„ κύριος τῷ Ἀαρὼν λέγων : οἶνον καὶ σίκερα οὐ πίεσθε σὺ καὶ οἱ υἱοί σου μετὰ σέ , ἡνίκα
μὴ πίνετε , τῷ δὲ γνώμην ἀποφαινομένῳ τὸ „ οὐ πίεσθε „ . καὶ γάρ ἐστιν ἀμήχανον τὸ μέθης καὶ
6195146 πιῃς
Φιλοκτήτῃ ἔφη : οὐκ ἔστι διθύραμβος , ὅκχ ' ὕδωρ πίῃς . ὅτι μὲν οὖν οὐχ ἡδονῆς χάριν ἐπιπολαίου καὶ
: ἕξεις δ ' ὅς ' ἂν φάγῃς τε καὶ πίῃς μόνα : σποδὸς δὲ τἄλλα , Περικλέης , Κόδρος
6029755 σκυφιον
θρώισκων μὲν ἄρ ' Ἀμφιάραος ἄκοντι δὲ νίκασεν Μελέαγρος . σκύφιον δὲ λαβὼν δέπας ἔμμετρον ὡς τριλάγυνον πί ' ἐπισχόμενος
ποῦ χρυσότευκτα κἀργυρᾶ σκυφώματα ; Στησίχορος δὲ περὶ Ἡρακλέους : σκύφιον λαβὼν δέπας ἔμμετρον ὡς τριλάγυνον πί ' ἐπισχόμενος ,
5917472 θωσθαι
τὸ δηλοῦν τὸ εὐωχοῦμαι , ἀφ ' οὗ οἱ Δωριεῖς θῶσθαι λέγουσι τὸ εὐωχεῖσθαι , τούτου ὁ μέλλων θώσω ,
, ἤτοι ἐν εὐωχίᾳ εἰμί , ἀφ ' οὗ Δωριεῖς θῶσθαι λέγουσι τὸ εὐωχεῖσθαι . . . . . .
5843449 ᾀσῃ
δὲ διαύλιον λέγεσθαι ὅταν ἡσυχίας πάντων γενομένης ἔνδον ὁ αὐλητὴς ᾄσῃ . ἐπὶ τῷ τέλει τῆς μὲν στροφῆς κορωνίς .
ἔχων διατράγῃ θύλακον , ἀλεκτρυὼν τρεφόμενος ἂν ἐφ ' ἑσπέρας ᾄσῃ , τιθέμενοι τοῦτο σημεῖόν τινος . . . .
5818793 μαθω
καὶ φόνου συνεργάτιν λαβὼν τά γ ' εἴσω τειχέων σαφῶς μάθω . νῦν οὖν ἔξω τρίβου τοῦδ ' ἴχνος ἀλλαξώμεθα
τινές φασιν εἶναι τοῦ δαγκάνω , ἐπάγει ὡς τὸ δάκω μάθω λάχω ἅδω φύγω καὶ ὅσα τοιαῦτα ὑποτακτικὰ τρισὶ γράμμασι
5786837 ἑψητε
: παραινέσαι δὲ σφῷν τι βούλομαι σοφόν : ὅταν φακῆν ἕψητε , μὴ ' πιχεῖν μύρον . καὶ ὁ Σώπατρος
. Παραινέσαι δὲ σφῶν τι βούλομαι σοφόν : ὅταν φακῆν ἕψητε , μὴ ' πιχεῖν μύρον . Εἶθ ' ἥλιος
5783414 διθυραμβῳ
διὰ τὸ ἐλαύνεσθαι αὐτὸν διὰ βοῆς καὶ λέγεσθαι . Χάριτες διθυράμβῳ : οὕτως ἀκουστέον : αἱ τοῦ Διονύσου διθυράμβων ἐν
, ἐπειδὴ καὶ δέκα φυλαί . διαγωνίζονται δ ' ἀλλήλοις διθυράμβῳ , φυλάττοντος τοῦ χορηγοῦντος ἑκάστῳ χορῷ τὰ ἐπιτήδεια .
5782819 Διονυσοφανει
περὶ τὰς θύρας ἀνδρῶν , γυναικῶν . Οἱ μὲν τῷ Διονυσοφάνει συνήδοντο παῖδα εὑρόντι , καὶ μᾶλλον ὁρῶντες τὸ κάλλος
θεοῖς αὐταὶ πιστευθῆναι μητέρες θυγατρὸς οὕτω καλῆς . Ὄναρ δὲ Διονυσοφάνει μετὰ φροντίδα πολλὴν εἰς βαθὺν ὕπνον κατενεχθέντι τοιόνδε γίνεται
5782072 παισωμεν
. τὸ παίξωμεν οἱ Ἀττικοὶ παίσωμεν ἔλεγον , καὶ τὸ παίσωμεν πάλιν παίξωμεν . καὶ [ . . Ψ ,
εἰς τὰς γυναῖκας κατάδηλος ἐγενόμην . τὸ παίξωμεν οἱ Ἀττικοὶ παίσωμεν ἔλεγον , καὶ τὸ παίσωμεν πάλιν παίξωμεν . καὶ
5713625 ἀμβλισκειν
] Καὶ ἐὰν νέον ὂν ? [ δόξηι - ] ἀμβλίσκειν ? [ ἀμβλίσκουσιν - ] ; Τὸ νέον ἀντὶ
. Ἐκτρῶσαι : τοῦτο φεῦγε , λέγε δὲ ἐξαμβλῶσαι καὶ ἀμβλίσκειν . Δυσὶ μὴ λέγε , ἀλλὰ δυοῖν . Δυεῖν
5591598 ἀναγνω
ὑπομνήματα ἐρωτήσεως ἵνα γένηται αὐτοῖς ἄφεσις , καὶ ἵνα ἐγὼ ἀναγνῶ αὐτοῖς τὸ ὑπόμνημα τῆς ἐρωτήσεως ἐνώπιον Κυρίου τοῦ οὐρανοῦ
. ἐν γὰρ αἰτία τοῦ ἀναγνῶναί φαμεν οὕτως , ἵνα ἀναγνῶ ἐτιμήθην , ἵνα λοιδορήσω ἐπεπλήχθην : οὐκέτι δὲ τὸ
5575936 τελευτησω
ὁ βίος ταχέως ἐπιλείψῃ , ἀντὶ τοῦ , ἐὰν μὴ τελευτήσω , ἀλλὰ ζῶ , σὺν τῷ ταχεῖ τεθρίππῳ παραγεγονὼς
φρονεῖν οὐδ ' εὐφραίνεσθαι ἐκπεπταμένως . νῦν δ ' ἢν τελευτήσω , καταλείπω μὲν ὑμᾶς , ὦ παῖδες , ζῶντας
