τοις σωμασι καλον πρωτον . Ἐστι μεν γαρ τι και βολῃ τῃ πρωτῃ αἰσθητον γινομενον και ἡ ψυχη ὡσπερ συνεισα
οἱ παιζοντες ἐπι λατυπης ἑστωτες , ἡν σκυρον προσαγορευουσιν , βολῃ σφαιρας ἀλληλους ἐκδιωκουσιν . φαινινδα δε ἐστιν ὁταν ἑτερῳ
9999778 κυκλῳ
! ! ] ] υϲιν ? ? προϲκαθημενοι ] εϲ κυκλῳ . ] εναυϲομαι ] τιν . ἀλλ ' ὁμωϲ
ὁπλα και τα περι την ἀγοραν ὑπο των ἱππεων ἐφρουρειτο κυκλῳ , μια τε οὐ κατελειπετο τοις ἀπιεναι βουλομενοις ἐξοδος
9999766 Κολοφωνα
Μυουντα : ἐν Λυδιᾳ Ϛʹ , Ἐφεσον , Λεβεδον , Κολοφωνα , Φωκαιαν , Τεων , Κλαζομενας . Μιλητος δε
ὑστεραιᾳ ἐπλευσαν εἰς Νοτιον , και ἐντευθεν παρασκευασαμενοι ἐπορευοντο εἰς Κολοφωνα . Κολοφωνιοι δε προσεχωρησαν . και της ἐπιουσης νυκτος
9999756 ἠναγκασθη
και των ἀλλων ἐγχωριων ἁπαντων συνεπιθεμενων , ὁ βασιλευς διαπορουμενος ἠναγκασθη καταφυγειν ἐπι τους μισθοφορους , ὀντας εἰς τρισμυριους .
ὑπελθοντων , Ποπλιλιου υἱος ὡς ἐν πολλῃ καταλειφθεις πενιᾳ δανειον ἠναγκασθη λαβειν εἰς την ταφην του πατρος , ὡς ἐρανισθησομενος
9999747 κεφαλαλγιαϲ
τον ὀφθαλμον . γιγνεται δε ταυτα και χωριϲ ἑλκωϲεωϲ , κεφαλαλγιαϲ προηγηϲαμενηϲ ἠ ὀφθαλμιαϲ : ϲυμβαινει δε και φλεγμονηϲ προγενομενηϲ
τηϲ γαϲτροϲ ἀναθυμιαϲειϲ γιγνεται ἠ δια ἐποχην κοιλιαϲ τα τηϲ κεφαλαλγιαϲ . εἰ δε ὑϲτερον μετα την ἑβδομην εἰϲβαλλοι ,
9999736 Ἀμφιτρυωνα
, ἐκπληγδην ἰαχησαν : ὁ δ ' ἐς πατερ ' Ἀμφιτρυωνα ἑρπετα δεικαναασκεν , ἐπαλλετο δ ' ὑψοθι χαιρων κουροσυνᾳ
, των οἰκειων ποιμνιων ὑπεραγωνιζομενους . Μεταπεμπεται Ἠλεκτρυων εἰς βοηθειαν Ἀμφιτρυωνα , και την Ἀλκμηνην τουτῳ κατεγγυᾳ . Κτεινει Ἀμφιτρυων
9999732 ἐλυπηθη
ὁ δε Χαιρεας ἀκουσας , καιτοι φιλοπατωρ ὠν , ὁμως ἐλυπηθη πλεον ὁτι ἐμελλεν ἀπελευσεσθαι μονος : οὐ γαρ οἱον
ὁσσον : ὀλιγον . παχνωθη : ἀντι του ἐπαγη , ἐλυπηθη : ὁ τροπος εἰληπται ἀπο της παχνης . ἠ
9999729 Ἀγαμεμνονι
. ἐξ ὡν μιαν ἑλοντες , Χρυσαν , γερας ἐδοσαν Ἀγαμεμνονι Χρυσηιδα , Χρυσου ἱερεως Ἀπολλωνος θυγατερα . ὁ δε
ἐπι ἀρχοντος Φιλοκλεους ὀλυμπιαδι π ἐτει β . πρωτος Αἰσχυλος Ἀγαμεμνονι , Χοηφοροις , Εὐμενισι , Πρωτει σατυρικωι . ἐχορηγει
9999729 ἀτειρεα
ἀρα Σθενελῳ βριαρην κορυν Ἀστεροπαιου χαλκειην και δουρε δυω και ἀτειρεα μιτρην . Ἀλλοις δ ' ἱππηεσσι και ὁπποσοι ἠματι
νειμαντες ἐς ἀσπισι πολλα καμοντος εἰς ἀρετην ; ποιον γαρ ἀτειρεα μοχθον ἀνυσσας οὐκ ἐτλην ; ποιον δε δι '
9999727 σοφωτατη
βραβευσει την νικην ; ” ἀλωπηξ δε , δικαια και σοφωτατη , ἐταξεν ὁδον των δρο - μων την εὐθειαν
οὑτω μεν δη και τουτους ἀλληλοις συμμαχειν και ἐπικουρειν ἡ σοφωτατη φυσις ἐξεπαιδευσεν . Ἐλλοχωσιν οἱ κροκοδειλοι τους ὑδρευομενους ἐκ
9999725 κηρυκα
ἀνδριαντων λιθινων ἠ χαλκων μηδεν ἡμιν διαφερετωσαν : και μητε κηρυκα δεχωμεθα παρ ' αὐτων μητε σπονδας σπενδωμεθα : ἡ
δορυ ἐλαβε και πολεμαρχους και πεντηκοντηρας και ξεναγους καλειν τον κηρυκα ἐκελευεν . ὡς δε συνεδραμον οὑτοι , τοις μεν
9999722 ἐκομισθη
πεντηκοντα : και αὐτος Ἀγησιλαος πολλοις περιπεπτωκως τραυμασιν εἰς Δελφους ἐκομισθη , κἀκει την ἐπιμελειαν του σωματος ἐποιειτο . Φαρναβαζος
