φιλου . ἀποντι μαλλον εὐχαριστιαν ποιει : τῳ γαρ παροντι γινετ ' εὐτονωτερον . μυστηριον σου μη κατειπῃς τῳ φιλῳ
δικαιως προσπεπατταλευμενον γραφουσι τον Προμηθεα προς ταις πετραις ; και γινετ ' αὐτῳ λαμπας , ἀλλο δ ' οὐδε ἑν
9999933 ἐγινετο
ἐκρινον ὡσπερ ἐπι τοισιν ἀλλοισιν : δυσκριτα μεν πασι παντα ἐγινετο , και ἀκρισιαι , και χρονια , πουλυ δε
παρα το χωρισω ῥημα , ἀποβολῃ του ω το ἐπιῤῥημα ἐγινετο . Χηρωστης . παρα το χηρω , ῥημα τριτης
9999924 ἀπαγγειλαι
τ ' Ἀχαιοιϲ παιδι τ ' Ἀτρεοϲ φιλωι [ ἀψ ἀπαγγειλαι ] ? τα τηνει καὐτοϲ ἀϲκηθηϲ ! [ ]
ἐγω δε προσδραμων ἐπυθομην ὁ τι πραττων Ὀνηγησιος τυγχανοι : ἀπαγγειλαι γαρ αὐτῳ με βουλεσθαι τι παρα του παρα Ῥωμαιων
9999922 ἀνατολικωτερα
ἡ τε Βαγρανδαυηνη και ὑπ ' αὐτην Γορδυηνη , ἡς ἀνατολικωτερα ἡ Κωταια , και ὑπ ' αὐτην Μαρδοι .
πυλων εἰς Θαψακον , ὡστε τῃ ὑπεροχῃ ἐγινετ ' ἀν ἀνατολικωτερα ἡ Βαβυλων της Θαψακου , ᾑ ὑπερεχει ἡ ἐκ
9999919 ἀνατολικωτεροι
Πιαλαι και ὑπ ' αὐτον ὁμωνυμοι Οἰχαρδαι . Παλιν δε ἀνατολικωτεροι μεν των Ἀννιβων Γαριναιοι και . . . .
Καλειται μεχρι της Πουβα λιμνης : εἰτα των μεν Δαραδων ἀνατολικωτεροι Μακχουρηβοι , των δε Σοφουκαιων Σολουεντιοι : τουτων δ
9999919 ἐμαινετο
παυσαντες νοσουν . Καπανευς δε πως εἰποιμ ' ἀν ὡς ἐμαινετο ; μακραυχενος γαρ κλιμακος προσαμβασεις ἐχων ἐχωρει , και
ἠν ἐκφρων μετα την θεαν : τα μεν δη πλειονα ἐμαινετο , ὀλιγακις δε ἐγινετο ἐν ἑαυτῳ . ἁτε δε
9999918 παραγωγα
πρωτοτυπα , ὡς το ὀρος πηγη Πηλευς Αἰακος : τινα παραγωγα , ὡς το ὀρεινος πηγαιος Πηλειδης Αἰακιδης , ἁπερ
διπλη , τριπλοη τριπλη : οὐκ ἀρα συνθετα , ἀλλα παραγωγα ἁπλα , ἀπο του ἁπαξ κατα παραγωγην ἁπλοος και
9999917 μεσα
και ὁ Ὀνος και ἡ μεση των Χαριτων και τα μεσα του Κανθαρου της δωδεκαωρου . τῳ δε γʹ δεκανῳ
αἰτιον τῳ ἐσχατῳ , ὡς του φυλλορροειν και της συκης μεσα το πηγνυσθαι τον ὀπον και το πλατυφυλλον , ὡν
9999915 κατελελειπτο
Τιθαιος Δατιος παιδες . Ὁ δε τριτος σφι συνιππαρχος φαρνουχης κατελελειπτο ἐν Σαρδισι νοσεων . Ὡς γαρ ὁρμωντο ἐκ Σαρδιων
τουτοις μεν οὐν ἀπεκριθη διοτι του ζην οὐδεν ἀξιον αὐταις κατελελειπτο , αὐτος δε τροφης ἀποσχομενος ἐνδειᾳ κατεστρεψε τον βιον
9999915 ἐσπουδακοτων
τινος , οὐκ αὐτος μονον , ἀλλα και των ἡγεμονων ἐσπουδακοτων , ἰσως μεν ὑμιν , ἰσως δε κἀμοι χαριζεσθαι
μεν ἐπιπληττειν ἐνιους οὐδεν ἰσως ἀτοπον , εἰ πρωτον μεν ἐσπουδακοτων των ἀλλων περι πλουτον ἐγω πενης αἱρουμαι βιουν ,
9999915 δημιουργους
ἐφη . Φαμεν δε γε το μισθον ἀρνυμενους ὠφελεισθαι τους δημιουργους ἀπο του προσχρησθαι τῃ μισθωτικῃ τεχνῃ γιγνεσθαι αὐτοις .
