δρ . ιβʹ , ῥου Συριακου δρ . κδʹ , σιδιων ῥοας κεκομμενων και σεσημενων δρ . κδʹ , της
ἀλοης , κηκιδος , στυπτηριας , λιβανου , φυλλου , σιδιων , κοστου , ῥοιων λεπους ἀνα # α ,
9999986 ζωιδιων
σκιαι προς ἀρκτους . εἰ μεν γαρ ἐσται ὁ των ζωιδιων [ ] κυκλος ὑπερ ἡμων , το μεσον της
ἀκοπους τους ἐντυγχανοντας παρασκευαζειν . και τα περι των ἀλλων ζωιδιων ἑκαστου κατα μερος λεγομενα εἰς ἑν συναψαντες ὁμοιως τοις
9999983 τριακοσιων
ἑσπεραν πλεουσι μεχρι μεν του Κανωβικου στοματος χιλιων που και τριακοσιων σταδιων , ὁ δη και βασιν του Δελτα ἐφαμεν
, και καθ ' ἡμας δε οὐκ ἐλαττους εἰναι [ τριακοσιων ] . διο και τους ἀρχαιους βασιλεις ἱστορουσι κατα
9999982 ἠδικηκοτων
, οὐκ ἀξιουμεν ἐλαττωθηναι ὑπο των και ἡμας και ὑμας ἠδικηκοτων . Χωρις δε τουτων , ἀνδρες Ἀθηναιοι , μη
, ὠ ἀνδρες δικασται , τινος εἱνεκ ' ἐγω μηδεν ἠδικηκοτων τουτων κατηγορειν ἀν προειλομην . οὐ γαρ εὑρησετε .
9999982 μετονομασθηναι
μεν Σικυωνος την Ἀσωπιαν , ἀπο δε Κορινθου την Ἐφυραιαν μετονομασθηναι . Κορινθον δε οἰκουσι Κορινθιων μεν οὐδεις ἐτι των
ὁτ ' οὐπω τελειος ἐγεγενητο , ἀλλ ' ἐτι πριν μετονομασθηναι τα μετεωρα ἐφιλοσοφει , ἐπισταμενη ὁτι οὐκ ἀν δυναιτο
9999982 συμπληρωτικον
ἀν εἰη ἀτοπον ; Ἡ λαλια κεφαλης μεν ἐχει τι συμπληρωτικον και βαρους ἐμποιητικον : ἐστι δε και δυναμεως καταλυτικη
δε κυμινον και δια την πληκτικην ἀποφοραν της κεφαλης ἐστι συμπληρωτικον . Ἀφθης δε γενομενης μικρας μεν ἐσχαρας οὐσης μελιτι
9999981 νομισαι
σφας δε ἀντι τουτων φασιν οἱ Φιγαλεις το τε σπηλαιον νομισαι τουτο ἱερον Δημητρος και ἐς αὐτο ἀγαλμα ἀναθειναι ξυλου
δρωσαν κακον αὐτους οὐκ ἀν ποτε την ἱκανην δικην ἐχειν νομισαι πας τις ἀν εἰκασεν ἐκ των ὑπαρχοντων , οἱ
9999981 ἀκολουθων
: δορυ . Τους : και τινας . ἐλαυνων : ἀκολουθων . Ἑλεν : ἐλαβεν , ἐκτεινεν . ξυλοχῃσι :
ὑπο Διος , τον θεον βλασφημοις λοιδοριαις ἐπεπληττε , κατοπιν ἀκολουθων : ὁ δ ' ἀναξιοπαθησας ἐπεμψεν αὐτῳ Τισιφονην ,
9999981 ἀκολουθουντων
ἐμπτωσεως , και ἀναπληρωσεων και μονων , και παραλλαξεων , ἀκολουθουντων παντων ἀλληλοις , τῳ γαρ μεγιστῳ διαφορῳ των ἀποστηματων
την ἀναφοραν . ἠ οὑτως . αἱρεσις ἐστι συστημα δογματων ἀκολουθουντων ἀλληλοις τε και τοις φαινομενοις ἠ νομιζομενων ἀκολουθειν .
9999981 παραγγελλομενα
λεγοντες , ὡς δ ' ἀν ὀξεως ἐχοιεν ἐς τα παραγγελλομενα χρησθαι . και οἱ Καρχηδονιοι , νομιζοντες ἐκλυσειν την
προυχοντας και ἐμπειριᾳ πολεμικῃ , ἐπειτα ὁμοιως παντας ἐς τα παραγγελλομενα ἰοντας , ναυτικον τε , ᾡ ἰσχυουσιν , ἀπο
9999981 αἰωνιος
, φυγας βιου , φωτος ἀποστατης , γης ἀπαιτημα , αἰωνιος νεκρος . Φυσικη ζωγραφια , ἰδιοπλαστον ἀγαθον , ὀλιγοχρονιον
του εἰναι τοις πασιν , ἀλλα και του εὐ εἰναι αἰωνιος αἰτια καθεστηκε , το οἰκειον ἀγαθον δια παντος ἐφαπλωσασα
9999980 ἀπαγγειλαντων
ἐπεθετο τουτων ἡμαρτεν οὐδενος . Δυο νεανισκων κεκονιμενων και ἀγγελιαν ἀπαγγειλαντων . Ὁτι Ὁμηρος πρωτος περι της ἐν τοις πολεμοις
. ἀνελθοντων δε των πρεσβεων και την εὐποριαν των Ἐγεσταιων ἀπαγγειλαντων , συνηλθεν ὁ δημος περι τουτων . προτεθεισης δε
9999980 ἀκαταληκτων
] αἱ ἑξης αὑται συστηματων περιοδοι στιχων εἰσιν ἰαμβικων τριμετρων ἀκαταληκτων ἐνενηκοντα ἑπτα , ὡν τελευταιος χαρις γαρ οὐκ ἀτιμος
