. ἀλλ ' ὡσπερ ἐπι του ὀγκου ὀντος ἐν τῳ γονατι , εἰ μεν ἐστιν ἀπο πνευματων , οὐδεις χειρουργει
ὀντι ἀγαθα . Πολιτειας δευτερῳ . . γονατιζειν : τῳ γονατι πληττειν . γυναικιζειν : γυναικων τροπῳ διαγειν . και
9999966 κατεφρονησε
ἰσχυον . ὁ δε γε παις ὁ ἐμος και τειχων κατεφρονησε , και την πολιν ἐχειν εἰς τροπαιον . ἀνῃρεθην
ἀλλως παρα Ῥωμαιοις . και δια τουτο των μεν ὀνοματων κατεφρονησε , των δε πραγματων και αὐτων των σημειων φροντιδα
9999966 ἀναιδες
και τυχοντος . παροσον ἡ θριξ οὐδενος ἀξια ἐστιν . ἀναιδες και θρασυ βλεπει . . ἀσπαλαθος : ἀκανθωδες φυτον
. , παρειας . μιαρε ] μεμιασμενε . Ὀρεστα , ἀναιδες . φημ ' ] ναι . λεγω . .
9999965 πολυειδες
και ἐφ ' ὁσον το τε των ἐνεργειων και δυναμεων πολυειδες και διαφορον , και περι τουτων ἐντελως τι παρηκαν
και ἐστι το μετεχομενον μονοειδες μεν κατα την ὑπαρξιν , πολυειδες δε κατα μεθεξιν , ἀλλοτε ἀλλοιον δια την αὐτων
9999964 ἀπεδοντο
μεν αὐτεων ἐς Λιβυην , την δε ἐς την Ἑλλαδα ἀπεδοντο , δοκεει ἐμοι ἡ γυνη αὑτη της νυν Ἑλλαδος
ἐνιοι , δοξαν , ὁτι τριακοσιοις ἐτεσιν ὑστερον της κτισεως ἀπεδοντο του λιμενος τα τελη , προτερον δ ' οὐκ
9999964 κολλαν
ἀσφαλτος . και τοις μεν χυτοις χρη τα οἰκοδομηματα συνδειν κολλαν , συναπτειν , συναρμοττειν συμπηγνυναι , συμβαλλειν , τιτανῳ
προϲτιθεμενην . Ναρκιϲϲου ἡ ῥιζα ξηραντικηϲ ἐϲτι δυναμεωϲ , ὡϲ κολλαν τραυματα μεγιϲτα μεχρι και των κατα τουϲ τενονταϲ διακοπων
9999962 ἐπαινεσομεθα
τα των Λακεδαιμονιων ἁρμοττει γενεσθαι : οὐτε γαρ ἐν Ἀθηναις ἐπαινεσομεθα την ξενηλασιαν , οὐτε ἐν Λακεδαιμονι το τοις ξενοις
των τους τριβωνας ἠμφιεσμενων τουτου κατηκοον ἰσμεν , και τουτον ἐπαινεσομεθα και ζηλωσομεν , ὡς αὐτῳ γε οὐκ ἐξεγενετο Σωκρατει
9999962 ἀπειληφθωσαν
Δ , Η , Λ γωνιων στερεαν γωνιαν συστησασθαι . ἀπειληφθωσαν ἰσαι αἱ περιεχουσαι αὐτας εὐθειαι , και ἐπεζευχθωσαν αἱ
, ἀπο δε του λοξου κυκλου του ΔΖΕ ἰσαι περιφερειαι ἀπειληφθωσαν αἱ ΚΘ , ΘΗ ἑξης ἐπι τα αὐτα μερη
9999962 ἐκωλυσαν
τε εἰσβολας και τας διοδους και τα εὐρυχωρα του πολισματος ἐκωλυσαν τους εἰσβαλλειν ἐπιχειρουντας εἰς αὐτο το πολισμα . Πλαταιεις
ἐνιαυτον εἰς δωδεκα μηνας διειλον και ἐν ἱεροις μισγεσθαι γυναιξιν ἐκωλυσαν , μηδ ' εἰς ἱερα εἰσιεναι ἀπο γυναικος ἀλουστους
9999961 ἐδωδης
γεμουσας πολλων και καλων ἑστιασιν τε αὐτοις παραθειναι κατακλιθεισιν ἁπασης ἐδωδης , ἡν οὐδ ' ἀν ἐκ πολλου πανυ χρονου
ὑπτιος , ἠε τις ἀλλος πεφνῃ μιν νεποδων πυματης ἐμφορτον ἐδωδης . σημα δε τοι τοδε γαστρος ἀειμαργοιο πιφαυσκω :
9999961 φυλακης
τον βασιλεα και την μητερα την Ῥωξανην προαγαγων ἐκ της φυλακης ἀποδῳ τοις Μακεδοσι και το συνολον ἐαν μη πειθαρχῃ
τα ἰδια , ἀλλ ' ὡς τα ἰδια ἑξοντων δια φυλακης . ἀντιπροκαλουμεθα τε ὑμας , εἰ βουλεσθε τα δικαια
9999961 χαριστηρια
σφετερας : εἰ μεν ὑπερ εὐανδριας ἠ νικης ἐκ πολεμου χαριστηρια θεοις ἀποδιδοιεν , προθυοντες ἱερα τα νομιζομενα , εὐφημοις
το καλλος , ὡστ ' ἀξια εἰναι των ἀλλων ἐργων χαριστηρια , και ὡς μη εἰναι διακριναι τι τις αὐτων
9999961 μονογενες
. ἐκ παραγωγης . Παν εἰς ΟΝ ὑπερ τρεις συλλαβας μονογενες κυριον ἠ προσηγορικον ἠ ὑποκοριστικον προπαροξυνεται : Περγαντιον Αἰαντιον
πρεσγυς πρεσγυος . Ἰστεον δε ὁτι το πρεσβυς οἱ τεχνικοι μονογενες λεγουσιν εἰναι , και ὁτι ἐπειδη μονογενες ἐστιν ὠφειλε