, Ἀλωπεκησι δ ' ἑτερον χωριον , χωρις δε οἰκετας δημιουργους της σκυτοτομικης τεχνης ἐννεα ἠ δεκα , ὡν ἑκαστος
9999914 ἐσημαινε
μετα δε ταυτα Αἰητηι γενομενου χρησμου , καθ ' ὁν ἐσημαινε ὁ θεος τοτε τελευτησειν αὐτον ὁταν ξενοι καταπλευσαντες το
ὑπο της των χρονων δυναμεως . οἱον το καʹ ἐτος ἐσημαινε μεν Λεων ιθʹ και Διος ἐπικειμενου ιβʹ , ὡν
9999914 Ἀγαμεμνον
τ ' ἐπ ' ἀλλους . ὠ Πανελληνων ἀναξ , Ἀγαμεμνον , ἡκω παιδα σοι την σην ἀγων , ἡν
Εὐριπον ἐχουσιν . τι δε συ σκηνης ἐκτος ἀισσεις , Ἀγαμεμνον ἀναξ ; ἐτι δ ' ἡσυχια τηνδε κατ '
9999913 ληθην
ὡσπερ ὑπομιμνησκει αὐτους του χρονου , ὡς δη και τουτου ληθην παθοντας δια την πολλην ῥαθυμιαν . πολεμειτε ] ἀντι
κατα Γλαυκου ζητησιν ἀφικομενων και κατοικησαντων , οἱ μετα τουτους ληθην λαβοντες της Κρητων περι τον βιον εὐκοσμιας εἰς τουτο
9999913 Ἀρχεμαχος
ἐν βʹ Θετταλικων καλεισθαι φησι τους πενεστας και Θετταλικετας . Ἀρχεμαχος δ ' ἐν τῃ τριτῃ Εὐβοικων Βοιωτων , φησιν
Κατα Κτησιφωντος . Ἐοικε το ὀρος της Εὐβοιας εἰναι : Ἀρχεμαχος γουν ἐν γʹ Εὐβοϊκων φησι : Κοτυλος μεν οὐν
9999913 περιεβαλετο
μυριαδας διακοσιους . ἀπολαβουσα δε τον Εὐφρατην ποταμον εἰς μεσον περιεβαλετο τειχος τηι πολει σταδιων ἑξηκοντα και τριακοσιων , διειλημμενον
και ὑγιης ἀφριζοντι ] ἀφρουντι εἰδηνατο ] καθ ' ὁμοιωσιν περιεβαλετο χροιην ] κατα το χρωμα πελλισι δε σκαφισι ,
9999913 Ἰσχομαχος
ὁπως οὐκ εἰ παρασιτος , φιλτατε : ὁ δ ' Ἰσχομαχος ὁδι τρεφων σε τυγχανει . ὁπως δε την νυμφην
τα ὑποζυγια , τουτο συ με διδασκε . Και ὁ Ἰσχομαχος γελασας εἰπεν : Ἀλλα παιζεις μεν συγε , ἐφη
9999913 ἐπῃνειτο
και τους μετ ' αὐτου ταις εὐνοιαις ἰδιους κατεσκευασεν . ἐπῃνειτο δε και ὑπο του δημου των Γελῳων ὡς αἰτιος
' οὐκ ἀπαιδευτως , ἀλλα πανυ τορως και συγκεκροτημενως : ἐπῃνειτο γουν μεταξυ πινοντων οὐ προς ὑδωρ μεμετρημενον , ἀλλα
9999912 κατεχρησατο
γαρ μονος ἠ μαλιστα Πλατων τῃ ἀπο του προνοουντος αἰτιᾳ κατεχρησατο φησιν ὁ Θεοφραστος τουτο γε καλως αὐτῳ μαρτυρων .
ἐγενετο . ἐειδομενοι : ἀντι του ὁμοιοι . ὁμαδησαν : κατεχρησατο : ὁμαδος γαρ κυριως ἐπι ἀνδρων , ὁμοαυδος τις
9999912 παρελθουσης
„ Λυκηρον τον βασιλεα ἠδικησεν , ὠ βασιλευ , της παρελθουσης νυκτος οὑτος ὁ αἰλουρος : ἀλεκτρυονα γαρ αὐτου πεφονευκε
ἐθεασαμην . εἰδον . εὐφρονης παροιθεν ἐπι , και της παρελθουσης νυκτος , ἐπι της παρελθουσης νυκτος δυϊκως : ἐνομισθησαν
9999912 κατελαβοντο
ἐχοντας ὡς θεραπαινιδας δωρα τῃ κορῃ κομιζουσας . ἐπει δε κατελαβοντο την οἰκιαν , οἱ μεν τας μαχαιρας ἐσπασαντο ,
. Ὡς Ἀθηναιοι διαπλευσαντες εἰς τον μεγαν λιμενα των Συρακοσιων κατελαβοντο τους περι το Ὀλυμπιον τοπους . Ὡς Ἀθηναιοι τας
9999912 Μελανιππον
οὐχ ἁλιον βελος ἡκεν , ἀλλ ' Ἱκεταονος υἱον ὑπερθυμον Μελανιππον νισομενον πολεμον δε βαλε στηθος παρα μαζον . δουπησεν
, ἀλλα μισει τους ὑπερηφανους . τονδ ' ] τον Μελανιππον . ἀντιταξω ] ἀντιτεταγμενως στησω . Ξ προστατην ]
9999911 διπλασιονα
ἡγεμονες ἀθροοι ἐμπιπτουσι τοις πολεμιοις . ἀρισται δε εἰσιν αἱ διπλασιονα τον ἀριθμον ἐν τῳ μηκει ἠπερ ἐν τῳ βαθει
ΕΚΖ . εἰχε δε και το ΕΒΖ προς το ΕΚΖ διπλασιονα λογον ἠπερ το ΓΑΔ προς το ΕΚΖ : ὡς
9999911 Λεπιδου
τῳ τεως τας Ἀλπεις ὑπερεβαλε , Κουλλεωνα πεισας τον ἐκ Λεπιδου φυλακα αὐτων , ἐπι τε ποταμον ἠλθεν , ἐνθα
. Του δε δημου την μεγιστην ἱερωσυνην ἐς αὐτον ἐκ Λεπιδου μεταφεροντος , ἡν ἑνα ἐχειν νενομισται μεχρι θανατου ,
9999911 ἀστρονομια
δε ἀστρονομιᾳ ἡ σφαιρικη παρακειται . ἀλλ ' ἡ μεν ἀστρονομια περι μονα τα οὐρανια σωματα καταγινεται , ἡ δε
γνωριμωτερα . περι γαρ ταυτα αἱ μαθηματικαι των ἐπιστημων , ἀστρονομια μεν περι κινησιν και στασιν , γεωμετρια δε περι
9999911 ἀκαταλληλως
τουτεστι παιδικῳ δορατι ἐχρησατο . ἰσον τ ' ἀνεμοισιν : ἀκαταλληλως ἐξενηνοχεν : ἐδει γαρ εἰπειν , λεοντων ἀγροτερων μαχας
το ἐθος των εὐδοκιμουντων Ἑλληνων . σολοικισμος δε ἐστι λογος ἀκαταλληλως συντεταγμενος . . ̈ . . γενος δε ἐστι
9999911 παρηγγειλαν
] ἐλθον το φως . οἱ ] οἱ φυλακες . παρηγγειλαν ] ἐφθασαν δια του πυρος . προσω ] ἐμπροσθεν
διακοσιοι Πλαταιεων ἀσεληνον νυκτα και χειμεριον παραφυλαξαντες τοις ἀλλοις πολιταις παρηγγειλαν κατα το ἐναντιον μερος του τειχους προσβαλοντας βοησαι .
