οὐκ ἐκπεπτωκεν , ἀλλ ' ἐστι πανταπασιν ἐκλελυμενην ἐχων την στυψιν : εἰ γαρ ὑδατι παραβαλλοις αὐτον , αἰσθησῃ σαφως
γαρ ὠμον δυσκατεργαστον , το δε ἑψημενον ὑδατι την πολλην στυψιν ἀποβαλλει , το δε περιθλασθεν και ἀποπτηθεν μετα του
9999970 κοινων
, ὁτι τον μεν ἐπηλυν ὀχλον οὐδενος εἰακατε εἰναι των κοινων κυριον , ἀρχετε δ ' αὐτοι της πολεως και
αἱ πρωται δε ἡμιν φαντασιαι γινονται ἀδιαρθρωτοι και ἀπο των κοινων : τα γουν παιδια προσαγορευει παντας τους ἀνδρας πατερας
9999970 πολεμικου
μοι ταυτῃ δοκει σχεδον ὀρθοτατον αὐτο εἰναι , χωρις μεν πολεμικου , χωρις δε εἰρηνικου θεντας , εἰπειν ὡς οὐκ
, τουτεστι των ἐκ του πολεμου νεκρων . ἐνυαλιοιο : πολεμικου . Δουριφατους : δορυφονευτους . ἐξανελοντες : Καλλιμαχος ἀπελον
9999970 προσαγορευομενον
[ λεγων ] ὡν φησιν ἑνα εἰναι τον Πυροεντα , προσαγορευομενον [ δε ] ὑπο μεν Ἑλληνων Ἀρεως , ὑπο
παραπλησια ῥοδοις ἐπι μικρον ἀναπεπταμενοις ἐστιν . Περι δε τον προσαγορευομενον καλαθον οὐχ ἑλικες , καθαπερ ἐπι των Ἑλληνικων ,
9999970 χειμωνος
, αἰγιβοτος μαλλον ἠ ἀστικη , δυσχειμερος δυσθερος , δυσχερης χειμωνος ὑπο των νιφετων , θερους ἀσκιος . και ἀλλως
οὑτως κἀγω ταυτῃ φανησομαι , τουτεστι : του περιεχοντος αὐτην χειμωνος ἀπαλλαξω . ὁ γαρ οὐριος ἀνεμος ὀπισθεν πνεων εὐκταιος
9999970 παρουσαν
δη και περι παντα τα εἰδη των κατηγοριων κατα την παρουσαν διαιρεσιν διατετακται το ποιειν : κατα μεν οὐσιαν το
ἠ κολοκυντην ἠ σικυον ἠ ἀλλο τι των προς την παρουσαν ὡραν μη ἀναρμοστων ἡψημενον ἁπλως . πινειν δε λευκον
9999970 μετοχας
Ἀντι του κεκρυφασιν , Ἀττικως : οἱ γαρ Ἀττικοι τας μετοχας ἀντι ῥηματων λεγουσι . Τινες κατα παρολκην , ἠγουν
δια το χαριεις χαριεντος : προσκειται ὀνοματα δια τας μονοσυλλαβους μετοχας , αὑται γαρ δια του ντ κλινονται , οἱον
9999970 τουτεστιν
, ἠγουν ἐπιμελουμενοι , δι ' ἰου μελισσων ἀμεμφους , τουτεστιν οὐ μεμψεως ἀξιου ἀλλα ἐπαινου δηλονοτι , ἠτοι δια
ἐαν μεν περιττοσυλλαβως κλινωνται εἰς συμφωνον ἐχουσι την κλητικην , τουτεστιν εἰς ς ἠ εἰς ν , ἐαν δε ἰσοσυλλαβως
9999969 σκευαζομενον
, ἀρτον ἑψησας ἐν ὑδρελαιῳ καταπλασσε ἠ κριθινον ἀλευρον παραπλησιως σκευαζομενον : καταντλεισθω δ ' ὑδατι το μοριον ἀλθαιας ῥιζης
, . : ἱππακης : βρωμα Σκυθικον δια γαλακτος ἱππειου σκευαζομενον . . . . Ἐθν . . , .
9999968 πολιτικου
μεγαλης ? : οὑ δη ? προφασιν μεν σφισι του πολιτικου τουτου , ἱν ? ' οὑτως ? εἰπω ?
φρονιμου , το δε κοινον του οἰκονομικου και ἐτι του πολιτικου , ὡστε δει τῳ ἰδιως φρονιμῳ του οἰκονομικου και
9999968 ἐγκειμενην
ἐπεδεχετο ποτε το σχημα δισσας κτησεις , μιαν μεν την ἐγκειμενην ἐν τοις κτητικοις , ὡσπερ και ἡ ἐμος ἐχει
ναι καταφασει , ἐπιτρεχει την ὁριστικην ἐγκλισιν , ἱνα την ἐγκειμενην καταφασιν ἀποστησῃ , οὐ γραφει , οὐ περιπατει :
9999968 οἰκονομειν
χωρις ὁρκων εἰναι πιστους , και την ἰδιαν οἰκιαν οὑτως οἰκονομειν , ὡστε την ἀναφοραν ἐξειναι της προαιρεσεως εἰς ἐκεινην
εἰη , ἐξεστω ? περι τους ? ἀγχιστευοντας ? ? οἰκονομειν . οἱ ? ? γαρ ? ? ? τοι
9999968 μελιτος
της μητρος και προσηνεγκε διαφορους τροφας ἐξ ἀκροδρυων , ἀπο μελιτος , ἀπο γαλακτος , και ἐλθων ὁ ἐριφος ὀσφρησατο
τους ἐν τοις προσωποις . ] Ὀξους δριμυτατου μετα ἰσου μελιτος μιξας ἐπιμελως ἐπιχριε , τῳ δακτυλῳ διατριβων . ἀλλο
9999968 πινων
σε μη μου προπεσουσης τοὐμπλοκιον ὑπεκτραγῃς . Παρα Γναθαινῃ Διφιλος πινων ποτε , Ψυχρον γ ' , ἐφη , τἀγγειον
πυρους , ὑδωρ , ὡστε και γνοιην ἀν εὐθυς Ἀττικον πινων ὑδωρ . Βυστραν τιν ' ἐκ φυλλων τινων .
