κατα τον Καρκινον ἀστερων ἀναγραφει , ὁτι ὁ ἐν τῃ νοτιῳ χηλῃ του Καρκινου και ὁ ταυτης τε και της
. ἀναμεμικται δε τουτοις τα Ἰλλυρικα ἐθνη τα προς τῳ νοτιῳ μερει της ὀρεινης και τα ὑπερ του Ἰονιου κολπου
9999880 ἑπτακαιδεκατῃ
ναυς ἐσβαν ἀπεκομισθη ἐπ ' οἰκου . του δε Δηλιου ἑπτακαιδεκατῃ ἡμερᾳ ληφθεντος μετα την μαχην και του ἀπο των
. . : Και Ἀπολλοδωρος δε ἐν τῃ περι Θεων ἑπτακαιδεκατῃ περι του των Ἡσυχιδων γενους και της ἱερειας φησι
9999872 δωδεκατῃ
τους νομους ἐπεχειροτονησατε , οὐσης ἑνδεκατῃ του ἑκατομβαιωνος μηνος , δωδεκατῃ τον νομον εἰσηνεγκεν , εὐθυς τῃ ὑστεραιᾳ , και
ἐν Λιμναις Διονυσου , ᾡ τα ἀρχαιοτερα Διονυσια [ τῃ δωδεκατῃ ] ποιειται ἐν μηνι Ἀνθεστηριωνι , ὡσπερ και οἱ
9999864 δωδεκα
πλειους φαμεν εἰναι των τετταρων και ἡμιολιους , ἐαν δε δωδεκα , ἐλαττους και ἡμισεις , και οὐδε ἀνεκτον ἀλλως
ἀντωνυμιαν ἀναφορικην δηλουσαν το ταυτῃ , οἱον “ τῃ και δωδεκα παιδες ἐνι μεγαροισιν λιποντο , ” ῥημα δε προστακτικον
9999863 Καρχηδονα
των Συρακοσιων αὐθις ἀνορθωσαντες διεχειμαζον . και ἐπεμψαν μεν ἐς Καρχηδονα τριηρη περι φιλιας , εἰ δυναιντο τι ὠφελεισθαι ,
ἀποικισμος αὐτης γεγονεν ὑστερον ἐτεσιν ἑκατον ἑξηκοντα της κατα την Καρχηδονα κτισεως . Ἀλλαι δ ' ὑπαρχουσι νησοι κατ '
9999862 ἑπτακαιδεκα
ἰαμβικου πενθημιμερους . το ιηʹ ἰαμβικον ἑφθημιμερες . τα λοιπα ἑπτακαιδεκα οὑτως : το αʹ Φαλαικιον το βʹ ἐκ χοριαμβου
ἀπολοιμεθα : ὑπαρχει γαρ νυν ἡμιν οὐδεν των ἐπιτηδειων . ἑπτακαιδεκα γαρ σταθμων των ἐγγυτατω οὐδε δευρο ἰοντες ἐκ της
9999857 ἡγεμονικῳ
δε αὐτον ἐλυπει το φιλοτιμον , Ἀντιπατρου δε ἠχθετο τῳ ἡγεμονικῳ , Πτολεμαιου δε το δεξιον ὑφεωρατο , Ταρριου δε
ἐπιρρεψει , ἀν τε θελῃς ἀν τε μη . λογικῳ ἡγεμονικῳ δειξον μαχην και ἀποστησεται : ἀν δε μη δεικνυῃς
9999856 ἐταραχθη
οἰκιας και ἀπολυειν ἐλευθερον . Και ταχα ἀν ἑτερος ὠν ἐταραχθη δημον ὁρων τοσουτον μαινομενον και θορυβουμενην πολιν μεγιστην ,
τῳ βασιλει ἁπαντα τα γενομενα . ὁ δε Κροισος ἀκουσας ἐταραχθη και ἐβουλευσατο προς ὑποδειγμα των ἀλλων την Σαμον κατασκαψαι
9999855 σταθμῳ
ἱερεα λεγοντος ἠνωχλησθαι παρ ' ἐμου και παλιν ἐν τῳ σταθμῳ προς το κοινον το ὑμετερον : ἁ δε και
' ἐσσι και οὐκ ἀποφωλια εἰδως . ” ἀποστησωνται ἀποκομισωνται σταθμῳ : “ δειδω μη το χθιζον ἀποστησωνται Ἀχαιοι χρειος
9999854 αἰσθητικῳ
ἐξωθεν ἡλιου ἀκτινος μη εἰσβαλλουσης , αὐταρκες το ἐν ὑποκειμενῳ αἰσθητικῳ τῳ της μητρος ὀγκῳ την δημιουργιαν συντελεισθαι . Ἀλλ
το αἰσθανομενον , μεγεθος ἐχει : οὐ μεντοι το γε αἰσθητικῳ εἰναι οὐδ ' ἡ αἰσθησις μεγεθος ἐστιν , ἀλλα
9999853 ἐρωτικῳ
και τοτε πρωτον ἐμαθον ὁτι μηδεν ἐριζει προς ἡδονην φιληματι ἐρωτικῳ . Ἐπειδη δε του δειπνου καιρος ἠν , παλιν
ὠ Γλαυκων , λεγειν ἁ λεγεις : ἀνδρι δ ' ἐρωτικῳ οὐ πρεπει ἀμνημονειν ὁτι παντες οἱ ἐν ὡρᾳ τον
9999851 Θετταλια
ἐν δε τῳ θʹ Φι - λιππικῳ φησιν ” ἀλλα Θετταλια πως ἐχει ; οὐχι τας πολεις και “ τας
γιγνωσκειν ὡς ἐστιν κατα γε την Ἑλλαδα χωραν κρατιστη ἡ Θετταλια . Το δε μεγεθος τρια των ὀνοματων ἐπιδεχεται :
