χωριστος ; ἠ οὐ του σωματος κατα συμβεβηκος , οὑ χωριζεται , ἀλλα του περιεχομενου περας ἐστιν και ἐπιφανεια ;
κατα τουτο χωριστα ἐστι της ὑλης , καθο τῃ ἐπινοιᾳ χωριζεται . των οὐν ὀντων τα μεν ἐστι πανταπασι χωριστα
9999993 ὁριζεται
το ἡγεμονικον , καθαπερ ἀπο σπογγιας . Πλατων την φωνην ὁριζεται πνευμα δια στοματος ἀπο διανοιας ἠγμενον και πληγην ὑπο
εἰναι . Ἀπολλοδωρος δ ' ἐν τῃ Φυσικῃ τεχνῃ οὑτως ὁριζεται τον χρονον : χρονος δ ' ἐστι της του
9999993 ποριζεται
γηροβοσκους κεκτησθαι ἑαυτοις ἐκ τουτου του ζευγους τοις γουν ἀνθρωποις ποριζεται : ἐπειτα δε και ἡ διαιτα τοις ἀνθρωποις οὐχ
ὁν προαιρειται βιον . Βιος κεκληται δ ' ὁς βιᾳ ποριζεται . Βιου δικαιου γιγνεται τελος καλον . Βουλης γαρ
9999993 κανονιζεται
ἐστιν ἀπο του οἰγω και οὐκ ἀπο του ἀνοιγω , κανονιζεται οὑτως : οἰγω οἰξω ᾠχα ᾠγα , Ἀττικως ἐῳγα
Το ἐαν τετυφω χρονου μεν ἐστι παρακειμενου και ὑπερσυντελικου , κανονιζεται δε ἀπο του ὁριστικου ἐνεργητικου παρακειμενου του τετυφα :
9999991 παραγινομενον
και δια τουτο βραχυτερας ἐπικουριας ἐκ φαρμακων προσδειται το μη παραγινομενον αὐταρκως εἰς μαστους αἱμα . και ὁσα γε τουτο
χρονον ἐπεδημησας ἐν Σαμῳ , Διαγορα , πολλακις οἰδα σε παραγινομενον εἰς τους παρ ' ἐμοι ποτους , ἐν οἱς
9999991 ἐπιλογιζεται
, τἀλλα δ ' οὐδ ' ὁρᾳ , οὐδ ' ἐπιλογιζεται . οὐ γαρ ἠθελεν , φησιν , σωσαι το
μη ἐξ αὐτων , ὡν προφερεται , διεψευσμενον ἐθεωρειτο . ἐπιλογιζεται μεν γαρ δια τινων συνεγγυς ἀπλανων ἀστερων τετηρημενων σεληνιακων
9999991 καλλωπιζεται
ἐν κυσιν πολλαισιν ἐστραφην λυκος . ὁρᾳς ὁτι και Σολων καλλωπιζεται και σου μειζον ἐφ ' αὑτῳ φρονει . ἡγειτο
και πεφευγε τα ψυχρα και μειρακιωδη σχηματα , οἱς ἐκεινη καλλωπιζεται περα του μετριου : μαλιστα δε κατα το δραστηριον
9999991 συνεχομενος
* δ πλευσεις ἀπροσδοκητως και καλως ε οὐκ ἀπολυθησεται ὁ συνεχομενος Ϛ οὐκ ἀπαλλαγησῃ της φιλης δια πολλου ζ ἐπισκοπησεις
ἀγορασεις το κτημα νυν α οὐ πλευσεις καλως β ὁ συνεχομενος ἀπολυθησεται γ ἀπαλλαγησῃ της φιλης ὁτε οὐκ ἐλπιζεις δ
9999991 ὑπολειπομενους
οὐδε τους νοσῳ καμνοντας της στρατιας οὐδε τους δια καματον ὑπολειπομενους ἐν ταις ὁδοις ἀγειν ἐτι ἠν εὐμαρως ἀποριᾳ τε
νεωτατοι πρωτοι , οὐραγουσι δε οἱ μεγιστοι , και τους ὑπολειπομενους ἐπιστραφεντες εἰτα μεντοι ἑπεσθαι σφισιν ἐκβιαζονται . ἐαν δε
9999991 λαμβανεται
ὑπογραφης διαφερει , ὁτι ὁ μεν ὁρισμος ἐξ οὐσιωδων φωνων λαμβανεται και την οὐσιαν αὐτην και την φυσιν του ὑποκειμενου
ἰω ” και το “ ἰου ” ἐνταυθα ἐπι χαρας λαμβανεται : το δε “ ἰου ” . . .
