. και τρεις οἱ το ζωδιακον πλατος ὁριζοντες κυκλοι , θερινος τε και χειμερινος και ὁ ἀνα μεσον τουτων ὁ
μεν ἀρκτι - κος τε και ἀειφανης , ὁ δε θερινος τροπικος , ὁ δ ' ἰσημερινος , ὁ δε
9999992 θερμαινομενον
ἀριστων ὁ Ἱπποκρατης , ἐνθα φησιν : ὑδωρ το ταχεως θερμαινομενον και ψυχομενον κουφοτατον . οὐ γαρ ἐπι των βορβορωδων
δυναμει ἐστι , καθ ' ὁ κινειται , οἱον το θερμαινομενον , ὁτι δυναμει ἐστι θερμον , και το ψυχομενον
9999992 περιστερας
, πελειαδας οὐ σημαινει τας ὀρνιθας , ἁς τινες ὑπονοουσι περιστερας εἰναι , ἁμαρτανοντες . ἑτερον γαρ εἰναι φησιν Ἀριστοτελης
, οὑ ὁ καρπος γλυκυς και χρηστος , ὡστε τας περιστερας τερπομενας ἐν αὐτῳ αὐλιζεσθαι και κατασκηνουν . τουτο το
9999992 στοχαζομενος
οὐδεν των πραττομενων καλον . Ἑνος ἐτι μνησθεις ἀνδρος , στοχαζομενος του μη μακρηγορειν , ἐπι τα ἀκολουθα των λογων
δυνησομενων βεβαιωσαι τας προθεσεις , ἀλλα της εὐκαιριας των γραφομενων στοχαζομενος , ὡς και περι των ἀλλων ἐποιησα . οὐ
9999992 δεικνυμενον
ὁτι ἐστιν : ἀλλο γαρ ἐκεινο και δι ' ἀποδειξεως δεικνυμενον . και το ἀκολουθουν ἀτοπον ἐπιφερει : ὁ ἀρα
ὁτι ἑτερου ὁ ὁρος και ἑτερου ὁ συλλογισμος ἐστι το δεικνυμενον . ἀλλ ' εἰ και ἑτερον τουτο ἐκεινου ,
9999992 σινος
τοκεων δμωων αὐτους ἐρδει θεραποντας : πολλακι δ ' ὀφθαλμοισι σινος λιποφεγγες ἐτευξεν , και γονεας νουσοις ψυχμῳ και βηχι
το ὀστεον , ἠ εἰ κατα το ὀστεον μικρον τι σινος εἰη , και μη μεγα : τοισι γαρ τοιουτοισιν
9999992 μετειναι
οὐδεν κοινωνω , μηδε τουτον οἰου : νομιζων δε τι μετειναι μοι , τοσουτον και τουτῳ νομιζε , ἡ γαρ
ἐγω δε ἀνδρειας μεν και προμηθειας πανυ τισιν ὀλιγοις οἰμαι μετειναι , θρασυτητος δε και τολμης και του ἀφοβου μετα
9999992 περιαιρειν
” . / . : Φανιας δε φησιν οἰναριζειν το περιαιρειν των οἰναρεων και τρυγαν . . λ . ,
. δει μονην την προς δε την ὑποπιπτουσαν σαρκα λευκανθιζουσαν περιαιρειν , την δε ἐρυθραν ἀποδεροντα και ἀπαλλοτριουντα τοτε ἀφαιρειν
9999992 θανατον
οὐδαμως ὑφιεται των κακων , ἀλλ ' ἐπισπευδει τον ἡμων θανατον . . λεγουσα κερδος ] κερδος μοι ὑποτιθεμενη το
δ ' οὐκετι εἰσιν . Ἀλλ ' οἱ πολλοι τον θανατον ὁτε μεν ὡς μεγιστον των κακων φευγουσιν , ὁτε
9999992 Ὑπεριονος
δε Σεληνῃ δεξιτερην ἱστηται ἐπι πλευρην τετραγωνος ἀντολιην ἀπεχων τηλου Ὑπεριονος αἰγλης , δη τοτ ' ἀπ ' ὠδινων και
ἐξελαουσι βροτους Φαινων Πυροεις τε , ὁς μεν προσθεν ἰων Ὑπεριονος , ὁς δε τ ' ὀπισθεν . ταυτα δε
9999992 ἀποδεξαμενος
των ἰδιων περιοδον . Λεωνιδης δε την ἑτοιμοτητα των στρατιωτων ἀποδεξαμενος , τουτοις παρηγγειλε ταχεως ἀριστοποιεισθαι , ὡς ἐν ᾁδου
, ὡς διακοψοντες αὐτα παντως . ὁ δε την ὁρμην ἀποδεξαμενος , “ οὐκ ἀξιως , ” ἐφη , “
9999992 ἀπολογησεται
πραγματος , αἰτιαν τις ἀποδωσει και το λεγομενον χρωμα : ἀπολογησεται δ ' οἰμαι ὁ ἀσωτος και ἐρει τι .
αὐτων δικας . Ὁρᾳς ὁτι ἐνταυθα ὁ φευγων οὐκ εὐθυς ἀπολογησεται περι του ἐγκληματος : ἀλλα καθαπαξ ἀνελειν την κρισιν
9999992 πλειστης
γαρ τι βραχυ διαφορητικης τε και θερμης δυναμεως , ἡς πλειστης το μελι μετειληφεν . Κικεως ὁ καρπος ῥυπτικην τε
. Ὁ γουν Κομνηνος την Ἀντιοχειαν καταλαβων μετα τιμης ὁτι πλειστης ὑπο τε των ἐν τελει και αὐτου δη του
9999992 ἀπερχομενος
ἐν αὐτῃ τον Θησεα ἠ γυψον : ὁ γαρ Θησευς ἀπερχομενος κατα του Μινωταυρου την Ἀθηναν ποιησας ἀπο γυψου ἐβαστασεν
την ὁδον ἐκεινην και ὁ Λαιος ὁ τουτου πατηρ , ἀπερχομενος και οὑτος ἐρωτησων εἰς το μαντειον περι του παρ
9999991 ἐπιδεικνυμενος
. . , : Ἑλλανικος . . . πλειστην εὐχερειαν ἐπιδεικνυμενος ἐν πασηι σχεδον τι τηι γραφηι . . .