9999850 κολλυριοιϲ
βλεφαρον ϲτυπτηριᾳ ϲχιϲτῃ μετ ' ὀξουϲ δριμεοϲ και τοιϲ θερμοτεροιϲ κολλυριοιϲ ἠ τῳ δια ϲανδυκοϲ . μη καθιϲταμενου δε ἀναρραπτειν
το λειψανον του παθουϲ κολλυριοιϲ και τῃ λοιπῃ ἐπιμελειᾳ . κολλυριοιϲ δε ἁπαλοιϲ χρηϲτεον ἐπι τουτων , τοιϲ ἀδηκτοιϲ λεγομενοιϲ
9999849 ἑνδεκατῃ
ἐν τοισι πυρετοισι τῃ ἑβδομῃ ἠ τῃ ἐνατῃ ἠ τῃ ἑνδεκατῃ ἠ τῃ τεσσαρεσκαιδεκατῃ ἰκτεροι ἐπιγινονται , ἀγαθον , ἠν
νησος . Μασιον , ὀρος ὑπερ της Νισιβιος . Στραβων ἑνδεκατῃ . οἱ οἰκουντες Μασηνοι , ἠ ὡς Παριον Παριανος
9999849 σαρκωδες
λιαν μακραι φλυαρων και ματαιολογων . Προσωπον το παν ἀνθρωπου σαρκωδες μεν ὀν εὐπαθους και ἡβωντος ἀνδρος , ἀσαρκον δε
πολλαι , ῥηγνυται αὐτεῃ κατα το αἰδοιον αἱμα πουλυ και σαρκωδες : και ἠν μεν μετριαζῃ , σωζεται : ἠν
9999847 ἑνδεκα
, και ἠλπιζον πασας τας ναυς ἀποληψεσθαι . των δε ἑνδεκα μεν τινες αἱπερ ἡγουντο ὑπεκφευγουσι το κερας των Πελοποννησιων
ἐπεπλει αὐτων Ἀντισθενης Σπαρτιατης . ξυνεπεμψαν δε οἱ Λακεδαιμονιοι και ἑνδεκα ἀνδρας Σπαρτιατων ξυμβουλους Ἀστυοχῳ , ὡν εἱς ἠν Λιχας
9999847 τυγχανετω
πινειν διδου , εἰτα το δευτερον ὀξους μετα δη τουτο τυγχανετω , και ὁ τριτος παλιν οἰνου πινεσθω ὑπ '
κακουργοι , γραμμασι , φανεις δε ὡν τον χρηστον εἰκος τυγχανετω . Οἱ πρεσβεις οἱ παρ ' ὑμων χρυσουν μεν
9999847 εὐμεγεθη
, προστισας τας του λαγοου τριχας . ἀλλο . σικυαν εὐμεγεθη προσβαλλε τῳ ὑποχονδριῳ κατ ' ἰξιν της ῥινος πασχουσης
τα σκελη και τα κερατα , και ταυτα μεν ὑπερφυως εὐμεγεθη και θαυμασια την ὀψιν εἰναι , τα δε σκελη
9999846 ἐλθε
μεγαλῃ λεγουσα : Ἀδαμ Ἀδαμ , που εἰ ; ἀναστα ἐλθε προς με , και δειξω σοι μεγα μυστηριον .
. Αἰας δε πρωτος προκαλεσσατο μακρα βιβασθων : δαιμονιε σχεδον ἐλθε : τι ἠ δειδισσεαι αὐτως Ἀργειους ; οὐ τοι
9999845 ἠρωτησε
ἐοικε τρωγων σικυον , ὡς ἐφανη μελιτωδης ὁ χυμος , ἠρωτησε την διακονουσαν , ὁποθεν πριαιτο : της δε κηπον
πολις , ἀλλα μολις . ἐν Πελλῃ προς φρεαρ προσελθων ἠρωτησε εἰ ποτιμον . εἰποντων δε των ἱμωντων , ἠσαν
9999844 ἀκριβη
σχετλιον τοις μεν τα Φιλιππου πραγμαθ ' ᾑρημενοις θεραπευειν οὑτως ἀκριβη την παρ ' ἐκεινου προς ἑκατερ ' αἰσθησιν ὑπαρχειν
ὠν και τα της ἡγεμονιας συνδιοικων . ἀλλα καιτοι βασανον ἀκριβη λαβων ἐκ μακρων χρονων της ἐν τε λογοις και
9999843 εἱνεκα
και ἡ μεν κατεκαη πασα , Σκυλης δε οὐδεν τουτου εἱνεκα ἡσσον ἐπετελεσε την τελετην . Σκυθαι δε του βακχευειν
ὁτι δοιης ἀν , ἐπει τοι και την ἀρχην πειρας εἱνεκα ᾐτουν , ὁπως εἰδειην εἰ και τα τοιαυτα δωσεις
9999843 κλυστηρι
αὐτου ἐλαιου ἐνεματισομεν ὁσον οὐγκιας ἑξ , προκενωσαντες αὐτους ἐκκοπρωτικῳ κλυστηρι , ἐν ᾡ ἀφηψηται πηγανον και κυμινον : εἰτα
ἐν χηνος στεατι τριψας και ῥητινην , ἐς τα αἰδοια κλυστηρι ἐνειναι . Ἠν ὑπο ῥοου ὑδατωδεος το ἠτρον ἀλγεῃ
9999843 κοσμῳ
ἡμων τον νουν ἡλιον , ὁς ἐν ἀνθρωπῳ τῳ βραχει κοσμῳ μη ἀνατειλας και το ἰδιον φεγγος ἐκλαμψας , πολυ
το ἀστρον ὁραται δυνον ἐλασσων ἡμισους ἐνιαυτου . Ἐστω ἐν κοσμῳ ὁριζων ὁ αβγδʹ , ζῳδιακος δε ὁ αεγζʹ ,
9999843 ἀκρωτηριῳ
