ἐμβαλλεσθαι : και ἠδη μεν τινας εἰδον , οἱτινες ὑπο φαυλοτητος και τα ἐξω κεκλιμενα και τα [ μη ]
' ἀρετην ἀξιον εἰναι ἀποδεξασθαι ἠ ζηλωσαι της φιλοσοφιας , φαυλοτητος δε και μοχθηριας ἁπασης κακιαν περιβεβλημενους θεολογει . Και
9999989 κοιλοτητος
ἐστι δε ὁτε ἀνευ των μοριων , ὡς ἐπι της κοιλοτητος και του κυκλου και της ψυχης : ταυτα γαρ
ἐχει την ὀδυνην , τουτο γινωσκε ὁτι ἐξηλθεν ἐκ της κοιλοτητος ὁ λιθος , και ἠλθε παρα την οὐσιαν του
9999986 ὀξυτητος
και μηδεν ἀλλο . θαυμαζομενης δε της περι τον θανατον ὀξυτητος διηγησασθαι τους παρα ταις θυραις Θρᾳκας , ὡς ἐκ
ἐαν μη ἡ χρησις προσῃ . χελωνη και λαγωος περι ὀξυτητος ἠριζον . και δη προθεσμιαν στησαντες του τοπου ἀπηλλαγησαν
9999986 ψυχροτητος
” ψυχροτατα . “ κρυμος το μετα χιονος ὑπερβαλλον της ψυχροτητος . γραφεται δε ” κεἰ κριμνωδη κατανιφοι “ ,
θηλυ . δει οὐν συμμετριας τινος της θερμοτητος και της ψυχροτητος της περι το σπερμα προς το ποιεισθαι ἀρρεν ἠ
9999986 περιεχομενῃ
προς αὐτῃ σημειῳ τῳ Λ τῃ στερεᾳ γωνιᾳ εὐθυγραμμῳ τῃ περιεχομενῃ ὑπο των ΘΔ , ΔΕ , ΕΔ , ΔΗ
ἁφης ἀγομενῃ διαμετρῳ , οὐκ ἐλασσων ἐστι της ἐφεξης τῃ περιεχομενῃ ὑπο των προς μεσην την τομην κλωμενων εὐθειων .
9999985 συλλογιστικον
ἀσυλλογιστον ἀρκει το ποτε μη συναγειν , προς δε το συλλογιστικον οὐκ ἀρκει το ποτε συναγειν ἀλλα μονον το ἀει
φησιν , ἀναγκαιως το τι ἐστι και ὁ ὁρισμος κατα συλλογιστικον οὑτω σχημα συναγεσθαι , ὡς μειζων δια μεσου συναπτομενος
9999985 ὑγροτητος
ἐπιτρεψειεν ἐκπεσειν τῳ μηρῳ κἀπειτα ἐμβληθειη , μενουσης μεν της ὑγροτητος , αὐθις ὡσαυτως ἐκπεσειται : ξηρανθεισης δε την κατα
την ἀρχην και καταμαραινον τῳ ὑπερισχυειν . οὐτε γαρ ἀνευ ὑγροτητος οὐδεν καυστον οὐτε ταυτης ἐνυπαρχουσης ἐαν μη ἐχῃ δυναμιν
9999985 Συρακουσιον
ταις ὑστεραις ἐς χαριν την Ἱερωνος του Δεινομενους ἀνηγορευσεν αὑτον Συρακουσιον , τουτων ἑνεκα οἱ Κροτωνιαται την οἰκιαν αὐτου δεσμωτηριον
δε υἱον Δεινομενην . νικησας δε τα Ὀλυμπια ἀνεκηρυξεν ἑαυτον Συρακουσιον και Αἰτναιον : ἐκτισε γαρ πολιν ἐν Σικελιᾳ Αἰτνην
9999985 κομισαντος
ἀρχην ἀπ ' ἐκεινου αὐθις Λυκαονες ὠνομασθησαν , Οἰνωτρου δε κομισαντος αὐτους εἰς Ἰταλιαν Οἰνωτροι χρονον τινα ἐκληθησαν . μαρτυρει
δε περι Σωκρατους και ὁσα ἐντυχων τῳ συγγραμματι εἰποι , κομισαντος Εὐριπιδου καθα φησιν Ἀριστων , ἐν τῳ περι Σωκρατους
9999985 φαυλοτατων
πωλοις , ἠρεμα χειροηθη ποιουντας , ἀπο των σμικρων και φαυλοτατων ὡς ἀν δοξειεν ἀρχομενους , οἱον του προσοραν εὐμενως
ὀψων κρατει αὐτος , ὁσον περ θυννος ὁ πιοτατος των φαυλοτατων κορακινων . ἀλλα μοι ὀψωνει γλαυκου κεφαλην ἐν Ὀλυνθῳ
9999985 τραχυτητος
αὐτα γαρ περι τουτων κἀνταυθα κἀκει . Ἑπεται τῳ περι τραχυτητος και σφοδροτητος ὁ περι λαμπροτητος λογος , ᾑ παλιν
πεποιημενον . και ταυτῃ ἀν οὐν ἰσως διαφεροι ἡ σφοδροτης τραχυτητος . Σχημα δε σφοδρον το κατα ἀποστροφην , οἱον
9999984 θερμοτητος
εἰς το τικτειν λιθους και πηγνυσθαι ἑτοιμως ὑπο της ἐμφυτου θερμοτητος . προς την παχυτητα οὐν δει ἐνιστασθαι μαλλον δια
ἀρτηρια δια σκληροτητα . και χρεια μεν ἠ πλεονεξια ἑπεται θερμοτητος , ἠ δαπανη του ψυχικου συναυξεται πνευματος , οὐχ
9999984 Αἰγυπτος
