δε ἑκαστος ἰδειν τον νυμφιον . τοτε ὑφ ' ἑνι συνθηματι κελευει ὁ Ἀντωνινος τῳ ἰδιῳ στρατῳ ἐπιδραμειν και φονευειν
ὠθησωσι τους ἀντις αὐτων και προς φυγην τρεψωσιν , ἑνι συνθηματι τας μεν προτεταγμενας τοις καβαλλαριοις πεζικας ἀκιας εἰς τα
9999984 μετονομασθηναι
μεν Σικυωνος την Ἀσωπιαν , ἀπο δε Κορινθου την Ἐφυραιαν μετονομασθηναι . Κορινθον δε οἰκουσι Κορινθιων μεν οὐδεις ἐτι των
ὁτ ' οὐπω τελειος ἐγεγενητο , ἀλλ ' ἐτι πριν μετονομασθηναι τα μετεωρα ἐφιλοσοφει , ἐπισταμενη ὁτι οὐκ ἀν δυναιτο
9999984 ῥεουσαν
πολεμικα ἐργα : χρυσῳ ῥεουσαν : ἠλπισας την Τροιαν χρυσῳ ῥεουσαν ταις δαπαναις πλημμυρειν : ἀνταγωνιστην μεγαν : ἀντεραστην :
ἡγουμενος εἰς συγγραφην στασιμον και πεπηγυιαν ἐπεισαγειν ἀκοην διεφθαρμενην και ῥεουσαν . ἀλλα και ταυτα γραφω δεδοικως ἀκοην οὐσαν ,
9999984 μαθηματικας
οἰομενος τελους τινος ἑνεκα τοιονδε παρασκευαζειν ὀψον , τας δε μαθηματικας εἰς ἀληθη συμπερασματα ἀπο ἐπιστημονικων προτασεων καταντωσας ἀει μη
προς τα ἐξω ῥεπουσιν , ἀλλ ' οὐν ὑπο τας μαθηματικας πραττουσαι προς ἐκεινας ἀναφερονται και παραδειγμασι κεχρηνται τοις ἐκεινων
9999983 προσηγορευσαν
κωμῃ τινι κατεκαυσεν , ἡν Αἰγυπτιοι δια το συμπτωμα τουτο προσηγορευσαν ἱεραν βωλον : τῳ δ ' ἐν Ἡλιουπολει θεῳ
, Ἑστιαν ἁτε δη μενουσαν ἐν θεων οἰκωι † κλιτα προσηγορευσαν οἱ παλαιοι δια την στασιν και πηξιν : ἡς
9999982 ἐξανθηματα
ἀραϲ ταυτην ἐπιτιθει του μυρϲινατου λεγομενου . Προϲ τα ἐξερυθρα ἐξανθηματα ἐν τῃ κεφαλῃ . ψιμμυθιον ϲυν δαφνινῳ καταχριε ἠ
οἱ δε περινυκτιδες . οἱ δε δοθιηνες . οἱ δε ἐξανθηματα ἰονθοις ὁμοια . | οὐλας : κριθας . οὐ
9999982 μαθηματικου
τῳ πειθεσθαι τοις μαθηματικοις ἀλλα τῳ ἐχειν ἀποδειξιν και λογον μαθηματικου τινος θεωρηματος . οὑτω δε το λογικον μετεχει λογου
ἐπι το δευτερον , δια τι τοσαυτα εἰδη εἰσι του μαθηματικου . ἰστεον ὁτι το μαθηματικον περι το ποσον καταγινεται
9999982 ῥηματι
περιην ὁ δεινα ὁ μελετητης . οὑτω γαρ εἰπειν τῳ ῥηματι , τον κορυφαιον δη λεγοντα των ἐφ ' ἡμων
εὐνουν . ᾡ δη και μαλιστα δηλος ἐγενετο , ἑνι ῥηματι τῳδε , οὐ διαλυσων τον στρατον , ἀλλα την
9999982 αὐτοδιδακτον
τῳ δε κατ ' εὐμοιριαν φυσεως αὐτηκοον και αὐτομαθη και αὐτοδιδακτον κτησαμενῳ την ἀρετην βραβειον ἀναδιδοται χαρα : του δ
εἱνεκα , χαριν . Ἐσσεται : ἐγκειται , ἀκολουθει . αὐτοδιδακτον : φυσικον , αὐτοφυες . Μαλακη : μαλακη ἀπο
9999981 κρατηρων
θεοις τοις ἐγχωριοις και δαιμοσι , ἱνα σπονδων ἁμα και κρατηρων ἁψαμενοι μετα Θηβαιων ἐπι τους Περσας ὁρμησωμεν . ταυτα
ζωμον τε φερειν ἐν χοϊ χρυσῃ , και γευομενον των κρατηρων προτερον μεθυειν των πινοντων . αὐλειν δ ' αὐτοις
9999981 πρεπουσαν
ἀφροδισιοις λεγομενοις . το δε λεγομενοις προσεθηκεν , εὐλαβειαν φιλοσοφῳ πρεπουσαν εὐλαβηθεις : οὐ γαρ αὐτος ὀνομαζει αὐτα , φησιν
ὡρισατο δε την μεγαλοπρεπειαν ἀπο του ὀνοματος , ἐν μεγεθει πρεπουσαν δαπανην . Οὐ τουτο λεγει δια του ἐν τουτοις
9999981 ληγουσαν
του ντ κλινομενον παντως εἰς ας καθαρον ἐχει την εὐθειαν ληγουσαν : Δισυλλαβα δε δια τας ὑπερ δυο συλλαβας και
Ω ληγοντα ῥηματα οὐδεποτε δια δυο φωνηεντων ἐκφερονται κατα την ληγουσαν : εἰ δε το Ρ εὑρισκεται κατα την τελευταιαν
9999981 φοβερωτερος
δια το πληθος ἐνδοιασαντα . ὁποτερως δ ' ἐπραξε , φοβερωτερος αὐτοις της των πολεμιων ἡττης φανεις αὐτικα μυριων Σπαρτακειων
πραος ἰδεσθαι κατεφαινετο , ἀλλα διεγηγερμενος τῃ σχεσει και ἰδεσθαι φοβερωτερος : εἱποντο δε αὐτῳ δρακοντες , χρημα τι ἑρπετων
9999981 χωρουσαν
. Και κυλικα * * θηρικλειον εἰσφερει πλεον ἠ κοτυλας χωρουσαν ἑπτ ' ἀγαθης τυχης . Τις φησι τους ἐρωντας
την φημην , αἰνιττομενος την ἡλιου ἀκτινα δι ' ἀερος χωρουσαν ὀϊστου θαττον , ἀκρατοτεραν της των σωματων συμμετριας .
