, μηδενος ἀγαθοποιου μαρτυρουντος τῃ Σεληνῃ , κακιστον θανατον τῳ φυγοντι δηλοι . Σεληνης δυνουσης , Ἑρμου ἐπιδυομενου , Ἀρεος
δυσεων . τα δε ὑπτια των ζῳδιων και κινδυνον τῳ φυγοντι ποιουσιν , και μαλιστα ὁταν οἱ χαλεποι των ἀστερων
9999980 συλλογιστικαι
ὁμοιως του τε ἀναγκαιου και του ὑπαρχοντος τιθεμενων αἱ συζυγιαι συλλογιστικαι : και γαρ ὁτε το ὑπαρχον καθολου ἀποφατικον ,
, οὑτως ἐχουσι και αὑται : αἱτινες γαρ ἐκει ἠσαν συλλογιστικαι , αὑται και ἐνταυθα γινονται : ὁμοιως και αἱ
9999979 ἀλωπεκιαν
ῥινην . Δωριων δ ' ἐν τῳ περι ἰχθυων τον ἀλωπεκιαν μιαν ἐχειν φησι λοφιαν προς τῳ οὐραιῳ , ἐπι
συμβαιη την κεφαλην φλεγματος αὐτην ὑποδραμοντος ἀπορρυηναι τας τριχας , ἀλωπεκιαν τουτο καλουμεν . ἰαται δε ὁμως αὐτο το ἐκεινης
9999978 μειζονες
της ΚΛ . και ἐπει αἱ μεν ΘΖΗ της ΘΗ μειζονες εἰσιν , αἱ δε ΓΘΚ της ΓΚ , συναμφοτεροι
δυειν ὀρθων : αἱ ἀρα ὑπο ΑΒΔ , ΑΒΗ οὐ μειζονες εἰσι τριων ὀρθων . ἡ ἀρα ὑπο ΔΒΗ οὐκ
9999977 ἀσφαλης
. ὁ κακως εὐφυϊᾳ χρησαμενος ἀχαριστος τῃ φυσει νομιζεσθω . ἀσφαλης φυσις μεγαλων οὐτε ἀγαθων οὐτε κακων αἰτια . χαλεπωτερον
και παντοδαπων χρωματων πεποικιλμενῳ . την δε βασιν οὐκ ἠν ἀσφαλης ὁ θρονος οὐδε ἡδρασμενος , ἀλλα κινουμενος τε και
9999977 χαρακτηριστικον
βαρυτονως , τοτε το Ἰωνικον ἐχει προ του αται το χαρακτηριστικον συμφωνον του μεσου παρακειμενου , οἱον πεφρασται πεφραδαται ,
ὁ ἐχεσον , ἐξενεχθεντες δια του σ , ὁπερ ἐστι χαρακτηριστικον του πρωτου ἀοριστου , κατα δε ἀντιπαθειαν εὑρεθη .
9999977 κρατουσαν
το φως συναιτιον της ἐμφασεως : την δε χροαν την κρατουσαν μαλλον εἰς την ἑτεραν ἐμφαινεσθαι ἀει . τον αὐτον
ἐν τῃ ἀτελει και σωματικῃ , και την συνεχουσαν και κρατουσαν ἐν τῃ ἐχομενῃ και ἀρχομενῃ , ὡσπερ ἀν εἰ
9999977 ταλαιναν
το παν μοι σπερμα σων ὁμαιμονων , καλει δε την ταλαιναν Ἀλκμηνην , Διος ματην ἀκοιτιν , ὡς τελευταιαν ἐμου
τουτο , μη χαιρειν τινα . Τι μ ' αὐ ταλαιναν , ἀρτιως πεπαυμενην κακων ἀτρυτων , ἐξ ἑδρας ἀνιστατε
9999976 ἀδιδακτον
, ἁπερ συλληβδην ὀτταν καλουμεν , το δε ἀτεχνον και ἀδιδακτον , τουτεστιν ἐνυπνια και ἐνθουσιασμους . οὐδε ταυτα οὐν
αὐτων ψυχης ἐνεργειας : ἐαν δε μεχρι παντος ἀπαιδαγωγητον και ἀδιδακτον ἐασῃς σεαυτον , δουλευσεις τον αἰωνα χαλεπαις δεσποιναις ,
9999976 ἡγεμονικων
ἀρχην . ἀλλως . ὑπνος ἐστιν ἡσυχια και παυλα των ἡγεμονικων . τις ποιητικη αἰτια του ὑπνου ; ἡ ἐν
τον ἐγγυτερον ἠ ἀπωτερον του πληττομενου , των ἐν ἡμιν ἡγεμονικων τῃ συμφυτῳ μουσικῃ θαυμασιως ἁμα και προχειρως εὑρισκοντων τε
9999976 παραδιδοασι
και Βοηθος και Νουμηνιος τον του Πλατωνος ἰκτινον παραλαβοντες ἰκτινον παραδιδοασι , και τον λυκον λυκον , και ὀνον τον
και πιστεις του μη παθειν εἰληφοτες αὐτον τε τον βασιλεα παραδιδοασι και το φρουριον . Οἱ δε περι τον Δουκα
9999976 πιστευομεν
εἰσιν ἡμιν συγγνωμην νεμειν , εἰ περι των δοκουντων Πλατωνι πιστευομεν οἱς αὐτος Ἑλλην ὠν , προς Ἑλληνας ἡμας ,
ὁτι δε ὁ σπουδαιος φιλος ἀλλος ὁ φιλων ἐστι , πιστευομεν ἐκ των ὁσημεραι . ἀν γαρ τις σφοδρα φιλῃ
9999976 χαλεπος
μητρας , μυθος ἐστι . λιμωττων μεν οὐν λεων ἐντυχειν χαλεπος ἐστι , κορεσθεις δε πραοτατος : φασι δε και
βορεης ἀνεμος μεγας οὐδ ' ἐπι γαιῃ εἰα ἱστασθαι , χαλεπος δε τις ὠρορε δαιμων : τῃ τρεισκαιδεκατῃ δ '
