ὁταν ὁρω μεμηνοτα . ὠ φιλταται γυναικες , ἡσυχωι ποδι χωρειτε , μη ψοφειτε , μηδ ' ἐστω κτυπος :
, ὠ μαλθακος χρως πνευμα θ ' ἡδιστον τεκνων . χωρειτε χωρειτ ' : οὐκετ ' εἰμι προσβλεπειν οἱα τε
9999950 θυγατριδους
ὁτι κατα διαλυσιν ἐγενοντο , οἱον ἀπο του ἀδελφιδους και θυγατριδους το ἀδελφιδεος και θυγατριδεος κατα διαλυσιν της ου διφθογγου
Τα εἰς ΟΥΣ πολυσυλλαβα ἁπλα μεν ὀντα περισπαται : ἀδελφιδους θυγατριδους διπλους τριπλους , πλην του ὀδους . τα δε
9999949 Ἱπποκρατης
ἱδρωτα . ἀλλ ' ὁρα πως οἰδε τας διαφορας ὁ Ἱπποκρατης . ἀλλο γαρ σκληρον και καρφαλεον και περιτεταμενον ,
παρα το αἰρω , το προσφερω , ἐστιν , ὡς Ἱπποκρατης ἐν Ἀφορισμοις προσαρματα τας τροφας καλει : ὡς δε
9999949 αὐλητικην
και φαρμακα : τεταρτον δε φαμεν εἰναι ἀγαθον , οἱον αὐλητικην και ὑποκριτικην και τα τοιαυτα . ἀγαθου ἀρα τετταρα
ὑμνοι . Ὀλυμπος δε μαθητης γεγονε Μαρσυου , περι την αὐλητικην ἀριστος , και αὐτος δυστυχησας δια μουσικην . καθαπερ
9999949 κἀκεινα
δε ἀντιτασσομενοι τῃ κτισει του θεου δια της εὐφημου ἐγκρατειας κἀκεινα λεγουσι τα προς Σαλωμην εἰρημενα , ὡν προτερον ἐμνησθημενφερεται
ὑπευθυνον αὑτον ποιησας νομον εἰσενεγκειν ἐτολμησεν . Ἀλλ ' ὁμως κἀκεινα και ταδε φησους ' ὑπερ ὑμων πραττειν . εἰτα
9999948 θεραπειην
ξυνεπειγωϲι , προϲ τουϲδε χρη την διαιταν και την ἀλλην θεραπειην ἁρμοζεϲθαι . τροφῃϲι τε ὠν τελεωϲ λεπτῃϲι , εὐπεπτοιϲι
ὡρης ἐπι των ὀξεων αἱματος ἀποσταξις ἐξαπινης ξυντονιην και πολλην θεραπειην κατα τας φλεβας δηλοι , και ἐς την ὑστεραιην
9999948 τελευτησαντι
πολεως και φυλακα , και τιμας δοτεον και ζωντι και τελευτησαντι , ταφων τε και των ἀλλων μνημειων μεγιστα γερα
οἰκειοτατων ἐπιβουλευθεις ἀπωλετο . ζωντι μεν Δαρειῳ τοιαυτα ξυνηνεχθη , τελευτησαντι δε ταφη τε ἡ βασιλικη και των παιδων ὁποια
9999948 ἀνθρωπινα
και ἐπελθοι πολλακις ἐν τοις βροτοις . ἠ οὑτως , ἀνθρωπινα και οὐ καινα ἀν τοις βροτοις τυχοι και ἐπελθοι
ἀδικια , ἡ δε ἀκολασια κακια ; φυσικα δε και ἀνθρωπινα λεγοι ἀν πειναν διψαν και ὁσα τουτοις ἑπεται ,
9999948 ἐξαιρετους
μετα ἀδειας ὡν ἐκτησαμεθα πονων : δυνησομεθα δε αὐτους ἐλεγεν ἐξαιρετους παρα Ἀψυρτου λαβειν δωρεαν . Ταυτα εἰπων ῥᾳδιως ἐπειθεν
, εἰς ἁφην : ἑκαστῃ μεντοι προσενειμεν ὁ ποιων και ἐξαιρετους ὑλας και κριτηριον ἰδιον , ᾡ δικασει τα ὑποπιπτοντα
9999948 γιγνωσκοντα
των πολλων και της αὑτου ἀπαιδευσιας , οὐτ ' αὐ γιγνωσκοντα δι ' ἀνανδριαν και δειλιαν ἐκ ταὐτου στοματος οὑπερ
: αὐτομαθη ἀφικεσθαι αὐτον και σοφιας ἠδη γεγυμνασμενον και πλειω γιγνωσκοντα ἠ ὁ Χειρων : προ γαρ δη Παλαμηδους ὡραι
9999947 Ἐπικρατης
ΑΙΑΚΙΣ ἡ κυλιξ καλειται . ΑΚΑΤΟΣ ποτηριον ἐοικος πλοιῳ . Ἐπικρατης : καταβαλλε τἀκατια , τα κυμβια αἰρου τα μειζω
[ τι ] βουλεται [ ] [ , ἐφη , Ἐπικρατης ] πραγματα ? ἐχειν , [ ὡι ἐξεστι λαβοντι
9999947 διδακτεον
ἀνθρωποις παθηματα , ἐν πασιν τοις τοιουτοις της ἑκαστων διαθεσεως διδακτεον και ὁριστεον το τε καλον και μη . μετα
τα προτερον προς τους ἀναλογιστικους των γραμματικων εἰρημενα , και διδακτεον ὁτι τῃ συνηθειᾳ προσεκτεον μαλλον ἐστι θελοντας εὐ λεγειν
9999947 πιστως
πεπραγμενοις πιστοις , ἠτοι τοις προτερον ὑφ ' ὑμων γεγενημενοις πιστως προς ἡμας ἐργοις : ὁ και κρειττον και μαρτυρει
ἑκαστος ᾠετο δειν . ἐκ δε του τα μεν Ἑλληνικα πιστως , τα δε προς τους θεους εὐσεβως , τα
9999946 ἐγιγνωσκον
Ἰαρχας „ κἀγω , „ ἐφη ” ὠ βασιλευ , ἐγιγνωσκον , ὁτι σοι τα ὠτα διεφθορεν ὑπο των Αἰγυπτιων