9999981 βραχυτατων
αὐτων ὡν σκοπειτε συμβουλευειν , και ταυθ ' ὡς δια βραχυτατων . οὐ γαρ ἐνδειᾳ μοι δοκειτε λογων οὐδε νυν
της αἱρεσεως ὑπογραφην ἀπο τουτων ὡρμησθαι , καθαπερ ἐπιδειξω δια βραχυτατων . Ὁτι γαρ οὐ μονον αἱρετα τα τεκνα τοις
9999981 ἐθνικον
Ἰδαιοις ἐν ὀρεσσιν , ἁτε κλειουσι Πανακρα „ . το ἐθνικον Πανακραιος . το θηλυκον Πανακρις . ἐστι δε και
. Ἑκαταιος Εὐρωπηι . ἀπο Κρισου Φωκου ὑιου . το ἐθνικον Κρισαιος και Κρισαιον πεδιον . . . τινες δε
9999981 ἐξιουσαν
δια τοιουτων χειλων , δι ' ἐκεινων δε των ὀδοντων ἐξιουσαν . ἑωρακας δε και αὐτος ἡν φημι , ὡστε
παιδειαν την ἐν τοις ἐγκυκλιοις χορευουσαν ὁρωμεν Ἀγαρ δις μεν ἐξιουσαν ἀπο της ἀρχουσης ἀρετης Σαρρας , ἁπαξ δε την
9999981 κατασκευαζομενα
. και τα μεν προς ἐμβολεις της ὀρθογωνιου κωνου τομης κατασκευαζομενα πυρια κατα τον προυποδεδειγμενον τροπον ῥᾳδιως ἀν ἐξαπτοιτο προς
σφοδρα λοιδοροι . πομπεια δε λεγεται τα εἰς τας πομπας κατασκευαζομενα σκευη , ὡς ὁ αὐτος ῥητωρ κατ ' Ἀνδροτιωνος
9999981 κρατουντα
βασιλειων ἐπεδυετο , μαργαροις ὀντα και λιθοις καταστικτα προς τον κρατουντα ἐξεπεμπε , μηνυων αὐτῳ την ἐκεινου κατασχεσιν . Ὁ
ἡ δε γυνη του πειθειν ἀπογνουσα καθαπαξ καταφευγει προς τον κρατουντα : και πεμπει δη πρεσβιν τε και ἱκετην τον
9999981 διδακτον
χαλασον , και συγχωρησον ἐξ ὑποθεσεως αὐτο σκοπεισθαι , εἰτε διδακτον ἐστιν εἰτε ὁπωσουν . λεγω δε το ἐξ ὑποθεσεως
σωζομεναι δι ' ἑης ἀλκης . . . τοις δε διδακτον ἐδωκε φαους γνωρισμα λαβεσθαι : τους δε και ὑπνωοντας
9999981 κληρους
δει δε ἐφοραν και τας ἀκτι - νας και τους κληρους και τα δωδεκατημορια οἱς συνοδευει ἠ συσχηματιζεται ὁ Ἑρμης
και διος Ὀδυσσευς χωρον μεν πρωτον διεμετρεον , αὐταρ ἐπειτα κληρους ἐν κυνεῃ χαλκηρεϊ παλλον ἑλοντες , ὁπποτερος δη προσθεν
9999980 ζητουμενα
νικης . σεσημειωται ὁ τοπος προς τα περι των Μολιονιδων ζητουμενα . . οἱ δ ' ἀρ ' ἐσαν διδυμοι
ἐν τε ταις ἠρεμιαις και ταις ἡσυχιαις μαλλον εὑρισκομεν τα ζητουμενα και κατα τας ἀναγνωσεις αὐτας , ἀν σφοδρα τισιν
9999980 παρατιθεμενα
δυο πλεκεται ἀγκυλια [ και ] κατ ' ἐναλλαγην ἀλληλοις παρατιθεμενα , το μεν ἐσωθεν ἐξω , το δ '
τουτοις : εἰπερ αἱ δυο γραμμαι μια γινονται , τα παρατιθεμενα ἀλληλοις σωματα ἑνι ἀκρῳ ἐσται ἐλασσονα : γεγονασι γαρ
9999980 λαμβανομενα
πενταφυλλου ῥιζα , αἱμα τε τραγου ἠ αἰγος , ὁμοιως λαμβανομενα : δρυος τε φλοιος ἠ φηγου ἠ πρινου ,
αἰτηματα οὐτε ἀμεσα οὐτε ἀναποδεικτα , ἀλλα δεομενα μεν ἀποδειξεως λαμβανομενα δε χωρις ἀποδειξεως ἐν τοις λογοις . και εἰσιν
9999980 μαλακωτεραν
ἑνεκεν ταυτῃ τῃ ταξει ἐχρησατο ; φαμεν ὁτι ἀπο των μαλακωτεραν ἐχοντων την ἀντιθεσιν , λεγω δη των προς τι
και ϲφοδροϲ και την ϲυϲταϲιν τηϲ ἀρτηριαϲ οὐτε ϲκληροτεραν οὐτε μαλακωτεραν του κατα φυϲιν ἐχων , ταχουϲ δε εἰϲ τοϲουτον
9999980 ἀνηκουσαν
Διονυσον : Ἐπιγενους του Σικυωνιου τραγῳδιαν εἰς τον Διονυσον οὐκ ἀνηκουσαν ποιησαντος ἐπεφωνησαν τινες τουτο . ὁθεν ἡ παροιμια .
