. Νάσων δὲ ὑπὸ ἐξελευθέρου , παιδικῶν οἱ γενομένου , προδοθεὶς ἥρπασε παρά του τῶν στρατιωτῶν ξίφος καὶ τὸν προδότην
: ἀτὰρ καὶ οὗτος αὐτὸς ὑπὸ τοῦ παρεστῶτος οἰκέτου Μαιανδρίου προδοθεὶς Ὀροίτῃ τῷ σατράπῃ ἀνασκολοπισθήσεται ἅθλιος ἐκπεσὼν τῆς εὐδαιμονίας ἐν
5896227 Φιλοκτητης
, οὗτοι δὲ δέκα ἔτεσιν αὐξηθεῖσαν ἰάσαντο . καὶ γίγνεται Φιλοκτήτης τε ἐνεργὸς τοῖς Ἀχαιοῖς καὶ Φιλοκτήτῃ τὰ βέλη τοῦ
τῶν Ἡρακλείων ὄντα δεσπότην ὅπλων , ὁ τοῦ Ποίαντος παῖς Φιλοκτήτης , ὃν οἱ δισσοὶ στρατηγοὶ χὠ Κεφαλλήνων ἄναξ ἔρριψαν
5768803 κατεμηνυσε
βίᾳ λαβόντων , ἀνήκεστον . ὃ δ ' ὑποκρινάμενος συντίθεσθαι κατεμήνυσε τοῦτ ' Ἀννίβᾳ . καὶ ἐδίκαζεν αὐτοῖς ὁ Ἀννίβας
ἀναθήματα ἐκ τοῦ νεὼ καὶ κατορυχθέντα ὑπὸ τῶν ἱεροσύλων λύκος κατεμήνυσε . παρελθὼν γὰρ ἐς τὸν νεὼν καὶ τῶν προφητῶν
5751024 Σεξστος
παιδὶ ταὐτὸ πράττειν . ὁ μὲν ἤγγειλεν , ὁ δὲ Σέξστος τῶν Γαβίων τοὺς προέχοντας διαφθείρας , οὕτω μηχανησάμενος ἐρημίαν
, τὸ δὲ ἀξίωμα εἶχε νεανίας αὐτοῦ Καίσαρος συγγενής , Σέξστος Ἰούλιος . ἐκδιαιτώμενος δὲ ὁ Ἰούλιος τὸ τέλος ἐς
5721902 νεωτατου
ἐκδικώτατοί τε γίνονται καὶ λεωργότατοι . καὶ τούτου μὲν ὡς νεωτάτου καταφρονοῦσι , τὸν δὲ πατέρα ἐκερτόμουν καὶ τὴν μητέρα
αὐτῷ πίστιν ἀψευδοῦς ὁμολογίας γενέσθαι τὴν ὡς αὐτὸν ἄφιξιν τοῦ νεωτάτου παιδός , οὗ χάριν καὶ τὸν δεύτερον κατεσχηκέναι ῥύσιόν
5698808 διεσωθη
διέφθειρεν : ὁ δὲ λοιπὸς στόλος μεγάλοις περιπεσὼν χειμῶσι μόλις διεσώθη πρὸς τὴν Σικελίαν . ἀπώλοντο δὲ καὶ τῶν ἐπιφανῶν
καὶ τὴν ἔξοδον τὴν τοῦ λαβυρίνθου παρ ' αὐτῆς μαθὼν διεσώθη . ἀνακομιζόμενος δ ' εἰς τὴν πατρίδα καὶ κλέψας
5681016 κουροπαλατης
τὴν ἀρχῆθεν ἀκολουθίαν . Μανουήλ , ὡς εἴρηται , ὁ κουροπαλάτης στρατηγὸς αὐτοκράτωρ τῶν ἑῴων ταγμάτων πρὸς τοῦ Διογένους ἀποδειχθείς
Χρυσόσκουλον : γενομένου δὲ τούτου κατὰ τὴν Βιθυνίαν , ὁ κουροπαλάτης ὠταλγίᾳ συσχεθεὶς τετελεύτηκε , μέγα πένθος τῷ βασιλεῖ καταλιπών
5610979 ἱετο
ὅγ ' ἀνδράσιν ἐμβασίλευεν ὄλβῳ κυδιόων : μέγα δ ' ἵετο Κολχίδα γαῖαν αὐτόν τ ' Αἰήτην ἰδέειν σημάντορα Κόλχων
. Αἰγινητέων ἐὼν τὰ πρῶτα : ὃς ἀνοσιώτατον ἔχων λόγον ἵετο πρὸς Παυσανίην , ἀπικόμενος δὲ σπουδῇ ἔλεγε τάδε :
5572900 ἐδολοφονηθη
ποιούμενος ὑπὸ Βήσσου τοῦ Βάκτρων σατράπου κατὰ τὴν ἀναχώρησιν συλληφθεὶς ἐδολοφονήθη . ἄρτι δ ' αὐτοῦ τετελευτηκότος Ἀλέξανδρος μετὰ τῶν
πολλὰ τῶν ἐπιλυμαινομένων τὸν ἀνθρώπινον βίον καθάρας ὑπὸ Δηιανείρας φαρμακευθεὶς ἐδολοφονήθη . Θαλῆς νοῦν τοῦ κόσμου θεόν . Ἀναξίμανδρος τοὺς
5565945 εἱλκυσθη
δέ . πάντων δὲ ἀπορούντων καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκτετακότων αἰφνίδιον εἱλκύσθη τὰ παραπετάσματα , καὶ ὤφθη Καλλιρόη μὲν ἐπὶ χρυσηλάτου
ἐκείνου τὸν τρόπον . Ἀτιμάσας δὲ ταύτην Βάρρων τὴν παραίνεσιν εἱλκύσθη πρὸς συμπλοκὴν , τοῦ Παύλου κωλύοντος καὶ τῶν τοῦ
5537712 ἀνταξιος
τε καὶ ἀνέρας ἀσπιδιώτας . . ἰητρὸς γὰρ ἀνὴρ πολλῶν ἀντάξιος ἄλλων ἰούς τ ' ἐκτάμνειν ἐπί τ ' ἤπια
ἐκείνου : ὁ μὲν γὰρ ἑνός , ὁ δὲ πολλῶν ἀντάξιος ἑτέρων , μηνύων τὴν τῶν ἄλλων τοῖς ἄρχουσιν ἀδικίαν