5543091 Εὐκρατει
μήτε ἐμοὶ πιστεύεις μήτε Δεινομάχῳ ἢ Κλεοδήμῳ τουτωῒ μήτε αὐτῷ Εὐκράτει , φέρε εἰπὲ τίνα περὶ τῶν τοιούτων ἀξιοπιστότερον ἡγῇ
ἄν , ” ἦν δ ' ἐγώ , “ ἀπιστήσαιμι Εὐκράτει τῷ Δείνωνος , σοφῷ ἀνδρὶ καὶ μάλιστα ἐλευθερίῳ ,
5529114 θυσιαστηριῳ
εἶπεν ὁ προφήτης : καὶ οἱ πόδες μου ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ περιεπάτησαν . καὶ ἀπῆλθον οἱ ἄγγελοι ἄπρακτοι , λέγοντες
αὐτῆς , πάλιν συμβολικῶς , | ἵνα μηδεὶς προσιὼν τῷ θυσιαστηρίῳ τὸ παράπαν ἐπαίρηται φυσηθεὶς ὑπ ' ἀλαζονείας , ἀλλ
5498487 Σολωνι
ἕταροι καὶ οἶκος πάντη : φαμὶ δὲ ἐγὼν ποτανεστάταν ἐσεῖσθαι Σόλωνι τὰν Λίνδον δαμοκρατεομέναν . καὶ ἁ νᾶσος πελαγία ,
παρ ' ἡμῖν νομοθέταις ἐρρῶσθαι φράσαντες , καὶ πολλὰ χαίρειν Σόλωνι καὶ Δράκοντι καὶ τοῖς ἄλλοις εἰπόντες ἅπασι , τὸ
5489043 ὑγιανῃ
ἔγχεε ἐπὶ ἡμέρας γʹ ἢ καὶ πλείους , ἕως ἂν ὑγιάνῃ . ἐὰν δὲ δι ' ἐπιφορὰν παρισθμίων ἢ τῶν
, ταὐτὰ δηλῶν τῷ ἵνα : πάλιν γὰρ τὸ ἵνα ὑγιάνῃ ἐν ἴσῳ ἐστὶ τῷ ὅπως ὑγιάνῃ , ἵν '
5483521 αἰτεις
εἰς τὸ [ αὐτὸ ] ῥῆμα , ὡς τὸ ὅρκον αἰτεῖς , νόμον αἰτεῖς , καὶ τὸ ἐπὶ σὲ αὐτὸν
Ἀρκαδίᾳ ὧδε Ἀρκαδίην μ ' αἰτεῖς . μέγα μ ' αἰτεῖς , οὔ τοι δώσω . πολλοὶ ἐν Ἀρκαδίῃ βαλανηφάγοι
5470199 πιε
: λαγὸν ταράξας πῖθι τὸν θαλάσσιον . τὸ δὲ “ πίε ” ἐπὶ ⌈ τοῦ ποτοῦ . ἐκ δὲ τοῦ
δέ ποτε καὶ ῥῆμα προστατικόν : “ Κύκλωψ , τῆ πίε οἶνον ” . ἐχρήσατο δὲ καὶ τῷ πληθυντικῷ ὁ
5468161 ἐναργεα
, γόνον ὑπάτων μὲν πατέρων μελπόμενοι γυναικῶν τε Καδμεϊᾶν . ἐναργέα τ ' ἔμ ' ὥτε μάντιν οὐ λανθάνει .
: διὸ παρ ' αὐτοῖς ἡ θεὸς τιμᾶται . βωμὸν ἐναργέα : ἤτοι τῇ κατασκευῇ πολυτελῆ τυγχάνοντα : ἢ τὸν
5458566 σιτινον
καὶ εἰς τὸν κόσμον βούλεται πορευθῆναι [ ] : καὶ σίτινον ἄρτον [ ] καὶ [ ὀπώραν - ] καὶ
[ καταλύειν - ] . εἰ δὲ διὰ ? [ σίτινον - ] ἄρτον ? [ ὀνειδίζετέ - ] με
5451613 θεριστρον
τῆς διοικήσεως . σείριον ἐκάλουν λεπτὸν ἱμάτιον ἀσπάθητον , οἷον θέριστρον , καθά φασιν οἱ γλωσσογράφοι . καὶ σειρὴν δὲ
. ἔρρωσο . Εἶδόν σου τὴν νύμφην μυστηρίοις καλὸν περιβεβλημένην θέριστρον : ἐλεῶ σε νὴ τὴν Ἀφροδίτην , ταλαίπωρε ,
5423034 πινηται
κύλικος οἰωνοῦ ἕνεκεν , καὶ ὅπως μὴ ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ πίνηται . ἐν δακτυλίῳ μὴ φέρειν σημεῖον θεοῦ εἰκόνα ,
τῷ ὄντι καὶ οὐ σφαλερός , ὅταν συμμέτρως καὶ κεκραμένως πίνηται . οἶνος γὰρ ἀνώγει ἠλεός , ὅς τ '
5421973 τριλαγυνον
Στησίχορος δὲ περὶ Ἡρακλέους : σκύφιον λαβὼν δέπας ἔμμετρον ὡς τριλάγυνον πί ' ἐπισχόμενος , τό ῥά οἱ παρέθηκε Λόφος
Δίφιλος οὐδετέρως λαγύνιον . τὸ δὲ παρὰ Στησιχόρῳ ἔμμετρον ὡς τριλάγυνον τὴν τῶν τριῶν γενῶν ἀμφιβολίαν ἔχει . σκύφος δ
5421575 ὑπακουσον
ὑπείροχον , ᾧ τυ γεραίρειν ἀρξεῦμ ' : ἀλλ ' ὑπάκουσον , ἐπεὶ φίλος ἔπλεο Μοίσαις . Σιμιχίδᾳ μὲν Ἔρωτες
μᾶλλον δὲ παῖε . σέ φημι , Θησαυρὲ χρυσοῦ , ὑπάκουσον Τίμωνι τουτῳῒ καὶ παράσχες ἑαυτὸν ἀνελέσθαι . σκάπτε ,
5418008 ὠφελες
: ὦ Νεοπτόλεμε ἐκ Διὸς κατάγων τὸ γένος , μὴ ὤφελες ἀναθεῖναι τὴν αἰτίαν τοῦ φόνου τοῦ σοῦ πατρὸς τῷ