ᾑ πολλην ἐποιησατο των Ῥωμαιων κατηγοριαν , τραυματιας τε συχνους ἐπιδεικνυμενος και τους προσηκοντας τοις ἡρπασμενοις ἠ τεθνηκοσι παραγων και
9999991 περιοντι
ἡ τε βουλη και μετα αὐτης ὁ δημος , ἐτι περιοντι ἐψηφισασθε , ὑμετεραν και οὐκ Ἀντωνιου ταδε φωνην εἰναι
καλλιστον τελος εἰληφοτι , την ἐπινικιον τιμην του θριαμβου τῳ περιοντι ὑπατῳ προσθειναι βουλομενων , ἠρνησατο την χαριν αὐτων ὁ
9999991 ἀνελομενος
, δειξον μοι , ὡς βαλω γε παντῃ τῃ βωλῳ ἀνελομενος : και ὁ μεν Κυρος δεικνυσιν αὐτῳ , ὁπου
σηπεδονος παρατρεχων . Ἀλλα συ προσελθε και προσελθων ἀνελου και ἀνελομενος δος . Ἱκανον σοι νυν δοξαι μη πενητι ,
9999991 παρασιτος
; Οὐκουν ἀναγκη πρωτον εἰπειν ὁτι φιλοσοφιας μεν οὐδεποτε ἠρασθη παρασιτος , παρασιτικης δε παμπολλοι ἐπιθυμησαντες μνημονευονται φιλοσοφοι , και
συνεδειπνουν τῳ βασιλει , ὡς αὐτος φησιν . Νεστωρ δε παρασιτος μοι δοκει των βασιλεων μαλιστα τεχνιτης και ἀγαθος γενεσθαι
9999991 πολεμουντος
μεν περι Τενεδον τῃ δε κατα τον Αἰγαιον , Λευκολλου πολεμουντος , τους Ποντικους νενικησθαι , και οὐκ ἀξιομαχον αὑτον
Μαριανδυνων , ὁς ἀπεθανεν ἐν Ἡρακλειᾳ τῃ Ποντικῃ , Ἡρακλεους πολεμουντος τοις πλησιον , οὑ εἰς ὀνομα ὁ πατηρ την
9999991 ἀρχομενους
οὐν ἱερων και θυσιας , οὑτω και του βιου τους ἀρχομενους εὐλογιας / μαλιστα πρεπει ἐπιμελεισθαι . . . .
οὐ το αὐτο δικαιον πατρι προς υἱους και βασιλει προς ἀρχομενους : οὐδ ' ἡ φιλια ὁμοια : ἡ δε
9999991 διαγραμματος
τους κατα ταξιν ἀρτιους εὑρησεις τουτο . ἐστω δε ἐπι διαγραμματος σαφες το λεγομενον : α , γ , ε
ἀντικεισθαι και ποιας ἐναντιως και ποιας ὑπεναντιως , ποιησωμεν ἐπι διαγραμματος . ►ἀντιφατικως καθ ' ἑκαστα Σωκρατης ζῳον ἐστιν Σωκρατης
9999991 κατεχομενος
ἁπλως συνθετος , ὁ ὑπο παντων και πλειονων ἠ ἑνος κατεχομενος : ὁ δε μικτος , ᾡ συμβεβηκεν ὑπο φθογγου
ὁμως παντα ἑν , ἰστω μεν ὁ ταυτα λεγων ἐτι κατεχομενος ἐν τοις διωρισμενοις , τα μαλλον και ἡττον ἐν
9999991 πολυστονον
καλυμμα Νηρηϊδες . Τω σε , πολεμαρχε Κνωσιων , κελομαι πολυστονον ἐρυκεν ὑβριν : οὐ γαρ ἀν θελοιμ ' ἀμβροτοι
τον Ἀχεροντα , ὁς ἐστι ποταμος του Ἁιδου κατα την πολυστονον ναυστολον θεωριδα , την τους νεκρους διαγουσαν προς τον
9999991 ἀναφαινομενον
θεσπεσιαν δ ' εὐφροσυνην παρεχομενον , ἀρρητῳ δε τῃ συμμετριᾳ ἀναφαινομενον , ἐξῃρημενον δ ' ἀπο των ἀλλων εἰδων της
ὁραθηναι τον ἡλιον , ἐκ μεσου δε του πελαγους φασιν ἀναφαινομενον αὐτον ὁρασθαι μεν ἀνθρακι παραπλησιον τῳ πυρωδεστατῳ , σπινθηρας
9999991 ἀποφαινομενον
δε και το ἐρωτωντα τους ἀκουοντας ἐνια λεγειν και μη ἀποφαινομενον : ἀλλ ' ὁ την Εὐβοιαν ἐκεινος σφετεριζομενος και
? [ ] : χρη γαρ [ οὑτω ] [ ἀποφαινομενον ] ? [ ] λεγειν . Ἐπει ὁ /
9999991 στοχαζομενον
ἐμου ποιησαι των ἐφ ' ἑαυτῳ μηδε ἀλλως ἀν ἠ στοχαζομενον και της ἐμης γνωμης : ὀμνυω δε μη προσταξαι
νομοθετην , ἀλλα τον ἀριστον των ἰατρων συντεταχεναι της ὑγιειας στοχαζομενον . παραδοξου δ ' εἰναι δοκουντος του μη πασαν
9999991 πληρωματος
ἀφῃρηνται : ἐλυμηναντο το ἀκριβες της ναυτικης δυναμεως βραχεια ἀκμη πληρωματος : οὐ πολλῳ χρονῳ ἀκμαζει ἡ ναυτικη δυναμις τουτων
ἡ ' κεινου τεχνη δυναιτ ' ἀν ἀνθ ' ὁλου πληρωματος γενεσθαι τῃ νηι . οὑτως ὁ βελτιστος βασιλευς ἡς
9999991 ἁτερος