5527263 νεανικως
ἐαρίσασαι δ ' οὖν καὶ ἀναξανθεῖσαι τοὺς στομάχους ἐκραιπαλῶμεν μάλα νεανικῶς μέχρι τοῦ μηδὲ λανθάνειν ἀλλήλας θέλειν , μηδὲ αἰδουμένως
οὔτε δεινώσεις οὔτε οἴκτους οὔθ ' ὅσα τούτοις ἐστὶ παραπλήσια νεανικῶς πάνυ καὶ ἐρρωμένως κατασκευάσαι δυνατός . οὐ δεῖ δὴ
5519360 ἐδολοφονησεν
ἀπέκτεινεν ἀπέκτονεν , ἀπέσφαξεν , ἀπεχρήσατο διεχρήσατο , καθεῖλεν , ἐδολοφόνησεν , ἀνελών , ἀποσφάξας , ἀποκτείνας , ἀποχρησάμενος διαχρησάμενος
διὰ τῶν ἑαυτοῦ στρατιωτῶν φρουροῦντα , κρίνας αὐτὸν ἀλλότρια φρονεῖν ἐδολοφόνησεν . ἐστράτευσε δὲ καὶ εἰς Μακεδονίαν καὶ πολλοὺς ἔσχε
5515082 Σερουιλιῳ
λοιπὸν ἐδῄου τὴν γῆν αὐτῶν καταπεφευγότων εἰς τὰ ἐρύματα . Σερουιλίῳ δὲ θατέρῳ τῶν ὑπάτων ὑπὸ σπουδῆς τε καὶ αὐθαδείας
πράττοντες ἀλλήλοις παρὰ πάντα τὸν τῆς ἀρχῆς χρόνον διετέλεσαν . Σερουιλίῳ μὲν γὰρ ἐδόκει τὴν ἐπιεικεστέραν τῶν ὁδῶν πορεύεσθαι τῇ
5501417 Σικκιου
ἐνιαυτὸν Τίτος Ῥωμίλιος , ὁ τὴν ἐν τῷ δήμῳ δίκην Σικκίου κατηγορήσαντος ἁλούς , ἐπειδὴ γνώμης ἐδόκει ἄρξαι δημοτικῆς :
καὶ ὁπλισμὸς ὁ τοῖς τηλικούτοις πρέπων . ὑποδεξαμένου δὲ τοῦ Σικκίου καὶ ψιλοὺς αἰτήσαντος ἑκατὸν ἐπιλέκτους οὐδένα χρόνον ἐπισχόντες ἐκπέμπουσιν
5500298 Θριασιου
φησὶ τὴν ἀρχήν : Ἄνδρων δὲ μέχρι Ἐλευσῖνος καὶ τοῦ Θριασίου πεδίου . . . : Ἔνιοι δέ φασιν ἐπὶ
φησι τὴν ἀρχήν , Ἄνδρων δὲ μέχρι Ἐλευσῖνος καὶ τοῦ Θριασίου πεδίου . . . . : τοὺς Παλλαντίδας ὑπὸ
5498995 Φαιακος
σύνθετον Φαγρωριόπολις καὶ Φαγρωριοπολίτης . Φαίαξ καὶ Φαιακία , ἀπὸ Φαίακος . Ἑλλάνικος Ἱερειῶν αʹ ” Φαίαξ ὁ Ποσειδῶνος καὶ
Εὔπολις ἐν Αἰξὶν οὕτως : πλὴν ἅπαξ ποτ ' ἐν Φαίακος ἔφαγον καρίδας . καὶ ἐν Δήμοις : ἔχων τὸ
5492585 Κατωνος
. Ἦ πολιτικὸν ὄντωςὦ ? ? Μηνόδωρετὸ ? ? ? Κάτωνος παράγγελμα ? καὶ λόγου ἄξιον . Τούτοις φημίὦ Θωμάσιεκαὶ
τε ἦσαν αὐτῷ παρὰ τὴν ἐκκλησίαν καὶ εὐφημίαι ποικίλαι . Κάτωνος δ ' αὐτὸν καὶ πατέρα τῆς πατρίδος προσαγορεύσαντος ἐπεβόησεν
5489752 πολεμιστης
] καὶ τροπαίων ἐπανελθὼν [ ] οἷα ? ? [ πολεμιστὴς ] πεπαρώινηκεν [ - ] εἰς σέ . τάχα
καὶ τροπαίων ἐπανεληλυθὼς ? [ ] ὡς ? ? [ πολεμιστὴς ] πεπαρώινηκεν [ - ] εἰς σέ · ,
5471232 Μυσιου
ἐν ἀριστερᾷ χωρίον Μυσία καὶ Δήμητρος Μυσίας ἱερὸν ἀπὸ ἀνδρὸς Μυσίου τὸ ὄνομα , γενομένου καὶ τούτου , καθάπερ λέγουσιν
. . : ῥέειν δέ φασι καὶ αὐτὸν ἐκ τοῦ Μυσίου Ὀλύμπου , καθὰ καὶ τὸν Σαγγάριον , ὃς δὴ
5462315 ἐδολοφονησε
τῆς περὶ τὸν Φιλώταν τιμωρίας τὸν πατέρα τοῦ Φιλώτου Παρμενίωνα ἐδολοφόνησε , τεταγμένον μὲν τῆς Μηδείας ἄρχοντα , πεπιστευμένον δὲ
αὐτὸν πολὺ τῇ δόξῃ προέξειν τοῦ διδασκάλου , τὸν παῖδα ἐδολοφόνησε . θάπτων δ ' αὐτὸν καὶ περικατάληπτος γενόμενος ,
5428197 ἡκοντος
κεφαλὴν αὐτοῖς τρέψειαν οἱ θεοί . ἀφικομένου δὲ τοῦ νῦν ἥκοντος μετὰ τοῦ παρ ' ἐμοῦ φέροντος γράμματα παρὰ Πολεμαίστου
τὰ ἱερά : ὡς γὰρ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου χθὲς ἥκοντος πλοίου ἤκουσά τινος [ ὅτι ] Κλέανδρος ὁ ἐκ
5414553 ἱππηδον
τὰς δὲ νέας καὶ γηραιὰς ἄγεσθαι κεχειρωμένας ἀπὸ τῶν πλοκάμων ἱππηδὸν , ἤτοι δίκην ἵππων , τουτέστι μετὰ ἀνάγκης .
