τον αὐτον οἱ ὁροι περιεχουσιν , ἀνα τον αὐτον λογον διεστωτες : ὁν γαρ λογον ἐχουσιν οἱ ὁροι προς ἀλληλους
ἀγγειον , τροφην τοις εἰρημενοις ἀνθρωποις . Ὁτι οὐ πολυ διεστωτες του εἰρημενου γενους συμμετροι τῳ ἀριθμῳ βιον ἐχουσι τοιουτον
9999974 παρεστωτα
: ἀλλα με οὐχ ἑωρας καιτοι πλησιον μαλα τῃ κορῃ παρεστωτα . Σοι μεν οὐν ἐκεινην ἐδωκα : και ἠδη
ἀποτεμειν , καιτοι μυριων ἀγωνισμα τιθεμενων τουτο , πριν ἠ παρεστωτα οἱ κυνα ἀποκτειναι , ὑπ ' αὐτου τραφεντα και
9999972 ὑγροτεροι
χρηϲτεον . και γαρ ἡ ποταμια ψαμμοϲ και οἱ ἀερεϲ ὑγροτεροι εἰϲιν ἐκ των ἀναθυμιαϲεων . ἀφθονιαϲ δε οὐϲηϲ ἁλων
δε οἱ τα ἐναντια . Οὐ τουτο λεγει ὁτι οἱ ὑγροτεροι τας ῥινας και την γονην ὑγροτεροι εἰσι . τις
9999972 μαρτυριαν
γυνη , ὁ δε Ἑρμης καθως ἀν την των ἀλλων μαρτυριαν δεξηται ἑκαστῳ ἐμφαινει . Του δε Ἡλιου μεν κεκακωμενου
οὐδεν ἀγνοειν των εἰρημενων . Λαβε δ ' αὐτοις την μαρτυριαν την λοιπην , ὡς ἐληφθη μοιχος , και ἀναγνωθι
9999972 γεγραμμενοι
και ὁ οἰσυπηρος και οἱ παραπλησιοι ἐν τῳ ιδʹ λογῳ γεγραμμενοι . χριονται δε συν οἰνῳ γλυκει , μιγνυνται δε
” φησι “ βουστροφηδον ἠσαν οἱ ἀξονες και οἱ κυρβεις γεγραμμενοι ” δεδηλωκεν Εὐφοριων ἐν τῳ Ἀπολλοδωρῳ . ἠ ἐπει
9999972 συμποσιοις
προς τε τους καιρους , οἱον ἐν ἑορταις και ἐν συμποσιοις , και ἐν ἐπιπληξεσιν δε προς τους τρυφερωτερους ,
ὁλης ἡμερας ἀξει και τελεσει ἡ πολις τους ἐν τοις συμποσιοις χορους ταις των κυλικων φιλονικιαις . λεγει δε τας
9999972 ὀστρακου
ἀφεψηματι ὁμοιως , ἠ ἀμπελου παλαιας φλοιον φρυξας ἐπ ' ὀστρακου και τριψας προεπαλειψας τε τον ψωριωντα τοπον βουτυρῳ ἐπιπασσε
γενομενον διαφανη . Μεγαλα ὠα τικτεσθαι ποιησεις , εἰ Λακωνος ὀστρακου κοπεντος μιξας πιτυροις , και οἰνῳ φυρασας παραβαλῃς ταις
9999972 ἐπιστευετο
ἐλασσον ἐχων ἀπειμι . τοιαυτης ὑπογενομενης ἀλλοτριοτητος πρωτον μεν Ἡφαιστιων ἐπιστευετο λεγων ὁτι συνθεμενος προς αὐτον ὁ Καλλισθενης προσκυνησαι ψευσαιτο
πως γαρ , εἰπερ μουσικη περι της των παθων ἐπανορθωσεως ἐπιστευετο , τον μεν Ἀγαμεμνονα ἡ Κλυταιμνηστρα ἐπι της ἰδιας
9999971 ἀκολουθουντες
: ἀπομεχωρισμενην : ἀπο του αἰρω το καταβαλλω . παρομαρτουντες ἀκολουθουντες : ἀπο του ὀμαρτω . πεπιλημενοι , συνεσφυγμενη :
] ἀντι του ταις ταξεσι δε της ἀρχης της παλαιας ἀκολουθουντες και νυν ἡμεις εἰς χαριν ἐπωνυμιαν , ἀντι του
9999971 ἀναγκαζει
του Ἐρεσιου Θεοφραστου οὑτως λεγομενον ἐν τῃ περι φυτων ἱστοριᾳ ἀναγκαζει με ἐπι των κιτριων ἀκουειν τα σημαινομενα . φησι
του Κερσοβλεπτου γραφει ὁ Ἀθηνοδωρος συνθηκας , καθ ' ἁς ἀναγκαζει τον Κερσοβλεπτην ὀμοσαι προς θ ' ὑμας και τους
9999971 στερητικου
των δυο εε εἰς η τρηρος , μετα του α στερητικου ἀτρηρος και τροπῃ του α εἰς ο ὀτρηρος .
: παρα το χω , το χεω , μετα του στερητικου α ἀχος , το μη διαχεομενον . . .