9999911 Ἡσιοδου
τε τα παρ ' ἑαυτου φησι κλεψαντα αὐτον τα περι Ἡσιοδου και Ὁμηρου γραψαι . . . . . ,
ὑπο Σκυλακος ἐν τωι Περιπλωι λεγομενους Τρωγλοδυτας και τους ὑπο Ἡσιοδου ἐν γ Καταλογωι Κατουδαιους ὀνομαζομενους . [ Ἀντιφων ἐν
9999911 κληρονομοι
, ἱνα το παν ἀγαλμα ᾐ χρυσουν : οἱ δε κληρονομοι Ἀρεα , εἰτα χρυσουν δορυ ἐχοντα , ἐνταυθα γαρ
. χηρωσται δε οἱ του χηρου και ἐρημου συγγενων οἰκου κληρονομοι . . . . . . χηρωσται : χηρωσται
9999910 Ἀριστοφανης
ἐμεσεγγυησαν , ἐν μεσεγγυηματι ἐποιησασθε : μεσεγγυον την μειρακα καταθεσθαι Ἀριστοφανης λεγει , και μεσεγγυημα μεν Ξενοφων , μεσεγγυηματα δε
ἠτοι ὁμαλον πεδιον και τετριμμενον και οἱον ἀληλεσμενον , ὡς Ἀριστοφανης Δαιταλευσιν δια ψιλου “ ἐν ἀλιπεδῳ . ” ἐνιοι
9999910 παρειπετο
γιγνοιτο : δια παντος δε τοισι πλειστοισιν ἠ βαρυ κωμα παρειπετο , ἠ μικρους και λεπτους ὑπνους κοιμασθαι . Πολλα
: ἐληξεν ὁ πνιγμος ἐκ της φαρυγγος : ὁ πυρετος παρειπετο . Περι πεμπτην , γουνατος ἀλγημα , οἰδημα του
9999910 κατεκειτο
την Πτωχελενην μαστιγιας ἐμισθωσατο . θερους δε ὀντος ἐπει γυμνος κατεκειτο , τους τυπους των πληγων ἰδουσα : ποθεν οὑτοι
ὡς παρουσιν ὑμιν ἐνδον ἐν τῳ οἰκῳ , ἐνθα Εὐκλειδης κατεκειτο , ἀσμενως ἐλεσχαινον . οἰδατον δε δη , ὠ
9999910 αὐτοιϲ
ἰαϲαιο , τινεϲ δε και αὐτοματωϲ παυονται του παθουϲ χοληϲ αὐτοιϲ ὑπελθουϲηϲ . ταϲ δε δι ' ὠμουϲ και παχειϲ
και τα δριμεα περιαιρετεον διχα των ἀρτυματων , δοτεον δε αὐτοιϲ πτιϲανην , ᾠα και χονδρουϲ πλυτουϲ και γαλα και
9999910 σποδου
ἰω , παι , δακρυα φερεις φιλαι ματρι των ὀλωλοτων σποδου τε πληθος ὀλιγον ἀντι σωματων εὐδοκιμων δη ποτ '
ὀλιγου πυρος , εἰτα ἐπιχειται αὐτῃ ὑδωρ θερμον διηθημενον δια σποδου κληματινης , και ἀνακινειται ἡ πισσα . ὁταν οὐν
9999910 παροψιδες
πραγματ ' ἐκλογιζομαι . νη τον Δι ' ὡσπερ αἱ παροψιδες την αἰτιαν ἐχους ' ἀπο των ἡδυσματων , οὑς
οὐδ ' ἐλαων γενη , οὐδε παρεχουσαι κνισαν ἡμιν πλειονα παροψιδες και ληρος , ἀλλα παρετεθη ὑπερηφανως ὀζουσα των Ὡρων
9999910 ἰσοτητα
των ὁλων τελεσιουργιας και ὡς ἀληθως ἀριθμος ἡ τριας , ἰσοτητα και στερησιν τινα του πλειονος και ἐλαττονος τοις ὁλοις
μαλλον συμφωνουσας και προς τα μελλοντα ἐφαρμοζειν ἠ κατ ' ἰσοτητα εὑρισκομενων προς ἁπαντα παρατηρητικως ἐχειν την ἐπιτασιν και ἀνεσιν
9999910 Νεμεσεως
, Ὀρμενος τε και Λυκος , οὑς Βακχυλιδης μεν φησι Νεμεσεως Ταρταρου , ἀλλοι τινες δε λεγουσι της Γης τε
ἑορτην τῃ Λιμνατιδι ἀγοντες . του θεατρου δε οὐ πορρω Νεμεσεως ναος και ἑτερος ἐστιν Ἀφροδιτης : μεγεθει μεγαλα λιθου
9999910 εὐϲτομαχον
κηρυξι δυναμεωϲ . Κοιλιαν αἰθυιαϲ ἠ προϲφατον ἑφθην ἠ ϲκελετευθειϲαν εὐϲτομαχον εἰναι φαϲιν , εἰ βρωθειη , ὁμοιωϲ δε και
και χλιαρον ὑδωρ ποτον , εἰτα καθαρθενταϲ λουϲομεν και τροφην εὐϲτομαχον προϲοιϲομεν . χρονιζουϲηϲ δε τηϲ καθαρϲεωϲ διδοναι χρη μελικρατον
9999909 δυσχερεια
ἑως ἀν συ σχολασῃς , συνακολουθησω . Ἐστι δε ἡ δυσχερεια ἀθεραπευσια σωματος λυπης παρασκευαστικη , ὁ δε δυσχερης τοιουτος