9999990 καθαιρηται
χρη μεχρι τριων ἡμερεων καθαιρεσθαι : ἠν δε πλειονας ἡμερας καθαιρηται , του βοειου ἠ του αἰγειου γαλακτος τρεις κοτυλας
ἐξισαζειν . ἰσοτης δε γινεται , ὁταν ἠ το μειζον καθαιρηται ἠ το ἐλαττον αὐξηται . οὐ καινοτομουμεν δε ,
9999990 πραττομενοις
τηρησαντες ἀδικως ταις μεγισταις συμφοραις περιεπεσον . Ἁμα δε τουτοις πραττομενοις ἐν τῃ Κερκυρᾳ μεγαλη συνεστη στασις και φιλοτιμια δια
ἀσφαλισαμενος φρουρᾳ διηρεν εἰς την Αἰγυπτον . Ἁμα δε τουτοις πραττομενοις Κλεοπατρα τῳ μεν Ἀντιγονῳ προσκοπτουσα , τῃ δ '
9999990 ἀνελομενον
- θου , μη ἀνελῃτουτοιν τοιν δυοιν νομοθεταιν καταφρονησαντα και ἀνελομενον , οὐτι σμικρον , ὁ μη κατεθετο αὐτος ,
προτερον μεν ἐκαλειτο Σθενιου Διος βωμος , μετα δε Θησεα ἀνελομενον τα γνωρισματα ὀνομαζουσιν οἱ νυν Θησεως αὐτην . κατα
9999990 κρατυνεται
πολυ δε πλεον και ὁτι τα σημειωτικα δι ' ἑβδομαδος κρατυνεται ἠ ἐπι το νοσερον ἠ ἐπι το ὑγιεινον ῥεποντα
των φαινομενων βεβαιουται , ἀλλα τα φαινομενα ἐκ του λογου κρατυνεται . και εἰκοτως : εἰ γαρ διαφωνα ἐστι ,
9999990 ἀγωνιζεται
Σωγενης ἐκκριτος γενομενος , ἐνδοξος και ἀγωνιστικος ὑμνειται και πενταθλος ἀγωνιζεται . εἰκοτως δε οὑτως ἐστιν ἐνδοξος , ἐπειδη και
ἐνιστασθαι ἐπισταμενον ὁτι πλειοσιν ὁπλοις προς τα κρειττονα των ἐργων ἀγωνιζεται . και γαρ νυν αἰσθανομαι τινων τοις βιβλιοις ἐγκαλουντων
9999990 βλαπτομενον
του ὑπηρετου δημοσιου , ἐποπτου καλουμενου . Γ κυκωμενον ] βλαπτομενον . ὁς μα την Δημητρα : ὁστις πρεσβυτης ὑπο
ληξαι ] ὡστε . * της λυπης . ἐκ θεων βλαπτομενον ἠ βλαπτοντα τους θεους . τους θεους βλαπτοντα .
9999990 μετειναι
οὐδεν κοινωνω , μηδε τουτον οἰου : νομιζων δε τι μετειναι μοι , τοσουτον και τουτῳ νομιζε , ἡ γαρ
ἐγω δε ἀνδρειας μεν και προμηθειας πανυ τισιν ὀλιγοις οἰμαι μετειναι , θρασυτητος δε και τολμης και του ἀφοβου μετα
9999990 καθαπτεται
πολεμον μετα των Λακεδαιμονιων συμβηναι . ὁρα , πως δαιμονιως καθαπτεται των Ἀθηναιων Ἀριστοφανης , ὡς την ἐχθραν και τον
Λακεδαιμονιων εὐνοιαν , προτερον τελουσα ὑπο την των Ἀθηναιων . καθαπτεται οὐν Περικλεους και Ἀθηναιων ἐνταυθα ὁ Ἀριστοφανης κακως χρησαμενων
9999990 ὀλοφυρομενος
μελαινομεναις χλοεραις τε . Τον δ ' , εἰ σκορπειην ὀλοφυρομενος τις ἀκωκην ἐλθοι , ἀερταζειν περι ἑλκεϊ κεκλεο λυγρῳ
οὐ ζηλων οὐδε βασκαινων αὐτοις της τρυφης , ἀλλα τοὐναντιον ὀλοφυρομενος και ἐλεων , ὁταν ἐπι δωροις , ὡσπερ οἱ
9999990 ἐμφερεται
* πελιος : ὠχρος ἠ μελας * πελιος δε οἱ ἐμφερεται χρως : λευκον γινεται αὐτου το σωμα , τουτεστιν
. . , : ἁτινα και ἐν ταις του Δικτυος ἐμφερεται συγγραφαις , ὁπερ πονημα μετα πολλα ἐτη Ὁμηρου τελευτης
9999990 ἀνθρωπειον
, ἀλλα τοις ὑπακουειν ἑτοιμοτεροις οὐσιν : πεφυκε γαρ το ἀνθρωπειον δια παντος ἀρχειν μεν του εἰκοντος , φυλασσεσθαι δε
κοινον ὀνομα , κοινον γε ὀν , ἀλλ ' ἰσως ἀνθρωπειον , και το γενικον , οἱον ζωϊκον . Ἀλλο
9999990 πραττομενων
σκοπειτε γαρ : τους νομους οἱ γεγραφοτες , ὁσα των πραττομενων συμβαινειν εὐκολως οὐ πεφυκεν , οὐδαμου προσδιωρισαν . οἱον
νυν παροντος βλαπτομεθα . εἰ δ ' εἰς ἀγνοιαν των πραττομενων καταφευξῃ , οὐτ ' εἰκοτα δοξεις λεγειν την τε
9999990 κατεχομενον
χρονιαϲ , εἰναι δε και ὠκυτοκιον ἐπι των δυϲτοκουϲων γυναικων κατεχομενον τῃ χειρι τηϲ τικτουϲηϲ . Μαγνητιϲ λιθοϲ . Ἡ
την Εἰλειθυιαν . και αὐτος οὐν στενοχωρουμενος ἐπικαλειται αὐτην . κατεχομενον ὑπο της κοπρου . . σκωραμις : σκωραμις ἐν
9999990 αἰκιζεται
εὐνουχων τινα ὁ Ναναρος μαστιγοι τε χαλεπως και το σωμα αἰκιζεται . Και αὐτον ὁ Παρσωνδης , μεγαλαις ἐλπισιν ἐπαρας
ἐκμαθησονται τεχνας . τοιοισδε δη σε Ζευς ἐπ ' αἰτιαμασιν αἰκιζεται γε κοὐδαμῃ χαλᾳ κακων . οὐδ ' ἐστιν ἀθλου
9999990 λογιζομενον
. Ἡγου ἐς το προσθεν . ὁρᾳς αὐτον ἀγρυπνουντα και λογιζομενον ; Ὁρω νη Δια προς ἀμαυραν γε και διψωσαν
οἱον ἐφεξης και ἑτερον μερος αὐτης , ὡσπερ το μεν λογιζομενον φαμεν ἀλλο , το δε ἀλογον ; Γνωσθειη δ