το ἰσον και ὁ ἁπαξ θεασαμενος ἐχει . Ἀλλα πλειονα ἁτερος ἡσθη χρονον . Ἀλλα τουτο οὐκ ἀν ὀρθως ἐχοι
ἠ χαρακι και ταφρῳ κρατυνασθαι . ἀναλαβων δε την ἱππον ἁτερος αὐτων Σεξτος ἠλαυνεν ἀνα κρατος [ αὐτην , ]
9999991 ἀποτελειται
ἠ περι τους του λοξου και δια μεσων των ζῳδιων ἀποτελειται , ἐγινετο μεν ἀν το τοιουτο δηλον και ἐξ
ἀκαθαιρετον , σεμνοτητα και δεινοτητα και εὐεργεσιαν , ἐξ ὡν ἀποτελειται τα λεχθεντα : το μεν γαρ σεμνον αἰδω κατασκευαζει
9999991 ἀποστησεται
του ὀστεου , ἠν ἐν τεσσαρακοντα ἡμερῃσιν ἀποστῃ , καλως ἀποστησεται : ἐνια γαρ ἐς ἑξηκοντα ἡμερας ἀφικνειται , ἠ
και τα ἀπο των ἀλλων βεβαιως ἑξουσιν . οὐδεις γαρ ἀποστησεται , γνους Μιτυληναιους δεδουλωμενους φ ἡ προσοδος : των
9999991 κατεχομενον
χρονιαϲ , εἰναι δε και ὠκυτοκιον ἐπι των δυϲτοκουϲων γυναικων κατεχομενον τῃ χειρι τηϲ τικτουϲηϲ . Μαγνητιϲ λιθοϲ . Ἡ
την Εἰλειθυιαν . και αὐτος οὐν στενοχωρουμενος ἐπικαλειται αὐτην . κατεχομενον ὑπο της κοπρου . . σκωραμις : σκωραμις ἐν
9999991 παρεχομενος
τον βιον : πασης ἐπηρειας ἐχθρων κρειττω τον χρονον διαγεγονε παρεχομενος : τηνικαυτα δε ἐχθρους οἰκια ἐκτησατο , ἡνικα τα
Ἐνθαδε κατα θερειαν ἠρχετο , τα μεν σιτομετρων και μισθοφοριαν παρεχομενος , τα δε και ταις ἐξοπλισιαις προς φοβον των
9999991 παρεοντος
χρονω , προνοια δε τω μελλοντος , αἰσθασις δε τω παρεοντος . διο δη δει τον ὀρθως και καλως βιοτευεν
ἐξ αὐτου ἐδωρηθη , παραστηναι και ῥυσασθαι μιν ἐκ του παρεοντος κακου . Τον μεν δακρυοντα ἐπικαλεεσθαι τον θεον ,
9999991 βλαπτομενος
ψυχην . Το γαρ ἀδικουν αὐτη ἐστιν , ὁ δε βλαπτομενος ἐν τοις ἐκτος ἀδικειται . Εἰκοτως ἀρα φησιν ἑαυτῳ
πασχει , και προσκερδαινων και προσωφελουμενος ἀπερχεται , ἐκεινος δε βλαπτομενος ἐστιν ὁ τα οἰκτροτατα πασχων και αἰσχιστα , ὁ
9999991 τουτοισιν
μηδεν , μητε ἐν τῃσι μητρῃσι πεποιηται την καθαρσιν , τουτοισιν ἐπικινδυνον ἐστιν ἁλισκεσθαι ὑπο ταυτης της νουσου . Ἠν
τε τοις βαλλαντιοις ἐννεοττευσουσι κἀκλεψουσι μικρα κερματα . Εἰτα προς τουτοισιν ὡσπερ ἐν ἱεροις οἰκησετε : τας γαρ ὑμων οἰκιας
9999991 περιστασεως
γαρ πλουσιοι οὐ παντως εὐπορουνται , ἀλλ ' ἐκ τινος περιστασεως και ἀπο - ρουνται ποτε χρηματων ἠ ἀλλου τινος
Ἀλκιβιαδης ὁ κρινομενος ἐπι τοις ἐκπωμασιν , ἡ δε ἐκ περιστασεως , ὁ ῥητωρ ὁ κρινομενος ἐπι τῳ εἰπειν νησου
9999991 πληρουνται
σκελεων βαρυτης , σιτιων τε ἀφιστασι , και προσενεγκαμενοι μικρα πληρουνται . Τους λευκοφλεγματουντας διαῤῥοια παυει : αἱ μετα σιγης
προσερχεται το κατα τας ὀπωρας , ὡν ἀφθονως ἐμπιπλαμενοι κακοχυμιας πληρουνται . ὁσα τοινυν της ἐαρινης ὡρας ἐστιν ἰδια νοσηματα
9999991 προσφορον
τον τροπον τουτον τοις θεοις εἰναι οἰκειον και τῃ φυσει προσφορον . ἀλλα μην ὁτι γε και τας ἀρχας τας
οἱον ἐναπερειδεσθαι την δυναμιν του τεχνιτου ἐκεινην την τῳ ὀργανῳ προσφορον , μαλλον δε οὐ την δυναμινπανταχου γαρ ἡ δυναμιςἐκει
9999991 φανταζομενος
ἐρωντα : ἀναπλαττων γαρ ἑαυτῳ της παιδος το καλλος και φανταζομενος τα ἀορατα ἐλαθε σφοδρα κακως διακειμενος . ἐπιβουλευει δ
μη δ ' ἐπιλεχθῃς Ἀγαμεμνονιαν εἰναι μ ' ἀλοχον . φανταζομενος δε γυναικι νεκρου τουδ ' ὁ παλαιος δριμυς ἀλαστωρ
9999991 κεκραμενος
ἠ ἱδρωτων ἀμετριαν λειποθυμουσι πολεμιωτατον : ψυχρῳ δ ' ὑδατι κεκραμενος οἰνος αὐτοις ἐπιτηδειος . οὐτε δε διαδεισθαι συμφερει τουτους