9999971 γραμματικου
ὑποδραμοι : αὐταρ ἑκαστη ἰση μετρηθεισα δυω περιτελλεται ἀστρα οὐ γραμματικου τουτο νοησαι , ὁτι ἡλικη ἐστιν ἡ ἀπο της
προοιμιον , και θαυ - μαζω Σεκουνδου του συγγενομενου αὐτῳ γραμματικου , πως τα ἀλλα δεξιος ἐπι λεξιν ὠν και
9999971 ἀποστατει
δε ταυτα [ . . ] : ἀπατης δικαιας οὐκ ἀποστατει θεος , και : ψευδων δε καιρον ἐσθ '
οὐ , ἀλλ ' ἐξ ἰσης και ἀμφω των νομων ἀποστατει : και οὐδεν παρα τουτ ' οἰμαι βελτιω ταυτ
9999971 διεστηκοτες
λιθοβολων , λιθοι ὡς σκληροτατοι ἐκτιθενται προεχοντες ὁσον σπιθαμην και διεστηκοτες ἀπ ' ἀλληλων τοσουτον , ὡστε εἰς την ἀνα
κρασεως των διαφορων φυσεων συναγομενον εὐστοχως ἐπιλογιζωμεθα , ὁταν δε διεστηκοτες , ἀνα μερος ἑκαστος , κατα τους ἰδιους καιρους
9999971 καθεστωτα
και φαινομενα πτερυγωματα καλειται , τροπῳ τινι χειλη του κολπου καθεστωτα . παχεα δ ' ἐστι και σαρκωδη και προς
την περισπωμενην , γενησεται δωδεκα . τα δε κοινα τρια καθεστωτα τας ἑπτα προσῳδιας καθ ' ἑκαστον ἐπιδεχεται , και
9999971 ἀποφαντικως
παραταξωμαι : προς τι με ἐρωτᾳς τοδε : ἐπιθυμια : ἀποφαντικως , ἀντι του : ἐαν μαχησησθε , παντως ἀπολεισθε
ἐστι δε και λογικως περι τουτων , τουτ ' ἐστιν ἀποφαντικως και πρεποντως τῃ λογικῃ θεωριᾳ , ζητειν . πρεπει
9999971 καθαρτικου
τοιγαρουν ἀπο των προποματων . Ἐκ των Θεωνοϲ : οἰνου καθαρτικου χοληϲ ϲκευαϲια . Καϲϲιαϲ # α , ϲκαμμωνιαϲ #
. ιζʹ . οἰνος δια μηλων . ιηʹ . οἰνου καθαρτικου σκευασια . ιθʹ . οἰνος ἱκανος γυναικι κατασπασαι γαλα
9999971 ἐνεργητικος
. Ἐαν τυπωμεντυπητετυπωσιν . Ἑνικα . Ἐαν τυπτωμαι : ὁ ἐνεργητικος ἐνεστως των ὑποτακτικων προσθεσει της μαι παθητικος γινεται ,
: ἡ φωνη ἀοριστου ἠ παρακειμενου , οὐδεποτε δε παρακειμενος ἐνεργητικος ἀοριστῳ εἰς α ληγοντι συνεπεσεν , εἰ μη οὑτος
9999971 παραγενοιτο
, ὡς δει θεοσεβειαν ἀσκειν . αὑτη δε οὐκ ἀν παραγενοιτο , εἰ μη τις ἀφομοιωσειε τῳ θεραπευομενῳ το θεραπευον
ἐκαιε , και την ἐντελη πολιτειαν ἐλεγεν ἀποδωσειν , εἰ παραγενοιτο ἐκ Παρθυαιων Ἀντωνιος : πειθεσθαι γαρ κἀκεινον ἐθελειν ἀποθεσθαι
9999971 συνεστησαντο
γενομενοι ἀστρο - λογοι διωρθωσαντο το πλεοναζον της ἡμερας και συνεστησαντο την ἑκκαιεβδομηκονταετηριδα συνεστηκυιαν ἐκ δ ἐννεακαιδεκαετηριδων , αἱτινες περιεχουσι
μηνας και ὁλας ἡμερας και ὁλους ἐνιαυτους . Πρωτην δε συνεστησαντο την περιοδον της ὀκταετηριδος , ἡτις περιεχει μεν μηνας
9999970 συνεστηκοτα
ἐκεινην ποιητεον εὐθυ μετα πλειαδος δυσιν : τοτε γαρ εἰναι συνεστηκοτα τε μαλιστα και ἡκιστα τεμνομενα δακρυρροειν και ῥηγνυσθαι .
αὐτῳ λεγοντι : ” μετα ταυτα ἐστιν ἐπιγνωναι τα τε συνεστηκοτα των ζητηματων και ὁσα μη συνεστηκε „ : τα
9999970 γιγνωσκεσθαι
ἀγνοειν του παιδος : ἱκανος γαρ και ἀπο μονου τουτου γιγνωσκεσθαι . Λεγεσθω , ἠν δ ' ἐγω , οὑτινος
ὁμοιῳ : κοινη γαρ και τουτων αὑτη ἡ δοξα το γιγνωσκεσθαι τῳ ὁμοιῳ το ὁμοιον . δια τουτο δε τον
9999970 γιγνωσκοντες
μη λογῳ ἐργῳ τε ἱκανοι φυλακες εἰεν , ἀρετης περι γιγνωσκοντες ἱκανως , θαυμαστον τι ταυτην την πολιν ἀφυλακτον οὐσαν
' ἀκολουθει τις νεμεσις τῳ τολμηματι . ἁ και Λακεδαιμονιοι γιγνωσκοντες οὐδεν οὑτως ὡς τας δια πολλου στρατειας φυλαττονται .