του λογισμου της εὐνοιας ἀποδειξις , ἡ δε της ἀποτυχιας δυσχερεια της τυχης κατηγορημα : το δακνον σου την φρενα
9999909 κρατησει
, ἐφ ' ᾡ , εἰ μεν αὐτος νικησει , κρατησει και της των Ἀθηναιων ἀρχης , εἰ δε ὁ
των θεων γνωμης ἐπανελεσθαι τον πολεμον ἐπηρωτησε την Πυθιαν εἰ κρατησει του βασιλεως των Περσων . ἡ δ ' ἐχρησεν
9999909 παρεμυθειτο
, πολλη , και ἠγανακτουν οἱ στρατιωται τῳ πονῳ : παρεμυθειτο αὐτους Ἀρχιδαμος , ὡς οἱον τε ἠν , και
μη φανερως ὑβρισθωμεν . ” εἰθ ' ὁ μεν πατηρ παρεμυθειτο ⌈ ⌉ τον παιδα , τῳ δε ηὐξετο το
9999909 μειζονες
της ΚΛ . και ἐπει αἱ μεν ΘΖΗ της ΘΗ μειζονες εἰσιν , αἱ δε ΓΘΚ της ΓΚ , συναμφοτεροι
δυειν ὀρθων : αἱ ἀρα ὑπο ΑΒΔ , ΑΒΗ οὐ μειζονες εἰσι τριων ὀρθων . ἡ ἀρα ὑπο ΔΒΗ οὐκ
9999909 Ἀριστοκλης
Βαθυκλης δε ὁ ἐρωμενος Ἀνακρεοντος , οὑτως και παρα το Ἀριστοκλης Ἀριστυλλος . . . . ἀριπρεπεα : τον ἀγαν
ἠ κροτου τε και ἠχους ξυγκεισθαι . ἐτελευτα δε ὁ Ἀριστοκλης μεσαιπολιος , ἀρτι προσβαινων τῳ γηρασκειν . δʹ .
9999909 σκληροτητος
συμφερει , μονον προμηθευομενον , ὁπως μη ἡ σανις ὑπο σκληροτητος ὀδυνην παρα καιρον παρεχῃν [ ] . καιτ [
δ ' ὁς , περι λεγεις ; Ἀγριοτητος τε και σκληροτητος , και αὐ μαλακιας τε και ἡμεροτητος , ἠν
9999909 ἀνῃρηκεν
την γραφην ; μη προ της δωρεας ἑαυτον ὁ πενης ἀνῃρηκεν ; ποθεν . οὐδε γαρ οἰσθα την ἀρχην εὑραμενος
της οἱα παρ ' ἡμιν ἐστι πολιτειας , οὐ χρονους ἀνῃρηκεν οὑτος , οὐ , ἀλλα τα πραγμαθ ' ἁπλως
9999909 ἐμψυχου
γαρ νοερον του μη νοερου και το ἐμψυχον του μη ἐμψυχου κρειττον ἐστιν : οὐδεν δε γε κοσμου κρειττον :
, ἀλλ ' εἰδος μεν της οὐσιας γενος δε του ἐμψυχου , το δε ἐμψυχον εἰδος μεν ἐστι του σωματος
9999908 ϲτοματι
, ὁμωϲ δε θαρϲαλεωϲ ὁ ἰατροϲ καϲτοριον βιαζομενοϲ ἐγχειτω τῳ ϲτοματι και ὀπον Κυρηναϊκον μετα μελιτοϲ και ὀξουϲ και δι
βρωθεντεϲ . ἐνιοι δε και δηξεωϲ τινοϲ ἐμφαϲιν ἐμποιουϲι τῳ ϲτοματι τηϲ κοιλιαϲ : οἱ δε και μαλλον εἰϲι κεφαλαλγειϲ
9999908 τετρακοσιοις
ἀπο γης της Χαλδαϊκης , παροικησαντες οὐν ἐν Αἰγυπτῳ ἐτεσι τετρακοσιοις και τριακοντα , ἐν τῳ τον Μωσην μελλειν ἐξαγειν
Λυκιας ἠ τα μικρῳ νοτιωτερα και ἐτι τα Συρακουσιων νοτιωτερα τετρακοσιοις σταδιοις , ἐνταυθα ἡ μεγιστη ἡμερα ἐστιν ὡρων ἰσημερινων
9999908 ἀναπληρωσεως
της ἐμπτωσεως παροδον την αὐτην οὐσαν προς αἰσθησιν τῃ της ἀναπληρωσεως . ἐπι δε του ἐλαχιστου ἀποστηματος ἡ μεν ΑΒ
της διαμετρου δακτυλοις τα ἐπιβαλλοντα της ἐμπτωσεως μορια και της ἀναπληρωσεως και ἐτι του ἡμισους της μονης . Ἐπραγματευσατο γραμμικως
9999908 διεβαλλοντο
οἱ Χαονες . Γερητοθεοδωρους ] Γερητος και Θεοδωρος εἰς μαλακιαν διεβαλλοντο . ἐν Καμαρινῃ κἀν Γελᾳ κἀν Καταγελᾳ : Καμαρινα
ἐδωκεν ἡμιν * ληϊστορα : κλεπτην ἐνιπτον δε ἀντι του διεβαλλοντο , ἐλοιδορουντο τῳ Προμηθει ὁτι μη ἀει αὐτους νεους
9999908 Ἀσκληπιος
. . ἐχων : Φορων . . στεφανηφορος γαρ ὁ Ἀσκληπιος ἀει στεναζων . ὑγειας γαρ ἐστιν ἐφορος . .