9999968 κατασταθεις
ἐποιησαν ἡμας οὐδεν προηδικημενοι : ἐγω δε των Ἑλληνων ἡγεμων κατασταθεις και τιμωρησασθαι βουλομενος Περσας διεβην ἐς την Ἀσιαν ,
, Ὀρξινης δε ἐπεμελετο της Περσιδος , οὐ προς Ἀλεξανδρου κατασταθεις , ἀλλ ' ὁτι οὐκ ἀπηξιωσεν αὑτον ἐν κοσμῳ
9999968 πολεμεισθαι
την του Μιθριδατου . ὁ δε σαφως ὑπο Ῥωμαιων ἡγουμενος πολεμεισθαι Γορδιον ἐς τας κωμας ἐσβαλειν ἐκελευσε . και αὐτικα
ἐν ταις δικαις ; ἀμεινον γαρ ἠν ἁπασιν ἡμιν κοινῃ πολεμεισθαι , ἠ καθ ' ἑνα ἑκαστον ἰδιᾳ συκοφαντεισθαι .
9999968 λειψανων
, εἰλιγγων συνεχως ἐμπιπτοντων και σκοτωματων ἐπιχρωμεθα αὐτοις και ἐπι λειψανων ἐμπνευματωσεως και παραλυσεως . ἀθετοι δε προς το βοηθημα
λαμπρον ἐν τηι ἀγοραι Μαγνητες ἐχουσι : περι δε των λειψανων οὐτ ' Ἀνδοκιδηι προσεχειν ἀξιον ἐν τωι Προς τους
9999968 πολιτικοις
της δε δευτερας παραφθορας ὁ Λυσιας ἐν ἀστει διαγων και πολιτικοις καλινδουμενος πραγμασιν . Ἐτι και οὑτως ῥητεον : πεντε
λογων καλλιστος ἐν λεξει πεζῃ , οὐχ ὡς ἐν ζητημασι πολιτικοις ἀλλ ' αὐτο τουτο πανηγυρικος , ὁς οὐδε πολιτικος
9999968 ἐργαζομενους
ὁταν κρινωνται , δοκουντας μεν τι εἰναι , θαυμασια δε ἐργαζομενους , ὡς δεινον τι οἰομενους πεισεσθαι εἰ ἀποθανουνται ,
ποταμοι φερουσιν , οὐδε τους μυρμηκας τους τον χρυσον σφισιν ἐργαζομενους , οὐδε τους γρυπας τους φυλακας , οὐδε ὁσα
9999968 αἰσχυνομενος
ἀποσφαζοντος διακυψας ἠξιωσε κατα το στερνον πληγηναι ὑπ ' αὐτου αἰσχυνομενος ὀπισθοπληγα τον νεκρον αὐτου γενεσθαι . Λυσιππος ὁ ἀνδριαντοποιος
ἡλιον ἐλευθερως βλεπειν , ἀντι των ἐκδεδωκοτων ὁ πειρωμενος ἀνασωζειν αἰσχυνομενος . Ἐνταυθα δη του λογου γενομενος Ὁμηρος μεν ἀν
9999968 πορευομενους
λαμπραις τινεσθαι και ἀνταποδιδοναι αὐτῳ . λαμπραις . ἐν . πορευομενους . ἀνταποδιδοναι και ἀντιχαριζεσθαι αὐτῳ . . Ἐν ταις
τουτων τοις ἐναντιοις ἐπιφημισμασιν ἀφορμασθαι , πεζους τε ἀντι ναυβατων πορευομενους και ὁπλιτικῳ προσεχοντας μαλλον ἠ ναυτικῳ . ὁμως δε
9999968 μετοικους
ξαινειν εἰς καλαθισκον κοινην εὐνοιαν ἁπαντας καταμειγνυντας : τους τε μετοικους κεἰ τις ξενος ᾐ φιλος ὑμιν , κεἰ τις
ἀρχην καθισταιμεν , και τουτοις τιμη τις ἐπειη οἱτινες πλειστους μετοικους ἀποδειξειαν , και τουτο εὐνουστερους ἀν τους μετοικους ποιοιη
9999968 περιβαλων
Ὀδυσσευς Καλυψοι ξυνων ἐκλαθεσθαι καπνου Ἰθακησιου και οἰκου . „ περιβαλων δ ' αὐτον ὁ Δημητριος και τι και ἐπευφημησας
πολλους πολιτας ἀπολλυμενους μακρῳ πολεμῳ και λιμῳ βροχον τῳ τραχηλῳ περιβαλων ἐς ἐκκλησιαν εἰσελθων ἀνδρες , ἐφη , πολιται ,
9999968 ἐπιβουλευσαντες
οὐν θεους οἰεσθαι χρη συν ἡμιν ἐσεσθαι : οὐ γαρ ἐπιβουλευσαντες ἀδικως ἐχομεν , ἀλλ ' ἐπιβουλευθεντες ἐτιμωρησαμεθα . το
ἐπιβολην πασαν συντελεσαι την χειρουργιαν : πολλοι γαρ ἠδη τουτο ἐπιβουλευσαντες ὑμενας ἀπο των νευρων πεφυκοτας , οἱ δ '
9999968 οἰκειοις
; ἀλλα δευρο ἰθι προς ἡμας , ἡμεις σε τοις οἰκειοις ἀποδωσομεν , σαρδανιον γελωντες ἐλεγον , κἀμε ἀποστρεψαντες εἱλκον
, τιμωνται δε ὑπο των δεξιωτερων , ὡστε και τοις οἰκειοις αὐτοιν , εἰ ταραττοιντο , συμβαινει των βοηθησοντων εὐπορειν
9999968 προσδιωρισθαι
ζητησις διαιρειται προβολῃ ῥητου , τῃ διανοιᾳ , τῳ μη προσδιωρισθαι : παλιν διανοιᾳ του νομοθετου , συλλογισμῳ , ὁρῳ