, ὡν κοινωνον σε ποιησομαι . ἐμοι μεν γαρ ἀρκει Αἰγυπτος , σοι δε γενησεται κτημα Συρια . φερ '
και τελευτησοντα εἰς ἐκεινην ἀναγκαιον ἠν προαναγραψασθαι : ὡδε γαρ Αἰγυπτος ἐληφθη , δια τηνδε την στασιν , Ἀντωνιῳ Κλεοπατρας
9999984 ἀσυλλογιστος
ἑξεις διαθεσεις : ἠ γαρ ψευδη προτασιν ληψομεθα , ἠ ἀσυλλογιστος ὁ λογος ἐσται . εἰ γαρ λαβωμεν μειζονα ὑγιειαν
μερικη γινεται ἡ μειζων προτασις : μερικης δε αὐτης γινομενης ἀσυλλογιστος ἡ συζυγια , ὡστε εἰκοτως συνηγαγε και το παντι
9999984 σεμνοτητος
τοιαυται μεθοδοι , ἐν δε ταις πολιτικωτεραις οὐκετι αἱ ἐμφασεις σεμνοτητος , ἑτερου δε τινος ἐργαστικαι . Μεθοδοι μεν οὐν
, ἀλλα παναγνον και ἱλεων ἀνακινων ὀμμα βαθος ἀφραστον ὑπαστραπτει σεμνοτητος αἰδοι μιγεισης . πλοκαμων δε ἑλικες ῥεομενοι χαρισιν οἱ
9999984 ἀκριβους
δ ' ἀν τις ποιησαιτο του τε συντομου και του ἀκριβους ἁμα φροντιζων : οἱ γαρ ὁρισμοι συντομοι παντως ὀφειλουσιν
ἀπαριθμησιν των κατηγοριων , ἀρξηται δε το δευτερον αὐτης της ἀκριβους διδασκαλιας : ὡσπερ γαρ οἱ ἀριστοι των γραφεων προ
9999984 συνεσταλμενως
στρατιωτικον πληθος . στρατεια ἐκτεταμενως το πραγμα , στρατια δε συνεσταλμενως το των στρατιωτων πληθος . ἐναλλασσει δε πολλακις ἐν
δε τους χρονους , εἰ τις τον μεν μη ἐργαζομενον συνεσταλμενως ἀργον λεγοι , την δε πολιν ἐκτεταμενως Ἀργος .
9999984 νομιζομενην
και την Δωριδα , μητροπολιν δε των ἐν Πελοποννησῳ Δρυοπων νομιζομενην . της δ ' Οἰταιας και ὁ Ἀκυφας ἐστι
ἡ των Θηβαιων πολις , τοτ ' εἰς την ἀπορθητον νομιζομενην εἰναι Λακεδαιμονιων χωραν εἰσεβαλον , κατ ' ἐκεινους τους
9999983 κοινοτητας
ἐν τοις αἰσθητοις και ἐν ἐπινοιαις ἀφαιρουσαις των αἰσθητων τας κοινοτητας . ἐπει δε και κινησεως ἐμνημονευσε λεγων , ὁτι
. τον αὐτον δε τουτον λογον ἐστι και ἐπι τας κοινοτητας μεταφερειν . Κεφ . λεʹ . Ἑξης δ '
9999983 νικησαντα
: Ξανθοτριχα μεν Φερενικον Ἀλφεον παρ ' εὐρυδιναν πωλον ἀελλοδρομον νικησαντα . . Ἐπειδη τεσσαρες ἀγωνες εἰσι , Ὀλυμπια ,
φασι δε τον ἀνδρα τουτον την ἐσχατην τραγῳδιαν εἰσαγαγοντα και νικησαντα χαρᾳ περιπεσειν ἀνυπερβλητῳ , δι ' ἡν και τελευτησαι
9999983 εὐδαιμονεστερος
, ἱνα , καθ ' ὁσον αὐτῳ δυναμις , εὐδαιμονων εὐδαιμονεστερος ᾐ . ὁ δε γενναιος τυραννος οὐ μακαριων εἰναι
λυποιτο λυπας ἀρα τοιουτου ὀντος του βιου , οὐκ ἐσται εὐδαιμονεστερος ὁ του κοσμιου ἠ του ἀκολαστου ; ὁ μεν
9999983 δογματικοις
ἰσην πιθανοτητα τουτων τε των λογων και των παρα τοις δογματικοις κειμενων την ἐποχην συναγοντες . Εἰ μεντοι και δοιημεν
, οἰμαι , πασαν την γεγενημενην περι αὐτων παρα τοις δογματικοις ματαιοπονιαν . εὐθεως οὐν , εἰ ὁ μεν ἀγνοων
9999983 Πεισιστρατου
ἐφ ' αὑτου , και Ἁρμοδιος και Ἀριστογειτων οἱ τον Πεισιστρατου παιδα Ἱππαρχον ἀποκτειναντες , ῥητορες τε Ἐφιαλτης , ὁς
δε ἀκουσαντα παραυτικα ἐπεισε ὁ λογος οἱα ἀχθομενον τε τῃ Πεισιστρατου ἀρχῃ και βουλομενον ἐκποδων εἰναι . Αὐτικα δε ἐσταλη
9999983 ἀποστρεφεσθαι
ὁρωμενη , ἠρυθρια δε μαλλον ἐπαινουμενη , ὡστε την ἀγοραν ἀποστρεφεσθαι , συνειναι δε τῃ μητρι και σεμνως οἰκουρειν .
προστιθεασι το ι , ἱνα ἐν ταὐτῳ και χαρακτηρα μεταδιωξωσιν ἀποστρεφεσθαι την ὀξειαν τασιν και βραχυτεραν την συλλαβην ἀπεργασωνται .