φυσει οἱ ἀγαθοι ἐγιγνοντο , ἠσαν που ἀν ἡμιν οἱ ἐγιγνωσκον των νεων τους ἀγαθους τας φυσεις , οὑς ἡμεις
9999946 ἐμνημονευσαμεν
τῳ ὀνοματι προσαγορευει , ὡς και τινων ἐν τοις προσθεν ἐμνημονευσαμεν . Της δε ψυχης ἐχουσης , ὡς και τοις
προσφερω , εἰσβολη , δυστυχης . Ἐπει δε ἁπλων συμφωνων ἐμνημονευσαμεν , δει γινωσκειν ὁτι παντα τα συμφωνα ἁπλα εἰσι
9999946 ἐπεκρατησεν
προς τας μηχανας ὑπηντησεν . ὀφειληται ] χρεωστηται . οὐδετερον ἐπεκρατησεν . ἐχεις ἐπιτηδειοτητα εἰς το λεγειν . λεγειν μεν
ἐν δευτερῳ προσωπῳ διφθογγον ἐχει την μετα του ι , ἐπεκρατησεν ἡ οι διφθογγος ἐκθλιβεντος του υ . τυπτει :
9999945 Αἰγισθος
. ὑστερον δε οὐκ ἐχω σαφες εἰπειν ποτερον ἀδικιας ἠρξεν Αἰγισθος ἠ προϋπηρξεν Ἀγαμεμνονι φονος Τανταλου του Θυεστου : συνοικειν
Θυεστας κτλ . Θυεστης Πελοπιᾳ τῃ θυγατρι , ἐξ ὡν Αἰγισθος , Οἰδιπους Ἰοκαστῃ τῃ μητρι , ἐξ ὡν Ἐτεοκλης
9999945 ἐλαττουν
καθ ' αὑτην : ἐν δε ταις αὐξησεσι ταυτην μεν ἐλαττουν , προστιθεναι δε τι τοις διαφορητικοις : ἐν δε
καθ ' ἑαυτην : ἐν δε ταις αὐξησεσι ταυτην μεν ἐλαττουν , προστιθεναι δε τι τοις διαφορητικοις , ἐν δε
9999944 ἡμισφαιριου
κυκλου ἀποσχῃ ἡ σεληνη , διχοτομος θεωρειται : τοτε γαρ ἡμισφαιριου του πεφωτισμενου ὑπο του ἡλιου το ἡμισυ ἐφ '
των ὀμματων διαστημα μειζον ᾐ της διαμετρου της σφαιρας , ἡμισφαιριου μειζον το ὁρωμενον της σφαιρας ὀφθησεται . ἐστω γαρ
9999944 τρισκαιδεκατον
οἱον Ὀδυσσευς περι της ἀναιρεσεως Δολωνος λεγει Νεστορι , τον τρισκαιδεκατον σκοπον εἱλομεν ἐγγυθι νηων . εἱλομεν εἰπε , καιτοι
“ ἀγε , ὠ Ἡρακλες ” , ἐφη , “ τρισκαιδεκατον ἡμιν ἐπιτελεσον / ⌈ ἀθλον και ἑψησον τον φακον
9999944 δισυλλαβου
ἐχει τρεπομενην κατα τον προτερον ποδα εἰς τα τεσσαρα του δισυλλαβου σχηματα , τας δ ' [ δε β ]
χερειον , ἀμεινον : το γαρ ἀμεινον ἀπο του μειον δισυλλαβου γινεται πλεονασμῳ του Ν και προσθεσει του Α .
9999944 νως
οὐδ [ φιλοτιμιας ] | ἀπε ! [ ] | νως διεσωσαν τη [ ] | Ἀθηναιων ητ [ ]
ὁλων ἀρχαν διαστραταγουσα προνοια τε και ἁρμονια και δικα και νως τινος θεων οὑτω ψαφιξαμενω : ἐν πολει δε εἰρανα
9999944 κληρονομοι
, ἱνα το παν ἀγαλμα ᾐ χρυσουν : οἱ δε κληρονομοι Ἀρεα , εἰτα χρυσουν δορυ ἐχοντα , ἐνταυθα γαρ
. χηρωσται δε οἱ του χηρου και ἐρημου συγγενων οἰκου κληρονομοι . . . . . . χηρωσται : χηρωσται
9999944 διεξοδου
μην φυϲηϲ αὐτα την γαϲτερα : τῳ δε ταχει τηϲ διεξοδου την φυϲαν ὀλιγοχρονιον ἐργαζεται : και κατα τουτο τηϲ
δ ' οὐδεν ἡττον ταυτης και της κατα τον λαρυγγα διεξοδου στενοτερας , και οὐχ ἁπλως γε στενοτερας , ἀλλα
9999944 μεσουρανηματι
ἐλαττονα γινεται : εἰ δε ἐν τῳ ὡροσκοπῳ ἠ τῳ μεσουρανηματι γενοιτο , τα ἐναντιωματα ἡττονα ἐσται . Ἀρης Ἡλιῳ
Ἡλιον : ἐαν τοινυν εὑρῃς τον μεν Ἡλιον ἐν τῳ μεσουρανηματι ἠ ἐν τῳ ιαʹ , την δε Ἀφροδιτην ἑσπεριαν
9999943 Καλλικλεους
εἰναι νεον το ἐπιγραμμα το ἐπ ' αὐτῳ φησι : Καλλικλεους δε του Μεγαρεως ποιημα ὁ ἀνδριας ἐστιν . ἀνηρ
, πως παλιν ἠνεσχετο Θρασυμαχου , πως Πωλου , πως Καλλικλεους , πως της γυναικος ἠνειχετο , πως του υἱου
9999943 Πλουταρχος
ταξεις λελοιπως , και των ἐν Εὐβοιᾳ πραγματων , ἁ Πλουταρχος ὁ τουτου ξενος και φιλος διεπραξατο , ὡς ἐγω
τα δε ἐμπροσθε κεκαρμενα ὡς φησιν ὁ Λυκοφρων οὑτος . Πλουταρχος δε λεγει ὁτι Θησευς ἡβησας εἰς Δελφους ἠλθε και
9999943 στρατευμασι