. Ἀνδριας : στηλη ἀνδρος . Νεοκρας : ὁ νεωστι κεκραμενος . Ἐλικρας : ὁ ἐλαιῳ κεκραμενος : ἀπο του
9999991 ἀναβαλλομενος
αὐτον ὁ Φαβιος , δικτατωρ ἀναδειχθεις : ὁς ἀει μεν ἀναβαλλομενος την μαχην , ἀει δε αὐτην προςδοκασθαι ποιων ,
δια τριτης , ἐγω δ ' εἰς την τεταρτην ἡμεραν ἀναβαλλομενος ἐνιοτε , και μαλιστα ἐν χειμωνι , χειρον οὐδεν
9999991 διατιθεμενος
τας φιαλας τα πνευματα των ἀνεμων ἐπεβαρει ἐβλαπτεν πολεμεις ἀνωμαλως διατιθεμενος , ἀπο της των κυβευτων μεταφορας ἡμερα μια τῃ
παροντος και κυβιστητηρος προσκυπτων προς τον Πεισιστρατον και των σκευων διατιθεμενος ; ἀλλ ' Ὁμηρος ὡσπερ ἀγαθος ζωγραφος παντα ὁμοιον
9999991 πυνθανομενον
ὑμων Διογενης πλακουντα ποτε ἐσθιων ἐν δειπνῳ λαβρως προς τον πυνθανομενον ἐλεγεν ἀρτον ἐσθιειν καλως πεποιημενον ; ὑμεις δ '
, τον δε φυγειν ἐλθειν τ ' εἰς Δελφους και πυνθανομενον οὐκ εἰ παραχαραξει , ἀλλα τι ποιησας ἐνδοξοτατος ἐσται
9999991 βασιλειος
' ἀλληλας , ἡ τε του Ἐλευθεριου Διος και ἡ βασιλειος . ἐστι δε και τριτη τις , ἡ παλαι
δια της ει διφθογγου και του ο , οἱον Ἀχιλλειος βασιλειος , ὁμοιως δε και παρα τοις νεωτεροις Αἰολευσιν ,
9999991 δεικνυμενος
ἀλλων ἡγειτο διαφερειν , εἰκοτως ἀν ἐπετιματο χειρων του προσηκοντος δεικνυμενος : εἰ δε εἱς ἐστι των ῥητορικων ἠ εἰ
: | „ ὡδε ἐγω , „ ἀδεικτος ὡς ἀν δεικνυμενος , ἀορατος ὡς ἀν ὁρατος ὠν , ” προ
9999991 περιστασεις
ἐκλειπτικους καιρους ἠ και ὁτεδηποτε κομητων ἐπιφανειας προς τας καθολου περιστασεις , οἱον των καλουμενων Δοκιδων ἠ Σαλπιγγων ἠ Πιθων
πασιν ἱσταμενης Περσικης ἰσχυος ὑποστελλομενης . Ὑστερον δε ποικιλας ὑπεστη περιστασεις , μαλιστα γε των της Ἡρακλειας φυγαδων προς Ἀλεξανδρον
9999990 θερινου
, ἀλλα δια μεσου του ἰσημερινου και δυο ἀκρων του θερινου τροπικου και χειμερινου : εἰτα δια τουτου και τους
τους χειμερινους ἐμεειν , οὑτος γαρ ὁ χρονος φλεγματωδεστερος του θερινου , και τα νουσηματα γινεται περι την κεφαλην και
9999990 παραιτησαμενος
τῳ δικτυῳ λαβοντας δελφινα και μελλοντας κατακοπτειν ἀργυριον δους και παραιτησαμενος ἀφηκεν εἰς το πελαγος . και μετα ταυτα ναυαγιᾳ
. . Κιννας δε μετ ' οὐ πολυ στρατηγων Καισαρα παραιτησαμενος δογμα ἐκυρωσεν κατιεναι τους ἀπελαθεντας δημαρχους και , ὡσπερ
9999990 ἐπετειον
ἐνοφθαλμιζεσθαι : εἰτα λαβοντα του εὐκαρπου δενδρου την γενναιαν και ἐπετειον βλαστην , τον ἐξ αὐτης ὀφθαλμον ἐνθετεον κατα ἀκριβη
και ἁπαλα ταυτα και αὐα . Την δε βυβλον την ἐπετειον γινομενην ἐπεαν ἀνασπασωσι ἐκ των ἑλεων , τα μεν
9999990 συγκρινομενον
σχεδον δε και το συμπαν Ἰουδαιων ἐθνος ὀρφανου λογον ἐχει συγκρινομενον τοις ἁπανταχου πασι : τα μεν γαρ , ὁποτε
του ἱππου ἀπο κεφαλης ἐπι οὐραν μηκος προς το πλατος συγκρινομενον τους κα - τα τα ζυγα τασσομενους των κατα
9999990 παριστας
ἐπιβουλευοντας τῳ οἰκῳ αὐτου ἐτιμωρησατο . ἐξ ὡν δηλος ἐστι παριστας δια μεν της Ἰλιαδος ἀνδρειαν σωματος , δια δε
[ του σωφρονος ] δια του μεσου μερους του σωματος παριστας . Οὐκ οἰεται δε οὐδε τον Ἀνακρεοντα και Σαπφω
9999990 λαμβανομενος
λογῳ ἐχει συλλαμβανομενον , και ὁ ἀνθρωπος κατα το συναμφοτερον λαμβανομενος , καθα δη και φυσικως ὁριζεται , και το