9999983 ἀπαραιτητος
και την συνουσιαν οὐκ ἠνεγκεν . ἀλλ ' εἰδως ὁτι ἀπαραιτητος ἐστιν ὁ πατηρ , και προς τα τοιαυτα ἀσυγγνωστος
Νεμεσεως ἐστιν ἱερον , ἡ θεων μαλιστα ἀνθρωποις ὑβρισταις ἐστιν ἀπαραιτητος . δοκει δε και τοις ἀποβασιν ἐς Μαραθωνα των
9999983 φλεγματικον
δια καταπλασματων των δυναμενων πεττειν τον ἐν τῃ γαστρι περιεχομενον φλεγματικον χυμον , και μεντοι και χαλᾳν την ἀπο του
δυσρουν και δυσκινητον ἐργαζονται τον ἠδη περιεχομενον ἐν αὐτῳ , φλεγματικον δε και ὠμον και ἡμιπεπτον τον ἀναφερομενον . και
9999983 τραχειαν
ἐκμελη , ἀμελη , ἀναγωγον , ἀπειθη , δυσκαμπη , τραχειαν , διεσπασμενην , ἀηδη , λυπηραν , βραγχωδη ,
. διο και Ἡσιοδος εἰκοτως την προς ἀρετην φερουσαν ὁδον τραχειαν προσειπεν . την του κατορθωσαι ἐπιτυχιαν . κεκρυμμενον .
9999983 ἀφαιρεθεντος
ὁ μεν γαρ κοσμος ἐπ ' ἐλαττονα οὐσιαν ἀνεδραμεν , ἀφαιρεθεντος αὐτῳ του σωματοειδους , ἐφθαρη δ ' ἡ ψυχη
. Ἐαν μεγεθος μεγεθους ἰσακις ᾐ πολλαπλασιον , ὁπερ ἀφαιρεθεν ἀφαιρεθεντος , και το λοιπον του λοιπου ἰσακις ἐσται πολλαπλασιον
9999983 ἀμυντηριον
δακνοντα την ψυχην ἐπεστρεψεν αὐτην μηδενος ὀλιγωρειν , ὀργη τε ἀμυντηριον ὁπλον [ ἡ ] μεγαλα πολλους ὠφελησε , και
: εἰς πονον των ὀδοντων . ἀρκος ὀδοντων : ὡς ἀμυντηριον , ἀποσοβησιν . ἀλγος : γραφεται ἑρκος . Ναι
9999983 ἀναγιγνωσκειν
ἀρετας συνηγεν , και προς αὐτον εἰποντος ” ὡρα σοι ἀναγιγνωσκειν τον προς Λεπτινην „ „ σοι μεν οὐν ”
. ταυτας τας ἐπιστολας εὑροντες [ συναγαγοντες ] ἐκκλησιαν φανερως ἀναγιγνωσκειν ἠξιουν . αἱ μεν ἀλλαι γυναικων ἠσαν ἱκετειαι και
9999983 ἐναντιως
εἰς τον χρεωστην , ἐαν δε ᾐ λειψιφως ἡ Σεληνη ἐναντιως . Κακη δε ἡ Σεληνη ἐν τοις συνδεσμοις ἠ
ὁλοι , ἠ παραπλησιοι . ἀντιφερονται : ἐναντιως ἀντιμαχονται , ἐναντιως φερονται , ἀντιμαχονται , μαχονται ἐξ ἐναντιας . Ὀλβῳ
9999983 καθαιρεσεως
ἡ πρωτη προφασις και μικρον πταισμα εἰπων το ῥᾳδιον της καθαιρεσεως ἐδειξεν . τουτο γαρ μαλιστα του δυνατου κεφαλαιου τιμιωτατον
τε της διαιτης και της των τροφων δυναμεως και περι καθαιρεσεως σαρκων , και συν ἐκεινοις δε και πομασι και
9999983 καθαρτηριον
ὁλως λαβειν φαρμακον ὑπηλατον . μετα δε το ληφθηναι το καθαρτηριον συμφερει της πτισανης ἐπιρροφειν , ὡς φησιν Ἱπποκρατης :
νιτρου και λιβανωτου βαλανον ποιησας ἐν μελιτι προσθες . Προσθετον καθαρτηριον μαλθακτικον : ἰσχαδα λαβων , ἑψησας , ἑως ἀν
9999983 εὐδαιμονεστατος
μεγιστον τε ἁμα και ὑγιεινοτατον βιον . Πομπιλιος Νουμας ὁ εὐδαιμονεστατος των Ῥωμαιων βασιλεων και μαλιστα περι την θεραπειαν των
παιδειας μετεσχεν , και τινα ἐργα ἐπραξε , και ὡς εὐδαιμονεστατος ἀνθρωπων ἐγενετο , τουτο δε ἀλλο τι βουλεται τῳ
9999983 κοινοτης
των ἀρχων ποιοτης , ἀναφαινεται τις αὑτη του παθους ἑτερα κοινοτης , ἡν ἐκεινοι παρηκαν : εἰ δ ' ἡ
ὀντος και εὐμισητου , του ἀνεπαχθως ποιησαι μεθοδοι τρεις : κοινοτης λογου , ἀναγκης προσποιησις , προσωπου ὑπαλλαγη . Τουτων
9999983 φιλονεικος
την θηραν ὁ Ἐρως αὐτῳ , και , ἁτε δη φιλονεικος θεος , ἀντιταττομενον ἰδων και βεβουλευμενον , ὡς ᾠετο
τουτο . ἀνδρων : ἀνθρωπων . Δυσμαχος : ἀπιστος , φιλονεικος , δυστυχης , δυσπειθης κατα του διηγεισθαι . ἀτρεκεεσσι
9999983 ἀφαιρουντες
οὐν κακοποιος τυχῃ , ἐτι χειρον . οἱ δε ἀγαθοποιοι ἀφαιρουντες τα αὐτα ἀπεργαζονται , ἐπι τουτοις δε και ἐκπτωσεις
ἐξενεγκειν , οἱας παρελαβον , μητε προστιθεντες αὐταις τι μητε ἀφαιρουντες : ἐν αἱς και μυθοι τινες ἐνησαν ἀπο του
9999983 τεισασθαι
Δαρειον ἐσβαλειν ἐς την χωρην , μετα ταυτα μεμονεναι μιν τεισασθαι , πεμψαντας δε ἐς Σπαρτην συμμαχιην τε ποιεεσθαι και
ἠερα βαλλοντα εἰπειν : Ὠ Ζευ , ἐκγενεσθαι μοι Ἀθηναιους τεισασθαι , εἰπαντα δε ταυτα προσταξαι ἑνι των θεραποντων δειπνου
9999983 θαυμαζοντος
παντες οἱ συνομοιοι σου . και ἑστωτος του Ἁβρααμ και θαυμαζοντος , ἰδου ἀγγελος κυριου ἐλαυνων ἑξ μυριαδας ψυχας ἁμαρτωλων