ἐκπλευσαι , ὁποτε ἐκειθεν ἀραιμι , ἀλλ ' ὑφορμισασθαι τῳ ἀκρωτηριῳ , τας ναυς γαρ τας λῃστρικας ἐν περιβολῃ ἑσταναι
νησος αὑτη της παραλιας χωρας σφοδρα , τῳ δε ἑτερῳ ἀκρωτηριῳ καθηκει ἐπι τον Ναρωνα ποταμον . Ἀπο δε της
9999840 κολλυριῳ
τοιϲ τετραϲι δακτυλιοιϲ πλειονι χρονῳ , εἰτα ἐπιχριειν τῳ ὑποκειμενῳ κολλυριῳ : λιβανου ⋖ Ϛ κομμεωϲ ⋖ Ϛ ϲτυπτηριαϲ ϲχιϲτηϲ
: ἡμειϲ δε εὐδοκιμουμεν ἐπ ' αὐτων τῳ τε διακεντητῳ κολλυριῳ και τῃ προϲ ὑποχυϲειϲ Ἀγλαϊδου χλωρᾳ χρωμενοι . κοινον
9999836 ἀπρεπη
ἐν . στυγερον : μισητον . ἀεικεα : κακον , ἀπρεπη . Ἀδευκεϊ : πικρῳ , ἀπρεπει . Ὑποδμηθεντες :
παραδειγμα κατα νουν ἐδεισας , μη ποτε σοι την ἐρωμενην ἀπρεπη καταστησῃ . της γαρ αὐτης ὑπαρχει δυναμεως γυναικα δυσειδη
9999836 ληθη
: ἐπει δε και σοι δοκει των μεν ἀτοπων ἡ ληθη τῳ ὀντι σοφη κατ ' Εὐριπιδην εἰναι , το
? ἀνεδησε ? [ ˘˘˘˘˘˘ – – ] ων ? ληθη χαρισιν ? ? ? ξειναις ? ἀνελαμψε [ ˘˘˘˘
9999835 φαρταριᾳ
ἐγγισει . Εἰτα ἐπιμεριζει ὁ Κρονος ἐν τῃ του Ἑρμου φαρταριᾳ ἐτος α μηνας ι ἡμερας η ὡρας ιγ ἐγγιστα
ἡ δοξα αὐτου . Εἰτα ἐπιμεριζει ὁ Ἑρμης ἐν τῃ φαρταριᾳ της Σεληνης ἐτος ἑν μηνας γ ἡμερας ιβ ὡρας
9999834 Σικελικη
ὁ Ἀττικος κεραμος . πρωτον μεν ἡ των κοτταβων εὑρεσις Σικελικη ἐστιν παιδια , ταυτην πρωτων εὑροντων Σικελων , ὡς
τουτων ἑκαστη κατα λογον ἐπιγραφονται , Ῥωμαϊκων Κελτικη τε και Σικελικη και Ἰβηρικη και Ἀννιβαϊκη και Καρχηδονιακη και Μακεδονικη και
9999833 ξηραινω
Ποσειδαων γαιηοχος ἀσκελες αἰεν : παρα το σκελλω , το ξηραινω , γινεται ἀσκελες , το ἀγαν σκληρον , ὁθεν
και καυσιν ἐπιτηδειος . ἠ παρα το αὐω , το ξηραινω , γινεται αὐος , ὁ ξηρος , . ,
9999832 γνωσεσθε
ἐγνωκως ποιειν ἐφενακιζεν ὑμας , ἀπο της διαβασεως ἡν ἐποιησατο γνωσεσθε : ἐκ γαρ Ἀβυδου της τον ἁπαντα χρονον ὑμιν
- τον ἐμοι τῃ συγγενειᾳ προσηκοντες ἐτυγχανον . Τῳ δε γνωσεσθε τουθ ' , ὁτι ἐμοι μεν ἀγχιστευειν , τοις
9999830 ἀπεπεμψε
μεν λοιπους των Νομαδων ὡς ὑποπτους ὁ Καισαρ ἐς Λιβυην ἀπεπεμψε , Πασιου δε πελασαντος αὐτῳ συν καταφρονησει και μερος
δειπνοποιεισθαι . της δ ' ἡμερας διελθουσης τον μεν κηρυκα ἀπεπεμψε , δους εἰς την αὐριον την ἀναιρεσιν , αὐτος
9999830 ἐμποριῳ
και ἀδικον , ὠ ἀνδρες δικασται , δανειζεσθαι ἐν τῳ ἐμποριῳ ναυτικα χρηματα και ταυτ ' ἀποστερειν και μη ἀποδιδοναι
αἰτιωμενος τους χρηστας ἐπιθυμουντας της νεως διαβεβληκεναι αὑτον ἐν τῳ ἐμποριῳ , ἱνα κατασχωσι την ναυν εἰς ἀποριαν καταστησαντες του
9999829 Ἰταλιᾳ
πως ἐσπλευσαντες . εἰσι δε και νυν ἐτι ἐν τῃ Ἰταλιᾳ Σικελοι , και ἡ χωρα ἀπο Ἰταλου βασιλεως τινος
των ὀχλων κατακοπησεσθαι , περι δε το τελευταιον τριωρον γενομενης Ἰταλιᾳ και Κιλικιᾳ και Λιβυῃ και τοις προς ἑσπεραν κατοικουσι
9999827 Ἀληθη
φοβουνται , ὁταν φοβωνται , οὐδε αἰσχρα θαρρη θαρρουσιν ; Ἀληθη , ἐφη . Εἰ δε μη αἰσχρα , ἀρ
οὑτως το ἑν πολλα εἰη ἀλλ ' οὐχ ἑν . Ἀληθη . Δει δε γε μη πολλα ἀλλ ' ἑν
9999825 σωφροσυνῃ
δε τελος του βιου ἀνυσαιμι ὡσπερ και ἠρξαμην , ἐν σωφροσυνῃ διατελεσας : ἀναξ : θεους γαρ : ἀναξ κυριως
