ὁπερ ἰσως και πιθανωτερον ἐστιν , εἰθ ' ὡς Ἑλλανικος οἰεται ἐπι του ταυρου την ὀνομασιαν ταυτην ἐσχεν , ἐκεινο
ἀλλ ' εἰ και τις ἀλλος ἐπισταμενος παρακρουσθηναι ἀν ὑμας οἰεται ὑπο των τἀνταυθα διοικησειν , ὡς ἀν αὐτος ἐκεινος
9999994 κεινται
τοι ὁσοι μεν τουτ ' ἐπεισθησαν αὐτῳ , σεμνοι σεμνως κεινται , καλλιστα δη παντων Ἑλληνων καταλυσαντες τον αἰωνα ,
την ἀγγελιαν της ἐν Χαιρωνειᾳ μαχης ἀλγησας ἐτελευτησεν ἐθελοντης . κεινται δε και λιθου Φρυγιου Περσαι χαλκουν τριποδα ἀνεχοντες ,
9999993 καλεονται
Ἰταλιῃ οἰκεοντες , και Πευκετιος , ἀφ ' οὑ Πευκετιοι καλεονται οἱ ἐν τῳ Ἰονιῳ κολπῳ . τα μεν οὐν
ἐποψιαι ὀφθαλμοισιν , ἑπτα δ ' ἐκειναι γ ' ἐπιρρηδην καλεονται Ἀλκυονη Μεροπη τε Κελαινω τ ' Ἠλεκτρη τε και
9999993 ἀλαται
δε σπερμα λευκον ἐστι φυσει , τουτο οὐν το περιττωμα ἀλαται και πλαναται τῃδε κἀκεισε , και ἡ φυσις λοιπον
. ἡμεροφαντον ] ὡσανει ὀναρ ὁ γερων . ἀλαινει ] ἀλαται . τι χρεος ] δια τι ; ἠγουν δι
9999993 παι
δειλων δ ' ἀπεχου γνους ὁτι δειλοις ὀλιγη χαρις . παι Τελαμωνος Αἰαν αἰχμητα , λεγουσι σε ἐς Τροϊαν ἀριστον
ἐπι σοφαις διανοιαις . γινωσκε νυν , ὠ Ἀγησιδαμε , παι του Ἀρχεστρατου , ὁτι ἑνεκα της σης πυγμαχιας ,
9999993 νεται
ὀρθως νομιζουσιν οἱ Ἑλληνες : οὐδεν γαρ χρημα γι - νεται οὐδε ἀπολλυται , ἀλλ ' ἀπο ἐοντων χρηματων συμμισγεται
. Τα εἰς ΙΟΣ ὑπερτρισυλλαβα ἐπι ἀλογων ζωων ὀξυ - νεται : αἰγυπιος χαραδριος ἐρῳδιος . το δε σκορπιος κωβιος
9999993 φωραται
και ποιειν οὐχ οἱον ἑαυτον , ὁς ἐνιοτε οὐδεν τι φωραται κατεχων και οὐ συνορων , ὁτι πολλα δειται τριβης
πολλου συνεχως ἐπι πολλας ἡμερας παρα τους νομους πραττων τις φωραται , οὐ μονον δηπου του μη μετ ' ὀργης
9999993 οἰονται
δραμα , δι ' ἐχθραν νομιζουσιν αὐτον πεποιηκεναι οὐκ ὀρθως οἰονται . πρωτον μεν γαρ Διφιλος εἰς Βοιδαν τον φιλοσοφον
ἡ εὐθεια τρυγοιπος προπαροξυτονως , οὐχ ὁ τρυγοιπης , ὡς οἰονται τινες . ἐπει ὁταν πολυ σταις κομιζωσιν , ὀλιγον
9999993 προκειται
αἱρεισθαι του βιασαμενου και ἑξης : ἑκατερῳ γαρ τουτων βουλη προκειται , ποτερον δει παραβαθηναι νομον ἠ ποιον μερος νομου
το Κ ἀστερα των λοιπων εἰς το ἡμικυκλιον , ὡς προκειται , ροα κε . και γεγονεν ἡμιν μετα των
9999993 οἰχονται
, τἀπιμηνια ταυτῃ τα μεν κρυπτονται , τα δε προφανεντα οἰχονται , και οὐχ ὁμοια γινονται , ἀλλα κακηθεα και
αὐλια ἐρημα , αἰγες δε ἐκειναι [ αἱ προτερον ] οἰχονται . τεως μεν οὐν ἡσυχιαν ἀγω , μη προαισθομενος
9999993 ἀρχονται
δεικνυουσι το Α δια του Α : ἐξ οὑ γαρ ἀρχονται , εἰς ἐκεινο και τελευτωσιν : οὑτω δε ἁπαντα
ἑλιον νυν καθαιρειν . Τουτῳ τῳ μηνι και σπορου πολλοι ἀρχονται . ἐαν δε μετα ιδʹ ἡμεραν βρεξῃ , εὐφορα
9999993 δεεται
Και οὑτω ταχιστα ὑγιης ἐσται , ἡ δε νουσος θεραπηϊης δεεται πολλης , χαλεπη γαρ . Ἠν δε θεραπευθεις ὑγιης
οὐδεποτε χρειαν ἑψησεως ἐχει , ἀλλ ' αὐτο μονον τηξεως δεεται : χρη δ ' ἐπι τουτων καταχειν τα ξηρα
9999993 φυονται
πεντε ἑβδομαδων : και ἐν τῃ τεταρτῃ δε ἑβδομαδι ὀδοντες φυονται δυο τοισι πολλοισι των ἀνθρωπων , οὑτοι καλεονται σωφρονιστηρες
οὐκ ἐνεστι του ψυχρου . Και οἱ μεν πρωτοι ὀδοντες φυονται ἀπο της διαιτης της ἐν τῃ μητρῃ , και