ἐρωτω : ἡ μονοστροφικη αὑτη περιοδος στιχων ἐστιν ἰαμβικων τριμετρων ἀκαταληκτων καʹ ὡν τελευταιος : ἠκουσας οὐκ ἠκουσας ἠ κωφῃ
9999980 Κυπριων
δε πλευρων οὐδεμιαν ὠραν ἐχεις . ὠ Κινυρα , βασιλευ Κυπριων ἀνδρων δασυπρωκτων , παις σοι καλλιστος μεν ἐφυ θαυμαστοτατος
? και παρακαλεσαντες ? [ ] τους βουλομενους [ των Κυπριων ] , βαδιζουσιν [ ] προς την ἀκροπολιν [
9999980 μετεωροτερα
ἐν τῃ ἐγρηγορσει ἐνεργειων , ἀναδιδονται τινες ἀτμοι εἰς τα μετεωροτερα και συμβαινει ἐπι πλειον λεπτοποιουμενης της ὑλης ἐκ της
ΒΚ ἡ ΚΖ , οὐκουν ἡ μεν ΓΔ της ΔΖ μετεωροτερα φαινεται , ἡ δε ΔΖ της ΖΚ : τα
9999980 ὀργανικον
ὁ θωραξ νευρωδης και μυωδης και φλεβωδης και ἀρτηριωδης , ὀργανικον μοριον συνδετικον ταις ὠμοπλαταις και ταις κατακλεισι και ταις
ἑνεκα γαρ της ψυχης το σωμα : ταυτῃ τοι και ὀργανικον προς τας ἐκεινης ἐνεργειας ἀπετελεσθη . ἐπιζητουμεν οὐν θεωρησαι
9999980 λαμβανομενα
πενταφυλλου ῥιζα , αἱμα τε τραγου ἠ αἰγος , ὁμοιως λαμβανομενα : δρυος τε φλοιος ἠ φηγου ἠ πρινου ,
αἰτηματα οὐτε ἀμεσα οὐτε ἀναποδεικτα , ἀλλα δεομενα μεν ἀποδειξεως λαμβανομενα δε χωρις ἀποδειξεως ἐν τοις λογοις . και εἰσιν
9999980 ὁκου
, ἐβουλευοντο , προθεντος Εὐρυβιαδεω γνωμην ἀποφαινεσθαι τον βουλομενον , ὁκου δοκεοι ἐπιτηδεοτατον εἰναι ναυμαχιην ποιεεσθαι των αὐτοι χωρεων ἐγκρατεες
καυθεισης και στηθεος , ὁμοιως δε και παντι τῳ σωματι ὁκου ἀν καυθῃ . Ὁταν δε ξυῃς βλεφαρα ὀφθαλμου ,
9999980 δανεισασθαι
ἐν τῳ προς Λεπτινην : ” λεγονται οἱ τριακοντα χρηματα δανεισασθαι παρα Λακεδαιμονιων ἐπι τους ἐν Πειραιει . ” εἰθ
παλαιας ἐκεινης εὐδαιμονιας Ἀλκιβιαδης και το λεγονται χρηματα οἱ τριακοντα δανεισασθαι και ὁσα τοιαυτα . Ἀλλα σχηματα μεν ταυτα λαμπροτητος
9999980 κεκαυμενης
και προς την ἀναληψιν ὠων λβʹ τα λευκα . Καδμιας κεκαυμενης και πεπλυμενης δραχ . βʹ ψιμμιθιου πεπλυμενου . .
. ἐστι δ ' ἡ δυναμις αὐτης ἀκαυστου τε και κεκαυμενης ῥυπτικη τε και διαφορητικη , και οὐδε βραχυ το
9999980 αἰσχυνομενοι
ποιουντες ἁ πραττουσιν ὡστ ' εἰναι φανεροι και φυλαττομενοι και αἰσχυνομενοι . ἐκ δε τουτων ἡ κοινη και παντων των
, διακειται δε , ὡσπερ οἱ καταψηφισασθαι μεν ἐπιθυμουντες , αἰσχυνομενοι δε το μη ἐπ ' ἀληθεσι , και προφασιν
9999979 μελαινης
, ὡς προειρηται . ἠμαρ ] ἡμεραν . μελαγχιμου ] μελαινης . μυριας πολλης . βραβευς ] ἡγεμων . στυφλους
θεαμασιν ζωσαν γραφην ἐφαινε , χρωμα δ ' ὀμμασιν λευκον μελαινης ἐργον ἀντηυγει σκιας . ἀλλη δ ' ἐγυμνου καλλιχειρας
9999979 πιστευσον
με αὐτος : οὐκ οἰσω πορνοβοσκον δεσποτην : σωφρονειν , πιστευσον , εἰθισμεθα . Ταυτα ἐδειτο , ἠλεει δε αὐτην
† } Πραξας κακως τι κἀν δοκῃς θεον λαθειν , πιστευσον ὁτι σεαυτον οὐ δυνῃ λαθειν . } Ἐαν φονευῃς
9999979 ζῳδιακος
ΒΕ δεδομεναις και αὐταις . ἐαν δε συμπιπτῃ ὁ ΑΒΓ ζῳδιακος τῳ δια του κατα κορυφην σημειου γραφομενῳ μεγιστῳ κυκλῳ
τε και πλατους ἐγγιστα αἱ ἀκριβεις . . Ἐστω γαρ ζῳδιακος ὁ ΖΘΚΛ , οὑ κεντρον το Δ : ἐπικυκλος
9999979 ἀντικειμενῳ
ἐστι δε οὐχ ὁ αὐτος : ἐν μεν γαρ τῳ ἀντικειμενῳ ἐστι πραγμα γεγονος , οἱον ἠριστευκεν , οὐκ ἠριστευκε
ἠν ὁ του Λυσιου λογου χαρακτηρ , εἰκοτως αὐτος τῳ ἀντικειμενῳ ἠθελησε χρησασθαι τῳ σεμνοπρεπεστερῳ προς καταπληξιν και χειρωσιν του
9999979 κομιζομενοι
