και δια τουτο ἀκαταληπτα . οὐ τοινυν αὐτων εἰσιν αἱ καταληψεις : ᾡ συνεισερχεται το μηδε την ῥητορικην ὑπαρχειν .
' ἀνοσιων ἑκαστος διανοιαν μεν ἡγειται χαριζεσθαι ἑαυτῳ τας τε καταληψεις και διανοησεις , ὀφθαλμους δε το βλεπειν και ἀκουειν
9999993 καταληψει
, - σει . , διακρινῃ , νοησει . , καταληψει . ἰδῃ ] θεασηται . . , θεασῃ ,
τειχος των προμαχομενων αἱρουσιν . ἐν μεν δη τῃ πρωτῃ καταληψει της πολεως ἀπεθανον των πολεμιων μαλιστα ἐς ὀκτακισχιλιους :
9999993 καταληψιν
την τε προς το περας ἀφιξιν και την της ἀφιξεως καταληψιν , ἀλλ ' εἰναι μεθοριον ἀγνοιαν , οὐ την
τουτο πιστεως και πληροφοριας ἀμεταπειστου το ἐξ ἐπαγωγης ἰεναι εἰς καταληψιν του καθολου και γνωριμοι οὑτως αἱ ἀρχαι γινονται ,
9999992 καταληψεων
. . . . πασα τοινυν τεχνη συστημα ἐστιν ἐκ καταληψεων συγγεγυμνασμενων και ἐπι τελος εὐχρηστον τῳ βιῳ λαμβανοντων την
συνδρομη : χωρις γαρ αὐτων ἀδυνατον τεχνην συνιστασθαι : ἐκ καταληψεων δε καλως τουτῳ προσκειται : κατα μικρον γαρ ἐφευρεθησαν
9999992 ἀκουστον
ἁμιλλαν ἐξιων . το δ ' ἠν ἀρ ' οὐκ ἀκουστον οὐδ ' ἀνασχετον , σιγαν κλυοντα δεινα προς κακιονων
τροπον το μεν ὁρατον ὁρασει ληπτον ἐστι , το δε ἀκουστον ἀκοῃ γνωριμον ἐστι , το δε ὀσφρητον ὀσφρησει ,
9999992 καταλειπεσθαι
τριτον τουτων ὑπολογιστεον ὑπερ της ἀνωμαλιας του πλου , ὡς καταλειπεσθαι και την τουτων των μεσημβρινων διαστασιν σταδιων ὀκτακισχιλιων ἑξακοσιων
. νδʹ . Του ὀμματος παραφερομενου τα πορρω των ὁρωμενων καταλειπεσθαι δοξει . ἐστω γαρ ὀμμα το Β , ἀφ
9999992 καταλυσεις
μια γε ὁδος και τα αὐτα ὀρη και αἱ αὐται καταλυσεις . ἀλλ ' ἐκ περιοντος ἐστω και διδαξις μαθησει
φυγην ἀνεπαχθεστεραν , ἡ βουλησις , και ὁσα τοιαυτα . καταλυσεις δε οὑτως . ἀν δε τις γιγνωσκων την δωρεαν
9999992 καταληξεις
ἐκβαλλεται : οἱον εἰπε τα εἰς ας δια τας ἀλλας καταληξεις : ἰδου γαρ το γοης οὐ συνᾳδει τῳ κανονι
προεισι . παντος δε μετρου πλην του δακτυλικου ἀποθεσεις ἠτοι καταληξεις εἰσι τεσσαρες : βραχυκαταληκτον , καταληκτικον , ἀκαταληκτον και
9999991 οἰκειοτερον
ἐκ δυναμενου ἠ ἀλλην τινα ἐχων λυπην , οἱ δε οἰκειοτερον πως διατιθενται προς το πραγμα και τροπον τινα ὑπομενουσι
ἀλλ ' ἀοριστως προηκται . εἰθ ' οὑτος Νεοπτολεμος ] οἰκειοτερον τουτο προς αὐτον το παραδειγμα . και γαρ τοι
9999991 καταδαρθειν
] ρα . - αρ - . κοιμηθηναι ἐν κλινῃ καταδαρθειν ] ἐν δερμασι γαρ ἐκοιμωντο πριν οὐτε ἐν ]
και ταραχης ἐμπλησει : δοκουσι τοι παντες οἱ ἐκ μεθης καταδαρθειν πειρωμενοι ἀναπεμπεσθαι τε ἐς τον ὀροφον , και αὐ
9999991 καταντιον
μεσσον ἀυτεεν . Ὁς δε μιν οὐ τι ταρβησας οἰμησε καταντιον : ἀμφι δε πολλη ποσσιν ὑπ ' ἀμφοτερων κονις
πολιν και ἠθεα λαων . Τοις δ ' ἀφαρ ὠμαρτησε καταντιον ἐρχομενοισι κουρη ὁμογνητη μεγαλοφρονος Αἰηταο , Ἠελιου θυγατηρ :
9999991 καταλυσαντες
εἰ δουλευειν τοις ἰδιοις ἐκγονοις δυσανασχετουμεν , ἀλλ ' οἱ καταλυσαντες αὐτας ἀρχηθεν και ἐργῳ ἐπιχειρησαντες ἀθεμιτῳ κρειττω ποιησαι του
θʹ . την δε της διαιτης της τοιαυτης σκληροτητα ὑστερον καταλυσαντες οἱ Λακωνες ἐξωκειλαν εἰς τρυφην . Φυλαρχος γουν ἐν
9999991 κατασκευαζομενον
, ἐπιφορα δε [ συμπερασμα ] το ἐκ των λημματων κατασκευαζομενον ἀξιωμα . οἱον ἐν τουτῳ τῳ λογῳ εἰ ἡμερα
. εὑρειν δ ' αὐτον και το ἐκ της κριθης κατασκευαζομενον πομα , το προσαγορευομενον μεν ὑπ ' ἐνιων ζυθος
9999991 παραδοξοτερον
, ὡς ὁ Ἀτταλος ὑπολαμβανει , πολλῳ βελτιον ἠν και παραδοξοτερον λεγειν τον δεξιον ποδα του Ἡνιοχου ὑστερον ἀνατειλαντα προτερον
ἀντιπαθεσιν , προς ἀκριβειαν οὐκ ἀν τις ἐκφρασειε , και παραδοξοτερον δε τι μαρτυρησομεν ἐκ της προνοιας της οὐσης ἐν
9999990 παραγγελματος
διδασκαλιας , ὡσπερ τῳ τελειῳ γραμματικῳ ἠ μουσικῳ οὐδενος δει παραγγελματος των εἰς τας τεχνας , τῳ δε σφαλλομενῳ περι
. αὐτοκελευστος : Ἀρριανος : κροτος τε ἀθροος οὐκ ἐκ παραγγελματος ἀλλ ' αὐτοκελευστος ὡρμηθη . . . . παραγγελμα
9999990 καταρατον
θεου , την μεν ἐξ ἑαυτης βλαβεραν και ἐπιληπτον και καταρατον , την δε ὠφελιμον και ἐπαινετην , και ἐχουσαν
ἐασατε συντακτεον . . . . προστροπαιον ] μιαρον , καταρατον . . μετακαλει ] ἀντι του μεταγει . .