γενομενα τε παντελως ἐν αὐτοις ἱδρυται , και προς αὐτα ἀνηκουσαν ἐχει την ἀπ ' αὐτων ἀποτελεσθεισαν εἰκονα : ἑτερως
9999980 ἐγχειρησιν
γενομενου του σκληρωματος πλησιον της ἑδρας , ὑπερτιθεσθαι δει την ἐγχειρησιν : προς δε τῳ ὀσχεῳ [ της ἑδρας ]
ἀναλεξαμενος . δια την ἐξ ἀγνοιας τοινυν συμβασαν τῳ νεῳ ἐγχειρησιν ἐπισκεπτεον ἀν εἰη , τι ποτε βουλεται ἡ ῥηθεισα
9999980 τελευτησαντα
των ἐλευθερων . το δε ζωντα μεν φαινεσθαι πενητα , τελευτησαντα δε καταφωραθηναι πλουσιον , ἀλλα τουτο των ἐν ἀνθρωποις
, ἀλλ ' ἐσοιτο αὐτῳ ὁστις ζωντα τε γηροτροφησοι και τελευτησαντα θαψοι αὐτον και εἰς τον ἐπειτα χρονον τα νομιζομενα
9999980 συμπληρουντα
ἐκεινα , ὡσπερ ὁ οἰκος εἱς λεγεται τῳ παντα τα συμπληρουντα αὐτον περιεχειν . τουτο δε διχως λεγεται : ἠ
το της ψυχης εἰδος ἀπομαξαμενης εἰς αὐτην της τεχνης τα συμπληρουντα την ψυχην : και γαρ λογισμου κατηγορειτο δηλωμα και
9999980 κεκαυμενης
και προς την ἀναληψιν ὠων λβʹ τα λευκα . Καδμιας κεκαυμενης και πεπλυμενης δραχ . βʹ ψιμμιθιου πεπλυμενου . .
. ἐστι δ ' ἡ δυναμις αὐτης ἀκαυστου τε και κεκαυμενης ῥυπτικη τε και διαφορητικη , και οὐδε βραχυ το
9999980 συνηκεν
ἀρχομενου , προεκοπτεν ἡ γαστηρ : ἐν δε τῳ λουτρῳ συνηκεν ἡ Πλαγγων , ὡς ἀν ἠδη πειραν ἐχουσα των
χρυσος ἐν αἰθερι λαμπρος ” ἀντι του μαρτυρων . ξυνετο συνηκεν . ξυνεσις συναφεσις , ἠ εἰς το αὐτο συμβολη
9999980 κελευθους
ἀν και πετρον ὀριναις . τις σε πολυπλανεων ἐπεων ἐδιδαξε κελευθους ; ὠμοι , τις σε κομισσεν ἐμην εἰς πατριδα
! ] ! ! ! ! ! τας ἐναλους ἀπεβα κελευθους [ ] ! ! ! [ ! ! !
9999980 γραφομενα
† ὑειος καρα και χρυσειος σταυρος δια της ει διφθογγου γραφομενα , . , . + . . . Ἀμβροσιην
αὐτον οἰμωγων τε ἀφορμαι και δακρυων , ὡν ἐπι τα γραφομενα ῥει τα πλειω . Καλως σοι τεθρηνηται τἀμα κακα
9999980 φιλοτιμεισθαι
αὐτων διεφερετε , οὐδεν ἰσως ἐδει καθ ' ἑν τουτο φιλοτιμεισθαι και σκοπειν ὁπως κρειττους δοξετε . νυν δε οὐθεν
ἀνθρωπινον τι πεπονθοτα , ἀποτρεπετε δ ' ἐπι τοις αὐτοις φιλοτιμεισθαι ὡς ἀνηκεστα ἡμαρτηκοτα . Νικοκλης ὁ Συρακουσιος γυναικος ἀποθανουσης
9999980 ἀποδεδωκαμεν
Θησειον . Ἡμεις δ ' ἐπει τον περι Θησεως λογον ἀποδεδωκαμεν , ἐν μερει διεξιμεν περι τε της κατα την
ταυτα και προ ᾠδης . Ἀλλ ' ἰδου νυν γε ἀποδεδωκαμεν , του δε μη λεξαι κακως αὐτῃ τε και
9999980 σατραπειαν
εὐθυς της ἀρχης και παραδιδωσι τον τε στολον και την σατραπειαν Καλλιουπολεως Χαμουζᾳ , των ἑταιρων τινι και ᾡ μαλιστα
οὐκ ἀξιον παραδραμειν ἀνεπισημαντον . κειται γαρ κατα μεσην την σατραπειαν της Ἰδουμαιας , τῳ μεν μηκει παρεκτεινουσα σταδιους μαλιστα
9999980 ἐρασθηναι
Πασιφαην οὐ μονον του ταυρου , ἀλλα και του Μινωος ἐρασθηναι φασιν , ὡς ἱστορει Σωσικρατης . . . .
