ἐκ προτερων κεκληται : ἀκηρατα δ ' οὑνεκ ' ἐοικε φαρμακ ' ἐχειν , νημερτες ἀπορροιαν μιν ἀοιδοι οὐρανιην κλειουσιν
ὀρεστεροι ἠδε λεοντες , τους αὐτη κατεθελξεν , ἐπει κακα φαρμακ ' ἐδωκεν . οὐδ ' οἱ γ ' ὡρμηθησαν
9999921 φαρμακιδες
μετωπου των τικτομενων πωλων στεργουσιν αὐτους . τουτῳ δε και φαρμακιδες χρωνται προς ἐρωτα . ὁτι οἱ ἱπποι ὀστουν ἐχουσιν
ἐρως και ὀρνεον τι το λεγομενον σεισοπυγις ᾡ χρωνται αἱ φαρμακιδες εἰς φιλτρα × . ὁμοιως το ἐν βροχοις μαρψας
9999905 χαρακτηρες
Μεθθας , Σκαρθας , Χαγραμ . Εἰσιν δε και οἱ χαρακτηρες οὑτοι οὑς ὁρᾳς . Ὁς ἐγραψε και ἐδιδαξε Σουστουμον
ῥᾳδιως , ποτερος Δημοσθενους ἐστιν ἠ Λυσιου : τοσαυτην οἱ χαρακτηρες ὁμοιοτητα προς ἀλληλους ἐχουσι . τοιουτος ἐστι και ὁ
9999902 φαραγγες
οὐτε συναγκη οὐτε ὀρων κορυφαι ἠλιβατων οὐτε κρημνοι ἀπορρωγες οὐτε φαραγγες ἀφεγγεις , ἀλλα τα μεν ὑποδραμουσαι , τα δε
σεμνον τι πρασσειν , Δαναϊδων ἀρχηγετα . κἀμε τοι νεκρον φαραγγες γυμναδ ' ἐκβεβλημενην ὑδατι χειμαρρωι ῥεουσαι νυμφιου πελας ταφου
9999900 Εὐρωπης
. διοπερ ἐνταυθα προσαναλαβων την δυναμιν μετεπεμψατο τους ἀπο της Εὐρωπης συμμαχους , οὐ πολυ λειποντας των εἰκοσι μυριαδων ,
θαλαττης και της Μαιωτιδος . Λοιπη δ ' ἐστι της Εὐρωπης ἡ ἐντος Ἰστρου και της κυκλῳ θαλαττης , ἀρξαμενη
9999896 γλυκυρριζης
ῥοδων ξηρων . . . . λιτρ . αʹ ʹʹ γλυκυρριζης χυλου . . λιτρ . αʹ ʹʹ γληχωνος .
ἀνδραχνης ῥιζης φλοιου . . . . δραχ . δʹ γλυκυρριζης χυλου . . . . . δραχ . βʹ
9999892 Μακρωνες
. . κολωνον ] γης ἀναστημα . . οἱ γαρ Μακρωνες ἐθνος Πελασγικον . . ὠμους ] παρα το Ὁμηρικον
και Μακρησιος . Μακρις , ἡ Εὐβοια . οἱ οἰκουντες Μακρωνες . ὁ οἰκητωρ Μακριευς και Μακρηις . Μακροκεφαλοι ,
9999891 εὐφροσυνη
κατα την ἀνατολην του Κυνος ἀναβασις ἐσται κατα λογον και εὐφροσυνη τοις δημοις , και ὁ βασιλευς ἐπικρατησει , ἐν
Ἀφροδιτη κατα την ἐναλλαγην ἐν ἀποκλιματι , δηλοι ὡς ἡ εὐφροσυνη του την ἐναλλαγην ἐχοντος συγχυθησεται και βλαβησεται δια βρωματων
9999891 αἰσθητικα
, νου και λογου οὐσα ἀποτεγμα . ἐτι τα ὁπωσουν αἰσθητικα πρωτην την ἁφην ἐχειν ἀναγκη : τρεφεσθαι γαρ ἀναγκη
ὠτα αἰσθητικα νευρα . τῃ οὐν ἀκρᾳ ψυξει σπωμενα τα αἰσθητικα νευρα προς ἑαυτα ἐφελκονται τους λοβους των ὠτων ,
9999891 ἀπαιδα
δε συμβολικως χρη την τυφλωσιν νοειν του Φοινικος δια το ἀπαιδα γενεσθαι και οὐχ ὡς οἱ πολλοι φασι πραγματικως ,
χωριον το περιλειφθεν αὐτῳ περιειλετο , τελευτησαντα δ ' αὐτον ἀπαιδα και ἀνωνυμον βουλεται καταστησαι . Τοιουτος ἐστιν οὑτος .