9999960 ἀπολωλα
εὐποιιαν μη ἀναμειναντες οὐκετι κολακες ἀλλα φιλοι νομιζονται . Ἀρδην ἀπολωλα σοι : ὁ γαρ χθες εὐπαρυφος , πιναροις ,
νωτον , ὡστε τας πλευρας στεγειν . ἐγω δ ' ἀπολωλα στιζομενος βακτηριᾳ . τι δ ' ἐστιν , ὠ
9999960 ἀριστερῳ
κορυδαλου ἐξαιρουντες την καρδιαν περιαπτον ποιουσιν ἐν τῳ μηρῳ τῳ ἀριστερῳ περιθεντες αὐτο . Χοιρου λαβων ἐκ του τυφλου ἐντερου
δεξιῳ τριγωνῳ τῳ δια του θʹ , ἐν δε τῳ ἀριστερῳ τριγωνῳ τῳ δια εʹ , ἐν δε τῳ δεξιῳ
9999960 νομισματι
ἀξια , ἡ δε κλινη νομισματος ἑνος . τῳ γουν νομισματι γνωριουμεν ποσαι κλιναι εἰσιν ἀνταξιαι τῃ οἰκιᾳ . πεντε
κατεχορδευσεν ἐν ταις βασανοις , ὁτι ῥυπου τι προσην τῳ νομισματι . και οὐκ εἰσεται ὁτι ὁ λογος , ἀν
9999960 Θρασυμαχου
ἀκουοντων προθυμοτερον ἐτι ἀντιτεινειν οὐδ ' ὁπωστιουν πεισομενους , ἀπο Θρασυμαχου ἀρξαμενους . Μη διαβαλλε , ἠν δ ' ἐγω
, οὐδε κατα την Γοργιου ῥητορειαν , οὐδε κατα την Θρασυμαχου ἀδικιαν , οὐδε κατ ' ἀλλην πραγματειαν λογου παρεσκευασμενος
9999960 φιλοφροσυνης
, ἀφ ' ὡν ἐχει τις , ἀμειβεσθαι τους της φιλοφροσυνης ὑπαρξαντας . ὁ γηπονος τιμᾳ τοις δραγμασιν , ὁ
ἐγιγνοντο , οὐ γαρ πινειν πολυν οἰνον Ἀλεξανδρον , ἀλλα φιλοφροσυνης της ἐς τους ἑταιρους . Ὁστις δε κακιζει Ἀλεξανδρον
9999960 Συλλαν
ποθουντος εἰρηνην γενεσθαι : αἰσθομενοι δ ' οἱ περι τον Συλλαν προς τον Σκιπιωνα περι συμβασεων ἐπρεσβευον , οὐχ οὑτως
' ἐς Ῥωμην ἐπεμπε προς τε την βουλην και προς Συλλαν , αἰτιωμενος , ἁ ποιει Μουρηνας . ὁ δ
9999960 συνεστησε
ψυχαγωγησοιτο , τουτῳ δη θεος ἐπιβουλευσας αὐτῳ την ἡπατος ἰδεαν συνεστησε και ἐθηκεν εἰς την ἐκεινου κατοικησιν , πυκνον και
αὐτικα παραλυει της ἀρχης , ἀλλο δε περι αὑτον ἑταιρικον συνεστησε . και ὁ μεν Ἀβλαβιος τα περι Βιθυνιαν χωρια
9999959 μετεστησε
, τας ἀλλας χηρωσας πολεις ἀνθρωπων , εἰς το Βυζαντιον μετεστησε , και προς τους ἐν τοις θεατροις κροτους παραβλυζοντων
Βυζαντιον ἀπεδοτο την δεκατην των ἐκ του Ποντου πλεοντων . μετεστησε δε ἐξ ὀλιγαρχιας εἰς το δημοκρατεισθαι τους Βυζαντιους :
9999959 κρυπτει
: ἀντι του ὁ πολεμος : ἡ ἀμφι προς το κρυπτει , ὁ ἐστι περικαλυπτει : ἀπο δε στεφαναν κεκαρσαι
ὑγροτερου ἠ ἀλλως ὁπωσουν καταστηματος βλαπτεται , και ἐπι τουτῳ κρυπτει τῳ ἰατρῳ και οὐ λεγει . ἠ πολλακις ἐν
9999959 ἀντιλαμβανομεθα
αὐτον . Ὁταν γουν εἰς τι σκευος ἐγχεωμεν τι , ἀντιλαμβανομεθα ἐξιοντος του ἐν αὐτῳ πνευματος , και μαλιστα ,
παντα μιξεις πολυπλοκωτατας ἐχοντα και κρασεις . αὐτικα των χρωματων ἀντιλαμβανομεθα πως ; ἀρ ' οὐ συν ἀερι και φωτι
9999959 ἐτραποντο
. ἐκπλαγεντες δε τῳ πραγματι , παιομενοι τε και τιτρωσκομενοι ἐτραποντο . αὐτος τε Ἀρταβανος ἁρπαγεις ὑπο των περι αὐτον
ἀμφοτεροι και , ὡς ἐμαθον το ποιευμενον , προς ἀλκην ἐτραποντο : ὁ μεν δη αὐτων φθανει τα τοξα κατελομενος
9999959 παρεγενηθη
Λυδιαν και Φρυγιαν , ἐτι δε Καππαδοκιας τα συνοριζοντα , παρεγενηθη προς τους ὁρους της Κιλικιας και την προς ταις
δε ὁ Διονυσιου κηδεστης ἐκ τε Πελοποννησου και της Ἰταλιας παρεγενηθη ναυς μακρας ἀγων τριακοντα παρα των συμμαχων και ναυαρχον
9999959 συμπιπτουσα
και τῃ ΔΖ δια του Γ παραλληλος ἠχθω ἡ ΓΗ συμπιπτουσα τῃ ΒΑ κατα το Η , και προσεκβεβλησθω ἡ
τῃ τομῃ , ὡσπερ και ἡ δια του Θ ἀπεδειχθη συμπιπτουσα τῃ τομῃ κατα τα Μ , Ν σημεια :