και γαρ και Δημητριου του πλευσαντος εἰς Κυρηνην ἐπι πλεον ἐρασθηναι λεγεται και Κλεοχαρους του Μυρλεανου : ἐφ ' ᾡ
9999980 ἀποτυγχανειν
τουτο ποιει , ” μελετω , “ εἰπεν , ” ἀποτυγχανειν . “ αἰτων τινακαι γαρ τουτο πρωτον ἐποιησε δια
ἀργαλεωτατῃ νοσῳ , ἐπαιρομενοι . προς γαρ τῳ του τελους ἀποτυγχανειν ἐτι μετ ' οὐ μικρας βλαβης μεγαλην αἰσχυνην ὑπομενουσιν
9999980 παραγγελλομενα
λεγοντες , ὡς δ ' ἀν ὀξεως ἐχοιεν ἐς τα παραγγελλομενα χρησθαι . και οἱ Καρχηδονιοι , νομιζοντες ἐκλυσειν την
προυχοντας και ἐμπειριᾳ πολεμικῃ , ἐπειτα ὁμοιως παντας ἐς τα παραγγελλομενα ἰοντας , ναυτικον τε , ᾡ ἰσχυουσιν , ἀπο
9999980 συμπληρωτικον
ἀν εἰη ἀτοπον ; Ἡ λαλια κεφαλης μεν ἐχει τι συμπληρωτικον και βαρους ἐμποιητικον : ἐστι δε και δυναμεως καταλυτικη
δε κυμινον και δια την πληκτικην ἀποφοραν της κεφαλης ἐστι συμπληρωτικον . Ἀφθης δε γενομενης μικρας μεν ἐσχαρας οὐσης μελιτι
9999980 περιστατικα
δακρυα οὐκ ἐστιν ἀπ ' ἀρχης ἀχρι τελους , ἀλλα περιστατικα , μονην τῳ ἀποκηρυκτῳ την βουλησιν την κατα του
ὠ ἀνδρες Ἀθηναιοι . Τοπικα δε προοιμια Ἁρποκρατιων φησι τα περιστατικα . σκοπος δε του προοιμιου το τοιονδε παρασκευασαι τον
9999980 νοσουντα
Πανι , κτημα δε τερπνον πασιν ἀνθρωποις , ὁ και νοσουντα ἰασεται , και λυπουμενον παραμυθησεται , τον ἐρασθεντα ἀναμνησει
μαλιστα εἰ παραληφθειη οὐκ ἀπο του ὑγιαινοντος τοπου ἐπι τα νοσουντα , τοτε γαρ ἐπισυρεται , ἀλλ ' ἀπο του
9999980 ἁλισκομενης
οὐ πολυ την ἑαυτων ἀποβαλειτε . . Μετα βραχυ δε ἁλισκομενης της πολεως οἱ μεν ὁμοσε τοις πολεμιοις χωρουντες ἀνδρες
φοβοις ἠν και δακρυσιν , ὡς της πατριδος κατα κρατος ἁλισκομενης . οὐ μην ἀλλα τοις παρεισπεσουσιν ἐντος του τειχους
9999980 πιστευσαντας
δια το και πλειους διεψευσθαι της ἀληθειας ἐν τουτοις , πιστευσαντας τῃ Φιλινου γραφῃ . Οὐ μην ἀλλ ' εἰ
δε μηνυσεως ὑπο του Μηνυκιου τους παροντας ἐν τῳ συνεδριῳ πιστευσαντας ἀληθη τα λεγομενα εἰναι , γνωμην ἀποδειξαμενου των πρεσβυτερων
9999980 ἀντικειμενῳ
ἐστι δε οὐχ ὁ αὐτος : ἐν μεν γαρ τῳ ἀντικειμενῳ ἐστι πραγμα γεγονος , οἱον ἠριστευκεν , οὐκ ἠριστευκε
ἠν ὁ του Λυσιου λογου χαρακτηρ , εἰκοτως αὐτος τῳ ἀντικειμενῳ ἠθελησε χρησασθαι τῳ σεμνοπρεπεστερῳ προς καταπληξιν και χειρωσιν του
9999980 προσεποιησατο
ἐν χρονῳ τοσουτῳ ἐχοντος ἐκεινου τον κληρον , οὐδεις πωποτε προσεποιησατο οὐδ ' ἠμφεσβητησε της κληρονομιας ἐκεινῳ . Τελευτησαντος δε
την ἀδελφην , διαπραττομενος τηλικαυτα ἑνα μαρτυρα παρειναι αὑτῳ Πυρετιδην προσεποιησατο , και τουτου ἐκμαρτυριαν ἐπ ' ἐκεινῃ τῃ δικῃ
9999980 ὑπηρετουντα
„ Ὁ αὐτος ἰδων τινα πασιν ἑξης προχειρως χαριζομενον και ὑπηρετουντα ” κακος κακως ” εἰπεν „ ἀπολοιο , ὁτι
και τα διακοσμουμενα τοις διακοσμουσι , τοις χρωμενοις τε τα ὑπηρετουντα ὡς ὀργανα ἐστιν οὐκ ἀναρμοστα . Διοπερ τοις μεν
9999980 ἐρωτας
ταυτης γαρ ἐφιεμενοι μαλιστα ἐνδιδοασι προς τους των εὐ πεφυκοτων ἐρωτας . γραφεται δε και οὑτως : ἐρωτικοι γαρ οἱ
του Ἠλειου , ὁν Θεοφραστος ἐν τῳ Ἐρωτικῳ περι τους ἐρωτας δεινον γεγονεναι λεγει . οὐκ ἀν ἁμαρτοι δε τις
9999980 ἀκαταληκτων
] αἱ ἑξης αὑται συστηματων περιοδοι στιχων εἰσιν ἰαμβικων τριμετρων ἀκαταληκτων ἐνενηκοντα ἑπτα , ὡν τελευταιος χαρις γαρ οὐκ ἀτιμος
ἐρωτω : ἡ μονοστροφικη αὑτη περιοδος στιχων ἐστιν ἰαμβικων τριμετρων ἀκαταληκτων καʹ ὡν τελευταιος : ἠκουσας οὐκ ἠκουσας ἠ κωφῃ
9999980 Μουσαν
δια τουτο ἐπικεκληται την εὑρετιν της ἐπιβαλλουσης τῳ γαμῳ ὀρχησεως Μουσαν . οἱ δε , ὁτι θαλιων εἰσι προστατιδες αἱ
[ ] [ ἰοπλοκων ] τε μερος [ ἐχοντα ] Μουσαν : [ ⚓μαλεαι – ] ποτε˘´ [ – ]
9999980 προσθε