9999891 σωφροσυνη
ἀρετας ὑπογραφειν : εἰσι δε τον ἀριθμον τετταρες , φρονησις σωφροσυνη ἀνδρεια δικαιοσυνη . ὁ μεν δη μεγιστος ποταμος ,
και ῥωμη και ὑγιεια , ψυχῃ δε σοφια φρονησις ἀνδρεια σωφροσυνη δικαιοσυνη , συναμφοτεροις δε τουτοις χρηματα φιλοι : ἀσυμφορα
9999890 θηλειᾳ
λεγει δε ὁ αὐτος μη προτερον ἐπιβαινειν τον ἀρρενα τῃ θηλειᾳ πριν ἠ φιλησαι αὐτην : μη γαρ ἀνεχεσθαι τας
οὐσιας τε συνενουμενων , ἁμα πριν ἐξ ἀρρενος ὡς ἐζευγμενου θηλειᾳ : συμπλακεις δε ταυτῃ ἐν μεσῳ ποντου φερει δρακοντα
9999890 Πελοποννησιοι
την νησον δηλονοτι . οἱ δ ' ἐν τῃ ἠπειρῳ Πελοποννησιοι . . . : ἠγουν οἱ τε ἐκ της
δ ' ἐν χερσιν ἠδη ὀντες περιεσχον τῳ κερᾳ οἱ Πελοποννησιοι και ἐκυκλουντο το δεξιον των ἐναντιων , οἱ ἐκ
9999890 βελτιστε
μακαριως πεπραγα . ἐρησῃ με ἰσως τινα τροπον , ὠ βελτιστε Τραπεζοχαρων . ἐγω δητα σοι φρασω και πριν ἐρεσθαι
την ἀμοιβην και μονον οὐκ ὀνειδιζει λεγων , ” Ὠ βελτιστε Ἀπολλον , ἐγω μεν σου τον νεων τεως ἀστεφανωτον
9999889 χαρακτηρα
' ἀλληλων ποιησαμενους ὁμοεθνεις μηκετι διασωζειν τον αὐτον της διαλεκτου χαρακτηρα δια τας προς τους πελας ὁμιλιας : το δε
οὑτος σωσει και μετ ' ἐνιαυτον του παθητικου λογου τον χαρακτηρα . Διαιρεθησεται δε ὁ ἐπιταφιος λογος , ὁ παθητικος
9999888 Παφλαγονες
στρατοπεδευσεις . ἐπει δε τα ληφθεντα χρηματα ἀπηγαγον οἱ τε Παφλαγονες και ὁ Σπιθριδατης , ὑποστησας Ἡριππιδας ταξιαρχους και λοχαγους
αἱμα μελαν ῥεε , δευε δε γαιαν . τον μεν Παφλαγονες μεγαλητορες ἀμφεπενοντο , ἐς διφρον δ ' ἀνεσαντες ἀγον
9999888 βελτιονες
παροντες , ἐννοω ὁτι συνεξεληλυθασι μεν ἡμιν οἱ μεν και βελτιονες , οἱ δε και μειονος ἀξιοι : ἠν δε
το κρειττον , ἐαν ὠσιν οἱ δευτεροι ὀδοντες των προτερων βελτιονες , ἐπι δε το χειρον , ἐαν ὠσι χειρονες
9999887 γυμναστικη
ἀλλο σωμα ; Ἐμοιγε δοκει . Αὑτη δ ' οὐ γυμναστικη ; Μαλιστα . Γυμναστικῃ μεν ἀρα ποδος ἐπιμελουμεθα ,
ἁπαντα δι ' αὐτης πεποιηται , και ὁπερ ἐν σωματι γυμναστικη και ἰατρικη , συναμφοτερον λεγω , τουτ ' ἐν
9999887 χασμα
οὑ παραγωγον χαζω , ὁ μελλων χασω , κεχασμαι , χασμα . Χαος . χω , χειω , χαος :
ἀνθη : λειριοεις και λειριοεσσαν . Λεκανη : ἡς το χασμα λειον ἐστι . πεπλατυνται γαρ . λειοχανη οὐν ἡ
9999886 θεραπευω
διατριβω , δανιζομαι ἐπικιχρημι , ἐλεω , χωρογραφω καταμετρω , θεραπευω , [ θεραπευω ] , πραγματευομαι , ἀστειευομαι ,
: ἀλλα χρειαν μοι παρεχει τινα . ταυτης οὐν ἑνεκα θεραπευω αὐτα . τι δε ; τον ὀνον οὐ θεραπευω
9999885 φαρ
: περι δε των ἐξ ἀρχης ῥητεον . . ἐπει φαρ των ἀρχαιων τινες ηὑρισκον στοιχειον ὑπαρχον και ἀρχην και
ὀλιγῳ και ἐλαιῳ : μιγνυται δε τῳ φαρμακῳ χρησιμως και φαρ . Πολτος δε λεγεται το ἐκ των ὀσπριων ἠ
9999885 ἑλικες
ἐμπεπασθω τε τῳ ῥοφουμενῳ ὑδατι οἰνανθης , ἠ ἐμβρεχεσθω ἠ ἑλικες ἀμπελου ἠ ῥοδα ἁπαλα . ἠ χυλον δοτεον ῥοας
ὀμμα βαθος ἀφραστον ὑπαστραπτει σεμνοτητος αἰδοι μιγεισης . πλοκαμων δε ἑλικες ῥεομενοι χαρισιν οἱ μεν εἰς νωτα τεθηλοτες ἀφετοι κεχυνται
9999885 τετταρες
, οἱπερ δη και ἀκριβως ἀναδεικνυνται τῳ ταυτῃ δερματι , τετταρες εἰσι τον ἀριθμον . ἐκ μεν των ἀνωθεν μερων
ἐστι γενναια γυνη . ἠσαν ἀνθρωποι δε πεντε και γυναικες τετταρες . θολος Ἰδου κατοπτρον : εἰπε μοι τουτῳ τι
9999884 ἰατρικη
προς ὀψοποιϊαν , οὑτως δικαστικη προς σοφιστικην . ὡσπερ γαρ ἰατρικη προς το ἀγαθον και συμφερον ὁρωσα προσφερει τοδε το
ἀκουσεται ὁτι ὑγιεινα ἐστι και ἰατρικα , ἁπερ ἀν ἡ ἰατρικη και ὁ ταυτην ἐχων ἰατρος κελευοι ποιειν : και
9999883 Κιλικες
Δωρικον , τα λοιπα δε των μιγαδων χωρις βαρβαρα : Κιλικες μεν οὐν Λυκιοι τε και προς τουτοις ἁμα Καρες