9999993 χραται
τον τοπον ἐν ᾡ ὁ στρατος , ὡσπερ ἐν ἀλλοις χραται . φησι γουν : δηεις τον γε συεσσι παρημενον
λεγοντες και χρησιν αὐτης εἰναι παρα Κρατινῳ και Σωφρονι . χραται δε αὐτῃ και παροιμια ἐν τῳ „ Περι σφυρον
9999993 αὐτον
κοτυλης τον ἀμφορεα πληρουσθαι πειθοι , ψιλον ἐκ ψιλης , αὐτον ἐξ αὐτης . ἀλλ ' , οἰμαι , κατιοντος
τοιουσδε αὐτῳ προσηνεγκε , φας ἑτοιμος εἰναι θεραπευειν και τρεφειν αὐτον ἀναλαβων , εἰ ἐθελοι ἁ γε πεποιημενα εἰη αὐτῳ
9999992 εἰσονται
δεινον ποιουμενοι προτερον εἰ τους ἐπιβουλευοντας σφων τῳ πληθει μη εἰσονται , τον μεν μηνυτην εὐθυς και τους ἀλλους μετ
του τεθνεωτος διαθηκαις μεταγραφηναι : οὐδεν γαρ μαλλον οἱ μαρτυρες εἰσονται , εἰ ἐφ ' αἱς ἐκληθησαν διαθηκαις , αὑται
9999992 ἑπονται
εἰ δε ἀναδυναι , και τουδε ἀρχει : μετακινουμενῳ δε ἑπονται και οἱ λοιποι . ὁστις δ ' ἀν ἑλῃ
ἀπεψημενου πολλαι καρτα ἁμαξαι τετρακυκλοι ἡμιονειαι κομιζουσαι ἐν ἀγγειοις ἀργυρεοισιν ἑπονται οἱ . Κτησιας δε ὁ Κνιδιος και ἱστορει ,
9999992 μενου
μετεστησας ; και το κοινον των δεινων συναπελαυσας ἐξαιτου - μενου του πενητος : και πληγην κατ ' ἀμφω μιαν
δε και το συναπτον τουτῳ , ἀπο μη συγχωρου - μενου λημματος κατασκευαζομενον . οὐ γαρ δη διδοται το ἀπο
9999992 μενοντες
γαρ κηφηνες ἡμιν εἰσιν ἐγκαθημενοι οὐκ ἐχοντες κεντρον , οἱ μενοντες ἡμων του φορου τον γονον κατεσθιουσιν οὐ ταλαιπωρουμενοι .
, εὐ ποιησειν ὑμας . νυν οὐν σκεψασθε ποτερον ἐνθαδε μενοντες τουτο βουλευσεσθε ἠ εἰς τα ἐπιτηδεια ἐπανελθοντες . ἐμοι
9999992 γινονται
προστιθει την δυσκρασιαν των ἀρχων . ταχιστα μεν οὐν ἀπωλειαι γινονται της καρδιας παθουσης , ἐφεξης δε του ἐγκεφαλου ,
φανερον μητε ἀει ἀφανη ποιουντων . ὁπου δε οἱ πολοι γινονται κατα κορυφην , οὐδε εἱς οὐτε ἀνατελλει οὐτε δυνει
9999992 μενοντος
ὁτι θεσει ἐστιν ἡ ΑΔ . εἰ γαρ μη , μενοντος του Α σημειου μεταπεσειται της ΑΔ ἡ θεσις διατηρουσα
μεν πατριδα και γενεαν και πατρῳον οἰκον , εἰδως ὁτι μενοντος μεν αἱ της πολυθεου δοξης ἐγκαταμενουσιν ἀπαται ἀνηνυτον κατασκευαζουσαι
9999992 του
του δε Εὐμολπον , του δε Μουσαιον τον ποιητην , του δε Εὐμολπον , τον καταδειξαντα την μυησιν , και
την διαιρεσιν της κτησεως των ἠτυχηκοτων ἀδικον ποιησαμενος ἐξεπεσεν ἐκ του Ῥηγιου φυγαδευθεις ὑπο των ἰδιων Καμπανων . συνηργησαν δε
9999992 καιεται
κουφοτατος και πλακωδης , εὐθρυπτος και ἐμπορφυρος ἠ ἀφρωδης . καιεται δ ' ὁμοιως ἁλσιν . Πομφολυξ ἀριστη ἐστιν ἡ
την γλωσσαν : ὡσαυτως δε και ἡ ἀπ ' ὀξους καιεται . δυναμιν δ ' ἐχει καυστικην , ἀναξηραντικην και
9999992 φερονται
τε και ληγουσι των κακων , εἰ δε μη , φερονται αὐθις εἰς τον Ταρταρον και ἐκειθεν παλιν εἰς τους
ἐπι πολλους σταδιους ἱσταντες τας θηρας των ὀρτυγων ἐποιουντο : φερονται γαρ οὑτοι κατ ' ἀγελας μειζονας ἐκ του πελαγους
9999992 περιγινονται
, ” φησι , “ τουτων κρατησαντες ῥᾳδιως των ἀλλων περιγινονται , οὑτω κἀγω Ξανθιππῃ χρωμενος τοις ἀλλοις ἀνθρωποις συμπεριενεχθησομαι
αἱ κακιαι οὐχ ᾑ ζῳοις ἡμιν ἀλλ ' ᾑ ἀνθρωποις περιγινονται , ὡν και το ἑκουσιον , οὑ μηδεν των
9999992 παυσεται
' ᾡ μαλιστα ἡ πληθυς ἠγανακτησεν , ὁτι χρονον οὐδενα παυσεται στασιαζουσα περι παντος χρηματος ἡ πολις , ἀλλ '