ἐκειρεν μου την τριχα ἐν τῃ ἀγορᾳ παρεστωτος ὀχλου και θαυμαζοντος . Τις οὐκ ἐξεπλαγη ὁτι αὑτη ἐστιν Σιτιδος ἡ
9999982 βαλανειου
' Ἀριστοφανης λεγει . ὁ δ ' αὐτος και καμινον βαλανειου φησιν . εἰκοτως δ ' ἀν βαλανειῳ προσαγοιτο και
' ἀριστῳ τα περι ἀριστου , ἐν βαλανειῳ τα περι βαλανειου , ἐν κοιτῃ τα περι κοιτης . μηδ '
9999982 τυγχανοντων
προνοιᾳ , ὡς πανταχου ἀρετην κρατειν και μετατιθεμενων και διορθωσεως τυγχανοντων των ἡμαρτημενων , οἱον ἐν ἑνι σωματι ὑγιειας δοθεισης
ἐκ μεταφορας των τοξοτων , των οὐχ ὁπως του σκοπου τυγχανοντων , ἀλλ ' οὐδ ' ἐγγυς βαλλοντων . Οὑτος
9999982 ἀποπλευσαι
κομιδῃ σφοδρα οὐσαν εὐδαιμονα και τοθ ' ὑστερον εἰς αὐτην ἀποπλευσαι . καταλεγει δ ' αὐτου και ἀδελφους δυο ,
τριηραρχος , οὐκ ἐχων δε χρηματα τοις ναυταις χορηγειν ἐσπευδεν ἀποπλευσαι , παρωξυνεν ἐτι μαλλον ὁ Θεμιστοκλης τους τριηριτας ἐπ
9999982 ἀναλαμβανων
ἐν ἀλλῳ σπερματος , γλυκυρριζης χυλου ἠ σπερματος τραγακανθης ἰσα ἀναλαμβανων ὑδατι , πλασσε δραχμιαια και χρω : καταρροφειτωσαν δε
μετενηνοχοτας , αὐτος τε αὐ παλιν ἑκαστου την διανοιαν ὀνοματος ἀναλαμβανων εἰς την ἡμετεραν ἀγων φωνην ἀπεγραφετο : και ταυτα
9999982 βουλευσασθαι
, ἐστι σοι και τουτων οὑτως ἐχοντων ὁμως τα δεοντα βουλευσασθαι : μαλιστα μεν γαρ ἐγωγε φαιην ἀν την μητερα
Μελανθιον φησι τουτ ' εὐξασθαι λεγων : Τιθωνου Μελανθιος ἐοικε βουλευσασθαι βελτιον . ὁ μεν γαρ ἀθανασιας ἐπιθυμησας ἐν θαλαμῳ
9999982 ἀγαθοποιοις
την της καταρχης Σεληνην συναπτειν μελλει . εἰ μεν γαρ ἀγαθοποιοις συναπτει , εὐφορια γινεται , εἰ δε κακοποιοις ,
τας μαρτυριας Ἀρεως και Ἀφροδιτης . Συνουσης της Σεληνης τοις ἀγαθοποιοις ἠ μαρτυρουμενης και ἐν τοις ἁρμοζουσι ζῳδιοις καλλιστον γεωργειν
9999982 ἀποψηφισασθαι
φυσιν τοις πραγμασι , και μη ἐντευθεν ἐκ των ἐλαττονων ἀποψηφισασθαι . ἀξιω - σομεν οὐν αὐτους ὑπολαμβανειν και ἀλλην
' ὠ ἀνδρες , ὁτι οὐδ ' ἐν ὑμιν ἐστιν ἀποψηφισασθαι Λεωκρατους τουτουι , τα δικαια ποιουσι . το γαρ
9999982 συμπεπλεγμενων
κατα τα χρωματα , ἁτε και των χυμων συμπεφυκοτων και συμπεπλεγμενων . και ταυτα μεν οὑτω . Γινεται δ '
δικανικων ἐμνησθημεν , λαβε και παρα Πλατωνος παραδειγματα ἀγωνων πλειονων συμπεπλεγμενων και τροπον τινα παντων των μερων της ῥητορικης συναγομενων
9999982 φεισασθαι
ἐπιφερουσαι , συνεξελθειν αὑταις προς Μαρκιον ἠξιουν αὐτας και δεηθηναι φεισασθαι σφων τε αὐτων και της πατριδος . αἱ μεν
ἑνι ποιησας δεσποτῃ . Ἀκουσας ὁ Κορυμβος εὐθυς μεν ἐκελευσε φεισασθαι φονευοντας , μεταθεμενος δε τα τιμιωτερα των φορτιων και
9999982 εὐδαιμονεστατον
της ὁμιλιας και των θεωρηματων και ἀκροαματων και κρινει τουτον εὐδαιμονεστατον . πλεισται γαρ αὐτῳ , φησι , και τελειοταται
μην Πολυκρατην φασιν , ἑως μεν Σαμου μονης ἠρχεν , εὐδαιμονεστατον ἁπαντων γενεσθαι : βουλομενον δε τι και των περαν
9999982 ἐμπιπλασθαι
Οὐδετερον ἀρα διαφερει τι τοις θεοις , οὐτε το ἡμας ἐμπιπλασθαι ὑλικων σωματων , οὐτε εἰ τινες ὑλικοι σωματων ἀτμοι
. ἐλινυειν οὐ ξυμφερει , ἀλλα γυμναζεσθαι μεν , μη ἐμπιπλασθαι δε , τους νεους ἐλλεβοριζειν , ἰγνυην ταμνειν ,
9999982 ἀθροιζεσθαι
, ὁποιον ἐστιν ἡ πικρα φαρμακον : συγχωρησας γαρ τις ἀθροιζεσθαι την κακοχυμιαν , δυσιατοις ἠ ἀνιατοις ἁλωσεται παθημασι ,
δε ταυτα τους τῃ ῥωμῃ λειπομενους ὑπο του συμφεροντος διδαχθεντας ἀθροιζεσθαι και ποιησαι σημειον ἑαυτοις ἐκ των ὑστερον καθιερωθεντων ζῳων
9999982 νευροις
ἐκεινο ἀποδεδεχθαι του ποιητου , εἰ ὁμως ἐν σαρξι και νευροις και ὀστεοις ὀντα κατελαβε τῳ λογῳ , ὡστε και
συνεπομενον ἀει και μηδαμῃ ἀπολειπομενον ἐκεινης , ἀνθελκειν τοις ἀλλοις νευροις ἑκαστον , ταυτην δ ' εἰναι την του λογισμου
9999982 Φερεκρατους
συνιστασιν . οὐ φαυλον δ ' ἰσως παραθεσθαι και την Φερεκρατους λεξιν ποταμοι μεν ἀθαρας και μελανος ζωμου πλεον δια
παλιν ἀγανακτησῃς δηκοκταν μου λεγοντος , δειξω . κατα γαρ Φερεκρατους Ψευδηρακλεα εἰποι τις ἀν των πανυ δοκησιδεξιων . .