9999990 κατατρεχοντες
ὑπαρχοντες , ὡς Σατυρος ἐν τοις Περι χαρακτηρων εἰρηκε , κατατρεχοντες τον ἀγρον , διαρπαζοντες την οἰκιαν , λαφυροπωλουντες τα
ὑπισχνουμενοι , εὐεργεσιαις ἐς την συμμαχιαν προσηγοντο : πασαν τε κατατρεχοντες την Κελτων και Ἰβηρων χωραν , πολεσι τε ταις
9999990 παραλαμβανομενον
. ἀκρωϲ δε ὠφελει τουϲ ἐπιληπτικουϲ καϲτοριον μετα τινα καθαρϲιν παραλαμβανομενον ἐπι ἡμεραϲ ε ἠ πλειοναϲ ⋖ α μετα μελικρατου
. προς οἱς και ἀντωνυμια ἐστιν το ἀντ ' ὀνοματος παραλαμβανομενον και ὀνομα μιμουμενον , και σαφες ὁτι ἐπακολουθημα ἐστιν
9999990 γευομενοις
μεν εὐθυ και ὀσμωδη τυγχανει τα δε πολλα συνεμφαινει τινα γευομενοις ὀσμην ἐνια δε και θλιβομενα μονον και κινουμενα .
. Πολεμωνιον λεπτομερους δυναμεως ἐστι και ξηραντικης . Πολιον πικρον γευομενοις ἐστι και μετριως δριμυ : ἐκφρακτικον τοιγαρουν ἐστιν .
9999990 παραστασις
γαρ ἐκ της ἐναργειας αὐτης των πραγματων ἡ των ἀρχων παραστασις γινεται , πως οὐκ ἀν εἰεν αἱ ἀρχαι μαλλον
ὁτι ὀβολος ἠν το ἑκτον της δραχμης . ἡ δε παραστασις δραχμη ἠν , ἡν ὁ διωκων παρα διαιτητῃ προσεισεφερεν
9999990 καταλυσις
ἡδονης ; τις ἐπιθυμιας ἀνατροπη ; τις λυπης ἠ φοβου καταλυσις ; ποια παθων , ἁ κλονει και συγχει την
οἰκητηριον , ἐνοικητηριον , καταγωγη , καταγωγιον , ὑποδοχη , καταλυσις , καταλυμα , καταλυτηριον , ξενων , αὐλη ,
9999990 καταδεεστερον
Ἑκτορι προ παντων προθυμον μονομαχειν , καιπερ ὀντα τῃ ῥωμῃ καταδεεστερον , ἐφ ' οὑ μονου των στρατευσαμενων εἰρηκεν :
Ἑκτορι προ παντων προθυμον μονομαχειν , καιπερ ὀντα τῃ ῥωμῃ καταδεεστερον , ἐφ ' οὑ μονου εἰρηκεν : ἐν δ
9999990 ἀνανταγωνιστον
του πανηγεμονος λαβων της ἐφ ' ἁπασιν ἀρχης το κρατος ἀνανταγωνιστον : μονος ἐλευθερος , ἀφειμενος ἀργαλεωτατης δεσποινης , κενης
ἀνηγειρε , καταποντωθεις , | ὡς ὑπερβαλλουσαν θεαν και νικην ἀνανταγωνιστον και χαραν ἐλπιδος μειζονα τον καιρον ἐνεγκειν ἐκεινον .