το γαρ ἡδυ και το λυπηρον μονῃ δοκουσιν ὑποκεισθαι τῃ σωφροσυνῃ , και τουτων ἐπικρατουντος του λογου κατορθουσθαι αὐτην ,
9999825 ἐσπουδαζε
τῳ υἱῳ κατελιπεν . Διονυσιος τους ἐπιβουλευοντας φωραν μαλιστα παντων ἐσπουδαζε . των ξενων τις περιῃει την πολιν φασκων μονος
, και παραγενομενος προς τας νυμφας , και τυχων ὡν ἐσπουδαζε , την μεν κιβισιν περιεβαλετο , τα δε πεδιλα
9999825 ἐκπεσε
: της δ ' ἐλελιχθη γυια , χαμαι δε οἱ ἐκπεσε κερκις : ἡ δ ' αὐτις δμῳῃσιν ἐϋπλοκαμοισι μετηυδα
πληξεν : ὁ δ ' ἰδνωθη , θαλερον δε οἱ ἐκπεσε δακρυ : σμωδιξ δ ' αἱματοεσσα μεταφρενου ἐξυπανεστη σκηπτρου
9999823 θελω
ἐαν δε τουτο δρᾳς , κυλοιδιαν ἀναγκη . Ἐπει ' θελω ' γω σωφρονως ὡσπερ κορη καθησθαι , λυπουσα μηδεν
δωμα βεβαλοι , οὐδ ? ? ' ἐσιδην φαεεσσι [ θελω νεκυν ] , οὐδε γοασαι γυμναισιν χαιταισιν , [
9999823 ἀψευδες
και ἐκτεινας αὐτοχειρι τον φιλον : κἀγω το Φοιβου θειον ἀψευδες στομα ἠλπιζον εἰναι , μαντικῃ βρυον τεχνῃ , ὡς
φιλοσοφον . ἀλλ ' ὠ Εὐριπιδη , χρυσουν σου το ἀψευδες στομα , ὁτε ἐλεγες πολλαι μεν ὀργαι κυματων θαλασσιων
9999823 ἐδημιουργησε
γενος το αἰσθησεων ἐστιν , ᾡ κρατηρας οἰκειους ἡ φυσις ἐδημιουργησε . κρατηρες δε ὁρασεως μεν ὀφθαλμοι , ἀκοης δε
ζωτικην οὐσαν τας ἁπλας και ἀπαθεις σφαιρας ἀπ ' αὐτης ἐδημιουργησε , το δε ἐσχατον αὐτης εἰς τα γεννητα και
9999823 τἀληθη
ὁτιουν . ἐγω μεν γαρ ὑπ ' ἀβελτεριας ᾠμην δειν τἀληθη λεγειν περι ἑκαστου του ἐγκωμιαζομενου , και τουτο μεν
ἰατρον , ἠ ὡς διακονησοντα και προς χαριν ὁμιλησοντα ; τἀληθη μοι εἰπε , ὠ Καλλικλεις : δικαιος γαρ εἰ
9999822 σωτηριᾳ
των ἐγκληματων . ὁ δε βασιλευς περιχαρης γενομενος ἐπι τῃ σωτηριᾳ τἀνδρος μεγαλαις αὐτον δωρεαις ἐτιμησε : γυναικα γαρ αὐτῳ
. „ ὁ μυθος προς ἀνδρα δια θησαυρων εὑρεσιν ἐπι σωτηριᾳ κινδυνευσαντα . κολοιος ἰδων περιστερας ἐν τινι περιστεροτροφειῳ καλως
9999820 εὐωδη
οὑτως : και τοτε περιπατησεις κἀπονιψει κατα τροπον τας χειρας εὐωδη λαβων [ την ] γην . και Φιλοξενος δ
. Και τοτε περιπατησεις κἀπονιψει κατα τροπον τας χειρας , εὐωδη λαβων την γην . Τις δ ' ἐγχελειον ἀν
9999820 ξηροτηϲ
ἠπερ τηϲ ξηροτητοϲ οὑτοι οὐ φαλακρουνται . εἰ δε ἡ ξηροτηϲ ἐπικρατει ὀλιγον , οὑτοι φαλακρουνται . Ψυχρου και ὑγρου
, φλεβεϲ ἐν κροταφοιϲ ἐπηρμεναι , ἀνορεξια ἀναπνοη θερμη γλωϲϲηϲ ξηροτηϲ , ψυχρου ὑδατοϲ μαλλον δε ἀεροϲ ἐπιθυμια , βηξ
9999819 κολοφωνα
' ἀκουων . τουτους τους στιχους , ἀγαθε διδασκαλε , κολοφωνα των περι της μουσικης λογων πεποιημαι , ἐπει φθασας
λεγεται γαρ ἐν τηι συνηθειαι [ ] [ ] τον κολοφωνα ? [ ] ἐπεθηκεν ἠ κατα ? [ ]
9999819 εὐηθη
μετεωρισας ἁπαν ἐξῃεις ἀγων το στρατευμα . τουτο δε ἐστιν εὐηθη δειξαι την πολιν και ῥᾳδιως παρελκομενην . Πολλα δε
, ἱνα δοξῃς την εὐχην φρονιμως ποιεισθαι ; νυν γαρ εὐηθη λογον εἰρηκας : μητε τα χρηστα σοι λυπηρα φαινεσθαι
9999817 Δημητρι
εὑρειν την μυησιν την συντελουμενην κατ ' ἐνιαυτον ἐν Ἐλευσινι Δημητρι και Κορηι . Ἀνδρων [ . ] μεν οὐν
περι : Σολων ἐπλευσεν ἐπι Κωλιαδος , ἐνθα αἱ γυναικες Δημητρι ἑορτην ἐτελουν ἐπ ' αὐτῃ τῃ θαλασσῃ . αὐτομολον
9999816 Παλλαδιῳ