9999959 κινδυνευουσαν
την μητερα , την τρεφουσαν , την δι ' ἐμε κινδυνευουσαν , ἐπι το ξιφος ἑωρων . περας δ '
ἀτοπον , ὡστε την δυναμιν ἀνακαλεσασθαι ἀπο της ἀγαν ἀγρυπνιας κινδυνευουσαν . εἰ δε ἀσθενεια δυναμεως εἰη , φευγε παντελως
9999959 κατεσκευαστο
τας πανταχοθεν δυναμεις και παντα τα προς την παραταξιν χρησιμα κατεσκευαστο . τα μεν γαρ ξιφη και τα ξυστα πολυ
αἱ σκηναι συνεσκιαζον τους περιπατους . ἑξης δε τουτων Ἀφροδισιον κατεσκευαστο τρικλινον , δαπεδον ἐχον ἐκ λιθων ἀχατων τε και
9999959 συλλογισμοι
ἀλληλων , και ὁσα τα μεσα , τοσουτοι και οἱ συλλογισμοι . και το αὐτο μεν προβλημα δια πλειονων ὁρων
γαρ αὐτο δια πλειονων δεικνυσι μεσων : διο πλειους οἱ συλλογισμοι . οἱον το Ε δια τε των Α ,
9999959 ἐχωρησεν
βασιλειας οὐτε ἡ βασιλεια προς ἀλλο χωριον οὐδεν πλην ταυτης ἐχωρησεν . ἡ δε των φορων συνταξις οὐθ ' ὑμετερα
ἀφ ' ἡς ἐπραχθη διαθεσεως , και εἰς ὁ τελος ἐχωρησεν , ἀναλογιζομεναι , μετριως αὐτο ἐφερον . Κατεσκηψε δ
9999958 κατεσκευασεν
της πραγματειας περι παντων τουτων ἀναδιδασκει και ἐν τουτοις λεληθοτως κατεσκευασεν , ὁτι του σοφου περι τουτων ἐπιστασθαι : εἰ
' Ἡρακλης ἐκ του Φλεγραιου πεδιου κατελθων ἐπι την θαλατταν κατεσκευασεν ἐργα περι την Ἀορνον ὀνομαζομενην λιμνην , ἱεραν δε
9999958 παρεσκευασατο
, ἐξεφερε δη και ἀλλας Μηδικας στολας , παμπολλας γαρ παρεσκευασατο , οὐδεν φειδομενος οὐτε πορφυριδων οὐτε ὀρφνινων οὐτε φοινικιδων
χρηματα παντα διαγνους κατακομιζειν ἐπι θαλασσαν , ἁμαξας και καμηλους παρεσκευασατο και μετα της δυναμεως ἐχων ταυτα προηγεν ἐπι της
9999958 τελειοτατη
κοσμικης ἐστι φυσεως , και ὁπως ἡ νοερα ταυτης ἐπικρατει τελειοτατη ἐνεργεια : ὡστε οὐδ ' ὁπερ ἐκ των Ὁμηρικων
τουτο και ἡδονης . ἐστι μεν οὐν ἡ ἀριστη και τελειοτατη των ἡδονων ἡ αὐτη καθ ' αὑτην της ψυχης
9999958 μετεπεμπετο
παρελθων οὐσαν αὐτου μητροπολιν στρωσας οἰκον μεγιστον ἑρπυλλοις και ῥοδοις μετεπεμπετο τας Λοκρων παρθενους και γυμνος μετα γυμνων οὐδεν αἰσχυνης
οἰκον των ἐν τῃ πολει τον μεγιστον ἑρπυλλοις και ῥοδοις μετεπεμπετο μεν ἐν μερει τας Λοκρων παρθενους . και γυμνος
9999958 ἀπελαυσαν
. κευθμωνα : το βαθος . ἠντησαν : ἐτυχον , ἀπελαυσαν . ἐρωτος : ἐπιθυμιας . Ἐνθ ' : τοτε
Ἀμαζονας πολεμου δεξαμενη , και ὑστερον δη τους ὑστερους . ἀπελαυσαν δε της μητροπολεως ἀμφοτερα , ἁβροτητας μεν εἰς το
9999958 ἀληθειᾳ
: ὑστερον δε κατα διαδοχην , ὁς ἀν ἐδοκει προὐχειν ἀληθειᾳ και γνωμῃ δικαιοτατῃ , εἰς την ὑπηρεσιαν ταυτην ἐχειροτονειτο
χαριτος ἐφ ' ὑμας και ἐσεσθε αὐτῳ εἰς υἱους ἐν ἀληθειᾳ , και πορευσεσθε ἐν προσταγματι αὐτου πρωτοις και ἐσχατοις
9999958 ποιησομεθα
ἑκαστην αὐτων , λεγω δη των Ἐμπειρικων και Μεθοδικων , ποιησομεθα . ἐστι δε ἰδια των Ἐμπειρικων ταυτα : ἡ
ἀριθμων ἠ αἰσθητως δι ' ἀκοης ἀναληπτεον . ὁρους τοινυν ποιησομεθα τουτο θεωρειν πειρωμενοι προσλαμβανομενον μεν θ͵σιϚ : μεση δε
9999957 γεγενημενῳ
οὐκ ἀν ἠγνοειτο . συγχαιρω δε σοι κρειττονι του καιρου γεγενημενῳ : παρα μεν γαρ ἡμων πολυ το πετομενον ,
ἀν ἱκανον το τεταρτημοριον της χοινικος και τῳ ἠδη ἀπεφθῳ γεγενημενῳ δυο κοτυλαι μιχθεισαι ὑδατος και ἐλαιου . χρησαιο δ
9999957 Μεγαρεως