9999990 κυντερον
, καθως φησιν Ὀδυσσευς τετλαθι δη , κραδιη : και κυντερον ἀλλο ποτ ' ἐτλης . τριτη ἀπορια : εἰ
κραδιην ἠνιπαπε μυθῳ : τετλαθι δη , κραδιη : και κυντερον ἀλλο ποτ ' ἐτλης . Πανταπασι μεν οὐν ,
9999990 παραγινεσθαι
ἠγουν μωρος και παλαιος . φοιταν ] φοιτητης ἐρχεσθαι , παραγινεσθαι , ἀπερχεσθαι , βαδιζειν εἰς το διδασκαλειον . μειρακιων
, ἡμετερου δε ἀμεμπτου φιλου , σοι μεν εὐκλεως ἐοικε παραγινεσθαι , τῃ θυγατρι δ ' ὑμων εἰκοστον ἠδη ἐτος
9999990 καταλυθεντος
' αὐτους λογισμος , ὁτι του περι της ἐλευθεριας νομου καταλυθεντος οὐδεν ἐσται το κωλυον και τας αὑτων γυναικας και
. εὐτυχουντος μεν δη ἐκεινου συνευτυχειν και τουτοις συνεβαινε , καταλυθεντος δε συγκατελυθη και τα τουτων και ἐταπεινωθησαν : ὠλιγωρηθη
9999990 καταγεσθαι
καταλυσαι : καταλυσαι κυριως ἐπι των ὀχουμενων ἐπι ἁρματος , καταγεσθαι δε ἐπι νεως ἐπι την ἑστιαν : ἐνθα το
ἀπῃσαν : οὐ γαρ ἐδοκει λυειν αὐτους νυκτος πορευεσθαι και καταγεσθαι ἐπι το στρατοπεδον . ἐπειδη δε σαφως ἀπιοντας ἠδη
9999990 παραλιας
τουτοις οἰκουντα και ταις ὑπωρειαις της τε ἐκτος μεχρι της παραλιας της Ἀδριατικης και της ἐντος . ἀρκτεον δε παλιν
αὑτους ὀντων , πλην εἰ τι Μιλησιοι και Μυουσιοι της παραλιας ἀποτετμηνται . ἀρχη μεν οὐν της Καριας ἐστιν ἡ
9999990 μικτον
ἀπο της δευτερας ἀρχης ὁμοειδη προοδον , και οὐπω το μικτον . Ἀλλα τουτο μεν παραγεται ἀπο μεν της ἀρχης
ἠν λεγομενα ἐκεινα περι του πρωτου μικτου : πρωτον δε μικτον ἐν τοις νυν δη πεφηνε λογοις το προ του
9999990 κατεσθιουσιν
, βλιμαζοντες , ἀντι του κακουντες . ἀποτιλλουσι γαρ και κατεσθιουσιν . οὑτοι δε οὐ μονον ὑμας ἑψουσιν , ἀλλα
[ δαρδαπτουσιν / ] ] ⌈ κατεσθιουσι . / [ κατεσθιουσιν . ] την ψυχην ] το αἱμα . ἰστεον
9999990 παρεχομενου
δ ' εἰς το ἐντος ἀνθυποχωρησει τωι ἀερωδει την ἀντεπεισοδον παρεχομενου την εἰσπνοην . την δε νυν κατεχουσαν φερομενου του
τουτων ἑκαστῳ , οἱς ἀν λεγω , τους τε νομους παρεχομενου και τα ψηφισματα , τα τε της βουλης και
9999990 συναρχοντος
δικτατωρ ἀποδεικνυται των ὑπατων ὁ νεωτερος Αὐλος Ποστομιος ὑπο του συναρχοντος Οὐεργινιου : ἱππαρχην δ ' αὐτος ἑαυτῳ προσειλετο κατα
συνεκαλει την βουλην και τους δημαρχους πολλα ἐπαινεσας και του συναρχοντος δεηθεις μη ἀντιπραττειν τῃ σωτηριᾳ της πολεως ἐκαλει τους
9999990 παρακελευομενος
τουδε του πολεμου οὐκ ἐδεδοντο , την ταχιστην οἱ ἐκπεμπεσθαι παρακελευομενος : συνταξεως δε ἑνεκα μελλοντος φορου παρ ' αὐτον
τα ἀλλα , φησι , τα αὐτα δει προστιθεναι , παρακελευομενος ἡμιν τον τε ὑποκειμενον ὁρον και τον κατηγορουμενον τον
9999990 στρατευομενον
πολει παραχωρησουσιν . ἐπειδη δε τεως τουτον ἰδειν οὐκ ἐλπιζουσι στρατευομενον , ἡμεις αὐτον ἐξαιφνης μετα των ὁπλων ἐπι τον
περι των πρυτανεων , διοτι αὐτον μεν ὑπερ της πολεως στρατευομενον και πονουντα οὐ δεχονται ἐν τῳ πρυτανειῳ , τους
9999990 λευκοτερον
το μεν γαρ ἐνδᾳδον το δε ἀδᾳδον , ᾑ και λευκοτερον . ἐχει δε και ὀζους πλειους μεν ἡ πευκη
καιεις αὐτο χυτριδιον εἰς καμινον ἡμερας ζʹ . Ἐαν ἐστιν λευκοτερον , καυσον ἀλλας ἡμερας γʹ , ἱνα γενηται ξανθον
9999990 ἀνωτερον
χωρας ἠμφισβητουν Ἀκαρνανες : την δε Πυληνην μετενεγκαντες εἰς τους ἀνωτερον τοπους ἠλλαξαν αὐτης και τοὐνομα , Προσχιον καλεσαντες .