9999990 δεησομενους
τευξονται . Οὐκ ἐχω , ὠ ἀνδρες δικασται , οὑστινας δεησομενους ὑπερ ἡμων ἀναβιβασομαι : των γαρ προσηκοντων οἱ μεν
τα πρεποντα . παλιν δ ' ἀντειποντος ἐπεμπον ἑτερους ιʹ δεησομενους μηδεν ἀναξιον ποιειν της πατριδος μηδ ' ἐξ ἐπιταγματος
9999990 ἀνελομενος
, δειξον μοι , ὡς βαλω γε παντῃ τῃ βωλῳ ἀνελομενος : και ὁ μεν Κυρος δεικνυσιν αὐτῳ , ὁπου
σηπεδονος παρατρεχων . Ἀλλα συ προσελθε και προσελθων ἀνελου και ἀνελομενος δος . Ἱκανον σοι νυν δοξαι μη πενητι ,
9999990 παρατιθεται
και των μετριως εὐπορουμενων , ὁς οὐ πολυτελη μεν τραπεζαν παρατιθεται , μαγειρους δε και θεραπειαν ἀλλην πολλην κεκτηται και
ἀγει , ἐπειδη τα ἐργα του μαγειρου εἰς μεσον κομισθεντα παρατιθεται τοις εὐωχουμενοις και φαινεται οἱα ἐστιν . Οἱ δε
9999990 χαριζεται
πολιν ὁ τοπος δεξεται , Μακεδονων ποιημα . Καμβυσης δε χαριζεται τῳ θεῳ και πλησιον που της Ἀρτεμιδος τον ἀδελφον
ἐσχατα κινδυνευοντων . Ἐῤῥετω μελαιν ' ὀπωρα : πασι γαρ χαριζεται : ἐπι των ῥᾳδιως τυγχανοντων και ἀποσκορακιζοντων αὐτο το
9999990 ἀποδοθησεται
ὁτι , ὁσα μεν ἐστι συντελικα της τροπης , εὐθυς ἀποδοθησεται , ὁσα δε γελοιοτερα , δια πολλου , τῳ
μη ἐπιπολαζειν ἐστι , και φησι το γαρ Α οὑτως ἀποδοθησεται . ἐρωτησαντος γαρ τινος ὁτι το δε Β ,
9999990 βασιλειος
' ἀλληλας , ἡ τε του Ἐλευθεριου Διος και ἡ βασιλειος . ἐστι δε και τριτη τις , ἡ παλαι
δια της ει διφθογγου και του ο , οἱον Ἀχιλλειος βασιλειος , ὁμοιως δε και παρα τοις νεωτεροις Αἰολευσιν ,
9999990 ἁπτομενοις
το πραγμα ἐφαινετο : οὐ γαρ εἰναι ῥᾳδιον ἐδοκει τοις ἁπτομενοις αὐτου πρωτον εὐθυς ἀθροα τα ἐν αὐτῳ παντα καθοραν
φυει θαττον αὐξηθησεται τε ὁμοιως . φανειται δε δηπου και ἁπτομενοις θερμοτερα και πιμελης ἡττον ἐχοντα , τῃ χροᾳ δ
9999990 χαιρουσιν
ἁπλη ἐνεργεια , ἡδιστη ἐστιν , ἠτοι τῳ αὐτῳ ἡδει χαιρουσιν . ὁ γαρ ἁπλης φυσεως ὠν τῃ ἐκ του
: ἀθλιωτατου . Ὑπο σπιλαδεσσι : ὑπο ταις πετραις αἱς χαιρουσιν . Μελει : ἐγκειται , προσκειται , οἰκει .
9999990 πραττοντων
” ληρεις “ : ἐπι γαρ των κατα μηδενα λογον πραττοντων εἰωθασι το ” ἀπο ὀνου καταπεσων “ λεγειν την
τα δε κωλυσαι , εἰδοτας ὁτι φιλονικειν μεν ἐστιν εὐ πραττοντων , γνωναι δε τα βελτιστα των οἱων ἡμων ;
9999990 συντιθενται
εἰποντος Ἱπποκρατους , οἱ ἐξηγηται εἰς μεν τα ἀλλα παντα συντιθενται , ὁτι σπερματα μιγνυνται , και ὁτι σφαιρα γινεται
ἀναψυχην ἡ καρδια , ὡς ἐπι των ἀναφωνιστων ὁταν μελη συντιθενται και οὐ βουλονται ἀναπνειν δια το μη ἐκπεσειν της
9999990 παραγενομενους
: Φερεκυδης δε φησιν , ὁτι Ἰνιος ἐπεισε τους Ἑλληνας παραγενομενους εἰς αὐτον , αὐτου μενειν τα ἐννεα ἐτη ,
κεφαλην οὐτε ἀλλο κακον οὐδεν ἐλαβεν , ὡν ἐγω τους παραγενομενους ὑμιν παρεξομαι μαρτυρας . Ὁτι μεν τοινυν οὑτος ἠν
9999990 στοχαζεται
δε ὑγειας περιποιητικην , ἐκ του τελους , ὁτι τουτου στοχαζεται , οὑτω δη και ἐπι της φιλοσοφιας , εἰ
πολιτικη φρονησις ἀλλ ' ἡ ἠθικη των ἰδιως ἑνι ἀριστων στοχαζεται . ὡστε αὑτη μεν πολιτου φρονησις , ἐκεινη δε
9999990 συνεχομενον
συστασις κατα τον ὀμφαλον , ποτε δε και ὑπο χιτωνος συνεχομενον . υηʹ . Πωρομφαλον ἐστι πωρου συστασις κατα τον
αὐτην εἰργασμενην ὁμαλην και λειαν , ὡστε τον ἐξ ἀμφοτερων συνεχομενον ἁρμον οὑτως ἐχειν , ὡστε μη διηθεισθαι ῥευμα δι
9999990 καλαμος
, εὐφορβιον , ζυμη , ἰτεας ὀπος , καλαμινθη , καλαμος ἀρωματικος , καλαμου φραγμιτου ὁ φλοιος καυθεις , κασια
τα ἰχνη , ὁλκη δε το βαρος του σταθμωμενου . καλαμος , δι ' οὑ γραφομεν , καλαμη δε ἡ
9999990 ὁκοτερον
ὀδυνην , ἠ κοιλιην μαλθαξας , ἠ φλεβα ταμων , ὁκοτερον ἀν τουτεων ξυμφερῃ , τας δε πτισανας ἠν οὑτως
την ἐν τῳ βραχιονι φλεβα την ἐσω , ἐφ ' ὁκοτερον ἀν ᾐ των μερεων κατα τοδε : ἀφαιρεειν δε
9999989 κοινον
και παρ ' Ἀθηναιων ἐκ τουτων ἐγιγνοντο , και κατεστη κοινον βουλευτηριον ἡ πολις του προς τον βαρβαρον πολεμου .