Ξερξης ἐξηρτησε την θαλασσαν ναυσι και κατεσπειρε την ὁλην γην στρατευμασι και ἐσκεπασε τοις ὁπλοις τον ἀερα και ἐπληρωσε την
ἑτερα κωλων ιζʹ . + εἰωθασιν οἱ περιλειφθεντες ἐν τοις στρατευμασι κομιζειν εἰς τους οἰκους των ἀπολωλοτων ὁσαπερ ἐτι ζωντες
9999943 γιγνωσκον
παιδιον , και θηριον δε , ἱκανον εἰναι ἰασθαι αὑτο γιγνωσκον ἑαυτῳ το ὑγιεινον , ἀλλα ἐνταυθα δη ἀλλον ἀλλου
προ αὐτης το αὐτοζων , κατα δε την ἐσχατην το γιγνωσκον ἑαυτο και το γνωθι σαυτον : και ἐχουσι προς
9999943 Ἀτρειδαις
δε των ἀλλων οὐκ ἐβουλοντο ὀμνυειν οἱ Τρωες οὐδε τοις Ἀτρειδαις ἐμελε . τουτων δε ὀμοσθεντων , ὁ τε ἱππος
μεγιστας ἀρετας ἀφιλα παρ ' ἀφιλοις ἐπες ' ἐπεσε μελεοις Ἀτρειδαις . Ἠ που παλαιᾳ μεν ἐντροφος ἁμερᾳ , λευκῳ
9999943 παρειληφεν
ὡσπερ κτλ . ] ὡς φοινικα πτερα ἐχοντα και τουτον παρειληφεν : ὁν Αἰσχυλος λεγει ἐν Μυρμιδοσιν . ὁ Αἰσχυλος
τροφην , μελι δε ὡς την ἐν τῃ τροφῃ γλυκυθυμιαν παρειληφεν . πληρωσαμενος . οὐκ ἐμπλησθεις ἀλλα προσδεης ὠν .
9999943 φαυλοτεροι
ἰοβολου . Καππαδοκαι φαυλοι μεν ἀει , ζωνης δε τυχοντες φαυλοτεροι , κερδους δ ' εἱνεκα φαυλοτατοι . ἠν δ
ἀκολαστος εὐμαθης : κρεισσων ἰδιωτης δικαιος ἠ ἀρχων ἀδικος . φαυλοτεροι : ἀντι του ἀμαθεστεροι προς τους ξυνετωτερους : συγκρινομενοι
9999943 δουλεια
δε πραγμα παμπολλην ἐχει την διαφωνιαν . ἐκει μεν γαρ δουλεια σαφης και οὐ πολυ των ἀργυρωνητων και οἰκοτριβων διαφερουσιν
ἠδη γεγηρακως , της νεοτητος πλειονα δυναμενης βιον ἀρκεσαι . δουλεια δε πασα χαλεπον μεν ἑκαστῳ , πικροτερον δε τῳ
9999943 ἐξαρχος
θεατων . ἀρχελας : ἀρχων του λαου , ἡγεμων , ἐξαρχος , δημαγωγος . ἐπαιξε δε τῳ ὀνοματι . φησι
Σκυρον ἠ Λημνον ἀποδημειν . Ἀρχη , ἀρχων ἀρχειν , ἐξαρχος , ἀρχηγος , ἀρχικος . ἐξαρχων ἐξαρχειν , συναρχων
9999943 παρελαμβανεν
την Ἑλλαδα ἐλανθανεν διαφθειρων τους συγγιγνομενους και μοχθηροτερους ἀποπεμπων ἠ παρελαμβανεν πλεον ἠ τετταρακοντα ἐτη οἰμαι γαρ αὐτον ἀποθανειν ἐγγυς
παθοιεν το παθημα το Λυδιον : ἀλλα τον μεν ἱππον παρελαμβανεν ἐξεπιτηδες ἐπ ' αὐτῳ τουτῳ παρεπομενος τις ὑπηρετης ,
9999943 ἐκπλαγηναι
δεκα σιτεισθαι , την δε ἑνδεκατην ἀπολειπειν : . οὐκουν ἐκπλαγηναι δικαιον την αὐτοδιδακτον σοφιαν : την γαρ τοι μοναδα
καλλους ἐπρεπεν αὐτου τι μεμνησθαι . τελευτησαντος δε και γυμνωθεντος ἐκπλαγηναι φησιν αὐτου το καλλος τους Ἀχαιους ἰδοντας , οὑτω
9999943 Ἀθηνης
περιπορπιδα θηησαιο . Τοι ' ἀρα δωρα θεας Ἰτωνιδος ἠεν Ἀθηνης : δεξιτερῃ δ ' ἑλεν ἐγχος ἑκηβολον , ὁ
, την νυκτ ' , Οἰνειδαο παις , δια μητιν Ἀθηνης . ἀθετειται , ὁτι και τῃ συνθεσει εὐτελης :
9999943 παρειχετο
Ξερξης , ἠιε μεν το μεσον αὐτεων , στρατηγους δε παρειχετο Σμερδομενεα τε και Μεγαβυζον . Ὁ μεν νυν ναυτικος
παλαιου Πελοποννησιοις πασιν αἰδεσιμον και τοις αὐτοθι ἱκετευουσιν ἀσφαλειαν μαλιστα παρειχετο : ἐδηλωσαν δε οἱ τε Λακεδαιμονιοι τον Παυσανιαν και
9999943 διπλασιονα
ἡγεμονες ἀθροοι ἐμπιπτουσι τοις πολεμιοις . ἀρισται δε εἰσιν αἱ διπλασιονα τον ἀριθμον ἐν τῳ μηκει ἠπερ ἐν τῳ βαθει
ΕΚΖ . εἰχε δε και το ΕΒΖ προς το ΕΚΖ διπλασιονα λογον ἠπερ το ΓΑΔ προς το ΕΚΖ : ὡς
9999942 σπλαγχνον
. ποτιζε δε και τα ἐκφραττοντα και τα διαρρυπτοντα το σπλαγχνον , οἱαπερ εἰσι τα διουρητικα παντα και λιθων θρυπτικα
, και ἐπαγη ὑπο τουτου , και ἐγενετο σκληροτατον το σπλαγχνον και ἡκιστα ἐρυθρον , ὁτι οὐ πουλυ του θερμου
9999942 εὐφροσυναις
. θυμον ἀλδαινουσαν ] την ψυχην αὐξουσαν . . ἐν εὐφροσυναις ] ἁς ἐχω εἰς τους θεους τιμαις . .