γαρ τουτο ἐστι της πραγματειας ταυτης . τα δ ' ἀνωτερον ὁσα θεωρειται χρωμενης ἠδη της ποιητικης τοις τε συστημασι
9999990 θεις
, ταλας : ἑστηκας ἐτι προς ταις θυραις το φορτιον θεις ; σιτοκουρον ἀθλιον , ἀχρηστον εἰς την οἰκιαν εἰληφαμεν
ἐχων ὑγιες , ἐριστικος και σοφιστικος ἐστι , ἐκ παραλληλου θεις τα ἀμφοτερα : ὁ γαρ ἐριστικος και σοφιστικος και
9999990 ἀποδιδομενον
ἀποδωσει , ἠ εἰ ἑξει , ὁμωνυμος ἐσται φωνη το ἀποδιδομενον . ὡς εἰναι ἐνθα μεν γενος το μειζον ,
το πραγμα ἐστι και οὐχ ἑτερον τι , οὑ τον ἀποδιδομενον ὁρισμον εἰναι λεγουσι . το δε δυνατον εἰναι ἠ
9999990 παρισταντες
] . καθωπλισμενη δε πλαττεται και οὑτως ἱστορουσιν αὐτην γεγονεναι παρισταντες ὁτι αὐταρκως προς τας μεγιστας και δυσφορωτατους πραξεις παρασκευαζεται
Δημητρι πανυ οἰκειως , το πολυγονον και εὐσυλληπτον και τελεσφορον παρισταντες . ἀνατιθεασι δ ' αὐτῃ και τας μηκωνας κατα
9999990 κατεχεσθαι
ὀντι Ἀκαμαντι , και μεχρι μεν τινος ὑπ ' αἰδους κατεχεσθαι , ὑστερον δε νικωμενην ὑπο του παθους ἀνακοινωσασθαι Περσεως
κατεσταθη , ὁτι ἐπιτηδειον αὐτῳ ἐφανη το χωριον ἐς το κατεχεσθαι τα κυκλῳ ἐθνη φυλαττομενα . Ἐνθεν δε ἀναλαβων τους
9999990 καταχρησθαι
οἱον ὡς ὁ τας Νικας τας χρυσας χωνευειν κελευων και καταχρησθαι τοις χρημασιν εἰς τον πολεμον οὐχ οὑτως εἰπεν προχειρως
δει νεμειν , ἐν τῳ δε ἀναλισκειν τε αὐτα και καταχρησθαι εἰς το ἑαυτου σωμα οὐ πλεονεκτητεον , εἰ μη
9999990 παχυτερου
νιτρου ἐρυθρου ⋖ ι , τερμινθινης ⋖ η , μελιτος παχυτερου ⋖ ιϚ . ἑψε το μελι και την ῥητινην
βαρυνουσαι μητε στενοχωρουσαι τους πορους : ὁσαι δ ' ὑπο παχυτερου αἱματος συνεστηκασι , βαρυνουσι μεν ὑπο μελαγχολικωτερου την γενεσιν
9999990 Ἀριστομενους
οἱ μεν δη ἀλλοι κατενεχθεντες παραχρημα ἐτελευτησαν : του δε Ἀριστομενους ἡ ἀσπις ἐφελκομενη τον ἀερα ἐλαφρως αὐτον ἐπι την
του Β ἀδιοριστως , το ἀει εἰναι κατα του διανοητου Ἀριστομενους , ἀληθες ὀν , το δε Β κατα του
9999990 κελευομενον
περι ἡμων , ἀλλ ' ἀποχρην ᾠετο , ἐαν το κελευομενον ποιειν ἐθελοντας ἐχῃτα δ ' αὐ Λακεδαιμονιοις δοξαντα ταυτ
, και περι την ἀγοραν ὑπομενοντας ἑτοιμους εἰναι δραν το κελευομενον , ἀπῃει πρωτος εἰς την πολιν . οἱ δε
9999990 ἀκουσιον
: της γαρ ἀδικιας ἀκουσιου οὐσης πολυ μαλλον το ἀδικειν ἀκουσιον ἀν εἰη , ὁσῳ και μειζον κακον ἀν τυγχανοι
το δ ' ἀκουσιον : και ἑκουσιον μεν ἁδονα , ἀκουσιον δε λυπα . ταὐτα δε ταυτα και ἐπιτεινοντι και
9999989 καταφρονειν
μοι συμβουλευεις ψευσασθαι την πολιτειαν ; τι δε λεγων θανατου καταφρονειν , δια τεχνης φευγειν αὐτον καταγγελλεις ; ἐγω μεν
. Οὑτω δε διακειται τοτε , ὡς και του νοειν καταφρονειν , ὁ τον ἀλλον χρονον ἠσπαζετο , ὁτι το
9999989 λειποντων
νυκτωρ εἰς ἱερον παρελθειν ἱεροσυλιας ἀρχη : προστεθεντων δε των λειποντων ἐν ἑκατερῳ τελεια τα πλημμεληματα γινεται . Των δε
φευγων τοὐναντιον μειωσει το πεπραγμενον , και μαλλον ὑπο των λειποντων αὐτο δειξει περιεχομενον : οἱον ὁ μεν φιλοσοφος ἐρει
9999989 καταστηναι
ἀγαν εἰρεσιᾳ ἐκ της δινης ἐξελαθεισαν ἐς εὐθυ του πλου καταστηναι . . . . ἐνδοσιμον : Ἀρριανος : οἱ
Πλειαδα και τροπας και ἰσημεριας και Κυνα : πριν γαρ καταστηναι καλως , κινειν οὐ συμφερει . ἐν δε ταις
9999989 καταφρονων
' Αἰγινῃ . Σωκρατης δ ' ὁ φιλοσοφος ὁ παντων καταφρονων του Ἀλκιβιαδου καλλους οὐχ ἡττων ἐστιν ; ὡς και
, και Ἀθηναζε ἐλθειν και μη σπουδασαι γνωσθηναι , δοξης καταφρονων . Και εἰδεναι μεν Σωκρατην , ἀγνοεισθαι δε ὑπ
9999989 ἀποσεισαμενος
ὁ Ἀβαυχας καταλιπων τα παιδια κλαυθμυριζομενα και την γυναικα ἐκκρεμαννυμενην ἀποσεισαμενος και σωζειν αὑτην παρακελευσαμενος , ἀραμενος τον ἑταιρον κατηλθεν
περα του μετριως ἐχοντος . ἑωθεν τε ὑπο κωδωνι ἐξαναστας ἀποσεισαμενος του ὑπνου το ἡδιστον συμπεριθεις ἀνω και κατω ἐτι
9999989 γελοιοτερον
, ἐπι δε τοισδε μηκετι : οὐ τι ἀν εἰη γελοιοτερον ; οὑτος μεν οὐν ὁ λογος ταυτῃ τελευτᾳ .
δυνασθαι το νυν ἐρωτηθεν ἀποκρινασθαι σοι παλιν τουτο προσταττειν : γελοιοτερον δ ' οἰμαι πολυ το μηδετερον ἡμων δυνασθαι .