του ῥητου ἑρμηνευει διανοιαν , ἡ δε δευτερα του μη προσδιωρισθαι . Ϛʹ . Ὁ συλλογι - σμος : ἰσχυν
9999968 ἑταρους
θοη , ἡ ς ' ἠγαγε δευρο ἀντιθεους θ ' ἑταρους ; ἠ ἐμπορος εἰληλουθας νηος ἐπ ' ἀλλοτριης ,
ὁμως , ὡς το ‚ ἀλλ ' οὐδ ' ὡς ἑταρους ἐρρυσατο ἱεμενος περ ‚ : ἀναφορικον , ὡς το
9999968 συμβουλευοντος
φιλιας διαλεξομενους , Ἀσκανιου δε τοις Λατινοις ταμιευεσθαι την τυχην συμβουλευοντος ἀδειαν εὑρομενος ἀπηλθεν ὑποσπονδος μεθ ' ὁσης εἰχε δυναμεως
της χωρας . Νικησαντες οὐν οὐ μετεδωκαν , του Κοσσα συμβουλευοντος ταις ὁμολογιαις ἐμμενειν : ἀνθ ' ὡν λοιμῳ περιπεσοντες
9999967 δουλευοντας
, ὡς φησι Σιμωνιδης . πενεσται : Θεοπομπος φησι τους δουλευοντας : των ἐλευθερων πενεστας καλεισθαι παρα Θεσσαλοις ὡς παρα
σμενους , ἱερα θεων περιφρονουμενα , γυναικας ὑβριζομενας , παιδας δουλευοντας , ἀνδρας ἀκριτως ἀπολλυμενους , τολμωντα δε οὐδενα προς
9999967 κατασταντα
την Ταραντινων πολιν οὑτω καλως και φιλανθρωπως διοικησαντα κυριον αὐτης κατασταντα , ὡστ ' εἰς ἁπαντας την ἐκεινου μνημην διενεγκειν
Δαρειον ἀνηρ Αἰγυπτιος φωνεων μεγιστον ἀνθρωπων : τουτον τον ἀνδρα κατασταντα ἐπι του χειλεος του Ἰστρου ἐκελευε Δαρειος καλεειν Ἱστιαιον
9999967 ἐπιτρεψαντος
, ὡν ἐβασιλευεν Ἀντιοχος , μετα Παραυαιων ξυνεστρατευοντο Ὀροιδῳ Ἀντιοχου ἐπιτρεψαντος . ἐπεμψε δε και Περδικκας κρυφα των Ἀθηναιων χιλιους
τῳ του θεου μαντειῳ . του δε θεου τῳ συμβαντι ἐπιτρεψαντος , ἀδιαφορον λοιπον νομισαι το γιγνομενον . Αἰγα δ
9999967 φανταζεσθαι
, ὁτι ἀει φανταζεται την ἱππικην , το τους ἱππους φανταζεσθαι . ἀπολωλεκεν : το θεμα ὀλεω , ὀλω ,
λεγομεν , ὁταν ἐνεργωμεν ἀκριβως περι τα αἰσθητα , τοτε φανταζεσθαι , ἀλλα μαλλον ὁταν μη ἐναργως αἰσθανωμεθα : οὐδεις
9999967 ἀδικησειν
, τοις δε πολεμιοις δια των ὁρκων πιστεις διδομεν μηδεν ἀδικησειν , ποιαν χρη προς αὐτους ποιεισθαι τους θεους σπουδην
πεισεται , θαρρειν κελευσας ἑνεκα ἐμου ταυτ ' οὐδε φησας ἀδικησειν ἐπριαμην γλαυκον μεγαν . ἐπειτα ναρκην ἐλαβον , ἐνθυμουμενος
9999967 μελανων
δια το πλεοναζειν ἐν αὐτοιϲ ὑδατωδεϲ περιττωμα : των δε μελανων και ϲτρυφνων και παχεων και των ὁμοιων ἀπεχεϲθαι αὐτουϲ
: οὐ γαρ ὁμοφωνως τῃ ταχεων ἀρσενικῃ , μελαινων και μελανων , μακαιρων και μακαρων . Εἰποι τις οὐν ,
9999967 ἀποκεισθαι
Μεγαρικων το μεν κενηριον του Ἀδραστου ἐν Σικυωνι φησιν , ἀποκεισθαι δε αὐτον ἐν Μεγαροις . οἱ δε φασι :
ἐχει μεν τῳ γινωσκειν , οὐκ ἐχει δε τῳ μη ἀποκεισθαι τι ἐκ του ὁραματος , ὡσπερ ἐν κηρῳ μορφην
9999967 ὁρμωμενους
κατοικησαι . τους δε Κενταυρους μετεωρισθεντας τοις προτερημασι , και ὁρμωμενους ἐκ της Φολοης , λῃζεσθαι τους παριοντας των Ἑλληνων
και στρατηγον ἐξαιρετον , ὁς οὐδ ' ἐς Λιβυην ἡμας ὁρμωμενους παρεξενε τε και στρατιαν οὐ λαβων αὑτῳ συνεστησατο και
9999967 συγγραμματος
ὑπ ' ἐμου λεγομενων και δια την σπανιν του Παρμενιδειου συγγραμματος . . . , . φασι δε γεγραφθαι αὐτωι
και πρωτος τῃ ὑλῃ νουν ἐπεστησεν , ἀρξαμενος οὑτω του συγγραμματος , ὁ ἐστιν ἡδεως και μεγαλοφρονως ἡρμηνευμενον : “
9999967 παρακλησιν
προτερον ἀμελως εἰχες Νουμηνιου , γραμματα ἐχων νυν ἐμα και παρακλησιν , οἰδ ' ὁτι και την ἐπιμελειαν αὐξησεις .