9999970 ἀποδιδρασκων
ἀπο Σελευκου εἱς . οὑτος , ὡς φησι Πολυβιος , ἀποδιδρασκων ἐκ της αὐλης ἐνιοτε τους θεραπευοντας , οὑ τυχοι
Σελευκου εἱς : περι οὑ φησι Πολυβιος ταδε , ὡς ἀποδιδρασκων ἐκ της αὐλης ἐνιοτε τους θεραπευοντας οὑ τυχοι της
9999970 ἐξαμαρτανειν
παντων οἰομαι των εἰρημενων χρησιμωτατον ἐσεσθαι και του μη πολλα ἐξαμαρτανειν τους παραληψομενους την ἀρχην αἰτιωτατον , μη δια βιου
οἰνον ἠ δι ' ὀργην ἠ τιν ' ἀλλην αἰτιαν ἐξαμαρτανειν ἐπιχειρουντας αὐτοι παροξυνουσιν , οὐδεμι ' ἐστιν ἐλπις σωτηριας
9999970 ποιητικην
ἀκηρατον εἰναι και παντος κακου ἀχραντον . δει γαρ τοις ποιητικην μετιουσιν αἰδους μεμοιρασθαι παντως : διο και τας Μουσας
την δ ' ἁπλως οὐδ ' εἰναι τεχνην , την ποιητικην , ἀλλ ' ἐπιπνοιαν ἐκ Μουσων , ὁς δ
9999970 ἐπιγενοιτο
ἐμβαλλειν . Ταυτα εὐ χρη εἰδεναι : και γαρ εἰ ἐπιγενοιτο σπασμος ἐμβαλλοντι , ἐλπιδες μεν οὐ πολλαι σωτηριης :
και χρονῳ γεγυμνασμενον , μη οἱ διωκοντι τον Πομπηιον κατοπιν ἐπιγενοιτο , τονδε μεν αὐτος ἐγνω προκαθελειν ἐς Ἰβηριαν ἐλασας
9999970 λευκοτερα
ἐπι βουβωσιν οὐ πυῤῥοτερα τα οὐρα ἐστιν , ἀλλα μαλλον λευκοτερα . Προσεστι δε τοις μεν δια λυπην δριμυτης μαλλον
κρομμυον και σκιλλα και οἰνος , εἰς ὁσον ἀν ᾐ λευκοτερα , ἡττον ἐστι θερμα : τα δ ' ὑποξανθα
9999970 πεντακοσιοις
και προδοτην ⌈ ὀντ ' ⌉ εἰσαγγειλας και ἐξελεγξας ἐν πεντακοσιοις και δισχιλιοις των πολιτων ὁτι μισθωσας αὑτον Πυθοκλει κατ
ἱππεων τετρακοσιων , μαλα θρασεως ἐπειχθεις ἐπεπεσε τοις χιλιοις και πεντακοσιοις εὐναζομενοις ἐτι περι πολιν Ὑριαν και ἐκπληξας ἀμαχει παρελαβε
9999970 λειοτατης
, ἡ δε συνθεσις ἐστιν αὑτη . Λιθαρ - γυρου λειοτατης δραχμας κ . ψιμμυθιου , ἰου , ἀνα οὐγγιας
χηνος ἠ νησσης νεοσφαγους θερμον διδοναι ἠ τριφυλλου της ἀσφαλτωδους λειοτατης ὁσον κοχλιαρια α ἠ β μεθ ' ὑδατος κοτυλων
9999970 ἀγανακτουντων
των κατα την ἀγοραν των μεν οἰκτειροντων , των δε ἀγανακτουντων , των δε ὁμοσε τοις δεδρακοσι χωρειν ἐσπουδακοτων .
τας τουτων οὐσιας ἀφῃρειτο . ἐφ ' οἱς δυσχεραινοντων και ἀγανακτουντων , την παρα παντων ὀργην ἐπαναιρουμενος ταχυ τοις ὑποτεταγμενοις
9999969 κεκομισθαι
. φαιην δ ' ἀν ἐγωγε και ταυτην παρα σου κεκομισθαι την χαριν , το σε τον παντα ἀριστον παρειναι
χρυσιου καλλιον , γραμματα σα , οὐ γραμματα ἡγησαμην μοι κεκομισθαι μονον , ἀλλα και του γραφειν σοι λαμπραν ἐξουσιαν
9999969 Καλλιππον
οἱ δε διδοασιν ἀμφοτεροις . ἠ ποθεν οἰει τον ἀπορον Καλλιππον ἑστιατορα εἰναι λαμπρον πειρωμενον οὐδεν ὀντα ἀποφηναι τον Ῥωμαιον
ἐν δε ταις Συρακουσσαις στασεως γενομενης τοις Διωνος φιλοις προς Καλλιππον οἱ μεν του Διωνος φιλοι ἡττηθεντες ἐφυγον εἰς τους
9999969 τετελευτηκοτων
ὁσιοτητος διττος τροπος : ἠ γαρ περι την ἐκφοραν των τετελευτηκοτων αἱ τιμαι γινονται ἠ περι τα νομιζομενα κατα τα
φυσει . φυλαξαμενος οὐν γυμνοις ὀνομασι καλεσαι γονεις ἐπι παιδων τετελευτηκοτων κληρονομιαν , ὑπερ του μη δοκειν ἀπευκτην ὠφελειαν προσνεμων
9999969 ὀλυμπιας
Λευκιος Οὐαλεριος και Αὐλος Μαλλιος , παρα δ ' Ἠλειοις ὀλυμπιας ἠχθη ἐνενηκοστη ἐνατη , καθ ' ἡν ἐνικα σταδιον
την ὑπατικην ἀρχην διεδεξαντο Λευκιος Πλατιος και Λευκιος Παπιριος , ὀλυμπιας δ ' ἠχθη τριτη προς ταις ἑκατον δεκα ,
9999969 χαλεποις
. οὐκ ᾐδειμεν δε παραπλησιοις ἐν αὐτῃ των πρῳην ὁμιλειν χαλεποις , ἠ και χειροσι , και δια ταυτα γε
. . α . , . Ἀταρτηροις : σκληροις και χαλεποις : παρα την ἀτην , ὁ σημαινει την βλαβην
9999969 Λακεδαιμονιον
κατα την ὀγδοην και τριακοστην , ὁτε νικησαι μεν Εὐτελιδαν Λακεδαιμονιον , την δε ἰδεαν ταυτην μηκετι ἀγωνισασθαι παιδα ἐν
τοτε ἐτυχον ἐπιδημουντες , συνηρπαζον δε παντα τινα και ὁν Λακεδαιμονιον σαφως ὀντα ἠπισταντο και ὁτῳ κουρας ἠ ὑποδηματων ἑνεκα
9999969 διεστηκεν
Ταῤῥακων ἐχει την μεγιστην ἡμεραν ὡρων ιε ἐγγιστα , και διεστηκεν Ἀλεξανδρειας προς δυσεις ὡραις β ∠ ʹγιβ : ἡ
Ἀσπιθρα την μεγιστην ἡμεραν ἐχει ὡρων ιγ ἐγγιστα , και διεστηκεν Ἀλεξανδρειας προς ἐω ὡραις ζ διμοιρῳ και λʹ :
9999969 τραχει
ἐκ πυθμενων αὐταις ῥιζαις πνευμα κραδαινοι , κυμα δε ποντου τραχει ῥοθιῳ συγχωσειεν των οὐρανιων ἀστρων διοδους , εἰς τε
δε χρη , μη λοξοις ἡμας ὀμμασιν ἰδων ὁ φθονος τραχει βαλῃ λιθῳ , κατα Πινδαρον . φθονος , νοσημα
9999969 συνεχωρησαν
πεσοντων , οἱ μεν Θηβαιοι την ἀναιρεσιν των νεκρων οὐ συνεχωρησαν , ὁ δ ' Ἀδραστος καταλιπων ἀταφους τους τετελευτηκοτας
προ Ἀριστοτελους ; Των δε γαρ ἀλλων οἱ μεν ἐπιδιαμενειν συνεχωρησαν , οἱ δε , εἰ μη και τουτο ,
9999968 μυστηριον
τουτο , πολλα τε βεβαμμενου χρυσου το θειον και ἀμεταδοτον μυστηριον . Ἐπειτα και το σωμα της μαγνησιας προσερεται .
