γενηται προοιμιον . οὐκουν ἀφ ' ὡν φρονει τε και γεγηθεν , ἀπο τουτων αὐτην και πρωτον ἠδη προσειπωμεν .
καταληκτικοι ιεʹ . ΓΘ κλειειν ] κατα . Γ ἡδε γεγηθεν : ὁτι φιλοδικοι οἱ Ἀθηναιοι . ΓΘ παιωνιζειν :
9999980 θεν
την θε συλλαβην . ἡ γουν καταληξις ἡ δια του θεν οὐδεποτε το ν ἀποβαλλει : το γαρ Λεσβοθεν οὐκετι
σημασιας ὡδε ἐχει . τα παρα προθεσιν παραγομενα των εἰς θεν ληγοντων κοινῃ χρηται σημασιᾳ κατα την τοπικην ἐκφοραν ,
9999977 συγγραψαντες
αὐτῳ δεικνυται ὁ μαγειρος . και οἱ τα Ὀψαρτυτικα δε συγγραψαντες Ἡρακλειδης τε και Γλαυκος ὁ Λοκρος οὐχ ἁρμοττειν φασι
ὡς Ἡροδοτος και Κτησιας και Ἑλλανικος και οἱ τα Ἰνδικα συγγραψαντες . . . . : : / / .
9999977 εἰπουσης
τι μονη ἐπι το δειπνον οὐκ ἠλθε . της δε εἰπουσης : ” οἰκος φιλος , οἰκος ἀριστος „ ἀγανακτησας
προς τας σοφιστικας ἐνοχλησεις ” . εἰ δε της καταφασεως εἰπουσης ἀνθρωπος δικαιος ἐστι και ἀληθευουσης δια τον Σωκρατην την
9999975 τοιουτουϲ
γνωριϲμα πεψεωϲ ἐν τοιϲ πρωτοιϲ οὐροιϲ οὐδεποτε φαινεται κατα τουϲ τοιουτουϲ πυρετουϲ . Των δυναμεων ἰϲχυρων οὐϲων τον ἐπι ϲηπεδονι
δε ἐν τοιϲ ποταμοιϲ γεννωμενων ἀμεινουϲ , οἱ κατα τουϲ τοιουτουϲ ποταμουϲ , ἐν οἱϲ ὀξυ και πολυ το ῥευμα
9999975 παρεγενηθησαν
δια το μισος ὑπειληπτο . ὡς δε παντες οἱ συμμαχοι παρεγενηθησαν εἰς Κροτωνα , [ και ] κατα την ἑαυτου
του της Ἀσιας βασιλεως περι τον της Λυσιμαχειας πολεως ἀνοικισμον παρεγενηθησαν οἱ παρα Φλαμινιου πρεσβεις . εἰσαχθεντες δε εἰς το
9999975 κελευθους
ἀν και πετρον ὀριναις . τις σε πολυπλανεων ἐπεων ἐδιδαξε κελευθους ; ὠμοι , τις σε κομισσεν ἐμην εἰς πατριδα
! ] ! ! ! ! ! τας ἐναλους ἀπεβα κελευθους [ ] ! ! ! [ ! ! !
9999975 προσεποιησατο
ἐν χρονῳ τοσουτῳ ἐχοντος ἐκεινου τον κληρον , οὐδεις πωποτε προσεποιησατο οὐδ ' ἠμφεσβητησε της κληρονομιας ἐκεινῳ . Τελευτησαντος δε
την ἀδελφην , διαπραττομενος τηλικαυτα ἑνα μαρτυρα παρειναι αὑτῳ Πυρετιδην προσεποιησατο , και τουτου ἐκμαρτυριαν ἐπ ' ἐκεινῃ τῃ δικῃ
9999975 πιστευσαντες
ὡσπερ ἐνεχυρον αὐτο τουτ ' ἐχοντες ἐπαρθηναι και τουτῳ μαλιστα πιστευσαντες ἁμαρτειν , οὐ τῳ δια τελους κρατησειν της πολεως
' ἀγνοησαιεν ὁσῳ λαμπροτερος και μειζων ἀνηρ , τοσουτῳ προχειροτερον πιστευσαντες αὐτῳ , μηδε ἡν οὐ θεμις οὐδεν φλαυρον ἀκουσαι
9999975 συνειδοτα
, φησιν Εὐβουλος . τι δει λεγειν με πολλα προς συνειδοτα ; ἐμος εἰ μαθητης , σος δ ' ἐγω
των θυρων εὐνουστεραν : τι δει λεγειν με πολλα προς συνειδοτα ; ἐμος εἰ μαθητης , σος δ ' ἐγω
9999974 ἀποτυγχανειν
τουτο ποιει , ” μελετω , “ εἰπεν , ” ἀποτυγχανειν . “ αἰτων τινακαι γαρ τουτο πρωτον ἐποιησε δια
ἀργαλεωτατῃ νοσῳ , ἐπαιρομενοι . προς γαρ τῳ του τελους ἀποτυγχανειν ἐτι μετ ' οὐ μικρας βλαβης μεγαλην αἰσχυνην ὑπομενουσιν
9999974 λειωθεν
ϲηϲαϲ λειωϲον ὀξει δριμυτατῳ ἑωϲ γλοιου παχουϲ και ἐπιβαλων ἰδιᾳ λειωθεν - τοϲ θειου ἀπυρου # α και μιξαϲ καλωϲ
μεταστησαι δυνατον . καστοριον μεν οὐν κοπεν εὐ μαλα και λειωθεν ἁμα ἐλαιῳ διασκεδαννυσι την διαθεσιν : ὡσαυτως πηγανινον ἐλαιον
9999974 τελευτησαντα
των ἐλευθερων . το δε ζωντα μεν φαινεσθαι πενητα , τελευτησαντα δε καταφωραθηναι πλουσιον , ἀλλα τουτο των ἐν ἀνθρωποις
, ἀλλ ' ἐσοιτο αὐτῳ ὁστις ζωντα τε γηροτροφησοι και τελευτησαντα θαψοι αὐτον και εἰς τον ἐπειτα χρονον τα νομιζομενα
9999974 χωρουσαν
. Και κυλικα * * θηρικλειον εἰσφερει πλεον ἠ κοτυλας χωρουσαν ἑπτ ' ἀγαθης τυχης . Τις φησι τους ἐρωντας
την φημην , αἰνιττομενος την ἡλιου ἀκτινα δι ' ἀερος χωρουσαν ὀϊστου θαττον , ἀκρατοτεραν της των σωματων συμμετριας .