9999975 ἀπεικοτως
λωποδυται φευγουσι τα μεσα * * * του ὀργανου οὐκ ἀπεικοτως και ἀπιστουνται , εἰ μη και την γλωτταν ἀπολλυουσιν
πληγεις ' ἀμφοτεραις χερσι κρατει πολεμου . και ταυτα οὐκ ἀπεικοτως παρυμνησεν οὐδ ' ἐξηρεν οὑτως ὡς ποιητης . ἐκεινα
9999975 συστρατευσαι
Ζελειτας δε ἀφηκε της αἰτιας , ὁτι προς βιαν ἐγνω συστρατευσαι τοις βαρβαροις : Δασκυλιον δε παραληψομενον Παρμενιωνα ἐκπεμπει :
την χωραν των Ἀμαζονων μετα στρατιας της συνεκπεσουσης αὐτωι : συστρατευσαι δε και Σιπυλον τωι Μοψωι τον Σκυθην πεφυγαδευμενον ὁμοιως
9999975 συμπτωσεως
κυκλου περιφερειας δυο εὐθειαι ἐφαπτομεναι συμπιπτωσιν , ἡ ἀπο της συμπτωσεως ἀγομενη διαμετρος διχα τεμει την τας ἁφας ἐπιζευγνυουσαν εὐθειαν
προσεισιν : ἐκ γαρ της [ δια ] των τοπων συμπτωσεως προδηλα κρινειν των γενομενων τα πραγματα . και το
9999975 ἐστωσαν
θεωρειται , οὐ μεντοι και ἐν τῃ διεχει , οἱον ἐστωσαν ἀριθμοι τρεις , ὁ α , ὁ β και
. Των δε πτηνων ἀλεκτοριδες παντων αἱρετωτεραι , βοσκαδες δε ἐστωσαν , εἰτα περδικες , φασσαι : ἀσθενεστερας δε ἑνεκα
9999975 ἐβασιλευσαν
και κατ ' Ἀσιαν ἁπασαν , νειμαμενοι κατα χωρας , ἐβασιλευσαν . ἐκεινων δε προς ἀλληλους διαφερομενων , πολεμοις τε
ἀφαιρω λʹ , λοιπα ιʹ Σεβηρου και Ἀντωνινου . και ἐβασιλευσαν κεʹ , γινεται λεʹ : ἐξ ὡν ἀφαιρω λʹ
9999975 ὀνομαστι
εἰτα το προς τι : ὁτι χαλεπωτερον δεικνυναι προσωπα του ὀνομαστι λεγειν τους κωμῳδουμενους : τῳ μεν γαρ ὀνοματι τυχον
παρα Διονυσιῳ ποτε τῳ Σικελιωτῃ πινειν ἀναγκαζοντος του οἰνοχοου προσαγορευσας ὀνομαστι τον τυραννον : τι δη , ἐφη , ὠ
9999975 μετουσιᾳ
δε τε νεικεϊ λυγρῳ , ἐμφαινων ὡς γην μεν καταλαμβανομεθα μετουσιᾳ γης , ὑδωρ δε κατα μετοχην ὑδατος , ἀερα
θειας ἀποδοχης ἠξιωμενος ὡς το της φυσεως ἰσον τῃ κρειττονι μετουσιᾳ κοσμησας . προσηκει γαρ τιμαν τῳ ἐραστῃ του θεου
9999975 σμικροτητος
ὡς ἐοικε , και ἰσοτητος ἀν μετειη και μεγεθους και σμικροτητος . Ἐοικεν . Και μην και οὐσιας γε δει
[ εἰπειν ] , οἱον πρωτον ἡ του μεγεθους και σμικροτητος , και ψυχροτητος και θερμοτητος , και πληθους και
9999975 δροσου
γαρ δη ἐστι το ὑδωρ της τε αἰθριης και της δροσου . Παντων δε των ἡμεις ἰδμεν θνητων τουτο ἐξ
ὀθονη ἀραιᾳ ἠ κοσκινῳ πυκνῳ τιθει ὑπαιθρον ἡλιουσθαι και της δροσου μη μεταλαμβανειν φυλαττομενος μητε βραχηναι , ὀμβρου γιγνομενου ,
9999975 τραχηλου
νοσος ἐκ πληθους αἱματος και στεγνωσις και ἐκπυρωσις και του τραχηλου και ὀστεων ἀλγησις και ἀγρυπνια ὑπερβαλλουσα και ἐπιθυμια πολλη
οἱ παιδες , και ὁποτε ἠ πνιγεσθαι συμβαινοι , του τραχηλου ταθεντος ἐξαιφνης ἠ του στομαχου κατασταντος εἰς ἀποριας ,
9999975 ἀκαθαρτους
μεν τας καθαρας ἐπι τον ὑψιστον , τας δ ' ἀκαθαρτους μητ ' ἐκειναις πελαζειν μητ ' ἀλληλαις , δεισθαι
και μαλιστα θελει βαινειν ὁ ἱππος ἐπι τας ἀψηκτους και ἀκαθαρτους και ῥυπαρας . κυει δε δεκα μηνας : τῳ
9999975 θερμοτης
και τῳ θερει καιονται . Χρη δε , ὁσον ἡ θερμοτης του ἡλιου κατεισι , τοσουτον ὀρυττειν και φυτευειν ,
ὑγιασαντος τριψις ἐγενετο των ποδων του καμνοντος , και ἐντευθεν θερμοτης ἐκινηθη , και ἐδρασεν εἰς τα ἐνοχλουντα αἰτια και
9999974 Ἰσοκρατης
Καλλιστρατος , λαμπρος δ ' ὁ καταλογος , Ἀλκιδαμας , Ἰσοκρατης , Ἰσαιος , Εὐβουλιδης . μυριων μεν ἐφελκομενων Ἀθηνησι