9999982 συλλογιζομενοι
διανοια , τουτεστι το εἰδικον : κατα γαρ την διανοιαν συλλογιζομενοι θηρωμεν τα πραγματα : γνωστον δε το εἰδος των
διαφορων φωτισματων αὐτης : διο και ἐκ των αἰτιατων τεκμηριωδως συλλογιζομενοι το αἰτιον ἑαυτοις ἀποδεικνυομεν , τα αἰτιατα του αἰτιου
9999982 βεβαιοτατον
, ὀλιγωρουσι των ἀστων . Διοπερ εἰσαγει τον σπουδαιον τοτε βεβαιοτατον ἀνδρα της γαμετης , ὁτε παλλακιδι χρησθαι παρηγγελλον οἱ
ὁτι και ἡ ἀρετη δι ' ἡν ἀλληλων φιλοι εἰσι βεβαιοτατον τι χρημα καθεστηκε και μονιμωτατον . και ἑως ἀν
9999981 δωδεκατος
εἰς τμηματα ιβʹ ἁ καλειται ζῳδια , ὁτι πρωτος ὁ δωδεκατος ἀριθμος δεχεται τους θειους εʹ λογους τους μουσικους ,
δεκατος ποιητικος , παραινεσεις γεγραφως : ἑνδεκατος ἀνδριαντοποιος Φωκαευς : δωδεκατος ἐπιγραμματων ποιητης λιγυρος : τρισκαιδεκατος Μαγνης , Μιθραδατικα γεγραφως
9999981 νομιζοντα
, βουλομενον παντας μετασχειν του μυσους , και δια τουτου νομιζοντα συναγωνιστας ἑξειν και φυλακας της βασιλειας βεβαιους . την
λεγοντων μηδ ' ἀπροσδεκτων ? συμβουλιας , τουτον ὑπερ αὐτους νομιζοντα φρονειν ἐξ ἀναγκης κακοδαιμονειν : ληρειν δε και διοτι
9999981 γραμματα
ἑτερου προς την οἰκειαν ἀναγνωσιν . τι οὐν λεγει τα γραμματα ; εἰς πολιαν , φησιν , ἀφικοιτο βασιλευς :
γραμματα γραψας ὁτι εὐνουςνομος δε ἐστιν ὁ κωλυων ψευδη εἰσφερειν γραμματα , δευτερον δε μη ἐξειναι ἐν τῳ θεατρῳ στεφανουσθαι
9999981 κτησασθαι
ὑμων τα δεοντα ἁμα δοξαν και σωτηριαν και ἐλευθεριαν δυναμενον κτησασθαι οὐ μονον ὑμιν ἀλλα και τοις ἀλλοις ἁπασιν Ἑλλησιν
θεων τινος καιρος παραγεγενηται , ἐαν δεομενοις βοηθησητε Λακεδαιμονιοις , κτησασθαι τουτους εἰς τον ἁπαντα χρονον φιλους ἀπροφασιστους . και
9999981 διδως
εὐ ἰσθι ὁτι εἰσι τινες αὐτων οἱ ὡν μεν συ διδως χρηματων οὐδε μικρον τουτων ἑνεκα σε μαλλον θαυμαζουσιν :
τουθ ' ἁπαντες , ὁτι ἐν Ἀρειῳ παγῳ , οὑ διδως ' ὁ νομος και κελευει του φονου δικαζεσθαι ,
9999981 γραμματικους
την γραμματικην ἐπιστημην κατα την ἑξιν τελειωθεις και παραδιδους τους γραμματικους λογους , και το μεν ψυχρον ὑδωρ δυναμει λεγεται
τους ἀνθρωπους , περι δε καλοκἀγαθιας μηδενα . τους τε γραμματικους ἐθαυμαζε τα μεν του Ὀδυσσεως κακα ἀναζητουντας , τα
9999981 ἀναπαυσασθαι
: δειν γαρ ἐφασκον οἱ ναυται και ὑδρευσασθαι και αὐτους ἀναπαυσασθαι , μελλοντας εἰς μακρον ἐμπεσεισθαι πλουν . Κατηγετο δε
φαγειν τε και πιειν και ἀφροδισιασαι , ἡδεως δ ' ἀναπαυσασθαι τε και κοιμηθηναι , περιμειναντας και ἀνασχομενους , ἑως
9999981 κορυφαιον
. ὁθεν αὐτον τε ἡδεως ὑποδεξεσθαι την ἀρχην ᾠοντο ὡσπερ κορυφαιον τελος των προγενομενων πραξεων , την τε συγκλητον και
ὑπερανεστηκεν , ὁθεν και , ὁν μεγαν μελλομεν εἰπειν , κορυφαιον καλουμεν δια το του σωματος ὁλου ὑπερανεστηκεναι τον νουν
9999981 Εὐβουλον
ἐφη τεθνεωτα ἑλκεσθαι παιδιαν ποιουμενων των κτειναντων τον νεκρον , Εὐβουλον δε συν τῳ παιδι δρασμῳ τους ἐκεινων διαφυγοντα λιθους
ὑμων αὐτων γενομενους . εἰ δε τοις μεν ] τον Εὐβουλον λεγει ὡς προς χαριν δημηγορουντα . προς τον Εὐβουλον
9999981 Μελιτος
ἑψησας το μελι και ἀπαφρισας ἑνωσον και ἀναδησας ἐα . Μελιτος ξεστην α , οἰνου ξεστια ε , πεπερεως #
ὀστρακου , σμυρνης ἀνα # α . λειοις χρω . Μελιτος # α , των μορων του χυλου # ε
9999981 θαυμαζεται