ποιητης , νοσει τινα νοσον : και ἰαται αὐτον ὁ Ἀσκληπιος , και προσταττει χαριστηρια της ὑγιειας . ὁ δε
9999908 μικροτερα
, ἀμυδρωϲ δε , και τα ὁρωμενα αὐτοιϲ δοκει παντα μικροτερα εἰναι , χεομενου δηλονοτι του ὀπτικου πνευματοϲ . γιγνεται
μελει μαντευεσθαι , ὡς οὐκ ἐξικνεομενης της μαντικης ἐς τα μικροτερα ἠ ὡς οὐκ ἀξιον ὀν ἐπι τουτοισι πονεεσθαι .
9999908 πικροτητος
ὡστε ὑπολειπεσθαι το γεωδες αὐτων της οὐσιας , ὁ χωρις πικροτητος ἐπιφανους ἐδεσμα ξηραντικον γινεται . Λιπαρον ἐστι το των
συγκεραννυμενου χλοωδες : ἐτι δε συμμειγνυται ξανθον χρωμα μετα της πικροτητος , ὁταν νεα συντακῃ σαρξ ὑπο του περι την
9999908 παρειχετο
Ξερξης , ἠιε μεν το μεσον αὐτεων , στρατηγους δε παρειχετο Σμερδομενεα τε και Μεγαβυζον . Ὁ μεν νυν ναυτικος
παλαιου Πελοποννησιοις πασιν αἰδεσιμον και τοις αὐτοθι ἱκετευουσιν ἀσφαλειαν μαλιστα παρειχετο : ἐδηλωσαν δε οἱ τε Λακεδαιμονιοι τον Παυσανιαν και
9999908 κρατουντι
γινεται , μεγιστε βασιλευ , και ἐλπιδες ἐπι θεῳ καλαι κρατουντι σοι της ἀρχης εὐσεβως . Ὡς δε συνηκουσαν παντες
ὁλοις πελαγεσι , ταυτα ὁρων , ταυτα θεωμενος , τῳ κρατουντι ὑπηκουσα , και προς τον καιρον ἡρμοσαμην τοις ὁλοις
9999908 χωριζει
ἀλλο το ἐπι τῳ διαφθειραι : ἡ γαρ διανοια ἠ χωριζει ταυτα ἀπ ' ἀλληλων , ἠ συναπτει : οἱον
δηλοι γαρ ὁτι ἡ διαφορα τα ὑπο το αὐτο γενος χωριζει , το θνητον του ἀθανατου , το λογικον του
9999908 στενοτητα
Τιτανην ὁδος σταδιων μεν ἐστιν ἑξηκοντα και ζευγεσιν ἀβατος δια στενοτητα : σταδιους δε προελθουσιν ἐμοι δοκειν εἰκοσι και ἐν
Βοιωτιᾳ και Λοκριδι και τοις Μαλιευσι . δια δε την στενοτητα και το λεχθεν μηκος ὑπο των παλαιων Μακρις ὠνομασθη
9999908 Λεπτινης
το πληθος , οὑτοσι μεν οὐδ ' ὁτιουν ἐποιησε [ Λεπτινης ] : οὐδε γαρ ἀν ὑμεις ποτ ' ἐπεισθητε
τας Συρακουσας εἰς την προϋπαρξασαν εὐνοιαν ἀποκατεσταθησαν : ὁ δε Λεπτινης ἐγημε την Διονυσιου θυγατερα . ταυτα μεν οὐν ἐπραχθη
9999908 Ἱπποκρατης
ἱδρωτα . ἀλλ ' ὁρα πως οἰδε τας διαφορας ὁ Ἱπποκρατης . ἀλλο γαρ σκληρον και καρφαλεον και περιτεταμενον ,
παρα το αἰρω , το προσφερω , ἐστιν , ὡς Ἱπποκρατης ἐν Ἀφορισμοις προσαρματα τας τροφας καλει : ὡς δε
9999908 Πανδωραν
νυν δ ' αἰνον βασιλευσιν : ὁ μεν κατα την Πανδωραν μυθος , την αἰτιαν των ἐν ἀνθρωποις κακων ,
ἐκ δε των Τιτανων οἱ ὑστεροι θεοι : Ἡφαιστος δε Πανδωραν ποιει : Ἡφαιστον δ ' ἐκελευσε περικλυτον ὁττι ταχιστα
9999908 Μεθης
μακρολογωμεν , ὀρθως ἀν ποιοιμεν ; Πανυ μεν οὐν . Μεθης μεν δη εἰπομεν ὁτι ἀφεκτεον αὐτοις : παντι γαρ
μεθυσκεσθαι . Ἱερωνυμος δ ' ὁ Ῥοδιος ἐν τῳ περι Μεθης και το μεθυσαι σκυθισαι φησι : συγγενες γαρ εἰναι
9999908 Σαλμωνεως
φησιν . . . . μ , : Τυρω ἡ Σαλμωνεως ἐχουσα δυο παιδας ἐκ Ποσειδωνος , Νηλεα τε και
αἰολομητης , Σαλμωνευς τ ' ἀδικος και ὑπερθυμος Περιηρης . Σαλμωνεως Τυρω , Τυρους Πελιας . τριτος οὐν ἀπο Σαλμωνεως
9999908 ἀδελφιδους
, ἀλλα και ὁ ἀνεψιος και ὁ ὑιδους και ὁ ἀδελφιδους και ἱνα νομικωτερον σοι περι τουτων ἐπεξελθοιμι , οἱ
' ἐχειν : και ἐπ ' ἐκεινῳ Καλλιστρατος δυναμενος και ἀδελφιδους ὠν αὐτου οὐκ ἐτιθει νομους . και Μυρωνιδης ὁ
9999908 ἀμεινονα
' ἐμειο πιθεσθε ἐνι φρεσιν : οὐ γαρ ὀιω ἀλλον ἀμεινονα μητιν ἐνι Τρωεσσι φρασασθαι . Αἰθ ' ὀφελον και
, εἰναι τε αὐτῳ παιδας : και Ὀνηγησιῳ τραπεζης κοινωνουντα ἀμεινονα του προτερου τον παροντα βιον ἡγεισθαι . τους μεν
9999908 ἰσχυρως
και τους ὀρχεις των ἀλεκτρυονων : μετα γαρ του τρεφειν ἰσχυρως ἐν ὀλιγῳ και αὐξειν την δυναμιν ἐτι και το
, ὑδατι μετ ' ἐλαιου πολλου καταντλησας , εἰτα διατεινας ἰσχυρως , πρωτον μεν καταξον ὡς ἐξ ἀρχης ἠν κατεαγος
9999907 Κατανης
και εὐτακτως ἐσθιων και ἀνθρωπικως . και Ὀνομαρχος δε ὁ Κατανης τυραννος και ὁ Κλεομενους υἱος συσσιτους εἰχον λεοντας .
