαγγες ” , „ μαρτυρι χρησασθαι τῳ ποιητῃ του την
9999784 Θεσσαλια
δε πˈροσθεν πτερα δεξατο νικαν . Ὀλβια Λακεδαιμων , μακαιρα Θεσσαλια . πατρος δ ' ἀμφοτεραις ἐξ ἑνος ἀριστομαχου γενος
την φρασιν ἀντι του μετεβαλλε τους οἰκητορας ἡ τε νυν Θεσσαλια καλουμενη : προτερον γαρ Ἠμαθια ἐκαλειτο ʃ Αἱμονια τα
9999784 σανιδες
δυο ὑποκεισθωσαν ἀπο ιδ ποδων . Ἐσονται οὐν περικειμεναι αἱ σανιδες : ἡ μεν μια ιβ ποδων ἡ φαινομενη :
το καταστρωμα . τα δε ξυλα ἐφ ' ὡν αἱ σανιδες ἐπικεινται , κανονια και σταμινες . το δε συνεχον
9999784 σκεπασμα
] ἐν θολῳ θολερῳ ] τεταραγμενῳ πωματι ] πωμα το σκεπασμα , πομα το πινομενον ἡμιδαες ] ἡμισυ ἡμιδαες ]
θαλπει και πολλοις σκληροτεροις ἑαυτου σωμασι χρῃζει το συμφυτον αὐτου σκεπασμα παρασκευασθηναι πως ὑφ ' ἡμων ἀριστον εἰς δυσπαθειαν .
9999784 ἐναλλαγη
δε γινεται το ζητημα : οὑτως οὐν ἡ των πραγματων ἐναλλαγη ποιει τα ἐσχηματισμενα , και οὐχ ἡ των προσωπων
κλεμμα λεγων , ἀλλ ' οὐ κατορθωμα . δωροδοκημα ] ἐναλλαγη των παρισουσων συλλαβων . και τοτε και νυν ἀει
9999784 θαλαμῳ
. ἐν θαλαμῳ : το σημειον , ὁτι το ἐν θαλαμῳ πλεοναζει : ἱκανον γαρ ἠν εἰπειν εἰς Ἀϊδαο δομον
πεσοντος του συνδεσμου ἐγενετο καδ δ ' ἱς ' ἐν θαλαμῳ , ὁμολογως οὐν γενομενης ἐσωθεν της κλισεως , ὁτι
9999782 κρητηρα
θρονους τε : τοις δ ' ὁ γερων ἐλθουσιν ἀνα κρητηρα κερασσεν οἰνου ἡδυποτοιο , τον ἑνδεκατῳ ἐνιαυτῳ ὠϊξεν ταμιη
: ἐστι γαρ ἐν τοις εὐ πεποιημενοις : και το κρητηρα τετυγμενον σημαινει τον εὐ τετυγμενον . και ἀλλα δε
9999782 τεσσαρεσκαιδεκα
Εὐναπιου Χρονικης ἱστοριας της μετα Δεξιππον νεας ἐκδοσεως ἐν βιβλιοις τεσσαρεσκαιδεκα . ἀρχεται μεν της ἱστοριας ἀπο της Κλαυδιου βασιλειας
πεντακισχιλιοι , ἱππεις δε ἑξακισχιλιοι ἑκατον , ἐλεφαντες δε ἑκατον τεσσαρεσκαιδεκα . Ἀντιγονος δ ' ἐκ μετεωρων τοπων κατιδων την
9999782 θυμιατηρια
στεφανος ἐπεκειτο ἐκ μυριων κατεσκευασμενος χρυσων . ἐπομπευσε δε και θυμιατηρια χρυσα τριακοσια και πεντηκοντα , και βωμοι δε ἐπιχρυσοι
. μεθ ' οὑς Νικαι χρυσας ἐχουσαι πτερυγας , φερουσαι θυμιατηρια ἑξαπηχη , ζῳωτους ἐνδεδυκυιαι χιτωνας , μετα δε ταυτας
9999782 βελτιστη
ἀρχας και αἰτιας ἐνῳκισθη τοις Ἑλλησι . πολιτεια δε ἡ βελτιστη και ὁμοδημια και κοινα τα φιλων και θρησκεια θεων