και Βαβυλωνιων και ἀλλα ἐκ Καππαδοκιης , τα δε και Κιλικες φερουσι , τα δε και Ἀσσυριοι . εἰδον δε
9999882 βλασφημα
ἐκπεσειται της ἀρχης ὑφ ' οὑ τεξεται παιδος και ἀλλα βλασφημα λεγοντι , παραγινεται Ἑρμης Διος πεμψαντος ἀπειλων αὐτῳ κεραυνον
της ἀρχης ὑφ ' οὑ τεξεται παιδος , και ἀλλα βλασφημα λεγοντι , παραγινεται Ἑρμης Διος πεμψαντος , ἀπειλων αὐτῳ
9999882 ἐμνημονευσε
και τα τοιαυτα . ἀλλα και διαχωρηματων διαφορας παραδεδωκεν : ἐμνημονευσε γαρ τρυζοντος διαχωρηματος και ὑφαιμου και μελανος και των
ζην αὐτον . προς ὁ λεγομεν ὁτι και ἀναγκαιως αὐτου ἐμνημονευσε κατα δυο αἰτιας : ἠ γαρ δια το τελειον
9999882 ἐτυφλωσεν
της ψυχης ἀναβολην τῳ παθει : πηρωσιν : ἀντι του ἐτυφλωσεν αὑτον : ἐπει δε τεκνων : ὁτε δε ἡβησαν
, ὀπιθεν Πυρρων , μεσσος Διοδωρος τις δε ς ' ἐτυφλωσεν , τις ἀφειλετο λαμπαδος αὐγας ; ἐπει Τροιης ἱερον
9999882 Αἰγυπτια
. το ἐθνικον Σαργανθινος . Σαργαντις , πολις και φυλακη Αἰγυπτια . ὁ πολιτης Σαργαντιτης , ὡς Ναυκρατιτης . Σαρδαιον
κεραμιον δηλοι , κρμ . Ἡ μνα ἡ Ἀττικη και Αἰγυπτια ἐχει # ιϚ , ἡ μνα ἡ Ῥωμαϊκη #
9999882 σαρκια
, οἱον ἐν τῳδι μεν ὑδατια , ἐν τῳδι δε σαρκια : και τοινυν το φαινομενον ὑδωρ ἀπο του πλεοναζοντος
αὐτοματα παντα τἀγαθα , ῥαφανος λιπαρα , σπλαγχνιδια πολλα , σαρκια ἁπαλωτατ ' , οὐδεν μα Δια τοις ἐμοις βλιτοις
9999881 ἐναλλαγῃ
ὑπαρχουσι δε και τα σχηματα των ἀστερων τοιαυτα ἐν τῃ ἐναλλαγῃ οἱα τα των ἀτροφων γενεσεων , δηλουσιν ἀπογνωσιν ζωης
δισσον του τονου δυναμενη ἐπιδεξασθαι παρα το δεον του τονου ἐναλλαγῃ . ὡς αἱ ἀρκτικαι ἀντωνυμιαι φυσικως ὀρθοτονουνται : το
9999881 βλεφαρα
ἀμετρου παρουσης και ἐσχαρας οὐσης , ὡστε και νεμεσθαι τα βλεφαρα , και τῳ ἀρνογλωσσῳ τῳ μικρῳ ἠ τῳ μεγαλῳ
καιρια ὁστις φυλασσει πραγος ἐν πρυμνῃ πολεως οἰακα νωμων , βλεφαρα μη κοιμων ὑπνῳ . εἰ μεν γαρ εὐ πραξαιμεν
9999880 τελεωϲ
τῃ γαϲτρι πνευματουται : βολβοι ὠμοτεροι , μελι το μη τελεωϲ ἑψηθεν . οἱ γλυκειϲ οἰνοι φυϲαν βραδυπορον γεννωϲι οἱ
μοριοιϲ ἐϲτι προϲηνεϲτερα , τοιϲ δε ἀποφλεγμηναϲιν ἀϲθενεϲτερα προϲ το τελεωϲ ἐξυγιαϲαι . Κοινη διδαϲκαλια περι παντων των λιθων .
9999880 βλαβερα
δ ' οὐδεν ἡττον ὁτι γνωριζειν ποιει και πορρωθεν τα βλαβερα και ὠφελιμα , ὡς τα μεν φευγειν , ἐστι
και σχολαιοι περιπατοι και συμμετρα γυμνασια : ἡ γαρ ἀργια βλαβερα . Την δε γαστερα εὐλυτον ἀει ἐχειν δει :
9999880 λαμπτηρα
παρα τους ἀλλους ἐτιμα , φανον γεγονεναι [ τουτον ὁνπερ λαμπτηρα καλουσι . ] τυφλος ἐγενετο και ὑπο του δουλου
' ὀρφνην γευσεται δῃουμενων , ὁταν καρηβαρευντας ἐκ μεθης ἀγων λαμπτηρα φαινῃ τον ποδηγετην σκοτου σιντης , ἀγρυπνῳ προσκαθημενος τεχνῃ
9999879 γεωδες
Ῥηον μικτης ἐστι δυναμεως : ἐχει μεν γαρ τι και γεωδες ψυχρον , ὡς ἡ στυψις δηλοι : συνεστι δε
ἐξατμιζουσι γαρ το λεπτον μονον , το δε παχυ και γεωδες καταλιμπανουσι και μενειν και προσπεπλασθαι τοις ἀρθροις ἀναγκαζουσιν αὐτο
9999879 συμπεσῃ
σπανιως γε οὑτος και ἐν μακρῳ χρονῳ , ὁταν ἀμφω συμπεσῃ και συνομαρτησῃ τῳ καλλει της ψυχης και ἡ του
προσεκβαλλομενη ἐπι το ἑτερον μερος του κωνου , ἀχρις ἀν συμπεσῃ τῃ ἐπιφανειᾳ αὐτου , διχα τμηθησεται ὑπο του ἐπιπεδου
9999879 ἐτυραννησε
ἑως δεσποται γενωνται των ἐξαπατηθεντων . ἰδιωτατα δε παντων Ἀγαθοκλης ἐτυραννησε των Συρακοσιων , ἀφορμαις μεν ἐλαχισταις χρησαμενος , ἀτυχημασι
Ἀρη βασιλει Καππαδοκων θεμενοι . και Ταρσου δε Ἐπικουρειος φιλοσοφος ἐτυραννησε , Λυσιας ὀνομα : ὁς ὑπο της πατριδος στεφανηφορος
9999879 γλυκυς
δε οὑτος γενος τι οἰνου . και ἐστιν οὑτος οὐτε γλυκυς οὐτε παχυς , ἀλλ ' αὐστηρος και σκληρος και