γαρ το ἑνεκα . το κατ ' ἐλλειψιν οὐν ῥηθεν κοινον αὐτῳ πεποιηκως λεγοις ἀν και συ παραπλησιως “ οἰμοι
9999989 πεμπουσιν
ἀνεμων ἐν τῳ διαγειν τους Ἑλληνας ἐν Αὐλιδι οἱ Ἑλληνες πεμπουσιν εἰς Μυκηνην ἀφελεσθαι προς θυσιαν Ἰφιγενειαν , ἐρομενης δε
ματαιον . Ἱεμενῳ : πορευομενῳ . ἐφιασιν : καταλειπουσι , πεμπουσιν . ἀγεσθαι : πορευεσθαι . Μηρινθον : σχοινιον .
9999989 προσθεσθαι
Περσου , κατα τινα παλαιαν μαντειαν εἰρημενην αὐτοις τους ἀλκιμωτατους προσθεσθαι συμμαχους , ἐλθειν εἰς Βραχγιδας , και τον ἐκει
: Ὠ Λακεδαιμονιοι , χρησαντος του θεου τον Ἑλληνα φιλον προσθεσθαι , ὑμεας γαρ πυνθανομαι προεσταναι της Ἑλλαδος , ὑμεας
9999989 συντρεχουσιν
: γραμμαι γαρ εἰσιν ἐκ διεστωτων δυο , αὑται δε συντρεχουσιν εἰς μιαν βασιν . το λοισθιον δε τῳ τριτῳ
ὡς ἀνωτερω ὁ λογος ἀπεδειξεν , ἠ ἐπι τινων μεν συντρεχουσιν , ἐπι τινων δε οὐ συντρεχουσι : και ἐν
9999989 περιαιρειν
” . / . : Φανιας δε φησιν οἰναριζειν το περιαιρειν των οἰναρεων και τρυγαν . . λ . ,
. δει μονην την προς δε την ὑποπιπτουσαν σαρκα λευκανθιζουσαν περιαιρειν , την δε ἐρυθραν ἀποδεροντα και ἀπαλλοτριουντα τοτε ἀφαιρειν
9999989 ἑπομενους
ἡμας ἀρχομενους της φιλοσοφιας ἀπο του εἰ ἐστιν ἀρξασθαι , ἑπομενους νομῳ διαλεκτικῳ τῳ λεγοντι δειν ἐπι πασης τεχνης και
ἁπερ ἐγω , πεισετε και ἀναγκασετε , και ἐτι τουτοις ἑπομενους ῥυθμους τε και ἁρμονιας ἀποδιδοντας παιδευειν οὑτω τους νεους
9999989 βουλομενον
γαρ αὐτην και χαρακτηριζειν μαλιστα δυνανται . χρη τοινυν τον βουλομενον ἀκριβως ἰδεαν τινα λογῳ διαπλεξαι τους μεν ἐπικοινους αὐτης
μολοντες εἰπεν ἠξιουμεν παλιν αὐτον δειπνειν ; Ξενοκρατης νεον φιλοσοφειν βουλομενον ἠρετο εἰ γεγεωμετρηκε : του δ ' ἀποφησαντος ,
9999989 ἀρεσκομενος
μαντευμα το ἐκ θεου προλεγομενον . θεουδης θεοαδης , θεοις ἀρεσκομενος . θεοφιν . το σχημα της αὐτης λεξεως δηλοι
Παυσανιαν ἐμιμειτο τυραννιδος τε ἐπιθυμων και νομοις τοις καθεστηκοσιν οὐκ ἀρεσκομενος . ἁτε δε ὀντι αὐτῳ Παυσανιου θερμοτερῳ και οὐ
9999989 συναπτεσθαι
βελτιον ἀν εἰη † και ἀναγινωσκεσθαι και † τῳ ἑξης συναπτεσθαι , ἱνα τουτο μεν εἰη ὁ χορος λεγων .