δὲ ὤφελον ἐμφαίνει πρόσωπον , οἷον : ὤφελον ἐγώ , ὤφελες σύ , ὤφελεν ἐκεῖνος . καὶ ἄλλως : τὸ
5388780 ᾐδεα
εἶναι νωνύμνους ἀπολέσθαι ἀπ ' Ἄργεος ἐνθάδ ' Ἀχαιούς . ᾔδεα μὲν γὰρ ὅτε πρόφρων Δαναοῖσιν ἄμυνεν , οἶδα δὲ
τὰς τμήσεις ἐκ τούτων , φησίν , Ἴωνες οἰκείως προφέρονται ᾔδεα λέγοντες ἀναλύσει τοῦ η εἰς ε καὶ α ἀντὶ
5372547 ἀναμνησθητι
νύξ . εἶτα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος προτρέψῃ χρόνου λέγων : ἀναμνήσθητι τῆς μνηστείας , ἐν ὅσῳ χρόνῳ γέγονεν , ἐν
συγχωρεῖς , ἄθρει . Ἀλλὰ συγχωρῶ . Τὸν τοίνυν δημοτικὸν ἀναμνήσθητι οἷον ἔφαμεν εἶναι . ἦν δέ που γεγονὼς ἐκ
5367568 Καριων
τις αὖ ἐλθὼν διακωλύσῃ τι τῶν προὔργου ποεῖν . Παῖ Καρίων , τὰ στρώματ ' ἐκφέρειν ἐχρῆν αὐτόν τ '
ὡς ἔοικεν , εὐθὺς ἀπῆγον ἐκεῖ , ἔφη δὲ ὁ Καρίων . μεμυστιλημένοι : εὐωχημένοι , ζωμὸν ἀρυσάμενοι κοίλοις ἄρτοις
5365235 φυλαττου
τετρημένος γὰρ ἦν . Ἀπὸ μείζονος ἀνδρὸς ἄλευ : ἤγουν φυλάττου . ἔστι δὲ ἰωνικόν . Ἀπὸ βραδυσκελῶν ὄνων ἵππος
πώς σε δόλῳ φρένας ἐξαπατήσας ἰκτῖνος μάρψῃ Τουτὶ μέντοι σὺ φυλάττου , ὡς οὗτος φοβερὸς τοῖς σπλάγχνοις ἐστὶν ὁ χρησμός
5357671 Ζηνοθεμις
Ἀτλαντικὸν ἔθνος , ὃ ἦν δυνατώτατον τῶν τῆς Λιβύης . Ζηνόθεμις δὲ αὐτάς φησιν ὠικηκέναι ἐν Αἰθιοπίαι καὶ διερχομένας ἐπὶ
. Οἱ δ ' ἐμάχοντο συμπλακέντες , καὶ ὁ μὲν Ζηνόθεμις σκύφον ἀράμενος ἀπὸ τῆς τραπέζης κείμενον πρὸ τοῦ Ἀρισταινέτου
5355748 ἐπιστατῃ
τε καὶ νεώτατον αἰεὶ λέγεσθαι : καὶ γάρ , ὅταν ἐπιστατῇ τῆς ποίμνης μετὰ τῶν νόθων ἀδελφῶν , νέος προσαγορεύεται
προσήκει γίγνεσθαι πόλει τούτου μηδαμῇ μηδὲν ἐλλείπουσα ἄρχῃ τε καὶ ἐπιστατῇ . Κάλλιστα αὖ τὸν βασιλικὸν ἀπετέλεσας ἄνδρα ἡμῖν ,
5344422 καθιζεσθαι
μᾶλλον ἁρμόζει : καὶ λαβόμενος τῆς χειρὸς Γλαβρίωνος εἷλκεν αὐτὸν καθίζεσθαι κελεύων ἐπὶ τοῦ βασιλείου θρόνου . ἦν δὲ ἐκεῖνος
ταχὺ ἐπείθοντο . ἐπεὶ δὲ παρεγένοντο , πρῶτον μὲν ἐκέλευε καθίζεσθαι αὐτῶν ὅσοις ἐστὶ πλέον ἢ δυοῖν μηνοῖν ἐν τῇ
5337934 Ἐλατου
οὐ μόνος , ἀλλὰ καὶ Τειρεσίας πρὸ ἐμοῦ καὶ ὁ Ἐλάτου παῖς ὁ Καινεύς , ὥστε ὁπόσα ἂν ἀποσκώψῃς εἰς
ἐκεῖσε τελευτᾷ . Ὀρφεὺς Οἰάγρου παῖς Θρᾷξ Ἀστερίων Κομήτου Πολύφημος Ἐλάτου Ἴφικλος Φυλάκου Ἄδμητος Φέρητος Εὔρυτος Ἑρμοῦ Ἐχίων Ἑρμοῦ Γνωτὸς
5337484 Ὑμεναιον
Εὐτέρπης δὲ Ῥῆσον , Τερψιχόρης δὲ Σειρῆνας , Κλειοῦς δὲ Ὑμέναιον : τῶν δὲ λοιπῶν Θαλείας Παλαίφατον , ἐκ δὲ
ἃ μὲν ἀχέταν Λίνον αἴλινον ὑμνεῖ , ἃ δ ' Ὑμέναιον , ὃν ἐν γάμοισι χροϊζόμενον Μοῖρα σὺμ πρωτὰ λάβεν
5328454 ἀκουσηις
γνώμα μᾶλλον αἰσθησεῖται . δεύτερον δὲ μελετᾶν , αἴ κα ἀκούσηις : τῶι γὰρ πολλάκις ταὐτὰ ἀκοῦσαι καὶ εἶπαι ἐς
. εἶναι . . . . ἀλλ ' ὅταν Ἐμπεδοκλέους ἀκούσηις λέγοντος , ὦ ἑταῖρε , καὶ . . .
5327915 καθευδεις
ἀθρήσω πρῶτον , ὅτι δρᾷ , τουτονί . οὗτος , καθεύδεις ; μὰ τὸν Ἀπόλλω ' γὼ μὲν οὔ .
σου καὶ λανθάνειν βουλόμενον ἡ μέθη ποτέ . Τί οὐ καθεύδεις ; σύ μ ' ἀποκναίεις περιπατῶν . Εἴσελθε κἂν
5325169 μενῃς
μέμηνας ἀντὶ τοῦ ἐκμαίνῃ , τὸ δὲ μέμονας ἀντὶ τοῦ μένῃς εἰς ταύτην τὴν γνώμην καὶ οὐκ ἀφίστασαι . .