το πλειστον της χωρας ἐλαιαις καταφυτον , ἐξ ἡς παμπληθη κομιζομενοι καρπον ἐπωλουν εἰς Καρχηδονα : οὐπω γαρ κατ '
τινες των ὀγκων οἱον προσηρτημενοι εὑρισκονται και εὐμετακινητοι και ῥᾳδιως κομιζομενοι , τινες δε προσφυεις και δυσμετακινητοι και προσοχης δεομενοι
9999979 τετραπλασιων
δε τριπλασιων τετραπλασιοι ἀποσῳζοντες την αὐτων εὐταξιαν , και ἐκ τετραπλασιων πενταπλασιοι και ἀει οἱ ἑπομενοι λογοι ἐκ των ἡγουμενων
ἐαν ὠσι δυο ἀριθμοι ὡν ὁ μειζων του ἐλασσονος ἐστι τετραπλασιων παρα μοναδα , ὁ ὑπ ' αὐτων προσλαβων τον
9999979 παρασημα
. ἀπο δε των ἐκτος . † οἱ θεοι ἐχουσι παρασημα . οἱ τα αὐτα ἐχοντες , † ἱνα μη
το κωλυσον τας βουλομενας ἀποθεισας τα στεμματα και τα λοιπα παρασημα της ἱερωσυνης γαμεισθαι . και ἐποιησαν τινες τουτο πανυ
9999979 καθαρτικων
δε φλεβοτομιας . . . οὐτε τινι των δραστηριων χρηται καθαρτικων φαρμακων . ἐτι δε ἐναργεστερον ἐδηλωσε την ἑαυτου γνωμην
τουτουϲ ἁρμοδιωϲ καθαιροντων ἐϲτιν . ὁϲοι δε τα τοιαυτα των καθαρτικων παραιτουνται φαρμακων , καταποτιοιϲ χρηϲτεον τοιϲδε : ἀλοηϲ ,
9999979 κωλυθηναι
πυραν νησαι και ἐπιθειναι τον Ἰσαακ . Σφαζειν δε μελλοντα κωλυθηναι ὑπο ἀγγελου , κριον αὐτῳ προς την καρπωσιν παραστησαντος
ποσους γαρ οἰει δι ' εὐποριαν ἠ δι ' ἐνδειαν κωλυθηναι σχολαζειν ; ἠ οὐχ ὁρᾳς ὁτι ὡς ἐπι το
9999979 προστεθεισης
ὁμου πα . το δε ἀπο της ἡμισειας και της προστεθεισης ἠγουν των θ μοναδων τετραγωνον ὡσαυτως μοναδων πα .
μο θ ↑ Ϟων Ϛ , ὡστε κοινης της λειψεως προστεθεισης , γινεται δυναμις μια Ϟων Ϛ μο ιβ ἰση
9999979 θαυμαζοντος
παντες οἱ συνομοιοι σου . και ἑστωτος του Ἁβρααμ και θαυμαζοντος , ἰδου ἀγγελος κυριου ἐλαυνων ἑξ μυριαδας ψυχας ἁμαρτωλων
ἐκειρεν μου την τριχα ἐν τῃ ἀγορᾳ παρεστωτος ὀχλου και θαυμαζοντος . Τις οὐκ ἐξεπλαγη ὁτι αὑτη ἐστιν Σιτιδος ἡ
9999978 ἀναγινωσκει
ἐστι φαυλη . εἰ γαρ τις ἀρρωστων θεωρει , ἠτοι ἀναγινωσκει και νοειν ἐπιχειρει θεωρηματα ὑψηλα , ἐμποδιζεται μαλλον προς
κομιζων ἡκει τα λαφυρα . εἰτα τον περι της ἀριστειας ἀναγινωσκει μοι νομον και πασης ἑαυτῳ δωρεας ἀδειαν ἀποδιδωσιν ἐκ
9999978 καθαρτηριων
ὁ λευκοϲ οὐκ ἐμετηριον μουνον , ἀλλα και ξυμπαντων ὁμου καθαρτηριων ὁ δυνατωτατοϲ , οὐ τῳ πληθεϊ και τῃ ποικιλιῃ
ἱκανον ᾐ τον ἀνθρωπον : ἐλατηριον δε τοιϲιδε των ἀλλων καθαρτηριων κρεϲϲον : ξυμφορον δε και κνεωρον και ναπυ :
9999978 βουλευσασθαι
, ἐστι σοι και τουτων οὑτως ἐχοντων ὁμως τα δεοντα βουλευσασθαι : μαλιστα μεν γαρ ἐγωγε φαιην ἀν την μητερα
Μελανθιον φησι τουτ ' εὐξασθαι λεγων : Τιθωνου Μελανθιος ἐοικε βουλευσασθαι βελτιον . ὁ μεν γαρ ἀθανασιας ἐπιθυμησας ἐν θαλαμῳ
9999978 προσαγορευθηναι
και οὐ τυραννον εἰς Ἐχετον βασιληα , βροτων δηλημονα . προσαγορευθηναι δε φασι τον τυραννον ἀπο των Τυρρηνων : χαλεπους
και ἀπο μεν Θυνου Θυνηιδα , ἀπο δε Μαριανδυνου Μαριανδυνιαν προσαγορευθηναι λεγουσιν . ὀνειασιν : σιτιοις , βρωμασιν . μυδαλεην
9999978 λογισασθαι
ἐξ ἐκεινου την του γενους ἑλκοντων σειραν δικαιοτερον εἰς τουτο λογισασθαι , ἠσχαλλεν , ἐδυσφορει , παρεζηλου το δικαιον ὁρων
. τεκουσι ] τοις πατρασι . φροντισαι ] † ἠγουν λογισασθαι . δοκειν ] ἐστι . ταχ ' ] ταχεως
9999978 ἀνακτορων
τελετην προς πασαν ἀρετην ἑτοιμοτατος : ἐπει οὐν εἰσω των ἀνακτορων γεγενημαι , και μυστης ὠν ἱεροφαντην ἁμα και δᾳδουχον