ἀπολογιας μοι δεησαν . οὐχ ὁ μεν Ἀλκιβιαδης αὐτῳ βουλεται παρακλησιν τοις μελλουσι πολιτευεσθαι ἐπιμελειας ἑαυτων ; προελθων δε του
9999967 μεγεθεσιν
ἡ θαλαττα μεταβαλλει προς ποτιμον ἠ οἱ ποταμοι πελαγων ἐξισουνται μεγεθεσιν . ἐπι μεν οὐν των αὐτων ὁρων ἑκαστον ἱδρυται
τα ἐν τοις ἀριθμοις , γεωμετρια δε τα ἐν τοις μεγεθεσιν , ἡ μεντοι γε πρωτη φιλοσοφια τα καθολου συμβεβηκοτα
9999967 παραλογιζεσθαι
το ὁπερ ὀν ἐσται οὐκ ὀν . και μηδεις ὑπολαβῃ παραλογιζεσθαι ἡμας : οὐ γαρ ἐπειδη συμβεβηκος ἐστι το λευκον
ἠ οἱον περιττα της προκειμενης ὑποθεσεως ἀει ἐξευρισκων προς το παραλογιζεσθαι , οἱον ὡς ἐν τῳ ηʹ των Φιλιππικων οὐσης
9999967 πορευομενοις
μηδεμιαν ἐλπιδα ἐχειν κατορθωσεως , τοις δε καθ ' ἑνα πορευομενοις ἐπιβαλλουσι τας χειρας , παραδοξοις ἐγχειρουντες τολμημασιν . ὁταν
ἀει . Πολεμων δε ὁ Ἀκαδημαικος παρῃνει τοις ἐπι δειπνον πορευομενοις φροντιζειν ὁπως ἡδυν ποτον ποιωνται μη μονον εἰς το
9999967 τελευτων
δια των ἀποφασεων ἀπογυμνων ἡμων ἐκεινην την φυσιν , ἡν τελευτων οὐδε εἰναι φησιν , ἀλλα μονον ἑν του εἰναι
χρησασθαι ἐν τῃ σχεδιᾳ παροσον μιαν ἡμεραν ζων και ὀψε τελευτων . * Ῥειθυμνα πολις Κρητης * . Ῥιθυμνια πολις
9999967 καταγελαστος
δικην , τινα ἀν βοηθειαν μη δυναμενος ἀνθρωπος βοηθειν ἑαυτῳ καταγελαστος ἀν τῃ ἀληθειᾳ εἰη ; ἀρα οὐ ταυτην ,
, θεραψ θεραπευων , κολακευων ὑπερκολακευων , ὑποκριτης , γελοιος καταγελαστος , γελωτοποιος , ποιητης γελοιων , γελοιαζων γελοιαστης ,
9999967 μαχομενους
εἰ Μελεαγρος μεν συγγενεις αὑτου δυο δια δερμ ' ὑειον μαχομενους ἀπεκτονεν . ὁταν δανειζῃ τις πονηρῳ χρηματα ἀνηρ δικαιως
ἀσθενη δοξαι μαλλον ἠ πονηρον , τοσουτῳ βελτιον ὑστερους εἰναι μαχομενους ἠ διαλλαττομενους . εἰκοτως δ ' ἀν μοι προσεχοιτε
9999967 ἀπολαμβανομενων
χωρις του μεγιστου των παραλληλων του ΕΖ , των δε ἀπολαμβανομενων τμηματων ἐν ἑνι των ἡμισφαιριων ἡμικυκλιων μεν ἐσται μειζονα
των τμηματων , τουτεστιν ὡς προς νοτον αὐτων των τμηματων ἀπολαμβανομενων ὑπο της εἰρημενης γραμμης , καθαπερ ἐπι Ῥοδου αἱ
9999967 ἐπιτρεψειν
οὐδ ' ὑπο των πολιτων , ἀλλα φανερως εἰρηκεν οὐκ ἐπιτρεψειν τοις ἀντεπιθυμουσι τινος . Εἰτ ' ἐκ των τοιουτων
παραποδυομενος ; Ἀλλα τι μην δοκεις , εἰπερ μελλοιεν μοι ἐπιτρεψειν και πεισεσθαι ; ὡσπερ νυν οἰμαι ὑμας πεισειν ἐμε
9999967 μεταλαμβανειν
δειπνου περιπατος ὑγειας ἑνεκα γινεται . το οὐν δει δε μεταλαμβανειν τους λογους εἰπε δεικνυς ἡμιν ὁτι οὑτως ἀν ἀποδεικνυοιμεν
εἰναι , τα δε ἀει κινουμενα , τα δε ἀμφοτερων μεταλαμβανειν , ὁπερ ἡμιν ἀποδεικτεον ἐστιν . τουτο γαρ ἐχει
9999967 πορισμον
χρηματων διαφεροντες φανουμεθα , μη θαυμαζειν ὁτι και περι τον πορισμον διεστηκαμεν . ἐμοι μεν τοινυν ἀπαρκει τροφῃ τε χρησθαι
μαλιστα ] τοις ἐξ ὑδατος ἠ δι ' ὑδατος τον πορισμον ποιουμενοις και τοις μελλουσι πλειν . οἱ δε ἐκ
9999967 κρατουμενων
. λελυμενων τοινυν λαμπρως των σπονδων και παντων ἐλπιδι μιᾳ κρατουμενων ἀπεραντον εἰναι την στασιν , πολλοι γαρ διαλλαττειν ἐσπουδακοτες
ἐπιδοξον ἐχωσι την προς το κακως ἀλλους ποιειν ὁρμην , κρατουμενων δε ὑπο των της ἐναντιας αἱρεσεως καταφοροι και ἀνεπιτευκτοι
9999967 σωματικοις
, ἐξελθουσα ἀπο σαυτης ἀναζητει , μενουσα δε ἐν τοις σωματικοις ὀγκοις ἠ ταις κατα νουν οἰησεσιν ἀζητητως ἐχεις των