9999989 ἀναγομενων
αἰδεσθεις το σεμνοπρεπες και ἱερον ὑποδεχεται ἀσμενος . Ἠδη δε ἀναγομενων αἱ Διονυσου δυναμεις περιφανως διεδεικνυντο , χλωρα τε σμιλαξ
και ἀσωματον . και ἐπι μεν των ὑπο διαφορους κατηγοριας ἀναγομενων και αἱ συστατικαι και αἱ διαιρετικαι παντως ἑτεραι εἰσιν
9999989 ἐπιλαβεσθαι
φημι δειν , εἰ και κατα σμικρον οἱοι τ ' ἐπιλαβεσθαι πῃ τἀνδρος ἐσμεν . Ἑξεις οὐν συγγνωμην και καθαπερ
δε , ἀνδρα φρονιμον και τοτε προεστωτα των ἐφορων , ἐπιλαβεσθαι του Ἀγησιλαου και εἰπειν , ὡς δει μη ἀνορυττειν
9999989 καταλαβοντες
, συν ὁσοις εἰχον ἀμφ ' αὑτους , το Ἀρτεμισιον καταλαβοντες ἐκρατυνοντο και Κοιντον Φλακκου παιδα ἐς την βουλην ἐπεμπον
τους μεν φευγοντας ἐπιδιωκουσι και δακνουσι και διεσπασαν ἐστιν οὑς καταλαβοντες , τους δε ἐπιοντας και μαχομενους φοβουνται και ἀναχωρουσι
9999989 γιγνομενοις
' , ἐφη , και ταυτα πανταπασιν ἐοικεν ἀνθρωπων ἑνεκα γιγνομενοις . Το δ ' , ἐπειδη και τουτο φανερον
ἀθροιζεσθαι [ λιθων ] πλησιον αὐτου , μαλλον ἐπι τουτοις γιγνομενοις ὁρωντα τερπεσθαι και μεγαλαυχεισθαι , νομιζοντα της μουσικης ἡκειν
9999989 ὠνομασται
και ποταμους γινεσθαι μεγαλους , ἀφ ' ὡν ἡ πολις ὠνομασται : ἀρσαι γαρ το ποτισαι , ἀφ ' οὑ
, την τε του ὀξυχολου και πικρου : διο και ὠνομασται οὑτως . το δε ἀνευ τιμωριας και κολασεως ,
9999989 ἀνεκτον
περι οὑ ἐπι τῃ ὑποληψει ἐστι τῃ σῃ φορητον και ἀνεκτον αὐτο ποιησαι κατα φαντασιαν του συμφερειν ἠ καθηκειν σεαυτῳ
το πραγμ ' ἐφασαν οὑτοσι και ὁ Φρυνων και οὐκ ἀνεκτον εἰναι , των θεοις ἐχθρων , των ἀλειτηριων Ὀλυνθιων
9999989 ὑποπτερον
; Δια μεσου γαρ αἰθερος τεμνων κελευθον ποδα τιθημ ' ὑποπτερον Περσευς προς Ἀργος ναυστολων το Γοργονος καρα κομιζων .
λοχαγων ; πολλακι και δηριν ἀνδρων ἐπελασσατο πυργοις ἠρεμος ἀσπιδοεσσαν ὑποπτερον , εὐτε βροτοισιν ἀσπις ὑπερ κεφαλης ἐπικαρσιον ἀσπιδ '
9999989 ἐπαγειν
ὁταν βασιλευς ἑψῃ τον μεγαν ἰχθυν . λιμνην δ ' ἐπαγειν ὑδατος μεστην εἰς την ἁλμην , τους δ '
τουτο ἠδη ἐργον του Διος , ὡς βασιλεως , κοινην ἐπαγειν τιμωριαν ταις πολεσιν ὑπερ των ἀδικων κρισεων των ἀρχοντων
9999989 καταδηλος
ἐξετασσετο ἁπας , και ὁ βασιλευς ἐν μεσῳ τῃ φοινικιδι καταδηλος ἠν περικειμενῃ . Ὁ δε Πομπηιος ὑπωπτευε μεν ἁπαντα
δεξια του αὐχενος , ἐς αὐτο το δερμα , ὡστε καταδηλος εἰναι : παρα δε το οὐς κρυπτεται και ἐνταυθα
9999989 καταλιποντα
, και τον τοπον , ἀπο Θηβων εἰς Τευμησον ἀγουσαν καταλιποντα και πλησιασαντα τῳ της πολεως τειχει : περιελαβον περιεκυκλωσαν
Θηβων : † ἠ οὐκ ἐκλιποντα , ἀλλ ' ἠδη καταλιποντα : ἀλλως : οἱ μεν ὀρος Βοιωτιας , οἱ
9999989 καταλαβοντος
την πολιν εὐνους ἀρχηθεν ἐγενομην , ὡστε και του πολεμου καταλαβοντος ὑμας της ἐμης εὐνοιας ἐχοντες δειγματα παντας παραλιποντες τους
? τον τροπον τουτον : Φιλιππου [ ] δε [ καταλαβοντος ] Ἐλατειαν και Κυτινιον [ ] και πρεσβεις [
9999989 μεταλλοις
οἱσπερ και οἱ γραφεις χρωνται . το ὁλον ἐν τοις μεταλλοις πλεισται και ἰδιωταται φυσεις εὑρισκονται των τοιουτων , ὡν
ἀπουσιαν ἀπο του ψηγματος . Ἡ μεν οὐν προς τοις μεταλλοις ἀπωλεια των πολλων σωματων προς το ῥηθεν τελος κομιζεται
9999989 ἀφικομενου
' εὐθεως ἠξιουν κληθηναι τον Αἰσωπον . του δ ' ἀφικομενου και σταντος ἐπι το μεσον , οἱ Σαμιοι την
αὐτον ἀνθρωπων οὐ πολλων . Τριπτολεμου δε ἐκ της Ἀττικης ἀφικομενου τον τε καρπον λαμβανει τον ἡμερον και οἰκισαι διδαχθεις
9999989 ἀμβλυτερον
μεν ὀξυτερον οἱ νεοι προς αὐτο βλεποιτε , ἡμεις δε ἀμβλυτερον . Το ποιον , και προς τι μαλιστα λεγεις
Διονυσιων . Ἡγησανδρος δ ' ἱστορει και Ἱερωνα τον τυραννον ἀμβλυτερον κατα τας ὀψεις γενεσθαι και τους συνδειπνουντας των φιλων