και ἀναθρεψαντες και οὐ πολυ ἀποσχοντες του τελειωσαι ῥητορων μεν Ἰσοκρατης ὁ Ἀθηναιος ἐγενετο , φιλοσοφων δε Πλατων ὁ Σωκρατικος
9999974 θερμης
λεπτα καταθραυομενης και οἱον συμπεττομενης ἀπο τινος συστοιχου , ὡρας θερμης ἠ ἡλικιας ἠ καταστηματος θερμου γινομενου , λυεται το
ἐχει τας ποιουσας αἰτιας : ποτε μεν γαρ ἀρχεται ἀπο θερμης δυσκρασιας , ἐσθ ' ὁτε δε και ἀπο ψυχρας
9999974 ἐλευθεραις
φασι τινες , προτιμοτεραν θεμενος , ἁρπαζῃ και φθειρῃ ταις ἐλευθεραις ὡς θεραπαιναις χρωμενος , τα πολεμου δρων ἐν εἰρηνῃ
ἐχεται του νεω . το δε παλαιον ἀβατος ἠν γυναιξιν ἐλευθεραις οὑτος ὁ νεως , ἀνδρασι δε ἐπετετραπτο και παρθενοις
9999974 Λακεδαιμονιους
ἀλληλους φονευουσιν ; Ἀργειους ὁρᾳς , ὠ Χαρων , και Λακεδαιμονιους και τον ἡμιθνητα ἐκεινον στρατηγον Ὀθρυαδαν τον ἐπιγραφοντα το
. φημι δειν ἁμα τουτους ἀξιουν καθαιρειν τας στηλας και Λακεδαιμονιους ἀγειν εἰρηνην , ἐαν δε μη ' θελωσι ποιειν
9999974 τετραχως
και ὁτι ὁρισμος ἀποδειξει ταὐτον τῃ θεσει διαφερων . Ὁτι τετραχως του αἰτιου λεγομενου , εἰδικου , ὑλικου , ποιητικου
και ὁ σπερματικος και ἀλλοι πλειονες . κατα δε Πλατωνα τετραχως λεγεται λογος , ἡ τε διανοια ἀνευ φθογγου και
9999974 στυπτηριας
ὀπτων λεκιθων , κηρου τυρρηνικου ἀνα δραχ . δ . στυπτηριας σχιστης δραχ . β . οἰσυπου ὑγρου , πομφολυγος
γρ . Ϛʹ σμυρνης τρωγλιτιδος . . γρ . Ϛʹ στυπτηριας . . . . . γρ . Ϛʹ ὀμφακιου
9999974 βλεπουσι
ἐρασμιου και θειου ὑδατος τουτου παν νοσημα θεραπευεται . Ὀφθαλμοι βλεπουσι τυφλων , ὠτα ἀκουουσι κωφων , μογιλαλοι τρανως λαλουσιν
πανυ σαφεστατων λεγομενη : τα γαρ τοις τυφλοις δηλα τοις βλεπουσι σαφεστατα σφοδρα . λεγει δε , ὡς ὁ κελευσας
9999974 τρισκαιδεκατον
οἱον Ὀδυσσευς περι της ἀναιρεσεως Δολωνος λεγει Νεστορι , τον τρισκαιδεκατον σκοπον εἱλομεν ἐγγυθι νηων . εἱλομεν εἰπε , καιτοι
“ ἀγε , ὠ Ἡρακλες ” , ἐφη , “ τρισκαιδεκατον ἡμιν ἐπιτελεσον / ⌈ ἀθλον και ἑψησον τον φακον
9999974 μεγαλοφροσυνης
. Τοσαυτα περι των κατα τας νοησεις ὑψηλων και ὑπο μεγαλοφροσυνης ἠ μιμησεως ἠ φαντασιας ἀπογεννωμενων ἀρκεσει . Αὐτοθι μεντοι
και συγγυμνασθητι περι τουτο το μερος : οὐδεν γαρ οὑτως μεγαλοφροσυνης ποιητικον . ἐξεδυσατο το σωμα και ἐννοησας ὁτι ὁσον
9999974 τοιοιδε
τροπου του πρωτου σχηματος . Παρα δε την ἀμφιβολιαν οἱ τοιοιδε , το βουλεσθαι λαβειν με τους πολεμιους , και
ὁταν δεῃ , ὡς πολυ γε φοβερωτατοι ἐφεδροι εἰσιν οἱ τοιοιδε ἀνθρωποι , τους τε ἐν ἀποριᾳ ὀντας των ἀναγκαιων
9999974 Φιλιππον
, ἐπειδη βουλευεται ὁ δημος ὁ Ἀθηναιων ὑπερ εἰρηνης προς Φιλιππον , οἱ δε πρεσβεις οὐπω παρεισιν , οὑς ἐξεπεμψεν
προσαγαγωσιν , εἰτ ' εἰπων , δι ' ὡν ἡγειται Φιλιππον πολεμειν τῃ πολει και ὁτι πανθ ' , ὁσα
9999974 Ἀρισταρχου
ἀντικρυς , τους δε γραμματικους μηδε λεγοντος ἐκεινου αἰσθανεσθαι ἀπο Ἀρισταρχου και Κρατητος των κορυφαιων ἐν τῃ ἐπιστημῃ ταυτῃ .
ἐν τε γαρ τῳ Περι ἐνιαυσιου μεγεθους συγκρινας την ὑπο Ἀρισταρχου τετηρημενην θερινην τροπην τῳ νʹ ἐτει ληγοντι της πρωτης
9999974 μετεστησεν
: ἠ γαρ το μεγεθος της συμφορας εἰς ἀπαθειαν αὐτον μετεστησεν , ἠ τῳ παιδι συγχαιρων της ληξεως , ἐμεινεν
ἐκ της ἀκροπολεως εἰς το “ βουλευτηριον και την ἀγοραν μετεστησεν Ἐφιαλτης , ὡς φησιν ” Ἀναξιμενης ἐν Φιλιππικοις .