ἀρχουσα και λογῳ χρωμενη : και ἡ μεν ἀλογος τοις σωματικοις ἑπεται παθεσιν : ἐπιθυμει γαρ ἀλογως και ὀργιζεται ,
9999967 δουλευειν
' ἐγκεχαλινωσαι ταις ἐκεινων των δεσποτων ἡνιαις , ἀναξιος εἰ δουλευειν σοφῳ : τεκμηριον μεγιστον ἠθους ἀνελευθερου και δουλοπρεπους παρεχεις
αἰωνος τουτον ποιησασα : ἐπειτα δε και τῳ γενομενῳ ἐδωκε δουλευειν χρονῳ , ἐν χρονῳ αὐτον παντα ποιησασα εἰναι ,
9999967 λιμενων
. . . , : Τιμαγητος δε ἐν αʹ Περι λιμενων τον Ἰστρον φησι καταφερεσθαι ἐκ των Κελτικων ὀρων ,
μεθοδος . Ἐν τουτῳ δε τῳ μερει και το περι λιμενων ἐγκειται . λιμενες δε ἠ ἐν μεσῳ της πολεως
9999967 ὑπερβαλεσθαι
ἀγγελος ἀποβεβηκοτων Μηδων ἐς την γην , ἐπανηκων δε Λακεδαιμονιους ὑπερβαλεσθαι φαιη την ἐξοδον , εἰναι γαρ δη νομον αὐτοις
, ῥητωρ , δημηγορος και συμβουλος , και ὁτι τινες ὑπερβαλεσθαι τουτον τους προγονους ἐκομπαζον : ἀλλ ' ὁμως τουτον
9999967 χειλεσιν
ἀλλα τουτο κοιλοτερον τε και συντηκομενον γινεται και ὀχθωδες τοις χειλεσιν ἐρυθροτερον τε και φλεγμονην ἐχον , πολλακις δε και
Δι ' ὡραν , ἡς το ἀνθος οὑτω τι ἐπι χειλεσιν , ὡς και σιωπωσης ἐκφαινεσθαι . ἀπηρτηται δε οὐπω
9999967 τελευτωντος
χρηται , ἐνιοτε ὡς ἀρσενικῳ , ἐνιοτε δε ὡς οὐδετερῳ τελευτωντος του μηνος : του κατα σεληνην λεγει μηνος :
ἀναστησας την δυναμιν ἐκ της πολεμιας ἀπηγεν ἐπ ' οἰκου τελευτωντος ἠδη του ἐτους . ἐπισταντων δε των ἀρχαιρεσιων ἐδοξε
9999967 γιγνομενοι
εἰϲιν οἱ πελιοι και μελανεϲ ἐν ὀξεϲι και καυϲωδεϲι νοϲημαϲι γιγνομενοι , ὁταν και μαλιϲτα δυϲωδειϲ τυγχανωϲι . προϲεπιβλεπειν δε
εἰϲι δε και ϲπερματοϲ γεννητικοι και ἀφροδιϲιαϲτικοι ἐν πλειονι χρηϲει γιγνομενοι και φυϲωδειϲ και ϲτροφουϲ ἐμποιουϲιν : οἱ δε μετα
9999967 μεταλαμβανεσθαι
δι ' ἑαυτην ἀληθευῃ , ὑποδυεται συλλογιστικην συζυγιαν τῳ δυνασθαι μεταλαμβανεσθαι εἰς την καταφατικην , διοτι , ὁ μη ὑπαρχει
ἀσυλλογιστοι πασαι αἱ τοιαυται συζυγιαι . ἡ δε αἰτια το μεταλαμβανεσθαι παλιν την ἀποφατικην ἐνδεχομενην εἰς καταφατικην και δια τουτο
9999967 χρησιμωτερον
γιγαρτα ἐρει - χθεντα : μαλλον δε το ἀφεψημα αὐτων χρησιμωτερον ἐστιν , ἐνεργοτατον ὀν τῃ στυψει και οὐδεμιαν ἀλλην
: ἠ ἀντι του ἐλαιου το βουτυρον ἐμβαλεις και ποιησεις χρησιμωτερον προς τας αὐτας διαθεσεις . γινεται δε συνεχως και
9999967 πεισαντος
δε προς ὀργην ἡντινα τυχητε ἐστιν ὁτε σφαλεντες την του πεισαντος μιαν γνωμην ζημιουτε και οὐ τας ὑμετερας αὐτων ,
προ του Εὐκλειδου κδʹ ἐπι Εὐκλεους . Περι δε του πεισαντος ἱστορει Θεοπομπος . Τμημα πρωτον περιεχον λογους ἐννεα αʹ
9999967 συνισταμενους
ἀν ἐγχωρῃ μοριων , ἱνα τους ἐν τοις οἰκειοις λογοις συνισταμενους ἑκαστῳ των φθογγων ἀπο του εἰρημενου κοινου περατος ἐχοντες
μεν διαθεσεις τραυματων γινομενας , ποικιλους δε και μεγαλους ἀγωνας συνισταμενους ὑπερ της νικης . Ὀξαθρης δ ' ὁ Περσης
9999967 εὐρειαν
ὠκεανον παρα τους ὁρους ἐξετειναν , την δε Λιβυην , εὐρειαν μεν οὐσαν , ὑπερβαλλουσαν δε τῳ μεγεθει τα ἐθνη
δε δη ἀλλαι ἀμφιπολοι , πειρινθος ἐφαπτομεναι μετοπισθεν , τρωχων εὐρειαν κατ ' ἀμαξιτον , ἀν δε χιτωνας λεπταλεους λευκης
9999967 φυγον
οὐρανοθι προ , / αἱ τ ' ἐπει οὐν χειμωνα φυγον και ἀθεσφατον ὀμβρον , / κλαγγηι ται γε πετονται
. Παρθυαιοι , ἐθνος παλαι μεν Σκυθικον , ὑστερον δε φυγον ἠ μετοικησαν ἐπι Μηδους , κληθεν δε οὑτως παρα
9999967 μεμνημενους