, και εἰς ἑν ἐργον συντεινουσιν . Νοησον οὐν το μυστηριον , τεκνον , του φαρμακου της χηρας . Ἡ
9999968 μανθανει
ὁπως ἡμων ἑκαστος ἐχει σωματος , οὐ παρα της πειρας μανθανει ; τι δ ' ἐπειδαν προς τουτο γυμναζῃ ,
ψυχη , οὐτε τι οἰδεν , οὐδε ἀναμιμνησκεται , οὐτε μανθανει : θαττον γαρ ἀν φυλαξαι σφραγιδος τυπους κηρος ὑπο
9999968 πολυειδης
εἰς το τρεπομενον και πασχον καθηκουσιν . Ἡ μεντοι γενεσις πολυειδης οὐσα και ἐκ διαφεροντων συνισταμενη τῃ οἰκειᾳ μεν ἐναντιωσει
της ὀνομασιας ἀπο του περι αὐτον σχηματος . ἐστι δε πολυειδης και πολυκινητος , ἐκ της των ἀνωμαλων και ἀτακτων
9999968 ἀναμφισβητητον
, και ᾐδεσαν ταυτην ὁποια ἠν , και ἐπ ' ἀναμφισβητητον παντες κατεχωριζοντο . καλον μεν γαρ ἡγειτο ὁ Κυρος
πολλην ἐχοντες ὑπερβολην , εἰτα κατα την ψυχην , ὡστε ἀναμφισβητητον εἰναι και φανεραν την ὑπεροχην τοις ἀρχομενοις την των
9999968 ἀπαλλαγησεσθαι
ποαν τῃ ὑδρᾳ παραπλησιον : ἐκεινης γαρ καταπλασαμενον των ἑλκων ἀπαλλαγησεσθαι . Εὑρε δε τον ποταμον και την πυθοχρηστον ποαν
αὐτην τοισι Ἀχαιοισι , μελλοντα γε δη των παρεοντων κακων ἀπαλλαγησεσθαι . Οὐ μεν οὐδε ἡ βασιληιη ἐς Ἀλεξανδρον περιηϊε
9999968 νομιζεις
μηδεν σοι των ἀγαθων γενηται . [ τι ] τουτο νομιζεις τερατωδες εἰναι ; “ Ζηνας : ” ναι ,
της δε κακονομιας αὐτῳ ὀλιγον μελει : ὁ γαρ συ νομιζεις οὐκ εὐνομεισθαι , αὐτος ἀπο τουτου ἰσχυει ὁ δημος
9999968 δορυφορεισθαι
παρ ' αὐτοις ἐστι και κατα τους πινακας διαφωνια . δορυφορεισθαι δε ἀστερας λεγουσιν , ὁταν μεσοι ὠσιν ἀλλων ἀστερων
αὐτοις ἐψηφισασθε και φυγαδας ἠξιωσατε ἡγεμονιαις αἰει κατ ' ἐμου δορυφορεισθαι : Δεκμον τε την ἐγγυς Κελτικην ὑπερορατε ἐχοντα ,
9999968 κατειληφοτες
παραπλειν ἐπι τον λοφον τον καλουμενον Ταυρον . τουτον δε κατειληφοτες ἠσαν Σικελοι , συχνοι μεν το πληθος ὀντες ,
, ἠ πεπονθοσι τοποις , οἱον αἱματος ἐνοχλουντος , μη κατειληφοτες , ὁτι αἱμα ἐστι το νοσαζον , ἀπο δε
9999968 τετρακισμυριων
δ ' Ἀντιγονου χωρις των ἐλεφαντων πεζοι μεν πλειους των τετρακισμυριων , ἱππεις δε ὑπερ τους ἑπτακισχιλιους . ἁμα δε
παραλαβοντες τους συμμαχους μυριοις στρατιωταις ἐβοηθουν τοις Ἀκραγαντινοις . Ὡς τετρακισμυριων Καρχηδονιων ἀπαντησαντων ἐνικησαν οἱ Συρακοσιοι και πλειους των ἑξακισχιλιων
9999968 μαθηματικην
παρ ' αὐτοις ἐπετηδευετο , ἀλλ ' ἑνεκα του την μαθηματικην πραγματειαν ἑνος ἐχεσθαι , του καλου και ἀγαθου ,
μεν γαρ εἰ και μη φυσικην , ἀλλ ' οὐν μαθηματικην ὑλην διδομεν την ὑποβεβλημενην αὐτοις ποσοτητα , τους δε
9999968 βελτιστους
εἰναι οἱοισπερ προτερον † , ὑστερον δε δυνασθεισιν ἀπολλυναι τους βελτιστους , αὐτους δε μονους λειφθεντας δι ' αὐτο τουτο
οἱ δε λογοι τῳ χρονῳ συμπροβαινουσι , και τους γε βελτιστους αὐτων οὐδεν οὑτως ὡς χρονος δεικνυσιν , ὡσπερ τον
9999968 πεντεκαιδεκατον
δια των σκιοθηρικων δεικνυται . Το δε του ὁλου κυκλου πεντεκαιδεκατον πεμπτον ἐγγιστα της διαμετρου γινεται . Ἀν τοινυν ἐπιπεδον