μηδεν περι της αὑτου τελευτης εὐλαβηθεις , ἀλλα ταις ἀρχαιαις εὐφροσυναις νεας ἑτερας προσειληφως οὐ μονον δια μνημην των προτερον
9999942 θυμοειδεις
και ἀτενεις τους τοιουτους ἀνδρας ἀλλα μεικτους , ἐπι δε θυμοειδεις τε και ἁπλουστερους ἀποκλινειν , τους προς πολεμον μαλλον
! ! ! ! ! ! ωροι , φιλυδροι , θυμοειδεις , φιλοτιμοι . σωφρονες ! ! ! ! Του
9999942 ὁποτερως
και τα Θησει συμβαντα και Δαιδαλωι . ταυτα μεν οὐν ὁποτερως ἐχει , χαλεπον εἰπειν . ἐστι δε και ἀλλος
. . ὁποτερα ] καθ ' ὁποτερον , ὁποιως , ὁποτερως , ὁπως . , πως εἰκῃ ; ὁποτεραν ]
9999942 παρακολουθημα
του ἀριθμου . Τις οὐν ἡ φυσις αὐτου ; Ἀρα παρακολουθημα και οἱον ἐπιθεωρουμενον ἑκαστῃ οὐσιᾳ , οἱον ἀνθρωπος και
Πλατων την τυχην ἀπεφαινετο αἰτιαν ἐν ἀπροαιρετοις κατα συμβεβηκος και παρακολουθημα και συμπτωμα και προαιρεσεως κατα την προς το τελος
9999942 ἐμπης
Φιλομηλην Κολχιδα τε Μηδειαν ἀριζηλον τε Θεμιστω . ἀλλ ' ἐμπης μετα φυλον ἐφημεριων ἀλεγεινων θηρσι Θυεστειην ὀλοην παρεθηκε τραπεζαν
αὐγας . Νεστορα δ ' οὐκ ἐλαθεν ἰαχη πινοντα περ ἐμπης , ἀλλ ' Ἀσκληπιαδην ἐπεα πτεροεντα προσηυδα : φραζεο
9999942 προβουλευμα
προς το δημοτικον ἠρεσκετο διαλλαγαις , οὐκ εἰα γενεσθαι το προβουλευμα τοιουτοις λογοις χρωμενος . Ἐβουλομην μεν ἀν ἐγωγε και
ἐχουσι παρ ' ὑμων δωρειαν , και οὐδε μιᾳ γεγενησθαι προβουλευμα πωποτε . ἐγω δ ' οἰομαι μεν οὐχι λεγειν
9999942 θεραπαινης
ἐλθειν και βοηθησαι σοι . μαλλον δε ἁρμοζει ὑπο της θεραπαινης τα δυο ταυτα ἰαμβεια λεγεσθαι : πυνθανεται γαρ της
βουληται συνοικιειν : ὁπερ οὐδεις πωποτε κατεκριθη παθειν , ἀντι θεραπαινης , και ταυτης αἰχμαλωτου , μηδεν παθουσης , [
9999942 χαλκανθον
καλως εἰρηκας : και μετα τουτο σωρι ξανθον , και χαλκανθον ξανθον , και κινναβαριν . Το σωρι και ἡ
. ἐαν δε μελανθιον ζεϲαϲ ἐν ἐλαιῳ και προϲμιξαϲ την χαλκανθον ϲυγχριϲῃ , οὐ προϲεγγιζουϲι μυιαι οὐδε κωνωπεϲ . προϲ
9999942 καταλαμβανω
ἡμων ἀπαγγελλομενων . Και ἡ ἀκαταληπτω δε και ἡ οὐ καταλαμβανω φωνη παθους οἰκειου ἐστι δηλωτικη , καθ ' ὁ
και μετ ' ὀλιγον εἰσεκληθην πανυ δεδιως και τρεμων , καταλαμβανω τε παντας ἁμα συγκαθημενους οὐδε αὐτους ἀφροντιδας : ὑπεταραττε
9999942 Φερεκρατης
, μυγμῳ ἠ στεναγμῳ παραπλησιον . κεχρηται δε αὐτῳ καινοτατα Φερεκρατης τι δ ' ἐπαθες ; ἀγρυκτα και ἀλεκτα ,
ἡ Δημητηρ προυκομιζε τας τροφας . ἀορτηρα δε τον ζωστηρα Φερεκρατης ἐν Γραυσι κεκληκεν . ἡ δε καυσια πιλος Μακεδονικος
9999942 ἰσχυρως
και τους ὀρχεις των ἀλεκτρυονων : μετα γαρ του τρεφειν ἰσχυρως ἐν ὀλιγῳ και αὐξειν την δυναμιν ἐτι και το
, ὑδατι μετ ' ἐλαιου πολλου καταντλησας , εἰτα διατεινας ἰσχυρως , πρωτον μεν καταξον ὡς ἐξ ἀρχης ἠν κατεαγος
9999942 τουτωνι
τελικωτερον , εἰτα και πολλας τοιαυτας εἰς μιαν ἑτεραν κυριωτεραν τουτωνι , ἡς και το τελος των τελων των ὑπ
πεντακις οἰμαι αὐτου μετεχειν , ὁποτ ' ἠ φυτευσαι ποτε τουτωνι των φυτων τι βουλοιτο ἠ τρυγησαι ἠ ἀνθη κειραι
9999942 Παρμενιδην
ὀνομασαι κοσμον και την γην στρογγυλην : ὡς δε Θεοφραστος Παρμενιδην : ὡς δε Ζηνων , Ἡσιοδον . . .