τελος δε ἀφνω καταλιπων οὑτως ἀπιστως και προδοτικως : ἡ βελτιστη δε Πενια πονοις με τοις ἀνδρικωτατοις καταγυμνασασα και μετ
9999782 σπουδη
ὑπαρχειν ἐξ οὑ παρ ' αὐτοις ἐστιν ἡ περι ταυτα σπουδη : δοκουσι δε και Ἀλεξανδρῳ προειπειν ὁτι παρελθων εἰς
των ἀλλων ἠ βασιλεων ἠ ἰδιωτων ἐμιμησατο , οἱς μια σπουδη τε και εὐχη κληρονομους παιδας καταλιπειν , ἀλλα καιτοι
9999781 χορειᾳ
των ἐκφρονων βακχειων ἰασεις , ταυτῃ τῃ της κινησεως ἁμα χορειᾳ και μουσῃ χρωμεναι . Τις οὐν αἰτια τουτων ,
ἐς τριακοντα : και τῃ μεν σεμνῃ μελῳδιᾳ τε και χορειᾳ ἠτοι θεωμενους ἠ και αὐτους ἐνεργουντας ἐπαιδευον τους ἐνδοξοτερους
9999781 μαθησεσθε
δη του αὐτου λογου την τε δικην οὐκ εἰσαγωγιμον οὐσαν μαθησεσθε , και την ὁλην ἐπιβουλην και πονηριαν τουτουι του
ἀν δυνωμαι δια βραχυτατων τους λογους . ὁθεν οὐν ῥᾳστα μαθησεσθε περι αὐτων , ἐντευθεν ὑμας και ἐγω πρωτον πειρασομαι
9999781 τεθαυμακα
μη πλανηθεισα δια - μαρτῃ της ὀρθης ὁδου . πανυ τεθαυμακα κἀκεινους , τον μεν φιλοπευστουντα περι του μεσου των
ποθεν ἐπηλθεν αὐτῳ [ λεγειν ] , ὑπερ παντα ἐγωγε τεθαυμακα . οὐδεν γαρ εὑρισκω τουτων παρα Δημοσθενει κειμενον ,
9999780 κυδαλιμοιο
ὁ δε προμολων ἰδετο κρειων Ἐτεωνευς , ὀτρηρος θεραπων Μενελαου κυδαλιμοιο , βη δ ' ἰμεν ἀγγελεων δια δωματα ποιμενι
σθενεος τε και ἀλκης πειρητιζεν ἠμεν Ὀδυσσηος ἠδ ' υἱου κυδαλιμοιο . αὐτη δ ' αἰθαλοεντος ἀνα μεγαροιο μελαθρον ἑζετ
9999779 ἠγγελλετο
. ἀφ ' ὡν αὐτην μαλλον ἠ προτερον ἐθαυμασαμεν : ἠγγελλετο μεν γαρ και προτερον μεγαλα , νενικηται δε παντα
ὡς πλειονας ἐκ της πολεως ταυτης ἐχοι συμμαχους . ταυτα ἠγγελλετο τοις ἐν τῃ πολει : οἱ δε ζηλωσαντες την
9999779 Ἀλεξανδροιο
' ἐμμεμαυια δι ' οὐρεος , ἡχι και ἀλλαι Νυμφαι Ἀλεξανδροιο νεκυν περικωκυεσκον . Τον δ ' ἐτι που κρατερον
τῃ δ ' ἀρα διφρον ἑλουσα φιλομειδης Ἀφροδιτη ἀντι ' Ἀλεξανδροιο θεα κατεθηκε φερουσα : ἐνθα καθιζ ' Ἑλενη κουρη
9999779 θειῳ
Ἰθακη πατρις ἐστιν , πλεομεν δ ' ἁμ ' Ὀδυσσεϊ θειῳ . Νεοχμον τι παρηχθαι ἀθυρμα . Κρανια δισσα φορειν
, εἰ μη και παντα , χρεων ὀγκον ἐπιφερει τῳ θειῳ προτερον μεν οὐ φανεντων , νυν δε ἀναφυντων .