πεπαυσθαι , μεμειωσθαι γουν ταυτα , ἱνα θαρσησωμεν ὁτι και παυσεται ποτε συν τῳ χρονῳ : ὀντων δε των αὐτων
9999992 γενος
ἡκειν ἀπο ἀνδρος ἡγησαμενου των τοπων , ἐξ Ἰσσης το γενος , τον Ἀδριαν δε ποταμου ἐπωνυμον γεγονεναι . σταδιοι
Φοινισσαι την Ἰω ἐφασαν δια το Φοινικα ἀπο Ἰους το γενος καταγειν . Καδμου γαρ και Εὐρωπης ἀδελφος Φοινιξ :
9999992 καὐτον
και τοις σοισιν πολλη πολλου ' πικαθητο , ὡστε γε καὐτον σε κατ ' οὐν ἐβαλεν . Νη τον Δια
δε ποιον εἰπε μοι νοητεον ; τον πανθ ' ὁρωντα καὐτον οὐχ ὁρωμενον . προϲ τωι μυροπωλιωι γαρ ἀνθρωπων τινων
9999992 φαεινεται
ὑπο δε οἱ και ὁ νηος ἁπας οἱον ὑπο λυχνοισι φαεινεται . ἐν ἡμερῃ δε το μεν φεγγος ἀσθενεει ,
θηευμεθα . Του μεν ἀρ ' οἰη κνημη συν Χηλῃσι φαεινεται ἀμφοτερῃσιν : αὐτος δ ' ἐς κεφαλην ἐτι που
9999992 ἐπιγινονται
μαλιστα δε νοτοισι , παχεα και πουλλα χρεμπτομενοισι , πυρετοι ἐπιγινονται , ἐπιεικως δε πεμπταιοι παυονται : αἱ βηχες δε
και ϲιαγονων και τενοντων , οἱϲ και πυρετοι ὡϲ ἐπιπαν ἐπιγινονται . παρεπεται δε και κνηϲμοϲ των ἀκουϲτικων πορων και
9999992 πατος
το ἀπο του σιτου ἀμυλον μετριως , ῥοδινον μετριως , πατος ὁ ἀπο παλαιστρας , σογχος ὁ μη ξηρος ,
ποιουσιν , ἀλλ ' ἐπιχειρειν διαφορειν φαρμακοις . διαφορει δε πατος ταχεως τον ὀγκον κατα των βουβωνων ἐπιτιθεμενος . τους
9999992 καλειται
δια τουτο και τιμαται . Ὁ δε ιβʹ ἀριθμος συζυγια καλειται : ἐστι γαρ ἐν αὐτῳ ἀῤῥενοτης και θηλυτης :
τῃ τριζῳδιᾳ ἀπαρτιζεται ἡ της μετοπωρινης ὡρας τροπη , ἡτις καλειται γη . Δεκατον ζῳδιον Αἰγοκερως , θηλυκον , τροπικον
9999991 ταυτον
τοινυν εἰδη λογων ἑτερα , ἱνα μηδε τουτο παρελθωμεν , ταυτον πεπονθα προς τους της ῥητορικης λογους ὁ τι περ
, ἀριστον δοξῃ , φαινοιτο οὑτως . , φαινεται εἰναι ταυτον , οὑτως ἐχειν . προς ταυτα ] δια τουτο
9999991 δεωνται
τοπον κινησις ἡ αὐτη ταις ἀλλαις , κἀν εἰ πασαι δεωνται αὐτης , δια τα οὐρανια . ὁμοιως και της
, ὁπως ἀει συνοντες μαλλον και κοινοβουλωσιν , ἠν τι δεωνται : συσκηνουσι δε και ἀλλοι τρεις ἀνδρες των ὁμοιων
9999991 χρωνται
. ζωροτερον ἀκρατοτερον . ζωστηρ ὁ ἐπανω του θωρακος ᾡ χρωνται : “ λυσε δε ζωστηρα παναιολον ἡ δ '
, περικαλλυμα ἐστι του καρπου των φοινικων ἀκμην ἀνθουντων : χρωνται δ ' αὐτῳ οἱ μυρεψοι εἰς τας των μυρων
9999991 λουονται
γαρ ποταμον οὐτ ' οὐρουσιν οὐτε νιπτονται Περσαι , οὐδε λουονται , οὐδε νεκρον ἐμβαλλουσιν οὐδ ' ἀλλα των δοκουντων
ἀνεμων γιγνομενην ἠ ὑδατων ψυχρων ἠ φαρμακωδων , ἐν οἱϲ λουονται , και δια φλεγμονην του κατα τον πορον δερματοϲ
9999991 σεται
? ! ! [ Ζευς Κρονος Ἑρμειας [ [ ] σεται ? ἀφθιτος ? ? ἀρχη : [ ] οεσσα
ἡλιον ἐπι το γʹ παραγενεσθαι το βʹ ἀστρον φανη - σεται δυνον . Φαινεσθω ἐσχατως του ἡλιου ὀντος προς τῳ
9999991 γεινεται
⌊ ⌋ βιος . ] βιου [ ] ? δικαιου γεινεται [ ] καλως . βουλομεθα ⌊ ⌋ πλουτειν ⌊
και παθητικων ? ? , | [ ἡ ἀταραξια ] γεινεται , σαφως οἰδα τα της [ σωτηριας φαρμακα προθεις
9999991 προκεινται
ἀποστελλουσι κατασκεψομενους νησους τινας ἐρημους , αἱπερ οὐν της Λιβυης προκεινται . εἰτα ὑποστρεφουσιν οὑτοι , και ἡγουνται της πτησεως