: ἀστοῖσιν ἄρεσκε πᾶσιν ἐν πόλει . . . αἴκε μένῃς : πλείσταν γὰρ ἔχει χάριν : αὐθάδης δὲ τρόπος
5323173 χαρισωμαι
καταπροδοῦναί τι τῶν κοινῶν , ἀλλ ' ἵνα τοῖς πραττομένοις χαρίσωμαι , καὶ τὴν ἐλευθερίαν φυλάξω τοῖς πολίταις ἀκέραιον ,
καὶ τὸ κυριώτατον ἄλλο λέγειν εἶναι , ἵν ' ὑμῖν χαρίσωμαι . Εἰπόντος αὐτῷ τινος ὅτι Πολλάκις ἐπιθυμῶν σου ἀκοῦσαι
5320600 λαλω
ἴστε μετ ' ὀλίγον χρόνον , ἀναβεβίωκα : περιπατῶ , λαλῶ φρονῶν , τὴν τηλικούτων καὶ τοιούτων ηλιον νυντοντον εὑρών
ἁρμόζου τύχην . ὄνος βαδίζεις εἰς ἄχυρα τραγημάτων . Κροίσῳ λαλῶ σοι καὶ Μίδᾳ καὶ Ταντάλῳ . σαυτὴν ἐπαινεῖς ὥσπερ
5310830 ἀσθμαινοντα
: ἐθέλουσι δὲ πιέμεν ἄμφω : πολλὰ δέ τ ' ἀσθμαίνοντα λέων ἐδάμασσε βίηφιν : ὣς πολέας πεφνόντα Μενοιτίου ἄλκιμον
εὐόδμῳ ῥοδέῳ καὶ ἁλίπνοον ἔσβεσεν ὀδμήν . εἰσέτι δ ' ἀσθμαίνοντα βαθυστρώτοις ἐνὶ λέκτροις νυμφίον ἀμφιχυθεῖσα φιλήτορας ἴαχε μύθους :
5310613 δικαιουν
ἀντικέηται . τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον δοκεῖ καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιοῦν καὶ δικαιοῦσθαι : ἀλλὰ τὸ μὲν νομίζειν πᾶν ἀδικεῖσθαι
ἀποδοῦναι , φάντες δύο σφέας ἐόντας βασιλέας παραθέσθαι καὶ οὐ δικαιοῦν τῷ ἑτέρῳ ἄνευ τοῦ ἑτέρου ἀποδιδόναι . Οὐ φαμένων
5307436 κατακεισο
, ἐσχαρίς , τράγημα δοτέον ἔτι , πλακοῦντος ἁπτέον . κατάκεισο κἀκείνας κάλει . συναγώγιμον ποιῶμεν . ἀλλ ' εὖ
' , ἔφη φάναι , Σώκρατες , παρ ' ἐμὲ κατάκεισο , ἵνα καὶ τοῦ σοφοῦ ἁπτόμενός σου ἀπολαύσω ,
5298015 ἀναμνησθω
, ἐς τοὺς πόδας τοῦτο ἀποσκώπτων . ἀλλ ' ὅταν ἀναμνησθῶ τοῦ γέροντος ἐκείνου Ἡρακλέους , πάντα ποιεῖν προάγομαι καὶ
ἀπὸ τοῦ ” ἀντὶ πολλῶν , ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι ” ἀναμνησθῶ „ χρημάτων ὑμᾶς ἑλέσθαι νομίζω τὸ τῇ πόλει συμφέρον
5286207 ἀπολωλα
, κρατῆρά τ ' αἴρου καὶ τὸν ἥδιστον κέρα . ἀπόλωλα : πέπλων μ ' ὤλεσαν περιπτυχαί . κακός σε
ἐπὶ τῇ λίμνῃ ἑστώς ; Ὅτι , ὦ Μένιππε , ἀπόλωλα ὑπὸ τοῦ δίψους . Οὕτως ἀργὸς εἶ , ὡς
5282441 θυσω
τῶνδ ' ἃ λέγω πεπράξεται . Ἐγὼ δ ' ἵνα θύσω τοῖσι καινοῖσιν θεοῖς , τὸν ἱερέα πέμψοντα τὴν πομπὴν
μᾶλλον ἢ θυμούμενος πρὸς κέντρα λακτίζοιμι θνητὸς ὢν θεῶι . θύσω , φόνον γε θῆλυν , ὥσπερ ἄξιαι , πολὺν
5269319 ἐνιπλειον
σίδηρον καυστείρης θαλφθεῖσαν ὑπὸ στέρνοισι καμίνου . ἄλλοτε φορβάδος αἰγὸς ἐνίπλειον δέρος οἴνης χραισμήσει τημοῦτος ἐπὴν σφυρὸν ἢ χέρα κόψῃ
εἶθαρ χρυσείηι προχόωι κήρυκ ' ἀθανάτοισι φέρειν μέλανος οἴνοιο ἀσκὸν ἐνίπλειον κελέβειόν θ ' ὅττι φέριστον οἷσιν ἐνὶ μεγάροις κεῖται
5266983 μελαναιγις
. . . . . ] ἐπέρχεσθαι τοὺς ἁμαρτάνοντας . μελαναιγὶς ] ἡ τὴν μέλαιναν καὶ φοβερὰν αἰγίδα ἔχουσα .
μέλαιναν καὶ φοβερὰν αἰγίδα ἔχουσα . μελαναιγὶς ] θανατηρά . μελαναιγὶς ] μέλαιναν αἰγίδα φοροῦσα . θ μελαναιγὶς ] ἡ
5265866 νιψον
ὕδωρ ἐπὶ τῆς λεκάνης βαλοῦσα , τοὺς πόδας τοῦ ξένου νίψον . ” διενοεῖτο γὰρ καθ ' αὑτὸν , ὡς
γῆς , κεκαρκινῶσθαί φασι : Φερεκράτης Αὐτομόλοις ὁπόταν σχολάζῃς , νίψον , ἵνα τὰ λήϊα συγκαρκινωθῇ . λέγεται καρκίνος καὶ
5261963 Γανυμηδει
ἔστενε καὶ ὑπεδάκρυε , καὶ εἴ ποτε πιοῦσα παραδοίην τῷ Γανυμήδει τὸ ἔκπωμα , ὁ δὲ ᾔτει ἐν αὐτῷ ἐκείνῳ
. Γανυμήδεα : εὔχεται , φησίν , ὁ κριτὴς τῷ Γανυμήδει , ἵν ' ἐπιτήδειον ἔχῃ τὸ στόμα πρὸς τὸ
5254419 χορευσω
θέλω στέφεσθαι : πολιὸν δὲ γῆρας ἐκδύς νέος ἐν νέοις χορεύσω . Διονυσίης δέ μοί τις φερέτω ῥοὰν ὀπώρης ,
κύπελλον γλυκερῆς βρύον μελίσσης , ἵνα τὰς φρένας συνάπτων νεονυμφίον χορεύσω . Ο δ ' ἔρως , ὁ πάντα τίκτων
5254158 θυμωθεις