9999778 βραχιονι
τορμους ἠ κονδυλους . και του πηχεως την ὑπο τῳ βραχιονι συμβολην κατα μεν την ἐνδοθεν κοιλοτητα ὀλεκρανον καλεισθαι νομιζουσιν
μασχαλην , βροχος ὁ καρχησιος ἠ ἀλλος ἰσοτονος περιτιθεσθω τῳ βραχιονι , και αἱ του βροχου ἀρχαι ἀγεσθωσαν κατω και
9999778 λυπηρα
ἐκλυει τας δυναμεις του σωματος , αἱς διωθουνται παντα τα λυπηρα αἰτια . καθ ' ὁν οὐν χρονον ἀνωδυνια γενηται
γαρ και τας κεφαλαλγιας κουφιζει και τοις ἐμουσιν οὐδαμως ἐστι λυπηρα . καλλιστον δε και του ἀψινθιου το ἀποβρεγμα προ
9999778 ἐνεπλησε
δ ' ἐμβαλων εἰς την των πολεμιων χωραν τους στρατιωτας ἐνεπλησε παντοιας ὠφελειας . Τισσαφερνους δε μετα πολλης ἱππου παραγενομενου
ἠδη ἐουσης κοιλης ἐσμος μελισσεων ἐσδυς ἐς αὐτην κηριων μιν ἐνεπλησε . Τουτου δε γενομενου τοιουτου , ἐχρεωντο γαρ περι
9999778 Ἡρακλεα
ἐπι τῳ κατηγορειν , Βουσιριν δε ἐπι τῳ ξενοκτονειν και Ἡρακλεα παλιν ἐπι τῳ ἀθλειν , παραιτητεον . . .
ἠχθη πρωτη . βʹ . Ὀσορχω ἐτη ηʹ , ὁν Ἡρακλεα Αἰγυπτιοι καλουσι . γʹ . Ψαμμους ἐτη ιʹ .
9999778 ῥητορικα
ὡςτε μηδεν ἡμας δυνασθαι διαφυγειν . τα τοινυν ἰδια και ῥητορικα ἠθη τουτοις διαιρειται : κατα ἐθνη , γενη ,
, οἱον ῥητορσι τε και γραμματισταις , αὐτους δε τα ῥητορικα ἠ τα γραμματιστικα οὐκ ἐργαστεον . τῳ γαρ ὀντι
9999778 κτητικα
ἰδιαν ποιοτητα σημαινει , ὀρθως οὐδε τα ἀπ ' αὐτων κτητικα ἐπι πληθους νοειται , λεγω δε το Ἑκτορειος και
σχηματιζομεναι , ἐχουσι τινα παρεκδεδραμηκοτα παρα τας εὐθειας : τα κτητικα των εἰς κος ληγοντων παρα γενικας σχηματιζεται , ποιμενικον
9999778 κλυδωνα
τῃδε ἐπιϲτροφῃϲι ἐϲ ταϲ μετακλιϲιαϲ το ὑγρον ὀγκον τε και κλυδωνα ποιεει : ἐϲακουειν δε και του κλυδωνοϲ . ἀλλα
] ὡδε προαγειν ἁπασας τας ἐκ του τοπου εἰς την κλυδωνα βαρβαρον ? [ ] ? ? ? ? ?
9999776 ἐγινωσκε
ἐκεινο ἐστω , οὑ και προτερον ἐμνημονευσαμεν , ὁτι δη ἐγινωσκε την ἑαυτου ψυχην , τις ἠν και ποθεν εἰς
ἐστιν εἰτε τι θηριον Τυφωνος πολυπλοκωτερον . και μην ἠ ἐγινωσκε το δογμα τουτο Χρυσιππος Στωικον ὀν , ἠ οὐδε
9999776 Θουκυδιδην
την εἰκονα ἐποιησε Κριτιας , Οἰνοβιῳ δε ἐργον ἐστιν ἐς Θουκυδιδην τον Ὀλορου χρηστον : ψηφισμα γαρ ἐνικησεν Οἰνοβιος κατελθειν
. ἀφικνουμενου αὐτου : του Θουκυδιδου . αὐτον : τον Θουκυδιδην . περιποιησειν : σωσειν . ἀνειπων : ἀνακηρυξας .