λεοντα ἐν ἱερῳ τοπῳ συνελθων αὐτῃ ἐγκρατης ἐγενετο Ἱππομενης ὁ Μεγαρεως της Ἀταλαντης μηλα χρυσα λαβων παρ ' Ἀφροδιτης ἐκ
ἀποθανειν μεν λεοντα ἐν τῳ Κιθαιρωνι ὑπο Ἀλκαθου πειθομαι , Μεγαρεως δε Τιμαλκον παιδα τις μεν ἐς Ἀφιδναν ἐλθειν μετα
9999956 πλειονοϲ
το ξανθον προηγηϲαιτο , ἐπειτα μελαν οὐρηθειη , δηλονοτι ὑπο πλειονοϲ θερμοτητοϲ μελαν γεγονε ἐξυπεροπτηθεν . γνωϲτεον μεντοι ὁτι και
των ἐχιδνων ϲαρκεϲ ἐϲθιομεναι καθηψημεναι λευκῳ ζωμῳ δι ' ὑδατοϲ πλειονοϲ και ἁλων και πραϲου και ἀνηθου ἀχρι τηϲ των
9999956 ἀχθεισης
ὁτι δε μειζον ἐστιν ἡμικυκλιου το λεχθεν τμημα , δηλον ἀχθεισης ἐν τῳ τραπεζιῳ διαμετρου . ἀναγκη γαρ ταυτην ὑπο
του ἐκκεντρου πηλικοτησιν . κατα ταὐτα δε και ἐνθαδε καθετου ἀχθεισης ἐπι την ΔΒ της ΑΛ , ἐαν τε την
9999956 συνεγραψεν
Γναθαινα και οὐκ ἀναστειος ἀποφθεγξασθαι : ἡτις και νομον συσσιτικον συνεγραψεν , καθ ' ὁν δει τους ἐραστας ὡς αὐτην
, ἁς οὐκ ἀν , εἰ μη τοιουτος ἐπεφυκει , συνεγραψεν ὑφηγησαμενου θεου και παρεδωκε τοις ἀξιοις χρησθαι , κτηματων
9999956 Ὑπομνηματι
το συνουσιαζειν : παρα το βιος ἐστιν , ὡς ἐν Ὑπομνηματι Ἀριστοφανους † οἱον οἱ † κοιμιζοντες ἠδη την ἡλικιαν
και ἐρεχμος , ὁ διασχιζομενος κυαμος . οὑτως εὑρον ἐν Ὑπομνηματι , και ἐρεκτας τους ἐπι τουτο ἐργατας Ἀλεξανδρεις .
9999956 κρυσταλλου
κωλυοντων το διψος και ἰσχοντων , τουτο δε ὁταν τις κρυσταλλου πεπηγοτος την χειρα προτεινας ἀπονιψαμενος θερμοτερος αὐτος αὑτου και
ἠδη προηκων , οὐκ ἀν αὐτον θεασαιτο τις ὑπεκδυομενον του κρυσταλλου και ἐμπιπτοντα ἐς τον βοθρον , ἀλλ ' ἠ
9999956 διπλασιονι
και τετραγωνον : ὁ μεν οὐν ἀπο μοναδος τριτος ἐν διπλασιονι λογῳ , τετταρα , τετραγωνος ἐστιν , ὁ δε
δε ἐστιν ἡ των λογων ὁμοιοτης . τα γαρ ἐν διπλασιονι λογῳ ὀντα ὁποσα ἀν ᾐ , καθο τοιαυτα ἐστι
9999956 ἐχωρισεν
αἱ των ἀθλητων τε και στρατιωτων , προσθεις το λογικη ἐχωρισεν αὐτην των πρακτικων . παλιν ἐπειδη των λογικων ἀμφισβητησεων
ὀλου , αἱ δε μερικαι , προσθεις το ἐπι μερους ἐχωρισεν αὐτας των καθολου ἠτοι των φιλοσοφων : δια δε
9999956 ἀνεκτησατο
' ἡμας γενομενου , ὁν Ἀρταξαρης ἀποκτεινας Περσαις την ἀρχην ἀνεκτησατο , τα τε γειτνιωντα ἐθνη βαρβαρα χειρωσαμενος ῥᾳδιως ἠδη
την ἀπαλλαγην την Δημητριου τας μεν κατα την Θετταλιαν πολεις ἀνεκτησατο , Πλεισταρχον δε μετα δυναμεως ἐξεπεμψεν εἰς την Ἀσιαν
9999956 ἀποδεξαιτο
μεν δη σωφρονικα . Τἀλλ ' οὐδ ' ἀν τις ἀποδεξαιτο : το μονους διαιτασθαι ἀει , και το μη
γαρ ὡσπερ ἀλλ ' ἀττα των ὑμετερων διαφεροντως ἀν τις ἀποδεξαιτο και θαυμασειεν , οὑτω μοι δοκειτε και τιμης μαλιστα
9999956 σπουδαιοτατα
Ταρβελλοι τον κολπον , παρ ' οἱς ἐστι τα χρυσεια σπουδαιοτατα παντων : ἐν γαρ βοθροις ὀρυχθεισιν ἐπι μικρον εὑρισκονται
και ταπεινοτερα αἱρεισθαι , καταλιποντα ἀλλοις τα μεγιστα τε και σπουδαιοτατα , ἠ μη δυνασθαι αὐτον , ὁπερ εἰπον ,
9999956 κινδυνευοντι
ὑμιν ἐλπις δε δικαια : οὐ μικρα γαρ ἐστι τῳ κινδυνευοντι ῥοπη προς σωτηριαν ἡ των ἀκουοντων βουλησις ταττομενη μετα
; ἀντι δε του χιτωνος , ὁν ἐδωκε τῳ πολιτῃ κινδυνευοντι , την θυγατερα ἀποδυσας , ἐπιδουναι αὐτῳ την πολιν
9999956 Σικελικου
ταυτῃ προς ὀρθας ἀπο της ἑσπερας δια στηλων και του Σικελικου πορθμου μεχρι της Ῥοδιας και του Ἰσσικου κολπου ,
πολλων και ἑκουσιων πειραν λαβειν , ἁτε πολλακις δια του Σικελικου πελαγους κομισθεντα . φερε δη προς αὐτης της ἐν