κροτειτε την ἁλωσιν , ἡν χρονος καθειλε δουρι των σοφων ἀνακτορων , Κρητης ἐκεινης , του Διος της πατριδος ,
9999978 δημοτικοις
ἐτι μετειχον , ἀλλα και αὐτοι την παρρησιαν ἁμα τοις δημοτικοις ἀφῃρεθησαν , ὠδυροντο μεν και τα μελλοντα των παροντων
την Βρουτου τελευτην ὁ συνυπατος αὐτου Οὐαλεριος ὑποπτος γινεται τοις δημοτικοις ὡς βασιλειαν κατασκευαζομενος : πρωτον μεν ὁτι μονος κατεσχε
9999978 ὑποτεταγμενα
, Κρονου εʹ , Ἀρεως δʹ . ἐχει δε κλιματα ὑποτεταγμενα ταυτα : Κιλικιαν , Τυρον , Κελτικην , Σπανιαν
ἱερων προεστωτες , ἐπισημοι , λαμπροι . Ἐστι δε τα ὑποτεταγμενα κλιματα : κατα την κεφαλην Μηδια και οἱ συνεχεις
9999978 ἀφοριζεσθαι
ὀρινθεις , ἐπεταξ ' αὐτοις παλιν ἐξ ἀρχης την κολοκυντην ἀφοριζεσθαι τινος ἐστι γενους . οἱ δε διῃρουν . Ἀλεξις
ἀπορουντες παιδων ἐν καιρῳ πολεμου ἀναγκαζωνται ἐξ αὐτων των στρατιωτων ἀφοριζεσθαι εἰς το τουλδον και ὀλιγουνται οἱ καμνοντες ἐν τῃ
9999978 τελευτησας
Βοιωτιας , κἀκει γημας Πυκιμηδην ἐγεννησεν Ἡσιοδον . Ἀπελλης δε τελευτησας ἐν τῃ πατριδι Κυμῃ κατελιπε θυγατερα Κριθηιδα τοὐνομα ,
και ξενοις . ὠ βιους μεν ὡς ἐν ἱεροις και τελευτησας κρειττον ἠ κατ ' ἀνθρωπον . ὠ κοσμος και
9999978 δημοσιους
ἀφειμενοι και των ἀλλων των κατα πολιν πραγματειων , και δημοσιους αὐτοις παρακαθιστησιν , ὡν χωρις οὐκ ἐπιτρεπει τας ἐπισκεψεις
τας τε κατα Φιλιππου δημηγοριας και τους δικανικους ἀγωνας τους δημοσιους ; ὡν ἐξ ἑνος ἀρκεσει λαβειν το προοιμιον τουτι
9999978 τελευτησαντα
των ἐλευθερων . το δε ζωντα μεν φαινεσθαι πενητα , τελευτησαντα δε καταφωραθηναι πλουσιον , ἀλλα τουτο των ἐν ἀνθρωποις
, ἀλλ ' ἐσοιτο αὐτῳ ὁστις ζωντα τε γηροτροφησοι και τελευτησαντα θαψοι αὐτον και εἰς τον ἐπειτα χρονον τα νομιζομενα
9999978 τεμαχος
ἰκτιδας , ἐνυδριας , ἐγχελιας Κωπαϊδας . Ὠ τερπνοτατον συ τεμαχος ἀνθρωποις φερων , δος μοι προσειπειν , εἰ φερεις
. μετανιπτριδ ' αὐτῳ της ὑγιειας ἐγχεον . Βυζαντιον τε τεμαχος ἐπιβακχευσατω , Γαδειρικον θ ' ὑπογαστριον παρεισιτω . .
9999978 προσαγορευων
ὁτι τουτο ἐστιν , ὁ προτερον παραδεδωκεν ἀοριστον ὀνομα αὐτο προσαγορευων , ἐν οἱς και την του ἀοριστου ῥηματος ἐννοιαν
, και ὁ Αἰσχυλος ἐν Μυσοις τον ἱερεα του Καϊκου προσαγορευων : ποταμου Καϊκου χαιρε πρωτος ὀργεων , εὐχαις δε
9999978 αὐτοδιδακτον
τῳ δε κατ ' εὐμοιριαν φυσεως αὐτηκοον και αὐτομαθη και αὐτοδιδακτον κτησαμενῳ την ἀρετην βραβειον ἀναδιδοται χαρα : του δ
εἱνεκα , χαριν . Ἐσσεται : ἐγκειται , ἀκολουθει . αὐτοδιδακτον : φυσικον , αὐτοφυες . Μαλακη : μαλακη ἀπο
9999978 κατεδειξαν
καλουνται . ἀπο τουτων γενεσθαι Ἀμυνον και Μαγον , οἱ κατεδειξαν κωμας και ποιμνας . ἀπο τουτων γενεσθαι Μισωρ και
οἱ πατερες ἡμων ἐν ταις φονικαις δικαις ταις ἐπι Παλλαδιῳ κατεδειξαν , τεμνοντα τα τομια τον νικωντα τῃ ψηφῳ ἐξορκιζεσθαι
9999978 ἐναρμονιος
χρωματος διαιρεσιν : τετταρων δ ' οὐσων παρυπατων ἡ μεν ἐναρμονιος ἰδιος ἐστι της ἁρμονιας , αἱ δε τρεις κοιναι
ἡμας ἐφηφθαι των ὀξυτερων συστηματων . αἱ δε μετα ταυτην ἐναρμονιος χρωματικη τε και διατονος δι ' ἁς προειπομεν αἰτιας
9999978 συλλαμβανων
προσωπα , και ἀποτεινομενος τις ἐρει προς τινα ὑμας , συλλαμβανων παλιν και το παρον προσωπον και τα ἀποντα .