ἐν τινι των μελων : Ἐρως με δαὐτε Κυπριδος ϝεκατι γλυκυς κατειβων καρδιαν ἰαινει . λεγει δε και ὡς της
9999879 ϲτοματοϲ
ϲκοτοδινοι ἀνατροπαι τε ϲτομαχου ϲπαραγμοι ἐμετωδειϲ ναυτιαι τε και ἀνορεξιαι ϲτοματοϲ ξηροτηϲ και πικροτηϲ ἐρυγαι ἀηδειϲ και βρομωδειϲ και πνευματοϲ
το ϲτομα ἀπερευγονται το αἱμα : ὡϲ τῃ γε ἀπο ϲτοματοϲ οὐδε ἀναχρεμψιϲ παρομαρτει . ἐμπτυϲιϲ ἡδε καλεεται : ἐπι
9999878 θυμηρες
οὐν δια του ΗΡΗΣ ἐχει προπερισπωμενα : ὀλιγηρης ὀλιγηρες , θυμηρες θυμηρες , ξιφηρης ξιφηρες , πληρης πληρες . Τα
διαιτωμενοι ποταμου ἐς τε Τουσκιαν και Λιγουριαν και ὁθι ἑκαστῳ θυμηρες τε ἠν και εἰθισμενον , ἐχωρουν : οἱ δε
9999878 ἀμαθες
ὡς το τυφλον ὁρασιν και το νωδον φωναν και το ἀμαθες ἐπισταμαν : ἠ ἐν τῳ μῃον ἐχεν , ὡς
Πυελος δια του ε και μυελος ῥητεον . Οἱ χολικες ἀμαθες : οἱ γαρ δοκιμοι θηλυκως αἱ χολικες φασιν .
9999878 σπλαγχνοισι
' ἡμιν και θυη πεττειν τινα κελευ ' , ἱνα σπλαγχνοισι συγγενωμεθα . Ἀντιφανης δ ' ἐν Ὀμφαλῃ : ἐν
ἀναγωγον δε πτυελου ἐστι και ἀδιψον : ὑποχονδριῳ δε και σπλαγχνοισι και ταυτῃ εὐμενες : και τας ἀπο μελιτος βλαβας
9999878 ὑγρα
βελτιον δ ' ἐν ὀξυκρατῳ ἑψειν : ἐτι γαρ μαλλον ὑγρα διαμενει . Το μελικρατον οὐ πανυ τι τοις πικροχολοις
φυσαται και το οἰδαλεα : διῳδηκοτα και ἐξωγκωμενα ὑδαλεα ] ὑγρα περι ] ἐν τοις ξηρα δ ' ἀναπτυει :
9999878 ἐκληρωσατο
της ἑπταζωνου ἐχουσα οὑτως : ὁ μεν του Κρονου ἀστηρ ἐκληρωσατο την πρωτην και ἀνω - τατην ζωνην , καταψυχρον
ὁ σοφος διαλεγεται παντων , ὁ και την τοιαυτην ἐπωνυμιαν ἐκληρωσατο . χρη δε εἰδεναι , ὡς οἱ “ Περι
9999878 ναυμαχια
γαρ ψευδης ἐστιν ἡ καταφασις ἡ λεγουσα ὁτι αὐριον ἐσται ναυμαχια * * * ψευδους γαρ οὐσης της καταφασεως συμβαινει
Ἀθηναιοι . πολεμου δε κατασταντος προς Αἰγινητας Ἀθηναιοις μετα ταυτα ναυμαχια γιγνεται ἐπ ' Αἰγινῃ μεγαλη Ἀθηναιων και Αἰγινητων ,
9999878 βαλανειῳ
, οἱ δ ' ὀφθαλμοι μενωσιν ὠχροι , διδου ἐν βαλανειῳ ὀξους δριμυτατου κοχλιαριον δια των μυκτηρων ἀνελκειν : ἀπορρει
, μετα κρασεως κονδιτου θερμανθεντος : διδοται δε ἐν τῳ βαλανειῳ , ἐν τῃ ἐμβασει του θερμου . Εὐδοκιμει ,
9999877 εὐωδεσι
, ταυτα και ἐπι της ὀσφρησεως . εἰ κηδεται τοις εὐωδεσι , κεχρησο , και μαλιστα εἰ ἐστι διαθεσις δεομενη
δε σιτοισι χρεεσθαι τοισι δριμεσι και ξηροισι και αὐστηροισι και εὐωδεσι και οὐρητικοισι , τοισι δε δρομοισι τοισι μεν πλειστοισι
9999877 ἰσχυροτατη
τροπος της ἐπισκεψεως τοιουτος : ἡ μεν οὐν πρωτη και ἰσχυροτατη των τοιουτων συμπτωματων αἰτια γινεται παρα τας ἐκλειπτικας ἡλιου
οἱ δε βατραχιτην καλουσιν . Της οὐν βοτανης ἐστιν δυναμις ἰσχυροτατη τοιαυτη : ἀντι σιδηρου τεμνει ἀποστηματα και ἐσθιει δοθιηνας
9999877 Προμηθευς
. : Εὐφυως ἀπο του ὀνοματος ἐλαβε το διανοημα : Προμηθευς γαρ ἐστιν ὁ προορων τα μηδεα : και τροπῃ
ὁτι ἐξ αὐτου ποριζεται το πυρ , ἑως οὑ ὁ Προμηθευς μετα δολου τουτο ἐκλεψεν . . Βριαρεῳ δ '
9999876 Λακαινα
και ἡ την ἀσπιδα τῳ παιδι ἐπι πολεμον ἐξιοντι διδουσα Λακαινα συ ἐφη , τεκνον , ἠ ταυταν ἠ ἐπι
– ˘ – × – ] ἐχεις Ὠ Τυνδαρεια παι Λακαινα [ – ˘ – συ δ ' ὠ το
9999876 εὑρισκετο
ἀλλ ' ἀλλοτε μεν πλειον ἀλλοτε δε ἐλαττον το ὑπεργειον εὑρισκετο του οὐρανου και των προς τουτον ἀπο γης εὐθειων
το παραληγον φωνηεν εἰς ε μεταβαλλειν , και οὐκετι λοιπον εὑρισκετο ἀλλεπαλληλον το ω . Κρειττον οὐν ἐστιν εἰπειν την
9999876 ἀπεστρεψε
σε : ἀποστροφη το σχημα : νυν γαρ προς Ἀλεξανδρον ἀπεστρεψε τον λογον * και φησι * και δη σε
οὐδεμιαν ἡμεραν ὑπευθυνος εἰναι φημι . ἀκουεις , Αἰσχινη ; ἀπεστρεψε τον λογον , ἱνα δοκοιη τον ἐχθρον λυπειν ,