τον Λιβα σφισιν ἐστιν εὑρημενον : τας δε νησιδας αἱ προκεινται της χωρας ἀριθμον ἐννεα οὐσας Πελοπος μεν καλουσι ,
9999991 δειται
Ἠδη γαρ κατηυγασμενος ὠν ὑπο του θυραθεν φωτος βραχειας τινος δειται της ἐπικινησεως , ὡστε ἱκανον δοκειν ἠδη και το
ἐν τοις ῥημασιν οὐδε κατ ' ὀλιγον τα της συνταξεως δειται λογου , ἀνθρωπος ἐγραφεν , ἀνθρωπε γραφε . εἰ
9999991 μεμφονται
, ὡς ἐοικεν , οἱς προειλετο ἡ πολις νομιζοντες οὑτω μεμφονται ὡστ ' ἐξ ὡν το πραγμα κακιζουσι την πολιν
και σολοικισμους ἐκφευγομεν . Ἐν πραγματι πολιτικῳ . και τουτῳ μεμφονται τινες : οὐκ ἐδει γαρ , φασιν , ἐν
9999991 καλλισται
μετα λαχανων λιτῃ ἀρτυσει σκευαζονται . ἀκμαιαι δε βρωθεισαι ἐαρος καλλισται . των δε χημων τας τραχειας γλυκυμαριδας ἐνιοι καλουσιν
συμπλεωσιν : το μεν γαρ αὐτης βασιλεια ἠν , οἱα καλλισται πασταδες , και εὐναι , και δρομοι : ἐκτοσθεν
9999991 προφερονται
το εὐσεβης και εὐγενης οἱ Βοιωτοι δια της ει διφθογγου προφερονται : προσκειται ἐχοντα οὐδετερου παρασχηματισμον δια το κτεις κτενος
ἐριον . ἀγνοια και ἀναιδεια και παντα τα τοιαυτα ἐκτεινοντες προφερονται την τελευταιαν οἱ παλαιοι Ἀττικοι και παροξυνοντες . *
9999991 καλεεται
. ὁ δε Ὁμηρος ἀειδει αὐτοις τα ἐπεα ταδε ἁ καλεεται Καμινος : εἰ μεν δωσετε μισθον ἀεισω ὠ κεραμηες
δ ' εἰχον ἡ γε νυν τῳ Ἀπολλωνι καθιερωται : καλεεται δε το μεν Κρισαιον πεδιον ᾡ Λοκροι παροικεουσι και
9999991 θησονται
το προς τι , το δε κινεισθαι ἑν τι γενος θησονται , και διαιρησονται το κινεισθαι ὡς ἑν διχῃ ἐν
και ἐστι το ῥητον οὑτως : „ εἰτα ἐν ἀδικηματι θησονται πεισθεντων ὑμων ἁ δεομεθα , πολυ δε ἐν πλειονι
9999991 δεχεται
το ὠκιμον : και γαρ τας ἀποφυτειας ἐκ των ἀνω δεχεται , καιπερ ξυλωδες ὀν , ἀλλ ' ὁτι δυσξηραντον
. ὁταν οὐν ὁμονοωμεν , και το τυχον ἡμας σκιμποδιον δεχεται : ἐαν δε στασιασωμεν , οὐδε ἡ συμπασα οἰκια
9999991 λυονται
του βραχιονος . ἁμα δε και αἱ του βροχου ἀρχαι λυονται κατωθεν και ὑπερ κεφαλης ἀναχθεισαι τῳ κρατηματι ἀποδιδονται ,
γαρ ὠτειλην ῥηϊδιωϲ ἰϲχει , ῥηϊτερον τε [ γαρ ] λυονται . αἰτιαι δε δυϲεντεριηϲ μυριαι , ἐπικαιροι δε ,
9999991 μενοντας
, ὡσπερ τοτε αὐτους φευγοντας Θρασυβουλος κατηγαγεν , οὑτω νυν μενοντας ἐξελαυνειν παρα τους νομους γραφοντα τι . Ἀλλ '
μεν ἐν τῳ Κορυφασιῳ ἐντος της Βουφραδος και του Τομεως μενοντας , τους δε ἐν Κυθηροις μη ἐπιμισγομενους ἐς την
9999990 ποιεεται
ὑπο του νοσεοντος προς τον ἰητρον : και ὁκοσα ἀκριβως ποιεεται ἐν τῃ τεχνῃ και λεγεται , και ἁ τε
ἐϲται και ξυναποθνῃϲκειν γιγνεται κοτε . και τα ϲμικρα μεζονων ποιεεται διαδεξιαϲ : κἠν το προϲθεν ἐϲ κινδυνον ἀϲινεϲ ᾐ
9999990 παροξυνονται
εἰσι βλαβεραι : ταις γαρ πλημμυρισιν ἀνα λογον και αὐται παροξυνονται , δια τε το ταχος και ἐπι ξηρας πολλακις
και ἐκμαινονται οὑτοι : ὁσοι δε ἐπι ταραχῃ κοιλιης οὑτω παροξυνονται , περι κρισιν μελανα διερχεται . Οἱσιν ὑγιαινουσι ,
9999990 πειθονται
, ὁ το ” μηδεν ἀγαν “ παρακελευομενος , ᾡ πειθονται : το δε των ἀφρονων τε και ὑβριστων μεχρι
του στρατηγου κελευσαντος : οὐδε γε τους καμνοντας , ὁτι πειθονται τοις ἰατροις , οὐ δια τουτο φησουσι δουλους εἰναι