συναγει και πιλοι και πυκνοι , ἀλλα και ὡς σιτιον λαμβανομενος . Φυκος ὑγρον ἐστι και χλωρον : ἐξαιρουμενον δε
9999990 καινας
δομων , ἐχηι νεον . ἐα : τι χρημα ; καινας ἐσβολας ὁρω λογων : μητερα γεραιαν βωμιαν ἐφημενην ξενας
ἁβροδιαιτον αὑτων χανδον προς το ἀοριστον και ἀτελευτητον ἀποτεινοντες , καινας ἐπινοουντες ἡδονας , ἀθυτα παρασκευαζουσιν , ἀγχοντες και ἀποπνιγοντες
9999990 θερινον
του τε κατα τον ἰσημερινον κρικου και του κατα τον θερινον τροπικον , ὁλον ἐμφαινεσθαι το ἐγνωσμενον μερος της γης
: ἀδμωνες εἰδος ἰχθυος των λεγομενων συακιων . ὀπωρινον : θερινον , ποτε . ὁπλιζονται : κατασκευαζουσιν . Οἰσυϊνον :
9999990 καταλιποντος
ὑστερῳ κατ ' ἐπιδικασιας νομον , γενεαν του προτερου μη καταλιποντος , ἀλλ ' ὁμως ἀκηλιδωτον διαφυλαξασα τον ἑαυτης βιον
: ἀδικηθεις , ὠ ἀνδρες . Κατα Ἡδυλης ἀποστασιου : καταλιποντος † ἐνοτιου πατρος . Ἀποστασιου προς Ἀρχεστρατον : πολλα
9999990 διαιρεσιν
χρωμεθα : μικρου μεν γαρ ὀντος του ὀγκου , ἁπλην διαιρεσιν διδομεν καθ ' ὑπορρυσιν προς την του ὑγρου ἐκκρισιν
τουτο ὁ Πλατων παρακελευεται περαιτερω των εἰδικωτατων μη ποιεισθαι την διαιρεσιν , ἱνα μη εὑρεθωμεν των ἀτομων ποιουντες διαιρεσιν των
9999990 Εὐξεινος
ἐστιν ἡ μεγαλη χερρονησος : ὁ τε γαρ ποντος ὁ Εὐξεινος και ἡ Προποντις και ὁ Ἑλλησποντος ἐπι δεξια ,
Εὐξεινος , το Στενον . κατ ' εὐφημισμον δε ἐλεγετο Εὐξεινος δια τον σκολιον πλουν και τους κατοικουντας ληστας ,
9999990 ἐκλεγομενος
πολλῳ ; πολλακις δηπου . τι οὐν ; οὐκουν ἑκαστος ἐκλεγομενος λαμβανει των ἐπινεουσων την πεπαιτατην ἀει ; δηλονοτι .
αὐλης και των γε στρατιωτων φυλοκρινων τε παντας αὐτους και ἐκλεγομενος τους ἀριστους ἐν τε φρονησει και ἀνδρειᾳ και μελετῃ
9999990 συστηματων
παρανητας , και την τοιαυτην εὐδοκιμειν μαλιστα πως οἰονται των συστηματων χρησιν , ἐν ᾑ τα πολλα των διαστηματων ἐστιν
ὁσον ἡ των συστηματων αὐτων σημαινει φυσις . περι δε συστηματων και τοπων οἰκειοτητος και των τονων λεκτεον οὐ προς
9999990 παρεισιν
γαρ τυχοντες των δικαιων ὡν προϊσταντο σπουδαζειν οὐχι παυονται , παρεισιν εἰς το των Λακεδαιμονιων ἐγκλημα αὐτοι δι ' ὁδου
ἐλπιδος ἀπατηθεισα . φερομενου τοινυν ἐπι το μνημα του νεου παρεισιν αἱ γυναικες ὀλοφυρομεναι . και συνημμεναι μεν ἐς ταὐτον
9999990 Ἀρισταιον
την βασιλειαν λαβειν . παιδας δε αὐτης γενεσθαι Αὐτουχον και Ἀρισταιον . φησι δε αὐτην Φυλαρχος ἐλθειν μετα πλειονων εἰς
. ἑξης δε ἐστι τα περι Κυρηνην την Ὑψεως και Ἀρισταιον τον Ἀπολλωνος και αὐτης της Κυρηνης υἱον , και
9999990 κεκτημενος
εἰπειν ἐχοι . ὁ τοινυν ἐλευθεραν των τοιουτων την διανοιαν κεκτημενος εὐδηλον ὁτι και τα μειζονα παντελως ἀν ἐδεισε του
το στρατιωτικον παρεχεται , ὡστε και ὁ βασιλευς αὐτων δυναμιν κεκτημενος μεγαλην οὐκ ἀξιοι τῳ των Παρθυαιων βασιλει παραπλησιως τοις
9999990 προσγενομενης
ἐναντια . Ταυτα λεγων ὁ Μιλτιαδης προσκταται τον Καλλιμαχον : προσγενομενης δε του πολεμαρχου της γνωμης ἐκεκυρωτο συμβαλλειν . Μετα
μεν σφισιν ὑπαρχουσης , εὐταξιας δ ' ἐς τα ἐργα προσγενομενης : ἐπιδωσειν γαρ ἀμφοτερα αὐτα , την μεν μετα
9999990 πυνθανομενος
κακου . Μετα δε Λαοδικειαν ἐπ ' Αἰγυπτον ὡρμα , πυνθανομενος μεν Κλεοπατραν βαρει στολῳ διαπλευσεισθαι προς τε Καισαρα και