9999974 κατοπισθεν
' ἀν ἐν οἰκοισιν Κυθερεια φαινηται συν Ζηνι , Κρονου κατοπισθεν ἰοντος , δεχνυμενης αὐτου συναφην καλης Ἀφροδιτης , Κυπριδι
μισθους παρα θεων : παιδας γαρ παιδων φασι και γενος κατοπισθεν λειπεσθαι του ὁσιου και εὐορκου . ταυτα δη και
9999974 παρεκρουσεν
διεθερμανθη : ἱδρωσε δι ' ὁλου : ἀκρεα ψυχρα : παρεκρουσεν : πνευμα μεγα , ἀραιον : μετ ' ὀλιγον
οὐχ ἱδρυτο : ἀπο δε κοιλιης ἐξεκοπρισεν ἀθροα : πολλα παρεκρουσεν : οὐδεν ὑπνωσεν . Δευτερῃ , πρωϊ ἀφωνος :
9999974 αὐτοδιδακτον
τῳ δε κατ ' εὐμοιριαν φυσεως αὐτηκοον και αὐτομαθη και αὐτοδιδακτον κτησαμενῳ την ἀρετην βραβειον ἀναδιδοται χαρα : του δ
εἱνεκα , χαριν . Ἐσσεται : ἐγκειται , ἀκολουθει . αὐτοδιδακτον : φυσικον , αὐτοφυες . Μαλακη : μαλακη ἀπο
9999974 γεγραμμενας
. διο και κατα τας ταφας των τετελευτηκοτων ἐνιους ἐπιστολας γεγραμμενας τοις οἰκειοις τετελευτηκοσιν ἐμβαλλειν εἰς την πυραν , ὡς
; ἀποδημουντες [ ] ἠγνοησατε τας [ περι ] τουτων γεγραμμενας ὑμειν [ ] ἐπιστολας ; ἀμεινον δ ' αὑται
9999974 προτροπαδην
ταξεις γενναιως ἐξωρμων κατα των Τουρκων . Οἱ δε φευγοντες προτροπαδην εἱλκον ἐκεινους προς τας ἐνεδρας , ἑως ἐγγυς πρωτης
ὀντας . Ὑποστρεφοντες οὐν κυκλουν αὐτους ἐσπευδον : οἱ δε προτροπαδην φευγοντες τε και ἀπιοντες , ἐπει ἐγγυς των ἰδιων
9999974 νην
δε ἡδεως εἰς κινδυνους ἁπαντας , ὁπως ἡδε ἐκει - νην ἐκκοψειε . και μοι δος , ὠ γενναιε ,
δειξαι πολιν μη κατα τους αὐτους χρονους ἁπασαις κεχρημε - νην ἀλλ ' ἀλλοτε ἀλλῃ , ὁπερ Ἰσοκρατης περι της
9999974 μετονομασθηναι
μεν Σικυωνος την Ἀσωπιαν , ἀπο δε Κορινθου την Ἐφυραιαν μετονομασθηναι . Κορινθον δε οἰκουσι Κορινθιων μεν οὐδεις ἐτι των
ὁτ ' οὐπω τελειος ἐγεγενητο , ἀλλ ' ἐτι πριν μετονομασθηναι τα μετεωρα ἐφιλοσοφει , ἐπισταμενη ὁτι οὐκ ἀν δυναιτο
9999973 ὑποστρεψαντες
τα ὁπλα ἐξεθεον ἐπ ' αὐτους . ἀπρακτοι δ ' ὑποστρεψαντες και ματην κεκακοπαθηκοτες ἐσκωπτον ἀλληλους λεγοντες ” συ δε
ἡμεραν ἀλφιτα ἀναδευσαντες μελικρατῳ εἰτα ἀπιασι , και τῃ ὑστεραιᾳ ὑποστρεψαντες κενον τον κρατηρα εὑρισκουσιν . οὐκουν ὁ πρεσβυτατος τωνδε
9999973 προσαγορευομεν
και φιλα τοις οἰκειοις ὀνομασι και κειμενοις ὑπο του νομου προσαγορευομεν , προς ἁ δ ' ἀν ἐχθρως ἐχωμεν ,
ἐπιτηδευματα και τους νομους , σχεδον τι παντα ταυτα καλα προσαγορευομεν τῳ αὐτῳ τροπῳ : ἀποβλεποντες προς ἑκαστον αὐτων ᾑ
9999973 τελευτησαι
αὐτον ἐπιγαμιαν ἐποιησατο . ἀλλ ' ἐπει συνεβη τον Λουκιον τελευτησαι , μενοντων τῃ Λουκιλλῃ των της βασιλειας συμβολων Πομπηιανῳ
κελευειν τους παιδας βολβιτοις καταπλαττειν : οὑτω δη κατατεινομενον δευτεραιον τελευτησαι και ταφηναι ἐν τῃ ἀγορᾳ . Νεανθης δ '
9999973 τριακοστης
κατιουσα πολλακις τους Καδμειους ἡρπαζετο και αὐτῃ προὐτιθεσαν παιδιον δια τριακοστης ἡμερας , ἡ δε κατησθιε λαμβανουσα . και ἐπειδη
, δειν ᾠηθην ἀπο της νεομηνιας της σεληνης ἑως της τριακοστης , καθ ' ἑκαστην ἡμεραν σημαναι , ἀπο ποιας
9999973 γεγενημενην
λαμπροτεραν οὐχ ὁτι Καρχηδονιοις ἀλλ ' οὐδ ' ἀλλοις τοιαυτην γεγενημενην ῥᾳδιως ἀν εὑροις περι τουτους τους χρονους , και
παρακαλων μητε την Ἑλλαδα χωλην μητε την πολιν ἑτεροζυγα περιιδειν γεγενημενην . . . , : ὁ δε ποιητης Ἰων
9999973 μνημονικον