9999974 νομοθετικην
πασας ἐχει . Ῥητεον δε πρωτον περι των κατα την νομοθετικην ἑξιν . οὐκ ἀγνοω μεν οὐν , ὁτι τῳ
ἰατρικην . της δε πολιτικης ἀντιστροφον μεν τῃ γυμναστικῃ την νομοθετικην , ἀντιστροφον δε τῃ ἰατρικῃ την δικαιοσυνην . ἐπικοινωνουσι
9999974 Στρατονικην
ἐρωμενας , Διδυμην ἐπιχωριαν εὐπρεπεστατην , Βιλιστυχην , Ἀγαθοκλειαν , Στρατονικην , ἡς το μεγα μνημειον ἐπι τῃ προς Ἐλευσινι
υἱου χαριν συνεπιγραψαι ταις εὐεργεσιαις , ὡς ἀν γεγαμηκοτος αὐτου Στρατονικην την Δημητριου και τεκνα γεγεννηκοτος ἐξ αὐτης . ,
9999974 ἀγανακτησαντες
ἱερον , παντες ἐνοχοι τῃ δικῃ γεγονασιν , ὡς μη ἀγανακτησαντες ἐπι τῳ ἀσεβηματι . Δει γαρ μη ἐπιτρεπειν τοις
παροντες δε ἐγελων . Ἀνθ ' ὡν αὐτοι τε ἀνεληλυθαμεν ἀγανακτησαντες και σε ἀξιουμεν τιμωρησειν ἡμιν τα ἐσχατα ὑβρισμενοις .
9999974 ἀνες
. ἐπειτ ' ἀκουσον , του ταχους δε τουδ ' ἀνες : εἰς μεν γαρ ἀλλο παν ἁμαρτανειν χρεων ,
προσηκοντα τῃ ἀρχῃ πραττε , ἐμε δε τον καιρον τουτον ἀνες τῳ Ἡλιῳ , δει γαρ με την εἰθισμενην εὐχην
9999974 ψηφισματα
και περι ταυτα ἐσπουδακεναι , ὡσπερ και περι ἐκεινα . ψηφισματα ] ἀντι του εἰπειν τα μυστηρια . καθιμα ]
χρη , ὁτι οὐ μονον νομοι ποιουσιν ἀντινομιαν ἀλλα και ψηφισματα προς ψηφισματα και ἁπλως παντα τα ῥητα : και
9999974 ἐπηγοντο
γην δ ' ἐκ της Θαψου οἱ Ἀθηναιοι τα ἐπιτηδεια ἐπηγοντο . ἐπειδη δε τοις Συρακοσιοις ἀρκουντως ἐδοκει ἐχειν ὁσα
των τε ἀλλων χρηματων , ὡν ἐκ της Τυσκλανων λειας ἐπηγοντο πολλων πανυ ὀντων . ὡς δ ' ἁπαντα ὑπο
9999974 δραστηριος
τε και παρασκευασαμενων , οὑς ἠγε Λευκιος Μαμιλιος , ἀνηρ δραστηριος , ἐχων την μεγιστην ἐν τῃ πολει τοτε ἀρχην
πραγματα μεν συνιδειν ἱκανος , ἐξικεσθαι δε προς τα συνεωραμενα δραστηριος , οἰκτιρμων τε το ἠθος και χρηστος , και
9999974 γραμματικην
ἐν διδασκαλιῳ τουτον βαλων και χρονον ἱκανον ποιησας ἐκει την γραμματικην εἰς ἀκρον διηλθεν : εἰτα λεγει τῳ πατρι αὐτου
: φιλοσοφος , ὁς ἐπεκληθη και κριτικος γραμματικος , οἱα γραμματικην ἐχων παρασκευην . γεγονε δε ἐπι των διαδοχων .
9999974 ἀκαθαρτος
ἀληθως ἐμψυχον , οἱον και τοιαυτα συνειδως βεβιωμενα ἑαυτῳ ὁ ἀκαθαρτος οὑτοσι τολμησει βλεπειν εἰς ὑμας και τον βεβιωμενον αὑτῳ
και κωμικωτερον ὁ Ἀριστοφανους θυμαγροικος . Κιναιδος , πορνος , ἀκαθαρτος , βδελυρος , καταπυγων , θηλυδριας , γυναικιας ,
9999974 αἰσχυνας
λευκος μυελος γλυκερος , λεπτοις ἀραχνας ἐναλιγκιοισι πεπλοις συγκαλυπτων ὀψιν αἰσχυνας ὑπο , μη κατιδῃ τις μηλογενες . . .