κελευουσιν την διωξιν εἰναι : ὡστ ' εἰ διομει ἐπι Παλλαδιῳ αὐτος και ἡ γυνη και τα παιδια και καταρασεσθε
. . . Κλειτοδημος δε φησιν , Ἀγαμεμνονος συν τῳ Παλλαδιῳ προσενεχθεντος Ἀθηναις , Δημοφωντα ἁρπασαι το Παλλαδιον , και
9999816 γονῳ
ὁμοιους εἰναι τοις εἰσποιητοις των παιδων , τουτους δε γνησιους γονῳ της πατριδος πολιτας εἰναι . δοκει δε μοι και
, οἱς οὐδ ' ὁτιουν προσηκει : οὑτοσι δε οὐτε γονῳ του τετελευτηκοτος υἱος ὠν οὐτ ' εἰσποιηθεις κατα τους
9999816 τοὐπισω
Λεων δε στραφεις και βρυχησαμενος γε ᾠχετο φυγας τρομαξας εἰς τοὐπισω . Τουτον δ ' ἀλωπηξ προσιδους ' ἐπεφωνει :
την ἐπι τον Ἁιδην φερουσαν ὁδον : ἐπιστρεφονται γουν εἰς τοὐπισω και ὡσπερ οἱ δυσερωτες κἀν πορρωθεν ἀποβλεπειν τα ἐν
9999816 ἐκτισθη
τῃ πολει της Κιλικιας . Ἡ δε αὐτη πολις Ῥωσος ἐκτισθη ὑπο Κιλικος του υἱου Ἀγηνορος . Ὁ δε Σελευκος
ἐστιν ἁ χωρια . παντα δε ταυτα ὑστερον των Τρωικων ἐκτισθη . Δυνατωτερας δε γιγνομενης της Ἑλλαδος και των χρηματων
9999815 βελτιονι
ἡ των παθων ἀμετρος ἰσχυς ἐξασθενησασα πλατος ἐμπαρασχῃ ψυχης τῳ βελτιονι μερει . Προσεξεταστεον δε ὁτι και οἰκειοτατον ἑκαστῳ των
μεν μετασχειν αὐτοις της πολιτειας ἁπαντες ἐν ἐπιτηδευμασι και βιωι βελτιονι διετελουν ὀντες : ἐπει δε της δημοκρατιας των Βυζαντιων
9999815 φαραγγα
τῳ αὐχενι , παρα τον βροχον εἰρηται , ὁν και φαραγγα καλουσι . και ἡ μεν συνηθεια βρογχον καλει :
προς ἀνατολας μακραν , και ἰδον τοπον ἀλλον μεγαν , φαραγγα ὑδατος , ἐν ᾡ και δενδρα χροα ἀρωματων ὁμοιων
9999815 Ἑκατῃ
μεν δη , φησιν , δια τουτο τρυχῃ ὁτι τῃ Ἑκατῃ οὐκ ἐτελεσας θυσιαν . το δε ἑξης : συ
και αὐτην ἐξ ἀφρου γεννηθηναι . Ἀπολλοδωρος δε φησιν τῃ Ἑκατῃ θυεσθαι τριγλην δια την του ὀνοματος οἰκειοτητα : τριμορφος
9999815 ἀκρεα
τα περι τα χειλη μορια , πτερα και τἀλλα τα ἀκρεα : ἐντερα τε και μητρα και οὐρα των σαρκων
οἱ πετραιοι των ἰχθυων και [ οἱ ] κρεων τα ἀκρεα και οἱ ἁπαλοι ὀρνιθες . ὁταν δε τῃ αὐξησει
9999814 φανῃ
. εἰ δε μη σφοδρος ὁ πυρετος και τινα πεψεως φανῃ σημεια , και των ὀρνεων ἐπιδιδου τα πτερα και
τῳ ξενῳ ὡς νιψουσα αὐτου τους ποδας : ἰσως εὐλαβηθεις φανῃ περιεργος και ὁ Αἰσωπος δαρησεται . “ ἡ δε
9999813 αὐϲτηρῳ
ῥεουϲαϲ τριχαϲ χρω τουτῳ : γην κιμωλιαν ἁδροτατην βρεξον οἰνῳ αὐϲτηρῳ και μορων χυλῳ τοϲουτον ὁϲον ϲυμπιειν μονον και προϲβαλε
δε εἱλκωμενα τροχιϲκοιϲ ἐπιχριειν λυομενοιϲ γλυκει ἠ οἰνῳ λεπτῳ και αὐϲτηρῳ μη παλαιῳ ἠ ὀξυκρατῳ ὑδαρει : προϲφερειν δε και
9999813 Λακωνικῃ
, ἰδε κρηνην Ὑπερειαν . εἰναι δε φασι και ἐν Λακωνικῃ Ὑπερειαν κρηνην . ἐκ δε Μεσσανας Ἀμυθαν : ἐκ
χωραν ἐχουσιν Ἐρετριεις . Καρυστος δε ἐστι και ἐν τῃ Λακωνικῃ τοπος της Αἰγυος προς Ἀρκαδιαν , ἀφ ' οὑ
9999812 Μακεδονιᾳ
Ἀνδροτιων ἑκτῳ Ἀτθιδος . Γρηστωνια , χωρα Θρᾳκης προς τῃ Μακεδονιᾳ , Θουκυδιδης δευτερᾳ . ἀπο Γραστου τινος . το
δουλων και ὑπηκοων , και της Θρᾳκης τα πολλα τῃ Μακεδονιᾳ προσεθηκεν , και των ἐπι θαλαττῃ χωριων τα ἐπικαιροτατα
9999811 αἰθωνι
κομοωντες Ἀχαιοι , ἀλλοι μεν χαλκῳ , ἀλλοι δ ' αἰθωνι σιδηρῳ , ἀλλοι δε ῥινοις , ἀλλοι δ '