μεγα , ἐξ ἡς καταρρει παμφαγου πυρος ναμα μεχρι πολιχνης Κατανης λεγομενης : ῥοιβδει δε δεινως ὡς ποταμος ἐκρεον :
9999907 ἀκαταστατησει
πολυφιλος , ὀξυς , μισοπονηρος , ἀσελγης , εὐμεταβλητος , ἀκαταστατησει δε κατα γυναικα και ὑστερον εὐνοηθησεται ὑπ ' αὐτης
πιστευθησεται και ὑπο ὀχλου δοξαν ληψεται και νομοις ὑπηρετησει , ἀκαταστατησει δε ἐν τοις κατα γυναικα και ἐπι τοις τεκνοις
9999907 παραγγελμασι
οὐδε την ῥητορικην ὑποληπτεον ἐχειν τεχνικην ὑποστασιν , ἐπι τοιουτοις παραγγελμασι σαλευουσαν . ἀμελει γε τοι και οἱ περι Κριτολαον
μεντοι μη παυσηται πλεοναζων , ἀπειθῃ δε και τοις σοις παραγγελμασι και τοις ἐμοις λογοις , μη ἀγνοησῃς ὁτι και
9999906 κοιλιαις
ἐκφυσωμενος ἀηρ φερεσθαι δι ' αὐτης ἐξω πριν ἐμπεσειν ταις κοιλιαις , κἀν τουτῳ λοιπον ἀλυπως φωνουσι μηκετι ἐμποδιζομενοι :
, κατα μεγεθος ὀροβων , το δε τι ἐν ταις κοιλιαις ξυσματωδες και συνεστος . δολουται δε και σαρκοκολλῃ και
9999906 ἐπληρουτο
το πληθος . στασεων δε μετα τον Ἀλεξανδρου θανατον παντα ἐπληρουτο . και πολεμει Ἀντιπατρος προς τε Ἀθηναιους και τους
ἀπελογουντο ἠ περι δημοσιων πραγματων εἰσηγουντο . ἡ δε παραβασις ἐπληρουτο δια μελυδριου και κομματιου και στροφης και ἀντιστροφου και
9999906 ἀδελφος
ἐπαγγελιαν ἐπαγγελειν ἡνπερ ἐγω Τιμαρχῳ , και ἐπειδη Κρωβυλος ὁ ἀδελφος αὐτου ἐδημηγορει , και ὁλως ἀπετολμων ὑμιν οὑτοι περι
ὁ μεν Ἀρχιαδης οὐκ ἐγαμει , ὁ δε Μειδυλιδης ὁ ἀδελφος αὐτου , παππος δε τουτουι ἐγημε . και οὐδεπω
9999906 Σαρδαναπαλλος
: οὑτος δε Κροισος , ὁ δ ' ὑπερ αὐτον Σαρδαναπαλλος , ὁ δ ' ὑπερ τουτους Μιδας , ἐκεινος
δη , ὠ Ἀρβακη , εἰ σε θειη σατραπην Κιλικιας Σαρδαναπαλλος ὁ δεσποτης , τι ἀν μοι δοιης τῳ εὐαγγελιζομενῳ
9999906 Μελης
στιγματιης , πολυγηραος , ἰσος ἀλητῃ ἠλθε κνισοκολαξ , εὐτε Μελης ἐγαμει , ἀκλητος , ζωμου κεχρημενος : ἐν δε
. εἰ δε δει και τουτο προσθειναι , και ὁ Μελης οὐκ ἀηδης μοι και ὁ Κινησιας , ἀλλ '
9999906 παρακοπη
και πυρετος ὀξυς : τῃ δε φλεγμονῃ ἐπιγινεται χολημεσια , παρακοπη , σπασμος . οὐ δει δ ' ἀναμενειν ταυτα
, λυσις . Ὁσοις ἐν τοισι καυσοισι τρομοι ἐγγινονται , παρακοπη λυει . Ὁσοις ἀν ἐν τοις πυρετοις τα ὠτα
9999906 Πλουταρχος
ταξεις λελοιπως , και των ἐν Εὐβοιᾳ πραγματων , ἁ Πλουταρχος ὁ τουτου ξενος και φιλος διεπραξατο , ὡς ἐγω
τα δε ἐμπροσθε κεκαρμενα ὡς φησιν ὁ Λυκοφρων οὑτος . Πλουταρχος δε λεγει ὁτι Θησευς ἡβησας εἰς Δελφους ἠλθε και
9999906 κραιπαλης
δ ' ὠνουμενων προνοουμενοι του τας κεφαλας ὑγιεις ἐχειν ἐκ κραιπαλης . τουτ ' ἐσθ ' , ὁρᾳς , Ἑλληνικος
παχεα και σκληρα , ὑποχλωρος , κυλοιδιων ὡσπερ ὑπνου ἠ κραιπαλης πληρης , φωνη βληχωδης ἀχρεια μικρα θρασεια . Θυμωδους
9999906 καταγωγη
ἱερους : ἐν ὁσῳ δε τους τε ὑπολειφθεντας ἐπανεμενον και καταγωγη ἐποριζετο , διετριψα τους τε νεως περιιων ὡς εἰχον
και τους ὑπερ τουτων λογους ἐδεχετο μεν ἡ του στρατηγου καταγωγη , πικρον δε οὐδεν ἀπο τοιν δικαζοντοιν , ὁ
9999906 ἀγανακτουντες
ἀνδραποδων και χρηματων ἀφθονους ἀγοντες ὠφελειας . Ῥωμαιοι δ ' ἀγανακτουντες ἐπι τῃ συμφορᾳ και τον ἑτερον των ὑπατων Ποστομιον