εἰναι , πριν τι ὑμας ψηφισασθαι . Ἐπει δ ' ἐκομισθη τα ὀστα του ἀδελφου , ὁ μεν προσποιουμενος παλαι
9999722 κυλικα
λεγοντα ὁτι Λιβυων των Νομαδων τινες οὐδεν ἀλλο κεκτηνται ἠ κυλικα και μαχαιραν και ὑδριαν , και ὁτι οἰκιας ἐχουσιν
δε ὁ πινων : λυσις , γαλακτος ὀνειου πισαι ὁσον κυλικα , ἐπειτα του φαρμακου , ὑφ ' οὑ το
9999722 δριμειαϲ
ἀλλα ἀϲθενεϲτερον . περι δε του ἐλαιου εἰρηται . Κινναβαριϲ δριμειαϲ μετριωϲ ἐϲτι δυναμεωϲ , ἐχει δε τι και ϲτυψεωϲ
. Κεφαλαι ταριχηρων μαινιδων καυθειϲαι ξηραντικηϲ γινονται δυναμεωϲ οὐ πανυ δριμειαϲ : ταϲ ἐν ἑδρᾳ γουν ῥαγαδαϲ και γαργαρεωναϲ χρονιωϲ
9999721 Ὠκεανοιο
ποτ ' ἀρ ' ἐσμεν , εἰ μη ἐσχατιαις ἀκαλαρροου Ὠκεανοιο Λυγκευς εἰσενοησεν νησον πευκηεσσαν , ἰδ ' εὐρεα δωματ
ἑνος ἀνδρος ὑποτρομεεσκον ὁμοκλην . Και τοτ ' ἀπ ' Ὠκεανοιο κιεν χρυσηνιος Ἠως . Ὑπνος δ ' οὐρανον εὐρυν
9999720 ἐκληθη
ἀμφοτερογλωττοιο μεγα σθενος οὐκ ἀλαπαδνον Ζηνωνος . ἀμφοτερογλωσσος δ ' ἐκληθη οὐχ ὁτι διαλεκτικος ἠν , ὡς ὁ Κιττιευς ,
ἑκαστος την ἰδιαν γην ἀπελαμβανε διχα μαχης και φονου . ἐκληθη οὐν ἡ ῥαβδος , ἐν ᾑ ἐγεωμετρουν , ἀκαινα
9999719 δοξειε
ἠτοι της μοιχειας κατηγορουμενον , ψευδη ποιησει την προτασιν . δοξειε δ ' ἀν ἰσως ἀδυνατον , ψευδος εἰναι το
κοσμιους , οὑς δε φοβερους ποιει . γυνη δε εἰ δοξειε πωγωνα ἐχειν , ἐαν μεν ᾐ χηρα , γαμηθησεται
9999717 θριδακινη
και τα καλουμενα ἐπισπορα : ταυτα δ ' ἐστι τευτλιον θριδακινη εὐζωμον λαπαθον ναπυ κοριαννον ἀνηθον καρδαμον : καλουσι δε
κριθινοϲ ἠ μαζα ἐξ ἀλφιτων , λαχανων δε ϲευτλον , θριδακινη , ῥεφανοϲ τε και πραϲα και κραμβαι δυϲιν ὑδαϲιν
9999717 πινακα
ἐς λογους ἠιε , ὡς Λακεδαιμονιοι λεγουσι , ἐχων χαλκεον πινακα ἐν τῳ γης ἁπασης περιοδος ἐνετετμητο και θαλασσα τε
δε . τι οὐν ; ἐχεις ὀστρεια ; πολλα . πινακα μοι τουτων παραθησεις αὐτον ἐφ ' ἑαυτου μεγαν .
9999715 Καστωρ
μελος . Καστορειον δε εἰρηται , ἐπειδη ὁ του Τυνδαρεω Καστωρ πρωτος τουτο εὑρεν . Ἑπτακτυπου ] Ἠγουν ἑπταφθογγου και
τε και Φιλοχορος ὁ τας Ἀτθιδας οἱ τε τα Συρια Καστωρ και Θαλλος και ὁ τα παντων Διοδωρος ὁ τας
9999712 θελησῃ
, ὡστε την του ὑδατος ἐπεχειν ὁρμην , ὁταν τις θελησῃ , και αὐ παλιν ἀνιεναι , ὁ κοινως πετυνιον
, μετα το ἀπολυθηναι την γυναικα μετανοησῃ ἡ γυνη και θελησῃ ἐπι τον ἑαυτης ἀνδρα ὑποστρεψαι , οὐ παραδεχθησεται ;
9999711 σοφωτατῳ
καιτοι ἰσως ἀτοπον βαρβαριζοντα των πολιτων μαλιστα τῳ ἑλληνικωτατῳ και σοφωτατῳ χαιρειν και ξυνειναι , καθαπερ εἰ τις μικρου τυφλος
ἐξ ἐμευ ὑποκειμενῳ ἀκεο . Βασιλευς Αἰγυπτιων Ἀμασις λεγει Βιαντι σοφωτατῳ . Ἑλληνων . Βασιλευς Αἰθιοπων ἐχει προς ἐμε σοφιας
9999711 βαρεα
? [ ! ] ? . και τα μεν [ βαρεα ] ? και παχεα δυσκολως διαφορειται [ , τα
φυσει και γλυκεα τοιαυτα δοκει : ὁμοιως και θερμα και βαρεα και των ἀλλων ἑκαστα : τοις δε νοσουσι τας
9999710 ἐκτοϲ
ὁμοιωϲ δε και ταϲ ἐφ ' ὑϲτεραϲ πεπονθυιαϲ ἐκλυομεναϲ ἰαϲθαι ἐκτοϲ ὀξυμελιτοϲ και διαδειν και τριβειν ϲκελη μαλιϲτα ἐπι των