ἁτινα κρειττονα ὑπαρχει ἠ κατ ' αἰσθησιν . οὐδεις γαρ θαυμαζεται ἐχων αἰσθησιν : φυσεως γαρ δωρον ἐστι και θεου
γεγονε μεν γαρ ἑτερωθι Πρισκιανος , δι ' ὁ δε θαυμαζεται , τουτο αὐτῳ παρα της ἐμης πολεως , ἡ
9999981 διαιρετικην
διαιρεσεως μεμνηται ἐν τῳ Σοφιστῃ τῳ διαλογῳ λεγων την δε διαιρετικην μεθοδον οὐδεν ἐγκαυχησεται φυγον : και γαρ οὐδεν ἐκφευγει
συγγραμμα εἰς τας διαλεκτικας μεθοδους . ἰστεον ὁτι εἰς την διαιρετικην χρησιμευει οὑτως : ὡσπερ ἐν τοις ἐξω ἐστι το
9999981 κεκτημενης
νησους , οὐ ναυς , οὐ τειχη της πολεως τοτε κεκτημενης , ἐξηλθετε εἰς Ἁλιαρτον και παλιν οὐ πολλαις ἡμεραις
, σου μεν ἁπασας τας γυναικι πρεπουσας ἀρετας και ἐπιστημας κεκτημενης και ἐπισταμενης , ὡσπερ ἡ Ἀθηνα τεχνας ἁπασας κεκτηται
9999981 βραχυτερους
, διαφερουσι δε ἐν τουτῳ , ὁτι τα μεν ὁριστικα βραχυτερους ἐπιδεχονται χρονους : το γαρ τυπτεις ὁριστικον και το
πλειονας ἠ ἐλαττονας , ἀλλ ' ἀπο του μειζονας ἠ βραχυτερους εἰναι τους κοκκους συμβαινει . Ἡ ῥοια διαφορως ἐμφυλλιζεται
9999981 κρατησαντες
. , : Οἱ δε Πελασγοι πολλης και ἀγαθης χωρας κρατησαντες , πολεις τε προσελαβον και ἀλλας αὐτοι κατασκευασαντες μεγαλην
ποταμου ἐπιτιθενται συν τοις παρουσι των Ἀθηναιων ἱππευσι : και κρατησαντες ἐποιησαν τους πολεμιους το λοιπον της ἡμερας ὑπο τας
9999981 ἀμηχανοις
θεραπειας χητει τους ταις ἀπο των ἑρπετων συμφοραις και κακοις ἀμηχανοις περιπεπτωκοτας . . Ἐχομενη δε ἐστι της βοτανης ταυτης
ἀκρωρειας την περιηχησιν ἐλθειν , πληχθεις τα ὠτα Μωυσης ἐν ἀμηχανοις ἠν ἁτε θεοφιλης ὁμου και φιλανθρωπος , μητ '
9999981 φυλακτικον
την ἀντιπαλον ἀλλοτριοτητα : το μεν οὐν ὁμοιον ἐστι και φυλακτικον του παραπλησιου , το δ ' ἀνομοιον και φθαρτικον
οἰκειον και ἀλλοτριον θαυμαστον και τῳ συνανθρωπιζον οἰκουρον εἰναι και φυλακτικον του των εὐ δρωντων βιου παντων περιττοτατον : ὡν
9999981 θαυμαστος
ῥᾳστα ἐπι το ἀκροτατον ἀναβησῃ και εὐδαιμονησεις και γαμησεις και θαυμαστος πασι δοξεις , ἐγω σοι φρασω : ἱκανον γαρ
εἰκοτως , και δοκων και ῥητωρ ἀριστος εἰναι και ἀνηρ θαυμαστος , κατεβη μαλα σεμνως . ἀναστας δ ' ἐγω
9999981 ἐπικρατησει
ἀνακαθαρσεως , ταπεινωσει μεν την χωραν , οὐδεις δε αὐτης ἐπικρατησει . Σεληνης δε οὐσης ἐν τῃ ἐκλειψει ὁταν διᾳττων
, ἐπι των κατα συζυγιαν κρασεων ἀει της ἐπικρατουσης ποιοτητος ἐπικρατησει τα γνωρισματα . Ἡ μεν μικρα κεφαλη μοχθηρας ἐγκεφαλου
9999981 συνημμενα
' εἰ ἰσως ἀμφοτερα ταυτ ' ἐστιν ἑξης τα τε συνημμενα και τα διεζευγμενα . προς δη ταυτα τοιουτοι τινες
και οὐ μεριζεται διαιρουμενα , τῃ δε ἀρχῃ τῃ ἑαυτων συνημμενα και ταυτης ἐξηρτημενα παρεστι μεν ἐκεινης ἐλλαμπουσης , ἀπιουσης
9999981 μετοπωρου
ἐπικρατουντα κατακλειειν αὐτην εἰς την γην : και ἐαρος και μετοπωρου μαλλον , ἀνωμαλους γαρ ταυτας εἰναι τας ὡρας :
ἐχει δε ἡ Λιλαια και προς τας του ἐτους ὡρας μετοπωρου και ἐν θερει και ἠρος ἐπιτηδειως : τον δε
9999981 κοχλιαριον
χειρον δε προϲ τα παροντα και ὀξουϲ ἐπιρροφειν δριμυτατου ὁϲον κοχλιαριον καθευδειν μελλοντα μετα παϲαν τροφην και τα πολλα των
γ , κυμινου ⋖ δ ; λειωϲαϲ διδου εἰϲ κοιτην κοχλιαριον α ἐν οἰνῳ κεκραμενῳ . ἐπι δε των γεννωντων
9999981 κτητικον
ποταμων : Ἑλλανικος : Φιλικος ὀνομα κυριον : το γαρ κτητικον ὀξυνεται , και βραχυ ἐχει το ι : το