9999990 περιτεινεται
περιλαμβανει , καθαπερ ἑκαστον των ἐντερων . ἐνθα μεν οὐν περιτεινεται τοις ἀγγειοις τε και τοις ἐντεροις , ἁπλουν ἐστιν
κορον οὐδ ' ἀν του βραχιστου το λοιπον ἀπογευσαιτο : περιτεινεται μεν γαρ ἡ γαστηρ τῳδε , οἰδαινει δε ἡ
9999990 ἀγονται
ἐναυσασθαι . ὁσοις δε το ζην δια κακουργηματων ἠλαθη , ἀγονται προς Ἐρινυων ἐπ ' ἐρεβος και χαος δια Ταρταρου
πλεγμα σκευοφορον στρατιωτικον ὁ γυλιος , εἰς ὁ τας τροφας ἀγονται οἱ στρατιωται . ἐστι δε και ζῳον , ὁ
9999990 Φυεται
ἡτις ] ἐχει [ ἀλλας ] και ἀλλας δυναμεις . Φυεται δε το δενδρον τῳ μεγεθει μεν οὐ πλεον ἠ
καλως τελευταν . Τινες δε ἀπο Σαρδονος της νησου . Φυεται γαρ τις βοτανη ἐνταυθα , ἡς οἱ γευσαμενοι μετα
9999990 και
ὑπ ' Ἀρτακιῃ : Ἀρτακια κρηνη περι Κυζικον , ἡς και Ἀλκαιος μεμνηται και Καλλιμαχος , ὁτι της Δολιονιας ἐστιν
πολλοι νομιζουσι , φυσιος ἐστιν : ἐαρος γαρ ἀρχει , και τα πολλα φυεται τηνικαυτα και διαβλαστανει : το δ
9999990 ἰαινεται
μυχοιο , συνεχες ἀργινοεσσαν ἀει περιτετροφε παχνην , οὐδε μεσημβριοωντος ἰαινεται ἠελιοιο . σιγη δ ' οὐποτε τηνδε κατα βλοσυρην
μιν στοματεσσι περισταδον ἰυζοντες σαινουσιν , του δ ' ἠτορ ἰαινεται εἰσοροωντος : ὡς ἀρα Τρωιοι υἱες ἐγηθεον , εὐτ
9999990 ῥυονται
Ἑλλαδα τε Φθιην τε κουραι ἀριστηων , οἱ τε πτολιεθρα ῥυονται , ταων ἡν κ ' ἐθελωμι φιλην ποιησομ '
προσωπῳ ἀποσφαγησεται , εἰ δε ἀγαθοποιοι ἐπιθεωρησουσι του μεν θανατου ῥυονται , δεσμοις δε και κακοις αὐτον περιβαλλουσιν . των
9999990 οὐρεεται
δε λαχανων ὡδε ἐχει . Σκοροδον θερμον και διαχωρεει και οὐρεεται , ἀγαθον τοισι σωμασι , τοισι δ ' ὀφθαλμοισι
παραπλησια τῳ ὀριγανῳ διαπρησσεται . Θυμον θερμον , διαχωρεει και οὐρεεται , ἀγει δε και φλεγματωδεα . Ὑσσωπος θερμαινει και
9999990 ἑνουται
και ὑδωρ ἀλλα δη και χειμων ψυχρα και ὑγρα . ἑνουται δε και προς ἑαυτα χυμος και στοιχειον και καιρος
∠ ʹ ια ∠ ʹ : εἰτα καθ ' ὁ ἑνουται ὁ Νειλος ποταμος ἀπο των ῥεοντων ποταμων ἐκ των
9999990 ἀλλον
' οὐδ ' ἀν εἱς εἰποι . τον μεν γαρ ἀλλον ἁπαντ ' εἰς δυο ταυτα διῃρητο τα των Ἑλληνων
οὐν ἀλλον πυρεσσειν , ἀλλον πλειν , ἀλλον ἀποθνῃσκειν , ἀλλον κατακεκρισθαι ; ἀδυνατον γαρ ἐν τοιουτῳ σωματι , ἐν
9999990 τασσεται
το ἑκατερος ἐπι δυοιν , το δε ἑκαστος ἐπι πλειονων τασσεται . Ἀλλοιωσις και ἑτεροιωσις διαφερει . ἀλλοιωσις [ ]
. βιος ζωης διαφερει . βιος μεν ἐπι των λογικων τασσεται ζῳων , τουτεστιν ἀνθρωπων μονων , ζωη δε και
9999990 διαφερονται
, και της γενεσεως , ἡν ἐχουσιν οἱ πυρετοι , διαφερονται , ἀλλα και περι της ὑλης αὐτης , ἐξ
Πλατωνος ὁ Περιπατητικος ὀφθησεται , ὡστε , πλειονων ὀντων οἱ διαφερονται Πλατωνι , μαλιστα ἐναντιουμενος αὐτος φανειται . Το πρωτον
9999990 παυεται
τελει παραδους τα περι του πεντεκαιδεκαγωνου εἰς ἀστρονομικην θεωριαν συμβαλλομενα παυεται . το δε πρωτον θεωρημα λημμα ἐστι λημματος της
την των Ἀττικων φωνην εἰωθως μεταλαμβανειν ἑκαστα των ὀνοματων οὐ παυεται λεγων οὐτε το καταληπτον οὐτε την καταληψιν οὐτε την
9999990 ἀνιαται
μυξωδεις γιγνονται , τηνεσμος δε ἐστιν αὐτος , ᾡ κατεχομενος ἀνιαται : ἀνιωμενος τοιγαρουν ἐπι τουτῳ σφοδρα , καμνων τε