9999956 σχολαστικοι
Αἰσωπος πονει , ἐκει οὐδεν ἀγαθον ἐστι . ” οἱ σχολαστικοι φαγοντες τας ἀρτυτας γλωσσας χολερᾳ [ ἀσθενια ] ἐκρουσθησαν
ὁ Ξανθος ἀκουσας ἠκηδιασε και στραφεις ἐπορευετο . οἱ δε σχολαστικοι εἰπον ” καθηγητα , οὐκ ἠρεσαν σοι τα σωματια
9999956 δωδεκατης
. ἐπι δε τηι ιε φαλαγγι τεταχθω το σημειον της δωδεκατης φαλαγγος , και χιλιαρχαι ἀμφ ' αὐτωι και ἑκατονταρχαι
Βαβυλωνος δε φθοραν δηλοι , ἀπο δε ὀγδοης ὡρας ἑως δωδεκατης πολεις ἐπιθαλασσιους ἀναστατους ἐσεσθαι και τα κοινα αὐτων διαφθαρηναι
9999956 κληθεισαν
ὁς και την της Νεαιρας θυγατερα Στρυμβηλην την ὑστερον Φανω κληθεισαν ὡς ἰδιαν θυγατερα ἐξεδοτο Φραστορι τῳ Αἰγιαλει , ὡς
Δαρδανον τῳ κατακλυσμῳ φασιν ἐκ Σαμοθρᾳκης εἰς την ὑστερον Τροιαν κληθεισαν διανηξαμενον σωθηναι . Δεει δε τους ἐκ του ὑδατος
9999956 κεκαυμενοϲ
ϲυν μελιλωτῳ και βουτυρῳ και ἑτερα πλειϲτα . ὁ δε κεκαυμενοϲ ὑϲϲωποϲ ποιει την ἐξ αὐτου ϲυναγομενην αἰθαλην ἠ λιγνυν
φαρμακοιϲ : ῥυπτικηϲ δε οὐκ ἐλαχιϲτηϲ μετεχει δυναμεωϲ ὁ τε κεκαυμενοϲ χαλκοϲ και ἡ λεπιϲ αὐτου και το ἀνθοϲ και
9999956 Μεδουσης
δυναστην , Βελλεροφοντης ἐκληθη . λαβων οὐν παρα Ποσειδωνος τον Μεδουσης της Γοργονης Πηγασον πτερωτον ἱππον , ἐξ οὑ και
δε ἐπει αἱ λοιπαι Γοργονες ἐπι τοκῳ μυκωμεναι την κεφαλην Μεδουσης ἀνεκαλουντο . οἱ δε Μυχαλην αὐτην φασιν , ἐπει
9999956 συνεθετο
Φωκαεας συνθηκας ἠξιου ἐμπεδουν , ἁς ὑπερ της ἐκεινων ἐλευθεριας συνεθετο : οἱ δ ' ἐπεισθησαν και της γης ἐδοσαν
. ὡσπερ ὁ Νεοπτολεμος ἐποιησεν : οὐ γαρ ἐνεμεινεν οἱς συνεθετο τῳ Ὀδυσσει και οὐκ ἠπατησε τον Φιλοκτητην ψευσαμενος ,
9999956 χασματι
χωρας αὐτων τοπον εἰναι και ὀνομαζεσθαι Ἀνοστον , ἐοικεναι δε χασματι , κατειληφθαι δε οὐτε ὑπο σκοτους οὐτε ὑπο φωτος
εὐωδεστατος ; οἰκει τις , ὡς ἐοικεν , ἐν τῳ χασματι λιβανωτοπωλης ἠ μαγειρος Σικελικος . παραπλησιαν ὀσμην λεγεις ἀμφοιν
9999956 παρεθηκε
ταχ ' οὐδεν μεταλαβοι . οὑμος διδασκαλος δε μητραν σκευασας παρεθηκε Καλλιμεδοντι , κἀσθιονθ ' ἁμα ἐποιησε πηδαν , ὁθεν
ἐμμετρον ὡς τριλαγυνον πι ' ἐπισχομενος , το ῥα οἱ παρεθηκε Φολος κερασας . και Ἀρχιππος δε ἐν Ἀμφιτρυωνι οὐδετερως
9999956 Μαντινειᾳ
Νειλῳ πολις Αἰγυπτιων ἐστιν ἐπωνυμος Ἀντινου : τιμας δε ἐν Μαντινειᾳ κατα τοιονδε ἐσχηκε . γενος ἠν ὁ Ἀντινους ἐκ
μαλα Παυσανιου του πατρος αὐτου φιλικως ἐχοντος προς τους ἐν Μαντινειᾳ του δημου προστατας . ὡς δε ἐνεβαλε , πρωτον
9999956 ἀπεφηναν
ἀποκρυψαι : εἰτα μεντοι ὑποψησαντες τοις ποσι λειον τον χωρον ἀπεφηναν τον φρουρουντα το θησαυρισμα αὐτοις . γονιμωτατη δε ἀρα
ἐπι του βηματος . ὡς εἰ τουτον τον ἀνθρωπον ὁπλων ἀπεφηναν και νεων και στρατοπεδων και δη και καιρων και
9999956 Ἀναξαρχος
ἐπι τον οὐρανον ἀνθρωπους φερουσαν ὁδον Ἀθηναιους εἰδεναι μονους . Ἀναξαρχος δε ὁ εὐδαιμονικος φιλοσοφος , ὡς ἱστορει Σατυρος ,
[ και δογματος ] ὡσπερ ἡ Εὐδαιμονικη : ὁ γαρ Ἀναξαρχος τελος της κατ ' αὐτον ἀγωγης την εὐδαιμονιαν ἐλεγεν
9999956 ἑτερομηκες
' εὐθειαν , το ὁλον γινεται . οἱ γουν το ἑτερομηκες τετραγωνισαι βουλομενοι μεσην ἀναλογον ζητουσι : και ἐπει ἑτερομηκες
και ὁ ῥομβος σαλευθεν εἰναι τετραγωνον και το ῥομβοειδες κεκινημενον ἑτερομηκες : διο κατα τας πλευρας οὐ διεστηκεν ταυτα ἐκεινων
9999955 χρηστηρια