ἀνεγιγνωσκον , πλειστα δε ἐς μνημην ἀνελεγοντο : το τοι μνημονικον ἑκατοντουτης γενομενος και ὑπερ τον Σιμωνιδην ἐρρωτο , και
τουτο των ἐν τῳ λογῳ μερων ταττομεν . ἐστι δε μνημονικον ποιειν ἐν κεφαλαιῳ ἠ διαλογιζομενον ἠ ἀπολογιζομενον περι των
9999973 Ἀριστοκρατης
γραφην εἰδος : οἱον ὡς ἐπι του ψηφισματος οὑ ἐγραψεν Ἀριστοκρατης : περι γαρ του ἠδη γεγραμμενου , φασιν ,
ἀπ ' αὐτου νεωτερου και ὁ Θηραμενης ἠδη θρασυτερον και Ἀριστοκρατης και ὁσοι ἀλλοι των τετρακοσιων αὐτων και των ἐξωθεν
9999973 κατεδυσαν
ὑπο των ἀλλων πλην Σιδωνιων ἐπανηχθη τῳ Δολοβελλᾳ , και κατεδυσαν μεν ἑκατερου νηες ἱκαναι , πεντε δε αὐτοις ἀνδρασιν
ἐν τῳ λιμενι . και ἑνδεκα μεν ναυς των Συρακοσιων κατεδυσαν , και τους πολλους των ἀνθρωπων ἀπεκτειναν , πλην
9999973 προσηνεγκεν
ἱππεων τους λοιπους , ὁσους εἰχε , τολμηρως τοις πολεμιοις προσηνεγκεν . οἱ δε πολυ πληθος ἐκ του κονιορτου ἐπιεναι
του μη τον ὑπευθυνον στεφανουσθαι ὁ μεν Αἰσχινης το ῥητον προσηνεγκεν , ὁ δε Δημοσθενης το μεν ῥητον ἐσιωπησε παντελως
9999973 ἐθνικον
Ἰδαιοις ἐν ὀρεσσιν , ἁτε κλειουσι Πανακρα „ . το ἐθνικον Πανακραιος . το θηλυκον Πανακρις . ἐστι δε και
. Ἑκαταιος Εὐρωπηι . ἀπο Κρισου Φωκου ὑιου . το ἐθνικον Κρισαιος και Κρισαιον πεδιον . . . τινες δε
9999973 μικρολογος
παρελκοντι κρειττον . ὡς εἰθε και βιου μακρας προθεσμιας ἡ μικρολογος ἡμιν ἐπεκλωσεν Μοιρα και το παν ἠν διηνεκης ὑγιεια
ἐπιγονης . προς ταυτα γελοιος ἀν φανειη ὁ Ἀνακρεων και μικρολογος τῳ παιδι μεμφομενος ὁτι της κομης ἀπεκειρατο , λεγων
9999973 παρατιθεμενα
δυο πλεκεται ἀγκυλια [ και ] κατ ' ἐναλλαγην ἀλληλοις παρατιθεμενα , το μεν ἐσωθεν ἐξω , το δ '
τουτοις : εἰπερ αἱ δυο γραμμαι μια γινονται , τα παρατιθεμενα ἀλληλοις σωματα ἑνι ἀκρῳ ἐσται ἐλασσονα : γεγονασι γαρ
9999973 ληγουσαν
του ντ κλινομενον παντως εἰς ας καθαρον ἐχει την εὐθειαν ληγουσαν : Δισυλλαβα δε δια τας ὑπερ δυο συλλαβας και
Ω ληγοντα ῥηματα οὐδεποτε δια δυο φωνηεντων ἐκφερονται κατα την ληγουσαν : εἰ δε το Ρ εὑρισκεται κατα την τελευταιαν
9999973 Σικανων
βλαβην , καθιερωσει Μυνδιας ἀνακτοροις . Ἀλλοι δ ' ἐνοικησουσι Σικανων χθονα πλαγκτοι μολοντες , ἐνθα Λαυμεδων τριπλας ναυταις ἐδωκε
ῥηθεισιν . 〛 περι δε των κατοικησαντων ἐν αὐτηι πρωτων Σικανων 〚 ἐπειδη τινες των συγγραφεων διαφωνουσιν , ἀναγκαιον ἐστι
9999973 καλαμινθην
ἐνεψουμενον γληχωνα , ἠ θυμβραν , ἠ θυμον , ἠ καλαμινθην . δυνησεται γαρ τις και ἀθροως ἐμπιπτοντος του χυμου
ταδε . καλαμινθης χυλῳ ἐγχυματιζε . ἠ αὐτην ξηρανας την καλαμινθην ἐμφυσα δια καλαμου . ἀλλο . βατραχειῳ χυλῳ μετα
9999973 σημαινουσης
ἐχειν τουβατορας τε και βουκινατορας : και της τουβας τρισσακις σημαινουσης περι ἑσπεραν παυεσθαι των πονων και δειπνουντας ψαλλειν τον
το εἰναι τι λεκτον ἀσωματον , ὁ κεχωρισται της τε σημαινουσης φωνης , οἱον της ” Διων “ , και
9999973 συλλαμβανει
, ᾡ δ ' οὐδεν προσηκει , τουτῳ τα ψευδη συλλαμβανει και των οὐ πραχθεντων γραμματειον ἡκει φερων : πολυ
βουλομενον τον ἰατρον αἰτιωμεθα οὐδ ' ὁστις ἐκεινῳ προς τουτο συλλαμβανει . καλως δ ' ἀν ἐχοι κἀκεινῳ και τοις
9999972 ἀσφαραγον
. τρωγουσι μυρτα και πεπονα μιμαικυλα . κἀπειτ ' ἰδων ἀσφαραγον ἐν θαμνῳ τινι δις παιδες οἱ γεροντες ὀρθῳ τῳ