λεγειν . ἀμελει γουν Τιμαιον μεν ἐν τοις Βενδιδιοις , Παρμενιδην δ ' ἐν τοις Παναθηναιοις ἐξεδωκεν , και ἀλλον
9999942 πικροτητος
ὡστε ὑπολειπεσθαι το γεωδες αὐτων της οὐσιας , ὁ χωρις πικροτητος ἐπιφανους ἐδεσμα ξηραντικον γινεται . Λιπαρον ἐστι το των
συγκεραννυμενου χλοωδες : ἐτι δε συμμειγνυται ξανθον χρωμα μετα της πικροτητος , ὁταν νεα συντακῃ σαρξ ὑπο του περι την
9999942 ἀξιοπιστως
Ἀριστοκρατους ἀποδειξας το παρανομον , ὑπολειπομενου ἐξετασθηναι του ἀσυμφορου , ἀξιοπιστως προσλαβων προσεποιησατο ἐτι και του παρανομου φανερωτερον το ἀσυμφορον
ὁπερ ἐστι και ἐνταυθα εὑρειν . ὁρα δε πως παλιν ἀξιοπιστως εἰπε το ἠρεσκε μοι , ὁ ἐστι τῳ ἀγαθῳ
9999942 παραγραφῃ
ὑπολαμβανει , παρεληλυθα , ἀλλα θανατου δεομενος . Ἐν πασῃ παραγραφῃ ἐκ μεν του παραγραφομενου ἁρμοσει σοι ἡ του ἀντιπιπτοντος
οὐσης , ὡμολογηται γαρ το ῥητον . προαγαγωμεν τοινυν τῃ παραγραφῃ τον λογον : ὁτι μεν οὐν περι μονον το
9999942 ἑπτακαιδεκατον
. το δεκατον . . . τῳ τεταρτῳ . το ἑπτακαιδεκατον . . . το εἰκοστον ὁμοιον τῳ πεντεκαιδεκατῳ .
δε και των σμγʹ τα ιεʹ μειζον μεν μερος ἠ ἑπτακαιδεκατον , ἐλαττον δε ἠ ἑκκαιδεκατον , ὡστε συντεθεντων αὐτων
9999942 Ἀρχιλοχον
. ἠ οὑτως : εἰδον γαρ , φησι , τον Ἀρχιλοχον πιαινομενον λογοις ψογεροις ἐν ἀποριᾳ . οἱον και τον
, περι την πεντεκαιδεκατηνΘασον ἐκτισθαι , ὡς εἰναι συμφανες τον Ἀρχιλοχον μετα την εἰκοστην ἠδη γνωριζεσθαι ὀλυμπιαδα . . .
9999942 εὑρισκομεν
τοις ὑπο του Ἱππαρχου τετηρημενοις τε και ἀναγεγραμμενοις οὐδεν ἡττον εὑρισκομεν την εἰς τα ἑπομενα του δια μεσων παραχωρησιν αὐτων
τον αὐτον χρονον ἀποτελουμενας ἐκλειπτικας φαντασιας και μαλιστα τας σεληνιακας εὑρισκομεν οὐκ ἐν ταις αὐταις ὡραις , τουτεστιν ταις το
9999942 Φιλοκρατης
μεταπεμψαμενου την ἑαυτου γυναικα : και παρα Δημοσθενει : εἰ Φιλοκρατης πεφηνε πυροπωλων ἠ ξυληγων , το χρυσιον ἐπι των
ὡς αὐτο ἐδειξε το ἐργον . Νικᾳ γαρ ἑτερον Ψηφισμα Φιλοκρατης ἐν ᾡ κελευει ἑλεσθαι δεκα πρεσβεις , οἱτινες ἀφικομενοι
9999942 καθαροτητα
ἀποστασει ᾑπερ ἀηρ τε ὑδατος ἀφεστηκεν και αἰθηρ ἀερος προς καθαροτητα . και δη και θεων ἀλση τε και ἱερα
μονον βλεπουσι το ὁσιον : την δ ' ἁγνειαν και καθαροτητα μαλιστα προηγουμενως δει σπουδαζεσθαι τοις ἱερουργειν μελλουσι , την
9999941 ἐπεδειξαντο
γε ἀπομνημονευει την χαριν αὐτοις ὁ Ζευς ἡν προς αὐτον ἐπεδειξαντο δωδεκα ἑξης ἡμερας ἑστιασαντες , και ταυτα ἐπαγομενον και
. περι δε των κολακων ἐκεινων και της ἀχαριστιας ἡν ἐπεδειξαντο προς αὐτον , και αὐθις μεν σκεψομαι και δικην
9999941 ἐθελησας
και ἐξελεγξει αὐτος αὑτον ὁτι οὐδεν ὑγιες λεγει , οὐκ ἐθελησας παραδουναι εἰς βασανους τας θεραπαινας ἁς ἐγω ἐξῃτουν αὐτον
προς δε ἀλλον οὐδεν ἀν γραψαιμι τοιουτον λογιζομενος , ὡς ἐθελησας μεν ἀρκεσεις και μονος , οὐ βουληθεντος δε σου
9999941 Εὐβουλου
δημων Αἰσχινης Κοθωκιδης . Ὁτι ἐδυνηθη νικησαι την κατηγοριαν , Εὐβουλου συνηγωνισμενου κατα του Δημοσθενους ἐν τῳ ποιησαι τους δικαστας
και εἰς [ τε ] Μυτιληνην ἐλθειν ἐπ ' ἀρχοντος Εὐβουλου τῳ τεταρτῳ ἐτει της ὀγδοης και ἑκατοστης Ὀλυμπιαδος .