και τα συμφεροντα , ἁ και πολλη ἀναγκη ποιειν ὑμας μεμνημενους των ὁρκων , ὡς προς εἰδοτας ἁπαντας οὐκ οἰδ
γαρ ἀν αὐτοις προσηκοι μη προς ἡδονας τραπεσθαι , ἀλλα μεμνημενους ἀν τον νουν προσε - χειν . Ἐν δε
9999967 ἀποδειξειν
προδιαλεχθεις δε τοις περι αὐτον δι ' οὑ τροπου ψευδομαντιν ἀποδειξειν τον οἰωνοσκοπον ὑπελαμβανεν , ἐπειδη παρεγενετο φιλανθρωποις αὐτον ἀσπασμοις
ἐκειν ' οἱς Θεσπις ἠγωνιζετο : και τους τραγῳδους φησιν ἀποδειξειν κρονους τους νυν διορχησαμενος ὀλιγον ὑστερον . τις ἐπ
9999967 προγενεστερων
δε και ὑπεστη ἡ ὑλη , εἰ μη ἀπο των προγενεστερων φυσει ; και γαρ ἡ παρ ' ἡμιν ὑλη
: δια γαρ τους ὑμνους και οἱ ὑστερον μνημονευουσι των προγενεστερων , και ὡσανει ὁρκος πιστος , οὑτως και οἱ
9999967 Ξενοκρατους
Ἀρχυτειου φιλοσοφιας αʹ βʹ γʹ , Περι της Σπευσιππου και Ξενοκρατους αʹ , Τα ἐκ του Τιμαιου και των Ἀρχυτειων
ἀναπειθομενην χωραν κατασχειν . οὐ γαρ ἀμφωτιδας γε περιθησει τας Ξενοκρατους ἡμιν . τι χρη περι της ἀνδρειας Διογενους λεγειν
9999967 προσαγορευομενος
την δε τεταρτην την προς δυσιν ἐστραμμενην διειληφεν ὁ Ἰνδος προσαγορευομενος ποταμος , μεγιστος ὠν σχεδον των ἁπαντων μετα τον
αἰγειος ἡδιστος , οὐκ ἐχων συγκρισιν προς ἑτερον , ὁ προσαγορευομενος Στρομιλικος . Εὐριπιδης δ ' ὀπιαν καλει τυρον τον
9999967 καταρατους
ἑκτηι και εἰκοστηι των Ἱστοριων . . . . : καταρατους εἰπε τους Μεγαρεας , παροσον δυσνοως εἰχον αὐτοι και
οὐσα . ἐν τῳ περι συνταξεως : „ προς τους καταρατους Μεγαρεας ἐψηφισασθε ἀποτεμνομενους την ὀργαδα „ . ἐξειλον :
9999967 ὑπερουρανιον
ὁτι και περι τἀγαθου , ἐπειδη φησι : τον δε ὑπερουρανιον τοπον οὐτε τις ὑμνησε ποιητης ἀξιως , και ἐτι
ἐρωτος ἐπι τους ἐγκοσμιους θεους και τον οὐρανον και τον ὑπερουρανιον τοπον και τα θεια και ἀτρεμη θεαματα , και
9999967 καταθυμιος
ἐν τῳ προσοδιῳ τῳ ἐς Δηλον : τῳ γαρ Ἰθωματα καταθυμιος ἐπλετο μοισα ἁ καθαραν κιθαραν και ἐλευθερα σαμβαλ '
δασμον παρεχειν θεραποντι . δουλωι τακτα νεμοις , ἱνα τοι καταθυμιος εἰη . στιγματα μη γραψηις ἐπονειδιζων θεραποντα . δουλον
9999967 πολιτικαι
παρ ' ἡμιν αἱ τε των μετοικων λῃτουργιαι και αἱ πολιτικαι , ὡν ἑκατερων ἐστι τοις εὑρημενοις ἡ ἀτελεια ἡν
ἡ χρησις : ὀλιγακις γαρ ἐν παντι τῳ χρονῳ γινονται πολιτικαι στρατιαι και πολεμικαι : ξυμβαινει δε τα τοιαυτα πλειστακις
9999967 καταληξεως
γαλαξ το ξ ἀπεβαλλεν , ἀνεφικτου οὐσης της εἰς ξ καταληξεως , ἐπει οὐδεν οὐδετερον εἰς διπλουν ληγειἀπειρος . ἡ
κζʹ . Ὁ Θωραξ . Ἐστι μεν της εἰς αξ καταληξεως , κλινεται δε Θωρακος δια του Κ δικαιως :
9999967 ὑγιους
εἰ δε μετ ' ἀποδειξεως κριτηριον αὑτον ἀποφαινηται , παντως ὑγιους . ἀλλ ' ἱνα μαθωμεν ὁτι ὑγιης ἡ ἀποδειξις
ἱνα κατα λεπιδος ἀποστασιν χωρισθῃ το ἠλλοτριωμενον ὀστεον ἀπο του ὑγιους , ὁταν την ξυσιν ἐπωδυνον οὐσαν μη δυνηται ὑπομενειν
9999966 πορευομενων
αἱ βελτισται τυφλαιἠ δοκουσι τι σοι τυφλων διαφερειν ὁδον ὀρθως πορευομενων οἱ ἀνευ νου ἀληθες τι δοξαζοντες ; Οὐδεν ,
, Ἀγαθοι ἀγαθων ἐπι δαιτα ἰασιν : ἐπι των αὐτοματως πορευομενων που . Ἀκουε του τετταρα ὠτα ἐχοντος : αὐλητης
9999966 φανερων
φθασῃ , και τουτων δε τα μεν ἐγγυς των αἰει φανερων ἀστρων ἑωρων ἐπ ' ὀλιγον χρονον ἐν τῳ ἀφανισμῳ
κατα βαθους πλεονος τους τοπους οὐτε ποταμων ἐπιχυσεις ἐχοντας οὐτε φανερων ναματων , και εὑρισκεσθαι ἐν αὐτοις ἰχθυς ζωντας .