' ἀρ ἀποσφαραγον μελιη ταμε χαλκοβαρεια ” ἐν συναλοιφῃ εἰρηται ἀσφαραγον , οὐ σφαραγον . και ἐστιν ἀσφαραγος φαρυγξ ,
9999972 κατηνεχθησαν
του τεως ἀπιστουμενου και της γης οὐ φερουσης το ἀχθος κατηνεχθησαν οἱ της ἐπιστολης ἀκηκοοτες εἰς γην ἐξεταζοντες οἱ πολλοι
. ἀναχθεντες οὐν ἐκ του Πειραιεως περιεπλευσαν την Πελοποννησον και κατηνεχθησαν εἰς Κορκυραν : ἐνταυθα γαρ παραμενειν παρηγγελτο και προσαναλαμβανειν
9999972 ἐλευθεριοτητος
δαπανηματα . τοιαυτη δ ' οὐσα ποτερον εἰδος ἐστι της ἐλευθεριοτητος ἠ μερος ; εἰ μεν γαρ εἰδος , ἐπει
προς την μεγαλοπρεπειαν : ὡς γαρ ἡ μεγαλοπρεπεια διαφερει της ἐλευθεριοτητος τῳ μεγαλῳ , περι τα χρηματα και αὐτης οὐσης
9999972 μελανθιου
, ὡσπερ ἐν τῳ προσθεν προσθηματι . Ἑτερον : του μελανθιου τριψας μελιτι , δευσας οἰνῳ , βαλανον ποιησας προς
δε σμικραι και ξυμμυουσαι , ἀρσενογονοι . Ἐγκυητηριον ἀκρον : μελανθιου γυναικι διδοναι , ἐν οἰνῳ μελανι στρυφνῳ . Γυναικι
9999972 λεγουσης
ἡμερας μεν ἡσυχαζει , νυκτωρ δε ᾀδει . της δε λεγουσης ὡς οὐ ματην τουτο πραττει , ἡμερας γαρ ποτε
λευκον και ἐστιν οὐ λευκον : της γαρ καταφασεως της λεγουσης ἐστι λευκον οὐκ ἐστιν ἀποφασις ἡ ἐστιν οὐ λευκον
9999972 αἰσθητων
, ἡ δε των δευτερων . Και παλιν ἐπει των αἰσθητων ἐστι τα μεν πρωτα , ὡς αἱ ποιοτητες ,
οὐρανον , ἁτε κρατιστον ὀντα των γεγονοτων , βασιλεα των αἰσθητων εἰποι τις ἀν οὐκ ἀπο σκοπου , οὑτως και
9999972 βασιλισσης
ἐπιταξαντος Ἡρακλει κομισαι τον Ἱππολυτης ζωστηρα , της των Ἀμαζονων βασιλισσης , ἀπελθων Ἡρακλης ἐζητει τουτον . Της δε συνθεμενης
και πραξεως και τεκνωσεως : ἐστι δε και θεας και βασιλισσης και πραξεως τοπος . ὁ δε δʹ γονεων περι
9999972 κληρους
δει δε ἐφοραν και τας ἀκτι - νας και τους κληρους και τα δωδεκατημορια οἱς συνοδευει ἠ συσχηματιζεται ὁ Ἑρμης
και διος Ὀδυσσευς χωρον μεν πρωτον διεμετρεον , αὐταρ ἐπειτα κληρους ἐν κυνεῃ χαλκηρεϊ παλλον ἑλοντες , ὁπποτερος δη προσθεν
9999972 σης
περισπαται . και ὀξυνεται μεν τα περιττοσυλλαβως κλινομενα : Κρης σης Γνης : περισπαται δε τα ἰσοσυλλαβα : Δρης Τρης
σοι τα πολλα των σων πεπρακται , περι τε της σης ὀργης ἀπηγγειλε και των πεποιηκοτων αὐτην ῥηματων , αὐτος
9999972 κεχαρισμενην
τοις γρα - φουσιν πασιν ἱστοριας ὑποθεσιν ἐκλεξασθαι καλην και κεχαρισμενην τοις ἀναγνωσομενοις . τουτο Ἡροδοτος κρειττον μοι δοκει πεποιηκεναι
] [ ] γραφων [ : την σην ] [ κεχαρισμενην ] [ ] [ ] ἀσπασιως [ δεδεχθαι ]
9999972 δουλευομεν
δε του βιου τον ὀγκον ἐχομεν τωι τ ' ὀχλωι δουλευομεν . ἐγω γαρ ἐκβαλειν μεν αἰδουμαι δακρυ , το
, ὑποπεπωκοτας , αὐλουμενους . εἰτα ἐπαγει : ἀπαιδευτῳ τυχῃ δουλευομεν . φιληδονον δ ' οἱ ποιηται και τον ἀρχαιον
9999972 στηριγμους
και τας ἐν αὐταις παροδους των ἀστερων και τους τουτων στηριγμους τε και φασεις . Ἐπισκεπτομεθα οὐν τα τοιαυτα τον
βραδιον , ποτε δε ἑστηκεναι : οὑς δη και καλουσι στηριγμους ἐπι των ε πλανητων ἀστερων . Οὐδε γαρ περι
9999972 ἀξιολογον
ἀκουσας την των ἰδιων ἡτταν , εὐθυς ὑπεστρεψε και στολον ἀξιολογον ἠθροισε , βουλομενος εἰς τελος συντριψαι τον των ἐναντιων
ἐνεργαζεσθαι , ὡς φασιν οἱ γυμνασται , οὐτε ψυχῃ ἐπιστημην ἀξιολογον οὐδεμιαν ἐμποιουσιν , αἱ δε δια καρτεριας ἐπιμελειαι των
9999972 οἰχομενοιο