δαιμονος , ἐχθρον εἰκασμα βροτοις τε και δαροβιοισι θεοισιν , προσθε πυλαν κεφαλαν ἰαψειν . οὑτως γενοιτο . τον δε
, καταιθε σαρκας , ἐμπλησθητι μου πινων κελαινον αἱμα : προσθε γαρ κατω γης εἰσιν ἀστρα , γη δ '
9999980 καταγελαστως
, και τα ὀρνεα ἐρχονται ὡς ὑγροτεραν την γην . καταγελαστως δε ἐνταυθα ὁ Ἱπποκρατης ἐχρησατο , ὁτι περι σωματων
εὐδαιμον των ἡγουμενων και ἑπομενων θεων . Τινες μεν οὐν καταγελαστως εἰπον ὁτι και γαρ εὐφραινονται ἀποβλεποντες εἰς τας ἀνθρωπων
9999980 ἀποφατικην
τηνικαυτα ἀνομοιοσχημονας ἐχουσα τας προτασεις δια το [ εἰς ] ἀποφατικην εἰναι την ὑπαρχουσαν , καταφατικην δε την ἐνδεχομενην ,
τινες τισιν ἀντιστρεφουσι , μη ἀντιστρεφειν μεν ἑαυτῃ την καθολου ἀποφατικην ἐνδεχομενην εἰπομεν , ὑπερεθεμεθα μεντοι την αἰτιαν ἀποδωσειν ,
9999980 ἀναλαμβανει
ὑμιν και ταυτῃ , της πρωην ἁψαμενος διηγησεως . εἰτα ἀναλαμβανει τα προειρημενα και οἱονει ἀναγνωρισμον ποιειται της Αἰγυπτου ,
λοιπον συνεχεται , και το λειπομενον της φυσικης δυναμεως αὐθις ἀναλαμβανει και ἀναζωπυρει , και ἑτεραν αὐθις ἀποθησαυριζει της γης
9999980 ἀγνοουμενης
ἡ προκοπη τουτου δοξῃ γεγονεναι κατα τους ὑστερον χρονους , ἀγνοουμενης της κατα την νεοτητα περι τα καλλιστα των ἐπιτηδευματων
συνεβη την Ἰταλιαν πασαν φιλοσοφων ἀνδρων ἐμπλησθηναι και , προτερον ἀγνοουμενης αὐτης , ὑστερον δια Πυθαγοραν Μεγαλην Ἑλλαδα κληθηναι ,
9999980 ἐμποιουντα
δε ἐγγυς της πηγης πικρα τε και φαρμακωδη , σπασμον ἐμποιουντα και ἰλιγγον τοις πιειν ἐκ της χροας ἀπατηθεισι .
λαζομαι ἐλαζομην και συναρχομενως λαζετο . Λαθικηδεα : τον ληθην ἐμποιουντα τοις παισι των κακων ⌊ παντων ⌋ . Λαισηια
9999980 δρομαιος
τολμησαι και ἀναβηναι αὐτον . ὡς δε τουτο ἐγενετο , δρομαιος μεν ὁ Ζευς ὡρμησεν ἐπι την θαλασσαν φερων αὐτην
ἐκει γαρ εὑρησει Ἀττικας χιλιας . και ὁς περιχαρης γενομενος δρομαιος ἡκεν ἐπι την ἠιονα . ἐνθα δη λῃσταις περιπεσων
9999980 κρατηθεις
χαρᾳ , συ δ ' ἐξορινας νηπιοις ὑλαγμασιν ἀξῃ : κρατηθεις δ ' ἡμερωτερος φανῃ . ὡς δη συ μοι
ἀλλων ἁλους και κρατηθεις . τουτεστι μη δουλικην κατιδοιμι ζωην κρατηθεις ὑφ ' ἑτερων . πτολιπορθης ] ἠγουν μητ '
9999979 ἐντυγχανειν
ἰδου γε τοι τολμω μη μονον τοις ἱεροις Μωυσεως ἑρμηνευμασιν ἐντυγχανειν , ἀλλα και φιλεπιστημονως διακυπτειν εἰς ἑκαστον και ὁσα
, προς τῃ ἀνατολῃ οἰκουντες , τεσσαρσιν ὡραις πρωτοι λεγονται ἐντυγχανειν τῃ ἐκβολῃ του ἡλιου των Ἰβηρων , προς δυσμαις
9999979 κατεσκευασμενας
εἰναι δε τας πολλας των ἀνθρωπινων ἐπιθυμιων ἐπικτητους τε και κατεσκευασμενας ὑπ ' αὐτων των ἀνθρωπων , διο δη και
: οὐ γαρ ἀναγκη πασας ἐξαριθμεισθαι τας εἰς τον αὐτον κατεσκευασμενας της διαλεκτου χαρακτηρα . ἱνα δε μη δοξῃ τις
9999979 θερμανθηναι
ἀμβλυνουϲι την δυναμιν αὐτου και οὑτω γινεται πολυχρηϲτον ἐπι των θερμανθηναι δεομενων διαθεϲεων ἐξωθεν προϲαγομενον . Ἀλκυονια . Ῥυπτει μεν
τι δε ἐνιοι αὐτων οἰνοποται , ἠ ὁτι ψυχρον ὀν θερμανθηναι χρῃζει ; δια τι δε ἀποκτενουϲι ϲφαϲ αὐτων ,
9999979 ἀναισχυντως
πολλα τῳ βοϊ . Γυμνῃ τῃ κεφαλῃ : ἐπι των ἀναισχυντως χωρουντων προς παν το τυχον . Γυμνος ὡς ἐκ
και μη ἐμπλησκεσθαι σε του ἀρτου : ὡστε τολμησαι με ἀναισχυντως ἐξελθειν εἰς την ἀγοραν , † εἰ κατανυγομαι ἐν
9999979 κρατηθηναι
ἀνατειλαντος βορεου και ἀπηλιωτου πνεοντος ἀναβασιν κατα λογον ἐσεσθαι και κρατηθηναι τα Αἰθιοπων δι ' ἀλκης σημαινει . μελας δε
θελησητε . μηποτε σχεθειν ] ἐθελησητε . θ σχεθειν ] κρατηθηναι . θ σχεθειν ] ὑπειξαι . Ξ ἀλκη ]
9999979 τολμησαντα
αὐτον κατα Δημοσθενους , ὡς κατα της πολιτειας την ἱεροσυλιαν τολμησαντα . τριτον : θαῤῥει μεν οὐν , ὡς ἐοικεν