μειον ἐχειν ἀει των πολεμιων καταφευγουσιν ἐπι τα του θεου χρηστηρια , εἰδοτες ὁτι μονος θεος ἐξ ἀμηχανων εὑρισκει πορους
ἠν ἐτ ' ἐν φαει , ἐπαιρε σαυτον προς θεου χρηστηρια , ὡς μοι συνησθηις , εἰ τι Λοξιας ἀναξ
9999955 πιπτουσης
ἀλλ ' ἐξαιρεται ὑψου ἀει προς τον οὐρανον , χαμαι πιπτουσης της ἐπι τον ζοφον ἀγουσης . ἀλλ ' οὐδε
, ἁτε της ὀψεως ἐν τῳ δι ' αὐτων ἐπιπεδῳ πιπτουσης και ἐτι ὁ δια Συηνης παραλληλος ὀρθος προς ἐκεινην
9999955 κατεστρεψατο
, ἠρχε νομιμως των Αἰγυπτιων και μεγαλης ἐτυγχανεν ἀποδοχης . κατεστρεψατο δε και τας ἐν Κυπρῳ πολεις και πολλα των
των ἐθνων ἀκολουθως Κτησιᾳ τῳ Κνιδιῳ πειρασομεθα συντομως ἐπιδραμειν . κατεστρεψατο μεν γαρ της παραθαλαττιου και της συνεχους χωρας την
9999955 σαλπιγγων
' ἰσημεριαν μετοπωρινην , ἐν ἀρχῃ μεν ἱερομηνια ἀγεται προσαγορευομενη σαλπιγγων , περι ἡς ἐλεχθη προτερον , δεκατῃ δ '
πλοιων πεντηρικων ξυλειᾳ , ὑπο δε ὀχλου μετα βοης και σαλπιγγων κατηγετο . ὑστερον δε των ἀπο Φοινικης τις ἐπενοησε
9999955 κατειργασατο
ἀντιτεταγμενοις , το δε πλειστον ἀλκῃ και βιᾳ των ἐλεφαντων κατειργασατο , χρησασθαι τῃ ἀρετῃ προς την μαχην των Ῥωμαιων
τεκνα γονεις , ἐπειδη ὡς ἐκεινος τῳ μη ὑπαρχοντι ὑπαρξιν κατειργασατο , και οὑτοι μιμουμενοι καθ ' ὁσον οἱον τε
9999955 φιλοφροσυνην
ἐτι δ ' ἐπει προς , και το τελος φαινεσθαι φιλοφροσυνην . εἰ δε ταυτην προς φιλιαν . ἀλλως την
τους προηκοντας , προς δε τους ὁμηλικας ἀπλαστον ὁμοιοτητα και φιλοφροσυνην , συνεπιτασιν τε και παρορμησιν προς τους νεωτερους φθονου
9999955 καταπλασμα
οἰσθα , το καλουμενον ὑπο των ἰατρων ἀρτομελι κατασκευαζοντες εἰς καταπλασμα τοιαυτης φλεγμονης , ὑδατος ἐμιξαμεν , ἐπι δε σπληνος
σκευαζεσθω δε χωρις ὀξους . ἁρμοζοι δ ' ἀν το καταπλασμα τουτο και δοθιησι και τοις ἀλλοις φυμασι τοις σκληροις
9999955 ἐβλαβησαν
την βλαβην ἰσχουσι , και ὁλως ὁσοι κατα ποιοτητας μονας ἐβλαβησαν τι μοριον : αἱ γαρ ἐπι χυμοις δυσκρασιαι των
ἡν ἀπηγορευεν ὁ χρησμος μετοχετευσαι : οἱ δε χρησαμενου παρακουσαντες ἐβλαβησαν . Μωμησεται μαλλον ἠ μιμησεται : ἐπι των ἀπαιδευτων
9999955 ἐστρατευετο
, ποθον ἐχων της πατριδος , ἐξ ἡς συν Ἀλεξανδρῳ ἐστρατευετο , κἀκει του βιου το λειπον διανυσαι , γηραιος
αὐτον . ἐλεγετο δε ὁ στολος εἰναι εἰς Πισιδας . ἐστρατευετο μεν δη οὑτως ἐξαπατηθειςοὐχ ὑπο Προξενου : οὐ γαρ
9999955 στειρα
Μηδειας ἰαμβειακαι ἐτεκες ποτε , ὁποτε γυνη ἠσθα , ἠ στειρα και ἀγονος διετελεσας ἐν ἐκεινῳ τῳ βιῳ ; Τι
γενησεται μητηρ ὁμολογουσι , λεκτεον ἐκεινο , ὁτι γυνη μεν στειρα τικτειν οὐ πεφυκεν , ὡσπερ | οὐδε τυφλος βλεπειν
9999955 συνεβουλευσα
εἰς δυστυχιαν μεταπιπτοντα . διο , φησι , κἀγω εὐκαιρως συνεβουλευσα γενεσθαι την εἰρηνην . . ὑπο τινων ] ἱνα
θεασωμεθα : εἰ δ ' ἐφ ' οἱς ἐξ ἀρχης συνεβουλευσα , ἠ ἐπραξα , τοτε ἐδει ἀντιλεγειν , δηλον
9999955 Καλλικρατιδας
ἀλλα ἀπεθνησκεν ὑπερ της Σπαρτης : μερος ὁ Ὀθρυαδας , Καλλικρατιδας μερος : τοιγαρουν ἀφαιρουμενων σμικρων μερων , ἐσωζοντο αἱ
ὡρμισατο εἰς τον εὐριπον τον των Μυτιληναιων . ὁ δε Καλλικρατιδας ἐπιπλευσας αὐτῳ ἐξαιφνης δεκα μεν των νεων ἐλαβε ,
9999955 ἐναλλαγης
των χρονων ἐναλλαγη . Εἰ βουλει ποιησαι την σχηματογραφιαν της ἐναλλαγης του ἐτους μετα και των ταυτῃ ἐγγραφομενων και ἐργασασθαι