9999941 ἀπεδωκαμεν
καινοτερον Ἀττικοι και Ἑλληνες . ἀπεδομεν ἀπεδοτε ἀπεδοσαν Ἀττικοι , ἀπεδωκαμεν ἀπεδωκατε ἀπεδωκαν Ἑλληνες . ἀπολλυς Ἀττικοι , ἀπολλυων Ἑλληνες
ὁτι αὑτη ἐστιν ἡ αἰτια τουτου του πραγματος , ἡν ἀπεδωκαμεν , και οὐκ ἀλλη . οἱον του ὀνομαζεσθαι τους
9999941 ὀγδοον
ὁ μεν γαρ η μερος ἐχει ἡμισυ , τεταρτον , ὀγδοον , ἁπερ ἐστι δ , β , α ,
: το ἑβδομον ἐκ χοριαμβου και διιαμβου διμετρον : το ὀγδοον χοριαμβικον τριμετρον . . . τῳ ἑκτῳ ἐχουσης ἀναπαιστον
9999941 χαλεπαινει
νευματος μονον ἑνεκα χαλεπαινει μεν πρῳρευς τοις ἐν πρῳρᾳ , χαλεπαινει δε κυβερνητης τοις ἐν πρυμνῃ ; ἱκανα γαρ ἐν
“ κυρια , σωσον ἡμας : τῳ γαρ ἀνδρι μου χαλεπαινει Διονυσιος : φυσει δε ἐστι βαρυθυμος , ὡσπερ και
9999941 βελτιστου
; Ἐγωγε . Οὐκουν φαμεν παλιν τους πολλους διημαρτηκεναι του βελτιστου , ὡς τα πολλα γε οἰμαι ἀνευ νου δοξῃ
των ῥητορων εἰ χαριζονται , ἀλλ ' εἰ μετα του βελτιστου και της χαριτος στοχαζονται . και κατα τουτ '
9999941 μικροτεροι
μεγαλωϲ ὁ ἐγκεφαλοϲ ἀντιπραξειεν . Ψυχροτεραϲ καρδιαϲ γνωριϲματα . Ϲφυγμοι μικροτεροι των ϲυμμετρων , οὐ μην βραδυτεροι γε ἐξ ἀναγκηϲ
πελιδνοτερον , οὑϲτιναϲ καλουϲι μολιβδοχρωταϲ . οἱ ϲφυγμοι δε παντων μικροτεροι τε εἰϲι ἠ κατα λογον τηϲ θερμηϲ ἀμυδροτεροι τε
9999941 βελτιοσιν
δε τις ἐαν δοξῃ μαχεσθαι , παρακοψει . μαχεσθαι τοις βελτιοσιν , οἱον τοις δεσποταις βασιλευσι μεγιστασι και πασι τοις
τα ἀντιγραφα : ἱνα μη και ταυτα κλεπτοντες πραξεσιν . βελτιοσιν . γρ . βελτιοσι . ὁ μεν αἰσθανομενος και
9999941 Αἰτνης
ὑπο δεους , τους δε , ἀκοῃ των περι της Αἰτνης λεγομενων , οὐκ ἀπιστειν ἐν τοσοισδε παραδοξοις ἐμπεσεισθαι σφισι
δια το ὑψος . τιμαται δε κατα το ὀρος της Αἰτνης ὁ Ζευς . γαιας μετωπον την Αἰτνην μεταφορικως ἀπο
9999941 ἀνθρωποειδεσι
και κατα τουτο ἀποτελειν . εἰ μεν γαρ ὠσιν ἐν ἀνθρωποειδεσι ζῳδιοις , ἐσται ἡ βλαβη ἀπο τινων ἐργων οἰκειων
παροδον και συσχηματισθῃ τουτῳ οἱῳδηποτε σχηματι και ὑπαρχουσιν ἀμφοτεροι ἐν ἀνθρωποειδεσι ζῳδιοις , δηλοι συμπτωματα γενεσθαι περι τον ἐχοντα την
9999941 στεφανην
των νεφρων διαγνωσθειη , και περι μεν των κατα την στεφανην μονον πομφολυγων τοιαυτα ἀν τις διαγνοιη . Ἐπει δ
τε ῥαγαδας τας περι την ποσθην και τα περι την στεφανην ῥυπαρα ἑλκη , και μαλιστα ὁταν ἀποσυρειν μη δυνωνται
9999941 κνημιδας
. και γαρ των ὁπλων τα σκεπαστικα , θωρακα και κνημιδας και τα τουτοις ἐμφερη λεγουσιν ἐντη , καθαπερ ἀγγεια
, οὐδε μεν Ὑρκανιοις ἐπιμισγομαι , οὐδ ' ἐρεεινω Καυκασιας κνημιδας Ἐρυθραιων Ἀριηνων : ἀλλα με Μουσαων φορεει νοος ,
9999941 σοφωτατους
τους κλεπτας σοφους ἐλεγον . σοφωτατε ] ὁτι τους κλεπτας σοφωτατους ἐλεγον . Γ σοφωτατε ] φρονιμωτατε , ἐπιτηδειοτατε :
τα δυσχερη . ἐγωγε δυο λαβειν μαγειρους βουλομαι οὑς ἀν σοφωτατους δυνωμ ' ἐν τῃ πολει : μελλοντα δειπνιζειν γαρ
9999941 ἀγανακτουντες
ἀνδραποδων και χρηματων ἀφθονους ἀγοντες ὠφελειας . Ῥωμαιοι δ ' ἀγανακτουντες ἐπι τῃ συμφορᾳ και τον ἑτερον των ὑπατων Ποστομιον