9999989 παραφρονειν
ἐποιησατ ' ἀν : τον δε Μενεκλεα ποιησαντα ταὐτα τουτῳ παραφρονειν φησι και γυναικι πιθομενον ποιησασθαι . Πως οὐν οὐ
λογια ἐστιν ἀκουσαι : τι γαρ ἐλλειπει προς το μη παραφρονειν αὐτον , ὠ Ὠκεανιδες ; ἠ δια τι χαλᾳ
9999989 καταλληλος
ῥευμα τι κατα σκελος ἠ μερη τινα του σωματος ἐσχηκοσι καταλληλος και ἀτροφοις και τοις ἐκ νοσου παρῳδηκοσιν : κεφαλῃ
ἐγραψα ἠ γραψω . ἡ δη τοιαυτη συνταξις προδηλον ὁτι καταλληλος : ἡ γαρ του ἐπιρρηματος συνοδος , οὐ δεκτικη
9999989 στρατευομενος
ἀπολεσας ἐν τῳ πολεμῳ ἐξεπεσεν ὑπο των λʹ , και στρατευομενος ἐν Ἀσιᾳ ἀριστειων ἠξιωθη , και ἐν Κορινθῳ μετα
ἐπεδειξατο : βοιωταρχων μεν περι Λευκτρα ἐνικα τους πολεμιους , στρατευομενος δε και ἀγωνιζομενος ὑπερ της πατριδος ἀπεθανεν ἐν Μαντινειᾳ
9999989 ἐπιεικεστερον
ἐγω συμβεβουλευκα και ἐγω ἐγραψα , ὁσον δε τουτο ἐκεινου ἐπιεικεστερον εἰρηται και ταπεινοτερον ; ἀλλ ' οὑτος μεν εἰς
ἐσται και διαταξαι και μεταθειναι ἀλλον ἀντι του προγνωσθεντος χειρονος ἐπιεικεστερον τροπον , ᾡ τελευτησαι δυναιτ ' ἀν ; ἐγω
9999989 λοις
[ ! ! ! ! ! ! ! ! ] λοις θωμ [ ! ] [ ! ! ! !
κατταν ψυχαν ἁρμοζων αἰσθησει παντα γνωστα και ποταγορα ἀλλα - λοις κατα γνωμονος φυσιν ἀπεργαζεται σωματων και σχιζων τους λογους
9999989 παραινεις
πολλα τοιαυτα εὑρηται . ὡσπερ γαρ φαμεν , ὁτι ὁ παραινεις ἐμοι , ποιησω , εἰ και αὐτος δε τοὐμον
] κατηγορησας . δοκει ] λειπει το ποιησον . ὀρθως παραινεις : ὡς του Ἑρμου ἀνανευσαντος . δικορραφειν : ἀντι
9999989 ταχυτερον
σαρκα ἐκτος του λεπους προσφερεσθωσαν και προ τροφης μαλλον και ταχυτερον και πινετωσαν εὐκρατου μαλλον ἠπερ οἰνου . οἰνου δε
ἑνικῳ οὐδετερῳ , ἐπι δε ὑπερθεσεως πληθυντικῳ οὐδετερῳ : ταχυς ταχυτερον , ἀλλα και ἐπιρρημα ταχυτερον : και πληθυντικον ταχυτατα
9999989 καταλυσαι
προς τον δυναστην , ὁ δ ' Ἀγαθοκλης σπευδων αὐτων καταλυσαι το συστημα Πασιφιλον στρατηγον ἐξαπεστειλε μετα δυναμεως εἰς την
ὀλιγαις ἡμεραις μυριους τεθναναι . ὁθεν και την πολιορκιαν ἠθελησαν καταλυσαι : Ἱερων δε ὁ βασιλευς Συρακουσης σιτον πολυν ἀποστειλας
9999989 ἀπολεσθαι
και κεραυνων ῥαγεντων , φασι τους αὐτοχειρας ἁπαντας του παιδος ἀπολεσθαι . . . : Βωταχιδαι , τοπος Ἀρκαδιας ,
τῳ ποιητῃ Α βουλομ ' ἐγω λαον σων ἐμμεναι ἠ ἀπολεσθαι : και ἀντωνυμιαν παραγωγον τριτου προσωπου , και τον
9999989 κατασταντων
ἀφηκε . το γαρ ἡμων δι ' ὑμας εἰς πολεμον κατασταντων ὑμας ἀνευ της ἡμετερας γνωμης εἰρηνην ποιεισθαι πως οὐκ
ἐφην ἐχειν διδοναι προϊοντος ἀναιρησει του χρονου , παντων ἀτελων κατασταντων . ἐπειτα κἀκεινο προσῃδεσαν και σφοδρα γε πεφυκος ἐν
9999989 παρεχοντα
, πονου συνεχειαν φυσει πτερων ᾠηθη δειν ἐξισωσαι και τα παρεχοντα δη την ἐν ταις ὁδοις τρυφην παντα ῥιψας και
εἰ δε διατασεως ὑπο πνευματων , την γαστερα δει τονωσαι παρεχοντα την ἱεραν Γαληνου , ἡντινα πικραν και δι '
9999989 τετρατον
δυο . Ἡσιοδος : τρις ὑδατος προχεειν , το δε τετρατον ἱεμεν οἰνον . Εὐπολις Αἰξιν : Διονυσε χαιρε :
και παλιν την Σωστρατου ὀρθιαν την στηθοδεσμιδα , ἡν τινες τετρατον καλουσι . Κεφ . ρδʹ . Δυο τελαμωνας κατα
9999989 τετραμμενον
ἐν σκοπελῳ ἐστι σπεος ἠεροειδες , προς ζοφον εἰς Ἐρεβος τετραμμενον , ᾑ περ ἀν ὑμεις νηα παρα γλαφυρην ἰθυνετε
παντων ὑποδοχαις . . Ἡ συνταξις αὑτη : και φιλοπολιν τετραμμενον και βλεποντα προς ἡσυχιαν και εἰρηνην ἐν καθαρᾳ γνωμῃ
9999989 φυλαττομενον
παροντος του Εὐθυδημου , ὁρων αὐτον ἀποχωρουντα της συνεδριας και φυλαττομενον μη δοξῃ τον Σωκρατην θαυμαζειν ἐπι σοφιᾳ , Ὁτι