προς τῳ τους ἀφ ' αἱματος διαφθειρειν βλαβας ἁμα και αἰσχυνας προδηλοι . Ἡ περι ὀδοντων κρισις πολλην ἐπιδεχομενη διαιρεσιν
9999974 μετελαβεν
τον δε λογον ἐρωτων εἰς το ἐν τοπῳ το που μετελαβεν εἰπων : εἰ γαρ παν το ὀν ἐν τοπῳ
: οὐδε γαρ ἠν ὁπου : ἀλλα το σωμα γειτονησαν μετελαβεν αὐτης : διο οὐκ ἐν τῳ σωματι οὐδ '
9999974 θελοντι
σεληνη : τι μοι μαχεσθ ' , ἑταιροι , καὐτωι θελοντι πινειν ; Ἡ Τανταλου ποτ ' ἐστη λιθος Φρυγων
την μητερα και συμπαριστασθαι και βοηθειν τῳ Διι , ἐμοι θελοντι και ἐκεινῳ . . : προσλαβοντι ] Συναιρομενῳ τῃ
9999974 κρυσταλλον
μεγιστου πιθου και πανυ γαστριδος . οὐκουν ἰχθυες πολλοι τον κρυσταλλον διαδραναι θελοντες οἱονει στεγην ἐπικειμενον και ποθουντες το φως
ἡτις οὐκ ἐχει ζων φυτον δια την χιονα και τον κρυσταλλον , ἀλλ ' ἐψιλωται . και παντα δε τα
9999974 Λακεδαιμονιων
. Λακεδαιμονιοι δε κτἑ . : ἀρχη της διαφορας των Λακεδαιμονιων και Ἀθηναιων οἱ δ ' ἠλθον κτἑ . :
και Ἀπολλωνος Καρνειου ξοανα ἐστι κατα ταὐτα καθα δη και Λακεδαιμονιων νομιζουσιν οἱ Σπαρτην ἐχοντες . ἐπι δε της ἀκροπολεως
9999974 ἀφαιρεθεντες
αἰσχιστον παθωμεν , ἐν ᾡ των ἀποντων ἐφιεμεθα τα παροντα ἀφαιρεθεντες . ἀλλα χρη τον ἐνθαδε ὑπομενοντα ἠδη τειχη τ
ἐπαθον , αἰσχρως και κακως τας ψυχας ὑπο των δημαρχων ἀφαιρεθεντες : πολλοι δ ' αὐθαδεις και τυραννικοι τους τροπους
9999974 συνεστρατευοντο
τον υἱον ἐκελευεν αὐτου ἡγεισθαι . προθυμως δ ' αὐτῳ συνεστρατευοντο Τεγεαται : ἐτι γαρ ἐζων οἱ περι Στασιππον ,
παντας και τους λοχαγους . και ἐπει παντες ἐπεισθησαν , συνεστρατευοντο και ἀφικνουνται ἐν δεξιᾳ ἐχοντες τον Ποντον δια των
9999974 δραπετου
των Χιων τα ἐπικηρυχθεντα χρηματα και θαψας το σωμα του δραπετου εἰς την ἰδιαν ἐχωρησε . και οἱ Χιοι παλιν
το Ϛʹ περι τετραποδων , το ζʹ περι ἀηδιας ἠ δραπετου , το ηʹ περι κλεμματος ἠ ἀποβολης , το
9999973 παραλαβουσα
δεδωκοτι την χαριν . Τι γαρ ἐλευθεριας σεμνοτερον , ἡ παραλαβουσα θεον τον ἀνθρωπον ἀπεργαζεται ; Ἀρ ' οὐν οὐκ
, ἀγονα τε ἐστι και ἀνεμιαια και οὐ ταμιευεται αὐτα παραλαβουσα ἡ μνημη , ἀλλα δεχεται ἐκπιπτοντα παραχρημα ὁ της
9999973 τετρακοσιους
θυρωμασι και πετροις , ἐξεβιβασε δ ' εἰς αὐτον στρατιωτας τετρακοσιους και βελων πληθος παντοδαπων , ἀπεχοντος ἀπο των τειχων
ἐδεξατο ἐρετας πλειους των τετρακισχιλιων , εἰς δε τας ὑπηρεσιας τετρακοσιους : εἰς δε το καταστρωμα ἐπιβατας τρισχιλιους ἀποδεοντας ἑκατον
9999973 μαθηματικως
ὁτι δει τον χωρογραφειν ἐπιχειρουντα πολλα των φυσικως τε και μαθηματικως λεγομενων ὑποθεσθαι , και προς την ἐκεινων ὑπονοιαν τε
εἰναι φασιν ἰδεας , οἱ δε τα μαθηματικα , οὐ μαθηματικως δε : οὐ γαρ τεμνεσθαι οὐτε μεγεθος παν εἰς
9999973 μασχαλης
ἐπι το στηθος και την ἀντικειμενην μασχαλην , ἀπο της μασχαλης ἀναγεται λοξη καταβολη κατα της ἀριστερας ὠμοπλατης , εἰτ
νικη : ἰδου γαρ και καθῃρηται ὁ Εὐρυπυλος κατα της μασχαλης ὠσαντος αὐτῳ καιριαν του Πυρρου και κρουνηδον ἐκχειται το
9999973 ἀπεδειξαμεν
και ἑτερον ψυχρον ἑλκει , ὁπερ ψευδος ἐστιν , ὡς ἀπεδειξαμεν . Και αὑται μοι ἀναγκαι προηγμεναι . Ἀποδειξας ἀνωτερω
. λαʹ . Ἡμεις δε το παραλελειμμενον ὑπο του Θεοδοσιου ἀπεδειξαμεν ἀστρονομικωτατα τουτον τον τροπον . Ἀνατελλετω γαρ ὁ ἡλιος
9999973 συγγραφης
οὐδενα πρεσβυτερον δεχεται , ἀλλ ' ἐκεινον μονον ἡγειται ἀρχηγον συγγραφης . . . Ἑκαταιος . . . πρωτος δε
ἐπι την συγγραφην ἀναγετ ' αὐτον και τα ἐκ της συγγραφης δικαια . ἐστι γαρ ἐμοι τε λοιπον διδαξαι ὑμας
9999973 Ὀλυμπιον
τεως την Ἀθηναν την ἐν πολει ἠ τον Δια τον Ὀλυμπιον , και σοι ταυτα ἀποχρησει προς το Φειδιαν θαυμασαι