ζῳδιου ἐνθα κατηντησεν ὁ χρονος δʹ Και του ὡροσκοπου της ἐναλλαγης ὁτε τυχοι εἰναι τις των κατα πηξιν οἰκων εʹ
9999955 εὐδαιμονια
μεν ἐστι τα θεια πραγματα , τελος δε ἡ θεωρητικη εὐδαιμονια : ἡ δε λογικη πραγματεια οὐτε ὑλην την αὐτην
εὐδαιμονει και ὁλως ἐφ ' ὁσον ἡ θεωρια και ἡ εὐδαιμονια διατεινει οὐ κατα συμβεβηκος ἀλλα κατ ' αὐτην δηπου
9999955 ἀνατολικα
δε τα νοτια καλουσιν . Ὁμηρος δεξια μεν καλει τα ἀνατολικα , ἀριστερα δε τα δυτικα δια τουτων : εἰτ
ὀψις , ἡ προς τῳ Δ σημειῳ , και ἐστω ἀνατολικα μεν μερη τα Γ , δυτικα δε τα Α
9999955 οἰδασι
πολλων παλαιων ἐστι χρησιμωτερον . ὁτι δε και οἱ ἀρχαιοι οἰδασι το οὑτω λεγομενον ὑδωρ , ἱνα μη παλιν ἀγανακτησῃς
την μεν ἡμιναν οἱ τα εἰς Ἐπιχαρμον ἀναφερομενα ποιηματα πεποιηκοτες οἰδασι , κἀν τῳ Χειρωνι ἐπιγραφομενῳ οὑτως λεγεται : και
9999955 λαμπροτητα
διαλογοις κατα πευσιν και ἀποκρισιν συνεχη συγκειμενα ἐναντιως ἐχει προς λαμπροτητα , ὁνπερ τροπον και τα ἐν σφοδροτητι κομματικα .
Κορινθιοις . κατα πολυ . ἐκ νικων και ἀνδραγαθιων . λαμπροτητα . * παρεσχον . ἁς ἐχετε . . Αἰτιωνται
9999955 ἐλευθερια
και το μεν σοφιαν ] το δε ἐξ ἀμφοιν ἐργον ἐλευθερια . Ταττε δη μοι παν , ὁσον θεωρητικον τεχνης
δει δη οὐν και ἀναγκαιον μεταλαβειν ἀμφοιν τουτοιν , εἰπερ ἐλευθερια τ ' ἐσται και φιλια μετα φρονησεως : ὁ
9999955 ἐνομισεν
της ἀκροπολεως κατιδων τας εἰκοσι νεας ἐπι Σαλαμινος πλεουσας , ἐνομισεν εἰναι Πτολεμαϊκας ἐπι Κορινθου πορευομενας . οἱ δε ἐπι
τους γαρ αὐτους ἐπαινεσας και διαβαλων ἠ διεβαλεν , οὑς ἐνομισεν ἐπαινων ἀξιους , ἠ ἐπῃνεσεν , οὑς ἐχρην διαβαλλοντα
9999955 κατειληφε
ἐληξεν , ἑως διχοθεν ἀνεβη και την ἐπικειμενην τῃ θυριδι κατειληφε ζωνην οὐδε ταυτην ἑτερας οὐσαν πλακος . ζωναι γαρ
των μεν λεγοντων , ὁτι παν το ὑφεστως χωραν τινα κατειληφε , και ἀλλων ἀλλην ἀπονεμοντων , ἠ ἐντος του
9999955 πορειᾳ
πορειας . νωθροι δε κελευθα : βραδεως εἰλουνται ἐν τῃ πορειᾳ , ἐπειδη βραδυκινητοι εἰσιν : κελευθος ἀπο του ἐλευθω
πιπτουσιν , οἱ δε δια ξηρας και λεωφορου ἀπταιστῳ χρωνται πορειᾳ , οὑτως οἱ δια των σωματικων μεν και των
9999955 μελι
στομωματος . Των δ ' ὠτικων προκλητικας δυναμεις ἐχειν δοκει μελι , πεπερι , γλυκυς λιβανωτις ἡ καρπιμος , μετωπιον
λαλημα : οὐ γαρ ἰσον νοεει και φθεγγεται : ὡς μελι φωνα : ἠν δε χολᾳ , νοος ἐστιν ἀναμερος
9999954 ἐνδιαιτημα
τουτοις διακεκοσμημενος ἰτω θαρρων εἰς οἰκειοτατον αὐτῳ τον νεων , ἐνδιαιτημα παντων ἀριστον , ἱερειον ἐπιδειξομενος αὑτον : ὁτῳ δ
ἐπιθυμιας , λογῳ μεν ὡς ἡγεμονι την ἀκραν ἀπενειμαν οἰκειοτατον ἐνδιαιτημα κεφαλην , ἐνθα και | των αἰσθησεων αἱ του
9999954 κατηγορησε
και ἐνιοτε οἱς αὐτος τις ἐνοχος ἐστι , ταυτι φθασας κατηγορησε του πλησιον ἐκφυγειν οὑτω πειρωμενος την διαβολην . και
, μαθητου την φωνην αὐτωι χρησαντος Ἀρχαγορου του Θεοδοτου . κατηγορησε δ ' αὐτου Πυθοδωρος Πολυζηλου , εἱς των τετρακοσιων
9999954 αἰσθητικης
ἀτμων τας του πνευματος ἐξοδους ἐπιφραττοντων : κἀντευθεν της μεν αἰσθητικης δυναμεως μη ἐξοχετευομενης τῳ προσιστασθαι τους τυχοντας χυμους ,
καθολικωτερας και ζωα κοινωνει και φυτα , και της μεν αἰσθητικης ἀρχης αὑτη χωριζεται , οὐδεν δε ταυτης ἀνευ μετεχει
9999954 εὐσχημοσυνην
