ἐμπαϲϲε τῳ ποτῳ . ἀκρωϲ δε ποιει ῥαφανου χυλοϲ , κυαθοι β μετ ' οἰνου κυαθου α ποτιζομενοι , και
, και θεραπευονται . της δε κραμβης αὐτης του ἀφεψηματος κυαθοι τρεις καθ ' ἑκαστην ἡμεραν πινομενοι καλως ὠφελουσι ,
9999944 Καρχηδονιων
Καρχηδονα . , . . ) Ὑπηρχον γαρ οἱ μετα Καρχηδονιων στρατευσαμενοι Ἰβηρες , Κελτοι , Βαλεαρεις , Λιβυες ,
τῃ ἀποικιᾳ την πολιν διεγραφον , ἐνθα ποτε ἠν ἡ Καρχηδονιων , οὐδεν φροντισαντες , ὁτι Σκιπιων αὐτην , ὁτε
9999942 ἐνετειλατο
και Ἰσαακ και Ἰακωβ . Και εἰπων αὐτοις ταυτα , ἐνετειλατο αὐτοις λεγων : Θαψατε με εἰς Χεβρων . Και
ὑπερ ἡμας πορευομενος . μελλον ἐντειλεν : το μελλον ἐσεσθαι ἐνετειλατο , φησιν , ὁ Ἡλιος , ἱνα πρωτοι θυσωσι
9999941 ἀγορησατο
και προσθεν ἀριστη φαινετο βουλη : ὁ σφιν ἐϋ φρονεων ἀγορησατο και μετεειπεν : ἰσχεσθ ' , Ἀργειοι , μη
ἠγερθεν ὁμηγερεες τ ' ἐγενοντο , τοισιν δ ' Ἀλκινοος ἀγορησατο και μετεειπε : “ κεκλυτε , Φαιηκων ἡγητορες ἠδε
9999941 Κυζικηνοι
τουτο δρωντων αἱ μεν κατεδυοντο αἱ δε περιετρεποντο . Τουτο Κυζικηνοι θεασαμενοι ὡρμησαν ἐπι τα των Ποντικων στρατοπεδα , και
τουτων ἀποκρινασθαι σοι . τι δε ἐφην οἰεσθε ὑμεις οἱ Κυζικηνοι κακον εἰναι ; νοσον , πενιαν , θανατον ,
9999940 νοσουν
, ἐαν τις ἱματιον ἀποδωται κιβδηλον ἠ σκευος ἠ κτηνος νοσουν τε και ἀχρηστον , ἀναγκη αὐτο ἀπολαμβανειν , ὡστε
ἀντι σφριγωσης και ἀθλητικης ὀντως | εὐεξιας οὐδεν ὁτι μη νοσουν κατασκευασαντες και τον πληρη και ναστον , ὡς ἐφη
9999940 ἐκελευε
ἀγωγην οὐκετι βασιλικην , ἀλλ ' ἰδιωτου του τυχοντος οἰκειαν ἐκελευε γινεσθαι . μετα δε ταυτα βασιλικως ἠδη διεξαγων τα
. ὁτε οὐν τις προς αὐτον παρεγενετο χαριν αἰτουμενος , ἐκελευε φερειν τα κιβωτια και δεικνυειν αὐτα ἀνεῳξαντα . εὑρισκετο
9999940 εἰλικρινως
ἐπικρατειαν προηγεισθαι της κατ ' εἰλικρινειαν . ἱνα γαρ τι εἰλικρινως κινηθῃ , τουτεστιν ὁλον δι ' ὁλου , προτερον
μεταξυ που κυλινδειται του τε μη ὀντος και του ὀντος εἰλικρινως . Ηὑρηκαμεν . Προωμολογησαμεν δε γε , εἰ τι
9999939 διεξοδοι
ϲυϲταϲεϲι καρπων ἡτε εἰϲ το ϲωμα προϲθεϲιϲ παχεια αἱ τε διεξοδοι βραδυτεραι και μαλιϲθ ' ὁταν ἐχωϲιν ἐν ἑαυτοιϲ χυμον
τελος εἰναι τον δηλουμενον νουν , οὑ χαριν αἱ μακραι διεξοδοι τε και ῥησεις ὑπο λογιων ἀνδρων εἰωθασι γινεσθαι .