αἰνησα , τον εἰδον κρατεοντα χερος ἀλκᾳ βωμον παρ ' Ὀλυμπιον κεινον κατα χˈρονον ἰδεᾳ τε καλον ὡρᾳ τε κεκραμενον
9999973 Κυρηναιος
ἐν ἡδονῃ και καλλει διαφερει . „ Ἀριστιππος , ὁ Κυρηναιος φιλοσοφος , πλεων εἰς Ἀθηνας ἐναυαγησεν και ὑποληφθεις ὑπ
και βωμακευ - ματα και βωμολοχευματα . Ἀπολλοδωρος δε ὁ Κυρηναιος ὡς εὐτραπελον και γελωτοποιον , τινες δε τον μετα
9999973 ναυμαχουντες
ἀκροπολιν ἀνηγαγον , πολλα δε και καλα και πεζῃ και ναυμαχουντες ἐστησαν τροπαια , ἐφ ' οἱς ἐτι και νυν
ναυτας ἀκοντιζοντες . τελος δε τουτῳ τῳ τροπῳ κατα κρατος ναυμαχουντες οἱ Συρακοσιοι ἐνικησαν , και οἱ Ἀθηναιοι τραπομενοι δια
9999973 προσφιλη
φοβῳ ταρβουσα : γραφεται πρευμενη , ὁ ἐστι πραϋμενη και προσφιλη : και ποσει γνωμην ἐχειν : ἐνταυθα ἡ βελτιστη
ἑτερῳ μονον φυεσθαι χαμαι δε μη τουτ ' ἀτοπον : προσφιλη γαρ δη ἀλληλοις καθαπερ και τα ζωα και τα
9999973 κομιζοντα
Λυκιαν προς τον πενθερον Ἰοβατην , ἀδοκητως καθ ' ἑαυτου κομιζοντα γραμματα . Ὁ δε πολλοις αὐτον ἐγγυμνασας ἀθλοις ,
σκευωρουσι κατ ' αὐτου . λαβοντες γαρ Φρυγα αἰχμαλωτον χρυσιον κομιζοντα Σαρπηδονι ἠναγκασαν γραψαι Φρυγιοις γραμμασι περι προδοσιας ὡς παρα
9999973 μισθους
δε , ὠ θαυμασιε φης γαρ και μαντις εἰναι και μισθους οὐκ ὀλιγους ἐπι τῳ τοιουτῳ ἐξελεξας ἀχρι του και
και ὁμιλιας , ὁστις αὐτην μελλει καλως θεασεσθαι και τους μισθους των ἐπαινων αὐτοθεν κομιεισθαι . ἐγω δε τοσουτον ἐτι
9999973 μιγνυσθαι
Ἀσελγαινειν : σημαινει μεν κυριως το παρα φυσιν ταις γυναιξι μιγνυσθαι : καταχρηστικως δε το ὁπωσδηποτε ἀκολασταινειν . εἰρηται δε
μετα το ἐπιφανηναι ἐπιμεινασαν , ὁκοταν ἠδη ξηρη ᾐ , μιγνυσθαι . Ἡ | τινι ἀν ἡ μητρη ἐμπυος γενηται
9999973 εὐρυχωριαν
το μεν πρωτον πλεοντες διετηρουν την ταξιν , ἐχοντες πολλην εὐρυχωριαν : ὡς δ ' εἰς το στενον ἠλθον ,
ναυμαχιαν ἀνηγοντο , ἠν μεν ἀντεκπλειν ἐθελωσι σφισιν ἐς την εὐρυχωριαν , εἰ δε μη , ὡς αὐτοι ἐπεσπλευσουμενοι .
9999973 συμπασης
. . . . καλλη διαφορα . ἐτι δε της συμπασης πολεως ἐν ἑορταις τε και μεθαις . . .
συνεχη παραλιαν μεχρι του Κρισαιου κολπου και της Μεγαριδος και συμπασης της Ἀττικης : νομιζει δ ' οὐδ ' ἀν
9999973 ἐφαινοντο
και ἐκ των ταξεων ὁσοι ἐς φυλακην της χωρας ἱκανοι ἐφαινοντο , πολιν τε ἐνταυθα κτισαι ἐκελευσεν ἐπ ' αὐτῃ
δε ἀντιπραττειν οὐδεν , ἀλλ ' ἀτρεμειν , ὡς ἐκεινοις ἐφαινοντο , ἐπει δ ' αὐτοι προσῃεσαν , πρηστηρες αὐτους
9999973 νομισθεις
σοφου : των δοκουντων , φησιν , εἰδεναι τι κρεισσων νομισθεις ἐπαχθης ἐσῃ . ὡστε συμβαινει και παρα τοις ἀπαιδευτοις
δογματων , ὁ δε λογισμος εἰς την ἀνδρος χωραν ταττεσθαι νομισθεις τας ἱεροπρεπεις και θειας ὑποδεχεται σπορας : ἠ μηποτε
9999972 κυριωτατων
, ἡλιῳ καθαρῳ τον ἰδιον βιον ἀνταυγασοντες και δια των κυριωτατων αἰσθησεων τους συλλογους ὀνησοντες , ὁρωντας μεν ἡδιστας ὁμου
ἐκει - νως σημαινει , περι δε των μεγιστων και κυριωτατων δια καλλιστου ἀγγελου σημαινει ; τι ἐστιν ἀλλο ,
9999972 λαβουσαν
ἐκ της πολεως , και μιαν ἡμεραν παρα του Κρεοντος λαβουσαν εἰς την της φυγης παρασκευην , εἰς μεν τα
του ὀντος ἱστασθαι οὐκ ἐᾳ τα πραγματα , οὐδε τελος λαβουσαν την φοραν του φερεσθαι στηναι τε και παυσασθαι ,
9999972 Ὀλυμπιασιν
Ἐπειους . παραλαβειν δε και την ἐπιμελειαν του ἱερου του Ὀλυμπιασιν , ἡν εἰχον οἱ Ἀχαιοι : δια δε την
ὁ των ῥοδων των οἰκοθεν και ὁ της ἐλαιας της Ὀλυμπιασιν . Ἀλλα ταυτα μεν ἐασειν μοι δοκω και χαριεισθαι
9999972 παραυτικα
συμβαινει δε των διδυμων το μεν ζην , το δε παραυτικα θνῃσκειν ἠ μετ ' ὀλιγον τινα χρονον . Λεγει
τουτων γαρ ὁ καρπος και ἀποθησαυρισθεις ἀσηπτος μενει , και παραυτικα ἐσθιομενος προς τῳ τροφιμῳ και το οἰνωδες ἐχει .