ἐν αὐτῇ . Ξ ἱππηδὸν πλοκάμων : ἱππηδὸν ἄγεσθαι . ἱππηδὸν πλοκάμων ] ὑπὸ ἱππέων σύρεσθαι τῶν πλοκάμων ἢ δίκην
5414360 ἐτριψε
; τὸ δὲ μειράκιον , ὥσπερ ἀφυπνίσαν τούς τε ὀφθαλμοὺς ἔτριψε καὶ πρὸς τὰς αὐγὰς τοῦ ἡλίου εἶδεν αἰδῶ τε
ἀπογενόμενος δωδεκαταῖος , ἐπυρέτηνεν : προφάσιος δὲ , ὅτι σμήχων ἔτριψε τὰ περὶ τὸ ἕλκος , καὶ μετεψύχθη : ἐξήρθη
5411132 αὐτομολιας
μετὰ σπουδῆς ἐταχύνετο ἅπαντα . ὁ δὲ Πομπήιος τῆς μὲν αὐτομολίας τοῦ Μηνοδώρου ἐπιπλέοντος ἤδη Καίσαρος ᾔσθετο , πρὸς δὲ
μηδὲν ἀδικοῦντά σε : σοῦ γὰρ ἀπαλλαγεὶς εἰς ἀνάγκην κατέστην αὐτομολίας . ἀλλ ' οὐ κατῄσχυνά σε : πεπλήρωκα γῆν
5366382 πατρικων
γυναικωδῶς ἀνετρέφοντο , ἐξελθόντες δὲ καὶ χωρισθέντες τῶν οἴκων τῶν πατρικῶν , τὰς ἀλλήλων ὕβρεις μὴ φέροντες , μηδὲ τὰ
τοῦτον ἐπίσχων ἐχθρῶν ἐπαναστάσεις καὶ κρισιολογίας πρὸς ἐλαχίστους καὶ τῶν πατρικῶν ἐλάττωσιν ποιήσει πλὴν ἐν τῷ περὶ δούλων καὶ τετραπόδων
5366343 ἀπολυσεως
τῆς φωνῆς ποινὴ , τουτέστιν ἀπόλυσις : ἐπεὶ ἡ ποινὴ ἀπολύσεως ἕνεκεν γίνεται . ποινὰ τίς : ἀμοιβὴ ἢ λύσις
ὑγρὸν καὶ οἷον ἀποπλύματα κρεῶν , ὅταν δὲ καιρὸς τῆς ἀπολύσεως ὑπάρχῃ , αἷμα καθαρόν , ἐπὶ τέλει δὲ θρόμβος
5365714 τετελευτηκει
χώρης τῆς Καρμανίης κατεῖχον , ὅτι καὶ ὁ σατράπης αὐτοῖσι τετελευτήκει κατὰ πρόσταξιν Ἀλεξάνδρου , ὁ δὲ νεωστὶ καθεστηκὼς Τληπόλεμος
βελῶν τὴν διὰ μακροῦ ἄφεσιν καὶ ὅτι ἀνὴρ ἀγαθὸς αὐτοῖς τετελευτήκει , καὶ ὀλίγον ἀνεχώρησαν ἀπὸ τῆς ὄχθης : Ἀλέξανδρος
5360672 Πτερελαου
ὄντα . Ἠλεκτρύονος δὲ βασιλεύοντος Μυκηνῶν , μετὰ Ταφίου οἱ Πτερελάου παῖδες ἐλθόντες τὴν Μήστορος ἀρχὴν τοῦ μητροπάτορος ἀπῄτουν ,
, τὴν ποίης ' Ἴθακος καὶ Νήριτος ἠδὲ Πολύκτωρ ] Πτερελάου παῖδες Ἴθακος καὶ Νήριτος ἀπὸ Διὸς ἔχοντες τὸ γένος
5358663 φορτιου
τέχνης ἢ ἱερῶν ἐνεργείας ἢ χρηματισμῶν , τὸ θʹ περὶ φορτίου πράσεως ἢ καματηρᾶς ξενιτείας , τὸ ιʹ περὶ ἐπηρείας
τῷ φορτίῳ ἰσόρροπός ἐστιν . ἐὰν δὲ ἑλκύσαντες ἐκ τοῦ φορτίου τὸ ὅπλον τὴν μὲν μίαν αὐτοῦ ἀρχὴν ἐκδήσωμεν ἔκ
5351764 Λαμπαδα
εἰς λιμένα Σκυθοταύρων ἔρημον στάδιοι διακόσιοι : καὶ ἔνθεν εἰς Λαμπάδα τῆς Ταυρικῆς στάδιοι ἑξακόσιοι . ἀπὸ δὲ Λαμπάδος εἰς
αἰνὰ διδάσκων καὶ ποταμὸν διὰ φίλτρον Ἔρως ἐδίδαξε κολυμβῆν . Λαμπάδα θεὶς καὶ τόξα βοηλάτιν εἵλετο ῥάβδον οὖλος Ἔρως ,
5343249 θακου
τοῖς ὀδοῦσι τὴν δέλτον , καὶ ὁ Γέλων ἐξαναστὰς τοῦ θάκου ἐδίωκεν αὐτόν , τὸ μὲν θηρίον μὴ καταπτήξας ,
καταλείπεσθαι καθεύδων . καὶ πολλὰ φαγὼν καὶ τῆς νυκτὸς ἐπὶ θάκου ἀνιστάμενος ἀποπλανώμενος ὑπὸ κυνὸς τῆς τοῦ γείτονος δηχθῆναι .
5341189 ἀθληματα
? ? ! ! ! ! ! [ ! ! ἀθλήματα ] ? ? ? ? [ Πηνελοπείης ] ?
γένος τῶν ἀνθρώπων οὐδένα λαβὼν μισθόν . τὰ δ ' ἀθλήματα πάντα αὐτὸς ἀδηρίτως ἐνίκησε , μηδενὸς τολμήσαντος αὐτῷ συγκριθῆναι
5331666 ἐφονευθη
οὗτος συνεμάχησεν ἐλευσινίοις στασιάζουσι κατὰ τοῦ βασιλέως ἐρεχθέως καὶ ἡττηθεὶς ἐφονεύθη : ὕστερον δὲ κατὰ πυθόχρηστον ἐτιμήθη καὶ ὁ τάφος
δὲ κατασκευάζεις τὸν φόνον , ὅτι ἡνίκα ἀπελύθη ὁ παῖς ἐφονεύθη καὶ οὐ πρὸς τούτου : ἔχει δὲ ἐνταῦθα παραγραφικὸν
5330866 Ἀντιλοχου
τεθῆναι . [ καὶ Νέστωρ μὲν οὐκ ἠξίωσε μετ ' Ἀντιλόχου ταφῆναι δι ' αὐτὸν ἀποθανόντος , οἴκαδε τὰ ὀστᾶ
μάλιστα ἐς ἔννοιαν ἑαυτοῦ ἀφικέσθαι λέγει , ξυμβαίνοντος ἑαυτῷ τοῦ Ἀντιλόχου τὴν ἡλικίαν τε καὶ τὸ μέγεθος , πολλοῖς δὲ
5327422 καθυγρων
ἢ στρατοπέδου , τὸ δὲ γʹ περὶ πραγμάτων καὶ πράξεων καθύγρων , τὸ δὲ δʹ περὶ πλοῦ καὶ τῶν ὁμοίων
ξενιτείας ἢ στρατοπέδου , τὸ γʹ περὶ πραγμάτων ἢ πράξεων καθύγρων , τὸ δʹ περὶ πλοῦ καὶ τῶν ὁμοίων ,
5321725 ὑπεδυ
: ἐπὶ τοῦ γενναῖόν τι πράττειν μέλλοντος . Τὴν ἀλωπεκῆν ὑπέδυ : ἐπὶ τῶν πανουργίᾳ χρωμένων . Τὴν αὐτὸς σαυτοῦ
διανείμασα , ὑποδῦσα ἕκαστον τῶν μορίων προσποιεῖται εἶναι τοῦτο ὅπερ ὑπέδυ , καὶ τοῦ μὲν βελτίστου οὐδὲν φροντίζει , τῷ
5318022 ἐδιωκετο
Ὅτι Ἰφικράτης λείαν ἔκ τινων χώρων συναρπάσας πολλὴν , ἐπειδὴ ἐδιώκετο παρὰ τοῦ φρουράρχου , πρὸ τῆς λείας τοὺς ὁπλίτας
ἀλλ ' ἐκείνη μὲν ἔφυγεν αὐτὸν διώκοντα ἐν πεδίῳ καὶ ἐδιώκετο ἐν πλάτει : σὲ δὲ καὶ εἴσω θυρῶν ἀπεκλείσαμεν
5315724 ἐπεραστου
. ” ἔραζε χαμαί , εἰς τὴν γῆν . ἐραννῆς ἐπεράστου , καλῆς . ἐρατίζων ἐπιθυμῶν . ἔργον . ὅταν
. ἦλθε δὲ ὁ Ἴαμος εἰς φῶς αὐτίκα ἐκ τῆς ἐπεράστου ἐντὸς τῶν σπλάγχνων ἐγκυμονήσεως . τὸν μὲν κνιζομένη ,
5307258 δομεστικος
πολλοῦ αὐτομολησάντων ὑπὸ τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων . Φθάσας οὖν ὁ δομέστικος τῶν Σχολῶν ἐγγὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐστρατοπέδευε καὶ ἀπεπειρᾶτο ταύτης
Δίφιλος φησὶν ὁ Ἀθηναῖος . ὀψονόμος μέντοι λέγεται ὁ κοινῶς δομέστικος τῆς τραπέζης . ὀψωνητικὴ δὲ ἡ τούτου τέχνη .