9999939 Καρχηδονιοις
Καρχηδονα τοις Ἀκραγαντινοις μετα των ἀλλων των διαμειναντων παρα τοις Καρχηδονιοις ἀποκατεστησε τον ταυρον , ὁς και τωνδε των ἱστοριων
αἰχμαλωτους ναυς , και ἀνελκυσαντες αὐτας ἐθεραπευον , ὡστε τοις Καρχηδονιοις μη μονον ἀκουστον , ἀλλα και θεωρητον ποιησαι το
9999939 βουλευτηρια
, βασιλευ : τουτο γαρ , τουτο ἐστιν ὁ τα βουλευτηρια κεκενωκε μαλιστα . ἰσως μεν γαρ τι και ἀλλο
ἁρμονιαν ἀπταιστον : ἀλλα πολιτικης και της περι δημους και βουλευτηρια παρασκευης ἡκεις ἐνδεης ὠν ; συ μεν και πεφωρακας
9999937 φαλακροι
αἱ τριχες : οἱ δε εὐνουχοι δια τουτο οὐ γινονται φαλακροι , ὁτι σφεων οὐ γινεται κινησις ἰσχυρη , οὐδε
των ἀγγειων ἀκαθαρσιη , ἡ ἐγκεφαλου ἀναλυσις : διο και φαλακροι , ἡ των ὀργανων κατατριψις . Συνεπερανθη το πρωτον
9999937 Σικελικην
ἑαυτου και ὑπομονητικῃ ψυχῃ ὑπεμεινε μαχας , ἡνικα ἐκτωντο την Σικελικην τυραννιδα , ἡν αὐτοις οἱ θεοι ταις ἑαυτων μηχαναις
γην οὐτε δια θαλασσης πολυ ἀπεχοντα ἐς Ναξον : την Σικελικην . βουλομενοι : φρονουντες . ἐπικαιρως : συντομως ,
9999937 ἐνεπλησεν
, οἰμαι , ἀνατειλας ἡλιος τον ζοφον του ἀερος φωτος ἐνεπλησεν , οὑτως και ἀρετη ἀνατειλασα ἐν ψυχῃ την ἀχλυν
τας ἀφ ' ἑαυτου προσβαλον κηρας ἀσης και ἀδημονιας αὐτον ἐνεπλησεν ἠ πιανθεν ἀμετρως ἀπολαυσει ἡδονων ἀμβλυτερας τας εἰς το
9999937 τεταρταιῳ
τῃ ἡμερῃ ταυτῃ , μακροτερον ξυμπιπτει . Ὁκοταν δε πυρεσσοντι τεταρταιῳ ἡ γλωσσα ἐκτεταραγμενα διαλεγηται , και ἡ κοιλιη χολωδεα
τεταρταιῳ . λεγει δε οὑτωϲ : ” πρωτον μεν τῳ τεταρταιῳ πυρετῳ διϲ ωὑτοϲ ἀνθρωποϲ οὐτε ἁλιϲκεται οὐτε ἑαλωκε που
9999937 γλωσσαν
το αὐτο την ψυχην το σωμα , τας ἀκοας την γλωσσαν , τας ὀψεις την χροαν , πανθ ' ὡς
οὐρανον και γην ὑδωρ βλυζουσαντο ] μεν ὑδρειον ὁμοιουντες καρδιᾳ γλωσσαν ἐχουσῃ : καρδιᾳ μεν , ἐπειδη παρ ' αὐτοις
9999936 Σικελιωτης
μεν γαρ ἐστιν ὁ ἐξ αὐτης της Σικελιας ὠν , Σικελιωτης δε ὁ Σικελος μεν μη ὠν , την δε
ἐπι των τριων χρονων . Σικελος ὁ Σικελιας οἰκητηρ . Σικελιωτης δε ὁ ἐξ ἀλλοδαπης εἰς Σικελιαν ἀποικος ἐλθων .
9999936 μελισσα
κισσα : πισσα : Φοινικισσα : βασιλισσα : Κιλικισσα : μελισσα . Τα δια του υσσα ὑπερ δυο συλλαβας οὐκ
Λεκτον πολλακις Αἰολικου κυματος ἀντιπερας . Ἀτθις δ ' οἱα μελισσα πολυπρηωνα Κολωνον λειπους ' ἐν τραγικαις ᾐδε χοροστασιαις Βακχον
9999936 ἐτιμησεν
δε τουτο μεν οὐκ ἐποιησεν , ἐν ᾡ τον δημον ἐτιμησεν ἀν , οὐδ ' ἐνεανιευσατο τοιουτον οὐδεν . ἐμοι
της δικης μετριᾳ ὀργῃ ἐχρησατο προς αὐτον , ἀλλα θανατου ἐτιμησεν . εἰσῃει γαρ αὐτον δεος , μη φυγας ἐλασθεις
9999936 ἱστορησεν
ὑποθεσεως , ἀλλ ' Ἀναξαγορας τουτο πρωτος ὑπελαβεν , ὡς ἱστορησεν Εὐδημος . . . , : και πρωτος των
μυθευουσι τας θεας ἀπολουσασθαι . και περι τουτων δε Ἀντικλειδης ἱστορησεν : ἐβαν δε προς τον Πριαμιδαν Ἀλεξανδρον ἐπαγγελιαις λογων
9999936 δριμει
: εἰ δ ' ἀναπλασαι θελοι τις αὐτο , ὀξει δριμει φυρατεον και οὑτως ἀναπλαστεον και ξηραντεον ἐν ἡλιῳ .
ζωῳ χαριζεται : τῳ γαρ λεπτομερει της οὐσιας και τῳ δριμει της ποιοτητος , ῥιπτομενη εἰς τας των ἐντερων ἑλικας
9999936 κατεκλασθη
σκιαι ἀϊσσουσιν . ὡς ἐφατ ' , αὐταρ ἐμοι γε κατεκλασθη φιλον ἠτορ : κλαιον δ ' ἐν λεχεεσσι καθημενος
ἐν μεγαροισιν . ὡς ἐφατ ' , αὐταρ ἐμοι γε κατεκλασθη φιλον ἠτορ , κλαιον δ ' ἐν ψαμαθοισι καθημενος
9999936 Καρχηδονιος
δεξασθαι , και παρηλθεν εἰσω των στρατηγων ἀγνοουντων . Ἀμιλκας Καρχηδονιος , ἀριστος των ἐν Λιβυῃ στρατηγων , πολλους πολεμους
λοιπῃ χρειᾳ ἀναπαυσας ἑως Μεσσηνης διεσωσε . Καρθαλων μεν ὁ Καρχηδονιος μετα την ναυαγιαν των Ῥωμαιων πολιορκησας Ἀκραγαντα ταυτην εἱλε
9999936 λαμβανοιτο
ἐν πλειοσι και ἐν ἐλαττοσιν ἐνιαυτοις της αὐτης θεωρεισθαι : λαμβανοιτο δ ' ἀν ἐγγιστα ἀκριβως ἡ τοιαυτη ἀποκαταστασις ,
τον λογον , εἰτε ἀμφω του ὑποκειμενου κατα συμβεβηκος κατηγορουμενα λαμβανοιτο εἰτε το μεν ἑτερον του ὑποκειμενου και ἐν ᾡ
9999936 κρυσταλλοειδους
κερατοειδους και ἐπιπεφυκοτος . και ὑγρων τριων , ὑελοειδους , κρυσταλλοειδους και ὠοειδους ὡς ἠδη ἐπιπεφυκοτος νευρωδους ἠ νευρων ὀπτικων
αὐτα κατα θατερον μερος το ἐνδον το οἱον ἡμισφαιριον του κρυσταλλοειδους ἀσφαλειας ἑνεκα και κυκλος εἱς ὁ προειρημενος ὁ μεγιστος
9999936 τριπλασιονι
ηʹ ιϚʹ λβʹ ξδʹ . ἀπο μοναδος ζʹ ἀριθμοι ἐν τριπλασιονι λογῳ προσαυξηθεντες ποιουσι τετραγωνον και κυβον τον ψκθʹ ,
τα τριγωνα εὑρεθησονται ἐν τετραπλασιονι , εἰ δε ἐκειναι ἐν τριπλασιονι , ταυτα ἐν ἑξαπλασιονι και καθεξης ὁμοιως . Ἀντιστρεφει
9999936 ἐμησατο
μιν ἐξαπατησε Προμηθευς ἀγκυλομητης : τοὐνεκ ' ἀρ ' ἀνθρωποισιν ἐμησατο κηδεα λυγρα , κρυψε δε πυρ : το μεν
κατ ' ἀλλοθροους ἀνθρωπους : τοφρα δε ταυτ ' Αἰγισθος ἐμησατο οἰκοθι λυγρα , κτεινας Ἀτρεϊδην , δεδμητο δε λαος
9999935 σπουδαζει
►τα κατα πασαν θεωρουμενα τεχνην γνωσις του πραγματος περι ὁ σπουδαζει ἐπισκεψις αἰτιων δι ' ἁς προσφερει ἑκαστοις ἁ προσφερει
ἰουσης της νοσου . ἡ γαρ φυσις ἐκ των ἀντικειμενων σπουδαζει ἐπι το συμμετρον ἀγειν του λεπτου και παχεος .