αὐτῶν . κέρατα δὲ τὰ ἑαυτοῦ ὁ κάραβος ἀνεγείρας καὶ θυμωθεὶς ἐς αὐτά , προκαλεῖται μύραιναν . οὐκοῦν ἣ μὲν
ἐκ τῶν ἴσων ἐκλέξασθαι τούτους προὐτρέπετο . καὶ ὁ λέων θυμωθεὶς τὸν ὄνον κατέφαγεν . εἶτα τῇ ἀλώπεκι μερίζειν ἐκέλευσεν
5251718 Ἀρισταινετου
μὲν Ζηνόθεμις σκύφον ἀράμενος ἀπὸ τῆς τραπέζης κείμενον πρὸ τοῦ Ἀρισταινέτου ῥίπτει ἐπὶ τὸν Ἕρμωνα , κἀκείνου μὲν ἅμαρτε ,
: Ἢ οἵη ποτ ' ἄρ ' ἥ γ ' Ἀρισταινέτου ἐν μεγάροισι δῖα Κλεανθὶς ἄνασς ' ἐτρέφετ ' ἐνδυκέως
5250349 ἀμυγδαλας
γινόμεναι ἐπισεύονται καὶ ἐφέλκονται ἔφηλιν . ὁ Πλούταρχος τὰς πικρὰς ἀμυγδάλας φησὶν τὰς τοῖς προσώποις ἐξαίρειν ἐφηλίδας . * ἀργινόεσσαν
δὲ τὸν Χείρωνα πεποιηκὼς τὸν εἰς Φερεκράτην ἀναφερόμενόν φησιν : ἀμυγδάλας καὶ μῆλα καὶ μιμαίκυλα καὶ μύρτα καὶ σέλινα κἀξ
5249613 αἰτουντι
πῶς δὲ ἂν δοίη τῷ πρὸς τὰς ὁρμὰς αὐτεξουσίῳ μὴ αἰτοῦντι ὁ διδόναι πεφυκὼς θεός ; ἵν ' οὖν μήτε
κατέπρησεν , αἱ πλησίον αὐτῷ πόλεις καταπλαγεῖσαι προσετίθεντο στρατιάν τε αἰτοῦντι παρέσχον ἐς μυρίους πεζοὺς καὶ ἱππέας χιλίους : μεθ
5240244 ἀκολουθησον
ἐντελεστάτου [ ἐντελοῦς ὄντος . ] ἀκολουθήσεις ] ἀντὶ τοῦ ἀκολούθησον . τὸ “ ἀκολουθήσεις ” καὶ τὸ “ ἀνύσας
αὐτοῦ ; μεθαρμοσάμενος καὶ μετασκευασάμενος , ὅσα τῷ δοκεῖν , ἀκολούθησον τὸ πρῶτον οἷς ἂν ἐθέλῃ καὶ πρὸς μηδὲν ἐναντιωθεὶς
5239710 ἱππηλατα
. . . . ἦ κε μέγ ' οἰμώξειε γέρων ἱππηλάτα Πηλεύς , ὅς ποτέ μ ' εἰρόμενος μέγ '
σέ , πὰρ δ ' Ἀχιλῆα : γέρων δ ' ἱππηλάτα Πηλεὺς πίονα μηρία καῖε βοὸς Διὶ τερπικεραύνῳ αὐλῆς ἐν
5236724 βουλωμαι
ἂν ἐγὼ ἀποσπάσαι παράσχω καὶ ἔχειν , ἐς ὅσον ἂν βούλωμαι ἀνοίγειν τε ὁ τοιοῦτος πᾶσαν θύραν δύναται καὶ ὁρᾶν
ἐμοὶ δὲ μὴ λαμβάνοντι οὐκ ἀνάγκη διαλέγεσθαι ὧι ἂν μὴ βούλωμαι ; ἢ τὴν δίαιτάν μου φαυλίζεις ὡς ἧττον μὲν
5232342 Αὐτομολοις
ὄρθριον . καὶ τῶν καλουμένων δὲ ΜΕΛΙΚΗΡΙΔΩΝ μνημονεύει Φερεκράτης ἐν Αὐτομόλοις οὕτως : ὥσπερ τῶν αἰγιδίων ὄζειν ἐκ τοῦ στόματος
ὅπερ ἀγνοήσαντές τινες γράφουσι πασσυδεί . ἔστι δὲ καὶ ἐν Αὐτομόλοις Φερεκράτους . παππίζειν : τὸ πάππαν καλεῖν . πάππος
5231559 σατυρικῳ
μορίων τὴν φάβα οὐκ ὀνομάζει , καίτοι Αἰσχύλου ἐν τῷ σατυρικῷ Πρωτεῖ οὕτω μνημονεύοντος τοῦ ὄρνιθος : σιτουμένην δύστηνον ἀθλίαν
στενόστομον αὐτὸ καλεῖν , εἴρηται δὲ τοὔνομα ἐπὶ ἀμφορέως ἐν σατυρικῷ δράματι Κήρυξι τοῖς Αἰσχύλου στενόστομον τὸ τεῦχος . ἔξεστι
5227468 φορτιῳ
ἐξάψαντες ὅπλον ἐξ αὐτοῦ ἐπισπώμεθα τοσαύτῃ βίᾳ , ὅση τῷ φορτίῳ ἰσόρροπός ἐστιν . ἐὰν δὲ ἑλκύσαντες ἐκ τοῦ φορτίου
σιτηγεῖν αὐτὸς ἐθελήσας , εἶθ ' ὡς οὐκ ἀρκῶν τῷ φορτίῳ τόνδε αὑτῷ συμπλεῖν ἀξιοῖ , οὐχ ἵνα συμπλεύσειεν ,
5227416 Βαθυκλης
Ἡρακλῆς Ἥρυλλος καὶ παρὰ τὸ Θρασυκλῆς Θράσυλλος καὶ παρὰ τὸ Βαθυκλῆς Βάθυλλος , ὁ ἐρώμενος τοῦ Ἀνακρέοντος , οὕτως καὶ
δὲ Μίνω καλούμενον Ταῦρον οὐκ οἶδα ἀνθ ' ὅτου πεποίηκε Βαθυκλῆς δεδεμένον τε καὶ ἀγόμενον ὑπὸ Θησέως ζῶντα : καὶ
5222961 ἐντυχῃς
σὺ δὲ πῶς ἀξιοῖς ; αὖθις γὰρ ἐρήσομαιὅτῳ ἂν πρώτῳ ἐντύχῃς , τούτῳ ἕψῃ καὶ συμφιλοσοφήσεις κἀκεῖνος ἕρμαιον ποιήσεταί σε
, μοχθηροί εἰσιν : ἱκανὸν δὲ κἂν ἐνίοις τισὶν χρηστοῖς ἐντύχῃς . ἀλλ ' ἄπιτε ἤδη , ὡς κἂν ὀλίγαι
5221704 περιδειπνον
ἢ ἀπὸ τοῦ περιδείπνου λέγει : τάφος γὰρ λέγεται τὸ περίδειπνον , ὡς Ὅμηρος : “ δαίνυ τάφον Ἀργείοισι ”
. ξενίαν ] ὑποδοχήν . ξένος ] ξενίαν ὑποδεχόμενος . περίδειπνον ] ἡ ἐπὶ τοῖς ἀποθανοῦσιν ἑστίασις γινομένη . τίς
5217851 Κλειτοφων
ὁ δὲ κρούσας τὴν σορόν , “ Ἐπεὶ τοίνυν ἀπιστεῖ Κλειτοφῶν , ” ἔφη , “ σύ μοι , Λευκίππη