, ἀλλ ' ὁϲον οἱον τε , ταϲ ὑπερβολαϲ ἑκατεραϲ φυλαττομενον : ἡ δε πολλη τριψιϲ την ἰϲχνοτητα παρεχεται ,
9999989 ἀπεργαζομενον
σωματι βιαν προσφεροντα και τραυματα ποιουντα και καθολου τι κακον ἀπεργαζομενον . οἱ ταριχευται δε καλουμενοι πασης μεν τιμης και
μικροιϲ ἀγγειοιϲ φερομενον παραιτητεον χειροναϲ οἰνου βλαβαϲ ἐπι των τοιουτων ἀπεργαζομενον , και μαλιϲτα ἐπι των κατα την κεφαλην και
9999989 ἐπαγομενων
ἐς το ξυμφερον καθιστανται . πολεμον γαρ αἰρομενων ἡμων και ἐπαγομενων αὐτους , ἀνδρας οἱ και τοις μη ἐπικαλουμενοις αὐτοι
ἐν Ἰνδοις . Μηλῳ βαλλειν : ἐπι των εἰς ἐρωτα ἐπαγομενων τινας . Μη παντι ἐμβαλλειν δεξιαν : ἀντι του
9999989 ἀπολομενων
ταις μαχαις , και ταυτα οὐ πολλων ὀντων οὐτε των ἀπολομενων οὐτε των παραδοντων τα ὁπλα . αὐτος γε τοι
' ἰσχυρας της ναυμαχιας και πολλων νεων ἀμφοτεροις και ἀνδρων ἀπολομενων οἱ Συρακοσιοι και οἱ ξυμμαχοι ἐπικρατησαντες τα τε ναυαγια
9999989 ἀναιρεσιν
Ὁ κατα ἀμφισβητησιν ἐχει ὁρισμον μεν του αὐτου πραγματος : ἀναιρεσιν δε του ἐναντιου καθ ' ἑκαστον κεφαλαιον : ἡ
ὁθεν και οἱ μεχρι τελευτης ἀριστευοντες και ὑπερ πατριδος εἰς ἀναιρεσιν αὑτους ἐπιδιδοντες δια ταυτην ἰσως την αἰτιαν ἐπανδρως ἀγωνιζονται
9999989 τερατευομενος
. τον γουν γραφεντα κατα Κτησιφωντος Δημοσθενης πολλα βοων και τερατευομενος ἡρπασεν . ὁθεν και ὁ Αἰσχινης κακον ἐθος φησιν
] ἱνα δυνηται πιπρασκειν τα κτηματα . . . . τερατευομενος ] τερας τι και παραδοξον λεγει με ἐπαγγελλειν .
9999989 κουφοτερον
ὁ Σκιπιων τους ἱππεας τους Ἰταλικους , ὀπισω τεταγμενους και κουφοτερον ἐσκευασμενους , ἐπαγαγων ἀποβηναι των ἱππων ταρασσομενων ἐκελευσεν και
τινος ἠ σκηνης ἐγκαλλωπισμα , οἱα πολλαι κεκτηνται πολεις , κουφοτερον ἀν ἐδοξε το δεινον : ἐπει δε προς θεραπειαν
9999989 μετασταντος
περι τας Ἀρκτους χιονιζεσθαι τοπους , περι τροπας δε θερινας μετασταντος του ἡλιου τηκομενης της χιονος και ἀτμιζομενης ἀπο της
: γινεται γαρ ὁ κιων δεξιος οὐδεν αὐτος μεταβαλλων ἐμου μετασταντος και τα δεκα διπλασια μηδεμιαν λαβοντα προσθηκην των πεντε
9999989 οἰκειον
, και αὐτης δη της γλωττης προσφορας , ἱνα το οἰκειον ἀμεσως ἐπιχορηγουντος ἑκαστου , και μη ταις ἀλληλων συμπαθειαις
οὐκ ἐχουσιν οὑ ἑνεκα ἐξ ἀρχης κατα το της φυσεως οἰκειον ὠρεχθησαν . . Οὐδεμια ἡδονη καθ ' ἑαυτο κακον
9999989 δαιμον
φερομαι τλαμων ; πα μοι φθογγα διαπωταται φοραδην ; ἰω δαιμον , ἱν ' ἐξηλου . Ἐς δεινον οὐδ '
' ἀνεπεμψεν ἱερον , ἐνθα γυναικες . Ἰω μοιρας ἀτεγκτε δαιμον . Ὠ καταρατος ἐγω : τις ἐμον οὐκ ἐποψεται
9999989 ἀπολογουμενους
δημοσιῳ ἀδικηματι , ἠ και πικροτεραις , ἐαν δυνωμεθα , ἀπολογουμενους δε συστελλειν τα ὀνοματα και κλοπην μεν την ἱεροσυλιαν
ἐποιησαν τον χορον . ἀλλ ' ὁ μεν Εὐριπιδης εὐθυς ἀπολογουμενους πεποιηκε περι της προτερον ἀμελειας , ὁτι δη τοσουτων
9999989 παρεσιν
κεφαλαλγικης , ὁτι κακον ὑπαρχει : ἐν δε Ταυρῳ την παρεσιν ὁ νοσων ὑπομεινας και παρακοψας συντομον , την ζωην
ἐστιν . παρειεται : παραλυεται , παρεσιν μελων πασχει , παρεσιν πασχει , παραπεμπεται . Παρειεται : ἀπολιθουται , ἀπολυεται
9999989 ἐναντιωματων
ἀστερων φυσεις . Ἡλιος μεν οὐν και Σεληνη Κρονῳ παραδιδοντες ἐναντιωματων και φοβων εἰσι δηλωτικοι , ἐπαγοντες ἐχθρας μειζονων και
δε κακοποιος ἐπιδιακατεχει τον χρονον , ἀπρακτος και ἐπινοσος δυσκαταγωνιστος ἐναντιωματων πληρης , ὡς και προς τοις κακοις ἀδρανη και
9999989 ἀπολεμον
. οἰμοι : τιν ' ὀψιν τηνδε δερκομαι ταλας ; ἀπολεμον , ὠ παι , πολεμον ἐσπευσας τεκνοις . τι
εἰρηνην και ἀπο του θνητου και πεφυρμενου στρατοπεδου προς τον ἀπολεμον και εἰρηναιον λογικων και εὐδαιμονων ψυχων βιον θειον .