ἐεικοσιν , ἡ τις ἀριστη , ἐρχεο πευσομενος πατρος δην οἰχομενοιο , ἠν τις τοι εἰπῃσι βροτων , ἠ ὀσσαν
ἐεικοσιν , ἡ τις ἀριστη , ἐρχεο πευσομενος πατρος δην οἰχομενοιο : Πρωτος εὐσεβης και δικαιος ἐκ βαθειας της δια
9999972 ἀπαγγειλαντων
ἐπεθετο τουτων ἡμαρτεν οὐδενος . Δυο νεανισκων κεκονιμενων και ἀγγελιαν ἀπαγγειλαντων . Ὁτι Ὁμηρος πρωτος περι της ἐν τοις πολεμοις
. ἀνελθοντων δε των πρεσβεων και την εὐποριαν των Ἐγεσταιων ἀπαγγειλαντων , συνηλθεν ὁ δημος περι τουτων . προτεθεισης δε
9999972 Λευκιον
, Γαιον Σερουιλιον , Λευκιον Κοϊνκτιον , Λευκιον Κορνηλιον , Λευκιον Οὐαλεριον Αὐλον Μαλλιον . ἐπι δε τουτων Καρχηδονιοι στρατευσαντες
, δια δε Φουλβιαν ὁμως και δια Μανιον ἐς τον Λευκιον ἰοντων και τους ἀποκλειοντας βιαζομενων , ὁ Καισαρ ὑπηντα
9999972 προσθε
δαιμονος , ἐχθρον εἰκασμα βροτοις τε και δαροβιοισι θεοισιν , προσθε πυλαν κεφαλαν ἰαψειν . οὑτως γενοιτο . τον δε
, καταιθε σαρκας , ἐμπλησθητι μου πινων κελαινον αἱμα : προσθε γαρ κατω γης εἰσιν ἀστρα , γη δ '
9999972 ἑσπερια
δʹ , των ἀρα βʹ δʹ αʹ ἀστρων ἐστιν ἡ ἑσπερια ἀληθινη ἐπιτολη : προτερα δε ἐστιν ἡ φαινομενη της
δια θυμον . οἱ θυμοειδεις ὡς Ῥωμαιοι και παντα τα ἑσπερια ἐθνη . ἰτητικωτατον γαρ ὁ θυμος , ἀντι του
9999972 ἀκριβεστερας
δ ' οἱ μονας τας κεφαλαιωδεις ὑποθηκας των γραμματων ἀνευ ἀκριβεστερας διηγησεως ἀκηκοοτες . . [ . . , ]
μετα ταυτα πειραται λεγειν , δια τι συμβαινει τας αἰσθησεις ἀκριβεστερας εἰναι και των ποιων . ὀσφρησιν μεν οὐν ὀξυτατην
9999972 θελωμεν
ἀναγκην συμβαινον οὐκ ἐστιν ἐκκλιναι , ἀλλ ' ἐαν τε θελωμεν ἐαν τε μη θελωμεν , ἐκβηναι δει το τοιουτο
φυσικως αὐτο ἐνδεικνυται ὁτι θηλυκον ἐστι , κἀν ἡμεις μη θελωμεν . ἀλλα το μεν πρωτον οὐκ ἀν εἰποιεν .
9999972 νομισαντα
ἐς κορακας . ὁ δε Αἰσωπος μυθικως κολοιον μεγαν , νομισαντα τοις κοραξιν ὁμοιον εἰναι , προς αὐτους πολευθηναι :
πολλοις κεχρημενον και το δια τους τροπους εὐδοκιμειν οὐ χειρον νομισαντα του δια τους λογους . καιτοι συ πεμπειν αὐτον
9999972 περιστατικα
δακρυα οὐκ ἐστιν ἀπ ' ἀρχης ἀχρι τελους , ἀλλα περιστατικα , μονην τῳ ἀποκηρυκτῳ την βουλησιν την κατα του
ὠ ἀνδρες Ἀθηναιοι . Τοπικα δε προοιμια Ἁρποκρατιων φησι τα περιστατικα . σκοπος δε του προοιμιου το τοιονδε παρασκευασαι τον
9999972 κηρυκων
ἀφροδισιων ἀμεινον μεν μη γυμναζειν , οἱ γαρ στεφανων και κηρυκων αἰσχραν ἡδονην ἀλλαξαμενοι που ἀνδρες ; εἰ δε ἀρα
των κηρυκων λεγει ὁτι [ . ] ἀει ποτε σπερμα κηρυκων λαλον : ὁς ἀν δυνηται και ἀρχῃ της πολεως
9999972 μεταγενεστεροι
δια των θεωρηματων ἐκματτομενη το παραδειγμα , ὡς δε οἱ μεταγενεστεροι λογος [ ἠ πραξις ] ὁμοιωσιν εὐ ἐχουσαν του
, ἐπιεικως και φιλανθρωπως προσφερομενοι τοις ὑποτεταγμενοις : οἱ δε μεταγενεστεροι βιαιως και χαλεπως χρωμενοι τοις συμμαχοις , ἐτι δε
9999972 ἀφαιρεισθαι
οὑς λεγεις μονους κακιζων , ἀλλα κοινῃ πασι βασκαινων παντας ἀφαιρεισθαι πειρασθαι τας δωρεας . μαλλον δε οὐκ εἰκαζειν ,
ἀπο μερους ἠ μερος ἀπο ὁλου . ὁλον μεν οὐν ἀφαιρεισθαι λεγειν ἠτοι ἀπο ὁλου ἠ ἀπο μερους ἀπεμφαινει προδηλως
9999972 ἀνδρια
ἀνδρια , ἠ οὐ περι τον θυμον ἀδεκαστως εἰπειν ἡ ἀνδρια , ἐπει οὑτως ἀν ὁ ὀργιλος ἀνδρειος ἠ θρασυς
ὡς ὁ παλαιος λογος , και ἡ σωφροσυνη και ἡ ἀνδρια και πασα ἀρετη καθαρσις και ἡ φρονησις αὐτη .