9999875 χιτωνα
ἁ δωμαθ ' ἱκηται : [ ἑσσαι με χλαιναν τε χιτωνα τε , εἱματα καλα : ] πριν δε κε
χρισαν ἐλαιῳ , ἀμφι δε μιν φαρος καλον βαλον ἠδε χιτωνα , αὐτος τον γ ' Ἀχιλευς λεχεων ἐπεθηκεν ἀειρας
9999875 ἐραστῃ
, τοις Ἀδωνιοις δε ἐν Κολλυτῳ ἑστιωμεθα παρα τῳ Θετταλης ἐραστῃ : τον γαρ της Ἀφροδιτης ἐρωμενον ἡ Θετταλη περιστελλει
του ἐραστου , τοτε δη και ὁ ἐρωμενος ὡς γνησιῳ ἐραστῃ ἑαυτον ἐπιδιδωσιν . Ὁ δε πας νους των ἑξης
9999875 ὀφθαλμικα
χυλον : ἐστι δ ' αὐτου ἡ χρησις προς τα ὀφθαλμικα ἐν ἀρχῃ ψυκτικου ὀντος . Γλαυξ κυτισῳ ἠ φακῳ
ὀμφακινης κοκκους δʹ . σποδιου , ᾡ χρωνται εἰς τα ὀφθαλμικα , μυστρα δυο τριψον και μιξον εἰς το αὐτο
9999875 ἐτρεφετο
εἰκοσι ἱππους . Κυνων δε Ἰνδικων τοσουτο δη τι πληθος ἐτρεφετο ὡστε τεσσερες των ἐν τῳ πεδιῳ κωμαι μεγαλαι ,
Ἀριστοφανης ἠξιωσε τοις πατρῳοις τοιαυτα προσθειναι χρηματα , ἀλλ ' ἐτρεφετο μεν τοις οἰκοθεν ἐν ξενῃ , το δε διαπεφευγεναι
9999875 Καρχηδονιοι
, και τησδε παρα τας συνθηκας ἐφιεμενος . οἱ δε Καρχηδονιοι πεζοις μεν δισμυριοις και πεντακισχιλιοις , ἱππευσι δε πολιτικοις
και την ὁλην εὐνοιαν , Φιλινῳ μεν παντα δοκουσιν οἱ Καρχηδονιοι πεπραχθαι φρονιμως , καλως , ἀνδρωδως , οἱ δε
9999875 εὐαγγελια
νικητηρια , ὡς ἀθλητῃ ἀθλα και χειροτεχνῃ ἐπιχειρα και ἀγγελῳ εὐαγγελια και τῳ φεροντι κομιστρα , ὡς εὐεργετῃ χαριστηρια και
ἐστεφανουτο τα τε ἀλλα και χρησαμενος ἀμηχανῳ ταχει περι τα εὐαγγελια της νικης . διαβαλλοντος δε αὐτον Δημοσθενους , ὡς
9999875 Τιμωνα
ἐρημους [ και ἐρημιας ] μισανθρωπος ἐπικληθεις , ὡσπερ τον Τιμωνα φασι : τι γαρ μοι συντιθεσθαι φιλιαν , ἱνα
ἑκαστος ἡμων την τελειαν και σκεπτικην ἀπολαβων διαθεσιν κατα τον Τιμωνα βιωσεται ῥῃστα μεθ ' ἡσυχιης αἰει ἀφροντιστως και ἀκινητως
9999874 θεωρητικη
και πρακτικαι , λεγομεν ὁτι κυριως μονη ἡ φιλοσοφια ἐστι θεωρητικη και πρακτικη . και θεωρητικη μεν κυριως μονη ἐστιν
: θεωρητικη , πρακτικη , ποιητικη και μικτη . Και θεωρητικη μεν λεγεται ἡ δια μονου του λογου παραδιδουσα τα
9999874 ἐξειργασατο
και χρωματα και μεγεθη , ὡν ἡ θεα περιττην φρονησιν ἐξειργασατο και πολυν ἱμερον ἐπιστημης ἐγεννησε . παρεχεται δε και
, ἡν ἐν τῳ Ζ των Νικομαχειων Ἠθικων ὁ φιλοσοφος ἐξειργασατο . προεθετο μεν γαρ ἐν αὐτῳ περι των διανοητικων
9999874 φλεγματωδες
Και ἐπην θηλαζῃ γαλα μη καθαρον , ἀλλα γεωδες και φλεγματωδες , και ἐχῃ το παιδιον τας φλεβας τας ἀπο
το ὑποχωρητικον σιτιον προσφερομενον ὑποχωρητικον εἰναι , και το φλεγματωδες φλεγματωδες . Ἠν κρατεῃ οὐν το σωμα των σιτιων ,
9999874 μυριαδες
ὀλιγους κατα του κρυσταλλου πορευομενοι διαβαινουσιν , ἀλλα και στρατοπεδων μυριαδες μετα σκευοφορων και ἁμαξων γεμουσων ἀσφαλως περαιουνται . πολλων
ἐλευθερων , ἀλλα και δουλων συντρεχοντων , ἐν ὀλιγῳ χρονῳ μυριαδες εἰκοσι συνηθροισθησαν . καταλαβομενοι δε Τυνητα , πολιν οὐ
9999874 ἐξεπεμψεν
αὐτου μετεστη : ὁστις ὁ Σωγενης των του πενταθλου ἀγωνισματων ἐξεπεμψεν ἑαυτου το γυιον ἀνευ ἱδρωτος πριν ἐπιπεσειν την του
ἀπεστησαν , ὁ δε δημος εὐθυς δυναμιν τε την ἱκανην ἐξεπεμψεν ἐπ ' αὐτους και στρατηγον αὐτοκρατορα Γαιον Μανιον και
9999873 ἀττικη
, πολλην , ἐξακουστον , ἀπειρον , το δε περιωσιον ἀττικη ἡ αὐξησις , ὡς το πλωϊζω πλωτον . περιωσιον
. οὑτω και το ἀναξ ὠναξ . εἰ δε ἐστιν ἀττικη συναλοιφη ἀντι του ὠ ἀναξ , περισπαται δια το
9999873 εὐσεβες
οἱς ἐγευσαντο και ἀπηρξαντο , οὐκ ἀναγκαζοι ἀν προσιεσθαι ὡς εὐσεβες , οὑ μη εὐσεβως τοις θεοις ἀπηρξαντο . μηνυει
τε ἀλειμμασι . ὡν παντων χορηγον το προς τον κυριον εὐσεβες του στρατηγου φιλοτιμον τε το προς [ ἡμας .