9999776 Κροτωνι
. . . ἐπει δε της Ἰταλιας ἐπεβη και ἐν Κροτωνι ἐγενετο , φησιν ὁ Δικαιαρχος [ . ] ,
αὐτος δε σου διηγουμενου ἀκουων πεπονεκεναι την πλευραν . ἐν Κροτωνι δε σκαπτοντι τινι την των ἀθλουντων κονιν ἐπισταντες Συβαριται
9999776 ἐδηλωσεν
] * Δια του εἰπειν δελφινων το ἐν νησῳ οἰκειν ἐδηλωσεν : ἐν γαρ τῃ θαλασσῃ ἡ νησος , της
αὐτην δυναμιν ἐχει : ἀλλα περι ἑνος εἰπων περι παντων ἐδηλωσεν . οὐ γαρ δηπου ἐαν μεν τις πατραλοιαν ἠ
9999775 Πολιτειᾳ
ἀμαθεις . Ἀγνωμονες , οἱ κακογνωμονουντες . Πλατων δε ἐν Πολιτειᾳ Ἀγνωμονας ἐφη τους γνωσιν μη ἐχοντας ἀλλ ' ἀνεπιστημονας
, ἀντι του ἐλθετω : Νομων θʹ . Ἑλξις Πλατων Πολιτειᾳ . Ἐμαλακισθη . ἐνεδωκε και ἀσθενως διετεθη ὑπο δειλιας
9999775 φιλανθρωπα
' ὠμοτατων ἐργων , οἰδατε , τα δε χρηστα και φιλανθρωπα παντα της ἑαυτων ψυχης ἐκτετμησθε ; και ταυτα μη
οἰκειων τινες και ἑταιρων αὐτου . ἐλθοντι δε τῳ Χοριηνῃ φιλανθρωπα τε ἀποκριναμενος και πιστιν ἐς φιλιαν δους αὐτον μεν
9999775 Δωρικη
ἡ γενικη , οἱον του Παπια και του Αἰνεια , Δωρικη ἡ κλισις ἐγενετο ἐπικρατησασα κατα την κοινην διαλεκτον .
παρα το ἁλεις το συστραφεις . ταχ ' ὡτερος : Δωρικη ἡ συναλοιφη : ὁ ἁτερος ὡτερος . το γαρ
9999775 ἀφαιρεισθω
Φιλισκος ἀφῃρεθη το εἰναι ἀτελης , αἱδε ἐγενοντο , μη ἀφαιρεισθω δε αὐτον τα περι τῳ βλεμματι και τῳ φθεγματι
. ἐστω ἑξ και ἑξ : ἀπο θατερου των ἑξ ἀφαιρεισθω τυχον τρια και προστεθεισθω θατερῳ [ β ] :
9999774 εὐτυχιᾳ
ᾑπερ οὐ προσεδεχοντο προτερον τας σπονδας , δοκουντες τῃ παρουσῃ εὐτυχιᾳ καθυπερτεροι γενησεσθαι : και τους ξυμμαχους ἁμα ἐδεδισαν σφων
πολιν ὠδυρετο ; πολις γαρ αὑτη τας ἀλλας ὁσον ἐν εὐτυχιᾳ πολλῳ τῳ μετρῳ παρηνεγκε , πανταχοθεν αὑτην λαμπραν και
9999774 Καταπλασμα
ἠ λεκιθου , και ὀλιγου οἰνου , καταπλασσε . [ Καταπλασμα ὀφθαλμων . ] Καλως ποιει πιτυος φλοιος και ἀλφιτα
φυλλων , βατου ἀκρεμονων ἰσα ἑψησας ἐν ὑδατι ἐγκαθιζε . Καταπλασμα . Κυτινους ὀξυμελιτι προσλαβων , ἠ κηκιδα ἠ βαλαυστιον
9999774 ἀργυριῳ