: Ἐμοὶ Φοινίκη γένος , Τύρος ἡ πατρίς , ὄνομα Κλειτοφῶν , πατὴρ Ἱππίας , ἀδελφὸς πατρὸς Σώστρατος , οὐ
5214444 συνδικαζειν
ὡς Ἰσοκράτης . καὶ ἀντεδικάσατο ὡς Λυσίας . καὶ σύνδικος συνδικάζειν συνδικαζόμενος . πρόδικος προδικεῖν , προδικάσασθαι προδικασία ὡς Ἀντιφῶν
, πείθουσι Νικόμαχον νόμον ἀποδεῖξαι ὡς χρὴ καὶ τὴν βουλὴν συνδικάζειν . καὶ ὁ πάντων οὗτος πονηρότατος οὕτως φανερῶς συνεστασίασεν
5206950 Κυκλωπι
τοῦ δικαίου χάριτας δίδου καὶ μήτοι νόμιζε καλὸν ἐοικέναι τῷ Κύκλωπι καὶ βοᾶν εἰκῆ καὶ λακτίζειν καὶ καταφρονεῖν τῶν θεῶν
, ὡς Ὀδυσσεὺς , πληρώσας κυμβίον ἀκράτου , ὤρεξε τῷ Κύκλωπι . . . . , : Σκύλλα θυγάτηρ μὲν
5203387 Ἐφιππος
Αἰξί : τοῦδε νῦν γεῦσαι λαβών . καὶ ὁ Οὐλπιανὸς Ἔφιππος , ἔφη , ἐν Πελταστῇ ἔνθ ' ὄνων ἵππων
Ἀσκάλωνι λίμνῃ διὰ τὴν ὕβριν καὶ ὑπὸ ἰχθύων ἐβρώθη . Ἔφιππος ὁ κωμῳδιοποιὸς παίζων φησίν : ὁπότε τῷ Γηρυόνῃ ναέται
5202414 Μανδροβουλος
ὡς τοῦ Εὐριπίδου ἡ Ἑκάβη . ηὔξατο δὲ οὗτος ὁ Μανδρόβουλος ὡς εἰ πλουτήσειεν ἐφ ' ἑκάστῳ χρόνῳ χρυσοῦν ἀνατιθέναι
αὐτοῦ οὐδὲν συμβαίνει ἄτοπον . Διάλογός ἐστι τοῦ Πλάτωνος καλούμενος Μανδρόβουλος διὰ τὸ παρεισάγειν αὐτὸν δι ' ὅλου τοῦ διαλόγου
5186342 Χαρικλης
διακονουμένης ποτὸν ἐδεξάμην . ἐνθεαστικῶς ταῦτα τοῦ Καλλικρατίδου βοῶντος ὁ Χαρικλῆς ὑπὸ τοῦ σφόδρα θάμβους ὀλίγου δεῖν ἐπεπήγει τακερόν τι
ὁπόσου πωλεῖ ; Ναὶ τά γε τοιαῦτα , ἔφη ὁ Χαρικλῆς : ἀλλά τοι σύγε , ὦ Σώκρατες , εἴωθας
5180409 ἐφροντισα
εἰς τήνδε τὴν ὥραν χρόνον δόσιν θεῶν λογίων νομιστέον . ἐφρόντισα μέντοι καὶ τοῦ σωφρονίσαι τὸν ἄνθρωπον δῆσαί τε αὐτὸν
κατὰ πενίας † ταῦτ ' ἔχω ὅσς ' ἔμαθον καὶ ἐφρόντισα καὶ μετὰ Μουσῶν σέμν ' ἐδάην : τὰ δὲ
5175501 Φησεις
: ὅταν δὲ χρῆσθαι , ἡ ἀμπελουργική ; Φαίνεται . Φήσεις δὲ καὶ ἀσπίδα καὶ λύραν ὅταν δέῃ φυλάττειν καὶ
τοῦτον ὀκλαδίαν πόει . Μακάριος εἰς τἀρχαῖα δὴ καθίσταμαι . Φήσεις γ ' , ἐπειδὰν τὰς τριακοντούτιδας σπονδὰς παραδῶ σοι
5171826 Αἰξιν
. νεανισκεύεται : Ἄμφις Ἐρίθοις . Ποσείδιππος Δημόταις . Εὔπολις Αἰξίν . ἰδίως δὲ ἐσχημάτικεν τὸ νεανισκεύειν ἐν Δήμοις γυναῖκ
γῆν : καὶ νεατὸν Ξενοφῶν , οὐ νέωσιν . Εὔπολις Αἰξίν : ” ἐπίσταμαι γὰρ αἰπολεῖν , σκάπτειν , νεᾶν
5170463 πλυθηναι
τὸν κηρὸν πλῦνον ἅπαξ ἢ δίς : εἶτα μετὰ τὸ πλυθῆναι ἐν ὕδατι χρῶ . οὕτως ἐπίβαλε ῥοδίνῳ , ἀλλὰ
Ϲαμία ἢ ἀϲτήρ . Ἡ δὲ Ϲαμία γῆ οὐ δεῖται πλυθῆναι , χρώμεθα δὲ αὐτῆϲ μάλιϲτα τῷ ἑτέρῳ τῶν εἰδῶν
5161301 Λυαιου
Φοίβου λάλον πιόντες ὕδωρ μεμηνότες βοῶσιν : ἐγὼ δὲ τοῦ Λυαίου καὶ τοῦ μύρου κορεσθείς καὶ τῆς ἐμῆς ἑταίρης θέλω
τέλος . παίξω , γελάσω , χορεύσω μετὰ τοῦ καλοῦ Λυαίου . Ἡ καλόν ἐστι βαδίζειν ὅπου λειμῶνες κομῶσιν ,
5161287 Διονυσοδωρου
τε τοῦ Κλεινίου ἐρασταὶ καὶ οἱ τοῦ Εὐθυδήμου τε καὶ Διονυσοδώρου ἑταῖροι . τούτους δὴ ἐγὼ δεικνὺς ἔλεγον τῷ Εὐθυδήμῳ
τόπον ὄρεσιν . “ Ἀμφοτερόπλουν : Δημοσθένης ἐν τῷ κατὰ Διονυσοδώρου . ὅταν τις ναυτικὸν δανείσῃ δάνειον ἐπὶ τῷ καὶ
5157728 ἐλευθερωσον
δῆμος ἀπὸ μιᾶς γλώττης πρὸς τὸν Ξάνθον ἐβόων : „ ἐλευθέρωσον Αἴσωπον , ὑπάκουσον Σαμίοις . χάρισαι τὴν ἐλευ -
ἐλευθέρου . ἐπιρρύου ] φύλαττε . Ξ ἐπιρρύου ] + ἐλευθέρωσον τοῦ κινδύνου . στροφὴ ἑτέρα κώλων ηʹ . ἡμέτερον
5156536 ἐπισκηπτει
Τιμάρχου ἐπιστᾶσά που ἡ τοῦ Πατρόκλου ψυχὴ καθεύδοντι τῷ Ἀχιλλεῖ ἐπισκήπτει περὶ τοῦ ὁμόταφος αὐτῷ γενέσθαι οὐ γὰρ ἔτι ζωοί
μὴ δυνηθεῖσα διασῶσαι τὰ φαινόμενα , ὡς καὶ ὁ Σωσιγένης ἐπισκήπτει λέγων : Οὐ μὴν αἵ γε τῶν περὶ Εὔδοξον
5153877 αὐτοπυρον
, τῶν δὲ φαιῶν τοὺς ἴσους . τὸν δ ' αὐτόπυρον ἄρτον ἀρτίως φαγών διπλάσαι καταφαγεῖν αὐτὸς τοσοῦτ ' ἀργύριον