9999989 πολυτελεις
φασι , χειμωνι * * * . τις οὐν τας πολυτελεις ἁλουργιδας , τις τα διαφανη και λεπτα θεριστρα ,
μελλετε κατοικειν , τι ὡδε ὑμεις ἑτοιμαζετε ἀγρους και παραταξεις πολυτελεις και οἰκοδομας και οἰκηματα ματαια ; ταυτα οὐν ὁ
9999989 προστιθεις
: νη Δι ' ἀσφαλως γε , φαιης ἀν , προστιθεις ταις Μουσαις ἑαυτον . Οὐκουν και ἡμεις ἁ προηχθημεν
' αὐτου τον τροπον λυπην τ ' ἀφαιρων ἡδονην τε προστιθεις , λυπην δε ποιων , εἰτι δυσκολως ἐχει .
9999989 λοιποις
γαρ ἀπειλουντι και τῳ δεσποτῃ θανατον μαντευεται : τοις δε λοιποις ἀπραξιαν σημαινει . σημαινει δε ὁ ἀετος και τον
μεσῳ παρηλασας ἐργοις παλλιστοις και τροπαιοις και νικαις και τοις λοιποις ἀριστευμασιν . Ὁσα μεν οὐν ἠ τους ὑπηκοους εὐεργετων
9999989 παραγοντες
και οἱ ἐνδον του στοματος , εἰς δε τα πλαγια παραγοντες οἱ κατα τας γναθους , οὑς μασητηρας ὀνομαζουσιν ,
καθαπερ , φησιν , ἀπαιδευτως τινες τουτο ὑπελαμβανον , μαρτυρα παραγοντες τον Ἡρακλειτον , ἐπειδη ἐλεγεν ἐκεινος ἑνα ὁρισμον εἰναι
9999989 ποιουντων
δε χρωμενων . Ἀροτρῳ ἀκοντιζεις : ἐπι των ἀσκεπτως τι ποιουντων . Αὐταρ ἡ παγη ἐοικε ληψεσθαι παγην . Αὐτου
το παν ἐπιτρεπειν . δυναται μεν γαρ και ἡμων μηδεν ποιουντων ἐκεινος εὐ ποιειν δια παντων , ἀλλα βουλεται και
9999989 μαινομενοις
εἰη γινωσκων ὀργην ἡντιν ' ἑκαστος ἐχει . ἐν μεν μαινομενοις μαλα μαινομαι , ἐν δε δικαιοις παντων ἀνθρωπων εἰμι
ὡς μη δει συμβουλευοντας κρινετε ; ἠ τοις τοιουτοις ὡς μαινομενοις οὐκ ἐπιτρεπειν συμβουλευειν προσηκει ; εἰ δε μητε τους
9999989 ἀκοντων
τοιαυτας ὁδους ἁς οὐτε πολλοι οὐτε ὀλιγοι δυναιντ ' ἀν ἀκοντων Αἰτωλων πορευεσθαι : ἐκεινον μεντοι εἰασαν διελθειν : ἠλπιζον
φατε παραδουναι Σωστρατῳ , λῃστας ὁμολογειτε καταπεμπειν : εἰ δε ἀκοντων ὑμων ἐκεινος κατεκρατει , τι δεινον πεπονθατε λαβοντος ἐμου
9999989 παραινεσιν
και προς ἡμας ἐληλυθε της ἀρετης . Δεχεται δη την παραινεσιν ὁ Τυλλος και δεχημερους ποιησαμενος ἀνοχας , ἐν αἱς
λογος μυθικος ἐκφερομενος ἀπο ἀλογων ζῳων ἠ φυτων προς ἀνθρωπων παραινεσιν : παροιμια δε την ἀπο του κεφαλαιου ἐπι το
9999989 πολεμιοις
, ἡν ἐτυγχανεν αὐτῳ κεχαρισμενος . και ἐπειδη συμβαλων τοις πολεμιοις κατα κρατος αὐτους εἱλεν , ἐπι πολυν οἰνον ἐτραπετο
οὑτω σχημα και ταπεινον κατελθειν : ὡστε την πατριδα τοις πολεμιοις ὑποχειριον ποιησαι . Ἐπειδη μη ἐμπεπτωκε το ὁριστικον .

Back