5293015 κατασταθεις
καὶ αὐτὸς ἀποθήσομαι τὴν τῶν Κελερίων ἀρχήν . ὁ δὲ κατασταθεὶς ὑπ ' ἐμοῦ μεσοβασιλεὺς συναγαγὼν τὴν λοχῖτιν ἐκκλησίαν ὀνομασάτω
τῶν Γελῴων , ἣν τότε παρεφύλαττε Δέξιππος ὁ Λακεδαιμόνιος , κατασταθεὶς ὑπὸ Συρακοσίων . ὁ δ ' οὖν Διονύσιος καταλαβὼν
5285994 κελευσεως
. ἀνηκουστεῖν ] τὸ δὲ ἀνηκουστεῖν τῆς τοῦ πατρὸς Διὸς κελεύσεως δυνατόν ἐστι πῶς ; ἐρώτησις ἔχουσα τὸ ἄλυτον ,
ἀναφορὰν ἔπεμψαν , δεόμενοι ὥστε παρασχεθῆναι αὐτοῖς ἀπὸ θείας αὐτοῦ κελεύσεως ἀγορασθῆναι τὰ Ὀλύμπια ἀπὸ τῶν Πισαίων τῆς Ἑλλάδος χώρας
5285740 καταπνευσθεις
ἑστώς , ἵνα τὸν εἰς οὐρανὸν δρόμον διιπτάμενος εὐθύνῃ , καταπνευσθεὶς καὶ ἐπιθειάσας ζῶν ἔτι τὰ ὡς ἐπὶ θανόντι ἑαυτῷ
| ἀνθρώπων , καὶ πρὸς τί γέγονεν . ὁ δὲ καταπνευσθεὶς ἔνθους γίνεται καὶ θεσπίζει τάδε : „ θνητοῖς μὲν
5277496 ἐφευγε
πλοῦν , ὅπως μὴ ἐκεῖσε φύγοι . Κόνων δ ' ἔφευγε ταῖς ναυσὶν εὖ πλεούσαις διὰ τὸ ἐκ πολλῶν πληρωμάτων
τόξον ἀπολείπει ἐπὶ τοῦ ἅρματος : αὐτὸς δὲ ἵππου ἐπιβὰς ἔφευγε : καὶ ἡ νὺξ οὐ διὰ μακροῦ ἐπιγενομένη ἀφείλετο
5265479 ἐφρουρειτο
: αὐτὸς μὲν γὰρ ἐπὶ πέτρας ἀκινήτωι καθέδραι πεδηθεὶς δρακόντων ἐφρουρεῖτο χάσμασιν , Θησεὺς δὲ τὸν φίλον ἐγκαταλιπεῖν αἰσχρὸν ἡγούμενος
Ἀμφίρητος Ἀκάνθιος λῃσταῖς ἁλοὺς , ἐς Λῆμνον ἀχθεὶς ἐν δεσμοῖς ἐφρουρεῖτο τῶν λῃστῶν λύτρα μεγάλα ἐλπιζόντων : ὁ δὲ τροφῆς
5261407 Ῥοδιου
καὶ τοῦτον γενέσθαι λεγόμενον . ὁμολογεῖ δέ μοι καὶ τοῦ Ῥοδίου ποιητοῦ τὰ ἔπη : Φλίας αὖτ ' ἐπὶ τοῖσιν
. Ἀρμενία , χώρα πλησίον τῶν Περσῶν , ἀπὸ Ἀρμένου Ῥοδίου , ὡς Ἀντίπατρος ἐν τρίτῳ περὶ Ῥόδου . οἱ
5256890 πελασαντα
δίψους ἀκμὴ ἐκ τοῦ καύματος μάλιστα λαμβάνουσα τὴν ἐπίτασιν : πελάσαντα γοῦν τῷ τόπῳ καὶ πλησθέντα τοῦ κράματος σκιρτῶσι πρῶτον
οἵ οἱ ἔασι δυσμενέες : τῶν ἤν τιν ' ἐσαθρήσῃ πελάσαντα , πάλλεται ὀρχηστῆρι πανείκελος , ὄφρα ἑ πόντου προπροκυλινδόμενον
5248905 μεγαλοφρονος
ἐν Θήβαις , Ἀστακοῦ τὴν κλῆσιν , ἀνδρὸς γενναίου καὶ μεγαλόφρονος . Αὕτη πολλὰς ἐπιθέσεις παρά τε τῶν ὁμορούντων ὑποστᾶσα
ἡ ἄφρων : ὁ μεγαλόφρων καὶ ἡ μεγαλόφρων , τοῦ μεγαλόφρονος : ὁ οἰκτίρμων καὶ ἡ οἰκτίρμων , τοῦ οἰκτίρμονος
5248662 ἀλυξας
δ ' ἔχεν ἀρχήν . Μῦς ποτε διψαλέος γαλέης κίνδυνον ἀλύξας , πλησίον ἐν λίμνῃ λίχνον προσέθηκε γένειον , ὕδατι
, ὅτι Σῶσος ἐσώθη . Χειμερίην νιφετοῖο κατήλυσιν ἡνίκ ' ἀλύξας Γάλλος ἐρημαίην ἤλυθ ' ὑπὸ σπιλάδα , ὑετὸν ἄρτι
5247039 ἀυτεεν
Ἑλένη μάλα πολλὰ διηνεκέως γοόωσα , ἄλλα μὲν ἐν Τρώεσσιν ἀύτεεν , ἄλλα δέ οἱ κῆρ ἐν κραδίῃ μενέαινε :
χερσὶ σμερδαλέῃσι κόνιν κατεχεύατο καὶ μέγα θύων Τυδείδην ἐς μέσσον ἀύτεεν . Ὃς δέ μιν οὔ τι ταρβήσας οἴμησε καταντίον
5236704 Βεβρυκων
τῆς Παφλαγονίας ἄρξαντα ὑπὸ πολλῶν δυναστευομένης , ἐπελθόντα τὴν τῶν Βεβρύκων κατασχεῖν , ἣν δ ' ἐξέλιπεν ἐπώνυμον ἑαυτοῦ καταλιπεῖν
κλῶπα σὺν Τεύκρῳ στρατὸν καὶ σὺν Σκαμάνδρῳ Δραυκίῳ φυτοσπόρῳ εἰς Βεβρύκων ἔστειλαν οἰκητήριον , σμίνθοισι δηρίσοντας , ὧν ἀπὸ σπορᾶς
5224634 καταπηδησας
μένων κινδυνεύσει μηδὲν ὅ τι καὶ λόγου ἄξιον ἀποδεικνύμενος , καταπηδήσας δὲ εἴσω τοῦ τείχους τυχὸν μὲν αὐτῷ τούτῳ ἐκπλήξει
, γνοὺς Ἀλέξανδρος ὅτι οὐκ εἴη τῶν ἱππέων τὸ ἔργον καταπηδήσας ἀπὸ τοῦ ἵππου πεζὸς ἐπῆγε τῶν πεζῶν τὴν φάλαγγα
5223963 λαφυροις
Ὁμήρου πολὺ ἂν ἀραρώτερον ἐπὶ τῶν φίλων λέγειν ἢ τοῖς λαφύροις , ὅτι τοῖς φρονίμοις ὄντως ὀλίγον τὸ φίλον .