οὑτω νενομικα των δικαιων καταμελειν , ὡς ἀθῳον τουτον τηλικαυτα τολμησαντα διαδραναι την δικην . ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ . Οὐ νυν δε
9999979 μελασι
ἐπιπρεπης αὐτοις τῳ εἰδει μελαινα και ἐνεισι κεγχροι ἐν τοις μελασι πυρραι ἠ λευκαι ἠ ἐπιλευκοτεραι , ἀλλαι δε χρυσοειδεις
ἡμερωτερα σημαινουσιν . αἱ δε αἱματωδεις των κεγχρων ἐν τοις μελασι φαρμακωδεις ἀνθρωπους μηνυουσιν , ὡσπερ αἱ ὠχραι μαγγανειας και
9999979 ὑποτεταγμενα
, Κρονου εʹ , Ἀρεως δʹ . ἐχει δε κλιματα ὑποτεταγμενα ταυτα : Κιλικιαν , Τυρον , Κελτικην , Σπανιαν
ἱερων προεστωτες , ἐπισημοι , λαμπροι . Ἐστι δε τα ὑποτεταγμενα κλιματα : κατα την κεφαλην Μηδια και οἱ συνεχεις
9999979 Ἀριστοτελικων
αἱ κατα φιλοσοφιαν αἱρεσεις . δευτερον τις ἡ διαιρεσις των Ἀριστοτελικων συγγραμματων πολλων ὀντων , χιλιων τον ἀριθμον , ὡς
φιλοσοφων αἱρεσεις ὠνομασθησαν , φερε δευτερον και την διαιρεσιν των Ἀριστοτελικων συγγραμματων ποιησωμεθα . τουτων οὐν τα μεν ἐστι μερικα
9999979 πληθουσαν
γενεθλῃσιν ἐφεστως τικτομενοις κτησιν μεν ἀγαν πολυχρημονα τευχει και βιοτην πληθουσαν ἀλυπητον τε διαιταν , ἀρχας δ ' οὐκ ἀξει
και ἀγκυλομητιν ἐπεκλυον ἐντυνασθαι κερδω : ὁτ ' οἰωνων ἀγελην πληθουσαν ἰδηται , δοχμιη ἀγκλινθεισα , τανυσσαμενη θοα κωλα ,
9999979 ὑπερβαλλουσαν
μαλακον ; ἠ ἀντι τουτων βελτιον κατα την συνοχην ἠτοι ὑπερβαλλουσαν ἠ ἐλλειπουσαν το διαφορον αὐτων ὑπολογιζεσθαι . τα τε
, την κατα σωμα των μεν ἀσθενειαν , των δε ὑπερβαλλουσαν ἐν ἁπασιν ἰσχυν κατανοησαντες . εἰκοτως οὐν κατηλεσε τον
9999979 σωφρονισμον
Σπαρτης νικης γνωρισματα . Κρισαιον δε κολπον , και Κορινθιων σωφρονισμον , και καρτεριας ἐπι της ἑσπερας και καθ '
χρησμοις : ἁτε γαρ παιδευτικος ὠν και προς νουθεσιαν και σωφρονισμον ἑτοιμοτατος των οἱων τε νουθετεισθαι και σωφρονιζεσθαι παντα της
9999979 ἐουσαν
Ἀθηναιους την χωρην , την σφι αὐτοι ὑπο τον Ὑμησσον ἐουσαν ἐδοσαν οἰκησαι μισθον του τειχεος του περι την ἀκροπολιν
μοιρας μυσιν ἀγγελος ἠλθεν ἡν παγιδα καλεουσι , μυων ὀλετειραν ἐουσαν . ὡς βατραχων στρατος ἐβρεμεν εὐτε γιγαντων και μυες
9999979 μνημονικον
ἀνεγιγνωσκον , πλειστα δε ἐς μνημην ἀνελεγοντο : το τοι μνημονικον ἑκατοντουτης γενομενος και ὑπερ τον Σιμωνιδην ἐρρωτο , και
τουτο των ἐν τῳ λογῳ μερων ταττομεν . ἐστι δε μνημονικον ποιειν ἐν κεφαλαιῳ ἠ διαλογιζομενον ἠ ἀπολογιζομενον περι των
9999979 φοινιον
Εὐρυπυλοιο διηλυθεν ἀνθερεωνος πολλα πονησαμενη : του δ ' ἐκχυτο φοινιον αἱμα ἐσσυμενως : ψυχη δε δι ' ἑλκεος ἐξεποτηθη
ἀργυρου αἰγλη . εἰδωλοις δ ' ἐν ὑγροισι Κρονον και φοινιον Ἀρην ξυνην ἐξανυοντας ὁδον Τιταν ὁτε λευσσῃ , πλωτηρας
9999979 ἐλευθεριοτητος
δαπανηματα . τοιαυτη δ ' οὐσα ποτερον εἰδος ἐστι της ἐλευθεριοτητος ἠ μερος ; εἰ μεν γαρ εἰδος , ἐπει
προς την μεγαλοπρεπειαν : ὡς γαρ ἡ μεγαλοπρεπεια διαφερει της ἐλευθεριοτητος τῳ μεγαλῳ , περι τα χρηματα και αὐτης οὐσης
9999979 συμμαχων
. τον γαρ πολεμον τουτον γενομενον μεν Λακεδαιμονιων και των συμμαχων προς Μεσσηνιους και τους ἐπικουρους , ὀνομασθεντα δε οὐκ
δια τελους ἀν ἠσαν , συγκλυδες δε και πανταχοθεν συμπεφορημενοι συμμαχων οὐχ ἡττον ἡμιν ἐχουσι ταξιν ἠ πολεμιων . οὐ
9999979 ἀναγεγραμμενων
ὁμοιως ἐξιατεον και δια των αὐτων βοηθηματων του ὁλου σωματος ἀναγεγραμμενων , αὐτου δε του γαλακτος την κακωσιν πρωτον μεν
των τραγῳδιων ποιητου μετελαβον ἐγω διοτι παραφερειν μελλοντος τι των ἀναγεγραμμενων ἐν τῃ βιβλῳ προς τι δραμα τας ὀψεις ἀπεγλαυκωθη
9999979 σφαιρικον
την ἀπο της ποδιαιας διαμετρου σφαιραν : το δε μη σφαιρικον ὀρος , ἀλλ ' οἱον βλεπεται , πολυ ἐτι
της περι τα προειρημενα διαφορας ἐστι το της γης σχημα σφαιρικον ὑπαρχον και αὐτος πολυ προτερον ὁ συμπας κοσμος .