9999873 τειχισμα
αὐτου μειναι , ἀλλα ἀπολιποντας ἐς φυγην καταστηναι και το τειχισμα τουτῳ τῳ τροπῳ ἁλωναι . των δε φρουρων οἱ
χαρακωσεις ἐξω της ταφρου της προσεχως την παρεκτασιν παρα το τειχισμα λαμβανουσης ὀρθιαι πασαι συντελουνται παρα . . . .
9999873 ἐτελεσθη
; τι δ ' ἐρεξα ; τι μοι δεον οὐκ ἐτελεσθη ; ἀρξαμενος δ ' ἀπο πρωτου ἐπεξιθι και μετεπειτα
ἐρραγη . το μεν οὐν κατα κορυφην αὐτου Οὐρανος εἰναι ἐτελεσθη , το δε κατω ἐνεχθεν Γη : προηλθε δε
9999873 Ἀρτεμισια
και δευτερον το δυνατον , εἰτα εἰ βοηθησει βασιλευς και Ἀρτεμισια . το δε θεωρημα φανερον : ἐπειδη γαρ ἀδοξον
Ἐλευσινια , Κορης παρα Σικελιωταις θεογαμια και ἀνθεσφορια , Ἀρτεμιδος Ἀρτεμισια και Ἐφεσια , Κρονου Κρονια , Ἀσκληπιου Ἀσκληπιεια ,
9999873 ἀπαγγελια
δε ἀμφοτερα δοκουντα ἐνδοξα , πλειον το ἠθος και ἡ ἀπαγγελια ἐνταυθα ἐπιμελεστερα . και αἱ παραιτησεις χρησιμοι γινονται .
παραστατικη . διαφερει δε μελοποιια μελῳδιας : ἡ μεν γαρ ἀπαγγελια μελους ἐστιν , ἡ δε ἑξις ποιητικη . τροποι
9999873 ἑψημα
ἀντι μυροβαλανου πευκινον . ἀντι μαλαχηϲ τηλιϲ . ἀντι μελιτοϲ ἑψημα . ἀντι μαννηϲ λιβανου φλοιοϲ . ἀντι μυοχοδων μυϊαϲ
ἀμυγδαλα πικρα ἰϲχαδεϲ ϲταφιδεϲ ϲτροβιλια και μαλιϲτα τα χλωρα μελι ἑψημα γλυκυϲ οἰνοϲ καϲτοριον ὀροβιον ἀλευρον πιτυιδεϲ ἀμμωνιακον βδελλιον λιβανοϲ
9999873 μακαρες
μεν Ἑκτορα διον ἀεικιζεν μενεαινων : τον δ ' ἐλεαιρεσκον μακαρες θεοι εἰσοροωντες , κλεψαι δ ' ὀτρυνεσκον ἐϋσκοπον Ἀργειφοντην
μετ ' ἀθανατοισι γεγωνευν : Ζευ πατερ ἠδ ' ἀλλοι μακαρες θεοι αἰεν ἐοντες , ἠ με μαλ ' εἰς
9999872 αἰνιγματωδη
παρ ' ἀνθρωποις ἐσται τα γεγενημενα , τερατα δε και αἰνιγματωδη , της κατα το ποιον ἰδιοτητος και ἐνταυθα συνορωμενης
τον τοπον τον ἐνεγκοντα τον διμορφον . και τοτε μεν αἰνιγματωδη τον χρησμον εἰναι δοξαι , ὑστερον μεντοι μετα την
9999872 χαλασμα
κροταφοις , το δε μεσον των ἀγκυλων διπλουν της καιριας χαλασμα κατα του μετωπου , και τοτε παραλαμβανεται ἐπιδεσμος ὁ
τιλμασι διαστελλομεν , προς το μη την σαρκα φυεισαν , χαλασμα παρασχειν : τα δε ἐν τοις ὠσιν ἠ μυκτηρσιν
9999872 μυν
εἰς ὀστεα την ἀποτελευτην ποιουνται , αἱ δε καταληγουσιν εἰς μυν ἠ νευρον ἠ φλεβα ἠ ἀρτηριαν ἠ ἑτερον τι
τα μετεωρα των οἰκιων , γαλεωτην δε οἱ μεν τον μυν φασιν , οἱ δε την καταν , ἀλλοι δε
9999872 εὑρεμα
κυϲτει . διο δη χαιρε θαλαϲϲα Ἀραβων φερουϲα πηματων ἀκοϲ εὑρεμα τηκολιθον . ” μετα μυρϲινου δε ἐλαιου ἀνεθειϲ τοιϲ
ἐμπορικον γαρ και ναυκληρικον ἑκατερον : καθαπερ και των Αἰγυπτιων εὑρεμα γεωμετριαν φασιν ἀπο της χωρομετριας , ἡν ὁ Νειλος
9999872 κοινῳ
ἐσθ ' ὁτε , και αὑται μεν αἱ ἀλλοιωσεις τῳ κοινῳ δη λογῳ γινονται , του παντος ἀλλοιωθεντος σωματος .