9999935 δυσετο
πληροι φωτος ἀνατελλων , ὡς ἐκ των ἐναντιων εἰρηται το δυσετο τ ' ἠελιος σκιοωντο τε πασαι ἀγυιαι . και
! ! ] ης και μαλλον ? ? ἀρειονα ? δυσετο μορφην ? ! ! [ ! ! ! !
9999935 ἀπιστω
Κρατυλε , θαυμαζω και αὐτος παλαι την ἐμαυτου σοφιαν και ἀπιστω . δοκει οὐν μοι χρηναι ἐπανασκεψασθαι τι και λεγω
. Και ὁ Βαβυλωνιος : Ἀλλ ' ἐγωγε σοι οὐκ ἀπιστω : τοδε μοι λεξον : εἰ βασιλευς εἰης ἁπασης
9999935 συνελαβε
οὐκ ὀν : πλουσιος στρατηγος πενητος ἐχθρου παιδας ὡς προδιδοντας συνελαβε και τα ἑξης . ηʹ . Συγκατασκευαζομενος δε γινεται
: οἱον πλουσιος στρατηγος πενητος ἐχθρου παιδας τρεις ὡς προδιδοντας συνελαβε και τους μεν δυο μη ὁμολογησαντας ἐν ταις βασανοις
9999935 ἐθαυμασαν
, προσαγορευεται τυχη . ὁρωσι παντες πρωτον , εἰτ ' ἐθαυμασαν , ἐπειτ ' ἐπεθεωρησαν , εἰτ ' εἰς ἐλπιδα
ἡ διπλη ὁτι ] σαφως νυν το ἐθηησαντο ἀντι του ἐθαυμασαν : ἐπιφερει γουν ἰδοντες . . δεινος τ '
9999934 Πελοποννησιακων
προτερου , ὁς ἐπεκληθη Μελικερτης . γεγονε δε προ των Πελοποννησιακων : και γεγραφε Γενεαλογιαν ἐν βιβλιοις τρισιν : Εὑρηματα
, ὡς το σαν . Καλλιστρατος δε Σαμιος ἐπι των Πελοποννησιακων μετηνεγκε την γραμματικην και παρεδωκεν Ἀθηναιοις ἐπι ἀρχοντος Εὐκλειδου
9999934 Πελοποννησιων
διηγουμενον πραγματα ἀρκουντως εἰπειν ὁ πολεμος οὑτος : ὁ των Πελοποννησιων ʃ λειπει το τοινυν : και ὁ πολεμος τοινυν
μυριασι δε ἑξ στρατιας των πολεμιων εἰσβεβληκοτων , και τουτων Πελοποννησιων , οὐδε γαρ τουτο φαυλον εἰς προσθηκην , ἀνθρωπων
9999934 κυρια
Φρυγιος . το Τυχιος Φρυγιος Πλυτιος Κλυτιος Σκυφιος παροξυνονται ὡς κυρια . μυριος ὁ ὡρισμενος ἀριθμος , μυριος ὁ ἀοριστος
, οἱον Ἡρακλειδης και Ἀσκληπιαδης ἐστι μεν σχηματι πατρωνυμικα , κυρια δε τινων . εἰ τις οὐν τον του Ἡρακλειδου
9999934 κατεληφθη
ἀλλ ' οὑτος ὑγιες οὐδεν ὡν φησιν λεγει , ἐπει κατεληφθη σου λαθραι πωλων τα σα . ἐγω ; κακως
ἐπ ' ἐκεινου μενει του ϲχηματοϲ , ἐφ ' οὑ κατεληφθη , οἱον ἱϲταμενοϲ ἠ καθημενοϲ ἠ μυων ἠ ἐμβλεπων
9999934 ἀπηνες
αὐτῳ , οἱα και Παρθενοπαιῳ καλουμενῳ , ἀλλα ὠμον και ἀπηνες και χαλεπον , ἐτι δε και γοργον ὀμμα ἐχων
, ἐριῳ δε μαλακῳ λεπτῳ σκεπειν : ἐπει γαρ ἐστιν ἀπηνες το ξυλον , το ἐριον περιτιθεμενον αὐτῳ ὡς μαλαγμα
9999933 Πελοποννησον
ἀπαγειν την στρατιην ἑκατον τε ἐτεων μη ζητησαι κατοδον ἐς Πελοποννησον . Προεκριθη τε δη ἐκ παντων των συμμαχων ἐθελοντης
ἐν Ἱκετισιν ἠ Δαναισι το γενος αὐτων . και την Πελοποννησον δε Πελασγιαν φησιν Ἐφορος κληθηναι : και Εὐριπιδης δ
9999933 ἐκτησατο
ᾠηθη ἀν εἰναι . Ἀριστοφανης τοινυν γην μεν και οἰκιαν ἐκτησατο πλειν ἠ πεντε ταλαντων , κατεχορηγησε δε ὑπερ αὑτου