δε σωφρων ἐστι , και εἰ ζηλευτης τις εἰη , ἀνιαται , ὡς μηδε ὁραν ἀνδρα θελει τῃ ἑαυτου γαμετῃ
9999990 πολλων
προς το συμπαν του κοσμου μεγεθος σημειου λογον ἐπεχουσα δια πολλων ἐλεγχεται , ἀλλα και προς το ἡλιακον ὑψος ,
ἀγρον , δουλης μεθυουσης , ἀνατετραμμενου χοως , ἀλλων τε πολλων κἀγαθων . Ἰθι νυν , ἀθρει οἱον προς ἀλληλας
9999990 ἐπιγινεται
ἐνθεν ἐπιδεομενοισιν : ἀχθος γαρ ἀνωφελες προς τῳ ἀλλῳ σφυγμῳ ἐπιγινεται . Τελευτωντες δε ἀπολυουσι τα ἐπιδεσματα , ὁποταν σφιν
στυφει . και δια των τοιουτων τροφων ῥωννυμενη ἡ δυναμις ἐπιγινεται και ἀπεμει την χολωδη ὑλην , και παυεται ἡ
9999990 εἰναι
δ ' ἀν μεταθωνται και ὁταν , τοτε κυρια ἑκαστα εἰναι , γιγνομενα τεχνῃ και τοις νομοις ἀλλ ' οὐ
δε και ἀπ ' αὐτων των ἐργων ὁ νυνι φαμεν εἰναι της ψυχης σωτηριον : ἐν γαρ τῳ θεωρειν τα
9999990 ἐφαπτονται
τε γαρ γενους ἀκρατου και παλιν ἀμφοιν κατα τινα κοινωνιαν ἐφαπτονται . παροικος γαρ τῳ μεν ἐνδιατριβειν ἀστοις , τῳ
* ὀμνυειν βουλομενοι ὡς δικαιοτατην πιστιν τιθεντες και τῃ χειρι ἐφαπτονται τῃ δεξιᾳ μαρτυριον εὐγνωμοσυνης ἡγουμενοι τουτο : ὁμοιως δε
9999990 ἀφιξονται
Ἑλληνων ἀρχης , μαστροπῳ δε τῳ Παλαμηδει χρῳτο ” και ἀφιξονται μεν „ ἐφη „ μικρον ὑστερον σοι μεν βους
μελλουσι και ἀγωνας ἀγειν ἀπο πολλων χρηματων σφοδρα λαμπρους , ἀφιξονται τε κατα θεαν ἐπι τουτους πολλοι των ξενων .
9999990 Κειται
μορμονα . Ἰδου . Παραθες νυν ὑπτιαν αὐτην ἐμοι . Κειται . Φερε νυν ἀπο του κρανους μοι το πτερον
, ἠν Βαβυλων , ἐουσα τοιαυτη δη τις πολις . Κειται ἐν πεδιῳ μεγαλῳ , μεγαθος ἐουσα μετωπον ἑκαστον εἰκοσι
9999990 πολεις
της Ἑλλαδος χρησθαι τῳ πλεονεκτηματι και τας παρ ' αὑτῃ πολεις πολλας συμπεφευγυιας ἀφορμην των ἐξω πολεων πολλων και μεγαλων
προὐχωρει , ᾑ ὀνομα ἠν Γαζα : ἐς γαρ ἑπτα πολεις ξυμπεφευγεναι ἐλεγοντο οἱ ἐκ της χωρας βαρβαροι : Κρατερον
9999989 παντα
ξενας ὁδους και παρηλλαγμενας ἀπολαυσεων ἐτεμνεν . εἰθ ' ἡ παντα τολμωσα τρυφη την φυσιν αὐτην παρενομησεν : και τις
, τεθνηκεναι , τα μετα τον θανατον : και ταυτα παντα ὁμου νοησας , χρονους , τοπους , πραγματα ,
9999989 αὐαινεται
Δια κακωσιν δε του σωματος ταδε πασχει και νοσεει : αὐαινεται μαλιστα και ἀπο λαγνειης : ταδε οὐν πασχει :
ᾐ τῃ της φυτειας στασει , ὁ ἐραστης ὁ ἀρρην αὐαινεται . συνιησιν οὐν ὁ γεωργος την λυπην του φυτου
9999989 Γιγνεται
σκεπτεσθαι : και οὐ λησεται ὁπη τρεψεται το νουσημα . Γιγνεται δε ἡ των τεταρταιων καταστασις ἐκ του τοιουτου κοσμου
τε σωμα ὡς ὑπο κοπου ἐχομενον κοπιᾳ και ἀλγεει . Γιγνεται δε ὡς ἐπιτοπουλυ και ἐκ πορειης μακρης και διψεος
9999989 χεονται
ἀπωλοντο χρονον οὐτ ' οἰκτιζονται τους ἀποιχομενους οὐτε τας νομιμους χεονται χοας , ἀλλα θυουσι Διι Καταιβατῃ . ΙΑΠΥΓΩΝ τε
. ἐκ δ ' ἐκεινης : γραφεται ἐν δε . χεονται : φυονται : γραφεται ἐκφυονται . ἀθεσφατοι : πολλαι
9999989 ἰωνται
και θεων μαλλον ἠ τεχνηϲ : τα γαρ μεζονα παντα ἰωνται μουνοι θεοι . ἠ γαρ ἐν ϲπλαγχνῳ καιριῳ νοϲημα
αἱ δε σαρκες αὐτων ἐτι ζωντων ἐν ἐλαιῳ ἐψηθεισαι ὠταλγιαν ἰωνται , των μεν σαρκων καταπλασσομενων , του δε ἐλαιου
9999989 παντες