νενικηκὼς τοὺς πολεμίους τοσαυτάκις ἀνήχθη , πολλαῖς μὲν ἀσπίσι καὶ λαφύροις κύκλῳ κεκοσμημένων τῶν Ἀττικῶν τριήρων , πολλὰς δ '
5221878 Θρᾳκος
: ὅθεν καὶ θρῃσκεία τὸ μυστήριον καλεῖται , ἀπὸ τοῦ Θρᾳκὸς Ὀρφέως : οὐδ ' ὅσα Φοῖβος : ἀναγνοὺς δὲ
τῷ τῆς πόλεως τείχει καθεζομένου , διήρχετο ἡ γυνὴ τοῦ Θρᾳκὸς , ἐπὶ μὲν τῆς κεφαλῆς βαστάζουσα στάμνον , ἐπὶ
5220082 Συρακοσιου
αὐλητοῦ καὶ μάγου . περὶ δὲ τῆς ὑπὸ Ἱέρωνος τοῦ Συρακοσίου κατασκευασθείσης νεώς , ἧς καὶ Ἀρχιμήδης ἦν ὁ γεωμέτρης
τὰς ἐν τῇ τρίτῃ βύβλῳ : οὐδὲ τὴν Ἑρμοκράτους τοῦ Συρακοσίου πρὸς Καμαριναίους : οὐδὲ τὴν Εὐφήμου τοῦ πρεσβευτοῦ τῶν
5219268 ἐμπιμπλας
εἰδέναι τί σφίσιν ἔσται , ἐὰν κρατήσωσιν . ὁ δὲ ἐμπιμπλὰς ἁπάντων τὴν γνώμην ἀπέπεμπε . παρεκελεύοντο δὲ αὐτῷ πάντες
ἐπεὶ ἐδεδειπνήκεσαν , τὰ ἐκπώματα αὐτῷ ἃ ἔλαβε παρὰ Κύρου ἐμπιμπλὰς προύπινε καὶ ἐδωρεῖτο . καὶ ὁ Σάκας ὁρῶν πολλὴν
5218130 δουπησεν
δόρυ πῆξεν ὤμων μεσσηγύς , διὰ δὲ στήθεσφιν ἔλασσε , δούπησεν δὲ πεσών : ὃ δ ' ἐπεύξατο δῖος Ὀδυσσεύς
: αὐτὰρ ὅ γε Κροίσμου στῆθος μέσον οὔτασε δουρί . δούπησεν δὲ πεσών : ὃ δ ' ἀπ ' ὤμων
5215935 ἐξηρπασε
συγγενείᾳ πέρας . ἐπειδὴ γὰρ ἔδει κρατῆσαι τὸν ἀμυνόμενον , ἐξήρπασε τὸν ἐπιόντα νόσῳ : καὶ τὸ μὲν τρόπαιον οὕτω
οὐκ ἀνῄρηκεν εἰσάγεται , ἐπεὶ καὶ ὅστις ἄνθρωπον ποταμοῦ ῥύμης ἐξήρπασε , πατὴρ ἂν εἰκότως εἶναι τοῦ σεσωσμένου δοκοίη .
5214878 ἀποστερησιν
μὲν ἐπανελθὼν εἰς Πελοπόννησον ἐστράτευσεν ἐπ ' Αὐγέαν διὰ τὴν ἀποστέρησιν τοῦ μισθοῦ : γενομένης δὲ μάχης πρὸς τοὺς Ἠλείους
δικολογίας ἕνεκεν δημοσίων πραγμάτων καὶ ζημίας καὶ ξενιτείας καὶ πατρικῶν ἀποστέρησιν ἢ πατρὸς κίνδυνον τοῖς ἔχουσι καὶ ἐχθρῶν ἐπανάστασιν καὶ
5211080 κειρειν
δὲ ἡ κεφαλή . καὶ τὸ κορσοῦσθαι δὲ ἐπὶ τοῦ κείρειν ἔλεγον οἱ Ἴωνες καὶ κορσωτῆρα τὸν κουρέα . .
μήτε τὰ ἀποπίπτοντα τῶν δραγμάτων ἀναιρεῖσθαι μήτε πάντα τὸν σπόρον κείρειν , ἀλλ ' ὑπολείπεσθαί τι τοῦ κλήρου μέρος ἄτμητον
5207537 Γυγου
ἵππῳ τῷ Λυδίῳ , ὃς κατωρώρυκτο μὲν ἐν Λυδίᾳ πρὸ Γύγου ἔτι , σεισμῷ δὲ τῆς γῆς διασχούσης θαῦμα τοῖς
κινούντων . Γυμνότερος παττάλου : ἐπὶ τῶν σφόδρα ἀπόρων . Γύγου δακτύλιος : ἐπὶ τῶν πολυμηχάνων καὶ πανούργων . Γύγης
5198726 Λαερτου
καὶ Μνηστήρων φόνον καὶ Τὰ ἐν ἀγρῷ καὶ Τὰ ἐν Λαέρτου . ὀψὲ δὲ Λυκοῦργος ὁ Λακεδαιμόνιος ἀθρόαν πρῶτος ἐς
ἐθνικὸν Στώλιος . Σύαγρα , χωρίον Κιλικίας πλησίον Ἄδου καὶ Λαέρτου . τὸ ἐθνικὸν Συαγρεύς . Σύαλις , πόλις Μαστιανῶν
5192650 ἰωην
δωρικόν . φύτλης : γενέσεως . Κλύε : ἤκουσεν . ἰωήν : φωνὴν , κραυγήν . Κραιπνά : ταχύτατα .