κατηγορουντες αὐτοι τα αἰσχιστα ἡδονης ἑνεκα ποιειτε και πασχετε , ἀγανακτουντες εἰ τις μη καλεσειεν ἐπι δειπνον : εἰ δε
9999906 σπουδαιαν
τωι βιωι γραμμην διανυσαντα , και ταυ - την οὐδε σπουδαιαν τροπον τινα προς το μεγεθος της οἰκουμενης , λεγω
, ταν δε πραξιν ἠ εὐδαιμονα ἠ κακοδαιμονα : και σπουδαιαν μεν ταν ἀρετας μετειληφυιαν , φαυλαν δε ταν κακιας
9999906 κυπαριϲϲου
: την ἰχθυοκολλαν ὀξει προβρεχε ἡμεραιϲ τριϲιν . Ἀλλο . κυπαριϲϲου ϲφαιριων # α ∠ ʹ , κηκιδων # α
και μυρικηϲ ὁ καρποϲ και χαμαιπιτυοϲ και των χλωρων τηϲ κυπαριϲϲου ϲφαιριων το ἀφεψημα κιρναμενον μετ ' οἰνου , ἠ
9999906 τουτωνι
τελικωτερον , εἰτα και πολλας τοιαυτας εἰς μιαν ἑτεραν κυριωτεραν τουτωνι , ἡς και το τελος των τελων των ὑπ
πεντακις οἰμαι αὐτου μετεχειν , ὁποτ ' ἠ φυτευσαι ποτε τουτωνι των φυτων τι βουλοιτο ἠ τρυγησαι ἠ ἀνθη κειραι
9999906 παρεταξαντο
προηγουμενου στρατευματος ἱππικον πλην των περι ἑαυτον . ὡς δε παρεταξαντο ἀλληλοις , οἱ μεν Θετταλοι , νομισαντες οὐκ ἐν
εἰπειν ἐκεινον . 〛 ὁ μεν οὐν τοπος ἐν ὡι παρεταξαντο Κουναξα καλειται , και Βαβυλωνος ἀπεχει σταδιους πεντακοσιους .
9999906 Προγυμνασματα
μεγιστην και βιωφελεστεραν των τεχνων τεχνολογων γυμνασιας ἀοριστως το βιβλιον Προγυμνασματα ἐπεγραψε . Προγυμνασματα δε και οὐχι Περι προγυμνασματων το
και το Περι μεθοδου δεινοτητος : τα δε του Ἀφθονιου Προγυμνασματα λεγονται , εἰσαγωγη τις ὀντα προς ἐκεινα και οἱον
9999906 ζῳδιακου
καταρχης των εἰς τουτο το μερος ἐξεταζομενων . Της του ζῳδιακου κυκλου συστασεως ὑπαρχουσης μοιρων τξ συνεστηκεν ἡ τριγωνος πλευρα
πλατος του μεν πολευοντος , βʹ ∠ , του δε ζῳδιακου αʹ ∠ , οἱων ἡ ἐκ του κεντρου ἑκατερου
9999906 χαλεπαι
μεν τυραννος μεν ὠν και νομοθετης ὁ αὐτος , ὁσαι χαλεπαι τ ' εἰσιν και ἀρισται , δυναιτ ' ἀν
. και αὑται γαρ ἁμα τῳ καταλυθηναι τους ὑπεροριους πολεμους χαλεπαι και συνεχεις ἐξ ἁπασης προφασεως ἀνισταντο . Κρειττον ταις
9999906 χαλεπωτερος
ἀποκεχωρισται : Ἡσιοδος ἐν Θεογονιᾳ : ἀλλος ἐξ ἀλλου δεχεται χαλεπωτερος ἀθλος : εἰναετες δε θεων ἀπαμειρεται αἰεν ἐοντων ,
: ἐπει και ὁλως ἀν διειργασμενην λαβῃ την γην , χαλεπωτερος : μανης γαρ οὐσης , ἐσικνειται μαλλον : ἀπαθεστεραι
9999906 ἐπεβουλευε
Κρατερον ἐφυγε και την εἰς αὐτον ἐπιβουλην , ἡν Περδικκας ἐπεβουλευε , διηγησατο και ὡς κατα παντων ἡ αὐτην αὐτωι
την οὐχ ἑκουσαν οἰχομενην μοιραν . ἐμισει μεν οὐν και ἐπεβουλευε , του μισους δε οἰδα τῃ Τυχῃ χα -
9999906 κωλυσας
ἐδιωχθη ἀπο της Σαλαμινος , ὡς μη τον ἀδελφον αὐτου κωλυσας σφαγιασθησομενον ὑφ ' αὑτου . κατελθων οὐν ἐν τῃ
φυλαττειν ἐνδον τινας , και νη Δι ' ἀπειπων και κωλυσας τους ὀνηλατας μη ἐξαγειν την ὑλην ἐκ της ἐσχατιας
9999906 ἡμικυκλιου
ἀρα τριγωνον μειζον ἐστιν ἠ το ἡμισυ μερος του ΓΖΔ ἡμικυκλιου . ὁμοιως δη δειξομεν , ὁτι και το ΓΗΔ
ἐπι της ΑΓ τμημα κυκλου ἐφεστατω το ΑΕΓ μη μειζον ἡμικυκλιου κεκλιμενον προς το μη μειζον ἡμικυκλιου το ΑΔΓ ,
9999906 παρειληφεν
ὡσπερ κτλ . ] ὡς φοινικα πτερα ἐχοντα και τουτον παρειληφεν : ὁν Αἰσχυλος λεγει ἐν Μυρμιδοσιν . ὁ Αἰσχυλος
τροφην , μελι δε ὡς την ἐν τῃ τροφῃ γλυκυθυμιαν παρειληφεν . πληρωσαμενος . οὐκ ἐμπλησθεις ἀλλα προσδεης ὠν .