δυνατωτεροις αὐτων ἐνηγγυα . Μαχαρης δ ' αὐτον ὁ παις πυνθανομενος ὁδον τε τοσαυτην ὀλιγῳ χρονῳ και ἀγρια ἐθνη και
9999990 ἀπιστον
δε ὀντος του κηρυγματος , οὐδε ὑπο τουτων των κακουργων ἀπιστον διαφθαρηναι αὐτον . Του δε θεραποντος πως χρη πιστοτεραν
την πολιν διαβαλλοντος ; τις λοιδορουντος ᾐσθετο ; τις ὡς ἀπιστον ἐμε κατεμεμψατο ; και τα τοιαυτα : εἰτα ἐντευθεν
9999990 ἀφρονος
μειζονι τον λεων ἁπαντα , ὁποτε νεωτεριζοι , το της ἀφρονος και νηπιας ὀνομα ἡλικιας , τεκνα , καλει :
, σωφρονα και ἀνδρειον και φρονιμον και ὑγιεινον δειλου και ἀφρονος και ἀκολαστου και νοσωδους , και συλληβδην τον ἀρετης
9999990 πτερον
φυσιν ναματος , ἡσθη τε τῃ πηγῃ , και το πτερον λουσας τιμᾳ τῳ μελει τα ναματα . ἀρ '
την ὁδον οὐκ ἐσθ ' ὁπως οὐ πιστον ἐξ ὑμων πτερον ἐξηγαγ ' εἰς τοδ ' ἀλσος : οὐ γαρ
9999990 πατρικον
παρα σιδηρου ἠ πυρος ἠ ὀργης βασιλικης πειραθησεται και τον πατρικον διασκεδασει πλουτον και ἀλγησει τους ὀφθαλμους ἠ συμπτωμα περι
, και ὁ Κρονος δε β λογους ἐχων εἰς τον πατρικον κληρον τον ἐξουσιαστικον ἐλαχε τοπον , ἐν βασιλικῳ τε
9999990 ματαιους
, εἰ τι τωνδ ' ] εἰπειν ἐχεις . , ματαιους ἀφροσυνας [ , . ) ἀλλ ' ἐργον [
. Αἰσχρον γ ' ὁταν τις ἐπι γλωσσῃ φυεις γλωσσῃ ματαιους ἐξακοντισῃ λογους . Οὐτ ' ἐκ χερος μεθεντα καρτερον
9999990 καταλιποντας
δειλων , σοφων ἀμαθων , πραων ὀργιλων . ἐξεστιν οὐν καταλιποντας τα ὀνοματα , ἐκλαβοντας τα ἠθη φιλοσοφησαι τα του
γυμνους ἐπιβαινειν χρη τα περιττα ταυτα παντα ἐπι της ἠϊονος καταλιποντας : μολις γαρ ἀν και οὑτως δεξαιτο ὑμας το
9999990 ἐπικαιρον
δε Θιβρων το μεν πρωτον ἀθυμως εἰχεν , ἀπολωλεκως τοπον ἐπικαιρον και τας των στρατιωτων ἀποσκευας : μετα δε ταυτα
φυλακαις , περι παντος ποιουμενοι μη γενεσθαι τοις πολεμιοις το ἐπικαιρον χωριον ἐπιτειχισμα κατα της πολεως , και τας εἰς
9999990 θειναι
: Ἀχαιου ἐστιν ἐκ Μωμου . οὐδεν δε χειρον ὁλοκληρον θειναι το ἰαμβειον , ὁπερ οὑτως ἐχει Ἀρης ὁ λῃστης
δια ταυτ ' ἐγραψεν μηδε νομον ἐπ ' ἀνδρι ἐξειναι θειναι , ἐαν μη τον αὐτον ἐφ ' ἁπασιν Ἀθηναιοις
9999990 ῥινος
φυλαττουσι το ι μακρον , οἱον δελφινος ἀκτινος Σαλαμινος Ἐλευσινος ῥινος θινος . Δικαταληκτα δε καλουνται , ὁτι παρα μεν
ὁ κανθος ἠ ὁ βολβος : νωθρειας σημαινει . Περι ῥινος : Ῥις ὁλη παλλουσα : ἀγαθα σημαινει . Μηλον
9999990 ἐπιλογιζεται
, τἀλλα δ ' οὐδ ' ὁρᾳ , οὐδ ' ἐπιλογιζεται . οὐ γαρ ἠθελεν , φησιν , σωσαι το
μη ἐξ αὐτων , ὡν προφερεται , διεψευσμενον ἐθεωρειτο . ἐπιλογιζεται μεν γαρ δια τινων συνεγγυς ἀπλανων ἀστερων τετηρημενων σεληνιακων
9999990 προσθειναι
γαρ ταλανος και μελανος ἀποβολῃ του τ γεγονασιν . Δει προσθειναι χωρις των μετοχων και των μετοχικων και των οὐδετερων
ταυτ ' ἐστιν : ἀκολουθον δ ' ἀν εἰη τουτοις προσθειναι δια βραχεων και τα περι της των νυχθημερων ἀνισοτητος
9999990 κινουμενοις
δεξιας , και δρομον ἀπεραντον ἐνετιθουν τοις χρωμασιν ἐν οὐ κινουμενοις ποσιν . οἰδα κηρῳ δησας τον Ἀρεα , και
και πνευματι , σωμα ὁμοιον ἡ ψυχη φυσει λαβουσα συγκινειται κινουμενοις και πνευματος τε ἐμμελως και ἐρρυθμως ἠχουντος τῳ παρ
9999990 λαμβανεται
ὑπογραφης διαφερει , ὁτι ὁ μεν ὁρισμος ἐξ οὐσιωδων φωνων λαμβανεται και την οὐσιαν αὐτην και την φυσιν του ὑποκειμενου
ἰω ” και το “ ἰου ” ἐνταυθα ἐπι χαρας λαμβανεται : το δε “ ἰου ” . . .