διδυμοϲ ἀδηλοϲ ἐϲτιν οἱα τε πανταχοθεν περιπλεομενοϲ : εἰ δε ἐκτοϲ του ἐλυτροειδουϲ ὑπο τοιϲ δαρτοιϲ εἰη , δι '
9999708 Πολυμηστωρ
Πολυδωρον ἐσφαξεν . εἰληφει δε τουτον παρα του Πριαμου ὁ Πολυμηστωρ ἐν παρακαταθηκῃ μετα χρηματων . ἁλουσης δε της πολεως
μοι ἐτη παρα της μοιρας τοτε θανω . και φησι Πολυμηστωρ ὡς θανουσα , ἠγουν προ της εἱμαρμενης θανουσα ,
9999708 ἐρρηθη
τα μεν οὐν δη χορειας περι μελων τε και ὀρχησεως ἐρρηθη , τινα τυπον ἐχοντα ἐκλεκτεα τε ἐστιν και ἐπανορθωτεα
: ἡ μεν οὐν ἐφ ' ἑκαστῳ ταξις ? ᾑ ἐρρηθη γιγνομενη οὐδενι οὐχ ὁμολογησεται εὐ ἐχειν των γε εὐ
9999707 κομιζε
διαλεγομενος μεγαλῃ τῃ φωνῃ καλεσας τοὐνομα Στρομβιχιδη , ἐφη , κομιζε μοι ἐπι το γυμνασιον τας βλαυτας τας ἀφορητους και
' ἰσως σφας , ἠν συ μη ληφθηις παρος . κομιζε δια μεσης με Θηβαιας χθονος : μονος γαρ αὐτων
9999704 ἐβληθη
συνεσταλμενως και βαρυτονως ἀναγνωναι , ἐπαλτο , τουτεστιν ἐπαλθη , ἐβληθη το κλεος αὐτων εἰς Αἰθιοπας . βαρυ δε σφιν
. συλληφθεις δε ὑπο των βουκολων του Ἰφικλου ἐν φυλακῃ ἐβληθη . και ἐκει ὠν ἠκουσε λεγοντων των σκωληκων ἐλαχιστον
9999704 κερκιδα
αὐτον , ὁταν περιελιξωσιν , εἰς το του ζυγου τρυπημα κερκιδα ξυλινην ἐμβαλοντες , ἡ καλειται ἐνδρυον . ἁμαξης μερη
δυο δε τους δακτυλους , δυο δ ' ἀλλοι την κερκιδα περιαγουσιν ἐπι το πρανες , ὁ δ ' ὑπολοιπος
9999702 κραμβηϲ
τα μεϲα κελευει χυλῳ ἀρνογλωϲϲου ἠ κοριαννου ἠ ἀνδραχνηϲ ἠ κραμβηϲ , ἱνα περιπαγεντα τουϲ ἱδρωταϲ ἀποϲτεγῃ . ἐν δε
ὀνινηϲιν οὐ χρη γαρ ψαυειν . οἱ δε καυλοι τηϲ κραμβηϲ καυθεντεϲ ξηραινουϲαν ἰϲχυρωϲ ποιουϲι τεφραν , ὡϲ ἠδη τι
9999702 λαβραξ
τις λευκοπαρηιος ἐρεσσεται ἀθροος ἰχθυς ἁλμην φυκιοεσσαν ἀλημονι γαστερι τεμνων λαβραξ ἠε τις ἀλλος ἐων γλυκυς . ἐκ δε θαλασσης
† . . , . , . , , : λαβραξ : παρα το λαβρως ἐσθιειν : ἀδηφαγον γαρ ἐστι
9999702 ϲτυπτικηϲ
ὁ καρποϲ και τα φυλλα ξηραινει κατα την τριτην ταξιν ϲτυπτικηϲ ὀντα δυναμεωϲ : ὁθεν τραυματα μεγαλα κολλᾳ και δυϲεντεριαϲ
ἐλαϲματα διαπυρα ταὐτον ἐργαζεται . μετεχει γαρ ὁ ϲιδηροϲ τηϲ ϲτυπτικηϲ δυναμεωϲ και τουτου γε χαριν παρεϲκευαϲαμην κυλινδρουϲ ϲιδηρουϲ πλεοναϲ
9999702 ἐτυγχανε
. Ταυτην δε Διονυσος μεν ἠρα , ἐρων δε οὐκ ἐτυγχανε . Μη τυγχανων δε μηχαναις το λειπον τῃ γνωμῃ
γαρ πινῳ δε οἱ αὐσταλεος χρως , ἀπεσκληρυμμενος τῳ ῥυπῳ ἐτυγχανε . φοιβησαντες οὐν λαμπρυναντες , καθαραντες : φοιβον γαρ
9999702 σαρκα
. τον δ ' ἀγαθον μαλακον τε φυσει και πιονα σαρκα ἁλσι μονον λεπτοισι πασας και ἐλαιῳ ἀλειψας : πληθωρην
, και εἰ τροφη το αἱμα , το τρεφον την σαρκα δυναμει ψυχρον ἐστι , παλιν το αἱμα το τρεφον
9999701 χαλεπῃ
Διαλλαγη ; Προσαγε λαβουσα πρωτα τους Λακωνικους , και μη χαλεπῃ τῃ χειρι μηδ ' αὐθαδικῃ , μηδ ' ὡσπερ
ἐθελωσιν , ὁ δ ' ἑσπεται ὁστε σαοφρων , πριν χαλεπῃ μαστιγι και οὐκ ἐθελων ἐλαηται . κεινοι και τεχνας
9999699 ἀμαρακινῳ
χρυσων ὁλκειων ἠλειφε κροκινῳ μυρῳ και κινναμωμινῳ και ναρδινῳ και ἀμαρακινῳ και ἰρινῳ . και συγκαλων αὐτους εἰς εὐωχιαν ποτε
και ἀρτεμισιας , και ἐγχυματιζεσθωσαν εἰς τον κολπον σουσινῳ ἠ ἀμαρακινῳ , ἠ πεσσος προστιθεσθω οἱος ὁ ἐννεαφαρμακος και ὁ