9999972 κομισαντες
των ἐν τῃ δευτερᾳ ἀποδειξει ἐμπεριεχομενων λεκτων , και τριτην κομισαντες των ἐν τῃ τριτῃ , και τεταρτην των ἐν
δε ἑξακοσιαι συνελεχθησαν . Τῃσι μεν νυν στηλῃσι ταυτῃσι Βυζαντιοι κομισαντες ἐς την πολιν ὑστερον τουτων ἐχρησαντο προς τον βωμον
9999972 ἀναισθητοι
ἐξ εὐμαρους διωκει τους βαρβαρους : οἱ δ ' , ἀναισθητοι και λογισμων ὀλιγα κοινωνουντες , ὑπ ' αὐτου διωκονται
? ? γεροντες ? [ ] ξηροι ? και ? ἀναισθητοι , ὁτι χωρις ὑγροτητος ? ? : ἀναλογως ?
9999972 ἀνευθεν
. ἡ δ ' ὁτε δη γαιης ἀπο πατριδος ἠεν ἀνευθεν , φαινετο δ ' οὐτ ' ἀκτη τις ἁλιρροθος
: Ἰδομενευ τι παρος λαβρευεαι ; αἱ δε τ ' ἀνευθεν ἱπποι ἀερσιποδες πολεος πεδιοιο διενται . οὐτε νεωτατος ἐσσι
9999972 ἐντυγχανειν
ἰδου γε τοι τολμω μη μονον τοις ἱεροις Μωυσεως ἑρμηνευμασιν ἐντυγχανειν , ἀλλα και φιλεπιστημονως διακυπτειν εἰς ἑκαστον και ὁσα
, προς τῃ ἀνατολῃ οἰκουντες , τεσσαρσιν ὡραις πρωτοι λεγονται ἐντυγχανειν τῃ ἐκβολῃ του ἡλιου των Ἰβηρων , προς δυσμαις
9999972 διδακτον
χαλασον , και συγχωρησον ἐξ ὑποθεσεως αὐτο σκοπεισθαι , εἰτε διδακτον ἐστιν εἰτε ὁπωσουν . λεγω δε το ἐξ ὑποθεσεως
σωζομεναι δι ' ἑης ἀλκης . . . τοις δε διδακτον ἐδωκε φαους γνωρισμα λαβεσθαι : τους δε και ὑπνωοντας
9999972 ῥηθεν
φωμεν ; ἀρ ' οὐ το νυνδη παρ ' ἡμων ῥηθεν ; Το ποιον ; Παθημα ἠ ποιημα ἐκ δυναμεως
οὐν ὁτι αἱ Ὑαδες κεινται περι το λαιον μερος το ῥηθεν , αἱ δε Πλειαδες περι το οὐραιον του αὐτου
9999972 ἐξανασταντες
δε κατα την ἐνεδραν ἐγενοντο , οἱ μετα του Ἰμιλκωνος ἐξανασταντες τους μεν αὐτων διεφθειραν , τους δε ἐζωγρησαν .
ἐξαπωλετο ἡ τελετη , οἱ δε ὑπολειφθεντες Πελοποννησιων και οὐκ ἐξανασταντες Ἀρκαδες διεσῳζον αὐτην μουνοι . Ἀπριεω δε [ ὡδε
9999972 ἀλλαγην
τινας των πολεμιων και των σωματων κυριευσας ἠναγκασε τους Λοκρους ἀλλαγην ποιησασθαι των νεκρων . κρατων δε των ὑπαιθρων και
μετεπεσε , και τις ἡ του δαιμονος ἐπιφανεια περι την ἀλλαγην των ἱεροποιων ἐγενετο , ἐπειδαν κατα τουτο γενωμαι του
9999972 κρατηρων
θεοις τοις ἐγχωριοις και δαιμοσι , ἱνα σπονδων ἁμα και κρατηρων ἁψαμενοι μετα Θηβαιων ἐπι τους Περσας ὁρμησωμεν . ταυτα
ζωμον τε φερειν ἐν χοϊ χρυσῃ , και γευομενον των κρατηρων προτερον μεθυειν των πινοντων . αὐλειν δ ' αὐτοις
9999972 λιθους
φυσει το βοηθουν : ὁλως ἐν ὁποιᾳουν ἐαν ὀρυττων τις λιθους εὑρῃ ἠ τροχμαλον ἠ ἀμμον ἠ γην μοχθηραν οὐκ
σκιλλιτικου το ἱκανον : Την λιθαργυρον και ἁπαντας τους προειρημενους λιθους ἑκαστον κατ ' ἰδιαν χνοωδεστατα ποιησας , εἰθ '
9999972 ἐξαλεασθαι
ἐπιβλαβες * δακος : γραφεται και κακον δηγμα το δε ἐξαλεασθαι ἀπαρεμφατον ἐστι ἀντι προστακτικου , ἠτοι ἀντι του ἐξαλυξον
Ἀλλ ' ἐτι τονδ ' ἐπακουσον , ὁν εἰπε σοι ἐξαλεασθαι χρησμον Λητοϊδης , Κυλληνην , μη σε δολωσῃ .