ἀγανακτησας φανησεται , ἀλλ ' ἰδιᾳ πεισθεις ὁποσῳ δηποτ ' ἀργυριῳ καθυφεις τον ἀγωνα : ἐπειθ ' ὁ πληγεις ἐκεινος
ὑπο φιλοσοφου , οὑτως παρασιτει φιλοσοφος , οὑτως ἐπ ' ἀργυριῳ ἐκμισθοι ἑαυτον , οὑτως ἐν συγκλητῳ τις οὐ λεγει
9999774 χαιρετω
οὐκ ἀν ὑπομειναιμ ' ἐτι , Πυθιας , ἑταιρειν . χαιρετω : μη μοι λεγε : ἀπετυχον : οὐδεν προς
ἐξεθρεψεν ἡ Ῥεα τον Δια . ἀλλ ' Ἡσιοδος μεν χαιρετω ταυτα ᾀδων περι των θεων , εἰ μη ὁτι
9999774 πευσῃ
: φαρμακα δ ' ὁσσα γεγασι κακων και γηραος ἀλκαρ πευσῃ , ἐπει μουνῳ σοι ἐγω κρανεω ταδε παντα .
καταληψει . ἰδῃ ] θεασηται . . , θεασῃ , πευσῃ . τον βοστρυχον ] τον ἐπαινον παρα των θεατων
9999774 ἐξεπλευσε
ἐπεδειξατο , ὁστις παραλαβων πασας πολεις ἐφ ' ἁς ἀρξων ἐξεπλευσε στασιαζουσας δια το τας πολιτειας κινηθηναι , ἐπει Ἀθηναιοι
της γυναικος ἀναιρεσιν και του Περδικκου , τον στολον ἀναλαβων ἐξεπλευσε και κατηντησεν εἰς Τυρον . ὁ δε της πολεως
9999774 φιλη
Σεμπρωνιος Γρακχος . Καραυιν δε πολιν , ἡ Ῥωμαιων ἠν φιλη , δισμυριοι Κελτιβηρων ἐπολιορκουν : και ἐπιδοξος ἠν ἁλωσεσθαι
. συ δ ' ] † ἀποστροφη το σχημα . φιλη ] προσφιλες ἐμοι ἠ ἐκεινῳ . κοσμον ] †
9999774 βαδισμα
ἐγραψεν . οὑτος ὁ το σχημα εὐσταλης και κοσμιος το βαδισμα και σωφρονικος την ἀναβολην ἑωθεν μυρια ὁσα περι ἀρετης
δε και πανσοφον τινα και παγκαλον ἀνδρα , διασεσαλευμενον το βαδισμα , ἐπικεκλασμενον τον αὐχενα , γυναικειον το βλεμμα ,
9999774 μακαρεσσι
, ἱνα μιν περι παντα καλυπτοι , ὀφρ ' εἰη μακαρεσσι θεοις ἑδος ἀσφαλες αἰει , γεινατο δ ' οὐρεα
ἠδ ' Ἀρκαδιης ] πολυμηλου ἀφνειος ἠνασσε [ , φιλος μακαρεσσι θεοισιν ] ? [ ] ? : ἡ οἱ
9999773 λαμβανῃς
συμβουλευομενος καταμανθανεις τους φρονιμους , οὑτω και των θεων πειραν λαμβανῃς θεραπευων , εἰ τι σοι θελησουσι περι των ἀδηλων
προς το ὀα στιξον , ἱνα προς το ἀπυων ἐξωθεν λαμβανῃς ἐσται λογιζομενος καθολικον το γυναικοπληθης ὁμιλος δια πασας τας
9999773 Σικελια
Μαρκιανος . Σικελια ἡ νησος Σικανια προτερον ὠνομαζετο , εἰτα Σικελια ἐκληθη , ὡς φησι Ἑλλανικος Ἱερειων της Ἡρας β