9999698 γιγνωσκε
, λεγω ἐκεινο αὐτου τυπτε ὁ φυλασσει . και συ γιγνωσκε , ὁτι ὁ ἀν φυλασσειν ἐθελῃς , κατ '
γε σοι θελω τα λῳστα , καιπερ ὀντι ποικιλῳ . γιγνωσκε σαυτον και μεθαρμοσαι τροπους νεους : νεος γαρ και
9999697 ῥητορικῃ
ἡ ῥητορικη . Ὁτι δε και θεος αὐτος ἐχρησατο τῃ ῥητορικῃ , δεικνυουσιν οὑτω : τῳ μεν οὐν συμβουλευτικῳ φασι
ὡς και μετρων τινων μνησθηναι . και ὁταν ἐν τῃ ῥητορικῃ κατασκευαζωμεν , το δικαιον οὐ φιλοσοφιας ἐργον ποιουμεν ,
9999695 ἑωρακα
ἐτη ταυτα ἐστιν ἀφ ' οὑ σε οὐδεν ἀλλο ποιουντα ἑωρακα , ἠ παρα τους διδασκαλους φοιτωντα και ὡς το
ἠγνοουν εἰ Φιλιππος τελευτησειε : οὐ γαρ δη ταὐτον ἐνυπνιον ἑωρακα Δημοσθενει . . την ἀξιωσιν ] το νομιζειν ἀξιον
9999695 οἰνανθη
. ἐμπεπασθω δ ' ἐσθ ' ὁτε τῳ ῥοφουμενῳ ὑδατι οἰνανθη ἠ ἐμβρεχεσθωσαν τῳ ὑδατι ἑλικες ἀμπελου ἠ ῥοας χυλου
εὐσκεπεις και προσειλους . διατελειν γαρ ἀνθουντα δοκει και ἡ οἰνανθη και το ἰον το μελαν και ἀλλ ' ἀττα
9999693 κλιμακτηρ
περι τα του βιου πραγματα και τας δοξας συντρεχει ὁ κλιμακτηρ , των σωματων βοηθουμενων ὑπο της των ἀγαθοποιων μαρτυριας
συμπληρουται ἀρα τα λʹ ἐκ τεσσαρων . ἐσται οὐν Κρονικος κλιμακτηρ ὁ δια δʹ , εἰτα και αὐτος ὁ λʹ
9999691 ναυμαχιᾳ
την Σαλαμινα , ναυμαχων δε και τοις Ἀθηναιοις νικησας τῃ ναυμαχιᾳ ὁσους ἐζωγρησεν ἀνευ λυτρων ἀφηκεν . ὁπερ μαθοντες οἱ
περι Ἐρασινιδην στρατηγων , ὁτι τους ἐν Ἀργινουσσαις ἐν τῃ ναυμαχιᾳ ἀπολομενους οὐκ ἀνειλοντο . ἐγενετο δε ἡ ναυμαχια ἐπι
9999690 δοκῃ
ἀξιον ἡγησεται του προς αὐτον εἰσελθειν ; ὡστε ἀν σοι δοκῃ και ἐνθυμηθῃς τι τοιουτον , κοπριαν μαλλον περιβλεπου κομψην
δε δει το ἑτερον και το πλουσιον , ἱνα μη δοκῃ πλουσιος εἰς ἑτερον ὁρᾳν πλουσιον . Οὑτος σπευδει μεν
9999689 Παφλαγονιᾳ
τοπικα Κορυδαλλοθεν Κορυδαλλονδε Κορυδαλλοι . Κορυλειον , κωμη περισημος ἐν Παφλαγονιᾳ , ἀπο Κορυλου βασιλευσαντος . ὁ οἰκητωρ Κορυλειευς .
ἡμων φυλαξας ἐπεθου μεν Ἀριοβαρζανῃ και Νικομηδει και Γαλαταις και Παφλαγονιᾳ , ἐπεθου δε Ἀσιᾳ , τῳ ἡμετερῳ χωριῳ .
9999689 ἡμισεα
μο λ διπλασιοι εἰσιν Ϟ η . Δις ἀρα τα ἡμισεα ἰσα ἐστι τοις διπλασιοις : πολλαπλασιασθεις δε ὁ μεσος
οὑτινοσουν μετρουμενοι , οἱτινες ἐκ παντος περιττα μερη ἐχουσι τα ἡμισεα κατα την εἰς ἰσα διαιρεσιν : ὡς τα δις
9999688 ἁλιοιο
το γ ' ἐν ξυνῳ πεποναμενον εὐ μη λογον βλαπτων ἁλιοιο γεροντος κρυπτετω : κεινος αἰνειν και τον ἐχθρον παντι
] κρεατα γεντα ] τα μελη ἀλοιφῃ ] το λιπος ἁλιοιο δε θαλασσιου ἠγουν ἐνυδρου γυιοις ] σαρξι ἡ ταχινῃσι
9999687 Αἰσα
. Δικας δ ' ἐρειδεται πυθμην : προχαλκευει δ ' Αἰσα φασγανουργος : τεκνον δ ' ἐπεισφερει δομοις αἱματων παλαιτερων
μιν [ οὑνεκα Μοιρα ποτι κλεινον ὀτρυνους ' Ἀχιληα ] Αἰσα λυγρη κυδαινεν : ἀποπροθι δ ' ἑστηυια χαρμης κυδιαασκεν
9999686 φαλαγγι
, οἱ δ ' ὡς ἀπο τυχης τινος ἠ φαλαγξ φαλαγγι ἠ λοχος λοχῳ ἠ ἀνηρ ἀνδρι συνεπεσον , ἱππεις
Βραχυτερας Ἀρμενιας μυριους ἱππεας και Δορυλαος . . . ἐν φαλαγγι ταττομενους , Κρατερος δ ' ἑκατον και τριακοντα ἁρματα