ἐπεγνωσθαι προκειται . Τοιουτεων οὐν ἐοντων των προς εὐδοξιην και εὐσχημοσυνην των ἐν τῃ σοφιῃ και ἰητρικῃ και ἐν τῃσιν
μεν τικτειν και τοις ἐριοις την σκεπην ἁμα και την εὐσχημοσυνην περιποιειν , τωι δε γαλακτι και τωι τυρωι τροφας
9999954 γυναικες
' Ἰνους συμφορα χρονον πολυν νυν ὀμμ ' ἐγειρει φιλαι γυναικες , πως ἀν ἐξ ἀρχης δομους Ἀθαμαντος οἰκησαιμι των
. . : δουρι δ ' αὐ Σκυθομητρες ἐπεδραμον εἰτα γυναικες ] οἱ μη τας ἱστοριας ἀκριβως ἐπισταμενοι , ἀλλ
9999954 δριμυτατου
, μια δε του νιτρου . μετα δ ' ὀξους δριμυτατου καταπλαστεον , και πυρινον δ ' ἀλευρον συν δαφνισι
χρονιους λειχηνας . ] Καππαρεως φυλλα τριψας μετ ' ὀξους δριμυτατου μετα ἰσου μελιτος ἐπιτιθει . ἀλλο . λαπαθου φλοιον
9999954 χρυσια
εἰη τον χρυσον χρυσια : ὁτι τους κορακας τἀξ Αἰγυπτου χρυσια κλεπτοντας ἐπαυσαν . οἱ μεν οὐν χαλκοι νομισματιον ἠν
' ἀλμυρον ποντον : πολλα δ ' [ ἐλιγματα ] χρυσια κἀμματα πορφυρα [ ] καταυτνα [ ! ! ]
9999954 κατεσκαψεν
τον δ ' ἀλλον ὀχλον ἀπεδοτο , την δε πολιν κατεσκαψεν . Ἐπι δε της ἑβδομηκοστης ὀλυμπιαδος , ἡν ἐνικα
πολεις τας ὑπο Μουσικανῳ τεταγμενας ἐπελθων τας μεν ἐξανδραποδισας αὐτων κατεσκαψεν , εἰς ἁς δε φρουρας εἰσηγαγε και ἀκρας ἐξετειχισε
9999954 ἀφροσυνης
ἀν εἰη μειζον κακον [ ἠ ] θαλλουσης και εὐφορουσης ἀφροσυνης ; ἀλλα και „ το ποτηριον Φαραω „ ,
περι τον βιον τεχνην , δει θεωρητικον αὐτον εἰναι της ἀφροσυνης καθαπερ και τον τεχνιτην της ἀτεχνιας , δεδεικται δ
9999954 ἐξαγγελλει
: μεση δε οὐσα ἀμφοτερων ὑπηρετει μεν τῳ ἐφεστηκοτι , ἐξαγγελλει δε τοις ἐτι κατεχομενοις ἐν σωματι ἁπερ ὁ ἐπιβεβηκως
μεν το Σωκρατης , χωρις δε το βαδιζει , και ἐξαγγελλει χωρις τα μη χωρις : χωρισας μεντοι γε αὐθις
9999954 Καλλιππου
Ὑπονομευοντες : ἀντι του ὑπονομους ὀρυττοντες Δειναρχος ἐν τῳ κατα Καλλιππου . Ὑποστησας : ἀντι του ὑποβαλομενος Ὑπερειδης ἐν τῳ
ἐγενετο , γενει μεν ἐκ Ταρσου της Κιλικιας , υἱος Καλλιππου νεωτερος , σφοδρα ταυτην την τεχνην συνθεις : λεγεται
9999954 σκληροτης
ἡν δια το ζην προϊεται το ἐμβρυον . και ἡ σκληροτης δ ' ἡ γενομενη του παθηματος μωλυσεως ἐργον ἐστιν
την πυκνοτητα , και μαλιστα εἰ τις ἐνουσα ταις ἀρτηριαις σκληροτης ἀπειργοι το ἐπι τῃ χρειᾳ μεγεθος . τἀναντια δε
9999954 κυριευσας
σιτον οὐκ εἰχον , συκα ἐλαβε . διο και Μυουντος κυριευσας , τοις Μαγνησιν ἐχαρισατο το χωριον ἀντι των συκων
συνεφυγον εἰς την ἀκροπολιν , ὁ δε Δημητριος της πολεως κυριευσας τον μεταξυ τοπον των οἰκιων και της ἀκρας κατειχε
9999954 ἐπαιδευσεν
δυο ὑεις ἐθρεψεν , Μελησιαν και Στεφανον , και τουτους ἐπαιδευσεν τα τε ἀλλα εὐ και ἐπαλαισαν καλλιστα Ἀθηναιωντον μεν
τῳ στρατηγουντι Σαρακηνων ἀνεμνησε με των ἐν Αἰγυπτῳ , οὑς ἐπαιδευσεν ἡσυχαζειν οὑτος ὁ την Παλαιστινην ἡμιν κυβερνων . μοιρα
9999954 ἀπεφαινετο
κοσμικων αἰωνιας διαμονης την “ κρατιστευοισαν ” και αὐτογενη συνοχην ἀπεφαινετο εἰναι τον ἀριθμον : Ἱππασος δε και οἱ ἀκουσματικοι
δει τυχειν αὐτον προϊοντος του χρονου . προς δε τουτοις ἀπεφαινετο διοτι παντα γινεται τα καλα και παρ ' ἀνθρωποις
9999954 ἐξηλλαγμενα
δ ' ἐν ταυταις ταις χωραις ζῳα γενναται ταις ἰδεαις ἐξηλλαγμενα δια την ἀφ ' ἡλιου συνεργιαν και δυναμιν ,
των Ἰσαιου και κατα την συνθεσιν και κατα τους σχηματισμους ἐξηλλαγμενα μεν της Λυσιου λεξεως , ἐοικοτα δε τῃ Δημοσθενους

Back