Ἱεροσολυμα : ἀπο Αἰλιου Ἀδριανου . ὁ πολιτης Αἰλιωτης . αἰθωνι : λαμπρῳ γινεται . . . . αἰθωνας :
9999811 ῥυπτικηϲ
αὐτουϲ αὐτῃ , ὡϲ ἐπειραθημεν . και ἡ κιϲϲηριϲ δε ῥυπτικηϲ ἐϲτι δυναμεωϲ ὡϲ ἡ ϲμυριϲ . και το των
ὁ δη και ϲκορπιουρον καλουϲιν , θερμηϲ και ξηραϲ και ῥυπτικηϲ ἐϲτι δυναμεωϲ : οὑ το ἀφεψημα ποθεν ἀγει φλεγμα
9999811 Πατηρ
τροφην τε και παιδευσιν , ᾑ χρησαμενος τοσοσδε ἐγενετο . Πατηρ μεν οὐν ἠν αὐτῳ Γαϊος Ὀκταουϊος , ἀνηρ των
Υἱου τῳ αἰτιῳ : το αἰτιον φυσει μειζον : ὁ Πατηρ ἀρα μειζων του Υἱου φυσει . ἐνταυθα παρα το
9999810 ἁρπαγες
χρονον κακουργων πραγματων ἠ λῃστρικων ἐρωσι : γινονται γαρ πλαστογραφοι ἁρπαγες θυρεπανοικται κυβευται τεθηριωμενην την διανοιαν ἐχοντες . ἐαν δε
δε οὐσαι και ἀμφοτερα σημαινουσιν . Οἱ ὀξεις ὀφθαλμοι ταραχωδεις ἁρπαγες : οἱ δε ἰλλωπτοντες και τα βλεφαρα ἐπιβαλλοντες ἀνδρογυνοι
9999810 Κρονιδα
παρα Διος : τι ἐρδων φιλος σοι τε , καρτεροβροντα Κρονιδα , φιλος δε Μοισαις Εὐθυμιᾳ τε μελων εἰην ,
πολλους ἀνδρας ἀγαγειν ἀπο Θηρας εἰς την Λιβυην . τεμενος Κρονιδα : τον Νειλον Κρονιδαν [ φησιν ] , ὡς
9999810 μικραϲ
, γαλακτι ἀντι ὠου ἐγχυματιζουϲιν , ἐλαθον δε αὑτουϲ ἀντι μικραϲ παραμυθιαϲ χρονιαϲ διαθεϲεωϲ τῳ παϲχοντι προξενοι γιγνομενοι . το
Ἡ παροξιϲ κερατιον ἑν ἡμιϲυ . Ὁ κυαθοϲ ἐχει μναϲ μικραϲ ἠτοι μυϲτρα μικρα δυο . το γαρ μυϲτρον ἐχει
9999810 ἀκανθωδες
δε φυλλα αὐτης ὀζει κεδρομηλων . Μεσπιλον : το δενδρον ἀκανθωδες ἐστι , καρπον φερον μικρον , μηλῳ ὁμοιον ,
το δενδρον ὁ λωτος οὐ μεγα , τραχυ δε και ἀκανθωδες , ἐχει δε φυλλον χλωρον παραπλησιον τῃ ῥαμνῳ ,
9999809 ὠφελησε
οἱ δε ἐπιλογοι ἐχουσιν ὁσα ζων ὁ πενης την πολιν ὠφελησε , διασκευην του παθους , ἠθοποιϊαν , καταδρομην του
πειραν και το θαυμαστον , ὁτι και ἐπι θερμων ῥευματων ὠφελησε προσενεχθεν και ἐκωλυσε παλιν γενεσθαι ῥευματισμον δευτερον . μετριας
9999809 εὐσεβειᾳ
Ῥηνειαν , ὁτι οἰκισας αὐτην ὁ Μινως ἀνεθηκε τῳ Ἀπολλωνι εὐσεβειᾳ , το δ ' εὐσεβες δικαιον . του δε
οὐ την τεταγμενην κατα την ἐνεργειαν , ἀλλα την τῃ εὐσεβειᾳ ἐναντιαν ἑξιν . Το δε κατ ' ἀσεβειαν πεπραγμενον
9999807 αἰγειῳ
σατυρισκος πενταπηχυς , ἐστεφανωμενος πιτυος στεφανῳ χρυσῳ , τῃ δεξιᾳ αἰγειῳ κερατι χρυσῳ σημαινων . Ὁ δε ἐλεφας σκευην εἰχε
και οἰνου πινομενον ἐλμινθας και ταινιας ἐξαγει . γαλακτι δε αἰγειῳ συνεψομενον θωρακα ἰαται . θυμιωμενον δε ὀφεις ἐλαυνει .
9999807 θυγατηρ
ὑστερον Μνησιμαχην Λυσιππου του Κριωεως θυγατερα . και γιγνεται αὐτῳ θυγατηρ ὀνομα Κλειτομαχη , ἡν ἐβουληθη μεν ἐκεινος ἀγαμῳ τῳ
Λευκιππου εἰναι του Περιηρους , ἡς και Ἀπολλωνος Ἀσκληπιος και θυγατηρ Ἐριωπις : [ . . . ] δ '
9999807 κρητηρι
γαρ λεγειν Σκαιαων . . ὁρκια πιστα θεων συναγον , κρητηρι δε οἰνον μισγον , ἀταρ βασιλευσιν ὑδωρ ἐπι χειρας
' ἐνθεν θυμοφθορα φαρμακ ' ἐνεικῃ , ἐν δε βαλῃ κρητηρι και ἡμεας παντας ὀλεσσῃ . ” ἀλλος δ '
9999807 σμυρνα
ἐν ᾡ γηρας ὀφεως ἐγκαθηψηται , ἠ κυμινον Αἰθιοπικον . σμυρνα δ ' ἠ λιβανωτος ἠ μελας ἐλλεβορος ἠ καστοριον