αἰλουρος τουτο γνους ἡκεν ἐνταυθα και καθ ' ἑκαστον αὐτων συλλαμβανων κατησθιεν . οἱ δε καθ ' ἑκαστην ἑαυτους ἀναλισκομενους
9999978 συμπτωσεων
: συμπεσειται δη ταις τομαις , και αἱ ἀπο των συμπτωσεων ἐπι το Λ ἐφαψονται των τομων . ἐκβεβλησθω και
τομης συμπιπτουσα ταις προς ὀρθας εὐθειαις , αἱ ἀπο των συμπτωσεων ἀγομεναι εὐθειαι ἐπι τα ἐκ της παραβολης γενηθεντα σημεια
9999978 ὀνομασθεντα
δε τηι μεσογαιαι των Ἁλικαρνασεων τα Πηδασα ὑπ ' αὐτων ὀνομασθεντα ἠν πολις , και ἡ νυν χωρα Πηδασις λεγεται
δε τῃ μεσογαιᾳ των Ἁλικαρνασεων τα Πηδασα ὑπ ' αὐτων ὀνομασθεντα ἠν πολις , και νυν ἡ χωρα Πηδασις λεγεται
9999978 καταπλασσομενη
ἐριφου σπλην ἐπιτιθεμενος τηκει σπληνα . ἀλλο . ἀγρια κραμβη καταπλασσομενη ἰαται σπληνικους . ἀλλο . Περσικης φυλλα καταπλασσομενα ποιει
, ἑλξινη ἡ και περδικιον μετριως , ἐλυμος ἠ μελινη καταπλασσομενη , ἐπιμηδιον μετριως , ἰου τα φυλλα μετριως ,
9999978 προσαγορευομενοι
ὀρος διειργει της Σκυθιας , ἡν κατοικουσι των Σκυθων οἱ προσαγορευομενοι Σακαι : την δε τεταρτην την προς δυσιν ἐστραμμενην
τον Νειλον . Παροικουσι δε τουτοις οἱ ῥιζοφαγοι και ἑλειοι προσαγορευομενοι δια το ἐκ του παρακειμενου ῥιζοτομουντας ἑλους κοπτειν λιθοις
9999978 ὑπερβαλλουσαν
μαλακον ; ἠ ἀντι τουτων βελτιον κατα την συνοχην ἠτοι ὑπερβαλλουσαν ἠ ἐλλειπουσαν το διαφορον αὐτων ὑπολογιζεσθαι . τα τε
, την κατα σωμα των μεν ἀσθενειαν , των δε ὑπερβαλλουσαν ἐν ἁπασιν ἰσχυν κατανοησαντες . εἰκοτως οὐν κατηλεσε τον
9999978 θαυμαζεται
ἁτινα κρειττονα ὑπαρχει ἠ κατ ' αἰσθησιν . οὐδεις γαρ θαυμαζεται ἐχων αἰσθησιν : φυσεως γαρ δωρον ἐστι και θεου
γεγονε μεν γαρ ἑτερωθι Πρισκιανος , δι ' ὁ δε θαυμαζεται , τουτο αὐτῳ παρα της ἐμης πολεως , ἡ
9999978 ἀναστροφης
ταυτης δε το ὀγδοον ὑπερβιβασασι παρυπατη ὑπατων γενησεται . ἐξ ἀναστροφης δε ἀπο του προσλαμβανομενου τεμνουσι το ὁλον διαστημα εἰς
, γενεσεως τε αὐτων και ταξεως , ὀρθοτητος τε και ἀναστροφης ὑποδειγματα ἀρκειτω ἡμιν προς ὑπομνησιν τα τοσαυτα . ἐκ
9999978 ἀσυμμετρους
το Δ , ὡστε και τας ΑΔ , ΔΒ δυναμει ἀσυμμετρους εἰναι ποιουσας το μεν συγκειμενον ἐκ των ἀπο των
μεσον : ὁπερ ἐδει δειξαι . Εὑρειν δυο εὐθειας δυναμει ἀσυμμετρους ποιουσας το μεν συγκειμενον ἐκ των ἀπ ' αὐτων
9999978 δωδεκατον
ἐτεσι του βιου : δευτερον , ἑκτον , ἐννατον , δωδεκατον , συν τουτοις της εἰκοσαδος πρωτιστον , δευτερον σαρανταδος
δε μη , ὑδωρ θερμον καταχειν . Ὀφθαλμων , σποδιου δωδεκατον , κροκου πεμπτον , πυρηνος ἑν , ψιμυθιου ἑν
9999978 διδασκομενοι
, εἰτα την παρα Βηρισαδου : μαλιστα γαρ οὑτω γνωσεσθε διδασκομενοι . Λεγε και την ἐπιστολην την του Βηρισαδου .