του αὐτου ταττουσιν . Ἡροδοτος δε ἐφη ἐπει δε σφι παντες κατεστρωντο ἐπι του ἀνῃρηντο : ὁθεν οὑτως ἀκουουσι και
των ἐπων . Και παλιν ἐπι τουτοις οἱ παρεστωτες , παντες των ἐλλογιμων στρατιωται τον Ὁμηρον ἐστεφανουν : ὁ δε
9999989 ἐφιεται
οὑτω και τα δεκα γενη τελος ἐχουσι το ὀν : ἐφιεται γαρ του εἰναι . Διαιτησαντες οὐν τους φιλοσοφους φερε
αὐτο ἐκεινο , ὁπερ και των κυβερνητων οἱ πολλοι : ἐφιεται μεν γαρ ἑκαστος του εἰδεναι , ἀπολειπονται δε οἱ
9999989 ἐπειγεται
ὑφ ' ἑτερου φθειρομενα , προς ὀργην διεγειρεται και ἀμυνειν ἐπειγεται . ὡς οὐν κτλ . : οἱ ἐπιλογοι ἐνθεν
τα συνηθη θεωρει και ἐπισπαται , προς ὁν και ἀναχθηναι ἐπειγεται . Εὐδωρος ὁ φιλοσοφος φησι Διοδωρον τον Ἀλεξανδρεα μαθηματικον
9999989 ταισιν
του : εἰπερ ἀληθως οὑτως ᾀδει ὡσπερ αἱ ἀηδονες . ταισιν ἀηδονισιν : ἐοικεν οὑτως ἀκριβως ᾀδειν ὡσπερ αἱ ἀηδονες
, δουλαισιν ὠστιζομενη στιγματιαις θ ' , ἁρπαλεως ἀραμενη , ταισιν ἐμαις δημοτισιν καομεναις φερους ' ὑδωρ βοηθω . Ἠκουσα
9999989 μαινεται
μικρον ὀντα εἰπων : εἰ μεν ἐασει , γνωμεν ὁτι μαινεται : εἰ δ ' οὐκ ἐασει , σωφρονει και
οἰκημα καμπαις πολυπλοκοις ἠτοι στρατευσεις ἠ μενων ἐσῃ κακος . μαινεται δ ' ὁστις βροτων ψυχης νομιζει τους φιλους ὑπερτερους
9999989 σεβονται
κακιαν του ζῳου και ὡς ὀλεθριον τῳ ἀνθρωπινῳ γενει , σεβονται ὁμως και ἀπεχονται : οὑτοι δε παντα τροπον ἀνιχνευουσι
εἰκοτως φαινεται πολλοις παραδοξον το γινομενον και ζητησεως ἀξιον . σεβονται γαρ ἐνια των ζωιων Αἰγυπτιοι καθ ' ὑπερβολην οὐ
9999989 των
βλεψον προς ἡμας . ὁστις εὐγενης βροτων φερει † τα των θεων γε † πτωματ ' οὐδ ' ἀναινεται .
ποησαμενος ταχυ , ἱνα τας ἀφυας ὠνοιντο πολλας τοὐβολου , των δημιουργων ξυλλαβειν τα τρυβλια . Οἱ δ ' ἀνεκροτησαν
9999989 ποματος
χρονωι παλιν ἀπεκατεστησαν εἰς το κατα φυσιν ὁσοι περιεσωθησαν οἰνελαιου ποματος εὐπορησαντες : τουτο γαρ ἐκ περιπτωσεως ηὑρεθη του παθους
ἐσχε πρωτως . και γαρ οὐ τοσουτον ὑπο τροφης και ποματος ἐμψυχοντος ὀνινανται , ὁσον ὑπο της του ψυχρου ἀερος
9999989 μελονται
ὡς ὑλαιοις τισι θεοις και ναπαιοις του χωρου δεσποταις πανυ μελονται . διαρρει δε ὑπερ αὐτων και ἐκεινος ὁ λογος
οἱα τε θηρσι τοις ἀλλοις , ξεινοι δε ποθοι κεινοισι μελονται : οὐτε γαρ ἑσταοτες παρα τεμπεσιν ἀγρονομοισιν , οὐτ
9999989 πανταπασιν
και τους κηδομενους ἑκαστων ἐπιμελεισθαι , ὡς μη ἀποδειλιασαντες ἀδοκιμοι πανταπασιν ἐν τῃ πολει γενοιντο . προς δε τουτοις το
ὁ μεσον ὁ Ἰαμβλιχος τιθεται των δυο ἀρχων και της πανταπασιν ἀπορρητου ἐκεινης , αἱ δε δυο , περας φερε
9999989 πεισονται
εἰναι προς τουτο τους γεγραμ - μενους : ὁπως δε πεισονται τοις νομοις και ἑκοντες ποιησουσι τα ἐκεινοις δοκουντα οὐδεν
αὐτα φοβουμενοι . „ και κατεστησεν αὐτους ἐς ἐννοιαν ὡν πεισονται , και ταυτο τοις ἑτεροις φοβησονται . Ἀξιον δε
9999989 ἀρκειται
ἀμφιβολως εἰρηκως ὁ Νικαινετος , ποτερον στρωμνης ἑνεκεν ἠ στεφανωσεως ἀρκειται τῃ λυγῳ , τῳ λεγειν αὐτην των Καρων ἀρχαιον
ἑτερον τροπον . τουτου δε μενοντος του αὐτου ὁμοιως οὐκ ἀρκειται οὐδ ' ἱκανουται , ἀλλ ' ἐπιθυμιας και ἐπιβολας
9999989 τασσονται
δηλωσομεν : διαφοραι δε εἰσι τρεις . πρωτον μεν γαρ τασσονται ἐν ἀραιοτεροις διαστημασιν ἐνιων χαριν χρειων : τεταγμενος μεν