ἐστιν αὐ συν εἰκαδι , Ὑδροχοου τεσσαρα λαμπρομοιρια , Το πεντεκαιδεκατον αὐ συν εἰκαδι , Των Ἰχθυων δε δωδεκα συν
9999968 διεμεινεν
ἐν οἰκειᾳ γῃ το λοιπον ἐσομενους , ὑπελιποντο . αὑτη διεμεινεν ἑως της Μακεδονων δυναστειας της κατα τους διαδοχους τους
γενους τι φθινωδες ἐπισυρεται , του δε ἀτελης ὁ ὀφθαλμος διεμεινεν , ὁ μεν τους ποδας διεστραπται , ὁ δε
9999968 Ἀπολλωνιατης
, ; , . . . . Δ . ὁ Ἀπολλωνιατης ὑπο ἀερος φερεσθαι την γην . . . Β
ἀποκρυψαι παντας τους προ αὐτου . Και Διογενης δε ὁ Ἀπολλωνιατης σχεδον νεωτατος γεγονως των περι ταυτα σχολασαντων τα μεν
9999968 τετρακοσιων
. περι δε τουτους τους χρονους Ἀθηναιοι την ἐκ των τετρακοσιων ὀλιγαρχιαν κατελυσαν και το συστημα της πολιτειας ἐκ των
πολεμιων ὑπερ τους πεντακοσιους , ἐζωγρησαν δε οὐκ ἐλαττους των τετρακοσιων . ὀλιγαις δ ' ὑστερον ἡμεραις γενομενης μαχης περι
9999968 Σαλαμινιον
δε ὁ ἱστορικος Κυμαιον . οὐκ ὠκνησαν δε τινες και Σαλαμινιον αὐτον εἰπειν ἀπο Κυπρου , τινες δε Ἀργειον ,
σοφισταις διελεγετο και καρτερικωτερον ἐν τῳ παγῳ διενυκτερευε και τον Σαλαμινιον κελευσθεις ἀγειν γεννικωτερον ἐδοξεν ἀντιβηναι και “ ἐν ταις
9999968 Ἀρτεμισιον
μαχων : προς γαρ τῃ περι Σαλαμινα την περι το Ἀρτεμισιον σοι προσθησω κατα θαλατταν μαχην . ἀλλα γαρ ἀποβλεποντες
Μαγνησιης : ἐκ δε του στεινου της Εὐβοιης ἠδη το Ἀρτεμισιον δεκεται αἰγιαλος , ἐν δε Ἀρτεμιδος ἱρον . Ἡ
9999968 ἐπικινδυνοι
ἀνεσει των πυρετων , ὡς οἱ τοιαδε ἐχοντες σημεια , ἐπικινδυνοι εἰσι θνησκειν : ὁκοταν δε ταυτα συνειδῃς , οὑτω
τῃ Ῥωμῃ μετα την της Καρχηδονος κατασκαφην : και γαρ ἐπικινδυνοι δημαγωγιαι και χωρας ἀναδασμοι και συμμαχων ἀποστασεις μεγαλαι και
9999968 ἀγανακτουντος
περι του τον γυμνασιαρχον , των ἰσχιων αὐτου ἡπτετο : ἀγανακτουντος δε , ἐφη , “ τι γαρ ; οὐχι
Ἐκλαβων γαρ ὡς ἐοικεν ἱππον ἀλινδουμενον γραψαι , τρεχοντα ἐγραψεν ἀγανακτουντος δε του ἀνθρωπου γελασας ὁ Παυσων κατεστρεψε τον πινακα
9999968 τραχεως
σαφως οὑτως αὐτο παραδιδωσι μηδε προς τας των παραπλησιαζοντων ὀργας τραχεως ἀπαντων , ἀλλα θυμουμενοις μεν αὐτοις εἰκων , πεπαυμενοις
ἀπελευσομαι . βρυγμος : ἡ συντομος ἐδωδη , ἐπι των τραχεως ἐσθιοντων , παρα το βρυκειν , ὁπερ ἐστιν ἐσθιειν
9999968 ἑτεροισι
ἀξιοχρεου και ἀποθανειν ἡμισεα συμφορη : ἡμεας δε τους ὑπηρετας ἑτεροισι τε ὑπηρετῃσι προσφερεσθαι και προς ἱππον . Του συ
μηνα ἐν τῳ διεβαινον ἐς την Εὐρωπην , ἐν τρισι ἑτεροισι μησι ἐγενοντο ἐν τῃ Ἀττικῃ , Καλλιαδεω ἀρχοντος Ἀθηναιοισι
9999968 συμπασαν
αὐτον Ἱππαρχον εἰκαζεται λεγεσθαι ὁσον χιλιων σταδιων , ὡστε την συμπασαν κατ ' Ἐρατοσθενη κεφαλαιουσθαι ἐννακισχιλιων ἑξακοσιων : αὐτος συντετμηκε
, ὡς φησιν Ἀσκληπιαδης ὁ Μυρλεανος . Ῥωμαιοι δε την συμπασαν καλεσαντες ὁμωνυμως Ἰβηριαν τε και Ἱσπανιαν το μεν αὐτης
9999968 πεντηκοστης
μεν οὐν Ἀναξιμενης . οὑτος ἠκμασε περι ἐτος πρωτον της πεντηκοστης ὀγδοης ὀλυμπιαδος . . ἐπειδαν δε ἡγησωμαι δογμα ἐχειν