9999906 ἀπεφαινοντο
εἰ τι ἀλλο τυγχανει τουτοις ὁμοιογενες ὀν . ἀρχην δε ἀπεφαινοντο ἐν παντι ἑν τι των τιμιωτατων εἰναι ὁμοιως ἐν
και ἀριθμους κραθεντων των πρωτων στοιχειων . σχεδον οὐν ταὐτον ἀπεφαινοντο τοις ἁρμονιαν αὐτην τιθεμενοις , πλην ὁσῳ σαφεστερον οὑτοι
9999906 Ἀρχιππος
την Δημοσθενους ἐοικεναι πειθομαι , διηγησιν τινα περιεχουσα ὑβριστικην : Ἀρχιππος γαρ οὑτοσι , ὠ ἀνδρες Ἀθη - ναιοι ,
τοπειοις ἀνδρες ἀναριθμητοι εἰς ἀκρον ὡσπερ ἱστιου τον ἱστον . Ἀρχιππος Ὀνῳ τροχιλιαισι ταυτα και τοπειοις ἱστασιν οὐκ ἀνευ πονου
9999906 Θρασυμαχος
, οἱ πολλοι ἡμων ἀκροασονται , ἡττον μεν ὑβρισται ἠ Θρασυμαχος , ἡττον δε αὐθαδεις ἠ Πωλος , ἡττον δε
λυσιτελεστατην ζωην ζῳη ; Ἐγω γαρ οἰμαι , ἐφη ὁ Θρασυμαχος , τουτι ἀλλως ἐχειν ; Ἐοικας , ἠν δ
9999906 σμικρου
εἰ δε μη , ἀλλον τινα ζητειν . ἠ περι σμικρου οἰεσθε νυνι κινδυνευειν και συ και Λυσιμαχος ἀλλ '
ὁτι ἐγω τυγχανω ὡς ἐπος εἰπειν οὐδεν ἐπισταμενος πλην γε σμικρου τινος μαθηματος , των ἐρωτικων . τουτο μεντοι το
9999906 γουνα
ὠμοις ἀϊσσονται : ὁ δ ' ἀγλαϊηφι πεποιθως ῥιμφα ἑ γουνα φερει μετα τ ' ἠθεα και νομον ἱππων :
οὐ μαλα πολλοι Χηλαων : ἐν τῳ δ ' Ὀφιουχεα γουνα φορειται . Οὐ μην Αἰητου ἀπαμειρεται , ἀλλα οἱ
9999906 ἀπεκαλουν
ὡς θαυμαστον τι θεαμα θεωμενοι : και μακαριον τον βασιλεα ἀπεκαλουν , ὁτι ἐξεστιν αὐτῳ τουτων ἀπολαυειν , και ἑτερα
: τοις γαρ δυνατωτατοις φθονουντες την ἐκεινων ὑπεροχην δεσποτειαν αὐτων ἀπεκαλουν . διοπερ ἐξεπεμψαν πρεσβεις τους ἐπαινουντας ἐν Συρακουσαις και
9999906 παραλληλῳ
ἀξονα . κυλινδρος γαρ ὁ ΑΔ ἐπιπεδῳ τῳ ΗΘ τετμησθω παραλληλῳ ὀντι τοις ἀπεναντιον ἐπιπεδοις τοις ΑΒ , ΓΔ ,
ΘΒ , οὑτως ἡ ΚΘ προς ΘΛ , τουτεστιν ἐν παραλληλῳ ἡ ΗΘ προς την ΘΜ , τουτεστιν το ὑπο
9999905 Καλλαισχρου
ἐπαιδευσε τους συγγενομενους αὐτῳ , ἀλλα κατηγορουσι μεν Κριτιου του Καλλαισχρου , κατηγορουσι δε Ἀλκιβιαδου του Κλεινιου τῃ τε πολει
. , . . ἀνθρωπωι γαρ γενομενωι κατα τον του Καλλαισχρου τον των τριακοντα βεβαιον μεν οὐδεν , εἰ μη
9999905 ἀνεπεισεν
εἰς την Ἑλλαδα συνην τῃ Ἑλενῃ και διελεγετο και τελευτων ἀνεπεισεν αὐτην φυγειν , μητε γονεων μητε πατριδος μητε ἀνδρος
ἐχθρας οὐδε μισους ἐχων ἀπεκτεινεν ὁν αὐτος ἡρπασε τε και ἀνεπεισεν , οἰομενος τε μεγαλα χαριζεσθαι τῳ Μαξιμινῳ την κεφαλην
9999905 Πολυιδος
ἀνδρες φιλοι , καθισαντες οἱ ἀριστεις δειπνουσιν , ὁ δε Πολυιδος ἱερα θυων ἐν ὁδῳ παραπορευομενον τον Πετεω κατεσχεν και
οὑ Κλειτον , οὑ Κοιρανον , οὑ Πολυιδον : εἰτα Πολυιδος , φησι , γαμει Εὐρυδαμειαν την Φυλεως του Αὐγεα
9999905 ὀλιγαι
, και ἐπαν αἱρεθῃ , προσεοικε τετριγοτι . πτερυγες δε ὀλιγαι το μεγεθος ὑπο τοις ὀφθαλμοις αὐτου ἐκπεφυκασι , και
ἐπιχειρεις , και πλουτον μεν τοσουτον ὀντα , ὁσον οὐκ ὀλιγαι μυριαδες Περσων ἐπλουτουν , οὑς παντας σοι ἐκληρονομησω ,

Back