ἐστι δημοσιᾳ βλαβος εἰ τις ψευδεται , ἐν δε τῳ κοινῳ μη χρησθαι τῳ νομῳ τουτῳ την πολιν την αὐτην
9999872 πνευμονι
ἀποτελευτᾳ τοις ἐσχατοις ἑαυτων στομασιν εἰς τον περικειμενον ὑμενα τῳ πνευμονι . αὐτος Ἐρασιστρατος ἐν αὐτῳ τῳ διαιρεισθαι το δερμα
ὑπο της ἐν ἐντεροις φλεγμονης οὐσης . των δε ἐπι πνευμονι πασχοντων ἐστι τεκμηρια το μαλιστα βηχας γινεσθαι και καταψυχεσθαι
9999871 Ἀττικη
Ἡ μνας ἐχει # ιϚʹ , νομισματα ϘϚʹ . ἡ Ἀττικη μνας ἐχει # ιβʹ ʂ , νομισματα οεʹ .
„ μειρακιον : τον Οἰνεα Πηλεα ἐποιησας . „ Γραυς Ἀττικη θεασαμενη Ὀλυμπιονικην ἀθλητην προβατα βοσκοντα εἰπε : ” ταχεως
9999871 ἀριθμῳ
ὑπαρχοντα παντα τα ἐν τῃ φυσει ὀντα ὡς αὐτην ἐν ἀριθμῳ , ἐμπεριεχεται τε δυναμει τα δοκουντα ἐναντιωτατα κατ '
ἀριθμητικη μοναδος και ἑβδομαδος ἡ τετρας . τῳ ἰσῳ γαρ ἀριθμῳ πως ὑπερεχει και ὑπερεχεται , τριαδι μεν ἑβδομαδος λειπομενη
9999871 ὑποχονδριῳ
οὐς μαλιστα . Ἐπι εἰλεοισι δυσωδεσι , πυρετῳ ὀξει , ὑποχονδριῳ μετεωρῳ χρονιωτερῳ , τα παρ ' οὐς ἐπαρθεντα κτεινει
πυρετῳ κωματωδει κατακεκλασμενους , ὀλεθριον γαρ . Καρδιης πονος ἁμα ὑποχονδριῳ ξυντονῳ και κεφαλαλγιῃ , κακοηθες , και τι ἀσθματωδες
9999871 ἐγεννησε
τῳ Κρητων βασιλει : γενομενη δε ἐγκυος ἐκεινη τρεις παιδας ἐγεννησε , Μινωα , Σαρπηδονα και Ῥαδαμανθυν . Ἡ ἱστορια
τα μετα το ζην ἐπιτρεπτεα ταυτῃ : αὐτη γαρ ὡς ἐγεννησε , και διαλυσει . μηδεν δε εὐλαβηθῃς ὁπως ποτε
9999871 ἁνικα
ἱν ' ὠκυθοαι νυμφαι ἱππευουσι δι ' ὀρφναιας † , ἁνικα γαμων των ἐμων πολις Ἀργους ἀοιδαις εὐδαιμονιας ἐπυργωσε και
ζῃ . ἡξει καιρος ἐκεινος ὁπανικα και τυ φιλασεις . ἁνικα ταν κραδιαν ὀπτευμενος ἁλμυρα κλαυσεις . ἀλλα τυ ,
9999871 Ἐχιναδες
, αἱς Ἀχελῳος ὁ ποταμος προσβαλλει ἰλυν . λεγονται και Ἐχιναδες δια το τραχυ και ὀξυ , παρα τον ἐχινον
ἀροτρου : Ἐχετος ὀνομα κυριον : ἐχυρος : ἐχινος : Ἐχιναδες νησοι οὑτω καλουμενοι . Ἡ αι διφθογγος ἐν ἀρχῃ
9999870 σποραδες
Ἐποιευν δε αἱ Ἀμαζονες ἐς την μεσαμβριην τοιονδε : ἐγινοντο σποραδες κατα μιαν τε και δυο , προσω δη ἀπ
τοδε ἐπι τῃ ἀθροισει των βουκολικων ποιηματων : Βωκολικαι μοισαι σποραδες ποκα , νυν δ ' ἁμα πασαι ἐντι μιας
9999869 ἠναγκαζετο
Ἀρευϊ καταθανειν καλον , και παλιν μιξαντες ἀλληλοισιν Ἀρευατουτου χαριν ἠναγκαζετο Ζεος εἰναι κατα την γενικην κατα ἀποβολην του υ
ἀντι μαχης ἐλαμβανεν . ὡς δε ἀληθειν ἀντι του πολεμειν ἠναγκαζετο , την παρουσαν ἐδακρυε τυχην , της δε πρωτης
9999869 ἐνικησε
των Κορκυραιων , ἱνα μη τοις πολεμιοις ὑποχειριοι γενωνται . ἐνικησε δε και πεζῃ τους ἐπι τῃ γῃ λοφον τινα
τῳ Κλαυδιῳ . τους μεν οὐν Τιγυριους ὑποστρατηγος αὐτου Λαβιηνος ἐνικησε , τους δε ἀλλους ὁ Καισαρ , και Τρικουρους
9999869 βιβλια
παλαιστραν ἀπο στεφανου , και τα ὁπλα καταθεμενος ἀνελαμβανες τα βιβλια , παρ ' ὡν ὁρμηθεις και την νικην ἀνειλου
Ἀνεγνωσθη Πραξαγορου του Ἀθηναιου της κατα τον μεγαν Κωνσταντινον ἱστοριας βιβλια δυο . Ἐν οἱς λογοις διεξεισιν , ὁτι ὁ
9999869 τοϲ
] τερθεουϲμεϲ ? ! ! [ ] ! ! ! τοϲ ! [ ] ! τπο ! ! ! !