δ ' ἐτων ἑβδομηκοντα ὀκτω : τελευτησαι γαρ ἐπι της πεντηκοστης ὀγδοης ὀλυμπιαδος [ ] , γεγονοτα κατα Κροισον ,
9999968 εὐδαιμονιαν
το δ ' ὁτι συχνας διδωσιν ἡ ποιητικη ἀφορμας προς εὐδαιμονιαν δηλον ἐκ του την ὀντως κρατιστην και ἠθοποιον φιλοσοφιαν
ἑκτεον . αἰει [ ] δε των εὐπαγων ἑνεκα προς εὐδαιμονιαν και των κατασκευαζομενων [ ] τους λογους ποιητεον [
9999968 δεκατης
νησῳ χρυσεων και ἀργυρεων μεταλλων , οὑτω ὡστε ἀπο της δεκατης των γινομενων αὐτοθεν χρηματων θησαυρος ἐν Δελφοισι ἀνακειται ὁμοια
Κορκυραιων πολλαπλασια και οἰκοδομησασθαι την στοαν ἀπο των λαφυρων της δεκατης . ἐστι δε ἡ κατασκευη της στοας Δωριος και
9999968 μαντικην
Τυφωνος εἰς την θαλασσαν ἐωσαν . Ἐκ τουτου τα παιδαρια μαντικην δυναμιν ἐχειν οἰεσθαι τους Αἰγυπτιους , και μαλιστα ταις
. Οἱ δε Ἐναρεες οἱ ἀνδρογυνοι την Ἀφροδιτην σφισι λεγουσι μαντικην δουναι : φιλυρης ὠν φλοιῳ μαντευονται : ἐπεαν την
9999968 ἑτεροτητα
λογος . ἑτερομηκεις δε οἱ τοιουτοι κεκληνται , ἐπειδη πρωτην ἑτεροτητα των πλευρων ἡ προσθηκη τῃ ἑτερᾳ πλευρᾳ της μοναδος
ἑκατερον , ὡς το ἰσον και ὁμοιον , τα δε ἑτεροτητα ἐχει ὡς πατηρ και υἱος , δουλος και δεσποτης
9999968 ἁρπαζοντων
τουτεστι της φυσεως ἡμων δεηθεισης αὐτων ἐπενοηθησαν : οἱον πολλων ἁρπαζοντων και φονων ἐκ τουτων γινομενων ὁ νομοι της ἁρπαγης
ἀναιδεια ὑμιν ἐμποδων γενηται τους καδισκους ἀνατρεποντων ἠ τας ψηφους ἁρπαζοντων ἠ ἀλλο τι περι την ψηφοφοριαν ἀκοσμουντων , δειξατε
9999968 στρατευματι
τῃ ἐπιγιγνομενῃ ἡμερᾳ ἐξηταζοντο και ἐλαθον αὐτους παντι ἠδη τῳ στρατευματι ἐκ της Κατανης σχοντες κατα τον Λεοντα καλουμενον ,
' αὐ Κυρος ταυτα ἰδων περιισταται τον λοφον τῳ παροντι στρατευματι , και προς Χρυσανταν πεμψας ἐκελευε φυλακην του ὀρους
9999968 ἀσθενεστεροις
, διδου ⋖ αʹ μετ ' οἰνου , τοις δε ἀσθενεστεροις μετα γαλακτος . Εὐζωμου σπερματος ⋖ βʹ , κυμινου
δ ' αὐ δια την του χυμου συγγενειαν ἐπ ' ἀσθενεστεροις , εἰ μη που τις προσαποδοθεισα αἰτια κἀπι τουτου
9999968 κυριαν
διαφανης ἐπιτηδεια τε κοραις παιζειν παρ ' αὐτηνφυλαξας οὐν την κυριαν ἡκεν οὐ μετα κομπου βασιλικου , ἁμα μεν ,
των ὁριων φυσιν . ὁ μεν οὐν του Κρονου την κυριαν του θανατου λαβων ποιει τα τελη δια νοσων πολυχρονιων
9999968 ἐγκωμιαστικοις
χαιρει , ὁ δε κατα ἐπιθυμιαν ζων τοις κολακικοις και ἐγκωμιαστικοις λογοις χαιρει . σκςʹ Οὑτω μεν οὐν φιλε Οὐδαμως
και την δυναμιν κατασκευασωμεν , οὐκ ἀκριβως οὐν ἐν τοις ἐγκωμιαστικοις αὐτα ἐταξεν ὁ τεχνικος εἰπων : ὁτι εἰτι των
9999968 Ἀρχιγενους
και του περιτοναιου γεγονε ρβʹ . Περι ἑλκωθεισης μητρας , Ἀρχιγενους ργʹ . Θεραπεια των ἐν τῃ μητρᾳ ἀνθρακωδων ἑλκων
κοιλιας ἐπεχομενης κζʹ Περι ἐμπνευματωσεως κηʹ Περι εἰλεου και χορδαψου Ἀρχιγενους κθʹ Περι των ὑπο δριμεος χυμου ὀδυνωμενων το κωλον
9999968 ἐνυπαρχει
' ὡν οὐκ ἐστιν ὠνομασμενον το ἀντικειμενον , ἀλλ ' ἐνυπαρχει μεν τῃ ὑλῃ , δηλον δε οὐκ ἐστιν .