9999686 Πλουταρχῳ
τε ταφος ἐστιν ἀξιωθεντος Ἀθηναιων και τουτου στρατηγειν , ὁτε Πλουταρχῳ βοηθουντες διεβησαν ἐς Εὐβοιαν , και χωριον Σκιρον ἐπι
ἐν τῳ δημῳ . οὐ χειρον δε και τα παρα Πλουταρχῳ περι Σολωνος καταθεσθαι : “ συνιδων γαρ ” φησι
9999685 Σικελιᾳ
. : Οἰκησαντα μεν ἐν Κιλικιᾳ , κολασθεντα δε ἐν Σικελιᾳ . Ἡσιοδος δε : τον ποτε Κιλικιον θρεψαι πολυωνυμον
και οὑτως ἐτεχνωθη τα περι τους στιχους . Ἐν τῃ Σικελιᾳ τῃ νησῳ περι τα ὀρεινα αὐτης λεγονται γενεσθαι οἱ
9999685 οἰκητωρ
Νειλον : και πανταχου τοις ἀρχαιοτεροις ὀνομασι κεχρηται . ὁ οἰκητωρ Χαιρωνευς και το θηλυκον Χαιρωνις . και κτητικον Χαιρωνικος
και Καριας ἀλλη . και της Σογδιανης ἀλλη . ὁ οἰκητωρ Θηραιος και Θηραια . και Θηραϊκος . το δε
9999685 Ἀνδρομαχη
βαθυζωνους τε γυναικας . ἀν δ ' Ἑκτωρ ἀποθανῃ , Ἀνδρομαχη λεγει τι και Ἑκαβη , ἀλλα και Ἑλενη και
οὐ στοχαζεται των ὑποκειμενων προσωπων . και γαρ νυν ἡ Ἀνδρομαχη τα αὐτα φιλοσοφει ἁπερ και ἐμπροσθεν ἡ Κασανδρα :
9999683 ὁποσα
, οὐδε ἐς ὁτιουν περιελᾳ ψευδος , καθεξει δε , ὁποσα οἰδε , μειον οὐδεν ἠ ἁ ἐμυηθη . ἐγω
ἐθελουσι ταυτ ' ἀσκειν , ἀγωνας τε αὐτοις προειπεν ἁπαντων ὁποσα ἐγιγνωσκεν ἀσκεισθαι ἀγαθον εἰναι ὑπο στρατιωτων και προειπε ταδε
9999681 Λευκιππην
το ὀνομα ἐλεγε : Μελιτην μεν εἰναι την μισθωσαμενην , Λευκιππην δε την ἀνῃρημενην . εἰ δε ταυτα γεγονεν οὑτως
προς θεαν , ὡς ᾠετο . ἐπει δε εἰδε την Λευκιππην , ἀνεφλεγη την ψυχην , και ἐδοξεν αὐτῳ τοτε
9999681 βαροϲ
ἐϲεϲθαι και μαλιϲτα των οὐρων ἐλαττωθεντων . προϲ τουτοιϲ δε βαροϲ ἐπιϲημον και ἀλγημα και ταϲιϲ ἐν τοιϲ καθ '
κατακαιει τα κατα την γαϲτερα , μηδε ἀναδοθηναι δυναμενα δια βαροϲ . ἀμεινον οὐν γευεϲθαι πολλων ἐφεξηϲ ἀλλων ἐπιϲκοπουμενον εἰλικρινη
9999679 πτερυγα
ὑστερον δε ἐλογισαμην ὡς ταχιστα καταφωρασουσι με γυπος την ἑτεραν πτερυγα περικειμενον . ἀριστον γουν κρινας το μη παρακινδυνευειν ἐκοπτον
τῳ νοτιῳ ταρσῳ , ἐναπολαμβανει δε τους ὑπο την αὐτην πτερυγα β ἀμορφωτους ἀπεχοντας αὐτης ἐγγυς β τμηματα : και
9999679 ταξεωϲ
την τριτην ταξιν ὑπαρχουϲῃ . Λεπιδιον ἐκ τηϲ τεταρτηϲ ἐϲτι ταξεωϲ των θερμαινοντων . Λευκοϊον . Τουτου και ϲυμπαϲ ὁ
θερμη και ξηρα την κραϲιν ἐϲτιν ἐκ τηϲ τριτηϲ που ταξεωϲ και λεπτομερηϲ και δριμεια ἰϲχυροτερα πολλῳ του ἡδυοϲμου :
9999679 ἁλυκα
, εὐζωμου και των λοιπων ὁσα τῃ γευσει δριμεα ἠ ἁλυκα ἠ πικρα , και μαλιστα ἐαν αἱ ὀδυναι χωρις
κατεψυγμενα , και οὐρα ἀπεπτα , και πτυσματα λεπτα και ἁλυκα και κεχρωσμενα ἀκρητῳ χρωματι σμικρα , και ἱδρωτες περι
9999678 μακαριε
' ὁδι προσερχεται ὡσπερ κατα θεον εἰς ἀγοραν . Ὠ μακαριε ἀλλαντοπωλα , δευρο δευρ ' , ὠ φιλτατε ,
ἑκτεον αὐτοις . Ποια δη διαστελλῃ ; Δριμυτητα , ὠ μακαριε , ἐφην , δει αὐτοις προς τα μαθηματα ὑπαρχειν
9999677 Ἰωνι
ὡστε Πλατων ἁμαρτανει την αὐτην ὑπολαμβανων Μαγνητιν και Ἡρακλειαν ἐν Ἰωνι . και γαρ αὐτος ἀλλαχου ἑτερως και ἑτεραν φησι
, και τα ὑπογραμματα , και ἡ στιμμις παρ ' Ἰωνι ἐν Ὀμφαλῃ : και την μελαιναν στιμμιν ὀμματογραφον .