9999972 ἀγνοεισθαι
μαλαγματα , παρεθεμεθα δε και περι διακαυσεως εἰς το μη ἀγνοεισθαι . Ἐν δε τοις παροξυσμοις διαδεσμοις των ἀλλων μερων
, τα δε συγκρυπτων , και τα μεν οὐκ ἐων ἀγνοεισθαι , τα δε ποιων λανθανειν . πως οὐν διαφυγοις
9999972 ἐπιστευσεν
σκεψασθαι ταχεως πιστευων τοις τυχουσιν . Ἀλλ ' εἰ βραδεως ἐπιστευσεν προ του σκεψασθαι , οὐκ ἀν ἡμαρτανεν ; Μα
ὑπεσχοντο ἀν : ἀτοπον οὐν εἰ , διοτι προειτο και ἐπιστευσεν , μη διησουσιν . ὁ δε χρονος οὑτος ,
9999971 ὑστεροι
συνανατελλουσιν οὐτε συγκαταδυνουσιν , ἀλλα οἱ νοτιωτεροι των βορειοτερων ἀει ὑστεροι ἀνατελλουσι και προτεροι καταδυνουσιν . οἱ δε προς την
, εἰ δε μη , ἀνταγωνιζομενοι τοις τοιαυτα λεγουσι μη ὑστεροι ἀκολουθησαι δοκειν τῃ γνωμῃ , ὀξεως δε τι λεγοντος
9999971 θαυμασιωτερον
πολει μητε ἁγνισμων μητε νεου πυρος . Ἐτι δε τουτου θαυμασιωτερον ἐστι και μυθῳ μαλλον ἐοικος ὁ μελλω λεγειν .
και ἐμφυεσθαι δυναμενος , τι ἀν εἰη της φυσεως ταυτης θαυμασιωτερον ; τριτον ἡμας προς τουτοις παρακαλει προς την προκειμενην
9999971 δυσουριαν
πεφυκε : και το σπερμα δε αὐτου ἁμα γλυκει ποτιζομενον δυσουριαν ἰαται . Συνεχως δε ἐσθιομενον ἀμαυροι τας ὀψεις ,
και ἡπατος και σπληνος και νεφρων , ἰαται δε και δυσουριαν και τυλους ἐμπαγεντας ἐν ἀρθροις ἀκρως λυει . ἐστι
9999971 φυλαχθηναι
το πληθος των αἰτιων και την ὑπεροχην εἰς το ἀδιαμαρτητον φυλαχθηναι . και ταυτα δε παντα ἐξ οὐρων τε και
την καρδιαν σου ἠδη ἀναβῃ μη δυνασθαι αὐτας ὑπο ἀνθρωπου φυλαχθηναι , οὐ φυλαξεις αὐτας . νυν δε σοι λεγω
9999971 ἀναρμοστιαν
συμφωνιαν των ἐν αὐτῃ μερων και δυναμεων , την δε ἀναρμοστιαν . ἀπᾳδει γουν ἁρμονιαν λεγειν ἁρμονιαν και ἀναρμοστιαν εἰσδεχεσθαι
λογου χρησιν , τῃ δε κακολογιᾳ ἀσχημοσυνην και ἀρρυθμιαν και ἀναρμοστιαν περι παντα τα γενομενα και μιμουμενα : ὡστε μονος
9999971 ἀποδεδωκαμεν
Θησειον . Ἡμεις δ ' ἐπει τον περι Θησεως λογον ἀποδεδωκαμεν , ἐν μερει διεξιμεν περι τε της κατα την
ταυτα και προ ᾠδης . Ἀλλ ' ἰδου νυν γε ἀποδεδωκαμεν , του δε μη λεξαι κακως αὐτῃ τε και
9999971 προικα
αὐτῳ της πολεως , ἐστι δε Νικομηδευς , ἀγεται , προικα δε εἰσεφερεν ἡ γυνη τον τροπον . ἀλλ '
Θηριππιδου και Δημοφωντος τας τιμας ἐλαμβανεν , ἑως ἀνεπληρωσατο την προικα , τας ὀγδοηκοντα μνας . και ἐπειδη εἰχεν ,
9999971 προσηγορευσαν
κωμῃ τινι κατεκαυσεν , ἡν Αἰγυπτιοι δια το συμπτωμα τουτο προσηγορευσαν ἱεραν βωλον : τῳ δ ' ἐν Ἡλιουπολει θεῳ
, Ἑστιαν ἁτε δη μενουσαν ἐν θεων οἰκωι † κλιτα προσηγορευσαν οἱ παλαιοι δια την στασιν και πηξιν : ἡς
9999971 ὑψηλοτατων
: ἀντι του φυλασσεσθαι . αἰπεινων σταθμων : ἀπο των ὑψηλοτατων ἐναυλων , λεγει δε του Χειρωνειου σπηλαιου . σταθμων
χρηστον ὑδωρ ἐκ πονηρου , βοθρους ὀρυκτεον ἐφεξης ἀπο των ὑψηλοτατων εἰς τα καταντη και δια τουτων ἀκτεον το ὑδωρ
9999971 μαθητου
την θυραν , και ἠκροωμην του μεν εὐθυς ἐν ταξει μαθητου , τοιν δυοιν δε κατα νομον δη τον των
παραδοθεις τῳ δημιῳ , συ δε την Σωστρατου γυναικα του μαθητου ἐμοιχευες , ὠ Κλεοδημε , και καταληφθεις τα αἰσχιστα
9999971 προσελαβεν
ἑβδομον ὁμοιως τῳ πεμπτῳ . το ὀγδοον προσοδιακον δωδεκασημον διαφορως προσελαβεν . το ἐνατον ἀναπαιστικον . το δεκατον ἰαμβικον τριμετρον
βασιλεα , και την ἀρχην αὐτου και ὁσα ἀλλα ἐθνη προσελαβεν ἀμφι την ἑω , διετασσετο : ὁ δε Καισαρ
9999971 μελικρατου