των της ἀρετης μοριων , ἀλλ ' ἀπο παντων συλληβδην ἐκτησατο ; ὁτι γαρ οὐκ ἀτιμαστεον αὐ τους πολλους οὐδε
9999933 σκολοπας
δε ἐπιτεθεντες βελοτρωτοις ἐξαγουσι τας ἀκιδας των βελων , και σκολοπας και ἀκανθας και ὁσα τοιαυτα ἀποβαλλει . συν κηρῳ
μηδεμια φειδω τοις ἐθελουσι τεμνειν εἰς χαρακωματα και σταυρους και σκολοπας ταφροις και , ὁποτε δεοι , κλιμακων και πυργων
9999933 κειμεθα
: ὠ ξειν ' , ἀγγειλον Λακεδαιμονιοις , ὁτι τῃδε κειμεθα τοις κεινων πειθομενοι νομιμοις , τοις δ ' ὑμετεροις
, ὠ Ἀντιλοχε , οὐτε ἡ ἰσχυς παρεστιν , ἀλλα κειμεθα ἁπαντες ὑπο τῳ αὐτῳ ζοφῳ ὁμοιοι και κατ '
9999933 τερατωδες
“ και ὁ Ζηνας : ” δεσποτα , πραγμα τι τερατωδες ἐν τῳ ἀγρῳ σου συνεβη . “ ὁ δε
ἐπιστασαι . σεμνοπροσωπεις ] σεμνυνῃ . ⸎ , . . τερατωδες ] παραδοξον και οὐ συνηθες . αὑται ] ναι
9999933 Θετταλιαν
τριακοντα πολεις ἐπι Θρᾳκης ὑπερ ὑμων ἀνῃρηκεναι φησει , και Θετταλιαν ἁπασαν ἐχειν φρουραις και τετραδαρχιαις κατειληφως , ἱν '
Ἀσωπον . Πηνειος μεν οὐν κατοικησας περι την νυν οὐσαν Θετταλιαν ἐπωνυμον ἑαυτου τον προειρημενον ποταμον ἐποιη - σεν :
9999933 τετρακισχιλιοι
, ἀνδρες φημι και γυναικες και παιδες , ἐγγυς που τετρακισχιλιοι : ἐληφθησαν δε και αἰχμαλωτοι ὀλιγῳ πλειους πεντακισμυριων ,
δε , ὡς μεν οἱ πολλοι , το μιλιον ὀκτασταδιον τετρακισχιλιοι ἀν εἰεν σταδιοι και ἐπ ' αὐτοις διακοσιοι ὀγδοηκοντα
9999933 σοφωτατοι
. . : ᾠδη και στροφη κωλων ιβʹ . ὠ σοφωτατοι θεαται : τουτο . . . καταληκτικων , ὡν
ἐστι , και ἐλεγχος ἐστιν ἀκριβης . . Το μαρτυρες σοφωτατοι ἀντι του : το γαρ συνεχως λεχθεν λεγεται και
9999933 θερμαντικα
καθολου εἰπειν ἐν ταις δυναμεσι ταις εἰρημεναις ὁτι στυπτικα και θερμαντικα : τα ἀρωματα γαρ τα τοιαυτα φαρμακωδη . Ταυτα
και συνεχως ἐκτιτρωσκουσαις . τα θειωδη δε νευρων μαλακτικα και θερμαντικα και πονων παρηγορητικα , στομαχον δ ' ἐκθηλυνει και
9999933 τεσσαρεσκαιδεκατην
, τοιαυτα οὐρει , οἱα κἀγω εἰδον . Περι δε τεσσαρεσκαιδεκατην ἐουσῃ , παλμοι δι ' ὁλου του σωματος :
: ἠν δ ' ἑβδομαιος ἐων πυρετηνῃ , ἐς την τεσσαρεσκαιδεκατην ἠ ἑπτακαιδεκατην : ἠν δε τῃ ἑνδεκατῃ ἀρξηται πυρεταινειν
9999933 Αἰθιοπων
. το ἐθνικον Μερμησσιος και Μερμησσευς . Μεροη , πολις Αἰθιοπων . Ἡροδοτος δευτερᾳ . ἀπο Μεροης . ἐστι και
και Φοινικων θεοτευκτων . Τῳ δ ' ὑπο Θρηικιων και Αἰθιοπων κλιμα κειται . Τῳ δ ' ὑποκειθ ' Ἑλλας
9999933 διηνεγκεν
φθαρτου . τῃ μεν οὐν πρωτῃ διαφορᾳ τα ζωα ταυτῃ διηνεγκεν , ὁτι τοις μεν ἁπασαι της ψυχης ὑπαρχουσιν αἱ
ποδας αἰνετος , ἠδ ' Ἀμαρυνθος . και οὑς ὀνομαστι διηνεγκεν . . . , ὡς καταλεξῃ : . .