9999966 ἀγομενοι
τον ξυοντα ἀντιξυειν : ἀνθρωποι δ ' ἀρα ὑπο θεων ἀγομενοι θεους οὐ νομιζουσιν , ἠ περι αὐτους τι φαυλον
, ψυχαγωγια δε τις ὑπεισιν αὐτους . ὁταν γε μην ἀγομενοι της ὀχθης πλησιον ἀφικωνται , τηνικαυτα και τον ἐνταυθα
9999966 αὐξανομενης
ἀπο της δασυτητος . ἀγρονομοιο : ἐν ἀγρῳ τρεφομενης , αὐξανομενης , της ἐν τῳ ἀγρῳ την νομην ἐχουσης ,
και Παρθενῳ και Σκορπιῳ και Ἰχθυσιν , τῳ τε φωτι αὐξανομενης και μετα των ἀγαθοποιων οὐσης ἠ τουτοις κατα σχημα
9999966 μελιττων
πεφυκεναι οὐδεν ἡττον ἠ ὁ ἐν τῳ σμηνει φυομενος των μελιττων ἡγεμων : ἐκεινῳ τε γαρ αἱ μελιτται ἑκουσαι μεν
τα δε μετα ταυτα μελισπονδα : τουτον γαρ ἑτοιμον παρα μελιττων πρωτον ἐλαβομεν τον ὑγρον καρπον : εἰτ ' ἐλαιοσπονδα
9999966 μαντευομενων
: ἐπι των τυφομανων γεροντων . Των ἐπι κοσκινῳ : μαντευομενων δηλονοτι . Και , Των ἀπο τριποδος , και
! ! ! μαντειον ] ἐπε ! [ ] τωμ μαντευομενων [ ἑνεκεν ] εἰ θεμι [ ] ! !
9999966 μεταγενεστερων
. οὐκ ὀλιγοι γαρ των τε ἀρχαιων συγγραφεων και των μεταγενεστερων , ὡν ἐστι και Τιμαιος , φασι τους Ἀργοναυτας
, ὁθεν και μεταγενεστερα εἰσι και οὐκ ἐδει ἀπο των μεταγενεστερων ἀρξασθαι . Οὐδε μην ἀπο των βραχεων ἠρξατο ,
9999966 ποριζεσθαι
ἠ τῳ μυθῳ πειρωμεθα ἀπανταν , και ἐφ ' ἑκαστῳ ποριζεσθαι ἐλεγχον , ἐτι δε και φροντιζομεν , ὁπως καλως
ἐγω τουτο λεγω ἀρετην , ἐπιθυμουντα των καλων δυνατον εἰναι ποριζεσθαι . Ἀρα λεγεις τον των καλων ἐπιθυμουντα ἀγαθων ἐπιθυμητην
9999966 τελεισθαι
χρονου , και ἡλιου και σεληνης και ἀνεμων , και τελεισθαι ὀνομασιας σεληνης καλοσχηματιζουσης , οὐ γαρ προς τους ἀστερας
δε ᾑ πεφυκε ταυτῃ συμβαινει και τα περι αὐτο ἐνεργηματα τελεισθαι : ὡστε και τα ἀπο των θεων ἐγειροντα και
9999966 παιδιοις
και παλινδρομων , ἐνιοις δε και ἀνορεξια . Τοις δε παιδιοις κοιμωμενοις και μασησις της γλωττης μετα προβολης , σχηματιζομενου
Διωνης εἰκασας και ταυτα καλῃ ; ταυτα γυνη πρεσβυτις μυθολογειτω παιδιοις εὐκολως θελγομενοις τα ὠτα και προς ὑπνον πολλακις ὑφ
9999966 ἐστερησθαι
λεγεται ἐστερησθαι , ἐπειδη αὐτος πεφυκεν ἐχειν . παλιν δε ἐστερησθαι λεγεται και το μη πεφυκος ἐχειν κατ ' ἐκεινον
ἐκωλυεν ἀνασταντα τυπτειν τον Κριτιαν : οὑτως ᾠετο μεγαλου τινος ἐστερησθαι , ἐπει αὐτῳ φανερον ἐγενετο ὁτι οὐκ ὀρθως το
9999966 φιλουντων
ὡς ᾑ μαλιστ ' ἀν δυνωνται ἐξεικαζουσιν αὑτους ταις των φιλουντων ὑπουργιαις . και τοινυν αἱ ἐπιβουλαι ἐξ οὐδενων πλεονες
δεσποτης . προς τουτον ἑνα δει ζην ἐμε . ὀργη φιλουντων ὀλιγον ἰσχυει χρονον . τινι δεδουλωνται ποτε ; ὀψει
9999966 γεγραμμενον
και πυρκαϊα : ἐν μεντοι τῳ Ὑπερειδου ὑπερ Λυκοφρονος εὑρον γεγραμμενον ἠ νεωριων προδοσιαν ἠ ἀρχειων ἐμπυρισμον ἠ καταληψιν ἀκρας
ἐν πολλοις ἀντιγραφοις εὑρον του Ἀντιφανους Μινωος δια του ο γεγραμμενον : τρωγοντες μολοχης ῥιζαν . και Ἐπιχαρμος : .