πλειοναϲ ὁϲον κοχλιαρια β καθ ' ἑκαϲτην ἡμεραν μετα του μελικρατου πινομενον . Ἐκ των Ἀϲκληπιαδου προϲ ἐπιληπτικουϲ . ὀξαλιδα
παχεα και φλεγματωδη : πληθος δ ' ἐξαρκει τετρωβολον μετα μελικρατου . Τα μεν οὐν κατω καθαιροντα , ὁσα ἐγω
9999971 ἐξαναστηναι
βασταζων διεβαινε τινα λιμνην . ὀλισθησας δε ὡς κατεπεσεν , ἐξαναστηναι μη δυναμενος ὠδυρετο τε και ἐστενεν . οἱ δε
αὐτον οὐσαν την θηραν την ἀτιμον . λεοντος δε προοφθεντος ἐξαναστηναι , γνωρισαντα τον ὀντα ἀξιον ἀνταγωνιστην . κἀπειδη συμπλακεις
9999971 ὑδρομελιτος
, πυρεσσουσι δ ' ἐν ἀνεσει ἠ διαλειμματι δι ' ὑδρομελιτος ἐπι τρεις ἡμερας . ποιει και ἀρθριτικοις , ἀγει
κοπεισα , και μετα οἰνου γλυκεος πινομενη , ἠ μετα ὑδρομελιτος , προς ἐμετους θαυμαστον ἐστι βοηθημα . Ἐαν δε
9999971 ἡμετεροι
ἀναξιαν χαριν ἐκτινοντων τῃ πολει , νικησαντες αὐτους ναυμαχιᾳ οἱ ἡμετεροι και λαβοντες αὐτων τους ἡγεμονας Λακεδαιμονιους ἐν τῃ Σφαγιᾳ
, ὑμετεραιν , σφετεραιν . κατ ' ἀμφοτερα πληθυντικαι , ἡμετεροι , ὑμετεροι , σφετεροι - , ἡμετεραι , ὑμετεραι
9999971 ξηροτεροι
ἀφροδισιαστην και φιλητον ἀνδρα και ἐρωτικον σημαινουσιν . εἰ δε ξηροτεροι εἰσιν και ἀνεῳγμενοι μη ἐνυπαρχοντος τρομου , νοσον σημαινει
' ἑψησεως τακεροι γενηθεντες , εἰτα λειωθεντες και ἐπιτεθεντες : ξηροτεροι δ ' εἰ φανειεν κατα την συστασιν , της
9999971 γραμματιστης
στατικη , ἰατρικη . και τα ἀπ ' αὐτων ὀνοματα γραμματιστης και γραμματικος , ῥητωρ ῥητορικοςὁ αὐτος και πολιτικοςσοφιστης σοφιστικος
οἱ διδασκαλοι διδασκαλοι εἰσιν , ὡσπερ ὁ κιθαριστης και ὁ γραμματιστης διδασκαλοι δηπου ἠσαν σου και των ἀλλων παιδων ,
9999971 μακαριον
κατασκευαζει δε το θειον εἰναι την εὐδαιμονιαν και ἀριστον και μακαριον ἐκ του ἀθλον εἰναι της ἀρετης . δια σπουδης
ὠ Δαματερ : Ὁτι ἁπλως και ἀσυνηθως κατεχρησατο ἀντι του μακαριον : εἰ μη ἀρα παιζει , οἱον νεκρου βιον
9999971 ἐρωτικοις
. ἡ γαρ γυνη πολλοις τοις φιλημασι , και τουτοις ἐρωτικοις , προσκαλουμενη ὡς εἰδεν οὐ κατεχοντα , ὡσπερ ἀνδρι
θεον των γαμων : χαιρει δε διηγημασιν ἐπαφροδιτοις τε και ἐρωτικοις : ταυτα γαρ οἰκεια τῃ ὑποθεσει . μετεχειρισαντο δε
9999971 τοιουτ
τις ἑξει τους ὁρωντας : ἐστι δε ἀγρος εἰς το τοιουτ ' εὐκτον ἡ τ ' ἐρημια . εὐαγγελισασθαι προς
' αἰθρας ; σμυρναν εἰπε , μη μακραν , μηδε τοιουτ ' ἀλλο μηδεν , μηδε τοὐμπαλιν λεγων , ὁτι
9999971 αὐτοδιδακτος
και μετα ἀλλων μερων λογου ἐν ἀρχῃ , αὐταρεσκος , αὐτοδιδακτος . και δια τουτο ἐσημειουτο το φιλαυτος : εἰρηται
ὡραν τοις ἀναγκαιοις χρωμενων . Ἑνος χανοντος μετεσχηκεν ἁτερος : αὐτοδιδακτος . Ἑνος φιλιη ξυνετου κρεσσων ἀσυνετων παντων : ἐκ
9999971 μακαριας
και της του παραδεισου διαγωγης ἐξορισαντα και της ἐκεισε στερησαντα μακαριας ζωης , ἀλλα και μετα την ἀπορρητον οἰκονομιαν και
τριχῃ δε διειλε και αὐτος τας ἀνοδους και εὐδαιμονας και μακαριας θεας : τας μεν ἐντος του οὐρανου εἰπων αἱτινες
9999971 συστελλουσι
ἐπει οἱ Αἰολεις , ἡνικα μακρᾳ παραληγεται ἡ κλητικη , συστελλουσι την ἐσχατην , οὐ μην και ἀναβιβαζουσι τον τονον
και ἡ γαστηρ , οὐ συναιρουσι το μηκος , ἀλλα συστελλουσι και στενουσι την εὐρυτητα , και παρ ' αὐτου
9999971 ἀποθανουσης
ὑπερηρκε κατασκευην , ἀνηρ δε Ἀθηναιος ἐποιησεν Ἡρωδης ἐς μνημην ἀποθανουσης γυναικος . ἐμοι δε ἐν τῃ Ἀτθιδι συγγραφῃ το
αὐτων ἐμαθε την ἀληθειαν . τοτε ἐλεος αὐτον εἰσηλθε της ἀποθανουσης και ἀποκτειναι μεν ἑαυτον ἐπεθυμει , Πολυχαρμος δε ἐκωλυε

Back