προς δε τον κζʹ τον ἐπι κζʹ , ὡστε κἀνταυθα συναπτεσθαι μεν τῳ ἐπι εʹ τον ἐπι ιδʹ , ὑπολειπεσθαι
9999989 ἐμπεριεχεται
πρωτη ἐνταυθα ἐστιν : ἀλλ ' ἀτοπον αἰτεις δωρεαν : ἐμπεριεχεται δε ταυτῃ τῃ ἀντιθεσει το οὐδεν αὐτῳ πεπρακται φυγης
τε οἰκειν . γνωστεον ὁτι και ἐπι ταυτης της ἀντιθεσεως ἐμπεριεχεται και το , ὁτι οὐκ ἐξεστιν αἰτειν . ἐμοι
9999989 παιομενοι
σταυρωματος ἐξεπιπτον . και οἱ μεν ἐν δεξιᾳ ἐσχατοι αὐτων παιομενοι εἰς τα γυμνα ὑπο των Λακεδαιμονιων ἀπεθνῃσκον , οἱ
ἀνευ ὁπλων ἠλθον πιστευσαντες ταις σπονδαις , οὐ νυν ἐκεινοι παιομενοι , κεντουμενοι , ὑβριζομενοι οὐδε ἀποθανειν οἱ τλημονες δυνανται
9999989 πορευομενον
οἱονει βασιλειας τινος παρασημον . ὑστερον δε δια τινα πανηγυριν πορευομενον ἐπ ' ἀμαξης ὡς εἰς Μεσσηνην πεσειν και τον
οἱονει βασιλειας τινος παρασημον . ὑστερον δε δια τινα πανηγυριν πορευομενον ἐπ ' ἀμαξης ὡς εἰς Μεσσηνην πεσειν και τον
9999989 ἀποτιθεται
ὁ δικτατωρ , ἐπειδη κατεπαυσε του θορυβου , την ἀρχην ἀποτιθεται . Οἱ μεν δη τα πιθανωτατα μοι δοκουντες γραφειν
και ὑπερεχειν το του ὀστεου παχος , συνεχομενη δ ' ἀποτιθεται το φυσικον ἑαυτης σφυγματωδες ἐνεργημα , συμπαρεπεται δε και
9999989 λαμβανομενον
διακοσιαι ιδʹ , ἱν ' ᾐ το δις ἀπο κοινου λαμβανομενον ἐν τῳ ἑπτα . . . ἑκατι ] χαριν
εἰ ἐπ ' ἀπειρον αἱ ἀποδειξεις προϊασι και ἀει το λαμβανομενον εἰς ἀλλου δειξιν ἀποδεικτον ἐστι και αὐτο , ἠ
9999989 παρεχουσιν
γαρ μαχαναι ] Ἠγουν οἱ θεοι παντα τα ἀγαθα ἀνθρωποις παρεχουσιν . Μαχαναι ] Βοηθειαι , χορηγιαι . Χερσι βιαται
διεγειρει . Ἀρης ἐπι Δια και Ἀφροδιτην και Ἑρμην ἁ παρεχουσιν οὑτοι εἰς το χειρον μετατρεπει . ὁ Ἀρης ἐπι
9999989 ποινας
: αἱ μνημονευουσαι των παρ ' ἀνθρωποις κακων και ἀντιδιδουσαι ποινας Ἐριννυες ] Ἀλητω Μεγερα και Τισιφονη ἀρα ] †
δε μακρον παντες ἐκβεβηκοτες και των πυλων ἐξωθεν ἐξωρμηκοτες , ποινας ὑπειχον πιστεως τας ἀξιας . ἐκ τετταρων γαρ σταυρικως
9999989 ποτερου
, κἀκεινων οὐσων ἐστι και τουτο , μη δε ὀντος ποτερου τουτων οὐδετερον αὐτων ἐσται ποτε . Τουτο μεν ὀρθως
εἰς εὐφροσυνην ; θυσας δε τιμησατω ἑκατερος : την παρα ποτερου τιμην μειζονος ἀν χαριτος δοκεις τυγχανειν ; καμνοντα θεραπευσατωσαν
9999989 εἰλημμενον
τι ποτε ἐστι των ἐν τῳ ὁρισμῳ το μη δεοντως εἰλημμενον , οἱον εἰ τις ὑδατος ὁρισμον ἀποδῳη ὑγρον ποτον
ἀποδεικνυναι την προτασιν . ὁταν μεν γαρ ὁρισμος εἰη το εἰλημμενον του μειζονος ἀκρου , ἀμεσος ἐστιν και ἀναποδεικτος ἡ
9999989 συνθεσθαι
συνθηκας αὐτοις ἐθεντο ἐπι ἰσῃ και ὁμοιᾳ , οὐδεσι ταυτα συνθεσθαι Ῥωμαιων ὑποσταντων , οἱον δε ὀντα τον τελευταιον στρατηγον
ὁτε και τουτ ' αὐτο προσηδικηκασι , το τοιαυτην εἰρηνην συνθεσθαι ; εἰ δε δη και μη συντεθεινται μονον ,
9999989 ἐπιστατων
ὁ μεντοι λογος και αὐτος ὁ συνων τῃ πραξει και ἐπιστατων οὐκ ἀν εἰη πραξις . Εἰ οὐν μη πραξις
την ἐκ δεξιων ἠ ἐξ εὐωνυμων , διαμενοντων ἑκαστῳ των ἐπιστατων και παραστατων , ὁπερ πως γινεται δηλωσομεν , ὁταν
9999989 παριστων
. κἀντευθεν αὐτῳ ῥυπαινεται το μακαριον . ταυτα δε φησι παριστων ὡς οὐδε μετα θανατον ἐστιν ἀσφαλες τῳ εὐδαιμονι το
συμπερασμα ἐστι των εἰρημενων , ἑξεως οὐσης της σοφιας , παριστων ἁμα μεν αὐτης την ἐνεργειαν , ἁμα δε και
9999989 καταμενειν
. και τα μεν των κολοιων νεφη των ὁρων ἐξω καταμενειν , δυο δε ἀρα ἠ τρεις προῃρημενους κατα τους
εἰτε βουλοιτο μετα του σωσαντος ἀπελθειν εἰτε μετα των γονεων καταμενειν ἐν τῃ πατριδι . την μεν οὐν κορην ἑλεσθαι
9999989 ἐπιστασαι
δυναιτο . την γαρ των ποιητων περι των τοιωνδε δοξαν ἐπιστασαι . πεμπε δη τους ἀνδρας και τις ἐστω παρα
κἀφ ' ἡμιν ] ⌈ ἠγουν α διοτι τα ἡμετερα ἐπιστασαι . σεμνοπροσωπεις ] σεμνυνῃ . ⸎ , . .