9999933 ἀπεδυσατο
ὁτι προσταξαντος αὐτου ἐν τοις ὁπλοις συνεχειν ἑαυτον ὁ δε ἀπεδυσατο : ἠλπισε γαρ δια της κολακειας και ὑποδρομης χειρωσασθαι
ἠλθεν αὐχμου και τριβωνος και ἐς τα του Ἀπολλωνιου ἠθη ἀπεδυσατο . Ἐπιπληξαι δε λεγεται περι Διονυσιων Ἀθηναιοις , ἁ
9999933 ἐρασθεισαν
τον ὀνον τον ἀγαπηθεντα νυν γενομενον ἀνθρωπον ὑπερτρυφαν και την ἐρασθεισαν ὑπεροραν : και δειπνω συν αὐτῃ και πολυ ἐκ
, Ἀργυραν δε εἰναι μεν των ἐν θαλασσῃ νυμφων , ἐρασθεισαν δε αὐτην Σελεμνου φοιταν τε ὡς αὐτον φασιν ἐκ
9999933 κατεσκευαζετο
εἰωθοτας μισθους , και παρα των συμμαχων βοηθειαν μετεπεμψατο : κατεσκευαζετο δε και ὁπλων πληθος και νομισμα κατεκοψε χρυσουν τε
ὁ δε Στρατων μετ ' αὐλητριδων και ψαλτριων και κιθαριστριων κατεσκευαζετο τας συνουσιας . και μετεπεμπετο πολλας μεν ἑταιρας ἐκ
9999932 ἀπεσφαξεν
τους δ ' ἀποκτειναντες , ὁ δ ' Εὐφραιος ἐκεινος ἀπεσφαξεν ἑαυτον , ἐργῳ μαρτυρησας ὁτι και δικαιως και καθαρως
, νεανισκον ὀντα καλον , δεηθεισης αὐτης λυσαι ἐξαγαγων αὐτον ἀπεσφαξεν : οἱ δε τινες ὡς ἐπει παιδες αὐτῳ οὐκ
9999932 ληφθεισης
γαρ ἐν πρωτῳ σχηματι το τοιουτον συναγομενον της μειζονος ἀποφατικης ληφθεισης : ἡ δε τοιαυτη ἀποφασις προς ἑαυτην ἀντιστρεφει .
εἰπειν προτερον ὁτι ἐσται λευκον . ἐντευθεν κατασκευην λαμβανει της ληφθεισης ὑποθεσεως ὁτι τῃ ἀληθειᾳ των λογων ἡ των πραγματων
9999932 βουλευμα
ἡ γνωμη , καθαπερ το τοιουτο , σοφον γαρ ἑν βουλευμα τας πολλας χερας νικᾳ , συν ὀχλῳ δ '
ἀν ἀσπιδος κυτει καλως ὁμιλησειας οὐτ ' ἀλλων ὑπερ νεανικον βουλευμα βουλευσαιο τι ἀλλ ' ἐμοι πιθου : παυσαι ματαιζων
9999932 Μελισσου
: το δε τελος περας . διο βελτιον οἰητεον Παρμενιδην Μελισσου εἰρηκεναι : ὁ μεν γαρ το ἀπειρον ὁλον φησιν
των τεσσαρων εἰναι τον ἀνθρωπον οὐ κατασκευαζουσι , τον δε Μελισσου λογον ὀρθουσιν ἡγουμενου μεν ἑν εἰναι και αὐτου τουτου
9999932 Δημοκλης
κατα γνωμην ἐστιν ἠ τοὐναντιον ἁ γεγραφασι ; και ὁ Δημοκλης εὐ γε νη τους θεους ἐπιτετιμηκας , ἐφη ,
μεν ὀντα βαρυνεται , Ἡρακλεης , συναιρεθεντα δε περισπαται , Δημοκλης , Ἀγαθοκλης : ἐπιθετα δε ὀντα ὀξυνεται , εἰ
9999932 στοιχειῳ
ἐν τῳ ε διασαφησομεν . και Ἑλλαδιος ἐν τῳ α στοιχειῳ παρεθετο το ἐθνικον Ἀγβατανηνος . τοις Περσαις γαρ συνηθης
τινων εἰσιν ἀποτελεστικαι τε και ἀποδοτικαι , ἐν τῳ παροντι στοιχειῳ δʹ ὀντι περι σχηματων αὐθις των ἐγγραφομενων ἠ περιγραφομενων
9999932 διουρητικα
ἀποτελειται το παν σωμα ἐν ταις φλεβοτομιαις , και τα διουρητικα δε διδομενα ἐπι των χρονιζοντων πολλαπλασιαζει το παθος .
και χλωρον . Τουτον θερμῳ λουειν , και διδοναι πινειν διουρητικα : ἐπην δε σοι δοκεῃ καθαρωτερος εἰναι και ἡ
9999931 ἐδιδασκεν
Σωκρατης οὐτε ἀλλος οὐδεις ⌈ γαρ των παλαιων ἐπι μισθῳ ἐδιδασκεν ⌈ ἠ ἐγραφεν . περι δε Σωκρατους φασιν ,
και ἀσθενειας και ταις πανυ ἰσχυραις ἀλληλοφθοριαν . ταυτα διεξελθων ἐδιδασκεν αὐτους , ὡς χρη Λατινους μεν των προσοικων ἀρχειν
9999931 ὑπεσχετο
ὁσιως ἀν ἐχον ἐν ὑψηλοτατῳ τον θεον ἱδρυσασθαι , αὐτος ὑπεσχετο , του ἐργου ἐπιστατης ἀν γενηται , και τους
ὀντος ἠδη , πεμπει προς ὑμας ἐπιστολην ἐν ᾑ Χερρονησον ὑπεσχετο τῃ πολει κομιεισθαι , παντα τουτοις τἀναντι ' ἐγνωκως
9999931 ἐλυσατο
αὐτοι λεγουσι Ἀβδηριται , λεγοντες ἐμοιγε οὐδαμως πιστα , πρωτον ἐλυσατο την ζωνην φευγων ἐξ Ἀθηνεων ὀπισω , ὡς ἐν