μὲν κρίθινον ἄλευρον μιγνύειν αὐτῷ , ποτὲ δ ' ἄρτον αὐτόπυρον , καὶ εἰ διαφοροῖτο μὲν ὁ ὄγκος , ἐνδεέστερον
5150352 Ἱπποκλειδης
ἐγένοντο . Μέμνηται ταύτης Ἀλκαῖος . Οὐ φροντὶς Ἱπποκλείδῃ : Ἱπποκλείδης μετὰ καὶ ἄλλων πολλῶν ἐμνηστεύσατο τὴν Κλεισθένους τοῦ Σικυωνίου
Ἀθήναις . * * τοῦ δὲ Μιλτιάδης , τοῦ δὲ Ἱπποκλείδης , ἐφ ' οὗ ἄρχοντος Παναθήναια ἐτέθη . *
5148212 Αὐτολυκῳ
Ἀριστοφάνους εἰπόντος ἐν Ἀχαρνεῦσιν . Εὐριπίδης μὲν γὰρ εἴρηκεν ἐν Αὐτολύκῳ σατυρικῷ τοὺς ὄνους τοὺς λαρκαγωγοὺς οἴσειν ἐξ ὄρους ξύλα
πλαταμώδεσιν ἀπολυόμεναι μεταχωροῦσι . τὰς δὲ κνίδας ὁ Εὔπολις ἐν Αὐτολύκῳ ἀκαλήφας ὀνομάζει ἔτι τε Ἀριστοφάνης ἐν Φοινίσσαις οὕτως :
5147379 ὀρχησασθαι
αὐτὸ ῥᾷον , οἷον πάλαισιν τοῦ παλαῖσαι καὶ ὄρχησιν τοῦ ὀρχήσασθαι καὶ αὔλησιν τοῦ αὐλῆσαι καὶ ᾆσιν τοῦ ᾆσαι ,
πρῶτος εἰσηγητὴς γέγονε Βάθυλλος ὁ Ἀλεξανδρεύς , ὅν φησι παντομίμους ὀρχήσασθαι Σέλευκος . τοῦτον τὸν Βάθυλλόν φησιν Ἀριστόνικος καὶ Πυλάδην
5143042 Μικυλλε
τοῦ κολοσσοῦ λέγε . Τί πρῶτον εἴπω σοι , ὦ Μίκυλλε ; τοὺς φόβους καὶ τὰ δείματα καὶ ὑποψίας καὶ
τὰ πορθμεῖα καταβαλεῖν . Τί τοῦτο ; περίμεινον , ὦ Μίκυλλε : οὐ θέμις οὕτω σε διελθεῖν . Καὶ μὴν
5142245 γαλεωτης
μυγαλὴ ἀπὸ τοῦ ἁλίσκειν τοὺς μύας . λέγεται ἀσκαλαβώτης καὶ γαλεώτης ἢ μῦς ἢ ἡ κοινῶς λεγομένη νυμφίτζα , ἀπὸ
τοῦ κωμικοῦ ἀστεῖον : ἐν γὰρ τῷ εἰπεῖν “ νύκτωρ γαλεώτης κατέχεσεν ” ἐπέφερε “ δεῖπνον ἡμῖν οὐκ ἦν ἑσπέρας
5139934 δυστηνῳ
. „ ἡ δὲ τὸ στῆθος πατάξασα ” οἴμοι τῇ δυστήνῳ , ” φησίν , „ οὐδὲν γὰρ οὐδὲ σοφισαμένη
πρὸς τὰ Τροίας πεδία καὶ τὸν Ἀτρέως ἔχθιστον υἱὸν τῷδε δυστήνῳ ποδί ; Πρὸς τοὺς μὲν οὖν σε τήνδε τ
5138014 δειπνησαι
δεῖ ἔτι τούτους , ἐπεὶ ἡμᾶς πάντως εἶδον , ἡδέως δειπνῆσαι οὐδ ' ὅπου ἂν θέλωσι σκηνῆσαι . Ἐντεῦθεν οἱ
τὸ δεῖπνον αὐτῶν καὶ εἰσήρχοντο παρὰ τῷ ἀδελφῷ τῷ πρεσβυτέρῳ δειπνῆσαι μετ ' αὐτοῦ , συμπαραλαμβάνοντες καὶ τὰς τρεῖς ἀδελφὰς
5136217 πανουργε
ὄντας ἡμῖν αἰτίους τῶν πραγμάτων . Οὐχ ἁπάντων , ὦ πανοῦργε ; ταῦτα δὴ τολμᾷς λέγειν ἐμφανῶς ἤδη πρὸς ἡμᾶς
τὸ κινεῖσθαι ἐν δόλῳ . ὦ κίναδε : ἤτοι ὦ πανοῦργε : Σικελιῶται γὰρ τὴν ἀλώπεκα κίναδον προσαγορεύουσιν . ἐποκίξατο
5134097 Ἐπικρατης
ὑπὸ τούτων τῶν τριχῶν εἱλκόμην , κονδύλους ἔλαβον . ” Ἐπικράτης : Ἰσαῖος ἐν τῷ περὶ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ ῥηθέντων
ἐν τῷ περὶ τῆς πρεσβείας . ἕτερος δ ' ἐστὶν Ἐπικράτης οὗ μνημονεύει Λυκοῦργος ἐν τῷ περὶ διοικήσεως , λέγων
5133849 Σωστρατος
οὐκ ἠδυνάμην , συνειδὼς οἷα αὐτὸν διατεθείκειν : καὶ ὁ Σώστρατος δὲ τὰς τῶν ὀφθαλμῶν ὁρῶν ἀμύξεις τῶν ἐμῶν ,
, ὃς ἀπ ' αὐτοῦ Ἰσμηνὸς ὠνομάσθη , καθὼς ἱστορεῖ Σώστρατος ἐν βʹ περὶ Ποταμῶν . Παράκειται δὲ αὐτῷ Κιθαιρὼν
5129309 προσειπω
μᾶλλον οὐ δεδηγμένον τόλμης ἕκατι κἀκδίκου φρονήματος ; τί νιν προσείπω , κἂν τύχω μάλ ' εὐστομῶν ; ἄγρευμα θηρός
, Τροίας πτολίπορθ ' , Ἀτρέως γένεθλον , πῶς σε προσείπω ; πῶς σε σεβίξω μήθ ' ὑπεράρας μήθ '
5127260 Ἀγαθου
μ ' , ὁρᾷς . Ἔριφος Μελιβοίᾳ : ἐκπεπήδηκας πρὶν Ἀγαθοῦ πρῶτον Δαίμονος λαβεῖν , πρὶν Διὸς σωτῆρος . Θεόφραστος
Διονύσου τὰς Νύμφας ὀνομασθῆναι . ὅτι δὲ δοθείσης τῆς τοῦ Ἀγαθοῦ Δαίμονος κράσεως ἔθος ἦν βαστάζεσθαι τὰς τραπέζας ἔδειξεν διὰ
5124271 ὀνυχιον
ἡ καὶ κογχύλη λεγομένη , κηρύκιόν ἐστι μικρόν , ὥσπερ ὀνύχιον . αὕτη ὑποθυμιωμένη ἀναδρομὰς ὑστέρας παύει καὶ πνιγμοὺς ἀποσοβεῖ
] . ἀπὸ τοῦ σφραγὶς τὸ δακτύλιον , ὄνυξ τὸ ὀνύχιον καὶ τοῦ ἀργὸς καὶ τοῦ κομῶ τὸ ἐπιμελοῦμαι .