9999972 Φιλοκρατης
μεταπεμψαμενου την ἑαυτου γυναικα : και παρα Δημοσθενει : εἰ Φιλοκρατης πεφηνε πυροπωλων ἠ ξυληγων , το χρυσιον ἐπι των
ὡς αὐτο ἐδειξε το ἐργον . Νικᾳ γαρ ἑτερον Ψηφισμα Φιλοκρατης ἐν ᾡ κελευει ἑλεσθαι δεκα πρεσβεις , οἱτινες ἀφικομενοι
9999972 μαγειρικης
ἀλλοι ἀδελφοι . οὑτως ἐνδοξον ἠν και μεγιστον το της μαγειρικης τεχνης ἀξιωμα . και παρα Ῥωμαιοις δ ' οἱ
τακτικης , ἑκαστα που τεθησεται : ἀριθμῳ το πληθος εἰδεναι μαγειρικης . οὐθεις ἑτερος σοι προς ἐμε και γραφησεται .
9999972 κομιζων
ἀει θαλλουσης χαμελαιας βλαστους , και πηγανον συμ πασι τουτοις κομιζων ἐμβαλλε . Ἀταρ οὐν δη διαπυρον πανυ σφοδρα ἐμβαλλων
του σωματος ἀπηνεγκεν εἰς την πολιν , οὐδεν δε ἡττον κομιζων την ἰδιαν πανοπλιαν , και ταυτα του Κλεοννιδος προεχοντος
9999972 κρατερης
τις κεινου δηιων ἐτ ' ἀμεινοτερος φως ἐσκεν ἐποιχεσθαι φυλοπιδος κρατερης ἐργον , ὁτ ' αὐγηισιν φερετ ' ὠκεος ἠελιοιο
αἰολος ἀμφιεπει δυσπαιπαλος ἑρπηστηρων . δη τοτε δη βαρυθων ἐστη κρατερης ὑπ ' ἀναγκης , δαπτει δε στοματεσσιν ἀπειριτα δηϊα
9999972 μεγαλοφροσυνην
, εὐαλωτος δε ὑπο λογου , ἐλευθεριας δε ἐραστης , μεγαλοφροσυνην δε ἐπαινων φυλαττεται ἐγγυς οὐσαν την αὐθαδειαν . και
σωφροσυνην τε και κοσμιοτητα ἀποβλεψαι και εὐχερειαν και εὐκολιαν και μεγαλοφροσυνην και εὐταξιαν και ἀνδρειαν και καρτεριαν και φιλοπονιαν και
9999972 πιστευσαντα
τουτοις ἐπειτα παντων ἀμνηστιαν λαβων και κακος φανεις περι τον πιστευσαντα ἐπανεστη κατα του βασιλεως . και πρωτα μεν λαθρᾳ
εἰκοτ ' , ἀλλ ' ὁμως σε βουλομαι θεοις τε πιστευσαντα τοις τ ' ἐμοις λογοις φιλου μετ ' ἀνδρος
9999972 θαυμασιωτατος
ἐκ της Μιλητου ἐκεινην Ἀσπασιαν , ᾑ και ὁ Ὀλυμπιος θαυμασιωτατος γε αὐτος συνην , οὐ φαυλον συνεσεως παραδειγμα προθεμενοι
Σωφρων δε στρουθωτα ἑλιγματα φησιν ἐντετιμημενα . Ὁμηρος δε ὁ θαυμασιωτατος των στρωματων τα μεν κατωτερα λιτα εἰναι φασκει ἠτοι
9999972 ῥητορικους
ἡ παιδευσις τῃ Γοργιου πραγματειᾳ : λογους γαρ οἱ μεν ῥητορικους οἱ δε ἐρωτηματικους ἐδιδασκον ἐκμανθανειν , εἰς οὑς πλειστακις
δε ἀνηρ εὐδοκιμος ἐπι τῃ τεχνῃ γεγονως Ἑρμογενης και κριναι ῥητορικους λογους ἱκανωτατος , ὡς δηλοι αὐτου τα γε εἰς
9999972 περιμετρῳ
. κα . Εὑρειν τριγωνον ὀρθογωνιον ὁπως ὁ ἐν τῃ περιμετρῳ αὐτου ᾐ τετραγωνος , και προσλαβων τον ἐν τῳ
: και ἐπιτεταχθω τον μεν ιβ εἰναι τον ἐν τῃ περιμετρῳ αὐτου , τον δε ζ τον ἐν τῳ ἐμβαδῳ
9999972 ἐλεγοντο
συνημμενα και τα διεζευγμενα . προς δη ταυτα τοιουτοι τινες ἐλεγοντο λογοι : καθολου ταυτα εἰναι συστηματα συνεχη ὡν οἱ
ἐδυνατο , ἀπεθνῃσκε δε δυσωδιας τινος τῳ τραυματι ἐγγινομενης : ἐλεγοντο δε χριειν τα βελη μαλαχης ἰῳ . ἐχομενοι δε
9999972 χαλεπωτατος
ὁς μετριαζων μεν ἐστιν εὐχαρις , ἐπιτεινομενος δε και διαταραττομενος χαλεπωτατος . φησι δ ' αὐτον και διδυμα τοξα ἐντυνεσθαι
λεχει τε μοιχος ἐντρυφων , και φαρμακειαι , και νοσων χαλεπωτατος φθονος , μεθ ' οὑ ζῃ παντα τον βιον
9999972 τουδε
των ἐκεινης ὀργιων , ἐλαυνων δε εἰς Ἰσθμον ὑπερ των τουδε μυστηριων , ἐν μεν τῃ νησῳ κορυφαιος ὠν του
και το μεν προπεμψον τοσουτον ἠν , ἠν δε ἀρα τουδε το πλεον γυναικες , αἱ δη και την πολιν
9999972 προσεκτησατο
ἐχων φρενας . ὁ Ἀρταφερνης ἐξ ἐτυμολογιας . Κυρος πρωτος προσεκτησατο Περσαις την ἀρχην Μηδων ἀφελομενος . Κυρου υἱος Καμβυσης