δε Κυκλαδων κρατιστη ἐστιν ἡ Ναξος : διο μικρα λεγεται Σικελια . Ἐκ δεξιων δε αἱ Σποραδες . Ἡ δε
9999773 ἀπελαβε
τα περατα καταμετρησῃ τῳ λογισμῳ . . Ἡ μεν σαρξ ἀπελαβε τα περατα της ἡδονης ἀπειρα , και ἀπειρος αὐτην
παραδους δ ' αὑτον και την βασιλειαν Ἀλεξανδρῳ παλιν ταυτην ἀπελαβε δια την του κρατουντος ἐπιεικειαν . ὁ δε Σωπειθης
9999773 ὀξυκρατῳ
καταχριομενα μετ ' ὀξυκρατου πεφυραμενῳ , ἠ μαλαχηϲ φυλλα ὁμοιωϲ ὀξυκρατῳ ϲυλλειωθεντα , ἠ κριθινον ἀλευρον ϲυν ὀξει , και
φοινικων , συκιδιων , κηκιδων ἡψημενων ἐν οἰνῳ , ἠ ὀξυκρατῳ συνελεομενων ἀρτῳ : και ἀκακια δε και ὑποκυστις και
9999773 Ἡρακλη
ὠ Ἡρακλη , ὡσπερ και Δημοσθενη . Δυϊκα . Ἡρακλεε Ἡρακλη , Ἡρακλεοιν Ἡρακλοιν , Ἡρακλεε Ἡρακλη . Πληθυντικα .
την Κολχικην Λιγυστικην καλει . ὁ δε Λιγυς οὑτος κωλυων Ἡρακλη ἐπι τας Γηρυονου βους ἀνελθειν ἀνῃρεθη . και κατα
9999772 Ἀργειᾳ
Νυκτεως του Ἀντιοπης πατρος . εἰσι δε και ἐν τῃ Ἀργειᾳ Ὑσιαι κωμη [ ] , οἱ δ ' ἐξ
Ἀθηνα αὐτῃ ἐχαρισατο , ἁ και δεδωκε τῃ θυγατρι Ἀδραστου Ἀργειᾳ . ὁθεν Εὐριπιδης ταις δυο ἱστοριαις ἐχρησατο , ἐνταυθα
9999772 κονιᾳ
ἁλμυρος ἐκ τε ὀρνιθος και χηνος : γλυκυς τε συν κονιᾳ παραλαμβανομενος . [ Περι ψυλλιου . ] Και το
' ὀπῳ Κυρηναϊκῳ ἠ Παρθικῳ συν οἰνῳ γλυκει , ἠ κονιᾳ ἀσβεστῳ συν ἐλαιῳ ἠ κοριου χυλῳ χριομεν : [
9999772 ληψομεθα
ἀμφω δε καταλιποντες το νηκτον και πτηνον , το πεζον ληψομεθα , μηδεν ἠ ὁτι πεζον ὁ ἀνθρωπος εἰς το
ὡς λογου ἑνεκεν ἐπι της ἐκκειμενης διαστασεως του Κριου , ληψομεθα πρωτον τους ἐπιβαλλοντας χρονους ἑκατερῳ των περιεχοντων κεντρων ,
9999772 ἀλεξιφαρμακα
φυλλον ὁμοιον σκιλλῃ : χρησθαι δε αὐτῳ προς τε τα ἀλεξιφαρμακα και τας μαγειας : οὐ μην ὀρυττειν γ '
μιξασα ἐδωκεν Ἰασονι ἡ Μηδεια . ἀντιτομα δε εἰπε τα ἀλεξιφαρμακα κατα μεταφοραν την ἀπο των ῥιζοτομων : ἁπλουστερον γαρ
9999771 ἀπηχθη
ἐδηλωθη τῳ τροπῳ ἀπωλωλει τα χρηματα , και ὁ ἀνηρ ἀπηχθη ὑπο του δημου του ὑμετερου παραδεδομενος ἠδη τοις ἑνδεκα