, ὀριγανον , ἠρανθεμον , ἁλος ἀχνη , ἁλες , σμυρνα , γη ἁλμυριτις , ἀμπελιτις , ὀμφακιον , κεδριδες
9999806 σεληνῃ
ἀπο του των συνεσχηματισμενων ἀστερων τῳ τε ἡλιῳ και τῃ σεληνῃ και τῳ ὡροσκοπῳ προσωπου προς ἀρρε - νογονιαν ἠ
περι αὐτην συμβαινον καταμαθοιμεν . Δυο κυκλοι νοουνται ἐν τῃ σεληνῃ , εἱς μεν , ᾡ διακρινεται το σκιερον αὐτης
9999806 βανδα
κυκλωσεις ὑπο των ἐναντιων εὐκολως γινονται , δυο ἠ τρια βανδα εἰς πλαγιοφυλακας , ἰσομετωπους του αὐτου μερους , κατα
ἑνα στρατιωτην ἀφοριζεσθαι . Χρη ἐν τοις μεγαλοις ταγμασι διπλα βανδα γενεσθαι και προ του πολεμου το μεν ἑν τον
9999805 λαβεσθε
ἀγνοων ὁτι μεταγενεστερων Ἰωνων ἐστι τα τοιαυτα , πιθεσθε , λαβεσθε . Σ : σμερδαλεω δε λεοντε δυ ' ἐν
μεταπεμπου νυν ταυτα σπουδῃ και μυρον , εὑρημα Μεγαλλου . λαβεσθε : και γαρ ἐσθ ' ὁμου . ἐπειθ '
9999804 Μενεσθεα
ἀμφισβητησαντος δε Εὐβουλιδου του κληρου του Ἁγνιου κατα γενος , Μενεσθεα μη ἀμφισβητησαι του κληρου , μηδ ' Εὐκτημονα τον
τε ἐν Θεσπρωτοις ἐχομενου και Ἀθηναιων οὐχ ὁμονοουντων ἀλλα ἐς Μενεσθεα ῥεποντων μαλλον ταις εὐνοιαις . οὐ μην οὐδε ἀγωνος
9999804 εὐνῃ
δ ' ὠρινε θεαων . Ἡρη μεν παρακοιτις ἀγαλλομενη Διος εὐνῃ ἱστατο θαμβησασα και ἠθελε ληιζεσθαι : πασαων δ '
μεν δη μαλα παγχυ , Μελανθιε , νυκτα φυλαξεις , εὐνῃ ἐνι μαλακῃ καταλεγμενος , ὡς σε ἐοικεν : οὐδε
9999804 αἰσθητηριῳ
μετα βαρυτητος και στερροτητος . και προς τουτοις τῳ κυριως αἰσθητηριῳ το αἰσθητον ἐν χρῳ ἐπιθεμενον κατεχει ἀναισθητον , καιπερ
και κατ ' αὐτας διατιθεμενου ἐμφαινεσθαι συμφημι και ἐν τῳ αἰσθητηριῳ τα φαντασματα , ἀλλ ' οὐχ ὡς αἰσθητικῳ οὐδε
9999804 σπουδαιῳ
ἀρετας , ἀλλα και τας ἀλλας τεχνας τας ἐν τῳ σπουδαιῳ ἀνδρι ἀλλοιωθεισας ὑπο της ἀρετης , και γενομενας ἀμεταπτωτους
κακιᾳ κακος : ἐναντιον δ ' ἀρετῃ μεν κακια , σπουδαιῳ δ ' ὁ κακος . εἰκοτως τοινυν ἐναντιοτης θεωρειται
9999804 δοιη
και μετα διαιρεσεως ὁ λογος προβαιη και ὁ μεν μηδαμως δοιη τον σιγωντα λεγειν , ὁ δε συναξει ὡς δυνατον
τι ἡγειτο δυνατον , εἰ δε θεος τις ὑποσχοιτο και δοιη , ταχ ' ἀν γενεσθαι το τοιουτον . και
9999803 Φαρμακα
ἱνα το σιαλον ἀνιεναι δυνηται και ἰσχυῃ ὁ καμνων . Φαρμακα δε της ἀναγωγης ἑκταιοισι και ἑβδομαιοισι και ἐνναταιοισι και
πρωτην , ἀνθος ὀλιγον ἐν οἰνῳ λευκῳ εὐωδει προστιθει . Φαρμακα προσθετα εἰς το μητρην καθηραι ἐπιτηδειοτατα : λαβων ἀνθος
9999803 ἀπηγγελλε
γαμον τολμησῃ τι θανατωδες , ἀλλας αὐτῳ της ἀντιρρησεως αἰτιας ἀπηγγελλε . Πενητες ἐσμεν , ὠ παι , και δεομεθα
ἀτιμως . Ὁ δ ' ἐπανελθων και τι πλεον ἀκηκοως ἀπηγγελλε Καισαρι , ὡς οὐδε τοὐνομα αὐτου διαφεροιτο περι τας
9999803 Νεστωρ
Ἠως , ὠρνυτ ' ἀρ ' ἐξ εὐνηφι Γερηνιος ἱπποτα Νεστωρ , ἐκ δ ' ἐλθων κατ ' ἀρ '
ἐστιν ἀλλος μεν τις μογεων ἀποκινησασκε τραπεζης πλειον ἐον , Νεστωρ δ ' ὁ γερων ἀμογητι ἀειρεν , ὡς παντος
9999803 σοφωτατε
Ταυτα δρασομεν : συ δ ' ἡμιν , ὠ θεων σοφωτατε , ἁττα χρη ποειν ἐφεστως φραζε δημιουργικως : τἀλλα
φωσιν , αὐτα ταυτα εἰναι νομιμα ; Εἰεν , ὠ σοφωτατε Καλλικλεις : οὑτω λεγεις ; Πανυ μεν οὐν .