. λαβετε δε αὐτους μη πολεμιως μηδ ' ὡς ἀξυνετοι διδασκομενοι , ὑπομνησιν δε του καλως βουλευσασθαι προς εἰδοτας ἡγησαμενοι
9999978 ῥητορων
ἰσασι και τα παιδια τα ἐκ των διδασκαλειων και των ῥητορων τους παρ ' ἐκεινων μισθαρνουντας και των ἀλλων τους
πρεσβεις ὁποτε προς τας πολεις πεμποι , των μεν ἀλλων ῥητορων εἰ τινας ἡ των Ἀθηναιων πολις ἀνταποστελλοι τῃ πρεσβειᾳ
9999978 εὐδοκιμουντων
. Θεος ἡ Ἀναιδεια : ἐπι των δι ' ἀναιδειαν εὐδοκιμουντων . Θετταλον σοφισμα : ἐπι των τι σοφιζομενων ἠ
κατακαιεται . Πυρ εἰς ἀκανθας : ἐπι των περι τι εὐδοκιμουντων . Πυρ ἐπι δαλῳ ἐλθον : ἐπι των ταχεως
9999978 αἰσθητων
, ἡ δε των δευτερων . Και παλιν ἐπει των αἰσθητων ἐστι τα μεν πρωτα , ὡς αἱ ποιοτητες ,
οὐρανον , ἁτε κρατιστον ὀντα των γεγονοτων , βασιλεα των αἰσθητων εἰποι τις ἀν οὐκ ἀπο σκοπου , οὑτως και
9999978 ἐγκωμιων
, ἀλλως τε ἐπειδη και περι αὐτων ἐν τοις περι ἐγκωμιων ἀρκουντως ὡς προς εἰσαγωγην ἐλεχθη . Προοιμιων δε ἐνταυθα
την ἀληθειαν : το γαρ μη προαρπαζειν τα τοιαυτα των ἐγκωμιων , ἀλλ ' αἰδεισθαι ἐπ ' αὐτοις και μειζω
9999978 πιστευσαντας
δια το και πλειους διεψευσθαι της ἀληθειας ἐν τουτοις , πιστευσαντας τῃ Φιλινου γραφῃ . Οὐ μην ἀλλ ' εἰ
δε μηνυσεως ὑπο του Μηνυκιου τους παροντας ἐν τῳ συνεδριῳ πιστευσαντας ἀληθη τα λεγομενα εἰναι , γνωμην ἀποδειξαμενου των πρεσβυτερων
9999978 δυσχεραινων
καλως το οἰκειον ἐργον πραττων , ἀν μισων πραττῃ και δυσχεραινων , οὐδε ἱππους ἀν θεραπευσειεν ὁ μη φιλιππος ἱππονομος
ἐπειθεν Ἀρταιον ἀφελεσθαι αὐτον την ἀρχην και ἑαυτῳ δουναι , δυσχεραινων σφοδρα τον ἀνθρωπον . Ὁ δε ὠκνει συγχεας τα
9999978 συλλογιστικον
ἀσυλλογιστον ἀρκει το ποτε μη συναγειν , προς δε το συλλογιστικον οὐκ ἀρκει το ποτε συναγειν ἀλλα μονον το ἀει
φησιν , ἀναγκαιως το τι ἐστι και ὁ ὁρισμος κατα συλλογιστικον οὑτω σχημα συναγεσθαι , ὡς μειζων δια μεσου συναπτομενος
9999978 Ἀριστοτελικων
αἱ κατα φιλοσοφιαν αἱρεσεις . δευτερον τις ἡ διαιρεσις των Ἀριστοτελικων συγγραμματων πολλων ὀντων , χιλιων τον ἀριθμον , ὡς
φιλοσοφων αἱρεσεις ὠνομασθησαν , φερε δευτερον και την διαιρεσιν των Ἀριστοτελικων συγγραμματων ποιησωμεθα . τουτων οὐν τα μεν ἐστι μερικα
9999978 συμβουλοι
λαφυρων ἐγκρατης ἐγενετο . οἱ δε συνοντες τῳ Ἀγησιλαῳ Σπαρτιαται συμβουλοι και οἱ τας ἡγεμονιας ἐχοντες ἐθαυμαζον , πως δραστικος
ἐπιχειρεις οὐδ εἰδως , εἰ εἰσιν „ ; εἰσιν οἱ συμβουλοι οἱ δοκουντες εἰναι δεινοι ἐν ταις και λεγουσιν τουτῳ
9999978 προσεποιησατο
ἐν χρονῳ τοσουτῳ ἐχοντος ἐκεινου τον κληρον , οὐδεις πωποτε προσεποιησατο οὐδ ' ἠμφεσβητησε της κληρονομιας ἐκεινῳ . Τελευτησαντος δε
την ἀδελφην , διαπραττομενος τηλικαυτα ἑνα μαρτυρα παρειναι αὑτῳ Πυρετιδην προσεποιησατο , και τουτου ἐκμαρτυριαν ἐπ ' ἐκεινῃ τῃ δικῃ
9999978 μαχομενην
φιλονεικων , την περι ὑμας ὀψεται δοξαν μετα ἀληθειας αὐτῳ μαχομενην και νικηθηναι μηδαμου δυναμενην : εἰ δε ἀκων μεν
μη ἁρμοττει ἠ ὁ κατηγορουμενος , την δε ἀποφασιν ἁτε μαχομενην τῃ καταφασει ψευδεσθαι μεν ἐφ ' ὡν ἐκεινη ἀληθης
9999978 προθυμια
δε βουβωνες και ἐφηβαιον , και συνεχης γινεται προς ἀπουρησιν προθυμια : φερεται δε ὑγρον πλειστον , εἰτα και αἱμα
δε ἀγαν προθυμια κακον ὡς ὑπερβολη . και ἡ ἁπλως προθυμια μεσοτης , ἡ δε ἀγαν ὑπερβολη και κακια ὡσπερ
9999978 ἀσθενεστεραι
και προ του παθειν ἀποσκευαζονται την ἀλογιαν , αἱ δε ἀσθενεστεραι μολις ἐκ της προς αὐτην την γενεσιν κοινωνιας εἰς
δ ' ἀν αὐτο μαλακισθεν ἀπαγορευσῃ την οἰκειαν ἐνεργειαν , ἀσθενεστεραι μεν αἱ πεψεις γινονται : πεψεων δε ἀσθενων οὐρα
9999978 γνωστικας
, διττας δε δυναμεις ἐχει ἡ ψυχη , τας μεν γνωστικας τας δε ζωτικας , και γνωστικας μεν αἰσθησιν φαντασιαν
ὁτι ἡ ψυχη διττας ἐχει δυναμεις : τας μεν γαρ γνωστικας ἐχει , τας δε ζωτικας . και γνωστικαι μεν
9999978 ἀμετακινητον
ὡσπερ το ἀγγειον τοπος μεταφορητος , οὑτως ὁ τοπος ἀγγειον ἀμετακινητον : διοπερ ἐπειδαν ἐν κινουμενῳ τι κινηται ὡς πλοιον
ἀληθειης εὐπειθεος ἀτρεμες ἠτορ , ὁπερ ἐστι το της ἐπιστημης ἀμετακινητον βημα , ἑτερον δε βροτων δοξας . . .
9999978 γεγραφθαι
τον νομον τον περι των χρηματων και ὁτι τουτον ἐχρην γεγραφθαι τον νομον ἀρχηθεν τον ἀξιουντα κτεινειν τους μοιχους .