Οὐξιους , εἰ μη ἀπαξουσιν αὐτῳ τον ἱππον : και ἀπηχθη εὐθυς ἐπι τῳ κηρυγματι . τοσηδε μεν σπουδη Ἀλεξανδρῳ
9999771 ἡμισειᾳ
τῳ ΑΕΖ τριγωνῳ , ἡ ἀρα ΑΒ τῃ ΕΗ τῃ ἡμισειᾳ της ΕΖ ἰση ἐστιν , ὡς ἐν τῳ προ
τῃ ΗΘ ἰση : ἡ ἀρα ΑΗ ἰση ἐστι τῃ ἡμισειᾳ της ΖΘ . ἐαν ἀρα δια των ΖΘ ,
9999771 αἰσχυνη
μεν τουτο ἐν σπουδῃ , σοι δε οὐκ ἐργον , αἰσχυνη δε ἀπεστι της χαριτος , τι οὐ διδως ;
βροτολοιγος ἰδησι ἠ Φαινων κρυοεις ὀλοον τοδε σημα δαμαρτι ἐσσεται αἰσχυνη τε και οὐκ ἐπι δηθα μενουσιν , ἠν δ
9999771 κυρι
μελλετε ὁδοιπορειν . Σιδονιῳ κηρουλαριῳ λεγει τις : Ἐχεις , κυρι , ἀποκαυματα ; ὁ δε ὀργισθεις ἀπεκρινατο : Ἐχεις
, κυρι , φιληματατης δε ἀλλης : Δος μοι , κυρι , περιπλοκαςἐκεινος ἀνεβοησεν : Οἰμοι , τι δρασω ;
9999771 ἑψηθεισα
και δια το τας καμπας ἀνελειν . Κραμβη δε ἐλαττον ἑψηθεισα , και ἐσθιομενη , λυει γαστερα , ἐπι πλεον
ἐκβαλλει . και ἀνδραχνης ὁ χυλος πινομενος και θαλασσια ἀψινθια ἑψηθεισα ἠ καθ ' αὑτην ἠ μετ ' ὀρυζης και
9999770 μαλαχηϲ
ἠρεμα και χλιαραϲ εἰϲι δυναμεωϲ , καθαπερ και τα τηϲ μαλαχηϲ . Κωνειον ὁτι τηϲ ἀκρωϲ ψυκτικηϲ ἐϲτι δυναμεωϲ ,
τῳ ἐλαιῳ . κηρωτη δε αὐτοιϲ ἁρμοϲειεν αὑτη : ἀγριαϲ μαλαχηϲ ῥιζαι ἐν Ϲικυωνιῳ ϲυν ὀλιγῳ ὑδατι ἑψονται , ἑωϲ
9999770 ἱκανα
' αὐτου οἱ τοσουτοις ὑστερον ὑπατευσαντες χρονοις , ταυθ ' ἱκανα . περι δε του βιασαμενους τινας ἠ λαθοντας σφετερισασθαι
εἰς το μεσον ἑαυτων και των πολεμιων . ἐπει δε ἱκανα ἠδη ἠν , ἐνηψαν : ἐνηπτον δε και τας
9999770 τεσσαρεσκαιδεκατῃ
, ἐκ τρωματος κεφαλης ὡς δωδεκαετης θνησκει ἐν μεσῳ θερει τεσσαρεσκαιδεκατῃ ἡμερῃ : θυρην τις αὐτῃ ἐνεβαλε , και το
, ὁτι τῃ μεν δεκατῃ ἱδρως ἀνω , τῃ δε τεσσαρεσκαιδεκατῃ κατω . διατι δε , οὐκ ἰσμεν . ἀλλα
9999770 χοιραδες
ὑγρον , ἐχον ἐν τῳ βαθει σαρκα ὑπωχρον διεφθαρμενην . χοιραδες περι σιαγοσι και τραχηλῳ και μασχαλαις και βουβωσιν ,
τραχηλον συναγχη , κυναγχη , ἀγχονη , ἐξωσις σπονδυλων , χοιραδες , στεατωματα . περι δε ὠμους του ἀκρωμιου καταγμα

Back