9999803 νοτιδα
της ἀλλης σαρκος : ἐπιπροσθειν οὐν ξυμβαινει την ἐντευθεν ἑλκομενην νοτιδα τῳ ξυναγομενῳ κατωθεν ἰχωρι , και τα μεν ἐνοχλευντα
νυν λεγομενον . τουτο δε δια την περι τον ἐγκεφαλον νοτιδα συνιον αὐτο προς αὑτο και βλαστανον κυκλῳ περιημφιεννυεν την
9999803 Σελευκῳ
' ἐπεμψε την τιγριν , ἡν εἰδομεν ἡμεις , τῳ Σελευκῳ παλιν ἐδει ἡμας τι παρ ' ἡμων ἀντιπεμψαι θηριον
αὐτον κατοπιν ἐχεσθαι αὐτων : των πεζων δε την φαλαγγα Σελευκῳ και Ἀντιγενει και Ταυρωνι προσεταξεν ἀγειν , μη προσθεν
9999803 δημῳ
καταναγκασει τον νεον , αὐτος ἐκ των ἐναντιων ἐφανη τῳ δημῳ πολεμιος , αὐτος ἁπαντων ἡμων τας ἐλπιδας παρετρεψε ,
' Ἀθηναιων ὑποδεχεσθαι μηδ ' ἐκπεμπειν , ὁμως συνεπραττον τῳ δημῳ την καθοδον και το πολλακις ἀνεγνωσμενον παρ ' ὑμιν
9999803 ἐκυριευσε
παρελαβεν παρα Κρατησιπολεως . τας δε αἰτιας δι ' ἁς ἐκυριευσε πολεων ἐπιφανων προδεδηλωκοτες ἐν ταις προ ταυτης βιβλοις το
μετα δε ταυτα την των Πανορμιτων χωραν λεηλατησας ἀναριθμητου λειας ἐκυριευσε , των δε Πανορμιτων πανδημει παραταξαμενων προ της πολεως
9999802 νουϲοϲ
γαρ το πλεον θνῃϲκουϲιν . ἠν δε κοτε ἐπαναφερῃ ἡ νουϲοϲ , και τι ἐϲ ἀγαθον τραπηται , αἱμορραγιη λαβρωϲ
νουϲοϲ , εὐτε ἐπι προφαϲει ϲμικρῃ ὁ πονοϲ και ἡ νουϲοϲ ἐξηφθη . ἐϲτι δε ἁπαντων μεν ξυλληβδην των νευρων
9999802 Παρθενιῳ
της Μυσιας Τευθραντι . το δ ' ἀπολειφθεν ἐν τῳ Παρθενιῳ βρεφος ὑπο της Αὐγης βουκολοι τινες Κορυθου του βασιλεως
. Ἁρπυς : ὁ Ἐρως : ἡ χρησις παρα τῳ Παρθενιῳ ἐν Κριναγορᾳ : ἀμφοτεροις ἐπιβας Ἁρπυς ἐληϊσατο . εἰρηται
9999802 δεδηλωκε
δε τουτοις μετην της πολιτειας οἱς εἰη Ζευς ἑρκειος , δεδηλωκε και Ὑπερειδης ἐν τῳ ὑπερ δημοποιητου , εἰ γνησιος
δημου πολιτης γεγενημενος . ὁν δε τροπον γινονται τινες δημοποιητοι δεδηλωκε Δημοσθενης ἐν τῳ κατα Νεαιρας , εἰ γνησιος .
9999802 ὁρισμῳ
ἐν ἰδιοις μετασχηματισμοις διαφορους χρονους δηλουν : προστιθησι δε τῳ ὁρισμῳ και φησι μετ ' ἐνεργειας και παθους ἠ οὐδετερου
εἰς καταφασιν και ἀποφασιν : οὐδεποτε γαρ ὁμωνυμος φωνη ἐν ὁρισμῳ τινος ἠ ὑπογραφῃ λαμβανομενη , οἱον οὐδεις ὁριζομενος ἠ
9999801 ἱστορηκε
τωι λιμενι διαναυμαχουντα του Θησεως ἐκπλεοντος . ὡς δε Φιλοχορος ἱστορηκε , τον ἀγωνα του Μινω συντελουντος , ἐπιδοξος ὠν
. Ἀριστων δ ' ὁ Χιος και Θεοφραστου τινα δοξαν ἱστορηκε περι των ῥητορων . ἐρωτηθεντα γαρ , ὁποιος τις
9999801 χαλβανη
Αἰγυπτια μαστιχη , ῥοδινον ἐλαιον , σμυρνα , στυραξ , χαλβανη , χονδρος , βουτυρον , οἰσυπος , στεαρ ὑειον
. ὀσφραινομενα δε διεγειρει τας πνιγομενας ἀσφαλτον , καστοριον , χαλβανη , πισσα ὑγρα , κεδρια , ἐλλυχνια ἁπτομενα και
9999801 ὁμιλιᾳ
, την δε γλωτταν εἰς δρομον ἀσκων τῃ των ῥητορων ὁμιλιᾳ . καιτοι τις οὐκ ἀν ἀρκουσας ὑπολαβων εἰς εὐδαιμονιαν
τοσουτον διηνεγκε των προ αὐτου και μαλιστα τῃ προς Ῥωμαιους ὁμιλιᾳ και πολιτειᾳ , ὡστε και βασιλευς ἐχρηματισε , δοντος
9999800 ἐξεθεμεθα
και Καππαδοκια , Μεσοποταμια , Συρια , Ἐρυθρα θαλασσα . ἐξεθεμεθα δε τα κατα μερος δια το χρησιμευειν το τοιουτον
των αὐτων ὁρων και δι ' ἀδυνατου . ἐπει οὐν ἐξεθεμεθα την δι ' ἀδυνατου , δεικτεον ἡμιν το αὐτο
9999800 κηρωτῃ
. Ἰησις , ἀλητῳ ξυν μαννῃ , ἠ θειῳ ξυν κηρωτῃ . Αὐτικα ἀναπλασεις , ἐπειτα ἀνακωχησεις τοισι δακτυλοισιν ,
το δερμα ἑρπητα ϲκωριαν μολιβδου ἀναλαβων λειου πηγανου χυλῳ ἠ κηρωτῃ ἀντι πηγανου μυρϲινῃ . Ἀλλο . ἐριου παλαιου ἀπλυτου
9999800 ἐξηλασε
βρεφους ἐδωκε σοι καταπιειν , ὁ δε εἰς ἡλικιαν ἀφικομενος ἐξηλασε σε της ἀρχης πολεμῳ κρατησας , εἰτα ἐς τον
γ ' οὐδεν ἠν ἑτερον ἀρα , ὁ της πατριδος ἐξηλασε και των ἀλλων ἀγαθων ἀνονητον ἐποιησεν , ἠ το
9999799 αἰσχρῳ
μην ὀνειροπολουντες ἐκ κληρου διαδοχην , μητ ' ἀλλῳ τῳ αἰσχρῳ και κιβδηλῳ τε και καπηλῳ και ἡκιστα ἐλευθερῳ ἁλισκομενοι
και καθ ' ἡσυχιαν , αὐτος δηλονοτι οὐδεποτε εἰξας τῳ αἰσχρῳ ὀνειδει ἀλογως κινδυνευσειν . ξυμβησεσθαι : ἠτοι κατα γνωμην

Back