9999989 παρεχομενον
των ἀνδρων , και πλησιον συνταττομενον παρεφεδρευει χρειαν ἐν πολεμοις παρεχομενον , και πεσοντος ἠ τραυματισθεντος του λοχαγου προελθων [
τουτον γαρ πολυγο - νον ὀντα και τας τροφας αὐτοφυεις παρεχομενον ῥᾳδιως ἐκτρεφειν τα ζωογονηθεντα : την τε γαρ του
9999989 ἀναφαινομενον
θεσπεσιαν δ ' εὐφροσυνην παρεχομενον , ἀρρητῳ δε τῃ συμμετριᾳ ἀναφαινομενον , ἐξῃρημενον δ ' ἀπο των ἀλλων εἰδων της
ὁραθηναι τον ἡλιον , ἐκ μεσου δε του πελαγους φασιν ἀναφαινομενον αὐτον ὁρασθαι μεν ἀνθρακι παραπλησιον τῳ πυρωδεστατῳ , σπινθηρας
9999989 προνομας
και τους αἰχμαλωτους , οὑς ἐλαβον οἱ Σαβινοι κατα τας προνομας , ἀπολαβοντες ἀπῃεσαν ἐπ ' οἰκου . αἱ μεν
του φρουριου , τοιοσδε τις ἐστιν . ἐξιοντων ἐπι τας προνομας των ἀνδρων πολλακις και δια το κατορθουν ἐν ταις
9999989 μηδετερον
των Καρων δεεσθε τα αὐτα ὑμιν ποιεειν : εἰ δε μηδετερον τουτων οἱον τε γινεσθαι , ἀλλ ' ὑπ '
μαλλον ἠ ἡττον ὁτιουν ἀν ποιοι ἠ πασχοι , ᾡ μηδετερον τουτων προσειη ; Ἀδυνατον . Ἐπειδη τοινυν κερδη μεν
9999989 διηγησαμενος
παραμυθειται και διδωσιν ὑποβαλλεσθαι τα παιδια , πασαν ἐξ ἀρχης διηγησαμενος την κατασχουσαν αὐτα τυχην . Αὐξομενοις δε αὐτοις ὀνομα
εἰς τους ἐξαγιστους θεους ἐξυφανας και τας μιαρας γενεσεις αὐτων διηγησαμενος , εἰτα , συνεις ὡσπερ το δυσσεβες του πραγματος
9999989 πεπεισμενον
αὐτον ἡ ἐπιθυμια οὑτως ὡστε και εἰναι τοιουτον , ἠτοι πεπεισμενον , ἠτοι προαιρουμενον και διωκειν τας σωματικας ἡδονας ἀνεδην
και καιρου δυσκολια νικαται . ταυτα εἰπον οὐ πειθων τον πεπεισμενον , ἀλλ ' ὁρμην καλην παρακαλων , ἐπει και
9999989 φανταζομενος
ἐρωντα : ἀναπλαττων γαρ ἑαυτῳ της παιδος το καλλος και φανταζομενος τα ἀορατα ἐλαθε σφοδρα κακως διακειμενος . ἐπιβουλευει δ
μη δ ' ἐπιλεχθῃς Ἀγαμεμνονιαν εἰναι μ ' ἀλοχον . φανταζομενος δε γυναικι νεκρου τουδ ' ὁ παλαιος δριμυς ἀλαστωρ
9999989 συστησαμενος
δε δωρα κομισαμενος , ἐπλευσεν εἰς Σαμον . και ἐκκλησιαν συστησαμενος ἀνεγνω τας ἐπιστολας του βασιλεως . οἱ δε Σαμιοι
οἱ τε ἀλλοι Σωκρατικοι και Πλατων ὁ την ἀρχαιαν Ἀκαδημειαν συστησαμενος : οὑ Σπευσιππος και Ξενοκρατης , οὑ Πολεμων ,
9999989 ἀγωνιζομενον
ἀποκτειναι πολλους των συν αὐτῳ και αὐτον δη τον σατραπην ἀγωνιζομενον καλως : και νυν σιτον τε ὁτι πολυν και
πυγμης ἀγωνα θειναι και νικησαντα , την ἑξης Ὀλυμπιαδα παλιν ἀγωνιζομενον , ὑπο Ἐλατου και Φερανδρου παλῃ ληφθηναι : και
9999989 γινομενους
, ὡσπερει μεγαιροντος τοις τοιουτοις του θεου και τιννυμενου τους γινομενους ὑπ ' αὐτων φονους και ἀληκτως και ἀπαυστως τουτο
κακους δε τους ἀλλους , και μαλιστα τους ἐπι πυρετοις γινομενους . Παχυς και δριμυς χυμος ἐπιρρευσας ἐργαζεται το ἐρυσιπελας
9999989 περισταδον
ῥινῳ δε πικρους ἐνερεισαν ὀδοντας , ἁψεα παντ ' ἐλαφοιο περισταδον ἀμφιχυθεντες : οἱ μεν γαρ τ ' , ἐφυπερθεν
πολις ἐν τῃ νησῳ ἐστι . Δη νυν καλον σωμα περισταδον , ἠϋτε θηρος , τουδε δασαντο κυνες κρατεροι :
9999989 ἐπιτιθεμενος
ἀστεος , και οὐδε ὁστις εἰωθει τοις δια Μακεδονιας ἰουσιν ἐπιτιθεμενος ἐκταραττειν ἀνηρ Μακεδων ἐταραξεν : ἐπεθετο μεν γαρ ,
ἀλωπεκος σπλην ἐπιδεσμουμενος ἰαται σπληνικους . ἀλλο . ἐριφου σπλην ἐπιτιθεμενος τηκει σπληνα . ἀλλο . ἀγρια κραμβη καταπλασσομενη ἰαται
9999989 ἐγνωσμενον
Περδικκου δωρα προς Κλεοπατραν ἐς Σαρδεις ἐκομισε , και ὁτι ἐγνωσμενον εἰη Περδικκᾳ Νικαιαν μεν ἐκπεμπειν , ἀντ ' ἐκεινης
της πασης ταξεως . τοις δε Τυριοις προτερον μεν ναυμαχειν ἐγνωσμενον ἠν , εἰ κατα θαλασσαν ἐπιπλεοι σφισιν Ἀλεξανδρος ,
9999989 ἀμεριστον
. κατα γαρ την πασων συναιρεσιν και την εἰς ἑν ἀμεριστον ἀποκορυφωσιν : διο και ἑκαστῃ πως συναισθησεται ὁτι αἰσθανεται
μεν τα μερη μεμερισμενον , κατα δε ὁλον εἰς το ἀμεριστον . Ἀμεριστον δε λεγω το ὁλον ὁ των μερων