9999990 μεμνημενον
πειρωμενοι δεικνυειν . ἀλλ ' ἐμε τουτο πεισθηναι των ἀμηχανων μεμνημενον των ἐργων των ὑμετερων των πολλων τε και μεγαλων
ἀκρον οὐτ ' ἀμνημονησειν των εἰρημενων παρ ' ἡμων οὐτε μεμνημενον ἀμελησειν . ἀει δε με συ πεποιηκως τοις παρα
9999990 κεινοισιν
ἀλλους διοργανωσεως ἐν οἱς φησι : ἠν δε τις ἐν κεινοισιν ἀνηρ περιωσια εἰδως , ὁς δη μηκιστον πραπιδων ἐκτησατο
' ἐπεγγελῳεν ἀν κατα ; Θεοις τεθνηκεν οὑτος , οὐ κεινοισιν , οὐ . Προς ταυτ ' Ὀδυσσευς ἐν κενοις
9999990 περιστεραν
ἠ τον χαλκον χρυσον : και ἐπι ζῳων την φατταν περιστεραν : ἐπιτηδευματων δε τον γοητα τελεστην . Τα δε
πολεμος τις ἀνερριπισθη ἐξ ἀφροσυνης παιδος και μαχη συνεκροτηθη δια περιστεραν ἠ περδικα και ἱερακα διωξαντος τουτον και κατασχοντος ,
9999990 ματτειν
] πολλα ἐσθιοντας . τους θ ' Ἡρακλεας Γ : ματτειν το πολλα ἐσθιειν . Γ ἀπο της ματτομενης μαζης
σκευος ξυλινον ἀβακοειδες , οὑ φυραν εἰωθασιν : ἀπο του ματτειν τας μαζας ἐν αὐτῃ ὠνομασται . ἀμος ἐνηργει :
9999990 διαιρουμενοι
. των δε ἀριθμων ἀρτιοι μεν εἰσιν οἱ εἰς ἰσα διαιρουμενοι , περισσοι δε οἱ εἰς ἀνισα και μεσον ἐχοντες
ἀπο του Περιπατου , ἐτι δε της Στοας , εἰωθασι διαιρουμενοι λεγειν των ὀντων τα μεν εἰναι ἀγαθα , τα
9999990 καταλαβομενος
Ἰταλικοις . . . . : Ἀσδρουβας βασιλευς , Σικελιαν καταλαβομενος , πολεμον Ῥωμαιοις κατηγγειλε : Μετελλος δε ὑπο της
. Ὡς Φιλομηλος ὁ Φωκευς τους Δελφους και το μαντειον καταλαβομενος τον ἱερον πολεμον ἐξεκαυσεν . ιδʹ . Περι της
9999990 ἐκτεταται
ἰς και ἰν εὐθειαν ἐχει εἰς σ και ν και ἐκτεταται . φρω οὐν φραπις και πραπις , ἀφ '
της μεσης χωρας των πρωτων του νωτου τετταρων σπονδυλων ἀκριβως ἐκτεταται μηδαμοσε παρατρεπομενος , κατα δε τον πεμπτον σπονδυλον ἐκτρεπεται
9999990 προσθεσθαι
Περσου , κατα τινα παλαιαν μαντειαν εἰρημενην αὐτοις τους ἀλκιμωτατους προσθεσθαι συμμαχους , ἐλθειν εἰς Βραχγιδας , και τον ἐκει
: Ὠ Λακεδαιμονιοι , χρησαντος του θεου τον Ἑλληνα φιλον προσθεσθαι , ὑμεας γαρ πυνθανομαι προεσταναι της Ἑλλαδος , ὑμεας
9999990 μαντευομενος
δι ' ἡν ἐλυπησε τον Δια . χρειων ἑξειης : μαντευομενος πασιν ἐφεξης και τελειως . παρατιθησι δε αὑτου τας
οὐ παρακελευομενος ταυτα λεγει , ἀλλ ' εἰκαζων και οἱονει μαντευομενος , ἐπει και εὐκτικῳ ἀλλ ' οὐ προστακτικῳ ἐχρησατο
9999990 Ἀριστος
εὐκαταφρονητος . Τρυφων στρατηγος κοινος ὀλεθρος τῳ στρατευματι γινεται . Ἀριστος ἡγεμων ὁ και θαρσος εὐκαιρως ἐμποιων και προπετειαν δειλιωντων
οἰνον οὑτω διουρητικον ὡστε λαγαρους εἰναι πανυ τους πινοντας . Ἀριστος δε παντων και τουτων και των ἀλλων ὁ Οἰταιος
9999990 στελλεται
δ ' ἐτων γενομενος και της Πυθιας κελευουσης αὐτῳ φιλοσοφειν στελλεται ἐν Ἀθηναις , ἐνθα φοιτᾳ Σωκρατει και συνεστι τουτῳ
οἰκειν ἡδοναις και ἀλγηδοσι προσερριζωμενος , αὐθις δ ' ἀποικιαν στελλεται την προς κακιαν , ἠδη του λογισμου προς το
9999990 ἀγωνιζομενος
ἱππευειν ἐμπειροτερος εἰη ἠ τα κατα μουσικην ἱκανως γιγνωσκοι ἠ ἀγωνιζομενος δυναιτο των ἀντιπαλων κρατειν , το δε συμπαν ἁμαρτανοι
μεν ἐστιν ὁ τοις ἀληθινοις ἀγωσιν ἐγγυμναζομενος και ἐν δικαστηριοις ἀγωνιζομενος , οἱος ἠν Αἰσχινης και Δημοσθενης , σοφιστης δε