9999677 ἐριδα
ὑμνων τον Μελησιαν , τον ἀλειπτην του Τιμασαρχου , την ἐριδα και την φιλονεικιαν ἀποστρεψαι , την παρα των ἀλλων
ἀμφοτερους μακαρες θεοι ὀτρυνοντες συμβαλον , ἐν δ ' αὐτοις ἐριδα ῥηγνυντο βαρειαν : δεινον δε βροντησε πατηρ ἀνδρων τε
9999676 δριμυν
. οἰνον ποιουσα , ὁς εἰς δακρυα τους πινοντας κινει δριμυν τινα καπνον ἀναπεμπων . δια το ὀξυχολον οὐν του
θριδακινην ἀνασπωσι , και τον ὀπον αὐτης πικρον ὀντα και δριμυν ὑπερ των ὀφθαλμων αἰωρουσι των σφετερων , και λειβομενον
9999675 Καριᾳ
ὡς ὁρατε , στρηνιω : δειπνον γαρ οὐτ ' ἐν Καριᾳ , μα τους θεους , οὐτ ' ἐν Ῥοδῳ
ὀφθαλμους κατα το φθινοπωρον και πολλοις τοποις ἐσεσθαι τα σημεια Καριᾳ , Ἰωνιᾳ , Αἰγυπτῳ , Ἀραβιᾳ , Βαβυλωνιᾳ ,
9999675 ἐξευρε
μη τῳ γεγενησθαι ἁμα διαφθειροιτο , την ἐπι ταις τροφαις ἐξευρε μεθοδον . Και ταυτῃ του καθ ' ἑκαστον συνεστησατο
, βοηθειᾳ , τουτεστι : συμμαχων τῃ πατριδι και βοηθων ἐξευρε το σοφισμα τουτο : την ἀπατην : τῃ ἐπιθυμιᾳ
9999674 φλογι
γ ' Ἐρεχθεως δομους . ποιοισι πανοις ἠ πυρος ποιαι φλογι ; ἐμελλες οἰκειν τἀμ ' , ἐμου βιαι λαβων
δυνανται , της ἀγαν ψυξεως καταπνιγουσης το πυρ και τῃ φλογι μη συγχωρουσης εἰς ὑψος ἐγειρεσθαι . δια τι ὁ
9999674 ἐδιδαχθη
, και ξενισασα κοινῃ παραδιδωσι τας γυναικας ἑκαστοις ἀγεσθαι . ἐδιδαχθη ἐπι Καλλιου ἀρχοντος του μετα Κλεοκριτον ἀρξαντος . εἰσηκται
συνεστηκεν ἐκ γυναικων πολιτιδων , προλογιζει δε τροφος Μηδειας . ἐδιδαχθη ἐπι Πυθοδωρου ἀρχοντος ὀλυμπιαδος πζ ἐτει α . πρωτος
9999673 δοξῃς
μη τοινυν τουτου σαυτον ἀποστερει πενητι γαμῳ , μη ποτε δοξῃς χρηματων ἀναξιος τῳ τουτων ἐκπιπτειν , ἀλλα δος ἁπασιν
χωραν μενε και μη παρεξελθης [ ] , μη και δοξῃς ἐπαμυνειν την ἐρωμενην ῥυσασθαι : ἀλλα φυλαξωμεθα κορην ἐρωσαν
9999673 τρυγα
συγχωννυε . και ἀνευ δε του νοσειν αὐτην ἐπιχεας την τρυγα γλυκυτερον ποιησεις τον καρπον . και ὁ καρπος δε
. Τρυγοιπος . ὁ ὑλιστηρ . παρα το ἰπουσθαι την τρυγα . Τεκμωρ . παρα το τεκω τεκμωρ , και
9999673 βοτανηϲ
λι . α ∠ ʹ , ἐλυδριου # β , βοτανηϲ χρυϲιζουϲηϲ , ἡν Ῥωμαιοι ῥωβιαν καλουϲιν , # β
παρορμᾳ προϲ ἀφροδιϲια . ταὐτο δε και ἡ ῥιζα τηϲ βοτανηϲ δραν πεφυκε . φαϲι δε τινεϲ και ὀπιϲθοτονον ἰαϲθαι
9999670 ἐλεχθη
ἀλλα χρονιωτερον . Το δε της καππαριος ἰδιον , ὡσπερ ἐλεχθη , παρα ταυτα : και γαρ το φυλλον ἐπακανθιζον
ὁλως οὐ μιγνυουσιν ὡσπερ το ἐρυσισκηπτρον ὑπερ οὑ και ἀρτιως ἐλεχθη . Βρεχουσι δε συντιθεντες τῳ οἰνῳ τῳ εὐωδει :
9999670 φυλακῃ
παρ ' αὐτον , ὁ δ ' ἐκεινον μεν ἐν φυλακῃ ἀδεσμῳ εἰχεν , αὐτος δε προσβαλων τῳ τειχισματι ἐξαπιναιως
παρ ' ἀποντος λαμβανοιμεν . Οὐκ ἀρα τῃ των νομων φυλακῃ και τῳ καλλει των ἀρχων μονον ἀκολουθεις τῳ γενει
9999670 χιτωνοϲ
φαινεται , δια το ἐν τῳ βαθει κατακρυπτεϲθαι του κερατοειδουϲ χιτωνοϲ . ἡ γαρ κατα φυϲιν χροα τηϲ φλυκταινηϲ ἐϲτι
: δοιαι γαρ * αἱ ϲχιδεϲ † μοναι ἀπηλλαγμεναι του χιτωνοϲ : ὁδε ὠν ἀφιϲταται μεν και ῥευματι , ἁτε
9999670 δριμυτατῳ
ὀξουϲ ἐγχυϲει και πεπερεωϲ ἠ κνιδηϲ καρπου ἐν ὀξει τριφθεντοϲ δριμυτατῳ : ἐργωδωϲ δε παραδεχονται , ἀλλα χρη βιαζεϲθαι .
ἀνα # τ ⊂ . τα συκα δε ἀποβρεξας ὀξει δριμυτατῳ ἑψε εἰτα λειου μετα των ἀλλων εἰδων προκεκομμενων κἀπειτα
9999670 βραχεα
πολλα Ἑκαταιου του Μιλησιου κατα λεξιν μετηνεγκεν ἐκ της Περιηγησεως βραχεα παραποιησας , τα του φοινικος ὀρνεου , και περι
ἐντος ἀδικα γιγνεται . Τα δ ' ὀνοματα αὐταις τιθεσθαι βραχεα , ἱνα εὐανακλητα ᾐ . εἰναι δε χρη τοιαδε
9999670 ὠφελιᾳ
Ὁμηρον και κατα Σιμωνιδην κλεπτικη τις εἰναι , ἐπ ' ὠφελιᾳ μεντοι των φιλων και ἐπι βλαβῃ των ἐχθρων .