σακέων βαρύδουπον ἐμήσατο κόμπον ἀράσσειν , εἴ ποτε δειμαίνοντες ἀναθρῴσκοιεν ἰωήν : ἀλλὰ καὶ ὁπλοτέρης δολίης ἀνεχάσσατο βουλῆς Ἄρεα δειμαίνουσα
5191047 σαπρου
τῆς φθορᾶς . Ἐν ἅπασι δ ' ἐστὶν ἡ τοῦ σαπροῦ κακωδία καὶ ἐν φυτοῖς καὶ ἐν ζώοις καὶ ἐν
' ὀλίγου , ὅτε τοῦ πλεύμονος διαπύου ἐόντος ὅλου καὶ σαπροῦ : ἢν δὲ ἔξω κατακεχυμένον ἔσω τράπηται καὶ λάβῃ
5183502 ἡμιθανεις
ῥίζας , λήθης καὶ ὕπνου φάρμακα : οἱ δὲ ἔκειντο ἡμιθανεῖς ὑπὸ τοῦ πόματος . καὶ ἐφθάρησαν ὑπὸ τῶν πολεμίων
. δεινῶς δὲ ὑπ ' ἀλλήλων διατεθέντες ἐπειδὴ ἐσκοτώθησαν , ἡμιθανεῖς ἔκειντο . ἀλώπηξ δὲ παριοῦσα ὡς ἐθεάσατο τοὺς μὲν
5183445 Φιμβριας
αὐτῷ διάδοχον εἰς ἃ τότε διῴκει , φυλάξας αὐτὸν ὁ Φιμβρίας ἐς Χαλκηδόνα διαπλέοντα , πρῶτα μὲν Θέρμον τὰς ῥάβδους
- στάντων ὀλιγήμερος γεγένητο βασιλεύς . ἐφ ' οἷς ὁ Φιμβρίας , πάντα ἀπογνούς , ἐπὶ τὴν τάφρον προῆλθε καὶ
5182887 στεροιτο
οὗτος ἑκὼν εἰς τὴν χρείαν ἐμβὰς δικαίως ἂν τῆς παραιτήσεως στέροιτο . ἐμοὶ δὲ πρὸς τὸν λόγον ὑπὸ τῶν τῆς
, οὐχ οὕτως ἐτέλει δήπου ὡς ὧν τε ἐμοὶ δοίη στέροιτο καὶ ἄλλα ὑμῖν ἀποτείσειεν , ἀλλ ' οἶμαι ,
5181561 δεμνιων
ἡ τὸν Θοραῖον Πτῷον Ὡρίτην θεὸν λίπτοντ ' ἀλέκτρων ἐκβαλοῦσα δεμνίων , ὡς δὴ κορείαν ἄφθιτον πεπαμένη πρὸς γῆρας ἄκρον
κρατοῦσα τὸ δέμας . ἐλεδεμνὰς ] ἐλαύνων ἐμὲ ἐκ τῶν δεμνίων καὶ οὐκ ἐῶν καθεύδειν φόβον ἐμβάλλων . θ ἑλεδεμνὰς
5180159 ἐξηπτετο
βαρεῖ στρατῷ παρεσελθεῖν ἐς αὐτήν . καὶ ὁ Ἀντώνιος αὐτῶν ἐξήπτετο τοῖς ἱππεῦσι καὶ τότε μόνοις . ἀμυνομένων δὲ κἀκείνων
αἱ νῆες πρὸς τὴν Ἀσίαν ἄνω . τροπαίων δὲ τρόπαια ἐξήπτετο καὶ βωμοὶ Διὸς ἐλευθερίου καὶ τρίποδες κοινοὶ τῶν Ἑλλήνων
5177719 δημοκοπων
οὓς γὰρ ἐτελεῖτε φόρους Ἀττάλῳ , μεθήκαμεν ὑμῖν , μέχρι δημοκόπων ἀνδρῶν καὶ παρ ' ἡμῖν γενομένων ἐδέησε φόρων .
τῶν μὲν κτηματικῶν συμβουλευόντων τὴν ἡσυχίαν ἄγειν , τῶν δὲ δημοκόπων ἀνασειόντων τὰ πλήθη καὶ παρακαλούντων ἐρρωμένως ἔχεσθαι τοῦ πολέμου
5177307 ἱεμενους
φαγέειν μενοεικέα πολλήν : ἀλλ ' Ὀδυσεὺς κατέρυκε καὶ ἔσχεθεν ἱεμένους περ . τοῦ νῦν οἶκον ἄτιμον ἔδεις , μνάᾳ
' αἰχμήν . Μυρμιδόνες δ ' αὐτοῦ σχέθον ἵππους φυσιόωντας ἱεμένους φοβέεσθαι , ἐπεὶ λίπον ἅρματ ' ἀνάκτων . Γλαύκῳ
5176023 ἐκταν
, ὀφείλων εἶναι κοινῶς ἔκτην , γινόμενος δὲ κατὰ Δωρίδα ἔκταν , ὃς ἐν χρήσει ὁρᾶται Ἀττικοῖς . Εὐριπίδης Πλεισθένει
. Πῶς εἶπας ; ἦ τῷ δυσμενεστάτῳ βροτῶν ; Ὃν ἔκταν ' αὐτή : τοῦτο γὰρ λέξαι θέλεις . Ἐκ
5174994 ἀπαγγελλει
πρῶτος μὲν πρώτην ἄροσιν , μέσσος δέ τε μέσσην καρπὸς ἀπαγγέλλει , πυμάτην γε μὲν ἔσχατος ἄλλων . Ὅντινα γὰρ
: καὶ λέγουσιν ἄλλο παράδειγμα : ἀναγομένων Ἀθηναίων ἀπὸ Κερκύρας ἀπαγγέλλει Συρακουσίοις ὁ Ἑρμοκράτης τὴν ἄφιξιν : ἰδοὺ γὰρ ἐνταῦθά
5170922 Αὐτονοης
τῆς Ἀσίας , ἃς ὕστερον Ζεὺς καταστερίσας ὠνόμασεν Ὑάδας . Αὐτονόης δὲ καὶ Ἀρισταίου παῖς Ἀκταίων ἐγένετο , ὃς τραφεὶς
μὲν εἶναί φησι τὸν διαπορθμεύσαντα Εὐρώπην Διί . . . Αὐτονόης δὲ καὶ Ἀρισταίου παῖς Ἀκταίων ἐγένετο , ὃς τραφεὶς
5167746 Οἰκλεους
οὗτος δ ' ὁ μάντις ] τὸν υἱὸν λέγω τοῦ Οἰκλέους , ἤγουν τὸν Ἀμφιάρεων . σώφρων καὶ δίκαιος καὶ