κατηγορουντες αὐτοι τα αἰσχιστα ἡδονης ἑνεκα ποιειτε και πασχετε , ἀγανακτουντες εἰ τις μη καλεσειεν ἐπι δειπνον : εἰ δε
9999941 δαιμονιως
ἠθει κεχρησαι του βιουὁσον αὐτον ἐκεινον . ἐρωτικος γαρ ἐστι δαιμονιως , και Βακχιδος οὐδ ' ἀν των σκυθρωποτατων τις
αὐτος δ ' ἐρωσῃ ἐκσταιη , βοη ἐγενετο , ὡς δαιμονιως αὐτα του Ἀπολλωνιου προειποντος , ὑπολαβων ὁ Τιμασιων ”
9999941 Κλεανθους
νομον χωριζοντες . . . , . . και ἡ Κλεανθους δε του Στωικου φιλοσοφου ποιητικη ὡδε πως τα ὁμοια
Σολευς ἠ Ταρσευς , ὡς Ἀλεξανδρος ἐν Διαδοχαις , μαθητης Κλεανθους . , , : Ἠκουσε Βρυσωνος του Στιλπωνος ,
9999941 ἐπιμελες
ἐν Δελφοις θησαυρων οἰμαι [ ὁτι ] πολλοις ὑμων ἐντυγχανειν ἐπιμελες ἐστι . . . . : ἐκει νυν εὑρησετε
την ἀνωτατω στεγην ἐχοντα , τοις φρουρουσι δ ' αὐτον ἐπιμελες εἰναι , νομιμως ἱνα παντα προσταττῃ ποιειν : εἰ
9999941 φιλτατης
καλλει προηκειν της ἐμης εὐμορφιας και σης , Ἀθανα , φιλτατης ἐμοι θεων , εἰ μη κατασκαφεισαν ὀψομαι πολιν Πριαμου
ἐξαφειλετο , ὁς ς ' ὡδε μοι προὐπεμψεν , ἀντι φιλτατης μορφης σποδον τε και σκιαν ἀνωφελη . Οἰμοι μοι
9999941 φιλοποτης
ἀμετριοισι ποτοις . ὁτι φιλοινος ὁ προς οἰνον ἑτοιμος , φιλοποτης δε ὁ προς ποτους , κωθωνιστης δε ὁ μεχρι
ἐνατον εἰναι μερος της ἀμβροσιας κατα την ἡδονην . οὐδεις φιλοποτης ἐστιν ἀνθρωπος κακος . ὁ γαρ διματωρ Βρομιος οὐ
9999941 διδασκαλεια
] [ εν ] : αλλα μοι αλ [ ] διδασκαλεια [ ] [ η ] τα ανθρωπ [ ]
Κλαυδιος ὁ της δεκαδαρχιας ἡγεμων ἀναγινωσκουσαν ἐν γραμματιστουἠν δε τα διδασκαλεια τοτε των παιδων περι την ἀγορανεὐθυς τε ὑπο του
9999941 ποιησειε
αὐλων ὀξυτατος φθογγος προς τον των ὑπερτελειων βαρυτατον μειζον ἀν ποιησειε του εἰρημενου τρις δια πασων διαστημα και κατασπασθεισης γε
γαρ , ἐαν διενεχθητε προς τινα πολιν , ὁ μηδεις ποιησειε θεων , ἐπειτα ἐκεινοι τους ἡμετερους πολιτας λοιδορωσι λεγοντες
9999941 εὑρετην
τε και Δημητραν , τον μεν του προσηνεστατου ποτου γενομενον εὑρετην , την δε της ξηρας τροφης την κρατιστην παραδουσαν
δε τουτοις φυσιν εὐκινητον ἐχοντα , κρατιστον ἐσεσθαι μηχανικων ἐργων εὑρετην και ἀρχιτεκτονα φασιν . μη δυνατου δ ' ὀντος
9999941 πολιτικη
, της κυριωτατης και μαλιστα ἀρχιτεκτονικης : τοιαυτη δε ἡ πολιτικη : ἐχει γαρ τα ὑπαρχοντα τῃ ἀρχιτεκτονικῃ : και
σαθρας οὐσης της μεταβασεως , οὐκ εὐπορος ἡ μετα ταυτα πολιτικη πραξις οὐδεμιᾳ γιγνοιτ ' ἀν πολει . ἡν ἡμεις
9999941 Ἡρακλειδαις
ἐν Λακεδαιμονι ἀπο Αἰγεως τινος Θηβαιου , ὁν συνεργησαι τοις Ἡρακλειδαις φασι προς την κατακτησιν της Λακωνικης . ἐνιοι Ἀργειδαι
λοιμου φθειρομενοι . οὑτος ὁ Καρνος μαντις ὠν εἱπετο τοις Ἡρακλειδαις ἀσημα τουτοις μαντευομενος : ὁντινα ἐκτραπεις εἱς των Ἡρακλειδων
9999940 ἀποπληκτοι
ἐθελουσιν , ὁσοι κεπφαττελεβωδη ψυχην κεκτηνται θνητων εἰσιν τ ' ἀποπληκτοι ὡς ἀνθρωποφαγου του θηριου ὀντος . ἁπας δε ἰχθυς
κινησιν , διο και ἀναισθητοι και ἀφωνοι και ἀκινητοι γινονται ἀποπληκτοι . λεγει δε Ἱπποκρατης περι τουδε του παθους .