και Καπιννητης ] , ὡς Αἰγινατης και Αἰγινητης . το κτητικον Καπιννατιος . Καππαδοκια , χωρα τῃ Κιλικιᾳ προσχωρος ,
9999981 ἐλλειποντα
οὐν αὐτα ἐν τῃ ἀρχῃ ἁμα ὑπερεχοντα ἠ ἰσαζοντα ἠ ἐλλειποντα δεικνυσιν ἐνταυθα , ὁτι και ἐν τῳ αὐτῳ λογῳ
εἰκοτως εἰποι παθη και τα ἀκρα των ἠθων και ἠτοι ἐλλειποντα ἠ πλεοναζοντα της μεσοτητος , τα δε ἐξαιρετον ἐχοντα
9999981 παρεσκευασμενοι
την εἰσοδον ὑπαρχειν . κατα δε την ἐπανοδον του ζῳου παρεσκευασμενοι τοξοτας και σφενδονητας , ἐτι δε ἱππεις πολλους ,
Ἀττηλαν τοποις διατριβειν συνεβαινεν ἀφικομενον περισταντες εἰχον οἱ προς τουτο παρεσκευασμενοι βαρβαροι και τα χρηματα , ἁπερ τῳ Ἐδεκωνι ἐκομιζεν
9999981 κινδυνευοντες
τα θηρια ἐκτεινον , ὡς μητε ζητουντες πονειν μητε αὐ κινδυνευοντες , ἁτε ἀσθενη και δεδουλωμενα : ὁμοιως δε ἀφῃρουντο
τῃ ἡμετερᾳ συγγενειᾳ ; και μην οὑτοι μεν οὐδεν οὐδενι κινδυνευοντες ἰδιας ἐχθρας ἑνεκα ταυτα ποιουσιν , ἡμεις δε παντας
9999981 δυσεντεριαν
λιθους διαιρει . το δε της ῥιζης ἀφεψημα και προς δυσεντεριαν και διαρροιαν και προς αἱματος ἀναγωγην ὠφελιμον ἐστιν ,
: και οἱ ἀπει - ροι θεωμενοι πλανωνται , νομιζοντες δυσεντεριαν το παθος : και τῃ ἀληθειᾳ , εἰ μετα
9999981 ἐνδεικνυσθαι
των θεων . Το δε κατα ἑνδεκα μερη τι βουλεται ἐνδεικνυσθαι ; Ῥητεον οὐν ὡς ὁτι την δωδεκαδα ταυτην διειλε
του ἰσχυροτερου τους ἀσθενεστερους , οἱον μοι δοκεις και τοτε ἐνδεικνυσθαι , ὡς αἱ μεγαλαι πολεις ἐπι τας σμικρας κατα
9999981 εὐτρεπιζεσθαι
τους ἀπυρους λεβητας ἀντιτιθεις οἰοιτο τουτους ἐπι θερμου ὑδατος παρασκευῃ εὐτρεπιζεσθαι , ταὐτον ἀν εἰεν οὑτοι τῳ ἐμπυριβητῃ τριποδι ,
ὑπισχνειτο . ὁ δ ' ἐπιδους αὐτοις χρηματα μεγαλοφρονως , εὐτρεπιζεσθαι τα προς την ἐξοδον ἐκελευσε . κατελθων τε ἐς
9999981 κομιζοντων
ἐκλεγομενος των σωματων τα χρησιμωτατα , οὐκ ὀλιγα δε των κομιζοντων τους ἐκ της νησου καρπους κατηγαγεν εἰς την πατριδα
εἰτα ἐπουλωθεντα , ἀπετυφλωσε τα στοματα των εἰς την μητραν κομιζοντων το αἱμα ἀγγειων , αἱτινες και ἀνιατοι εἰσιν :
9999981 ἀπαιδιαν
διαφθειρωσι τα πραγματα το του Φαεθοντος παθοντες . οὑτω την ἀπαιδιαν την αὑτου της εἰς τας πολεις λυμης κουφοτερον ἐκρινεν
ἀλλ ' ἀτεκνος εἰ ; ὁ Φοιβος οἰδε την ἐμην ἀπαιδιαν . ὠ τλημον , ὡς τἀλλ ' εὐτυχους '
9999981 ἀκολουθουντων
ἐμπτωσεως , και ἀναπληρωσεων και μονων , και παραλλαξεων , ἀκολουθουντων παντων ἀλληλοις , τῳ γαρ μεγιστῳ διαφορῳ των ἀποστηματων
την ἀναφοραν . ἠ οὑτως . αἱρεσις ἐστι συστημα δογματων ἀκολουθουντων ἀλληλοις τε και τοις φαινομενοις ἠ νομιζομενων ἀκολουθειν .
9999981 προαιρετικην
πιθανον γε εἰναι δοκει ἰσοταχεις εἰναι τους πλανητας κατα την προαιρετικην πορειαν , ἀλλα και ὠκυτεραν εἰναι την των ὑψηλοτερων
' αὐτου δια την ἐμπεριοχην , κινειται δε και ἑτεραν προαιρετικην , καθ ' ἡν [ και ] ἀλλοτε ἀλλα
9999981 σοφωτατος
ἀλλως ἐχον ἠ οὑτως . παντως δε πλειστας τεχνας παντων σοφωτατος εἰ ἀνθρωπων , ὡς ἐγω ποτε σου ἠκουον μεγαλαυχουμενου
εἰς κοιτην προς δυναμιν . [ Ἀλλο ᾡπερ ἐχρησατο ὁ σοφωτατος Ἀλεξανδρος . ] Πυρεθρου ⋖ βʹ . κοστου ⋖
9999981 βαλλομενα
οὐκ ἐνηλλαξε , την δε προθεσιν προσλαβων εἰρηκεν ἐπι πυργων βαλλομενα . . . . . του δ ' οὐποτε
, ἱν ' ᾐ καναχιζε δε δουρατα ὡς ἐπι πυργους βαλλομενα , οὐ τα ἐπῳκοδομημενα τῳ τειχει ἐκαναχιζε ξυλα .