γαρ κατα τον του κοσκινου δινον διακριτικως φακοι μετα φακων τασσονται και κριθαι μετα κριθων και πυροι μετα πυρων ,
9999989 ἠματος
ἐπι ποτμῳ Μεμνονος οὐρανιην νεφελην ἀνεδησατο μητηρ φεγγος ὑποκλεψασα κατηφεος ἠματος Ἠως . αἱ δ ' ἀπο Θερμωδοντος ἀρηιφιλοιο γυναικες
' ἀργυφα μηλα νομευων : ἐγγυς γαρ νυκτος τε και ἠματος εἰσι κελευθοι . ἐνθ ' ἐπει ἐς λιμενα κλυτον
9999989 ἐχουσιν
ὁ μεσημβρινος κυκλωι φερονται και ἰσον τηι μεταφοραι τον κυκλον ἐχουσιν , ἀλλ ' ὡς προς την θεσιν της σφαιρας
ζῳων ἐχει τας αἰσθησεις πασας , ἐνια δ ' οὐκ ἐχουσιν , οἱον ὀψιν , την δ ' ἁφην και
9999989 τοις
ἀφριζομενης τῳ ἀφρῳ της κω - πηλασιας . λεπτοδομοις : τοις λεπτως κατεσκευασμενοις . λαοποροις τε μηχαναις : ταις τους
και ἑν διεζευγμενον : τουτων δε τα μεν συνημμενα ὑπισχνειται τοις ἐν αὐτοις ἡγουμενοις ἀκολουθειν τα ἐν αὐτοις ληγοντα ,
9999989 πειθωνται
τουτο στομα ἐκαλεσαν και ὀμφαλον , ἱνα αὐτῳ τα λοιπα πειθωνται . Ἐπειδη δε το σφιγγεσθαι ἠτοι πυκνουσθαι προς το
και τα δικαια πρωτον αἰτειν λογῳ , ἐαν δε μη πειθωνται τοις ἀξιουμενοις , τοτ ' ἐπικυρουν τον πολεμον .
9999989 ἡγουμενον
Θεμιστοκλεα τον την ἐν Σαλαμινι ναυμαχιαν νικησαντα και Μιλτιαδην τον ἡγουμενον Μαραθωνι και πολλους ἀλλους , οὐκ ἰσα τοις νυν
Κ την ΚΣ διελθῃ [ ὡστε και ἐδυνεν το Ε ἡγουμενον της ΔΕ περιφερειας προδυνουσης της ΚΣ περιφερειας του Δ
9999989 ληψονται
πρωτον μεν εἰς Δελφους ἀποστειλαντες τον θεον ἐπηρωτων , εἰ ληψονται τας Ἀθηνας : ἀνελοντος δ ' αὐτοις του θεου
και ἐν πομπαις θριαμβων , ὁτε αὐτα τιμης θεων ἑνεκα ληψονται : λυπησει γαρ οὐδεν ' , ἐαν γενηται σπανια
9999989 καλουσιν
, των προς μεσημβριαν οἰκουντων εἰσιν οὑς Ἑλληνες μεν Κυναμολγους καλουσιν , οἱ δ ' ἀστυγειτονες , ὡς ἀν τις
τας των ἀψυχων δικας . την δε συνοικουσαν αὐτῳ βασιλισσαν καλουσιν . ὁ δε πολεμαρχος θυει μεν Ἀρτεμιδι ἀγροτερᾳ και
9999989 καλουμενον
τινα θραυϲματα του φλοιου . ῥυπτικον δε τι και το καλουμενον Ἀρμενιον ἐχει , ᾡ χρωνται οἱ ζωγραφοι , και
τῃ κλητικῃ χρωμεθα , ἀλλ ' ἱνα προς ἡμας τον καλουμενον ὑποστρεψωμεν : ὁθεν πολλακις οὐδε τοὐνομα λεγομεν , ἀλλ
9999989 πλεισται
δια το και τα παροντα ἀδοκητως εὐτυχησαι . οἱς δε πλεισται μεταβολαι ἐπ ' ἀμφοτερα ξυμβεβηκασι , δικαιοι εἰσι και
μετ ' οὐ πολυ το στομα της Περσικης , και πλεισται κολυμβησεις εἰσι του πινικιου κογχου . Τουτου δε του
9999988 ἡγουμενος
φυλαττουσι χρονου , οἱα παρα των προγονων ἐδεξαντο : οὐχ ἡγουμενος ἀποχρην τοις ἀναγραφουσι τας ἀρχαιας και τοπικας ἱστοριας ,
πυλας ἠσαν , ὁ μεν Κονων [ ὡσπερ ] ἐτυχεν ἡγουμενος [ ] ἐξεληλυθει προτερος ἐκ του [ ] τειχους
9999988 βιον
φιλοσοφιας δια συμβολων μυστικως ἐκθεμενος , ὡς δηλουσιν οἱ τον βιον αὐτου γεγραφοτες , ἀξια και αὐτος της εἰς Αἰγυπτον
: οἱ δ ' ἀφ ' ἡσυχου : οἱον ἡσυχιον βιον ἐπανῃρημενοι . ἀντι του : φαινομενοι , μηδεν δε
9999988 θηται
τον ἀδελφον ἐν φυλακῃ ἀδεσμῳ ἐχειν , ἑως ἀν εὐ θηται τα παροντα , και αὐτον ὡς ἐπ ' ἀλλο
τῃ Μελιτῃ το νυν ἀναχωρειν , ὁταν δε ἐν καλῳ θηται τα προς τον ἀνδρα και γενηται τα της ὀργης

Back