και προκαταστασις γενησεται της διηγησεως , ὁτι μητε ἐκεινον ἐχρην γεγραφθαι τον νομον τον περι των χρηματων και ὁτι τουτον
9999978 κληρους
δει δε ἐφοραν και τας ἀκτι - νας και τους κληρους και τα δωδεκατημορια οἱς συνοδευει ἠ συσχηματιζεται ὁ Ἑρμης
και διος Ὀδυσσευς χωρον μεν πρωτον διεμετρεον , αὐταρ ἐπειτα κληρους ἐν κυνεῃ χαλκηρεϊ παλλον ἑλοντες , ὁπποτερος δη προσθεν
9999977 μεταγενεστεροι
δια των θεωρηματων ἐκματτομενη το παραδειγμα , ὡς δε οἱ μεταγενεστεροι λογος [ ἠ πραξις ] ὁμοιωσιν εὐ ἐχουσαν του
, ἐπιεικως και φιλανθρωπως προσφερομενοι τοις ὑποτεταγμενοις : οἱ δε μεταγενεστεροι βιαιως και χαλεπως χρωμενοι τοις συμμαχοις , ἐτι δε
9999977 ἀσπαζομενοι
ἀπολιπειν ἀγαθον : ὁποιοι εἰσιν οἱ την κατα σαρκα ἡδονην ἀσπαζομενοι . και ἱνα μη δοκωμεν νυν ἐπι πλειον ἐκτεινειν
εἰς δικελλας νυν και δρεπανας , και τον Ἀρην πορρωθεν ἀσπαζομενοι προσευχονται Δημητρι και Διονυσῳ . Πολλα τοιαυτα και προτερον
9999977 θαυμαζομενων
συμβαλλεσθαι τινας ἡδονας , ὁταν ᾐ ἡ ὑποκειμενη ὑλη των θαυμαζομενων ὑπο της ἀνθρωπινης φυσεως . ὁ δη πεπονθεναι δοκει
, ἱνα εἰδῃς ὁτι μηδε των παλαιων μηδεις μηδε των θαυμαζομενων δια παντος του χρονου τηλικαυτης τιμης παρα των πολιτων
9999977 δρομαιος
τολμησαι και ἀναβηναι αὐτον . ὡς δε τουτο ἐγενετο , δρομαιος μεν ὁ Ζευς ὡρμησεν ἐπι την θαλασσαν φερων αὐτην
ἐκει γαρ εὑρησει Ἀττικας χιλιας . και ὁς περιχαρης γενομενος δρομαιος ἡκεν ἐπι την ἠιονα . ἐνθα δη λῃσταις περιπεσων
9999977 νομικαι
γαρ κοινωνειν δοκει . Ἰστεον δε , ὁτι πασαι αἱ νομικαι μονοειδεις εἰσιν , ὡσπερ αἱ τε ἀντιθετικαι και ἡ
ἁπλως τα γεγραμμενα : καιτοι οὐ παντων νομιμων . Ὁμως νομικαι καλουνται τῳ τον νομον κυριωτατον και τιμιωτατον ἐν τοις
9999977 ὀπτικου
ἀνιατοϲ δε ἐϲτιν ἡ τοιαυτη διαθεϲιϲ ὑπο ἀϲθενειαϲ γινομενη του ὀπτικου πνευματοϲ . ἐναντια δε παϲχουϲιν οἱ γηρωντεϲ τοιϲ μυωψιν
ὁρωμενα αὐτοιϲ δοκει παντα μικροτερα εἰναι , χεομενου δηλονοτι του ὀπτικου πνευματοϲ . γιγνεται δε το παθοϲ δι ' ἐπιφοραν
9999977 συμποσιων
και ταυτ ' ἐχων παραδειγματα την τε του ποιητου των συμποσιων ποικιλιαν και την Πλατωνος τε και Ξενοφωντος χαριν .
παλαιου ὑιδουν φιλοποτουντα διατελεσαι και την ἐπανοδον την ἀπο των συμποσιων ποιεισθαι ἐπι θρονου καθημενον και ὑπο τεσσαρων βασταζομενον οὑτως
9999977 βελτιστος
ᾡ καλειται ἠ της χαριτος ἐπιλαθοιτο . οὑτω δε ἐστι βελτιστος ὡστ ' , ἐπειδη δεομενῳ γραμματα λαβειν προς τους
' ἁ προτερον ἰσχυσειν . ἠν δε ἀρα ὁ Ἑρμογενης βελτιστος ἀρχοντων και οὐ πολλοις μεν ὁμιλειν ἀξιων , πρᾳος
9999977 τελευτησαι
αὐτον ἐπιγαμιαν ἐποιησατο . ἀλλ ' ἐπει συνεβη τον Λουκιον τελευτησαι , μενοντων τῃ Λουκιλλῃ των της βασιλειας συμβολων Πομπηιανῳ
κελευειν τους παιδας βολβιτοις καταπλαττειν : οὑτω δη κατατεινομενον δευτεραιον τελευτησαι και ταφηναι ἐν τῃ ἀγορᾳ . Νεανθης δ '
9999977 θαυμασιωτερον
πολει μητε ἁγνισμων μητε νεου πυρος . Ἐτι δε τουτου θαυμασιωτερον ἐστι και μυθῳ μαλλον ἐοικος ὁ μελλω λεγειν .