9999940 γραμματικης
' ὡς θεωριαι ἁπλως τῳ εἰδει διαφοροι : και μερη γραμματικης ἀναγνωστικον ἐξηγητικον κριτικον , ὡς δε θεωριαι τινες και
ὁ περι των ἰδεων λογος ῥητορικης ἐστι , καιτοι δια γραμματικης πολλης κατασκευαζομενος : και γαρ εἰς τοσουτον χρειας ἠλθεν
9999940 Ἀριστοφανης
ἐμεσεγγυησαν , ἐν μεσεγγυηματι ἐποιησασθε : μεσεγγυον την μειρακα καταθεσθαι Ἀριστοφανης λεγει , και μεσεγγυημα μεν Ξενοφων , μεσεγγυηματα δε
ἠτοι ὁμαλον πεδιον και τετριμμενον και οἱον ἀληλεσμενον , ὡς Ἀριστοφανης Δαιταλευσιν δια ψιλου “ ἐν ἀλιπεδῳ . ” ἐνιοι
9999940 κατωρθωσεν
στιχου . τοδ ' ] το βασιλευειν . ἠνυσεν ] κατωρθωσεν . φρενες ] ἠγουν μετα συνεσεως παν το της
τας πραξεις και το δοκουν ἀδυνατον εἰναι και ἐπικινδυνον παραδοξως κατωρθωσεν . Ἀμιλκας δε στρατηγησας κατα Καρχηδονα ταχυ την πατριδα
9999940 πικραις
βιος ἡμων ἐστι και ἡττον του ζην το θανειν ἐστι πικραις οὑτω βαλλομενοις καθ ' ἑκαστην ὀδυναις ; Ἠ που
κἀγω γαρ οὐ καυλοισιν οὐδε σιλφιῳ οὐδ ' ἱεροσυλοις και πικραις παροψισι βολβοις τ ' ἐμαυτον χορτασων ἐληλυθα . ἁ
9999940 ἐκφανης
ἀλλ ' ᾐσχυνθη . ἀλλ ' ὁμως ἐκεινος Πλαταιασι μεν ἐκφανης ἠν μετα Παυσανιου στρατηγων , Μαραθωνι δε ἐκρυπτετο ὑπο
μεν ἀστηρ δυνει ὁ ἐν τοις νοτιοις ποσι του Καρκινου ἐκφανης και ἐπ ' εὐθειας κειμενος τοις προς δυσιν [
9999940 φυλλορροειν
και το αἰτιον , ὡς ἐπι του πλατυφυλλου και του φυλλορροειν , και του ἐν μεσῳ εἰναι την γην και
δευτερον μεσον του μειζονος αἰτιον τῳ ἐσχατῳ , ὡς του φυλλορροειν και της συκης μεσα το πηγνυσθαι τον ὀπον και
9999940 ὀδυνης
τῃ κενωσει την λειποθυμιαν ἐπαγουσιν . Ἀλλα και δια μεγεθος ὀδυνης ἐκλυσεις γινονται δηξεων τινων ἠ στροφων . Οἰδε γαρ
οὐκ ἀναπνεουσι μεγα δια το μη ἐπιταθηναι αὐτοις τα της ὀδυνης , ἀλλα μικραν ποιουνται την ἀναπνοην , τῃ δε
9999940 βλαβερας
ἀντι του : ἐαν μαχησησθε , παντως ἀπολεισθε : τας βλαβερας καταρας : ὡς ὀντως οὐκετι ἀναιμακτον μενει : οὐκ
μαλιστα δ ' εἰναι κατανοησαι τας τε ματαιους και τας βλαβερας και τας περιεργους και τας ὑβριστικας των ἐπιθυμιων παρα
9999940 χαλεπωτερος
ἀποκεχωρισται : Ἡσιοδος ἐν Θεογονιᾳ : ἀλλος ἐξ ἀλλου δεχεται χαλεπωτερος ἀθλος : εἰναετες δε θεων ἀπαμειρεται αἰεν ἐοντων ,
: ἐπει και ὁλως ἀν διειργασμενην λαβῃ την γην , χαλεπωτερος : μανης γαρ οὐσης , ἐσικνειται μαλλον : ἀπαθεστεραι
9999940 φυσικως
πρωτης φυσεως εἱρμῳ , προγνωσθεντα δε και εὐπορησαντα των θεραπευοντων φυσικως παλιν καθ ' εἱμαρμενην ἠ ἀγενητα τελεον ἠ μετριωτερα
δ ' ἀν κινηθειη κατ ' αὐτας μονον , εἰ φυσικως ἐν τοπῳ ἐσται : πασαι γαρ αὑται κατα τοπον
9999940 προσελθε
της βοης . σημαινει δε το καταγε καταγε το προσελθε προσελθε : ἀφ ' οὑ και καταγωγαι οἱ λιμενες :
ἐμαυτον : ἀλλ ' ὁμως γελω . Ὠ δαιμονιε , προσελθε : δεομαι γαρ τι σου . Ἀλλ ' οὐχ
9999940 ἡγεμονιαις
ἐν πλουτῳ πενιας μεμνησθαι και ἀδοξιας ἐν δοξῃ και ἐν ἡγεμονιαις ἰδιωτικου σχηματος και ἐν εἰρηνῃ κινδυνων των ἐν πολεμῳ
| εὐεξια μετ ' εὐμορφιας ἐξαρκειν ἐοικασι τοις ἐν ταις ἡγεμονιαις ἐπι χρειων τεταγμενοις προς την οἱα βασιλιδος ἀρετης ὑπηρεσιαν
9999940 παραλαβῃ
οὑτως ὁ μετ ' ἐκεινον , και καθεξης μεχρις ἀν παραλαβῃ ὁ ἀστηρ ἐκεινος ὁ κυριος την ἀρχην του ἐτους
χορηγιαν ἀφανιζουσαν την ἐναργειαν του πραγματος , ἐαν δε τις παραλαβῃ , ἐπιδειξιν μεν ἀκαιρον ἐποιησατο , την χρειαν δε
9999940 λιπαραν
εὐδιαν χωρειν και αὐ παλιν ἐξ εὐδιας χειμαζειν πεφυκασιν . λιπαραν : δια την ἐλαιαν την οὐσαν ἐν αὐτῳ .
ὀμβροφοροι “ ὁμοιον τῳ αʹ : το βʹ ” ἐλθωμεν λιπαραν “ ὁμοιον τῳ βʹ : το γʹ ” χθονα

Back