: πενητος θυγατηρ και πλουσιου υἱος ἐγενοντο ὑπο λῃσταις : ἐλυσατο ἀμφοτερους ὁ πλουσιος : μετα ταυτα ἐβιασατο ὁ του
9999931 βραχεν
' ἁλων : ἀδιαντον μεθ ' ἁλων : ὀροβινον ἀλευρον βραχεν οὐρῳ παιδος ἀφθορου και ἀναληφθεν πισσῃ και κηρῳ και
ἐν ὀξει ἑφθην ἠ ὀροβινον ἀλευρον ἐν οὐρῳ ἀφθορου παιδοϲ βραχεν και ἀναληφθεν πιϲϲῃ και κηρῳ ἐν ἐλαιῳ τετηκοϲιν ἠ
9999931 ἐδωκεν
ἐναντιους . οἱ μεν ἐκομισαν , ὁ δε λαβων συνθημα ἐδωκεν Ἑρμην Φιλιον , ὡς τουτο προς τους ἐνδιδοντας αὐτῳ
χρυσιον εἰχε δουναι , ὁπως πεισῃ την Γαλατειαν . χρυσον ἐδωκεν : ἀντι του εἰχε δουναι τῃ Γαλατειᾳ εἰς το
9999931 κρινοιτο
γινεται δε και δια κακιαν : ὡς ἀν εἰ Πολυτιων κρινοιτο προαγωγειας : προειληπται γαρ ἡ κρισις : ὁτι καταψηφιουνται
: γινεται δε και δια κακιαν , ὡς εἰ Πολυτιων κρινοιτο προαγωγειας , προειληπται γαρ κρισις , ὁτι καταψηφιουνται αὐτου
9999931 Πατροκλης
της Ἰνδικης ἐπι την Ὑρκανιαν : ὁτι δε δυνατον , Πατροκλης εἰρηκε . : Φησι δε και εὐπλουν εἰναι και
Ἰνδικης δυνατον , ὡς φησιν ὁ των τοπων ἡγησαμενος τουτων Πατροκλης . : Οὐχ ὁμολογουσι δ ' ὁτι περιεπλευσαν τινες
9999931 χαλεπην
ἐτυχθη : οἰκων γαρ φθειρει κτησιν βιοτῳ προϊουσιν , και χαλεπην πενιην γηρως ἐπι λυγρου ὀπαζει . φαυλη και κεροεσσα
και κρισεως ἀρετης , φησιν ὁ Πλατων : την οὐν χαλεπην φημην φυλακτεον εἰς δυναμιν . ἡ γαρ κακη φημη
9999931 ἀπεφηναντο
ἡ ψυχη εἰναι και γνωστικον οὑτως , ἐνιοι ἐξ ἀμφοιν ἀπεφηναντο την ψυχην ἀριθμον κινουνθ ' ἑαυτον . διαφερονται δε
οἱ μεν εὑρηκεναι το ἀληθες ἐφασαν , οἱ δ ' ἀπεφηναντο μη δυνατον εἰναι τουτο καταληφθηναι , οἱ δε ἐτι
9999931 ἀποκατεστησε
τοις Ἀκραγαντινοις μετα των ἀλλων των διαμειναντων παρα τοις Καρχηδονιοις ἀποκατεστησε τον ταυρον , ὁς και τωνδε των ἱστοριων γραφομενων
ὀλιγαρχιαν ἐν τῃ πολει , τῳ μεν δημῳ την ἐλευθεριαν ἀποκατεστησε , παρα δε των ἁψαμενων της ὀλιγαρχιας χρηματων πληθος
9999931 χωρα
. το ἐθνικον δια την χωραν Σωτειρηνος . Σωφηνη , χωρα των προς Ἀρμενιαν , ὡς Στραβων ἐν ἑνδεκατῃ .
πασα περαιη Θρηικιης : και πασα ἡ ἐν - αντια χωρα της Θρᾳκης . Μακριαδες . . . Ποντικον δε
9999930 διεφθειρετο
ἐγεινετο εἰς τα σωματα προσθεσις , κἀν ? ? ? διεφθειρετο ῥαιδιως ? ? ? τα σωματα . * ὁθεν
ἠ γαρ ἐξημβλουτο τα ἐμβρυα , ἠ κατα τους τοκους διεφθειρετο ἐστιν ἁ και τας φερουσας συνδιαλυμηνα - μενα .
9999930 ἐθαρρησαν
ἱεραι μελιτται , τροφοι του Διος . εἰς τουτο παρελθειν ἐθαρρησαν Λαιος και Κελεος και Κερβερος και Αἰγωλιος , ὁπως
ἐτολμησαν , μηδε τι περι της ἐς Ῥωμην ἀφοδου βουλευσασθαι ἐθαρρησαν , ἀγαπητως ἐκει μενοντες , και την ἐφημερον τρυφην
9999930 παρεθεμεθα
ἐν τῃ ἀγραφῳ , ὡστε δια πολλας αἰτιας , ἁς παρεθεμεθα , μονη παρα τας ἀλλας ταυτην ἐκληρωσατο την προσηγοριαν
συκοφαντα : και ταυτα μεν ἀπο της των ἀρχαιων παρασκευης παρεθεμεθα : δεικτεον δε και ἐν πλασματι του νομοθετου την
9999930 ὑδατι
διδους ἐπι ἡμερας δεκα , το δε λοιπον διηθων ἐν ὑδατι ἐπι εἰκοσιν ἡμερας , και λουειν δις της ἡμερης
, και ξυμμισγων και αὐτο καθ ' ἑαυτο ἀφεψων ἐν ὑδατι ἠ ἐν οἰνῳ ὡς ἀν βουλῃ , διδου πινειν
9999930 ἐμελησεν
κατηγορησαι : εἰ δ ' ἐλεγχθησονται ψευδομενοι , οὐδεν αὐτοις ἐμελησεν . Ὡσπερ οὐν , εἰ ἀληθη ἠν ταυτα ἁ
ὁ βασιλευς : ἑτεροις δε ἐν ταις τηλικαυταις των Ἀφροδιτης ἐμελησεν . ὁ δε τοσουτον ἀπεσχε του ζητειν , εἰ
9999930 ἐπεταξε