9999990 ἀναγραφομενον
τριγωνον προς το ἀπο της δευτερας το ὁμοιον και ὁμοιως ἀναγραφομενον . Ἐκ της εἰς ἀδυνατον ἀπαγωγης . Οὐκ ,
Δ εὐθεια , ὁ δε κζ το ἀπο της Δ ἀναγραφομενον τετραγωνον . και ἐστιν ὁ μεν λϚ τῳ κζ
9999990 ἐπαιρεται
ὀρθην κλιμακα ἑλκομενον ἀκολουθειν ποιει και την πεπερονημενην , και ἐπαιρεται τοσουτον ὡστε κἀκεινην ὀρθην ποιησαι , και οὑτως λαμβανει
αὐτου Ἀριστοφανους : Ὑπο γαρ λογων ὁ νους γε μετεωριζεται ἐπαιρεται τ ' ἀνθρωπος : οὑτω και ς ' ἐγω
9999990 ἀπολυεται
μεν ἰδιᾳ προς τινα ἀδικηματων ηὐθυνθη , τα δε μεγιστα ἀπολυεται μη ἀδικειν : κατηγορειτο δε αὐτου οὐχ ἡκιστα μηδισμος
κατηγορουμενος . προς το ἐθος δε , ὁτι ὁ φευγων ἀπολυεται ἰσων των ψηφων ἐνεχθεισων , ἀπο του κατα τον
9999990 παραταξαμενος
ἐτυγχανεν : οὐχ οὑτως ἀσθενης ὁ πολλακις ὑπερ του γενους παραταξαμενος , ὁ συμβουλευων τῳ δημῳ μη προεσθαι την ἐλευθεριαν
τας δε Πασσαργαδας ἐκτισεν ὁ Κυρος ἐφ ' οὑ τοπου παραταξαμενος Ἀστυαγην ἐνικησεν . ὀνομαζεται δε ἡ πολις διερμηνευθεισα Περσων
9999990 ἀνατελλουσιν
του τε ἰσημερινου και των τροπικων συναφων ἐν ἰσῳ χρονῳ ἀνατελλουσιν : ἀλλ ' ἐν ᾡ ἡ ΚΛ ἀνατελλει ,
δε αἱ ἰσον ἀπεχουσαι του ἰσημερινου κυκλου και δυνουσι και ἀνατελλουσιν . Του μετα τον Αἰγοκερων ἡμικυκλιου αἱ ἰσαι περιφερειαι
9999990 συμβαλλουσιν
σκευασθεντα χρησιμα . ὁτι ὁπου της θαλασσης ποταμοι και λιμναι συμβαλλουσιν , ἐτι δε πελαγη μεγαλα και κολποι , ἐνταυθα
μισγαγκειας . μισγαγκεια ἡ μιξις , ὁπου ποταμοι ἠ ῥυακες συμβαλλουσιν . την † ἀιδιον . γρ . και τινα
9999990 ποριζεται
γηροβοσκους κεκτησθαι ἑαυτοις ἐκ τουτου του ζευγους τοις γουν ἀνθρωποις ποριζεται : ἐπειτα δε και ἡ διαιτα τοις ἀνθρωποις οὐχ
ὁν προαιρειται βιον . Βιος κεκληται δ ' ὁς βιᾳ ποριζεται . Βιου δικαιου γιγνεται τελος καλον . Βουλης γαρ
9999990 ἀντιπαρακειμενον
ὑπεραυξηθεντων δε των κατ ' αὐτον παθων , τοτε ἡπαρ ἀντιπαρακειμενον , της ἐξ αὐτου μεταλαμβανει κακιας , και τῳ
δε ἀντιπαρακειμενον το ο δια το ἀλειτης , ἐχει δε ἀντιπαρακειμενον το ο ἀλοιτης : προσκειται μη ἐχοντα ἀπο πλεονασμου
9999990 παρηλλαγμενον
περα της των νηων διαμετρου προβεβληκοτες , ξενον τι και παρηλλαγμενον πανουργευμα δια του τοιουτου τεχνασματος ἐτεκτηναντο . ὑψου γαρ
τους γαμους δε και τας των τελευτωντων ταφας πολυ το παρηλλαγμενον ἐχειν ἐποιησε νομιμα προς τα των ἀλλων ἀνθρωπων .
9999990 ἀνατεινειν
ἀστερων σφαιρας διατεινειν , ἀλλα μη δεκα σταδια το ὑψος ἀνατεινειν τα νεφη . Οἱ γουν ἐπι την Κυλληνην ἀναβαινοντες
, ἀλλ ' ὁτι τουτο μεν αὐτος τον κωλυοντα ζοφον ἀνατεινειν χειρας εἰς Ἡλιον ἀρετῃ καθηρας εἰς οὐρανον ἀναπεμπειν οἱον
9999990 βαρυνομενος
: ὁποταν δε φοβηθῃ , οὐ συμφερεται τῳ ἀρμενῳ , βαρυνομενος δε καθελκεται , κατασυρεται , κατασπαται , κατερχεται ,
τοις του ἀδελφου παισιν . Οὑτος ἐτι ζων και γηρᾳ βαρυνομενος Τιμοθεῳ τῳ πρεσβυτερῳ των παιδων του ἀδελφου ἐγχειριζει την
9999990 διασωθεντας
τα τειχη . Ἀμιλκας δ ' ὁ στρατηγος ἀναλαβων τους διασωθεντας ἐκ του χειμωνος μισθοφορους συνηγε και των κατα Σικελιαν
ταυτην την αἰτιαν , ἡν και Θεοπομπος ἐκτιθεται γραφων οὑτως διασωθεντας οὐν τους ἀνθρωπους , ᾑπερ ἐθαρρησαν ἡμερᾳ , τῳ

Back