9999979 στρατευσαντα
δε της ἐπιβολης καθικομενου . Καμβυσην μεν γαρ μεγαλῃ δυναμει στρατευσαντα την τε στρατιαν ἀποβαλειν ἁπασαν και αὐτον τοις ὁλοις
' οὐ φησι συστρατευσαι : Ἀλκμαιωνα γαρ τον Ἀμφιαρεω , στρατευσαντα μετα Διομηδους και των ἀλλων Ἐπιγονων και κατορθωσαντα τον
9999979 κατεσκευασθαι
δεδεται το λελυμενον και ἐν αὐτῳ τῳ μη δοκειν δεινως κατεσκευασθαι το δεινον ἐχει . [ , ] το μεν
Ἰλιου , παρακαταθεσθαι δε Δημοφωντι , ἐκ του Πελοπος ὀστων κατεσκευασθαι , καθαπερ τον Ὀλυμπιον ἐξ ἀλλων ὀστων Ἰνδικου θηριου
9999979 θελωμεν
ἀναγκην συμβαινον οὐκ ἐστιν ἐκκλιναι , ἀλλ ' ἐαν τε θελωμεν ἐαν τε μη θελωμεν , ἐκβηναι δει το τοιουτο
φυσικως αὐτο ἐνδεικνυται ὁτι θηλυκον ἐστι , κἀν ἡμεις μη θελωμεν . ἀλλα το μεν πρωτον οὐκ ἀν εἰποιεν .
9999979 φερομενα
ἐτι τα θηρια διωκει τας ἡδονας και τα παιδια ἀλογως φερομενα : ὁ δε ζητει τα ἀλογως κινουμενα , οὐκ
, εὐ ἰστε ὁτι πασιν ἁμα παντα ἡκει τα χαλεπα φερομενα . και ὁ θεος οὑτω πως ἐποιησε : τοις
9999979 κατεδυσαν
ὑπο των ἀλλων πλην Σιδωνιων ἐπανηχθη τῳ Δολοβελλᾳ , και κατεδυσαν μεν ἑκατερου νηες ἱκαναι , πεντε δε αὐτοις ἀνδρασιν
ἐν τῳ λιμενι . και ἑνδεκα μεν ναυς των Συρακοσιων κατεδυσαν , και τους πολλους των ἀνθρωπων ἀπεκτειναν , πλην
9999979 Καθαρτικον
γ , σκαμμωνιας ⋖ α , κολοκυνθιδος ⋖ δ . Καθαρτικον ὀξυπορον . Πεπερεως , κυμινου , πηγανου , σκαμμωνιας
: λουσαμενη δε και ἀφαιρεομενη , διανιζεσθω ὑδατι εὐωδει . Καθαρτικον μαλθακον , ὁπερ ὑδωρ ἀγει και φλεγματα , χλωρα
9999979 ἀποδοκιμαζειν
διδασκει ἡ τεχνη : μαλλον δε τεχνῃ ἀνεγκλητον το ἐπιτηδειως ἀποδοκιμαζειν τα μη ὀφειλοντα ἑπεσθαι . ἐκρατιστευσεν ] σημειωσαι ὡς
γεγενημενην , δι ' ἡν οὐ δυναμενοι αἱρεισθαι τι ἠ ἀποδοκιμαζειν καταληγομεν εἰς ἐποχην . ὁ δε ἀπο της εἰς
9999979 ἐπιγραμματι
ἀμφοτερων βασιλεα δημιουργησαι . ἐτιμησα ἀν ὑμας τοιῳδε και αὐτος ἐπιγραμματι : αἱ πολεις τους ἀρχοντας ἑκατερωθεν βασιλεως ἀνδραγαθιας ἑνεκα
ἐρεισμα ἐφη , Θουκυδιδης δ ' ἐν τῳ εἰς Εὐριπιδην ἐπιγραμματι Ἑλλαδος Ἑλλαδα , ὁ δε Πυθιος ἑστιαν και πρυτανειον
9999979 καταλιπουσα
ἀφικοιο . ” και ἡ μεν ταυτα ἀκουσασα , και καταλιπουσα τον Αἰγυπτιον , πριν το θερμον ὑδωρ ἐπιβαλειν ,
. και δη ποτε εἰς ἀγρον ἠλθον . ἡ δε καταλιπουσα την μητερα ἐξω της ἐπαυλεως εἰδεν ὀνον βιαζομενην ὑπο
9999979 πληρουσι
ἀγγειον κεραμεουν οἰνηρον συκων ἐμβαλλουσι προς ἡμισυ μερος , εἰτα πληρουσι το ἀγγειον ὑδατος καθαρου , και συνεχως ἀπογευονται .