ποτερον οἱ Ἑλληνος παιδες τους ἀλλους ἠ οἱ ἀλλοι τουτους ὠφελιᾳ : ὠφελειαν εἰωθεν ὁ Θουκυδιδης την συμμαχιαν καλειν καθ
9999669 ὠφεληθησῃ
θ καταλλαγησῃ τοις κυριοις καματῳ ι δωσεις τα γραμματα και ὠφεληθησῃ α οὐ κληρονομησεις την γυναικα β λεγε την δικην
τον τοπον σου ἑως γηρως ε ἐαν συναλλαξῃς ἑτερῳ , ὠφεληθησῃ Ϛ οὐχ ἑξεις ὠφελειαν ἀπο του φιλου σου ζ
9999669 κυνι
, ἐν ἠθει . Γ ὑλακτειν ] συνηγορειν τῳ ⌈ κυνι Γ [ δικαιῳ ] . Γ συ δ '
συνεχες , δαψιλες , ἀδιαλειπτον . ἀστερ ' ὀπωρινῳ τῳ κυνι λεγει τῳ κατα την ὀπωραν φαινομενῳ . ἀσκοπος ἀνοητος
9999669 εὑρισκῃ
περι ἁμαρτιας και ἑνα εἰς ὁλοκαυτωμα . ἐαν δε μη εὑρισκῃ ἡ χειρ αὐτου ζευγος τρυγονων ἠ δυο νεοσσους περιστερων
λεγεται και ἡ δοξα και ἡ φαντασια ἐνθουσιαν ὁταν τεχνας εὑρισκῃ και ἀποτελῃ παραδοξα ἐργα , οἱον Φειδιας ἐν ἀγαλματοποιϊᾳ
9999667 θανῃ
δουναι φιλοις . Μηδενα νομιζετ ' εὐτυχειν , πριν ἀν θανῃ . Μη καταφρονησῃς του πενητος εὐτυχων . Μακαριος ,
ἐργα χρηστα γιγνεται . Γυναικι μη πιστευε μηδ ' ὁταν θανῃ . Γελως τα σεμνα του βιου τοις σωφροσιν .
9999666 Κελτικηϲ
. α , ἀδαρκηϲ # α , ϲτυπτηριαϲ ὑγραϲ , Κελτικηϲ , κνηκου , κοκκου Κνιδιου , ἀγρωϲτεωϲ ξηραϲ ,
, δαφνιδων , καϲϲιαϲ , μελιλωτου , τηλεωϲ , ναρδου Κελτικηϲ , ϲελινου ϲπερματοϲ , ϲαμψυχου , ἀνιϲου , πανακοϲ
9999666 οἰνοϲ
ἐν ἀπεπτῳ νοϲηματι κωλυοι : μεγαλαϲ γαρ ἐπι τουτων ὁ οἰνοϲ ἐργαζεται βλαβαϲ . και εἰ μεν θεροϲ εἰη και
παραπληϲια θερμα τυγχανοντα , ἐξαπτει τουϲ πυρετουϲ , ὡϲπερ και οἰνοϲ . ὀξυμελι δε οὐτε τουϲ πυρετουϲ ἐξαπτει , ἀλλα
9999664 ϲπλαγχνα
τι και ϲτυψεωϲ . ἡ μεν οὐν ῥιζα αὐτου τα ϲπλαγχνα διακαθαιρει ποθειϲα και των κακοηθων ἑλκων ἀριϲτον ἐϲτι φαρμακον
θερμον : ὁθεν και αἱ ϲαρκεϲ ἐνιων ζῳων και τα ϲπλαγχνα ϲυναυξεται τε και ϲυμμειουται και καθολου τα ϲωματα τα
9999664 μακαριζω
* μακαριστος . εὐτυχη . ὡς ] * καθα . μακαριζω . * θεα - σασθαι . ὠ . ἠγουν
δ ' ἐγω μακαριζω μεν : τον δε ἀνδρα ἐγω μακαριζω Ἀρκεσιλαν τον σον πατερα και το ἐκεινου ἀνδρειον τε
9999664 εὑρεθῃ
. . . . . . εἰ δε τι ἀλλο εὑρεθῃ , κατα διαλεκτον ἠ παθος ἐγενετο , ὡς το
παν ὠφελιμος οὐδε βλαπτικος . ἐαν δε ὁ ὡροσκοπος ἀφετης εὑρεθῃ , τον κυριον των ὁριων τοτε σκοπειν δεησει και
9999663 θεατρῳ
μελλων ἐπιλαθομενος εἰς ἀγρον πορευεσθαι . και θεωρων ἐν τῳ θεατρῳ μονος καταλειπεσθαι καθευδων . και πολλα φαγων και της
στεφανωσαι χρυσῳ στεφανῳ , και ἀναγορευσαι τον στεφανον ἐν τῳ θεατρῳ Διονυσιοις τραγῳδοις καινοις : της δε ἀναγορευσεως ἐπιμεληθηναι τον
9999662 ὀστεα
το σηπεσθαι , ὡς παρ ' Ὁμηρῳ : λευκ ' ὀστεα πυθεται ὀμβρῳ . καθαρθεις δε Ἀπολλων τον της δρακοντοκτονιας
. Ἐκ γενεης δε ἠ ἐν αὐξησει ἐξαρθρησαντα , τα ὀστεα βραχυνεται τα κατω του ὀλισθηματος , και σαρκες μινυθουσι
9999661 ἱκανη
συναντησιν ἡμιν ” ; ἡ γαρ ἐπιμενουσα τοις καλοις ψυχη ἱκανη μεν ἐστι την αὐτομαθη σοφιαν καταλαμβανειν , ἐπικλησιν Ἰσαακ
ἠ δια πυκνωϲιν των πορων . ἡ δε πλειων ἐκκριϲιϲ ἱκανη ἐϲτι και χαλαϲαι και μειωϲαι το πληθοϲ . κατα
9999661 δηνεα
και ἐχθεα και φιλοτητας και βουλας , ἁλιης τε πολυτροπα δηνεα τεχνης κερδαλεης , ὁσα φωτες ἐπ ' ἰχθυσι μητισαντο
τροπῃ του μ εἰς δ και ἐν ὑπερθεσει του ν δηνεα : θεσσαλικον , ὡς Ἀπολλωνιος . Κερδαλεης : πανουργου
9999661 γλυκυν
' ὑστεραιῃ παλιν προστιθεσθαι μεχρι μεσημβριης , και ἐπιπινετω οἰνον γλυκυν , μελιτι τον οἰνον ξυμμισγουσα . Κλυσμα ἠν ἡλκωμεναι
το δηγμα ὑδατι ψυχρῳ καταντλητεον , τοιϲ δε παλαιοτεροιϲ | γλυκυν δοτεον μετα θερμου πολλου . μετα δε τον ἐμετον
9999660 ὀφθαλμοϲ
ἑκατονταρχιον ὑδαρεϲτερον ἐγχυματιζειν ϲυμφερει , εἰ μη ἡλκωμενοϲ εἰη ὁ ὀφθαλμοϲ . και εἰ μεν ἡ φλεγμονη ἐπικρατει , προϲπλεκειν
ὀπτικον νευρον , ὡϲ προειρηται , ἀλλα και ὁλοϲ ὁ ὀφθαλμοϲ ἐνιοτε παραλυεται , ποτε μεν μετα του λοιπου ϲωματοϲ
9999660 ὀφρυν
αὐτοις αἰσθομενος μεθ ' ἡδονης . κἀν μεχρι νεφεων την ὀφρυν ἀνασπασῃς , ὁ θανατος αὐτην πασαν ἑλκυσει κατω .