εἰη γενος ; Ἠ πρωτον οὐκ ἀναγκη , εἰ τι ἐνυπαρχει πολλοις , γενος εἰναι οὐτε αὐτων , οἱς ἐνυπαρχει
9999968 σπουδαιων
ἐν γλυ - κει κρητικῳ , ἠ ἑτερῳ τινι των σπουδαιων . Ἐρασιστρατος δε ἐν τῳ περι δυναμεων ἀνεγραψατο ,
διαφοραν των ὀντων , ἀψυχων ἐμψυχων , ἀλογων λογικων , σπουδαιων φαυλων , δουλων ἐλευθερων , νεωτερων πρεσβυτερων , ἀρρενων
9999967 ἀγανακτουντας
πλουσιοις των τε κινδυνων και των ἀναλωματων , ὡς εἰδεν ἀγανακτουντας αὐτους , δι ' ἑτερου τροπου την τ '
αὐτο και ἐπι των ῥυθμων γινομενον ἐθεασαμην , ἁμα παντας ἀγανακτουντας και δυσαρεστουμενους , ὁτε τις ἠ κρουσιν ἠ κινησιν
9999967 πιστωσασθαι
δ ' ἀπεριοριστον , ὀλιγα των ὁσα μεγαληγοριας ἀποτελεστικα του πιστωσασθαι το προκειμενον ἑνεκα και δη διεξιμεν . ἀποδειξιν ὁ
τις ὑπολαβοι , οὐδε δια της εἰς ἀδυνατον δειξεως δυνατον πιστωσασθαι , ὁτι προς ἑαυτην ἀντιστρεφει ἡ του καθολου ἐνδεχομενου
9999967 φορου
Παρθων βασιλευοντες ἐθεντο . ὡν ὁ πατηρ † την του φορου ἀπαρνησαμενος ἀπαγωγην τον πολεμον ὑπεδεξατο και τουτον μετα της
δη ἐλεγε προς τους πυθομενους ὁτι πρεσβευοι περι κουφισμου του φορου : τελοιεν γαρ δραχμας ἑκατον πεντηκοντα και τας ἑκατον
9999967 τεταγμενα
πασιν Ἑβραιοις ὁμου , ἐπειτα βασιλει τα ὑπ ' ἐμου τεταγμενα , ὁπως συ λαον τον ἐμον ἐξαγοις χθονος .
τοινυν τοις ἀλλοις ἐγωγ ' ὁρω πασιν ἀνθρωποις διωρισμενα και τεταγμενα πως τα τοιαυτα . ἀδικει τις ἑκων : ὀργην
9999967 ἀκαθαρτον
ὁ μεν γαρ λογος τροφη διανοιας ἐστι : τουτον δε ἀκαθαρτον ἡ πονηρια ποιει των ἀνθρωπων . Ἀνδοκυδου Πυθαγορειου .
το αἱμα . τουτο οὐν ἀναδιδοται εἰς παν το σωμα ἀκαθαρτον ὀν , και λοιπον καινοτομειται το της φυσεως νομιμον
9999967 ὀφθαλμους
, εὐθυς ἀκολουθως ἀν ἐπαγοι τα λοιπα , ὡς και ὀφθαλμους ὁ αὐτος εἰχεν ἑξ και ὠτα ἑξ και φωνας
γενναν δυναμεις ἀφῃρημενος , καθαπερ και οἱ τας ὀψεις ὑποχυθεντες ὀφθαλμους ἐχοντες της δι ' ὀφθαλμων ἐνεργειας στερονται βλεπειν οὐ
9999967 ἐνδεχομενως
τῳ Β ἐνδεχεται , παντων ἀρα των μερων αὐτου κεχωρισται ἐνδεχομενως : ἑν δε των μερων του Β το Γ
ἐπει δε λεγεται ἐνδεχομενον και ὁ ὑπαρχει μεν ἠδη , ἐνδεχομενως δ ' ὑπαρχει και οὐκ ἀναγκαιως , λεγεται δε
9999967 σμικροις
χελιδονων μουσεια , λωβηται τεχνης : ἐπι των εἰρωνευομενων ἐπι σμικροις . Ἐπι τοις ὁπλοις ἀκκιζεται : ἐπι των ἐπαιρομενων
ἐξηγειται τοὐνομα : δυσανιος δε ἐστιν , ὁστις ἐπι τοις σμικροις ἀνιαται και ἐπι τοις μεγαλοις μαλλον ἠ οἱ ἀλλοι
9999967 ὁποτεροι
δητ ' ἐγνωκας ὡς οὐδεν λεγεις ; και των θεατων ὁποτεροι πλειους σκοπει . και δη σκοπω . τι δηθ
ἐκεινοις οὐ ξυμμαχησειν και σφισι προσιεναι και οὐ διαμελλησειν περισκοπουντας ὁποτεροι κρατησουσιν . ναυσταθμον δε ἐπανα - χωρησαντας και ἐφορμηθεντας
9999967 συλλογιστικος
τουτῳ και το Α ὑπαρχει παντι οἱον τῳ Γ , συλλογιστικος οὑτος ὁ λογος . ἐαν δε οὑτως εἰπω ,
γε πως ἐξει το πραγμα ; ὁ δε κατα συστολην συλλογιστικος : ἀλλα μην ἡμερα ἐστιν , φως ἀρα ἐστιν
9999967 ἰσχυσει
γαρ συμπλακεντα χαλεπωτερα φαινεται , οὑτω δηλον ὁτι διαιρεθεντα ἐλαττον ἰσχυσει και μειωθησεται : ἐκει δε οὐ της αὐτης αὐξησεως
του εἰρημενου γαμου κακοπαθειων μελλουσων αὐτῳ ἐπελθειν οὐδεις των θεων ἰσχυσει ἀποδειξαι χωρις ἐμου . ἐγω ταυτα γινωσκω , και
9999967 ἀπηλλαγμενοι
αὐτοις περι τας κωμας , ἀριστοκρατιᾳ δ ' ἐχρωντο , ἀπηλλαγμενοι δ ' ἠσαν των βαρεων δημαγωγων , ἡδοντο τοις
και τα δεοντ ' ἐσομεθ ' ἐγνωκοτες και λογων ματαιων ἀπηλλαγμενοι : οὐ γαρ ἁττα ποτ ' ἐσται δει σκοπειν
9999967 ἐκρινοντο
, ὡς Δημοσθενης . . ἐπι Παλλαδιῳ ] ἐπι τουτῳ ἐκρινοντο οἱ ἀκουσιοι φονοι . οἱ δε ἐν τουτῳ τῳ