σημεια της ἀλλοεθνιας . ἠσαν δ ' οὐν διωρισμενοι , προσεκτησατο δ ' αὐτους Ἀριαραθης ὁ πρωτος προσαγορευθεις Καππαδοκων βασιλευς
9999972 παρεσκευασαν
θεοι τε και τυχη το της γνωμης ἀνοσιον κατιδοντες φωραθηναι παρεσκευασαν , ἀπο δε ἀγνοιας ὁτι συνεργον την ἐρημιαν της
ἐντος του πλεγματος περιβαλοντες ἱερεια προς την ἐπιθυμιαν , οὑτω παρεσκευασαν χειροηθη και πρᾳον τον ἀγριον , ὡστε μηθεν των
9999972 ἀποστρεψαι
παντας τους πολεμιους παρεσκευασμενους παρερχεσθαι . δευτερον δυνασαι τον λογον ἀποστρεψαι προς τον πλουσιον , και εἰπειν αὐτο ὑπερ ἐμου
της ἠπειρου ἐρχομενοι ποταμοι ἠπειρον αὐτην ποιησωσι , δεηθηναι Ποσειδωνος ἀποστρεψαι τα των ποταμων ῥευματα : ἐπισχεθεντων οὐν τουτων ἀντι
9999972 διακοσια
πολεμον ] τον περι Ἀμφιπολιν λεγει , εἰς ὁν χιλια διακοσια ταλαντα ἀνηλωθη . προσεσθ ' ] τῃ ζημιᾳ περιφρονησις
: μιλια δ ' ἐστι , φησι Πολυβιος , ταυτα διακοσια ἑξηκοντα ἑπτα . ταυτην δη την ὁδον ἐκ των
9999972 κριτικην
και ξηρων και ὑγρων , ἀναγκη ἀρα ἐχειν το ζωον κριτικην δυναμιν των τρεφοντων και μη , ἁπτων δε ὀντων
οὑτος δε παρ ' ἐκεινου διαδεξαμενος ἐπισυναπτει την διανοητικην και κριτικην ἐνεργειαν : ὁθεν ἀκολουθει και το των μεν αὐτων
9999972 τελευτωσαν
ὁμως ἐτεσιν ἀντεσχε πολεμῳ τοσῳδε και λιμῳ , τοτε ἀρδην τελευτωσαν ἐς πανωλεθριαν ἐσχατην , λεγεται μεν δακρυσαι και φανερος
μηκος δ ' ἐκτεταμενα ὁσον τριακοσιων σταδιων και ποιουντα ῥαχιν τελευτωσαν πως ἐπι τα στενα . ἐν μεσῳ δ '
9999972 Συρακουσιους
στρατευσαντες ἐπι την Ἑλλαδα : ἑτερον δε , τῳ μονους Συρακουσιους , ἀν κατορθωσωσι , δοκειν νενικηκεναι τους Ἀθηναιους ,
Φιλιστον : και πρωτον μεν ἀποδυσαντας αὐτου τον θωρακα τους Συρακουσιους , και γυμνον ἐπιδειξαμενους το σωμα , προπηλακιζειν ,
9999972 κερασι
τρηματα εὑραμενοι , ἐπιφραττειν αὐτα και ὑπανοιγειν ὁποτε βουλοιντο , κερασι τισιν ἠ βομβυξιν ὑφολμιοις ἐπετεχνασαντο , ἀνω και κατω
προς τους ἐπιτιθεμενους , ὁπλοις ἀμυντηριοις χρωμενοι τοις των ὀρυγων κερασι : ταυτα δε μεγαλα και τμητικα καθεστωτα μεγαλην παρεχεται
9999972 Ὀλυμπον
το ὑδωρ και ὁ ποταμος ὁ Συςτων δε περι τον Ὀλυμπον χειμαρρων και ὁ Συς ἐστι , τοτε οὐν οὑτος
προσεφη Τελαμωνιον υἱον : Αἰαν ἐπει τις νωϊ θεων οἱ Ὀλυμπον ἐχουσι μαντεϊ εἰδομενος κελεται παρα νηυσι μαχεσθαι , οὐδ
9999972 παρεσχες
ταυτας ἀπικομενας ἐνθαδε ἐσωσα τοι ἐγω , σωστρα δε συ παρεσχες : ἐχω γαρ ἐκ σεο παιδας τρεις . Τουτους
του παθους αἰτια . Ἡ Λυσις ὁμοιως μεταστατικη : συ παρεσχες του θανατου την ἐπιθυμιαν γαμον ποιησας ἐξ ἐπιταγματος :
9999972 ἀποδεικτικης
και πως γινεται : εἰρηται δ ' ἁμα και περι ἀποδεικτικης ἐπιστημης : ταυτης γαρ ἐργον ἀποδειξις . Περι δε
και τῃ ἀποδειξει συναγεται , την δυναμιν της συλλογιστικης και ἀποδεικτικης ἐπιστημης ἐπεγνωμεν , και αὐθις ἐκ των κατ '
9999972 παρεστησατο
ἀλλ ' ἑωρα την των Σικελιωτων ὁρμην ἀκατασχετον οὐσαν , παρεστησατο κηρυκας τους μετα βοης δηλωσοντας τοις Μοτυαιοις φυγειν εἰς
ἀριστως ἐξεθετο , και πρωτα μεν την εἰς Α καταληξιν παρεστησατο δι ' ἑνος κανονος του βηματος , ἐπειδη και
9999972 τρισαριστεως
δε ἀντιληψει του πραγματος ὡμολογημενου και τελειου ὀντος και του τρισαριστεως μοιχου φανερως ἑαλωκοτος ζητειται , εἰ τον τρισαριστεα φονευειν
εἰναι ὡς εἰς βαθος ὠλισθησε κακου τῃ ἑταιριᾳ ὁ του τρισαριστεως υἱος : και το ἑκοντι εἰς τουτο γεγονοτα τον

Back