' ἐπιβουλην . πιστευσας δε τοις γεγραμμενοις τον μεν Ἱππολυτον ἐπεταξε φευγειν , αὐτος δε τῳ Ποσειδωνι ἀρας ἐθετο ,
Ἀλεξανδρος δε σατραπην μεν Συριᾳ τῃ κοιλῃ Μενωνα τον Κερδιμμα ἐπεταξε δους αὐτῳ εἰς φυλακην της χωρας τους των ξυμμαχων
9999930 ἐλανθανεν
νυκτωρ ὡς θυσομενοι τῳ θεῳ . τουτων δε τον Ζηνωνα ἐλανθανεν οὐδεν : ἀλλ ' ἐπειδη καιρος ἠν βαθειας ἑσπερας
οὑτως πεφυκει . προτερον δε ἰσως ὑμας ἐτι παις ὠν ἐλανθανεν : ἐπειτα προϊων ἐκδηλοτερος ἐγενετο . πολυ γαρ μαλλον
9999930 συνηθη
. οἱ δε Δωριεις , ἁπερ τοις Ἀττικοις ἐπι δοτικην συνηθη , ταυτα ἐπι γενικην μεταγουσι , μεμφομαι σου λεγοντες
ὀλιγων ὁμου και σπουδαιων προς ἐκεινας ῥηματων ἐπιλαθομενοι , ταυτα συνηθη τοις ἐρα - σταις . τουτων οὐδεν ἐγω ποιησαι
9999930 τετολμηκεν
οὐκ ἐνουσης γενεσθαι διομολογιας , οὑτως ἀλογως πραγμα τηλικουτον ψευσασθαι τετολμηκεν . Οὐ μονον δε τουτο πεποιηκεν , ἀλλα και
ἀδιαπαυστους ἀνεξομαι . ὁ δε παντων δεινοτατον ἠδη και ἀφορητοτατον τετολμηκεν , ὑπερ οὑ και γνωμην βουλομενη λαβειν τι μοι
9999930 λογιστικη
λογον ἐχειν δυ ' αὐτας εἰναι . Τι δε ; λογιστικη και μετρητικη ἡ κατα τεκτονικην και κατ ' ἐμπορικην
: ὀρεκτικον δε οὐκ ἀνευ φαντασιας : αὑτη δε ἠ λογιστικη ἠ αἰσθητικη , ὡς κἀν τοις περι φαντασιας ἐλεγετο
9999930 κυκλικως
κατακεχρηται τῳ στιχῳ . . η . . δ οὐ κυκλικως το δεκτῃ ὀνομαστικως δ ' ἀκουει ὁ κυκλικος το
ὁτι οἱ μεν τραγικοι τετραγωνως ἱσταντο , οἱ δε διθυραμβοποιοι κυκλικως . ᾀσματοκαμπτας ] τους ποιουντας ᾀσματα σκολια , τους
9999930 ῥητορικως
δοκει γε σοι ὡς ἐγω λεγω . Ὠ μακαριε , ῥητορικως γαρ με ἐπιχειρεις ἐλεγχειν , ὡσπερ οἱ ἐν τοις
ἰατρος ἰατρικος . και τα ἐπιρρηματα γραμματικως , πολιτικως , ῥητορικως , σοφιστικως , ποιητικως , μουσικως , ἀστρονομικως ,
9999930 φειδοι
την ἐναντιαν ἀνανηχεσθαι φιλονικει , την οὐραν ἀντι της κεφαλης φειδοι των ὀφθαλμων προβαλλομενος . Ὁρωντες δε αὐτον οἱ ἑτεροι
μη δεηθωσιν , ἐκαλει τε τον μεν ἀσυμβολον πλουτον και φειδοι κεκολασμενον νεκρον πλουτον , τους δε θησαυρους , ἐς
9999930 ἐθελοιεν
οὐ συνεις ὁ Ζηνοδοτος γραφει ” εἰ μη θεοι ὡς ἐθελοιεν ” . . Τηλεμαχε , ποιον σε ἐπος φυγεν
, ὁ θεος ἀπολυσιν ἐσημανε της συμφορας , εἰ μενοντες ἐθελοιεν ἐκθειναι παρα τῳ σπηλαιῳ ἑνα κουρον των πολιτων .
9999930 ἀπελογειτο
ἐπι σφισι της αἰτιας . ἐπειδη δ ' οὐδεις οὐκετι ἀπελογειτο , ἀνεδωκαν οἱ δημαρχοι την ψηφον ταις φυλαις τιμημα
ταραχης εἰς την αὐλην , ὁ βασιλευς μεταπεμψαμενος τον ἀδελφον ἀπελογειτο μετα δακρυων , μη πιστευειν τῳ την βασιλειαν ἐπιχειρουντι
9999930 θαυμασια
' αὑτων , ἀλλα και τοις ὑστερον πολλα δη και θαυμασια προειπον , οἱον εἰ βουλει , Βακις , Σιβυλλα
ταυτα γαρ σπουδαζει μανθανειν , ἁ ἐστι δι ' ἀγνοιαν θαυμασια : ἐκ γαρ θαυμασιων τε και παραδοξων οἱ μυθοι
9999930 ἐρωτημα
δηλονοτι φ ἐκσπονδοι ἠδη : γενομενοι . το αὐτο : ἐρωτημα δηλονοτι . ἐξαιρετον : ἐκβεβλημενον του φονου . τα
ἀλλ ' οὐ τουτον : οὐ γαρ ἐξελληνιζει οὑτω το ἐρωτημα λεχθεν ἐστι τουτον . ἐτι ποτερον ἐπιστασαι τουτο ;
9999930 ποιησωμεθα
τι ἐρει , κοινῃ ἡμων αὐτων και των μειρακιων ἐπιμελειαν ποιησωμεθα . Ἐμοι μεν ἀρεσκει , ὠ Σωκρατες , ἁ
μεσον ἐκθωμεθα και την τουτων ἀνατροπην ὡς οἱον τε ἐστι ποιησωμεθα σαφως ἐλεγχοντες την τουτων ἀνοιαν . τινες δε εἰσιν
9999930 ἀνεβαλλετο