και ἐμφυεσθαι δυναμενος , τι ἀν εἰη της φυσεως ταυτης θαυμασιωτερον ; τριτον ἡμας προς τουτοις παρακαλει προς την προκειμενην
9999977 Ἀλεξανδρειαν
πλησιον δ ' αὐτου τοπον εὐθετον ἐκτισεν ἐν αὐτῳ πολιν Ἀλεξανδρειαν . εἰς δε την των Ὠρειτων χωραν δια των
αὐτοις , οἱον ῥοδα ἠ κρινα , ἠ κατα την Ἀλεξανδρειαν λωταρια . και χρη γινωσκειν ὁτι και τουτο καλλιστα
9999977 περιεποιησατο
συμπεριφοραις κεχαρισμεναις τοις ὑποτεταγμενοις χρωμενος μεγαλην εὐνοιαν ἐν τοις στρατιωταις περιεποιησατο . παντες γαρ της εὐεργεσιας χαριν ἀποδιδοντες ἐν ταις
στρατιωτικους μισθους και μεταδιδους τοις πενησι της εὐποριας δυναμιν ἀξιολογον περιεποιησατο . ἐκτραπεις δε εἰς ὠμοτητα και πλεονεξιαν εἰσεπραττετο τους
9999977 ἀκονης
τουτων συνθεσεις ἐν τοις ἀκοποις μετα βραχεα . ἀλλα και ἀκονης ναξιας το κατα τας παρατριψεις των σιδηρων ἀθροιζομενον γλοιωδες
παροξυνουσα με και παρορμωσα . ἠ οὑτω : της λιγυρας ἀκονης ἐχω δοκησιν ἐπι της γλωσσης , ἡτις κραινει της
9999977 βραχειαν
δι ' αὐτης της Σεληνης . εὑρεθεισα γαρ ἐν τροπικῳ βραχειαν την ὁδον της φυγης και βραδεως ὁδευσαντα και οὐ
και στυψιν . ὁ καρπος δε και ὁ φλοιος οὐ βραχειαν στυψιν προσειληφασι μετα του λεπτομερους και ῥυπτικου . και
9999977 σαρκων
ἑλκωσις ἐν τῳ βαθει των μυκτηρων μεχρι των καλουμενων ἡθμοειδων σαρκων , πυωδες και δυσωδες ὑγρον ἀφιεισα , την αἰσθησιν
του λογιζεσθαι και | μεταλλοιωσαντες εἰς την ἀψυχον και ἀκινητον σαρκων φυσινἐγενοντο ” γαρ οἱ δυο εἰς σαρκα μιαν ”
9999977 σατραπειων
την δυναμιν . πυνθανομενος δε Σελευκον καταβαινειν ἐκ των ἀνω σατραπειων μετα μεγαλης δυναμεως , ἐπεμψε τινας των φιλων εἰς
Εὐφρατου δυναμεις : ᾐδει γαρ Βαβυλωνα και πολλας ἀλλας των σατραπειων ὑπο Ἰουδαιων κατεχομενας , οὐκ ἀκοῃ μονον ἀλλα και
9999977 Γαδειροις
ἐκπατροθεν και προγονικων . . Ἡρακλεος στηλαν ] ἁς ἐν Γαδειροις ἐστησεν , ὁτε προς ζητησιν των Γηρυονου βοων ἀφικτο
. . ἡ δε δευτερα πολις της Ἰβηριας προς τοις Γαδειροις , ὡς Ἀρτεμιδωρος ἐν β Γεωγραφουμενων . ὁ πολιτης
9999977 ἀνακοινωσασθαι
τῳ δημῳ ὠν ἐνθα παντες ἐχθροι τυραννιδος , ἠδυνω τισιν ἀνακοινωσασθαι : ἐγω δε οὐκ ἠδυναμην τῳ τυραννῳ συνων και
στοχαστικην ἀντιθεσιν θησεις ἀλλην μεταληψιν : ὁτι ἐδει τῳ δημῳ ἀνακοινωσασθαι . ΛΥσεις τῳ ἀδυνατῳ : ὁτι οὐχ οἱον τε
9999977 τυραννιδων
, ὡσπερ δι ' ὀργανων , δια φιλων , οἱον τυραννιδων καταλυσεις δια φιλων ἐγενοντο και εἰ ἐδεησεν ἀναλωματων ,
πραγματα των προσοδων μειζονων γιγνομενων : την αἰτιαν λεγει των τυραννιδων ἐπι ῥητοις γερασι : ἀντι του ἐπι φανεραις τιμαις
9999977 ἀνομοιοι
οἱ φιλουμενοι μητε οἱ φιλουντες μητε οἱ ὁμοιοι μητε οἱ ἀνομοιοι μητε οἱ ἀγαθοι μητε οἱ οἰκειοι μητε τα ἀλλα
. ἠτοι γαρ περιῳδικα ἐστιν , ὁταν αἱ μεν ἑκατερωθεν ἀνομοιοι ὠσιν ἀλληλαις , αἱ δε ἐν μεσῳ ἀλληλαις μεν
9999977 ἁλισκομενης
οὐ πολυ την ἑαυτων ἀποβαλειτε . . Μετα βραχυ δε ἁλισκομενης της πολεως οἱ μεν ὁμοσε τοις πολεμιοις χωρουντες ἀνδρες
φοβοις ἠν και δακρυσιν , ὡς της πατριδος κατα κρατος ἁλισκομενης . οὐ μην ἀλλα τοις παρεισπεσουσιν ἐντος του τειχους
9999977 τεισασθαι
Δαρειον ἐσβαλειν ἐς την χωρην , μετα ταυτα μεμονεναι μιν τεισασθαι , πεμψαντας δε ἐς Σπαρτην συμμαχιην τε ποιεεσθαι και
ἠερα βαλλοντα εἰπειν : Ὠ Ζευ , ἐκγενεσθαι μοι Ἀθηναιους τεισασθαι , εἰπαντα δε ταυτα προσταξαι ἑνι των θεραποντων δειπνου
9999977 κυδωνιων
, μαστιχη ἠ κομμι Ἀραβικον , ἠ καφουρα , ἠ κυδωνιων μηλων χυλος : κολοκυνθιδος δε ἀμυγδαλων ἐλαιον : ἀλυπαιας
ἐστε ἀν εὐ μαλα το ὑδωρ χρωσθῃ , ἠ των κυδωνιων μηλων τα πεπανωτατα τεμνοντα ὡσαυτως ἀποβρεχειν . διδοναι δε
9999977 βραχειων
: το μεν πρωτον ἐξ ἰαμβικης βασεως των ἀρα δυο βραχειων ἀντι μιας μακρας λογιζομενων και τροχαϊκου πενθημιμερους : το
: παιων βʹ ἐκ βραχειας και μακρας και ἑτερων δυο βραχειων , ˘˘˘ – , οἱον ἀγευσιος : παιων γʹ

Back