φαρμακων , ὁποιον ἐϲτι μαλιϲτα το δια του ῥοδομελι - τοϲ ϲκευαζομενον και το δια των μηλων των Κυδωνιων και
9999869 θανατωδες
: και το κωματωδεσι νενωθρευμενοισιν ὑγρον διαχωρημα , κακιστον : θανατωδες δε και αἱμοῤῥοειν αἱματωδες πολυ θρομβωδες : λευκον τε
και ἱνα μη ταυτολογησῃ ἐν βραχει χωριῳ , δια το θανατωδες εἰπειν ἐπηγαγε “ τον κινδυνον ” , και ἐπι
9999869 ὀδυνη
και χρω : ὁταν δε διαφορηθῃ ἡ φλεγμονη και ἡ ὀδυνη , και ἐναπομεινῃ τις σκληρια , μηκετι ταυτην ἐπιβαλῃς
το ὑγρον ἑβδομαιῳ κατα τα οὐατα : οὑτω δε ἡ ὀδυνη παυεται , και ἐμφρων γινεται : ῥει δε πολλον
9999868 γαλακτωδες
ἀποσπογγιστεον τε το προσωπον ὀξυκρατῳ ψυχρῳ και δοτεον καταρροφειν ὑδωρ γαλακτωδες κατα βραχυ , ὀσφραντα δε ποικιλα προσφερεσθω κυδωνιον ,
του ψυχρου δεξαμενην μη ἐχουσαν το ὑδωρ ψυχρον , ἀλλα γαλακτωδες , περιβαλλομενος δε τα σαβανα μη πανυ ἐγχρονιζετω ἐν
9999868 εἰσηνεγκε
. Ὁτι δια των λογων ἐκκαυσας των ὀχλων την ὁρμην εἰσηνεγκε ψηφισμα πολεμειν τῳ μεν λογῳ προς Λακεδαιμονιους , τῳ
, και ἐκει δραμα την Γαλατειαν ἐποιησεν , ἐν ᾡ εἰσηνεγκε τον Κυκλωπα ἐρωντα της Γαλατειας : τουτο δε αἰνιττομενος
9999868 ἀπεδωκα
και ἐν Δελφοις δαφνης , του μεν ἠδη την αἰτιαν ἀπεδωκα ἐν τοις ἐς Ἠλειους , του δε και ἐν
ὁτου και ὁτου χαριν εἰδοτος , ἀλλ ' αὐτην φερων ἀπεδωκα την ἐπιστολην , ὁπως μηδεν ἀγνοηθειη των ἐνοντων :
9999868 Σαλαμινα
τραπομενοι ἐς Καρυστον και δηιωσαντες αὐτων την χωρην ἀπαλλασσοντο ἐς Σαλαμινα . Πρωτα μεν νυν τοισι θεοισι ἐξειλον ἀκροθινια ἀλλα
ᾐ . περι των ἐν Σαλαμινι και Ἀρτεμισιῳ ναυμαχησαντων . Σαλαμινα . . . Ἀρτεμισιῳ . Σαλαμις προς τῃ Ἀττικῃ
9999868 Λακωνικη
περι νεων καταλογου . . . : Λιται , πολις Λακωνικη . Ἀπολλοδωρος ἑβδομῳ . : Κορωνη , πολις Μεσσηνης
, προς δυσιν δε ἡ Λακεδαιμων . Ἑκατομπολις δε ἡ Λακωνικη το παλαιον , καθα και ἡ Κρητη λεγεται :
9999868 Ἰωνα
μονη οἱ παις ἠν , γυναικα αὐτῳ διδους και αὐτον Ἰωνα ἐπι τῃ ἀρχῃ παιδα ποιουμενος . και πως ταυτα
τι οὐν ὁ Σπαρτιατης ; και τον νησιωτην και τον Ἰωνα και τον Ἑλλησποντιον ἀφεις αὑτον ἐσωφρονιζε , και τα
9999867 ἀνῃρεθη
ὁ μεν οὐν Ἱππιος και ξενος ὠν ὑπο της Σφιγγος ἀνῃρεθη , ὁ δε Ἠιονευς ὑπο του Οἰνομαου , ὁν
τραυματα ἱκανα παρ ' αὐτων λαβων αὐτος μεν ἑαλω , ἀνῃρεθη δε και ὁ Διογενης . Τον μεν οὐν εὐθυς
9999867 κλιμακες
τῳ δευτερῳ ὀλιγον ἀντισχοντες οἱ βαρβαροι , ὡς αἱ τε κλιμακες προσεκειντο ἠδη και ὑπο των βελων παντοθεν ἐτιτρωσκοντο οἱ
τα χρονῳ ὑστερον φανθεντα , ἐν οἱς αἱ τε δη κλιμακες ἠσαν αἱ το ὑπερ γης τε και ὑπο γης
9999867 σιδηρα
τοξευσαι κονταρια μετα σκουταριων . Οὐκ ἀτοπον δε και χειρομανικα σιδηρα τους βουκελλαριους ἐπινοησαι και μικρα τουφια κατα των ὀπισθελινων
: του ἀφυκτου θανατου . των δικτυων : πετρινη ἠ σιδηρα : ἁτις τεκνων ὡν ἐτεκες : ἡτις τον ἀροτον

Back