9999989 Καλειται
τις εἰναι δοκουσα και ἑστηκυια ἐπι λιθου τινος στρογγυλου ; Καλειται μεν , ἐφη , Τυχη : ἐστι δε οὐ
δε αὐτοπροσωπα ὡς ὁσα γεγραφεν ὡς ἀφ ' ἑαυτου . Καλειται δε τα μεν διαλογικα και ἐξωτερικα , τα δε
9999989 συνεισαγεται
ἐστιν , ἁμα τῳ λεχθηναι ὁτι τοδε τι καλον ἐστι συνεισαγεται και το ἀγαθον αὐτο εἰναι , ὡς ἀρκειν την
τα κατα μερος ἐσται ψευδη και οὐδεν ἀληθες . ᾡ συνεισαγεται το μηδεν εἰναι ψευδος : και γαρ αὐτο το
9999989 καταθεσθαι
. ἠδη δε και περι του ἀφειναι την ἀρχην και καταθεσθαι την δυναστειαν ἐσκοπουμην , ὁπως μονον ἀσφαλως παυσαιτο ἀν
τοις περιστατικοις μοριοις , ὡς ἐπι του φιλοσοφου του πεισαντος καταθεσθαι την τυραννιδα : ἐρει γαρ ἐκ των προσωπων τῃ
9999989 στοχαζομενον
ἐμου ποιησαι των ἐφ ' ἑαυτῳ μηδε ἀλλως ἀν ἠ στοχαζομενον και της ἐμης γνωμης : ὀμνυω δε μη προσταξαι
νομοθετην , ἀλλα τον ἀριστον των ἰατρων συντεταχεναι της ὑγιειας στοχαζομενον . παραδοξου δ ' εἰναι δοκουντος του μη πασαν
9999989 ἐπιγιγνομενων
ἰχνων ὀντα των κατα ἀλλας και ἀπ ' ἀλλων προοδους ἐπιγιγνομενων ἠ ἡνωται προς ἀλληλα παντελως , ὡς μη ἀποτμηγεσθαι
. την γαρ χωραν οἱ αὐτοι αἰει οἰκουντες διαδοχῃ των ἐπιγιγνομενων μεχρι τουδε ἐλευθεραν δι ' ἀρετην παρεδοσαν . και
9999989 συννους
ἐπιδεικνυνται και μαλα συμβαινουσαν τῳ Διονυσῳ . κἀνταυθα μεν οὐδεις συννους οὑτω και κατηφης , ὁς οὐ φαιδροτερος ἐσται :
ζηι παντα τον βιον γυνη . συ δε δη τι συννους κατα μονας σαυτωι λαλεις δοκεις τε παρεχειν ἐμφασιν λυπουμενου
9999989 ἀπορουσιν
εἰπειν αὐτα των προς τι . ἐφ ' οἱς και ἀπορουσιν ὁτι δια τι ἐν τῃ ἐπιγραφῃ το ποιον της
ἀτομος οὐσια ἀτομου οὐσιας , κἀν ἀνομοιοειδης εἰη . παλιν ἀπορουσιν , εἰ ὁμοιως οὐσιαι αἱ ἀτομοι , ἐσται ὁδε
9999989 καταλιποντος
ὑστερῳ κατ ' ἐπιδικασιας νομον , γενεαν του προτερου μη καταλιποντος , ἀλλ ' ὁμως ἀκηλιδωτον διαφυλαξασα τον ἑαυτης βιον
: ἀδικηθεις , ὠ ἀνδρες . Κατα Ἡδυλης ἀποστασιου : καταλιποντος † ἐνοτιου πατρος . Ἀποστασιου προς Ἀρχεστρατον : πολλα
9999989 κατερχομενον
ὑδωρ ἀλλο , πληθει μεν ὁσον τε εἰναι ποταμον , κατερχομενον δε ἐς χασμα γης ἀνεισιν αὐθις παρα Νασους καλουμενας
ἐστιν , οὐ θεατρον οὐκ ἀγοραν ἐχουσιν , οὐχ ὑδωρ κατερχομενον ἐς κρηνην , ἀλλα ἐν στεγαις κοιλαις κατα τας
9999989 ἐντερον
χονδρον και ῥοφημα και οἰνον γλυκυν , ὁς πραϋνει το ἐντερον ἐν τῃ καθαρσει διεξασμενον . ἁρμοζει δε και τῃ
παλιν αὐτον ἡ φυσα : συμπιεζει γαρ ἐξωθεν σφιγγουσα το ἐντερον . ἀπο δε των ἰατρων ἁμαρτηματα γινεται ταις ἐμβαλλομεναις
9999989 πολυστονον
καλυμμα Νηρηϊδες . Τω σε , πολεμαρχε Κνωσιων , κελομαι πολυστονον ἐρυκεν ὑβριν : οὐ γαρ ἀν θελοιμ ' ἀμβροτοι
τον Ἀχεροντα , ὁς ἐστι ποταμος του Ἁιδου κατα την πολυστονον ναυστολον θεωριδα , την τους νεκρους διαγουσαν προς τον
9999989 ἐπισταμενοις
το ἀναγκαιον εἰσιν . ἑνι μεντοι νομου διαταγματι τοις ἀκουειν ἐπισταμενοις ἑκατερον ὡν εἰπον ἐναργεστερον φανειται δεδηλωκως : ” ἐαν
νη τους θεους , πολλην ὑμιν εἰχον της ἀθυμιας συγγνωμην ἐπισταμενοις , ὡς ἀσπονδον και ἀκηρυκτον ταις πολιτειαις ἡ τυραννις
9999989 συλλεγεται
και μνημην ἐπ ' αὐταις ἐμποιουσα . Κυπαρισσου το σπερμα συλλεγεται μεν μετα καλανδας Σεπτεμβριας , σπειρεται δε εἰς πρασιας
ὠνομασται . ἐν εὐριποις μαλιστα και περι πολεις φυεται . συλλεγεται δ ' ὁ καρπος και ὁ ὀπος ὡσπερ και
9999989 ἐκφερομενος
οὑτως ὡρισαντο . ὁρος ἐστι λογος κατ ' ἀναλυσιν ἀπαρτιζοντων ἐκφερομενος . ἠ ὁρος ἐστι δια βραχειας ὑπομνησεως εἰς ἐννοιαν
Ἀντιπατρος ἐν τῳ πρωτῳ περι ὁρων λογος κατα ἀναλυσιν ἀπαρτιζοντως ἐκφερομενος ὑπογραφη δε ἐστι λογος τυπωδως εἰσαγων εἰς τα πραγματα
9999989 πεττεται
. το δε ἐν χειμωνι ὑδωρ κακιστον , ἐπειδη οὐ πεττεται ἐκ του ἡλιου , ὁθεν λαιλαπωδες αὐτο ἐκαλεσε .