Ἀδράστου ῥηθεὶς τοῦ Ταλαοῦ παιδὸς εἰς τὸν μάντιν Ἀμφιάραον τὸν Οἰκλέους υἱὸν , ὃν διαστᾶσα καὶ ἡ γῆ ἐδέξατο ἅμα
5166540 ἐγυμνου
Εὐφορώτατα δὲ ἐς τὸ πάθος ἐκφερόμενος τὸ σῶμα τοῦ Καίσαρος ἐγύμνου καὶ τὴν ἐσθῆτα ἐπὶ κοντοῦ φερομένην ἀνέσειε , λελακισμένην
. Καὶ γὰρ ὅτε ἤμην ἐν τῷ οἴκῳ αὐτῆς , ἐγύμνου τοὺς βραχίονας αὐτῆς καὶ τὰ στέρνα καὶ τὰς κνήμας
5164525 θρηνοισι
κάραι πέπλους , ὡς πρὶν σφαγῆναί γ ' ἐκτέτηκα καρδίαν θρήνοισι μητρὸς τήνδε τ ' ἐκτήκω γόοις . ὦ φῶς
. καὶ μὴν γυναικείοις ς ' ἂν οἰκτισαίμεθα κουραῖσι καὶ θρήνοισι πρὸς τὸν ἀνόσιον . σωτηρίας δὲ τοῦτ ' ἔχει
5158486 συναψαντων
διὰ λιμὸν , καὶ Μακεδονίαν καταλαβόντων καὶ εἰς μάχην αὐτῷ συναψάντων , ἀξίως τῆς ὠμότητος καταστρέφει τὸν βίον , διασπαραχθεὶς
οὐχ ὑπὸ τῆς προνοίας ἠναγκασμένων , ἀλλ ' ἐξ αὐτῶν συναψάντων μὲν τοῖς τῆς προνοίας καὶ ἀπὸ προνοίας ἔργοις ,
5155484 κορυθι
κὰκ κεφαλήν : ἣ δ ' ἄνδιχα πᾶσα κεάσθη ἐν κόρυθι βριαρῇ : ὃ δ ' ἄρα πρηνὴς ἐπὶ γαίῃ
ἀγρίου , πρόσθεν δὲ σάκος στέρνοιο κάλυψε καλὸν δαιδάλεον , κόρυθι δ ' ἐπένευε φαεινῇ τετραφάλῳ : καλαὶ δὲ περισσείοντο
5153026 ὑποτρομος
τοὺς θεατὰς ἐξίστη . παρῆν δὲ ἡ Ἰνὼ περιδεής , ὑπότρομος , ὑπὸ τοῦ φόβου χλωρόν τι καὶ τεθνηκὸς ὁρῶσα
αὐτόν , Ζεὺς δὲ ὀργισθεὶς ἐκεραύνωσεν αὐτόν . ὑποδινηθεῖσα : ὑπότρομος γενομένη . μελίη : τὸ ἑξῆς . . .
5152638 Ἀρηϊθοος
Φερεκύδης δὲ Κητέως . . . . Η , : Ἀρηΐθοος ὁ Βοιωτὸς , ἄριστος τῶν κατ ' αὐτὸν ἀνθρώπων
καὶ ἀρήγω ἀρηγών , . , . * . ? Ἀρηΐθοος : ὄνομα : ἡ χρῆσις εἰς τὸ Ἄρνη .
5148846 μετεστη
[ ] τοῦ πατρός , ὅτι ἐκ Κύμης τῆς Αἰολίδος μετέστη [ , θρασύτερον ] λέγων ” νάσσατο δ '
' ὅπερ καὶ πρὸς τοὺς Ἀθηναίους οὐχ ἥκιστα ἡ ξυμμαχία μετέστη . Οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι αἰσθόμενοι τό τε πρῶτον δι
5147318 ὠσεν
ἑλέσθαι : καὶ τό γε χειρὶ λαβοῦσα θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη ὦσεν ὑπὲκ δίφροιο ἐτώσιον ἀϊχθῆναι . δεύτερος αὖθ ' ὡρμᾶτο
ἐπὶ γαίης κλάσσε βαρύν περ ἐόντα , πάλιν δέ μιν ὦσεν ὀπίσσω ὤμῳ ἐπιβρίσας : ὁ δέ οἱ περὶ νεῦρα
5145211 Αἰαντειον
λθʹ ∠ ʹʹ Σηπιὰς ἄκρα ναʹ ∠ ʹʹδʹʹ λθʹ δʹʹ Αἰάντειον ναʹ γοʹʹ λθʹ δʹʹ Ἰωλκός ναʹ ∠ ʹʹ λθʹ
ει διφθόγγου γράφεται : Αἰάντειος οἶκος : Αἰαντία ἑστία : Αἰάντειον βούλημα . Τὰ διὰ τοῦ ωνιον ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς
5143035 ἀνεντος
πείσειν ἐπαγγελλόμενοι τοὺς Ῥοδίους δέχεσθαι τὰ δυνατώτατα τῶν προσταγμάτων . ἀνέντος δὲ τοῦ βασιλέως καὶ τῶν πρέσβεων δεῦρο κἀκεῖσε πολλὰ
πρόσωπον , πότνια Νύξ , τό τε λευκὸν ἔαρ χειμῶνος ἀνέντος : ὧδε καὶ ἁ χρυσέα Ἑλένα διεφαίνετ ' ἐν
5140826 σφαγων
: ἡ ἀνδρεία μαστίγων καὶ πληγῶν , κατακοπῆς τε καὶ σφαγῶν καὶ μυρίων ἄλλων κακῶν αἰτία ἐστί : τὸ κακῶν
' αὖ πρός τι , ὅτι καὶ μεῖζον τὸ ἄνευ σφαγῶν καὶ θορύβου καὶ ταραχῆς παῦσαι τὴν τυραννίδα τοῦ μετὰ
5139579 κομαων
. Κύπρις μὲν δολόμητις ἀναπτύξασα καλύπτρην καὶ περόνην θυόεντα διαστήσασα κομάων χρυσῷ μὲν πλοκάμους , χρυσῷ δ ' ἐστέψατο χαίτην
νοτερὴ δ ' ἀνεκήκιεν ἅλμη [ ] ς βρεκτῶν τε κομάων : [ πολυνείκεος ] αἰθύσσηισιν [ θαλασσογενῆ ] ?