9999981 ῥητορειαν
ἠν οὐτε τιμωριας ὑπευθυνος . ἀτοπον οὐν την σωσασαν ὑμας ῥητορειαν μηδεν πλεον κερδαναι της ἡσυχιας . τις δε οἰδε
οὐδε κατα την Ἱππιου γενεολογιαν , οὐδε κατα την Γοργιου ῥητορειαν , οὐδε κατα την Θρασυμαχου ἀδικιαν , οὐδε κατ
9999981 ἀκολουθουντος
εἰναι φησιν , ὁσα και μονουμενα , ἠτοι μηδενος ἀλλου ἀκολουθουντος αὐτοις ἠ ἐκ της αἱρεσεως αὐτων ἀποβαινοντος , εἰσι
κινουμεν , ἐνταυθα δε ὡς βουλης οὐσης μονης και οὐδενος ἀκολουθουντος κακου παρα των δικαστων την ἐξετασιν ποιουμεθα , κἀκει
9999981 ὑποστρεφειν
ὠφεληθησεται και κερδησει ἐν τῃ ξενῃ : ὁ δε ἀρξαμενος ὑποστρεφειν οἰκαδε , ὠφεληθησεται και ταχεως την ὁδον ἀνυσει ,
ἀπρακτος ἡ ὁρμη γινεται και λυπηρα . ὁ δε ἀρξαμενος ὑποστρεφειν Σεληνης οὐσης Αἰγοκερῳ πραειαν και ἀβλαβη την ὁδον ἑξει
9999981 συμπαντι
και εἱλουνται κυκλον : οἱ μεν κατα τα αὐτα τῳ συμπαντι οὐρανῳ , οἱ δε και κινησεσιν ἰδιαις ἐλαχον ἐξαιρετοις
ἀλλα ἐκεινο σωζεσθω , ὑμων ἀπολλυμενων . Τουτο και τῳ συμπαντι τουτῳ γιγνεσθαι φιλει . Ἀθηναιοι λοιμωττουσιν , σειονται Λακεδαιμονιοι
9999981 παραλαμβανομενη
ὀνοματικη θεσις , καθως ἐπεδειξαμενΠως . οὐν ἡ οὐ δεοντως παραλαμβανομενη ἀντωνυμια παρωσεται μεν την ἀναγκαιως παρειλημμενην κατα δευτερον προσωπον
Ἐτι ἐνδιαθετον σχημα και ἡ τοιαυτη ἐπιδιορθωσις ἡ αὐξησεως ἑνεκα παραλαμβανομενη , οἱον ὀψε γαρ ποτε ὀψε λεγω ; χθες
9999981 εὐδαιμονιας
ἑτερων κλητον Ἀθηνηθεν ἐλθοντα νεων ἀρχην κτησασθαι μακαριστον , πηλικης εὐδαιμονιας το Ἀθηναιους εἰναι τους μεταπεμπομενους ; ἐγω δε ἡσθην
τι ἁπαντες ἀνθρωποι . αἱ δε ἀπαρχαι εἰσι νηες γεμουσαι εὐδαιμονιας , και ὁ τι ἀν ἡ φυσις ἀριστον τεκῃ
9999981 ἐναντιοτητα
, ὁ δη βεβαιον ἐστιν , εἰρηται , κατ ' ἐναντιοτητα ἀβεβαιου και ἀκυρου , δεσποτης δε παρα τον δεσμον
εἰναι , και κυριους ἀμφοτερους . Το δε συμβαν την ἐναντιοτητα ἐργαζεται , οἱον εἰ νομος τον μοιχον εἰς ἱερον
9999981 εὐκοιλιος
ἠ και βελονη και ἀβλενης , δυσπεπτος , ὑγρος , εὐκοιλιος . θρισσα , χαλκις , εὐαναδοτα . κεστρευς ἐστι
ψαθυρος , γλυκυς , κουφος , εὐπεπτος , εὐαναδοτος , εὐκοιλιος . τουτων δε ὁ προσφατος ὑποπτος , ἐπειδη τους
9999981 κοινοτερα
ἐπιστημων ἐσχατος των ἀλλων ἐστι δια τοιαυτην αἰτιαν : τα κοινοτερα προτερευουσι των ἰδιως τινι ὑπαρχοντων και αὐτῳ μονῳ τῳ
παντων ἀγαλματων διαφεροντως : οὐ γαρ μηποτε φανῃ καλλιω και κοινοτερα συμπαντων ἀνθρωπων ἀγαλματα , οὐδ ' ἐν διαφερουσιν τοποις
9999981 ἀναγεγραμμενων
ὁμοιως ἐξιατεον και δια των αὐτων βοηθηματων του ὁλου σωματος ἀναγεγραμμενων , αὐτου δε του γαλακτος την κακωσιν πρωτον μεν
των τραγῳδιων ποιητου μετελαβον ἐγω διοτι παραφερειν μελλοντος τι των ἀναγεγραμμενων ἐν τῃ βιβλῳ προς τι δραμα τας ὀψεις ἀπεγλαυκωθη
9999981 καταλυθεισης
προσηκουσι καταχωσαι , το δε δαιμονιον της των ἱκετων σωτηριας καταλυθεισης ἐπεσημηνε : των γαρ Λακεδαιμονιων περι τινων ἀλλων ἐν
, και τα τοιαυτα . Τυραννος τα γεννωμενα ἐπωλει , καταλυθεισης της τυραννιδος , ἀξιουσιν ἐπι των ἀμφικτυονων οἱ πατερες

Back