το κυτος της γαστρος , ἐν ᾡ τα σιτια περιερχομενα πεττεται και χυλουται : εἰτα κατα διαφορων εἰς μιαν μεταβαλλεται
9999989 προφαινεσθαι
του στοιχειωτου οὐδε ἡ διπλοη σαφης , δια το μη προφαινεσθαι των στοιχειων το πληθος ἐν τῳ ἑνι διωρισμενον :
ἡπαρ μαλλον ἀναπτυγῃ προς τας φρενας , παραφρονεει : και προφαινεσθαι οἱ δοκεει προ των ὀφθαλμων ἑρπετα και ἀλλα παντοδαπα
9999989 ἐγχεομενον
διαχριουϲιν ἐνιοι μετα μελιτοϲ . ἀγαθον δε και τοιϲ ἰκτερικοιϲ ἐγχεομενον ταιϲ ῥιϲι μετα γαλακτοϲ γυναικειου και κεφαλαλγιαϲ δε οὑτωϲ
τα κυουμενα διαφθειρει προστιθεμενον . ἀγαθον δε και τοις ἰκτερικοις ἐγχεομενον ταις ῥισι μετα γαλακτος : οὑτω δε χρωμενων και
9999989 κατεχομενος
ἁπλως συνθετος , ὁ ὑπο παντων και πλειονων ἠ ἑνος κατεχομενος : ὁ δε μικτος , ᾡ συμβεβηκεν ὑπο φθογγου
ὁμως παντα ἑν , ἰστω μεν ὁ ταυτα λεγων ἐτι κατεχομενος ἐν τοις διωρισμενοις , τα μαλλον και ἡττον ἐν
9999989 παρεοντος
χρονω , προνοια δε τω μελλοντος , αἰσθασις δε τω παρεοντος . διο δη δει τον ὀρθως και καλως βιοτευεν
ἐξ αὐτου ἐδωρηθη , παραστηναι και ῥυσασθαι μιν ἐκ του παρεοντος κακου . Τον μεν δακρυοντα ἐπικαλεεσθαι τον θεον ,
9999989 πολιτευομενον
παραινεσεων εἰπων ἐκεινο , “ ὡσπερ γαρ τον ἐν δημοκρατιᾳ πολιτευομενον ” το πληθος δει θεραπευειν , οὑτω και τον
μετειχε . καιτοι σφοδρ ' ἀν αὐτον οἰμαι μετα Θεμιστοκλεους πολιτευομενον προσποιεισθαι πραττειν ὁπως οἰκοδομηθησεται τα τειχη , ὁποτε και
9999989 θελουσιν
και πλειονα διδοασιν : οἱ καλοι δε αὐτο μονον καλοι θελουσιν εἰναι . και σοι δε μελετω ἀει του πλειονος
ἀφροσυνη μωρα . ἐπαινουσι δε ἑαυτους ὡς συνεσιν ἐχοντας και θελουσιν ἐθελοδιδασκαλοι εἰναι , ἀφρονες ὀντες . δια ταυτην οὐν
9999989 ἀγωνιζομενος
ἱππευειν ἐμπειροτερος εἰη ἠ τα κατα μουσικην ἱκανως γιγνωσκοι ἠ ἀγωνιζομενος δυναιτο των ἀντιπαλων κρατειν , το δε συμπαν ἁμαρτανοι
μεν ἐστιν ὁ τοις ἀληθινοις ἀγωσιν ἐγγυμναζομενος και ἐν δικαστηριοις ἀγωνιζομενος , οἱος ἠν Αἰσχινης και Δημοσθενης , σοφιστης δε
9999989 σπειρεται
κατα πλατος : και το εὐζωμον , και το καρδαμον σπειρεται . Μηνι Σεπτεμβριῳ σπειρεται σευτλομολοχον , και ἐντυβον ὀψιμον
κοινωνησαντων ὑμιν του προς Φιλιππον πολεμου . ἀρουται φημι και σπειρεται : και οὐκ ἠλεησε φημι ὁ μιαρος οὑτος πολιν
9999989 ὀργιζομενον
. εἰ γαρ τις ἰδῃ τινα πεινωντα ζητουντα φαγειν και ὀργιζομενον δια τουτο , οὐκ ἀν αὐτον ψεξει , ἀλλα
Ἀθηναιων προς Φιλιππον και λαβειν οὐ θελησαντων . Ἀλεξανδρον Ἀριστοτελης ὀργιζομενον πραϋναι βουλομενος και παυσαι χαλεπαινοντα πολλοις , ταυτι προς

Back