5137263 ὠρεξατο
καλάμω δὲ πλάνον κατέσειον ἐδωδάν . καί τις τῶν τραφερῶν ὠρέξατο : καὶ γὰρ ἐν ὕπνοις πᾶσα κύων † ἄρτον
περ ἀμφιβαλόντε ἀλλήλους ὀλοοῖο τεταρπώμεσθα γόοιο . Ὣς ἄρα φωνήσας ὠρέξατο χερσὶ φίλῃσιν οὐδ ' ἔλαβε : ψυχὴ δὲ κατὰ
5136652 μετεμελεν
τῇ σκευῇ , καὶ ὁμόγλωσσον οὐδένα εὕρισκεν , καὶ ὅλως μετέμελεν αὐτῷ ἤδη τῆς ὁδοῦ , καὶ ἐδέδοκτο ἰδόντα μόνον
ἀγανακτήσεώς τε καὶ θορύβου τὸ συνέδριον . τοῖς μέντοι δέκα μετέμελεν εὐθέως τῆς τε κωλύσεως τοῦ λέγειν καὶ τῆς ἀπειλῆς
5135482 παραδοτω
μαστιγώσας ὁπόσας ἂν ἐθέλῃ , μηδὲν βλάπτων τὸν δεσπότην , παραδότω ἐκείνῳ κεκτῆσθαι κατὰ νόμον . ὁ δὲ νόμος ἔστω
. δοῦλος δ ' ἐάν τις ἐλεύθερον ὀργῇ τρώσῃ , παραδότω τὸν δοῦλον ὁ κεκτημένος τῷ τρωθέντι χρῆσθαι ὅτι ἂν
5131646 εἰργεσθω
ὁντιναοῦν τῶν ἐμφυλίων αὐτόχειρ κτείνῃ , πρῶτον μὲν τῶν νομίμων εἰργέσθω , μήτε ἱερὰ μήτε ἀγορὰν μήτε λιμένας μήτε ἄλλον
λουέσθω ὡς ἐλάχιστα ψυχρῷ , καὶ γλυκέων καὶ λιπαρῶν παντοίων εἰργέσθω : τὰς δὲ διὰ μεσηγὺ τῶν καθαρσίων ἀδίαντον πινέτω
5130145 μελεους
] κατ ' ἀλήθειαν . δῆθ ' ] ἀληθῶς . μελέους ] δυστυχεῖς . μελέους ] ἀθλίους . δόμων ]
κἀγὼ σέ , τὴν δοκοῦσαν Ἰδαίαν πόλιν μολεῖν Ἰλίου τε μελέους πύργους . πρὸς θεῶν , δόμων πῶς τῶν ἐμῶν
5123069 γονατων
. λέγεται δὲ ὑπ ' ἐνίων ἐπιγονατίς , διότι μέχρι γονάτων διήκει . ἐγχυτρίστριαι : αἱ τὰς χοὰς τοῖς τετελευτηκόσιν
; μεμνήμεθ ' ἐς κίνδυνον ἐλθόντες μέγαν . ἥψω δὲ γονάτων τῶν ἐμῶν ταπεινὸς ὤν ; ὥστ ' ἐνθανεῖν γε
5122231 παιδευοντος
μαθηταῖς εὐλαβεῖσθαι . εἰ γὰρ ὑπὲρ αὑτοῦ τὴν διάνοιαν ἐταράττετο παιδεύοντός τε καὶ πρεσβυτέραν ἄγοντος ἡλικίαν , πῶς ἂν νεωτέροις
μαθηταῖς εὐλαβεῖσθαι . εἰ γὰρ ὑπὲρ αὑτοῦ τὴν διάνοιαν ἐταράττετο παιδεύοντός τε καὶ πρεσβυτέραν ἄγοντος ἡλικίαν , πῶς ἂν νεωτέροις
5116411 Μελεαγρου
ἐστὶν ἱκανώτατος μάρτυς Σιμωνίδης ὁ ποιητής , ὃς περὶ τοῦ Μελεάγρου τὸν λόγον ποιούμενός φησιν : ὡς δουρὶ πάντας νίκασε
τῷ Παλαμήδει γένειά ἐστι τοῖς ἄλλοις . ἐς δὲ τοῦ Μελεάγρου τὴν τελευτὴν Ὁμήρῳ μέν ἐστιν εἰρημένα ὡς Ἐρινὺς καταρῶν
5113595 Μονος
Εὐβούλου πολιτευμάτων , ἐν ἅπασι δὲ τούτοις ἐγὼ τέταγμαι . Μόνος δ ' ἐν τῷ λόγῳ φαίνεται κηδεμὼν τῆς πόλεως
' ἰσχὺν δὲ τὴν ἑκάστοις προσοῦσαν τοῦ πράγματος βραβευομένου . Μόνος δὲ Καῖσαρ , ᾧ τὸ σύμπαν κράτος κατελέλειπτο νομίμως
5113073 κρατερων
κοιρανῇον ἔχοισα κάρτος ἀγεμονεύῃς . σᾷ δ ' ὐπὰ σδεύγλᾳ κρατερῶν λεπάδνων στέρνα γαίας καὶ πολιᾶς θαλάσσας σφίγγεται : σὺ
Λαέρταο δαΐφρονος , οὕνεκ ' ἄρ ' αὐτὸν νίκης ἱέμενον κρατερῶν ἀπέρυξεν ἀέθλων ἕλκος ἀνιηρὸν τό μιν οὔτασεν ὄβριμος Ἄλκων
5111739 ἐφεις
τὰ ἐκ τῶν ἀγρῶν αἰφνιδίου γενηθείσης αὐτοῖς τῆς ἐφόδου . ἐφεὶς δὲ καὶ ταῦτα τοῖς στρατιώταις διαρπάζειν ὁ Φάβιος καὶ
, κολαστής , εἶτα δυσὶ τοῖς προτέροις καὶ τρίτον προσέθηκεν ἐφεὶς ὡς ἐν ἁλώσει τοῖς ἐθέλουσι πορθεῖν Ἰουδαίους . οἱ
5109131 Μελανιππου
, : Φασὶν ἐν τῷ Θηβαϊκῷ πολέμῳ Τυδέα τρωθέντα ὑπὸ Μελανίππου τοῦ Ἀστακοῦ σφόδρα ἀγανακτῆσαι . Ἀμφιάρεων δὲ φονεύσαντα αὐτὸν
στρέφει θεός . εἰς ἀνδροβρῶτας ἡδονὰς ἀφίξεται κάρηνα πυρσαῖς γένυσι Μελανίππου σπάσας . ἀντήλιοι θεοί καθωσίωσε οὐρὰν δ ' ὑπίλας
5106362 Δαρδανιαων
πόλεμον πωλέσκετο δῖος Ἀχιλλεύς , οὐδέ ποτε Τρῶες πρὸ πυλάων Δαρδανιάων οἴχνεσκον : κείνου γὰρ ἐδείδισαν ὄβριμον ἔγχος : νῦν
λαοὶ μέν ῥα γέροντα μόγις ἔχον ἀσχαλόωντα ἐξελθεῖν μεμαῶτα πυλάων Δαρδανιάων . πάντας δ ' ἐλλιτάνευε κυλινδόμενος κατὰ κόπρον ,
5106203 πενθους
ὑπέμεινεν ἑαυτῷ παρακελευσάμενος ἐνεγκεῖν φεύγων τὰς παρὰ τῶν ἔξω τοῦ πένθους διαβολάς : ἐπεὶ δὲ τὸ πάντων οἰκειότατον Ἕκτορι ,
ἑαυτοῦ γενομένων , ἠξίωσεν ἐλεεινῷ χρησάμενος σχήματι καὶ μικρᾷ προσποιήσει πένθους , ἀλλ ' εὐθὺς ἅμα τῷ αὐτὰ διαπράξασθαι τὰ

Back