το Κασταλιας ὑδωρ πιοντων , οὐδ ' ἐπι σοφιᾳ την ὀφρυν ποτε ἀνασπασαντων ; Λεγ ' οὐν περι ἀνδρειας ,
9999659 Αἰγυπτιῳ
τα τεκνα και τους των φιλων παιδας ὁμηρους παρα τῳ Αἰγυπτιῳ ἐγκαταλιπων και τους μεγιστους ὁρκους παραβας βασιλει δοξῃ τι
∠ ʹ λδ ∠ ʹγ : ἀπο δε μεσημβριας τῳ Αἰγυπτιῳ πελαγει και τῳ Συριακῳ κατα περιγραφην τοιαυτην : μετα
9999658 ἐθεμεθα
τροπον ἀντιθεσεως εἰναι τον νυν εἰρημενον , ἀλλ ' ἁς ἐθεμεθα ἠδη κινησεις τε και μονας ἐναντιας και καθ '
και το προτερον κατεπολεμηθημεν , συν θεῳ ἀμεινον ἠ τοτε ἐθεμεθα τον πολεμον : και γαρ ναυς και τειχη ἐχοντες
9999658 κορῳ
ἱππος ὡσπερ και πρῳην πεπεδημενος ἐμεινεν ἐν ἀργιᾳ τε και κορῳ , τῃ δε ἡ μελετη ταχος ἐδεδωκει και νικην
Πορῳ συγγινεσθαι οὐ τῳ ὀντι δηλουντος ἐστι συγγινεσθαι οὐδε τῳ κορῳ , ἀλλα τινι πραγματι εὐμηχανῳ : τουτο δε ἐστι
9999658 Αἰσχινη
ἐφη , ποιον τιν ' ἡγεισθαι δει ; οὐκουν , Αἰσχινη , και κατα σου τα ἰαμβεια ταυθ ' ἁρμοσει
ἐκεινος ἐλυσε τα πλοια λαβων , οὐχ ἡ πολις , Αἰσχινη . Φερε δ ' αὐτα τα ψηφισματα και την
9999658 λαρνακα
Παρνασσιακος . ἐκαλειτο δε προτερον Λαρνασσος δια το την Δευκαλιωνος λαρνακα αὐτοθι προσενεχθηναι . ἐνιοι δε φασιν ἀπο Παρνασσου Παρνασσον
Κυψελου το ἀπ ' αὐτου γενος οἱ ὀνομαζομενοι Κυψελιδαι την λαρνακα ἐς Ὀλυμπιαν ἀνεθεσαν , τας δε λαρνακας οἱ τοτε
9999658 Αἰγυπτιᾳ
πεντακισχιλιας , χεννια ταριχηρα μυρια . και Ἱππαρχος ἐν τῃ Αἰγυπτιᾳ Ἰλιαδι : οὐδε μοι Αἰγυπτιων βιος ἠρεσεν οἱον ἐχουσι
μεν μεγεθει μικρον , τῃ δε προσοψει τῃ ἀκανθῃ τῃ Αἰγυπτιᾳ τῃ λευκῃ παρεμφερες , τα δε φυλλα του δενδρου
9999657 Ἀνδρομεδα
Κριῳ ζῳδια ταυτα : Κηφευς τε Κασσιεπεια , Περσευς και Ἀνδρομεδα , Ἀθηνα τε και Δελτωτον , συν τουτοις και
ἀστρον δε το ἐκ πολλων ἀστερων συστημα , ὡς ἡ Ἀνδρομεδα ἠ ὁ Κενταυρος . οἰδε δε την διαφοραν και
9999657 Μεγαριδα
λεχθεισης , ἀπολαμβανοντα ἐντος τα προς τῃ Πελοποννησῳ την τε Μεγαριδα και την Ἀττικην . δια δε τουτο και Ἀκτην
ἐν τῳ ἐργῳ : ἐν τῳ πολεμῳ . ἐς την Μεγαριδα : γην δηλονοτι . δευτερᾳ και ἑξηκοστῃ ἡμερᾳ :
9999657 σκε
. ὑπερεχει οὐν το ἀπο της ΒΓ τετραγωνον ὀν μοναδων σκε των ἀπο των ΓΑ , ΑΒ τετραγωνων ὀντων ρπε
ΒΑ ρξθ , τα συναμφοτερα γινονται τξε . ὡστε το σκε τετραγωνον το ἀπο της ΑΓ της ὑποτεινουσης την ὀξειαν
9999656 ἀτυχιᾳ
Κενοδρομουσαν την Σεληνην εἰ βλεπεις , Την ἀργιαν προφασκε συν ἀτυχιᾳ : Ὡς σχηματισμος τησδε μαλλον μηνυει Ἀργειν το μελλον
οὐν το προς τους Ἑλληνας μισος ἐν τῃ των Μεσσηνιων ἀτυχιᾳ , Μαγωνα μεν τον ναυαρχον ἀπεστειλε μετα της ναυτικης

Back