Γοργιας μεν και Πωλος σφοδρα του καλλους πεφροντικοτες παντοδαπων παρισωσεων πληρουσι τους λογους , Ἰσοκρατης δε ἐπ ' ἐλαττον ,
9999979 κοινωνησας
ἐστι . δηλον δε και ἐνθενδε . Ἀφροδιτῃ μεν γαρ κοινωνησας θεατρα τε ἀνοιγνυσι και συμποσιων και θιασων ἐξαρχος γιγνεται
σε ἀφικεσθαι βουλοιμην ἀν : συ δε και ἐμπιων και κοινωνησας σπονδων ἐσῃ τι και πραοτερος . ὁ γαρ τοι
9999979 παρασκευαζουσι
παρον ἡμιν της ἡσυχιας ἀπολαυειν , ἡν οὑτοι καλως ποιουντες παρασκευαζουσι , τουτοις τε ἐνοχλουμεν οὐδεν δεομενοις και αὐτοι κακων
φιλιας διαμενειν βεβαιον , ἀλλ ' ἀλλοτε ἀλλους ποθους ἐμβαλλοντες παρασκευαζουσι τον παλαι συνθεμενον και ὁμολογησαντα φιλιαν ἀλυτον διαφυλαξειν παλιν
9999979 ἐρωτασθαι
ὀντα ἀλληλοις προβληματα μη δοκει δια το ἐπι διαφορου ὑλης ἐρωτασθαι , ὡς δυνασθαι προς ἑν αὐτων εὐπορησαντας της αἰτιας
Ἰθι δη , νομισαντες ὑπο Πηλεως και Μενοιτιου και Χειρωνος ἐρωτασθαι την προφασιν , ἡς ἑνεκα τουτους παρειδομεν συμβουλευοντας κοινῃ
9999979 κομιζομενοι
το πλειστον της χωρας ἐλαιαις καταφυτον , ἐξ ἡς παμπληθη κομιζομενοι καρπον ἐπωλουν εἰς Καρχηδονα : οὐπω γαρ κατ '
τινες των ὀγκων οἱον προσηρτημενοι εὑρισκονται και εὐμετακινητοι και ῥᾳδιως κομιζομενοι , τινες δε προσφυεις και δυσμετακινητοι και προσοχης δεομενοι
9999978 διηκουσαν
εὐρυχωριαν ἐχοντος και παντος ὑπαρχοντος ἀργου δια την ἐν αὐτῳ διηκουσαν ἁλμυριδα τοσουτον συνεβη ὑπο των ἱππεων ἐξαιρεσθαι κονιορτον ὡστε
' ὡς πρεσβυτεραν αὐτων και ἀρχικωτεραν προειληφοτα , οὐ μην διηκουσαν δι ' αὐτων , ἀλλα προτεταγμενην προ των ἰδιων
9999978 ἀνακτορων
τελετην προς πασαν ἀρετην ἑτοιμοτατος : ἐπει οὐν εἰσω των ἀνακτορων γεγενημαι , και μυστης ὠν ἱεροφαντην ἁμα και δᾳδουχον
κροτειτε την ἁλωσιν , ἡν χρονος καθειλε δουρι των σοφων ἀνακτορων , Κρητης ἐκεινης , του Διος της πατριδος ,
9999978 κυβους
εἰσιν ἐκ τετραγωνων ἐπι τους ἀπο της αὐτης αὐτοις πλευρας κυβους πολυπλασιασθεντων , ὡν δε κυβοκυβων , οἱ εἰσιν ἐκ
δε σοι τε λοιδορουνται , οὐδεν δεον , και τους κυβους συντριβουσιν ἀναιτιους ὀντας αὐτοις ὡν ἑκοντες ποιουσιν . ἀταρ
9999978 ἀξιολογους
το μεν παλαιον ἀνδρειᾳ διενεγκοντες χωραν πολλην κατεκτησαντο και πολεις ἀξιολογους και πολλας ἐκτισαν . ὁμοιως δε και ναυτικαις δυναμεσιν
ἐν ἡμεραις ταις πασαις τεσσαρακοντα καταπολεμησας το ἐθνος και πολεις ἀξιολογους ἐν ταις δυσχωριαις κτισας ἀνελαμβανε την δυναμιν . *
9999978 ἀναρμοστιαν
συμφωνιαν των ἐν αὐτῃ μερων και δυναμεων , την δε ἀναρμοστιαν . ἀπᾳδει γουν ἁρμονιαν λεγειν ἁρμονιαν και ἀναρμοστιαν εἰσδεχεσθαι
λογου χρησιν , τῃ δε κακολογιᾳ ἀσχημοσυνην και ἀρρυθμιαν και ἀναρμοστιαν περι παντα τα γενομενα και μιμουμενα : ὡστε μονος
9999978 ἐγεγονεσαν
τοις ἐπειτα που ὁ λογος ἐπεξεισι μοι . Περιηρει δε ἐγεγονεσαν ἐκ Γοργοφονης της Περσεως Ἀφαρευς και Λευκιππος , και
ἐκ χρυσου , των γυναικων και αὐτων ὁσοι των δεκα ἐγεγονεσαν βασιλεων , και πολλα ἑτερα ἀναθηματα μεγαλα των τε
9999978 φονευθηναι
κρατουμενους γυμνους περιαγειν και ὑποτιθεσθαι αὐτοις παρακαλειν τους στρατιωτας μη φονευθηναι , εἰς το παντας τους ἐχθρους ἐλεεινους εἰναι νομιζεσθαι
; ἀργιαν τινες ἐπανῃρημενοι δια την ἀσωτιαν ἑαυτους εἰς το φονευθηναι πιπρασκουσιν : και πωλει μεν ἑαυτον ὁ πεινων ,
9999978 Μελιτος
ἑψησας το μελι και ἀπαφρισας ἑνωσον και ἀναδησας ἐα . Μελιτος ξεστην α , οἰνου ξεστια ε , πεπερεως #
ὀστρακου , σμυρνης ἀνα # α . λειοις χρω . Μελιτος # α , των μορων του χυλου # ε
9999978 τεταρτημοριον
δε ὁ ΖΕΗ , και ἐστω το μετα τον αἰγοκερω τεταρτημοριον το ΓΕ . Λεγω , ὁτι , ὁταν ὁ
κεντρον της σεληνης ἀει ἐλαβεν ἀπεχον του ἀπογειου του ἀκριβους τεταρτημοριον ἐγγιστα , τουτεστιν περι Ϙε μοιρας , ἱνα λαβῃ
9999978 αὐτοδιδακτος
και μετα ἀλλων μερων λογου ἐν ἀρχῃ , αὐταρεσκος , αὐτοδιδακτος . και δια τουτο ἐσημειουτο το φιλαυτος : εἰρηται
ὡραν τοις ἀναγκαιοις χρωμενων . Ἑνος χανοντος μετεσχηκεν ἁτερος : αὐτοδιδακτος . Ἑνος φιλιη ξυνετου κρεσσων ἀσυνετων παντων : ἐκ

Back