οὐν τουτο το κομμα : τηνελλα , οὑτως τα ἑξης ἀνεβαλλετο , και αὐτος μεν το μελος της κιθαρας ἐν
λυσιτελησον τῳ παθει . Ἐπει δ ' οὐκ οἰδα ὁπως ἀνεβαλλετο περισχεθεισα δεει . οὐπω γαρ τοι ἐτυχε και ὀνομα
9999930 ἐπληρωσεν
θεος ἐχαρισατο εἰναι και χαρισαμενος διεκρινε τα ἠδη γεγονοτα και ἐπληρωσεν αὐτα μυστηριων και τῃ Εὑρεσει τουτων το κατα τουτων
φησι , και [ ἐγγυς το ἐργον τελεσθησεται ] . ἐπληρωσεν οὐν τους τυπους των λιθων των εἰς την οἰκοδομην
9999930 παρεληφθη
τοις δραμασι λεγεσθαι τον Ξενοκλεα προς τας της γυναικος μηχανας παρεληφθη . χλευαζων δε λεγει οὐκ ἀπο σπουδης , ὡς
γινεται ὑποκειμενον , φαμεν προς τουτο ὁτι ἀντ ' ὀνοματος παρεληφθη , δηλοι δε και το το ἀρθρον συνταττομενον ,
9999929 ἐκλαυσεν
δε ἠσθιε προθυμως και ἑτοιμως λαμβανουσα . ταυτην τοι και ἐκλαυσεν ὁ Κρασσος , ὡς ἀκουω , τον βιον καταστρεψασαν
κλαιειν φωνῃ μεγαλῃ . συγκινηθεις οὐν τα σπλαγχνα ὁ Ἁβρααμ ἐκλαυσεν και αὐτος μετ ' αὐτου φωνῃ μεγαλῃ : ἰδων
9999929 ἐλυπησεν
ἐτι τοιουτον , ἀλλ ' ἐχων ἁς εἰπον ὑπερβολας οὐκ ἐλυπησεν , ἀλλ ' ἀποχρην ἡγησατο ὁμοιαν την ἑαυτου πολιτειαν
Ἰασων δε λαβων Γλαυκην την Κρεοντος οὐ μικρως την Μηδειαν ἐλυπησεν , ἡ φαρμακοις Γλαυκην ἀνελουσα και Κρεοντα και τους
9999929 τεσσαρες
ὁλως το κακον και το ἀγαθον . οὑτοι δε οἱ τεσσαρες τροποι εἰς δυο ἀναφερονται τους καθολικωτατους , και τουτων
εὐνης . ἀμφιπολοι δ ' ἀρα τειος ἐνι μεγαροισι πενοντο τεσσαρες , αἱ οἱ δωμα κατα δρηστειραι ἐασι . γινονται
9999929 ᾐτησατο
ἐφηλλατο [ ] αὐτου ἐξηγειρεν . ὁ δραξαμενος ἐβουλετο συνγνωμην ᾐτησατο και ὑπισχνειτο αὐτῳ οὐκ ἐλαττονας ἀνοισειν [ αὐτῳ ὑπισχνειτο
Ἁβροκομην και κατεπλαγη την εὐμορφιαν και εὐθυς μεγα κερδος νομιζων ᾐτησατο ἐκεινους . Τα μεν ἀλλα χρηματα και κτηματα και
9999929 Κλεαρχου
τετρακοσιους και χιλιους , πελτασται δε εἰς ἑπτακοσιους , οἱ Κλεαρχου Θρᾳκες , Ξενοφωντι δε ὁπλιται μεν εἰς ἑπτακοσιους και
στρατηγου δεκα εἰς τον Ἑλλησποντον διασωθεισαι , Βυζαντιον ἀφιστασι μετα Κλεαρχου : οὐσαι . ἠρχεν : του στολου του λοιπου
9999929 κομιζει
εἰς ἁλα , ταυτ ' ἐμβαλων πορπακι γενναιαν χερα αὐτος κομιζει δορυ τε δεξιαι λαβων , ὡς τωι θανοντι χαριτα
ἐπειτα αἰδεσθεις εἰ μηδε αἰγος φιλανθρωπιαν μιμησεται , νυκτα φυλαξας κομιζει παντα προς την γυναικα Μυρταλην , και τα γνωρισματα
9999929 κηρια
. βλιττεις ] ἀμελγεις : κυριως δε το ἐκπιεζειν τα κηρια των μελισσων βλιττειν λεγεται . ἐξεσκεδασας : διεταραξας :
πυκνα , ἐρυθρα , μικραις προσεοικοτα θηλαις , ἁ καλειται κηρια . και μεγαλαι δε και σκληραι πορφυραι τα αὐτα
9999929 τριτατῳ
και δυο ὀφεις ἐχοντας συναφην προς ἀλληλους . τῳ δε τριτατῳ δεκανῳ παρανατελλει Κυκνος και Ἱππου τα ὀπισθια και Ἰβεως
ἐς τον Ἀρειονα ἐποιησεν Ἀντιμαχος ὁς ῥα ποτ ' Ἀδρηστῳ τριτατῳ δεδμηθ ' ὑπ ' ἀνακτι . ὁ δε Λαδων
9999928 θεμελιοι
τοιχοι , και εἰ τοιχοι , θεμελιοι , και εἰ θεμελιοι , ὀρυγη . και εἰ ὁ Μηδικος Ἀθηναιοις ἐπενηνεκται
λιθων ἐπηκολουθησε τμησεως , ἠ μαλλον εἰπειν προηγησατο , ὁτι θεμελιοι γεγονασιν , εἰ δε τουτο , και λιθοι τετμηνται
9999928 χαλεπης
και εἰς φιλιαν μετατρεπει . ῥυεται δε ἀπο πασης ἀναγκης χαλεπης και κεραυνου και κινδυνου και πασης ζαλης και περιστασεως
γε αὐτος αἰτιος ἐγενομην καταλειφθηναι , ὁτε δηχθεις ἐτυχεν ὑπο χαλεπης και ἀνιατου ἐχιδνης . οὐκ ἀν οὐν ᾠμην οὐδε

Back