5124269 Ἡρωσιν
καὶ κάνητα καὶ κανήτια . καὶ κανίσκια μὲν Φερεκράτης ἐν Ἥρωσιν εἶπεν ὁ κάνης δὲ τῆς κοίτης ὑπερέχειν μοι δοκεῖ
ἄσκιον : εἴρηται ἐπὶ τῶν τὰ κενὰ δεδοικότων : Κράτης Ἥρωσιν : Οὐκ ἀσκίῳ γ ' ἐμορμολύττετ ' αὐτούς .
5123765 ἐλουσαμην
καὶ ἅμα ἐγιγνόμην τε ἐν τῷ θερμῷ καὶ ἀπεδυόμην , ἐλουσάμην καὶ μάλα ἡδέως . ὀγδόῃ ἔμετος εἰς ἑσπέραν κατὰ
ὁ πεμφθεὶς ἀγγέλλων ἀμφότερα , τὸ μὲν ὡς ἀηδέστατά τε ἐλουσάμην δειπνῆσαί τε οὐκ ἐδυνήθην ἔν τε ὀνεί - ρασι
5121555 ἀστραβην
κομιδῇ ἡδέα . Σοφὸν ὁ βοῦς , ἔφασκε δ ' ἀστράβην ἰδών : οὐ προσήκειν αὐτῷ τὸ σκεῦος . Σοφοὶ
αὐτὸ τὸ νωτοφόρον ὑποζύγιον : οἱ δὲ τὴν σωματηγὸν ἡμίονον ἀστράβην λέγουσιν . οὕτως εὗρον εἰς τὸ Ῥητορικὸν λεξικόν ,
5121201 εἰαρ
πεπραγματευμένοι ψιλῶς , ἀντὶ τοῦ φανερῶς , παραγγέλλουσιν ἄλλως : εἶαρ ἐλαίης : εἶαρ δὲ ὑπὸ τῶν νεωτέρων τὸ αἷμα
δ ' ὑποδάμναται εἴκων . τῷ καὶ πρημαδίης ἢ ὀρχάδος εἶαρ ἐλαίης ἢ ἔτι μυρτίνης σχεδίην δεπάεσσιν ὀρέξαις ὄφρ '
5118920 ὑγιασθῃ
καὶ κατάδει , χρῶ τε τῷ φαρμάκῳ , μέχρις ἂν ὑγιασθῇ . τὸ δ ' ὄπιον μεθ ' ὑγρᾶς κηρωτῆς
παρεισδῦναι , ἕως ἂν δυνηθῇ στῆναι : οὕτω γὰρ ἂν ὑγιασθῇ : τρίτῃ δὲ ἡμέρᾳ ἐπιθεράπευε . ἐὰν δὲ δι
5110518 ῥεομενην
προαρπάζειν ἕκαστον . τὴν δὲ ἐπείγεσθαι καὶ περιτρέχειν ἀσθμαίνουσαν καὶ ῥεομένην ἱδρῶτι . τοὺς μὲν οὖν ἐκείνης ἑστιάτορας ὀρχεῖσθαί τε
ὑπὸ καταφερείας , ὅθεν , φασί , καὶ Αἰσχύλος τὴν ῥεομένην ἄμπελον μάχλον ἔφη . . . . , :
5108494 θυω
καὶ πλεονασμῷ τοῦ ν ἀχύνω , ὥσπερ δύω δύνω καὶ θύω θύνω , καὶ ἐν ὑπερθέσει τοῦ ν ἀχνύω :
ἀλλήλων δὲ διέχουσιν πολύ . βοῦν προσκυνεῖς , ἐγὼ δὲ θύω τοῖς θεοῖς : τὴν ἔγχελυν μέγιστον ἡγεῖ δαίμονα ,
5100353 χαλεπαινεις
καὶ δὴ καὶ νῦν εὖ οἶδ ' ὅτι οὐκ ἐμοὶ χαλεπαίνεις , γιγνώσκεις γὰρ τοὺς αἰτίους , ἀλλὰ ἐκείνοις .
ἔχει ἀκολουθῆσαι ἢ τῷ φαινομένῳ ; οὐδενί . τί οὖν χαλεπαίνεις αὐτῇ , ὅτι πεπλάνηται ἡ ταλαίπωρος περὶ τῶν μεγίστων
5096559 ἀπορηθεις
στρατηγὸς ἔφευγεν ἀνὰ κράτος . ὅπερ ὡς ἔγνω δείλαιος , ἀπορηθεὶς ἐκ πάντων , πυρὰν ὑφῆψε λιπαρὰν ὕλαις ἀφθόνοις θρέψας
εἰς τὴν τῶν Μακεδόνων κρίσιν παραχθεὶς καὶ κατὰ τὴν ἀπολογίαν ἀπορηθεὶς λόγων ἐθανατώθη . ὁ δ ' Ἀλέξανδρος ἐκπέμψας τινὰς

Back