τεσσαρες μεν ἐχειροτονουντο δι ' εὐγενειαν ἀρρηφοροι , δυο δε ἐκρινοντο , αἱ της ὑφης του πεπλου ἠρχον και των
9999967 ἐπαγγελιας
, κυριε μου Ἁβρααμ , ὁτι και καρπον κοιλιας ἐξ ἐπαγγελιας ἡμιν ἐδωρησαντο τον Ἰσαακ ; ἐκ γαρ των τριων
ὁ τεχνικος περι των λογικων διαλαμβανων στασεων εἰκοτως κατα τας ἐπαγγελιας ἐπι τας νομικας μεταβεβηκε , και ζητησειε δ '
9999967 τριμετροι
διπλης μονοστροφικης και συνεχους . οἱ δε στιχοι εἰσιν ἰαμβικοι τριμετροι ἀκαταληκτοι ρμθʹ , ὡν τελευταιος : και ταυτ '
ἐν ἐκθεσει του δραματος . οἱ δε στιχοι εἰσιν ἰαμβικοι τριμετροι ἀκαταληκτοι ιηʹ . βατ ' ἐκ δομων ] ἑτερα
9999967 ἀφεστωτας
του κωλου το παχος , ὡστε μητε ἐπιπιπτειν ἀλληλοις μητε ἀφεστωτας διαλειμματα ποιειν : ἐπι δε τουτοις ἐπιδεσμιδα τριτην ἐπιβαλλοντας
οὐσαν , και ἐκ τουτων ὁρμωμενος , διεπολεμει προς τους ἀφεστωτας . οἱ δε Συρακοσιοι το μεν πρωτον μερος της
9999967 φεροι
ἐφη ] τυραννον ” : πως ἀν τις ἀτυχιαν ἀριστα φεροι : „ εἰ τους ἐχθρους χειρονα πραττοντας βλεποι „
βορεαο μι ' οἰη φοινισσοιτο , ἐκ βορεω πνοιας κε φεροι , νοτιη δε νοτοιο : ἠ και που ῥαθαμιγγες
9999967 πενθημιμερους
ἐκ δακτυλικης διποδιας και τροχαϊκου [ και ἰαμβικης βασεως ] πενθημιμερους . το ιʹ ἐξ ἀντισπαστου πεντασημου και τροχαϊκης κατακλειδος
τῳ αʹ της στροφης . Το ζʹ ἐγκωμιολογικον ἐκ δακτυλικου πενθημιμερους και ἰαμβικου ὁμοιου , ὁ και διπενθημιμερες καλειται ,
9999967 παραφροσυνην
ἀνακεκλισθαι τους ἀνθρωπους ἐν τῳ ὑγιαινειν : δηλοι γαρ ἠ παραφροσυνην ἠ μεγιστην ὀδυνην των περι την γαστερα χωριων ,
και σφυγμος ἐνειη ἐν τῳ ὑποχονδριῳ , θορυβον σημαινει ἠ παραφροσυνην [ . . ] : τινα των ἀντιγραφων “
9999967 εἰληφας
ἡ ὑποθεοις της ἀποκηρυξεως δεικνυσιν , ὁτι συ την τιμωριαν εἰληφας . εἰτα τῃ πηλικοτητι , ὁτι μειζον ἠ κατα
, φυλαξομαι σε . οὐ γαρ ἀπ ' ἐμου καρδιαν εἰληφας , ἀλλ ' ἐμοι καρδιαν δεδωκας . ” ὁ
9999967 ἐπηξεν
ἀθλιως πρωτα μεν σκληρως καθευδον , εἰτα Θουδιππος βδεων παντελως ἐπηξεν ἡμας , εἰθ ' ὁ λιμος ἡπτετο . ἐφερετο
τε δωσειν Τριαινᾳ : Τριαινα τοπος Ἀργους ἐνθα την τριαιναν ἐπηξεν ὁ Ποσειδων συγγινομενος τῃ Ἀμυμωνῃ † ἐξ ἡς και
9999967 νομιστεον
ὁ μουσικος ἐν Νομῳ παιδευτικῳ . φησι γουν διαφοραν τηνδε νομιστεον αἰδους και αἰσχυνης , ὁτι ἡ μεν αἰδως προς
ἀπολογια : τοσουτον της ἐν πλουτῳ διαφερουσης αἱρετωτεραν την εὐειδη νομιστεον , ὁσον ἡ μεν ἰσως ἀν εὑροι χρηματαἠδη γαρ
9999967 τιμιωτατων
ἠ φιλων θανοντων ἠ τεκνων ἠ τινων ἀλλων των νομιζομενων τιμιωτατων ἠμεν . εἰτα κλαιοντες και ὀδυρομενοι λεγοντι αὑτους μονους
ὀν . ἀρχην δε ἀπεφαινοντο ἐν παντι ἑν τι των τιμιωτατων εἰναι ὁμοιως ἐν ἐπιστημῃ τε και ἐμπειριᾳ και ἐν
9999967 ἐπιτηδες
ἀνθρωπος παντη μαλλον ἐλορδαινετο ἠ ᾑ ξυνεφερεν . Ἐγραψα δε ἐπιτηδες τουτο : καλα γαρ και ταυτα τα μαθηματα ἐστιν
των παρα τοις παλαιοις θρυλλουμενων τριων ἀναλογιων , ἁς και ἐπιτηδες σαφεστερον και πλατυτερον διηρθρωσαμεν , ὁτι πολλακις τε και
9999967 μισθουσθαι
ἱλαριας μετεχειν , ἐναντια δε ἀγοραζειν , οἰκιας ἠ χωρας μισθουσθαι ἠ μετοικιζεσθαι , ἐκτιτρωσκειν δε ἐπικινδυνον και ταις αὐτοματως
δε Ταυρῳ σπειρειν , φυτευειν και ἀργην γην γεωργειν , μισθουσθαι δε χωραν ἀσυμφορον , ἐν δε Διδυμοις γεωργειν και
9999967 χαλεπωτερον
, προς Ἱμεραιους καταψευσομαι σου , κἀν ἐτι παραστῃ . χαλεπωτερον δε σοι οἰμαι και τουθ ' , ὁπερ προπεμπειν
, ἀλλα χαλεπωτερον γε ἐκεινου και ποικιλωτερον : πως δε χαλεπωτερον και ποσαχως συμβαινει και πως προς αὐτο ἐνστατεον ,

Back