9999966 τιμωντος
[ γραφειν . ] καθ ' ἑκαστα οὐκ ἠν ἀληθειαν τιμωντος , ἀλλα δια πολυπραγμοσυνην ἐς ληρον ἀποφερομενου και παρολισθανοντος
και Εὐμαθιου του φενακιζειν οὐκ εἰδοτος και ἐμου του τἀληθη τιμωντος ; ὡς ἐγωγε οὐδεπωποτε προς πατερας περι παιδων ἀμβλυτερων
9999966 λαμβανομενων
των γαρ ἀπ ' ἀρχης ἀχρι τελους ἀπο του σημειου λαμβανομενων , οἱον ἐφονευσας , παριστασο γαρ , αὑτη ἀναστρεφει
. ἐπειδη γαρ οὐχ ὁμοτιμια ἐστι των κατ ' οὐσιαν λαμβανομενων ἐπι τινος , ἀλλα τα μεν καθαρωτερον αὐτο παριστησιν
9999966 ἀμεριστου
λαβων και ἐπι της ταὐτου και θατερου μεριστης τε και ἀμεριστου φυσεως τας μεσοτητας τῃ των οὐσιων μεσοτητι συνθεις και
των ὠφρυωμενων γραμματικων Ἡρακλειτον συνειναι και Πλατωνι παρακολουθησαι λεγοντι της ἀμεριστου και ἀει κατα ταὐτα ἐχουσης οὐσιας και της περι
9999966 κελευειν
, μετα δε ταυτα οἰνον , κἀν μηδεπω διψωσι , κελευειν προσφερεσθαι : πραϋνεται μεν γαρ αὐτοις εὐθεως ὁ λιμος
ὑπερηφανος γενομενος ἡμιλλατο προς τον θεον : βροντωντος γαρ αὐτου κελευειν τους στρατιωτας ταις σπαθαις τυπτειν τας ἀσπιδας ἀφ '
9999966 προσνευσει
προσνευσει Σκορπιῳ , ἐν Ἰχθυσι προσνευσει Ζυγῳ , ἐν Κριῳ προσνευσει Παρθενῳ , ἐν Ταυρῳ προσνευσει Λεοντι , ἐν Διδυμοις
προσνευσει Ἰχθυσιν , ἐν Καρκινῳ προσνευσει Ὑδροχοῳ , ἐν Λεοντι προσνευσει Αἰγοκερῳ , ἐν Παρθενῳ προσνευσει Τοξοτῃ , ἐν Ζυγῳ
9999966 γεγραμμενος
παραδειγμα ἐστιν ὁ Λυσιου λογος , ὁ περι του κυνιδιου γεγραμμενος : οὐτε γαρ ἀνακεφαλαιωσιν ἐχει δια το ὀλιγον εἰναι
με παρηλθεν ὁ Νειλος , αὐτος μεν ὁ ποταμος οὐδαμου γεγραμμενος , ὁν τροπον ζωγραφοι γραφουσι ποταμους , ῥευμασι δε
9999966 ἐπαιρεσθαι
πολεμου παλιν ξυμβηναι , και μητε τῃ κατα πολεμον εὐτυχιᾳ ἐπαιρεσθαι μητε τῳ ἡσυχῳ της εἰρηνης ἡδομενον ἀδικεισθαι . ὁ
των τοιουτων θορυβων , μητε ἀν ἐπαινηται , δια τουτο ἐπαιρεσθαι , μητε ἀν ὑβριζεσθαι δοκῃ , ταπεινουσθαι . το
9999966 ἐκδικησιν
, ἡτις ἀναγκαια ἐστιν ἐν δασειαις περιοδοις προς καταφυγην ἠτοι ἐκδικησιν και ψιλων και καβαλλαριων και εἰς φυλακην του λαου
Αἰγυπτιοι θλιψωσιν ὑμας : ἀλλ ' ὁ Θεος ποιησει την ἐκδικησιν ὑμων , και εἰσαξει ὑμας εἰς την ἐπαγγελιαν των
9999966 καταγελων
ἐκελευον ὀνοματα λεγειν , οὐ θεων . Ὁ αὐτος Δωριων καταγελων του ἐν τῳ Τιμοθεου ναυτιλῳ χειμωνος ἐφασκεν ἐν κακκαβᾳ
πως οὐν ἑτερος ταυτην ἐχων οὐδεν πεπονθεν ἀλλ ' ἀπηλθε καταγελων , ἑτερος δ ' ἀπολωλε ; καιρος ἐστιν ἡ
9999966 πυνθανομενους
ἰατρῳ ὑπαλειψαμενος τα ὑπο τους ὀφθαλμους παχει φαρμακῳ προς τους πυνθανομενους τι δε συ ; προσκομμα ἐφασκον . της δ
εἰ Σωκρατους ἐστι τις σιμοτερος ; τους γαρ τα τοιαυτα πυνθανομενους εὐστοχως ἐπιρραπιζει ὁ θεος , ὡς και τον πυθομενον
9999966 ὀφθηναι
ἀφιγμενος . λογος δε ποτ ' αὐτου παραγυμνωθεντος τον μηρον ὀφθηναι χρυσουν : και ὁτι Νεσσος ὁ ποταμος διαβαινοντα αὐτον
τα ὀρη ταυτα εἰναι , ὡστ ' ἐλπις ὑμας μη ὀφθηναι : ὁμως δε εἰ προπεμποις προ του στρατευματος εὐζωνους
9999966 παρεστιν
ποιμνης δ ' ἐπιμελουμενου της ἰδιας , ἐξ ἑτοιμου ἀγαθα παρεστιν ἀθροα τοις πειθαρχουσι και μη ἀφηνιαζουσι των θρεμματων .
τοιουτων παρασκευων ὁλη γιγνεται του θεου . Και τοτε δη παρεστιν αὐτῃ χωριστως ὁ θεος ἐπιλαμπων , ἑτερος ὠν και
9999966 στοχαζομενους
δε , ὡς ἐοικε , διετεινοντο μηδεποτε μηδεν πραττειν ἡδονης στοχαζομενους , και γαρ ἀσχημονα και βλαβερον ὡς ἐπι το
σοι ποτε ἀηθη Σικελιαν : τουτους γαρ και πανταπασιν εὑρησεις στοχαζομενους . πρωτον μεν γαρ αὐτου δει του που ποθ
9999966 τεταραγμενος
δαιαλευς και πλεονασμω του τ , δαιταλευς : διασεσοβημενος , τεταραγμενος : τεθορυβημενος : σοφειν γαρ το τρεχειν : παρα
φιλοπλουτος , ὁ δε τριτος ἀμφοτερων ἐπιφανεστερος τε και μαλλον τεταραγμενος , ὁ φιλοτιμος και φιλοδοξος , ἐκδηλοτεραν και σφοδροτεραν
9999966 ποτερα
αἱματος χοιροκτονου αὐτος σε χρανῃ Ζευς κατασταξας χεροιν Αἰθιοπα φωνην ποτερα γυνη τις Αἰθιοψ φανησεται ; λεοντοχορτον βουβαλιν νεαιρετον ὡς
παφλασματων : ἐχ ' ἀτρεμα . Φερ ' ἰδω , ποτερα Λυδον ἠ Φρυγα ταυτι λεγουσα μορμολυττεσθαι δοκεις ; Ἀρ

Back